← Κύπρος

CORAL GROUP FINANCE LIMITED ν. VYACHESLAV ALEXEEVICH RUDNIKOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 5038/14, 10/1/2017

CORAL GROUP FINANCE LIMITED ν. VYACHESLAV ALEXEEVICH RUDNIKOV κ.α., Αρ. Αγωγής: 5038/14, 10/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A4 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5038/14 Μεταξύ: CORAL GROUP FINANCE LIMITED Εναγόντων - και -

  1. VYACHESLAV ALEXEEVICH RUDNIKOV
  2. MT MANAGERS LIMITED
  3. R-STYLE HOLDINGS LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.9.2014 εκ μέρους των Εναγόντων για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Ημερομηνία 10 Ιανουαρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κ. Μ. Κυπριανού για Μιχαλάκη Κυπριανού & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Μ. Κυπριανού με κ. Χρ. Γαλανό για να ακούσουν απόφαση). Για Καθ΄ ου η Αίτηση - Εναγόμενο 1: κ. Α. Χαβιαράς για Χαβιαρά & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με Αγωγή (γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα) που κατέθεσαν στις 9.9.14 αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων 1-2 τις ακόλουθες θεραπείες, οι οποίες παρατίθενται αυτολεξεί: «
  5. Εναντίον του εναγόμενου 1 γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων του ως de facto και ή shadow διοικητικός σύμβουλος (director) της εναγόμενης 3 και/ή για παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη 3 και/ή για το δόλιο σχέδιο που κατάρτισε και το ρόλο που διαδραμάτισε στο να προκαλέσει την εναγόμενη 3 να συνάψει συμφωνία ημερομηνίας 1/2/12 ('η Συμφωνία Μεταβίβασης') με κάποια εταιρεία CJSC Integration Systems (με προηγούμενη ονομασία ΖΑΟ Kompaniya R-Style) στη βάση της οποίας πέντε πολύτιμα εμπορικά σήματα ('τα Εμπορικά Σήματα') υποτίθεται ότι μεταβιβάσθηκαν στην εναγόμενη 3 και/ή για την αποτυχία του να διασφαλίσει ότι η εγκυρότητα της Συμφωνίας Μεταβίβασης δεν θα τίθετο υπό αμφισβήτηση και/ή για το ρόλο που στη συνέχεια διαδραμάτισε στο να αμφισβητήσει και/ή να προκαλέσει την αμφισβήτηση και/ή να συνδράμει στην αμφισβήτηση της Συμφωνίας Μεταβίβασης που είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση απόφασης από Ρωσικό Δικαστήριο με το οποίο η εναγόμενη 3 διατάχθηκε να παύσει να χρησιμοποιεί τα Εμπορικά Σήματα και να τα επιστρέψει στην CJSC Integration Systems.
  6. Εναντίον του εναγόμενου 1 διάταγμα του δικαστηρίου που να τον διατάσσει να αποδώσει λογαριασμό σε σχέση με τα χρήματα που εισέπραξε και/ή τα κέρδη που απεκόμισε ως αποτέλεσμα της παράβασης εκ μέρους του των καθηκόντων του ως de facto και ή shadow διοικητικός σύμβουλος (director) της εναγόμενης 3 και/ή της παράβασης των καθηκόντων εμπιστοσύνης του (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη
  7. Εναντίον της εναγόμενης 2 γενικές αποζημιώσεις για παράβαση των καθηκόντων της ως διοικητικός σύμβουλος (director) της εναγόμενης 3 και/ή για παράβαση των καθηκόντων εμπιστοσύνης της (breach of fiduciary duties) προς την εναγόμενη 3 σε σχέση με το ρόλο που διαδραμάτισε η εναγόμενη 2 στο να συνάψει η εναγόμενη 3 τη Συμφωνία Μεταβίβασης.
  8. Εναντίον του εναγόμενου 1 τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω του ότι καταδολίευσε τα συμφέροντα της εναγόμενης
  9. Νόμιμο τόκο.
  10. Έξοδα και Φ.Π.Α» Όπως αναφέρεται στην Αγωγή, πρόκειται περί παράγωγης Αγωγής (derivative action) και καταχωρείται από μέτοχο προς όφελος και για λογαριασμό της Εναγόμενης 3 Εταιρείας, η οποία είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Ως γνωστό, παράγωγη είναι η Αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία Αγωγής που έχει η Εταιρεία. (Πιριλλής κ.ά ν. Κουή

(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 136, Θωμά κ.ά ν. Ηλιάδη
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1263 και Mammous κ.ά v. Willstrop. κ.α.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 90). Σημειώνεται ότι η Αγωγή έχει επιδοθεί στις Εναγόμενες 2 και 3 στις 16.9.14. Η Εναγόμενη 2 Εταιρεία, η οποία επίσης είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο, καταχώρισε στις 29.9.14 σημείωμα εμφάνισης. Στις 22.2.16 έχει καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με αυτήν, ο Εναγόμενος 1 φέρεται να παρακίνησε ανέντιμα και/ή να βοήθησε την Εναγόμενη 2 να παραβεί τα δικά της καθήκοντα εμπιστοσύνης προς την Εναγόμενη 3, αφού «την προκάλεσε και/ή την επέτρεψε να εξουσιοδοτήσει την Εναγόμενη 3 να προβεί στην μεταβίβαση των Εμπορικών Σημάτων ενώ γνώριζε ότι αυτή δεν ήταν συναλλαγή την οποία θα υποστήριζε ένας διοικητικός σύμβουλος, ο οποίος ενεργούσε με τη δέουσα ικανότητα, φροντίδα και επιμέλεια και με γνώμονα το συμφέρον της Εναγόμενης 3. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά είναι υπαίτιος για τη συμμετοχή του μαζί με την Εναγόμενη 2 στην εκτέλεση της μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων κατά τρόπο που παραβίασε το καθήκον εμπιστοσύνης (fiduciary duties) και/ή το καθήκον επιμέλειας που υπείχαν τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη 2» (παράγραφος 29 της Έκθεσης Απαίτησης). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ήταν να υποστεί απώλεια και ζημιά η Εναγόμενη 3, για τις οποίες αξιώνονται εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αποζημιώσεις. Σε σχέση με την παράβαση καθηκόντων των διοικητικών συμβούλων μιας Εταιρείας, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην Απόφαση ημερ. 18.4.02, του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας κ. Στ. Ναθαναήλ, μεταξύ Κουή ν. Πιριλλή κ.ά, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «To στοιχείο του δόλου υπό την ευρύτατη αυτή έννοια συνυπάρχει και είναι συνυφασμένο και με τα ευρύτερα καθήκοντα που ο νόμος Περί Εταιρειών επιβάλλει σε ένα διοικητικό σύμβουλο μιας εταιρείας. Ένα από τα κυριώτερα καθήκοντα είναι να μην παραβιάζει ο διευθυντής τη σχέση εμπιστοσύνης του απέναντι στην εταιρεία και ιδιαίτερα να μην την συναγωνίζεται. Το καθήκον ενός διοικητικού συμβούλου παραλληρίζεται με αυτό του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο (Halsbury's (supra) σελ. 705, σελ. 960), ενώ υπάρχει καθήκον στο κοινοδίκαιο να λαμβάνει εύλογη επιμέλεια στα θέματα διοίκησης της εταιρείας. Οι εξουσίες του διευθυντή δίνονται σε αυτόν από το νόμο για χρήση προς όφελος της ίδιας της εταιρείας (δέστε Pennington, πιό πάνω, σελ. 509 - 518).» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Η Απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο (Πιριλλής κ.