← Κύπρος

Mιχάλη Παρασκευά ν. CHAPS INVESTMENTS LTD, Αρ.Αγωγής: 5586/2009, 17/1/2017

Mιχάλη Παρασκευά ν. CHAPS INVESTMENTS LTD, Αρ.Αγωγής: 5586/2009, 17/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A19 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5586/2009 Μεταξύ: Mιχάλη Παρασκευά Ενάγοντα και CHAPS INVESTMENTS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 17.01.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Γ.Ζαχαρίου Για τους Εναγόμενους: κ.Λ.Ιωαννίδης A Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με τη παρούσα αγωγή διεκδικεί, μετά από μείωση της απαίτησης του κατά τη ακροαματική διαδικασία, επιστροφή του ποσού των ΛΚ50.000 που έχει δώσει στους Εναγόμενους για τη αγορά δύο υπό διαχωρισμό οικοπέδων λόγω του ότι ως ισχυρίζεται τα οικόπεδα αυτά δεν προέκυψαν και επιπρόσθετα ζητά διάταγμα με το οποίο οι συμφωνίες ημερ. 06.04.2007 για τη αγορά τους είναι άκυρες. (Σημειώνεται ότι κατά τη ακροαματική διαδικασία η απαίτηση του Ενάγοντα για το ποσό των €48.690 που αφορούσε αποζημιώσεις, με δηλώσεις της συνηγόρου του αποσύρθηκε.) Σύμφωνα με τη Έκθεση Απαίτησης οι Εναγόμενοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ιδιοκτήτες ή δικαιούμενοι να εγγράψουν επ΄ονόματι τους τα τεμάχια γης με αρ.εγγραφής 0/18164 & 0/17891, Φ/ΣΧ30/58/0 Τεμάχια 530 & 1397 στη τοποθεσία Λιθαρκές στο χωριό Πέρα και θα προχωρούσαν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για το διαχωρισμό 15 οικοπέδων στα πιο πάνω αναφερόμενα τεμάχια γης και για το σκοπό αυτό οι Εναγόμενοι κατέθεσαν αίτηση στη Πολεοδομική Αρχή. Στις 06.04.2007 οι Εναγόμενοι συνήψαν συμφωνίες με τον Ενάγοντα με τις οποίες πωλούσαν στον Ενάγοντα δύο συνεχόμενα οικόπεδα το υπ΄αρ.14 και 15 τα οποία αποτελούσαν μέρος των οικοπέδων που αναφέρονται πιο πάνω έναντι ΛΚ71.000 (€121.310,70). Με την υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών ο Ενάγων πλήρωσε στους Εναγόμενους το ποσό των ΛΚ50.000 (€85,430). Ήταν ρητός και εξυπακουόμενος όρος των συμφωνιών ότι θα πωλούσαν τα εν λόγω συνεχόμενα οικόπεδα σύμφωνα με την αίτηση διαχωρισμού. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση των όρων των μεταξύ τους συμφωνιών δεν εξασφάλισαν τη έγκριση του σχετικού διαχωρισμού από τη αρμόδια αρχή με αποτέλεσμα να μη υφίστανται τα δύο συνεχόμενα οικόπεδα με αρ. 14 και 15 καθότι η αρμόδια αρχή ενέκρινε και δημιουργήθηκαν μόνο 13, με αποτέλεσμα η βάση της συμφωνίας να μην υφίσταται πλέον. O Ενάγοντας με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 02.04.2009 τερμάτισε τις συμφωνίες πώλησης ημερ. 06.04.2007 και κάλεσε τους Εναγόμενους να επιστρέψουν στον Ενάγοντα το ποσό που είσπραξαν στα πλαίσια των επίδικων συμφωνιών πλέον