ά ν. Κουή (πιο πάνω)). Οι Ενάγοντες, την ημέρα που κατέθεσαν την Αγωγή κατέθεσαν και μονομερή Αίτηση, με την οποία αξίωναν προσωρινά διατάγματα. Αδελφός Δικαστής, ενώπιον του οποίου είχε τεθεί η Αίτηση, εξέδωσε στις 10.9.14, το ακόλουθο προσωρινό διάταγμα: «1. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον Καθ' ου η Αίτηση 1 προσωπικά και/ή μέσω των υπαλλήλων, υπηρετών, αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων του και/ή μέσω οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου από του να μεταβιβάσει ή να αποξενώσει ή να διαθέσει ή να επιβαρύνει ή να δημιουργήσει οποιαδήποτε επιβάρυνση επί ή καθ' οιονδήποτε τρόπο να χειριστεί ή να μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα του ή όχι και είτε αυτά του ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού και είτε το συμφέρον του σε αυτά είναι νομικό συμφέρον, συμφέρον ως δικαιούχος ή οποιοδήποτε άλλο συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει την εξουσία, άμεσα ή έμμεσα, να διαθέσει ή να χειριστεί ωσάν να ήταν δικό του (εξουσία που θα θεωρείται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει εάν τρίτο πρόσωπο κατέχει ή ελέγχει περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τις άμεσες ή έμμεσες οδηγίες του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην οποία περίπτωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1 θα πρέπει επίσης να προκαλέσει το εν λόγω τρίτο πρόσωπο να μη μεταβιβάσει ή αποξενώσει ή επιβαρύνει ή δημιουργήσει επιβάρυνση ή καθ' οιονδήποτε τρόπο χειριστεί ή μειώσει την αξία οποιωνδήποτε των περιουσιακών του στοιχείων που αποτελεί αντικείμενο του Διατάγματος) μέχρι του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ 54,000,000 ή του αντίστοιχου ποσού σε Ευρώ μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου. Η εν λόγω απαγόρευση συμπεριλαμβάνει τα εξής συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία: α. Οποιεσδήποτε μετοχές ή άλλο συμφέρον οποιασδήποτε φύσης που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει στις ακόλουθες εταιρείες: (
  1. i)Capenda Limited ("Capenda") (συσταθείσα στην Κύπρο), και (
  2. ii)Numitora Holdings GmbH ("Numitora") (συσταθείσα στις Σεϋχέλλες). β. Οποιοδήποτε συμφέρον που ο Καθ' ου η Αίτηση 1 κατέχει στα πλαίσια εμπιστεύματος ή παρόμοιας οντότητας, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε συμφέροντος που δύναται να ανακύψει ως αποτέλεσμα της ενάσκησης οποιασδήποτε εξουσίας διορισμού, διακριτικής ευχέρειας ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο.» Σε σχέση με τα άλλα αιτούμενα διατάγματα, διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί. Σε μεταγενέστερο στάδιο αποσύρθηκαν κάποιες από τις αιτούμενες θεραπείες, οι οποίες δεν είχαν δοθεί με την Μονομερή Αίτηση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Μιχάλη Χαραλάμπους. Στην παράγραφο 2 της ένορκης του δήλωσης αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του. Αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι έλαβε πληροφορίες και από τον Sergey Gordeev από την Μόσχα, ο οποίος είναι ένας εκ των τελικών δικαιούχων της Αιτήτριας. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα αναφέρει με την ένορκη δήλωσή του. Θα παραθέσω μέρος από το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης στη συνέχεια. Αφού προηγήθηκε η εκδίκαση άλλων Αιτήσεων, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν, ο Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρισε στις 7.6.16 Ένσταση η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «1. Δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 για έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς ή καθόλου. 2. Δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για έκδοση μονομερώς διατάγματος και ιδιαίτερα δεν συνέτρεχε το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος. 3. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και σκόπιμα παραποιεί γεγονότα ή παρασιωπά γεγονότα για να δημιουργήσει εντυπώσεις. 4. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Νομολογίας και των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση ή διατήρηση του προσωρινού διατάγματος που εξασφαλίστηκε μονομερώς. 5. Η αιτήτρια είναι ένοχη μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων όπως αυτά παρατίθενται στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του Vyacheslav Alexeevich Rudnikov που αν αποκαλύπτονταν το δικαστήριο δεν θα εξέδιδε τα επίδικα διατάγματα. 6. Η αιτήτρια δεν αποτάθηκε στο δικαστήριο με καθαρά χέρια κατά παράβαση κάθε κανόνα του δικαίου της επιείκειας.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 και από ένορκη δήλωση της κας Τατιάνας Χριστοφόρου. Σημειώνεται ότι με άδεια του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις εκ μέρους και των δύο πλευρών. Αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της Αγωγής, της Αίτησης και των Ενστάσεων. Το ίδιο ισχύει για το ογκώδες μαρτυρικό υλικό (συμπεριλαμβανομένων των πολλών Τεκμηρίων) που έχει προσαχθεί στα πλαίσια εκδίκασης της Αίτησης, τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, και για τη Νομολογία στην οποία με παρέπεμψαν. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση, παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται οιοσδήποτε περιορισμός, (βλ. Α.Β.P. Holdings Ltd ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα ίδια λέχθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Μάλιστα στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε, πως σήμερα μπορεί πλέον να γίνονται δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από ένα λογαριασμό σε άλλον και από μια χώρα σε άλλη, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 177 της απόφασης: «Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Ως γνωστό, οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων είναι οι ακόλουθες. α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Να υπάρχει ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή και γ) Εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, όπου στη σελ.267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) To ίδιο και στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788, όπου στη σελ.797 τονίστηκε ότι, «Δεν πρέπει, επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» (Bλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio MΑ.SΤ. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Πάρα πολλές αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo (πιο πάνω), Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 C.L.R.
  1. Βεβαίως, η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  2. Η πρόνοια του άρθρου αυτού ότι είναι πιθανόν ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί προς όφελος του, αν δεν εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά ισοδυναμεί με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  3. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει στο τέλος να εξετάσει και να σταθμίσει όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα (βλ. τις πιο πάνω υποθέσεις Οδυσσέως και Π.Χ"Βασίλη). Στην παρούσα υπόθεση, οι Ενάγοντες είναι αυτοί που πρέπει να πείσουν το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης τους. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τον Εναγόμενο 1, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία των Εναγόντων όσο και τις θέσεις και τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, και με βάση τα πιο πάνω εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, θα εκδώσει ή οριστικοποιήσει τα διατάγματα, αν όχι, θα απορρίψει την Αίτηση. Είναι η θέση του Καθ΄ ου η Αίτηση ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία αν αποκαλύπτονταν, το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το επίδικο διάταγμα. Για το θέμα αυτό υπάρχει πλούσια Νομολογία. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις σελίδες 266 - 267: «Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους». Στην υπόθεση COMMERZBANK AUSLANDSBANKEN HOLDING A.G. κ.ά, Πολ. Έφεση Ε6/2014, απόφαση ημερ. 27.2.15, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση δεν συμφωνούμε ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων. Μελετώντας τη σχετική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, διαπιστώνουμε ένα ακριβοδίκαιο τρόπο παράθεσης των γεγονότων, τα οποία κατά την άποψή μας τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου με την αναγκαία πληρότητα και ειλικρίνεια και εύκολα ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα μπορούσε να αντιληφθεί τις διαφορές μεταξύ των διαδίκων και τα κρίσιμα σημεία που οδήγησαν στην αντιδικία.» Παραπέμπω επίσης τις υποθέσεις Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Govelfret Ro-Ro Services N.V. κ.α. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733, Rybolovlev κ.α. v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82 και την κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe and Others
(1988)1 WLR 1350, 1356-1357. Ο Εναγόμενος 1 αναφέρει τα ακόλουθα στην παράγραφο 12 της ένορκης του δήλωσης γύρω από το πιο πάνω θέμα: «Στην παράγραφο 100 της Ένορκης Δήλωσης MX, η Αιτήτρια παραδέχεται ότι η ίδια είχε υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, λόγω του ότι η αίτηση της έγινε χωρίς ειδοποίηση. Η Coral δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη αναφορικά με τα ακόλουθα ζητήματα: (α) Η Coral έδωσε οδηγίες σε δικηγόρους προκειμένου να ενεργούν εξ ονόματος της για να επανεξετάσουν τη Συμφωνία Μεταβίβασης Εμπορικού Σήματος (Trademark Transfer Agreement) και να παρέχουν συμβουλές γύρω από αυτή· (β) Μέσω των Ρώσων δικηγόρων της, η Coral ενέκρινε τους όρους της Συμφωνίας Μεταβίβασης Εμπορικού Σήματος προτού η Καθ' ης 3 αποτελέσει συμβαλλόμενο μέρος της· (γ) Στην υπόθεση διαιτησίας αρ. 142601 ενώπιον του LCIA που ήγειρε η Numitora βάσει των Συμφωνιών Αγοραπωλησίας 1 και 2 (SPA1, SPA2) και των Συμφωνιών Μετόχων 1 και 2 (SHA1, SHA2) («Διαιτησία LCIA»), η Numitora προέβαλε αξίωση εναντίον της Αιτήτριας Regalit και της τρίτης Καθ' ης για καταπίεση της Numitora ως μειοψηφών μέτοχο και ότι η βάση όπου στηρίζεται τέτοια αξίωση περιλαμβάνει το ότι: (
  1. i)δεν επιτράπηκε στη Numitora η πρόσβαση σε έγγραφα της R-Style Holdings Limited; (
  2. ii)σε μένα , που ενεργούσα ως ο εκπρόσωπος της Numitora, δεν επιτράπηκε πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της R-Style Holdings Limited και μου στερήθηκε ένα γραφείο σε αυτές τις εγκαταστάσεις· και (iii) σε μένα, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της Numitora αποκλείστηκα από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της R-Style Holdings Limited, Όλα αυτά τα ζητήματα που σχετίζονται με τον ισχυρισμό της Coral ότι ήμουν εκ των πραγμάτων ο σκιώδης διοικητικός σύμβουλος (de facto or shadow director) της R-Style Holdings Limited, διότι καταδεικνύουν ότι η Numitora και εγώ δεν ήμασταν σε θέση να επηρεάσουμε ή να ελέγξουμε την R-Style Holdings Limited, και ούτε το πράξαμε, ιδιαίτερα κατά την περίοδο μετά το Κλείσιμο- (δ) Σχετικά με την 7(γ)(iii) πιο πάνω, σημειώνω ότι η Coral παραδέχθηκε τους ισχυρισμούς μου ότι ο Vasin και η Coral απέκλειαν εμένα και την Numitora από διάφορες διοικητικές αποφάσεις που αφορούσαν την επιχείρηση της R-Style και ότι αρνήθηκαν τέτοιους ισχυρισμούς (παράγραφος 52 της Ένορκης Δήλωσης MX). Το τι απέτυχαν να αποκαλύψουν είναι η παραδοχή από την Coral ότι τα αιτήματα μου για πρόσβαση στα έγγραφα και στο νέο γραφείο της Καθ' ης 3 δεν έγιναν αποδεκτά, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία κατά τη διαδικασία στη Διαιτησία LCIA (όπως παρουσιάζεται στην παράγραφο 52 πιο κάτω). (ε) Παρά τους ισχυρισμούς της Coral περί του «ελέγχου» μου της Καθ' ης 3, η τελευταία ήταν απρόθυμη να μου παράσχει τις πληροφορίες που ζητούσα, ακόμη και όταν διατασσόταν από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στις 14 Οκτωβρίου 2014 η Καθ' ης 3 διατάχθηκε από Κυπριακό Δικαστήριο στη