τόκους και/ή αποζημιώσεις ενώ οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, αρνούνται ότι η μη έγκριση του διαχωρισμού και η διαφοροποίηση στη αρίθμηση των οικοπέδων συνιστά παράβαση των συμφωνιών εκ μέρους τους και ισχυρίζονται ότι κατά το ουσιώδη χρόνο είχε τεθεί προφορικά υπόψη του Ενάγοντα ότι τα προτεινόμενα προς πώληση οικόπεδα έφεραν προσωρινό αριθμό, δεν ήταν τα τελικά και ήταν υπό τη αίρεση της έγκρισης εκ μέρους της Πολεοδομικής Αρχής, των όρων της αναφερόμενης αίτησης διαχωρισμού και ο Εναγόμενος συναίνεσε και αποδέχθηκε τη πιο πάνω προϋπόθεση και το ενδεχόμενο η αρμόδια αρχή να διαφοροποιήσει τη αρίθμηση των προτεινόμενων για διαχωρισμό οικοπέδων και δεσμεύτηκε να τηρήσει τους όρους πληρωμής των πωλητηρίων εγγράφων, ανεξάρτητα από το τελικό διαχωρισμό, υπό την προϋπόθεση να προέκυπταν δύο συνεχόμενα οικόπεδα με παρόμοιο με το αναφερόμενο στα πωλητήρια έγγραφα εμβαδόν. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, με βάση τα γεγονότα, δεν τερματίσθηκε η ισχύς των συμφωνιών γιατί αφενός με τη άδεια διαχωρισμού προέκυψαν δύο συνεχόμενα οικόπεδα με παρόμοιο εμβαδόν και αφετέρου γιατί ο Ενάγων αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα για πληρωμή του υπολοίπου ποσού €46.000 για έκαστο οικόπεδο. Απορρίπτει το ισχυρισμό για ακυρότητα των συμφωνιών και ανταπαιτεί (α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι έγκυρες (β) ποσό €78.595 σεντ (€46.000) για έκαστο οικόπεδο που αφορά το υπόλοιπο ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί από τον Ενάγοντα καθώς επίσης ποσό (γ) €565.10 για έκαστο οικόπεδο που αποτελεί τη διαφορά με βάση τη αύξηση του εμβαδού του κάθε οικοπέδου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Ενάγων στηρίχθηκε, εκτός από τη δική του μαρτυρία, στη μαρτυρία του Αιμίλιου Τσίγκη (Μ.Ε.2), υπαλλήλου του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας και του Ανδρέα Χ"Γιαννακού (Μ.Ε.3) Διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, στη οδό Γρ.Αυξεντίου στη Λάρνακα, ενώ η Εναγόμενη εταιρεία στη μαρτυρία ενός εκ των Διευθυντών της του Σταύρου Πετρακίδη ΜΥ

  1. Κατατέθηκαν επίσης κατά τη ακροαματική διαδικασία τα εξής Τεκμήρια: Τεκμήριο 1 Έρευνα στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών « 2 Δέσμη τίτλων ιδιοκτησίας « 3 Πωλητήριο έγγραφο οικοπέδου αρ.14 και απόδειξη Κτηματολογίου « 4 « « « αρ.15 « « « 5 Αίτηση διαχωρισμού οικοπέδων « 6 Άδεια για διαχωρισμό « 7 Επιστολή ημ. 2.4.09 συνήγορο Ενάγοντα προς Εναγομένους « 8 Επιστολή ημ. 30.3.09 « 9 Επιστολή ημερ. 7.4.09 από συνήγορο Ενάγοντα προς συνήγορο Εναγομένων « 10 Επιστολή ημερ. 8.4.09 συνήγορο Εναγομένων προς συνήγορο Ενάγοντα « 11 Επιστολή CHAPS ημ. 1.7.09 « 12 Επιστολή ημ. 15.7.09 από συνήγορο Ενάγοντα προς συνήγορο Εναγόμενης Εταιρείας « 13 Eπιστολή ημ. 22.7.09 από συνήγορο Εναγομένων προς συνήγορο Ενάγοντα « 14 Επιστολή Ενάγοντα προς ΜΥ1 « 15 Πιστοποιητικό έρευνας ακιν.