διαδικασία 2109/2013 να παρουσιάσει έγγραφα στην Numitora και η Καθ' ης 3 δεν συμμορφώθηκε πλήρως με εκείνο το διάταγμα. Αν και στις 16 Σεπτεμβρίου 2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας τερμάτισε το διάταγμα, η Καθ' ης 3 διατάχθηκε αργότερα από το Tribunal της Διαιτησίας LCIA να αποκαλύψει τα σχετικά έγγραφα και πάλι δεν συμμορφώθηκε (τεκμήριο Exhibit VR1). (στ) Στη Διαιτησία LCIA η Numitora επιζητεί δικαίωση υπό τη μορφή εξαγοράς των μετοχών της (buy-out) στην Καθ' ης 3 από την Coral και/ή την Regalit. Αυτό το γεγονός σχετίζεται με τον ισχυρισμό της Coral ότι υπάρχει κίνδυνος διασκορπισμού των μετοχών της Numitora's στην Καθ' ης 3. (ζ) Η ύπαρξη ρήτρας περί ολόκληρης της συμφωνίας στις συμφωνίες αγοραπωλησίας SPA1 και SPA2 ημερ. 27/1/2012 η οποία σχετίζεται με το ότι η Coral στηρίζεται σε προφορικές παραστάσεις στις οποίες κατ' ισχυρισμό προέβηκα προς τον κον Gordeev ενεργώντας εκ μέρους της Coral σχετικά με τη Συμφωνία Μεταβίβασης Εμπορικού Σήματος. Όπως εξήγησα στη μαρτυρία μου ενώπιον της Διαιτησίας LCIA (τεκμήριο Exhibit VR2, παράγραφος 31), δεν έκανα τέτοιες παραστάσεις στον κον Gordeev. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Οι Αιτητές είχαν ισχυριστεί, ανάμεσα σε άλλα, στο στάδιο της μονομερούς Αίτησης, ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση - Εναγόμενος 1 ήταν ο de facto διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 3 και ότι ήταν το άτομο που έδιδε οδηγίες στη βάση των οποίων ενεργούσαν οι διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 3. Για την έννοια του de facto διοικητικού συμβούλου, ορθά ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών έχει παραπέμψει και στο σύγγραμμα Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, Επανέκδοση 2004, όπου στην παράγραφο 1001, με αναφορά σε αυθεντίες, διαβάζουμε τα ακόλουθα από την υποσημείωση
(2): «A person may be a de facto director where he has assumed the status and function of a company director so as to make himself responsible as if he were a de jure director.» Από την ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Χαραλάμπους που υποστηρίζει την μονομερή Αίτηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τις παραγράφους 7 - 17: «
  1. Πριν να επενδύσει η Αιτήτρια στην Καθ' ης η Αίτηση 3, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 και ο Vasiliy Vasin (πρώτος εξάδελφος του Καθ' ου η Αίτηση 1) (o Vasin') διοικούσαν και είχαν μετοχικά συμφέροντα σε έναν όμιλο εταιρειών που εξειδικευόταν στην παροχή ολοκληρωμένων λύσεων πληροφορικής (integrated IT solutions) και επιχειρηματικών υπηρεσιών εντός της Ρωσικής Ομοσπονδίας υπό την επωνυμία «R-Style». Η επιχείρηση αυτή ήταν δημιούργημα του Καθ' ου η Αίτηση
  2. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 συστάθηκε στην Κύπρο την 19/10/2011 με σκοπό να λειτουργεί ως μητρική εταιρεία για αριθμό εταιρειών του ομίλου R-Style και ως εκ τούτου για να διευκολύνει την επένδυση της Αιτήτριας. Πριν να επενδύσει η Αιτήτρια σε αυτήν οι δύο μέτοχοι της Καθ' ης η Αίτηση 3 ήταν: (α) Η Numitora Holdings GmbH (εφεξής η «Numitora»), εταιρεία που είναι όχημα ειδικού σκοπού ή «SPV» (Special Purpose Vehicle) συσταθείσα στις Σεϋχέλλες και της οποίας τελικός δικαιούχος είναι αποκλειστικά ο Καθ' ου η Αίτηση
  3. Αυτό φαίνεται και από δήλωση εμπιστεύματος ημερομηνίας 1/10/2011 δυνάμει της οποίας η μοναδική μετοχή της Numitora τηρείται από έναν ονομαστικό μέτοχο (nominee) προς όφελος του Καθ' ου η Αίτηση
  4. Η εν λόγω δήλωση εμπιστεύματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  5. (β) Η Regalit Services Limited (εφεξής η «Regalit») είναι επίσης εταιρεία που είναι όχημα ειδικού σκοπού ή SPV συσταθείσα στις Σεϋχέλλες. Μέχρι την απόκτηση της από κάποιο Mark Walle τον Δεκέμβριο του 2013 η Regalit άνηκε αποκλειστικά στον προαναφερόμενο Vasiliy Vasin.
  6. Από τότε που συστάθηκε η Καθ' ης η Αίτηση 3 και μέχρι την περίοδο που έλαβαν χώρα τα γεγονότα που περιγράφονται στην παρούσα ένορκη δήλωση ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν «shadow» ή de facto διοικητικός σύμβουλος της Καθ' ης η Αίτηση 3 και η Καθ' ης η Αίτηση 2 ενεργούσε ως διορισθείσα από την Numitora διοικητικός σύμβουλος στο διοικητικό συμβούλιο της Καθ' ης η Αίτηση
  7. Η Αιτήτρια είναι εταιρεία συσταθείσα στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και ανήκει από κοινού στον Sergey Gordeev και στον επιχειρηματικό του συνέταιρο Alexander Klyachin.
  8. Η Αιτήτρια έγινε μέτοχος της Καθ' ης η Αίτηση 3 κατά τις αρχές του 2012 όταν αγόρασε μετοχές στην Καθ' ης η Αίτηση 3 από την Numitora και την Regalit έναντι σημαντικού ποσού το οποίο, ανάλογα με τις περιστάσεις και σύμφωνα με υπολογισμό που προνοούταν στο SPA1, εδύνατο να ανέρχεται στα μέχρι και Δολάρια Η.Π.Α. 18 εκατομμύρια. Λίγο πριν από την ολοκλήρωση αυτής της επένδυσης στην Καθ' ης η Αίτηση 3 (η οποία ολοκλήρωση στα σχετικά έγγραφα της συναλλαγής αναφέρεται ως «Closing»), και ως προϋπόθεση για αυτήν , έλαβε χώρα αναδιοργάνωση βάσει της οποίας ένας μεγάλος αριθμός των εταιρειών που εμπορεύονταν υπό την επωνυμία R-Style περιήλθαν υπό κοινή ιδιοκτησία. Συγκεκριμένα, ως αποτέλεσμα της αναδιοργάνωσης οι εν λόγω εταιρείες άνηκαν πλέον στη Ρωσική μητρική εταιρεία ΟΟΟ R-Style Group (εφεξής «RusCo»). Η RusCo με τη σειρά της άνηκε στην Καθ' ης η Αίτηση
  9. Ο όμιλος (συμπεριλαμβανομένης της Καθ' ης η Αίτηση 3) είναι γνωστός ως ο «Όμιλος R-Style»".
  10. Επιπλέον τούτου, προ της επενδύσεως της Αιτήτριας υπήρχαν κάποια πολύτιμα εμπορικά σήματα R-Style (εφεξής τα «Εμπορικά Σήματα») τα οποία άνηκαν στη Ρωσική εταιρεία CJSC Integration Systems (πρώην CJSC Kompaniya R-Style)(εφεξής η «Integration Systems») και στην οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν (και πιστεύεται πως είναι και σήμερα) ο μέτοχος πλειοψηφίας. Το δικαίωμα χρήσης των Εμπορικών Σημάτων ήταν εξαιρετικής σημασίας για τον Όμιλο R-Style και καταλυτικής σημασίας στην απόφαση της Αιτήτριας να επενδύσει σε αυτόν. Συναφώς, ως μέρος της επένδυσης της η Αιτήτρια απαίτησε (και ο Καθ' ου η Αίτηση 1 και ο Vasin συμφώνησαν) όπως ως περαιτέρω προϋπόθεση για το Closing η ιδιοκτησία των Εμπορικών Σημάτων μεταφερθεί στην Καθ' ης η Αίτηση 3 προ του Closing.
  11. Πριν από το Closing οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προκάλεσαν την Καθ' ης η Αίτηση 3 να συνάψει συμφωνία για την απόκτηση των Εμπορικών Σημάτων από την Integration Systems (εφεξής η «Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων»).
  12. Μετά από την επένδυση της Αιτήτριας η Καθ' ης η Αίτηση άνηκε στην Αιτήτρια κατά 50%, στην Numitora κατά 33% και στην Regalit κατά 17%.
  13. Κατά τον χρόνο του Closing αφέθηκε να νοηθεί στην Αιτήτρια ότι η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων είχε εκτελεστεί με έγκυρο τρόπο. Παρά ταύτα, χωρίς να το γνωρίζει η Αιτήτρια (όμως εν γνώσει του Καθ' ου η Αίτηση 1 και πιθανώς της Καθ' ης η Αίτηση 2), η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων δεν είχε γίνει σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. Συγκεκριμένα, ενόψει του γεγονότος ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 είχε μετοχικό μερίδιο πλειοψηφίας τόσο στην Καθ' ης η Αίτηση 3 όσο και στην Integration Systems, η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων ήταν για τους σκοπούς του Ρωσικού Ομοσπονδιακού Νόμου περί Ανώνυμων Εταιρειών (Joint Stock Companies) (εφεξής ο «Ρωσικός Εταιρικός Νόμος») συναλλαγή συνδεδεμένων μερών (related party transaction). Ως αποτέλεσμα η Integration Systems θα έπρεπε, ως θέμα Ρωσικού δικαίου, να είχε εξασφαλίσει ορισμένες εγκρίσεις από τους μετόχους της προτού να μπορούσε νόμιμα να εκτελεστεί η συναλλαγή. Οι εν λόγω εγκρίσεις δεν εξασφαλίστηκαν παρά τις υποσχέσεις του Καθ' ου η Αίτηση 1 ότι θα διευθετούσε την υλοποίηση της συμφωνίας (συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων). Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 γνώριζε ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 2 γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων δεν έγινε σύμφωνα με τον νόμο. Το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 προκάλεσαν την Καθ' ης η Αίτηση 3 να εισέλθει σε αυτή τη συμφωνία σημαίνει ότι αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των καθηκόντων τους προς αυτήν. Ο Καθ' ου η Αίτηση 1 παράβηκε τα καθήκοντα του προς την Καθ' ης η Αίτηση 3 και δια τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν διασφάλισε ότι η συνδιαλλαγή μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων θα γινόταν με τέτοιο τρόπο που δεν θα επιδεχόταν νομική αμφισβήτηση και που δεν θα υπόκειτο σε ακύρωση.
  14. Περί τα τέλη του 2013 ένας μέτοχος μειοψηφίας της Integrated Systems, ο Yurily Otraschevsky, ήγειρε αγωγή ενώπιον του Moscow City Arbitrazh Court (εφεξής το «Δικαστήριο της Μόσχας») ζητώντας την ακύρωση της Συμφωνίας Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων. Η βάση της αξίωσης του ήταν ότι δεν είχε εξασφαλιστεί η απαραίτητη έγκριση των μετόχων της Integration Systems προτού συναφθεί η εν λόγω συμφωνία(εφεξής η «Αγωγή Otraschevsky»). Η εν λόγω αγωγή είχε επιτυχή κατάληξη και το Δικαστήριο της Μόσχας διέταξε, με απόφαση του ημερομηνίας 21/5/2014, όπως ακυρωθεί η Συμφωνία Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων. Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης είναι ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3 δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιεί τα Εμπορικά Σήματα και είναι τώρα υποχρεωμένη να τα επιστρέψει στην Integration Systems στην οποία ο Καθ' ου η Αίτηση 1 εξακολουθεί να είναι ο μέτοχος πλειοψηφίας. Τα στοιχεία υποδηλούν ότι, κατά παράβαση των καθηκόντων του προς την Καθ' ης η Αίτηση 3, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 βοήθησε τον Otraschevsky στην Αγωγή Otraschevsky και κατά πάσα πιθανότητα του έδωσε και οδηγίες να την εγείρει. Είναι αξιοσημείωτο ότι, και πάλι κατά παράβαση των καθηκόντων του, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει και ο ίδιος εγείρει αγωγές ενώπιον του Δικαστηρίου της Μόσχας επιζητώντας τον παραμερισμό της Συμφωνίας Μεταβίβασης των Εμπορικών Σημάτων (αν και επί διαφορετικών βάσεων από την Αγωγή Otraschevsky).