ιδιοκτησίας ημ. 10.3.16 « 15Α « « « ημ. 8.3.16 « 16 Τοπογραφικό Σχέδιο « 17 Επιστολή ημ. 10.11.08 Εναγομένων προς Ενάγοντα « 18 Επιστολή ημ. 4.2.09 « « « Ήταν η εκδοχή του Ενάγοντα μέσα από τη μαρτυρία του ιδίου και των μαρτύρων του ότι οι Εναγόμενοι είναι ιδιοκτήτες τεμαχίων γης, με αριθμό εγγραφής 0/18164 και 0/17891, Φ/Σχ.30/58/0, τεμάχια 530 και 1397, τοποθεσία Λιθαρκές, στο Πέρα Χωρίο, στη Λευκωσία και ότι περί την 06.04.2007 συνήψε δύο συμφωνίες με την Εναγόμενη εταιρεία για την αγορά δύο συνεχόμενων οικοπέδων (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Το τίμημα πώλησης των δύο οικοπέδων 14 και 15 ήταν Λ.Κ.71.000 (€121.310) έκαστο. Η Εναγόμενη εταιρεία κατέθεσε αίτηση για διαχωρισμό 15 οικοπέδων σε σχέση με τα υπό αναφορά ακίνητα (βλ.Τεκμήριο 5). Στις 26.09.2008 εκδόθηκε άδεια για διαχωρισμό των αναφερομένων τεμαχίων, με τη δημιουργία 13 αντί 15 οικοπέδων ως φαίνεται στην άδεια (βλ. Τεκμήριο 6). Ο ίδιος κατέβαλε στην Εναγόμενη έναντι του τιμήματος πώλησης των αγορασθέντων και βάση των όρων των συμφωνιών, ποσό εκ Λ.Κ.25.000 (€42.715) για το οικόπεδο 14 και ποσό εκ Λ.Κ.25.000 (€42.715) για το οικόπεδο
  2. Όταν πληροφορήθηκε ότι η αίτηση για 15 οικόπεδα δεν εγκρίθηκε και διαχωρίστηκαν μόνο 13 οικόπεδα με αποτέλεσμα να μην υφίστανται πλέον τα δύο συνεχόμενα οικόπεδα 14 και 15 που είχε αγοράσει απέστειλε επιστολή μέσω των δικηγόρων του με ημερομηνία 02.04.2009, με την οποία τερμάτισε τις μεταξύ τους συμφωνίες και τους ζήτησε την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών, πλέον τόκους και αποζημιώσεις. (Βλ.Τεκμήριο 7). Μετά που παρελήφθη η επιστολή των δικηγόρων του, η οποία στάληκε και με απλό ταχυδρομείο στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης εταιρείας, παρέλαβε στις 07.04.2009 επιστολή, με ημερομηνία δήθεν 30.03.2009, με την οποία τον καλούσαν να καταβάλει, κατά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, κάποια ποσά που είχαν καταστεί πληρωτέα, (βλ. Τεκμήριο 8). Οι δικηγόροι του απάντησαν με επιστολή τους ίδιας μέρας ήτοι 07.04.2009 στους δικηγόρους της Εναγόμενης, (βλ.