  15. Ως αποτέλεσμα της Αγωγής Otraschevsky η Καθ' ης η Αίτηση 3 έχει αποστερηθεί των πολύτιμων της Εμπορικών Σημάτων που ήταν και το κύριο της περιουσιακό στοιχείο. Η Καθ' ης η Αίτηση 3 έχει ως εκ τούτου ήδη υποστεί σημαντική ζημία και θα υποστεί και στο μέλλον περαιτέρω ζημία. Η επένδυση της Αιτήτριας στην Καθ' ης η Αίτηση 3 παρέμεινε, σε σημαντικό βαθμό, χωρίς οποιαδήποτε αξία. Αυτό δεν θα συνέβαινε εάν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν παρέβαιναν τα καθήκοντα τους προς την Καθ' ης η Αίτηση
  16. Πέραν τούτου σημειώνω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 έχει και ο ίδιος προσωπικά αποκομίσει όφελος από τις εν λόγω παραβάσεις, μέσω των μετοχικών του συμφερόντων στην Numitora και στην Integration Systems.» Δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό κατά πόσο η Numitora και ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να επηρεάσουν ή να ελέγξουν την R-Style Holdings Limited, ως ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται, ούτε κατά πόσο τελικά την επηρέασαν, ιδιαίτερα κατά την περίοδο μετά το κλείσιμο. Αυτά είναι θέματα που θα εξεταστούν όταν το Δικαστήριο θα εκδικάζει την ουσία της Αγωγής. Ως ελέχθη, τα Δικαστήρια στο στάδιο αυτό δεν αξιολογούν την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνουν σε ευρήματα σε σχέση με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς. Mε βάση το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και βρίσκω πως τα όσα ο Εναγόμενος 1 αναφέρει δεν συνιστούν εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να είχαν επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν αυτό εξέδιδε το υπό 1(α) (β) προσωρινό διάταγμα. Έχοντας ενώπιον μου το κλητήριο ένταλμα, την Έκθεση Απαίτησης και το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, την οποία προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Δεν αποφασίζεται τώρα κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ήταν ο de facto διοικητικός σύμβουλος της Εναγόμενης 3 ούτε βεβαίως κατά πόσο διέπραξε τα όσα οι Ενάγοντες του καταλογίζουν (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Η τελευταία αυτή Απόφαση παραπέμπει και στην υπόθεση T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, όπου στη σελίδα 1809 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το τρίτο ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσο προσήχθη μαρτυρία για συμμετοχή των Η.Π.Α. στις Συμβάσεις τις οποίες η εφεσίβλητη επικαλείται και από τις οποίες θα μπορούσε να αρύεται δικαιώματα στην Κύπρο, θεωρούμε επιτρεπτή την πρωτόδικη άποψη ότι το περιεχόμενο εξειδικευμένων στο θέμα περιοδικών, διεθνούς εμβέλειας - παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα με ένορκο δήλωση - αποτελούσε αρκετό εκ πρώτης όψεως υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας ασχέτως αν δεν θα γινόταν δεκτό για σκοπούς της δίκης. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι δεν συνέτρεχε «το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος», θα παραπέμψω στην υπόθεση COMMERZBANK (πιο πάνω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, εξετάστηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί. Στις σελ. 2040, 2041 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι επεδίωξαν την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους εντός περιόδου μικρότερης των 4 μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης των δικηγόρων των εφεσιβλήτων - 2.1.2000 - προς τον εφεσείοντα. Ισχυρίστηκαν ότι παρά την επίσχεση ήταν δυνατή η πώληση των μετοχών κατ' εφαρμογή του συστήματος της αποϋλοποίησης και ότι «είναι κατεπείγον όπως δοθεί το διάταγμα καθ' ότι ο εναγόμενος θα μπορεί να πωλήσει, μεταβιβάσει και αποξενώσει τις μετοχές». Έχουμε λάβει υπόψη τα σχετικά γεγονότα. Με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατή την πιθανότητα επιτυχίας θεωρούμε ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εφεσειόντων καθίστατο επείγον ζήτημα. Επομένως το επίδικο διάταγμα μπορούσε να χορηγηθεί μετά από μονομερή αίτηση. Περαιτέρω θεωρούμε ότι η καθυστέρηση - μικρότερη των 4 μηνών - εξεταζόμενη σε συνάρτηση με τους πιο πάνω δύο παράγοντες - την ουσία της υπόθεσης και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του εφεσείοντα - δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ενώπιον του αδελφού Δικαστή είχε τεθεί μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε στη βάση ανέντιμου σχεδίου που κατήρτισε με πρόθεση να καταδολιεύσει την Εναγόμενη 3 την οποία και καταδολίευσε. Είχε επίσης τεθεί μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 1 είναι διατεθειμένος να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να αποφύγει τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις και προωθήσει τους δικούς του εμπορικούς στόχους εις βάρος της Εναγόμενης 3. Τέλος, είχε τεθεί μαρτυρία ότι είναι ένας έμπειρος επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται μέσω πολλών Εταιρειών σε πολλές χώρες συμπεριλαμβανομένων της Ρωσίας, Κύπρου και Σεϋχελλών με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα να εξαφανίσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Εδώ οι Ενάγοντες χωρίς να αποκρύψουν ο,τιδήποτε, παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία κρίθηκαν από το Δικαστήριο ικανά για να χορηγηθεί το αιτούμενο υπό
(1)(α),(β) προσωρινό διάταγμα με μονομερή αίτηση. Όπως και στην υπόθεση Τσιαντής (πιο πάνω), με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, βρίσκω ότι με βάση την προσαχθείσα τότε μαρτυρία, η προστασία των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 3 δικαιολογούσε την παροχή θεραπείας με μονομερή αίτηση. Αβάσιμος είναι και ο λόγος Ένστασης ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί από τη Νομολογία μας (Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.ά