Τεκμήριο 9) η οποία στάληκε τόσο ταχυδρομικώς με απλό ταχυδρομείο όσο και μέσω τηλεομοιοτύπου. Στην εν λόγω επιστολή απάντησαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης με την επιστολή τους ημερ. 08.04.2009 (βλ. Τεκμήριο 10). Στις αρχές Ιουλίου 2009, ήτοι 3 μήνες μετά που είχε τερματίσει τις συμφωνίες με την Εναγόμενη, έλαβε επιστολή από την Εναγόμενη εταιρεία, με την οποία τον πληροφορούσαν ότι έχουν εξασφαλιστεί όλες οι άδειες για το διαχωρισμό και έχει κατακυρωθεί η προσφορά, υπενθυμίζοντας να καταβάλει την πληρωτέα, κατά τη θέση τους, δόση (βλ. Τεκμήριο 11). Αυτό όμως ήταν μετά που είχε τερματίσει τις συμφωνίες και ούτε ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, αφού τα συνεχόμενα οικόπεδα που είχε αγοράσει ήτοι το 14 και 15 δε δημιουργήθηκαν τελικά. Οι συνήγοροι του απάντησαν με επιστολή προς την Εναγόμενη εταιρεία ημερ. 15.07.2009, (βλ. Τεκμήριο 12) η οποία και απάντησε με επιστολή (βλ. Τεκμήριο 13). Η Εναγόμενη, μέχρι σήμερα, κανένα ποσό δεν του επέστρεψε. Σε κάποιο στάδιο και αφού ήταν πλέον φανερό ότι δεν επρόκειτο να δημιουργηθούν τα οικόπεδα που είχε αγοράσει συζήτησε με τους Εναγόμενους το ενδεχόμενο να αγόραζε κάτι άλλο, με σκοπό να μετρίαζε τη ζημιά του, αφού είχε ήδη δώσει Λ.Κ.50.000, για τη συμφωνία η οποία δεν μπορούσε να εφαρμοστεί. Δεν επέδειξαν οι Εναγόμενοι τελικά ενδιαφέρον, δεν κατέληξαν και παρέμειναν τα χρήματα του να κρατούνται από τους Εναγόμενους, οι οποίοι τα επωφελούνται αδικαιολόγητα και έχει υποστεί την αντίστοιχη ζημιά. Ανέφερε επίσης ότι είναι έτοιμος τις συμφωνίες που βρίσκονται κατατεθειμένες στο κτηματολόγιο να τις αποσύρει όποτε του δοθούν τα χρήματα του, δεν τις έχει αποσύρει για σκοπούς εξασφάλισης, αφού εξ΄όσων γνωρίζει και από συζητήσεις με σκοπό τη διευθέτηση που είχαν κάμει σε κάποιο στάδιο με την Εναγόμενη και μέσω των δικηγόρων τους, αυτή είναι και η μοναδική της περιουσία. Αρνήθηκε ότι ο λόγος που τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες ήτο γιατί αγόρασε άλλη ακίνητη περιουσία στο Πέρα Χωρίο και μέσω της μαρτυρίας ανέφερε ότι είχε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσει τόσο την άλλη του επένδυση όσο και τα επίδικα οικόπεδα και προς επιβεβαίωση του εν λόγω ισχυρισμού κάλεσε το Μ.Ε.3 Ανδρέα Χατζηγιαννακού, Διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Λάρνακα ο οποίος έκανε αναφορά σε τραπεζιτικούς λογαριασμούς και υπόλοιπα κοινών λογαριασμών με τη σύζυγο του κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αρνήθηκε επίσης ότι έγινε οποιαδήποτε νύξη πριν την υπογραφή των συμφωνιών ως προς ενδεχόμενο διαφοροποιήσεως των αριθμών των οικοπέδων που αγόραζε με βάση το τοπογραφικό που επισυνάπτεται στις συμφωνίες. Από τη μαρτυρία του κ.Τσίγκη (Μ.Ε.2) Κτηματολογικού Λειτουργού προέκυψε με βάση τα πιστοποιητικά έρευνας της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας ότι είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο οκτώ πωλητήρια έγγραφα (συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων 3 και 4) πριν την έκδοση της άδειας διαχωρισμού, Τεκμήριο 6, που εκδόθηκε 26.09.