(2001)1(B) A.A.Δ. 1301, 1317). Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, Τσιολάκη κ.ά ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782). Και εδώ βρίσκω πως αυτός υπάρχει. Στην υπόθεση Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, 1405, λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλης περιουσίας ή ακόμη και καταθέσεων που θα ήταν αδέσμευτες και θα υπόκειντο σε κάθε είδους διάθεση ή χειρισμό ανάλογα με τη βούληση των εναγομένων, δεν παρείχε αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδίδετο εναντίον τους. Να σημειωθεί εδώ ότι η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου (πιο πάνω): «Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι η αίτηση στηριζόταν και στο άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6, πρόνοια με την οποία το Δικαστήριο καθόλου δεν ασχολήθηκε. Δυνάμει του άρθρου 5 κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αγωγής. (Ευριπίδης Ζεμενίδης ν. Α. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Σκοπεί το άρθρο 5, έκριναν οι αποφάσεις ανωτέρω, στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος ή ο ενάγων δυνάμει ανταπαίτησης, να πωλήσει ή μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του σε τρίτο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εμποδιστεί να ικανοποιηθεί στην απόφαση που είναι δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αποδεικνύεται το επείγον ή ότι υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις ώστε να το εκδώσει μονομερώς και χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Σχετική επίσης με το ζήτημα είναι η Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520. Δεν είναι όμως απαραίτητο, Phasarias (ανωτέρω), να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης. Το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση και να μην υψωθεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντος. » Στην Πρωτόδικη Απόφαση Joseph P. Lasala κ.ά ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 5581/05, Απόφαση ημερ. 20.2.06, του κ. Στέλιου Ναθαναήλ, Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήταν τότε, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση: «Διαφαίνεται από όλα τα πιο πάνω, ότι ο κίνδυνος αποξένωσης και πιθανής μη ικανοποίησης τελικώς ενός ενάγοντα, συνάγεται από όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου και στο τέλος της ημέρας αποτελεί ουσιαστικά θέμα διακριτικής ευχέρειας, δεδομένης της όλης μαρτυρίας, αν ο κίνδυνος αντικειμενικά μπορεί να κριθεί ως υπαρκτός. Εδώ, υπό το φως αφενός του περίπλοκου των γεγονότων και αφετέρου, υπό το φως του καταλογιζομένου περίτεχνου δόλου στους εναγόμενους, με τον οποίο, κατ' ισχυρισμό πάντοτε σ' αυτό το στάδιο, εξαπατήθηκαν τόσο οι αρχές των Η.Π.Α. όσο και οι μέτοχοι της εταιρείας, αλλά και η ίδια η εταιρεία, είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι πολύ πιθανόν να εξανέμιζαν ή να αποξένωναν τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουν εντός ή εκτός Κύπρου, ώστε να τα απομακρύνουν από τη νομική εμβέλεια των εναγόντων.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνεται ότι η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (SEAMARK COUNSULTANCY SERVICES LIMITED v. JOSEPH P. LASALA κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι δεν έχει προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για να διασκορπίσει τα περιουσιακά του στοιχεία και αποφύγει έτσι την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος της Εναγόμενης
  1. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν έχει αποξενώσει μέχρι σήμερα, ως ισχυρίζεται, τα περιουσιακά του στοιχεία, δεν σημαίνει ότι δεν θα το πράξει στο μέλλον. Το ουσιώδες όμως εδώ, σύμφωνα με την πιο πάνω Νομολογία, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Βρίσκω, (όπως και στην υπόθεση Lasala, πιο πάνω) αφού έθεσα ενώπιον μου τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να έχει ενεργήσει ο Εναγόμενος 1 για να ζημιώσει την Εναγόμενη 3 και προωθήσει τα δικά του συμφέροντα, πως υπάρχει κίνδυνος ο Εναγόμενος 1 να προβεί σε αποξένωση των περιουσιακών του στοιχείων, οπότε σε τέτοια περίπτωση θα είναι δυνατό να μην ικανοποιηθεί η όποια δικαστική Απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος της Εναγόμενης
  2. Με άλλα λόγια, βρίσκω ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Εν κατακλείδι βρίσκω πως όλοι οι λόγοι Ένστασης του Εναγόμενου 1 (τους οποίους έχω θέσει ενώπιον μου) είναι αβάσιμοι, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι ενδείκνυται η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι η οριστικοποίηση του διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη. Για το θέμα αυτό παραπέμπω και στο Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», Έκδ. 2016, όπου στις στη σελ. 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία. Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (i) τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (ii) κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι' αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Στην υπόθεση Χ" Βασίλη (πιο πάνω), το διάταγμα ακυρώθηκε από το Εφετείο αφού με αυτό απλώς αναστέλλετο η πληρωμή προστίμου που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα κατόπιν πειθαρχικής καταδίκης του από την Εναγόμενη Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου. Κρίθηκε πως αν ο Ενάγων πλήρωνε το πρόστιμο ύψους Λ.Κ.5.000, δεν θα προκαλείτο σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά. Με άλλα λόγια, κρίθηκε ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων δεν ήταν προς όφελός του. Εδώ, βρίσκω ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων είναι έκδηλα προς όφελος των Εναγόντων, αφού η οριστικοποίηση του διατάγματος, δεν φαίνεται να προκαλεί οποιεσδήποτε ζημιές στον Εναγόμενο 1. Τουναντίον η μη έκδοση του διατάγματος είναι δυνατό να επηρεάσει αρνητικά τα όποια δικαιώματα της Εναγόμενης 3. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο Εναγόμενος 1 στην παράγραφο 32 της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την Ένστασή του, αναφέρει τα ακόλουθα: «Σε ένδειξη καλής θέλησης και χωρίς επηρεασμό της ένστασης μου στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα παγώματος (freezing injunction), είμαι πρόθυμος να συναινέσω στην έκδοση ενός διατάγματος παγώματος με τους όρους που εκτίθενται στο προσχέδιο που περιλαμβάνεται στο τεκμήριο Exhibit VR8. Το προσχέδιο του συμβιβαστικού διατάγματος (draft consent order) προνοεί για το πάγωμα της μετοχικής μου πλειοψηφίας στην ISC και επίσης ζητεί να εξασφαλίσω ότι η ISC δεν θα απαλλαγεί, επιβαρύνει ή δημιουργήσει οποιαδήποτε επιβάρυνση επί των εμπορικών σημάτων ενώ θα εκκρεμεί η απόφαση των διαδικασιών αυτών ή εν αναμονή ενός δικαστικού διατάγματος. Αυτή η παράγωγη αγωγή που ηγέρθη από την Coral εκ μέρους της Καθ ης 3 σχετίζεται με τη μεταβίβαση των Εμπορικών Σημάτων που τώρα κατέχονται από την ISC και που η Coral ισχυρίζεται ότι αξίζουν USD 54 million.» Το εν λόγω Προσχέδιο κάνει αναφορά σε Συμφωνία μεταξύ των μερών. Τα μέρη βεβαίως δεν έχουν καταλήξει σε τέτοια Συμφωνία. Ορθά όμως ο Εναγόμενος 1 αναφέρει τα ακόλουθα στην παράγραφο 31 της ένορκης του δήλωσης: «Το προσωρινό διάταγμα παγώματος (draft freezing order) για το οποίο έκανε αίτηση η Coral δεν περιλάμβανε τις συνηθισμένες πρόνοιες για πληρωμή δικαστικών/δικηγορικών εξόδων και λογικά έξοδα διαβίωσης. Η διαφορά μου με τους πρώην συνεργάτες μου στην επιχείρηση περιλαμβανομένων της Coral, του κου Vasin και του κου Bamgbala έχει δώσει αφορμή για πολλαπλές νομικές διαδικασίες σε διάφορες δικαιοδοσίες που εμπλέκουν εμένα και εταιρείες στις οποίες έχω συμφέροντα. Για σκοπούς δικαιοσύνης και για να μπορώ να αντιπροσωπεύομαι σωστά σε αυτές τις διαδικασίες, είναι σημαντικό να μην περιορίζομαι από του να πληρώνω δικαστικά/δικηγορικά έξοδα σε σχέση με τέτοιες διαδικασίες.» Κατ΄ επέκταση, θεωρώ σκόπιμο να προστεθούν και προστίθενται στο εκδοθέν υπό 1(α) (β) διάταγμα τα ακόλουθα: «Νοείται ότι ο Εναγόμενος 1 δεν εμποδίζεται: (
  1. i)από του να χρησιμοποιεί ή και να διαθέτει χρηματικό ποσό μέχρι Ευρώ 10.000 μηνιαίως για κάλυψη των δικηγορικών του εξόδων, (
  2. ii)από του να χρησιμοποιεί ή και να διαθέτει περαιτέρω χρηματικό ποσό μέχρι Ευρώ 5.000 μηνιαίως για κάλυψη των εξόδων διαβίωσης του.» Με την υπό εκδίκαση Αίτηση αξιώνεται και το ακόλουθο διάταγμα: «2. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση 1 όπως, εντός 5 εργάσιμων ημερών από την επίδοση του Διατάγματος να ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους δικηγόρους της Αιτήτριας ένορκη δήλωση η οποία να προσδιορίζει όλα του τα περιουσιακά στοιχεία αξίας €10.000 ή άνω τα οποία βρίσκονται είτε εντός ή εκτός Κύπρου είτε αυτά είναι στο όνομα του ή όχι και είτε αυτά του ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού προσδιορίζοντας την αξία, τοποθεσία και λεπτομέρειες όλων των περιουσιακών στοιχείων και λεπτομέρειες όλων των τραπεζικών λογαριασμών στους οποίους είναι υπογράφων είτε τηρούνται στο όνομα του ή όχι οποιοδήποτε και να είναι το υπόλοιπο τέτοιου λογαριασμού και που διατάσσει τον Καθ' ου η Αίτηση 1 να παρουσιάσει όλα τα έγγραφα που είναι στην κατοχή του και που καταδεικνύουν τη φύση, τοποθεσία και αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων.» Αναφέρω πως σε σχέση με το εν λόγω διάταγμα δεν έχουν προβληθεί οποιοιδήποτε λόγοι Ένστασης αφού ο Εναγόμενος 1 εστίασε την Ένστασή του στο εκδοθέν προσωρινό διάταγμα. Σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης θα πω μόνο πως αυτά εκδίδονται κυρίως για να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα ουσιαστικών διαταγμάτων. Για το θέμα αυτό παραπέμπω και πάλι στην πρωτόδικη Απόφαση Joseph P. Lasala κ.ά ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά. (πιο πάνω), όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με τα εν λόγω διατάγματα: «Μετέπειτα, οι παρεπόμενες αυτές Θεραπείες («ancillary relief»), είναι ενίοτε αναγκαίες για την τελεσφόρο ικανοποίηση των ουσιαστικών διαταγμάτων. Είναι γνωστό, ιδιαίτερα σε Θέματα τύπου mareva, και ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, αλλά και μεσάζοντες για τη διοχέτευση και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, εξ ου και η θεραπεία του εντοπισμού («tracing»), ότι η ανεύρεση λεπτομερειών και στοιχείων δεν είναι καθόλου εύκολη και αν δεν αναγκαστεί ο εναγόμενος να δώσει ο ίδιος λεπτομέρειες λογαριασμών, τρόπου απόκτησης περιουσίας, κλπ, δεν είναι δυνατόν, έστω και αν ενάγων κερδίσει την υπόθεση του, να επιτευχθεί ουσιαστική δικαιοσύνη στο τέλος της ημέρας. Τα στοιχεία που καλείται ο εναγόμενος να αποκαλύψει είναι στα πλαίσια της βοήθειας που οφείλει να δώσει προς τη δικαιοσύνη ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, έστω και αν δυνατόν να θεωρηθεί ιδιαίτερα δυσχερές να το πράξει.» Ως ελέχθη, το Δικαστήριο έχει ήδη βρει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου υπό 1 (α) (β) διατάγματος. Περαιτέρω, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες για να μπορέσουν να εντοπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου 1 και για να είναι έτσι αποτελεσματικό το εκδοθέν υπό 1 (α) (β) διάταγμα. Πριν αποφασίσω κατά πόσον θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα υπό
(2), βρίσκω με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τις γνωστές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού έχουν καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξίες εις βάρος της Εναγόμενης 3 και/ή σε παράβαση καθηκόντων εμπιστοσύνης κλπ, (β) ορατή πιθανότητα να δικαιούται η Εναγόμενη 3 σε θεραπείες, δηλαδή σε αποζημιώσεις για τις ζημιές που έχει κατ΄ ισχυρισμόν υποστεί και (γ) ότι ο Εναγόμενος 1 είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες για να καταστεί έτσι αποτελεσματικό το εκδοθέν υπό 1 (α) (β) διάταγμα. Περαιτέρω βρίσκω πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο υπό
(2)διάταγμα οι Ενάγοντες δεν θα μπορούν ή θα δυσκολευτούν να εκτελέσουν το εκδοθέν υπό 1 (α) (β) διάταγμα, ενώ η έκδοσή του δεν φαίνεται να προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη στον Εναγόμενο 1. Με άλλα λόγια, βρίσκω πως η έκδοση του αιτούμενου υπό
(2)διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη και ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από τη μη έκδοσή του. Το εκδοθέν υπό 1 (α) (β) διάταγμα οριστικοποιείται με την πιο πάνω προσθήκη. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Εναγόμενου 1 ως η παράγραφος
(2)της Αίτησης. Ο χρόνος των 5 ημερών για τον οποίο γίνεται αναφορά στο διάταγμα υπό
(2)καθορίζεται σε 20 ημέρες. Οι Ενάγοντες-Αιτητές δύνανται να χρησιμοποιήσουν τις όποιες πληροφορίες θα τους δοθούν δυνάμει του εκδοθέντος υπό
(2)διατάγματος μόνο για σκοπούς της παρούσας Αγωγής (Άντρη Αθανασίου κ.ά ν. Ροδόλφου Οντόνι, Πολ. Έφεση Αρ. Ε103/14, Απόφαση ημερ. 2.12.14). Νοείται ότι τα διατάγματα θα ισχύουν μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής ή μέχρι να εκδοθεί άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 1 καταδικάζεται στα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της Αγωγής. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.