  3. Ο ΜΥ1 Σταύρος Πετρακίδης ανέφερε στη δική του μαρτυρία ότι είναι ένας εκ των Διευθυντών της Εναγόμενης η οποία δραστηριοποιείται για αρκετά έτη ως εταιρεία στον τομέα ανάπτυξης γης και κατασκευής οικοδομών, με αρκετή πείρα και τεχνογνωσία στον τομέα αυτό. Τις επίδικες συμφωνίες (Τεκμήρια 3 και 4) τις υπέγραψε ο ίδιος εκ μέρους της Εναγόμενης εταιρείας. Προ της υπογραφής προνόησαν για την περίπτωση που θα γινόταν διαφοροποίηση είτε του τελικού εμβαδού του κάθε οικοπέδου, είτε σε σχέση με τον ίδιο τον διαχωρισμό, με βάση τους όρους της αίτησης διαχωρισμού των οικοπέδων. Συγκεκριμένα, την ημέρα υπογραφής των Πωλητηρίων Εγγράφων, ο ίδιος ανέφερε στον Ενάγοντα στο γραφείο του ότι υπήρχε πάντα η πιθανότητα η αίτηση διαχωρισμού με τα προτεινόμενα προς πώληση οικόπεδα, τα οποία έφεραν προσωρινό αριθμό και δεν ήταν τα τελικά, να μην εγκριθεί από την πολεοδομική αρχή και ο Ενάγοντας συναίνεσε και αποδέχθηκε την πιθανότητα η αρμόδια αρχή να διαφοροποιήσει την αρίθμηση των προτεινόμενων για διαχωρισμό οικοπέδων ή άλλα στοιχεία με βάση την αίτηση διαχωρισμού. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο Ενάγοντας γνώριζε για το ενδεχόμενο διαφοροποίησης της αρίθμησης των προτεινόμενων για διαχωρισμό οικοπέδων και άλλων στοιχείων αυτών και αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα να συμβληθεί και, επιπρόσθετα, δεσμεύτηκε να τηρήσει τους όρους πληρωμής των Πωλητηρίων Εγγράφων, ανεξάρτητα από τον τελικό διαχωρισμό, υπό την προϋπόθεση ότι θα προέκυπταν δύο συνεχόμενα οικόπεδα με παρόμοιο με το αναφερόμενο στα Πωλητήρια Έγγραφα, εμβαδόν και έκταση. Για τον λόγο αυτό προστέθηκε ο ρητός όρος στην παρ.4 των Πωλητηρίων Εγγράφων ότι έκαστο οικόπεδο πωλείται με την ενδεικτική βάση ότι έχει εμβαδόν 554 τ.μ. έκαστο και ότι σε περίπτωση που το τελικό εμβαδόν έκαστου οικοπέδου, βάση της τελικής άδειας και έγκρισης από τις Κυβερνητικές αρχές, αυξομειωθεί πέραν των 10τ.μ. για κάθε οικόπεδο, τότε η τιμή του οικοπέδου θα αυξομειώνεται κατά Λ.Κ.128 (€218,70) για έκαστο τετραγωνικό μέτρο της αυξομείωσης άνω των 10τ.μ. Ανέφερε επίσης ότι ο Ενάγοντας έδινε σημασία στο γεγονός ότι τα δύο οικόπεδα ήταν συνεχόμενα. Οι ίδιοι δικηγόροι του στην επιστολή του ημερ. 2.4.2009 (Τεκμήριο 7) αναφέρονται ρητά στην παρ. β) ότι λόγω της μη έγκρισης του σχετικού διαχωρισμού δεν «..υφίστανται τα δύο συνεχόμενα οικόπεδα..». Ήταν επίσης η θέση του ότι από το επισυνημμένο τοπογραφικό σχέδιο των Τεκμηρίων 3 και 4, το οποίο φαίνεται σε μεγέθυνση και στο τοπογραφικό σχέδιο του Τεκμηρίου 5, τα τεμάχια με αρ. 14 και 15 είναι συνεχόμενα, όπως επίσης συνεχόμενα είναι και τα τεμάχια με αρ.12 και 13 τα οποία τελικά προέκυψαν, με διαφορετική όμως αρίθμηση. Συγκεκριμένα, προέκυψαν τα νέα συνεχόμενα τεμάχια με αρ. 13 (το οποίο είναι γωνιακό και το ίδιο περίπου με το τεμάχιο που είχε την προηγούμενη αρίθμηση 15) και το τεμάχιο με αρ.12 (το οποίο είναι το ίδιο περίπου που είχε την προηγούμενη αρίθμηση 13). Αυτά τα δύο τεμάχια (12 και 13) δεν τα έχουν πωλήσει, σε αντίθεση με όλα σχεδόν τα υπόλοιπα τεμάχια, επειδή θεωρεί ότι αυτά ανήκουν στον Ενάγοντα. Αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η μη έγκριση του διαχωρισμού και η συνεπακόλουθη διαφοροποίηση της αρίθμησης των οικοπέδων, συνιστά παράβαση των Συμφωνιών. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι οι Εναγόμενοι ενέργησαν με σύνεση, επιμέλεια και φροντίδα, προβαίνοντας σε όλα τα αναγκαία διαβήματα μέσω της αρμόδιας αρχής για εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων που ανέλαβαν, πλην όμως, η διαφοροποίηση της αρίθμησης των οικοπέδων και η μετατροπή των προτεινόμενων όρων της αίτησης διαχωρισμού οφειλόταν στην αρμόδια αρχή και όχι στους Εναγόμενους. Ήταν επίσης η θέση του ότι με βάση τα πραγματικά γεγονότα και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, δεν διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς η ουσία των συμφωνιών, καθ΄ότι, αφενός, με την άδεια διαχωρισμού προέκυψαν δύο συνεχόμενα οικόπεδα με παρόμοιο εμβαδόν και έκταση, 567 τ.μ. έκαστο και, αφετέρου, το ενδεχόμενο αυτό ήταν υπόψη του Ενάγοντα ο οποίος, το αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα και δεσμεύτηκε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις που απορρέουν από τα Πωλητήρια Έγγραφα, όπως την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού των €78.595,66 σεντ (Λ.Κ.46.000) για κάθε οικόπεδο. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο λόγος που επικαλέστηκε ο Ενάγοντας για να τερματίσει τις συμφωνίες δεν είναι γνήσιος, ούτε πραγματικός αλλά είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα και πρόφαση του και αποσκοπεί στο να αποποιηθεί της υποχρέωσης που είχε αναλάβει έναντι των Εναγομένων (με βάση τους όρους των Πωλητηρίων Εγγράφων) για να καταβάλει στους Ενάγοντες το υπόλοιπο ποσό των €78.595,66 σεντ (Λ.Κ.46.000) για έκαστο οικόπεδο, πλέον το ποσό των €545,10 σεντ (Λ.Κ. 384) για έκαστο οικόπεδο με βάση το τελικό εμβαδόν των 567 τ.μ. που προέκυψε, τηρουμένων των προνοιών της παρ.4 των Πωλητηρίων Εγγράφων και ότι προτίμησε να αγοράσει κάποιο άλλο τεμάχιο γης στα Πέρα Ορεινής, το οποίο θεώρησε ως καλύτερη περίπτωση για επένδυση, γιατί ήταν μεγάλο τεμάχιο και διαχωριζόταν σε αριθμό οικοπέδων, γι' αυτό κατέφυγε στην πιο πάνω πρόφαση για να τερματίσει την ισχύ των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών, επικαλούμενος την ισχυριζόμενη παράβαση. Αρνήθηκε ότι έστειλε στο Ενάγοντα Κτηματομεσίτη και ότι συζήτησαν το ενδεχόμενο για ανταλλαγή των τεμαχίων γης με διαμέρισμα και ότι ο Ενάγοντας απόκρυψε ότι είχε συνάντηση μαζί του στο γραφείο του τον Δεκέμβριο του 2008, κάτι που φαίνεται στην επιστολή (Τεκμήριο 14). Ανέφερε επίσης ότι παρά το ότι ο Ενάγοντας παρουσίασε τον εαυτό του ότι δεν εγνώριζε για αξίες γης στο ίδιο παρουσιάστηκε ότι είναι γνώστης του θέματος ανάπτυξης γης και επενδύσεων στο τομέα των ακινήτων και γι΄αυτό το λόγο είναι βέβαιος όταν του ανέφερε για την πιθανότητα διαφοροποίησης στο εμβαδόν και στην αρίθμηση των τεμαχίων, ότι είχε επίγνωση του θέματος και ότι γνώριζε τις διαδικασίες. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο τερματισμός των συμφωνιών εκ μέρους του Ενάγοντα δεν ήταν νόμιμος και ότι ορθά οι Εναγόμενοι δεν τον αποδέχθηκαν και, αντί αυτού, ήταν πρόθυμοι και έτοιμοι να προχωρήσουν με βάση τα συμφωνηθέντα. Σε σχέση με τις επιστολές που ανταλλάγησαν, ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι έδειξαν στον Ενάγοντα την επιστολή ημερ. 10.11.2008 με την οποία τον ενημέρωσαν για την εξασφάλιση της πολεοδομικής άδειας και παράλληλα τον καλούσαν να καταβάλει το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Ενόψει της μη θετικής ανταπόκρισης από τον Ενάγοντα, επανήλθαν για το ίδιο θέμα με δεύτερη επιστολή ημερ. 04.02.2009 την οποία του έστειλαν. Ο Ενάγοντας έστειλε ηλεκτρονικά την επιστολή ημερ. 19.02.2009 (Τεκμήριο 14) με την οποία πρότεινε ανεπιφύλαχτα την ανταλλαγή της αγοράς των οικοπέδων με διαμέρισμα στην Λευκωσία. Σε αυτή την επιστολή αναφέρεται στην συνάντηση που είχε μαζί του στο γραφείο του τον Δεκέμβριο, κάτι που έρχεται σε σύγκρουση με την μαρτυρία που έδωσε ότι, δήθεν, δεν είχαν καμιά συνάντηση. Οι δικηγόροι τους έστειλαν επιστολή ημερ. 30.03.2009 στον Ενάγοντα (Τεκμήριο 8) ο οποίος απάντησε με επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 22.04.2009 (Τεκμήριο 7) και ακολούθως έστειλε μέσω των δικηγόρων του στους δικηγόρους του ιδίου την επιστολή ημερ. 07.04.2009 (βλ.Τεκμήριο 9) και οι δικηγόροι απάντησαν στους δικηγόρους του Ενάγοντα με επιστολή ημερ. 08.04.2009 (βλ.Τεκμήριο 10). Στις 01.07.2009 έστειλαν στον Ενάγοντα την επιστολή Τεκμήριο
  4. Ο Ενάγοντας απάντησε μέσω των Δικηγόρων του με την επιστολή ημερ. 15.07.2009 (βλ.Τεκμήριο 12) και απάντησαν μέσω των δικηγόρων με επιστολή ημερ. 22.07.2009 την οποία έστειλαν στους δικηγόρους του Ενάγοντα (Τεκμήριο 13). Αρνείται ότι ο Ενάγοντας έπαθε οποιαδήποτε ζημιά και αρνείται ότι δικαιούται οποιοδήποτε ποσό ή άλλη θεραπεία και αναφέρει ότι ο Ενάγοντας παρέβηκε τα συμφωνηθέντα και ότι οφείλει να καταβάλει στους Εναγόμενους το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος των €158.503,53 σεντ, ήτοι €79.251,76 (Λ.Κ.46.384 πλέον Λ.Κ.384 για έκαστο οικόπεδο, με βάση το τελικό εμβαδόν των 567 τ.μ. που προέκυψε) και οι Εναγόμενοι είναι σε θέση να προχωρήσουν σε άμεση μεταβίβαση ανάλογου μεριδίου της στον Ενάγοντα, όπως έγινε με τους υπόλοιπους αγοραστές των άλλων τεμαχίων. Πιστεύει ότι η απαίτηση του Ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του και να εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων για το ποσό των €158.503,53 σεντ που αφορά το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος, δηλαδή €79.251,76 για έκαστο οικόπεδο, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού αυτού, έξοδα, πλέον ΦΠΑ, ως επίσης διάταγμα ως η παρ.Β της Ανταπαίτησης. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν συμπεριλήφθει εκ παραδρομής στις συμφωνίες η τυχόν αλλαγή του αριθμού των οικοπέδων και λόγω της καλής πίστης στη συγγραφή των εν λόγω συμφωνιών και της εμπειρίας του Ενάγοντα ως εμπορευόμενων στο τομέα των ακινήτων και αγοραπωλησία γης. Παραδέκτηκε ότι ο Ενάγοντας ήθελε στο συγκεκριμένο έργο να αποκτήσει δύο συνεχόμενα οικόπεδα τα οποία προσδιορίστηκαν στις συμφωνίες. Ήταν ισχυρισμός του ότι τα χαρακτηριστικά των οικοπέδων που προέκυψαν από το τελικό διαχωρισμό μπορούσαν να καλύψουν την ανάγκη και απαίτηση του Ενάγοντα. Δέχθηκε επίσης ότι μέσα στα χαρακτηριστικά οικοπέδου ήταν και αν αυτό ήταν γωνιακό. Δέχθηκε επίσης ότι τα οικόπεδα 14 και 15 ως εμφαίνονται είναι και τα δύο γωνιακά ενώ σ΄αυτά που προτάθηκαν με αρ. 12 και 13, το 12 δεν είναι γωνιακό και ότι ενώ τα υπ΄αρ. 14 και 15 οικόπεδα έβλεπαν προς τα κάτω, το 12 δεν έβλεπε προς τα κάτω. Ήταν η θέση του όμως ότι η πλειονότητα των χαρακτηριστικών των οικοπέδων που δημιουργήθηκε που ήταν το εμβαδόν και η έκταση είναι πανομοιότυπα και το ένα εκ των δύο ήταν γωνιακό και αυτά ήταν συνεχόμενα. Δέχθηκε επίσης ότι δεν δημιουργήθηκαν τα οικόπεδα 14 και 15 και από τη στιγμή που δεν προνοείτο στο συμβόλαιο πίστευαν ότι η διαμάχη που υπάρχει μπορεί να λυθεί στα πλαίσια της καλής θέλησης του Ενάγοντος όπως σε όλες οι συμφωνίες πάντα είναι με καλή θέληση και ότι δεν αφορά συμβατική υποχρέωση του Ενάγοντος. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία, με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας στη παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Αρκετά από τα γεγονότα της υπόθεσης συνιστούν, ως προκύπτει ανωτέρω, κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Καθώς επίσης και τα Τεκμήρια (εκτός από το Τεκμήριο 8, αναφορικά μόνο με το χρόνο που αυτή συντάχθηκε). Για καλύτερη κατανόηση των γεγονότων της υπόθεσης προχωρώ με την καταγραφή ορισμένων αδιαμφισβήτητων γεγονότων που προκύπτουν τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων όσο και από την έγγραφη και προφορική μαρτυρία.
  5. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι ιδιοκτήτης τεμαχίων γης με αριθμό εγγραφής 0/18164 και 0/17891, Φ/Σχ.30/58/0, τεμάχια 530 και 1397, τοποθεσία Λιθαρκές, στο Πέρα Χωρίο, στη Λευκωσία.
  6. Στις 06.04.2007 η Εναγόμενη συνήψε δύο συμφωνίες με τον Ενάγοντα για την αγορά δύο συνεχόμενων οικοπέδων (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Το τίμημα πώλησης των δύο οικοπέδων 14 και 15 ήταν Λ.Κ.71.000 (€121.310) έκαστο.
  7. Η Εναγόμενη κατέθεσε αίτηση για διαχωρισμό 15 οικοπέδων σε σχέση με τα υπό αναφορά ακίνητα (βλ.Τεκμήριο 5).
  8. Στις 26.09.2008, εκδόθηκε άδεια για διαχωρισμό των αναφερομένων τεμαχίων, με τη δημιουργία 13 αντί 15 οικοπέδων ως φαίνεται στην άδεια (βλ. Τεκμήριο 6).
  9. Ο Ενάγοντας κατέβαλε στην Εναγόμενη εταιρεία έναντι του τιμήματος πώλησης των αγορασθέντων και βάση των όρων των συμφωνιών ποσό εκ Λ.Κ.25.000 (€42.715) για το οικόπεδο 14 και ποσό εκ Λ.Κ.25.000 (€42.715) για το οικόπεδο
  10. Ο Ενάγοντας στις 02.04.2009 απέστειλε επιστολή, μέσω των δικηγόρων του, με την οποία τερμάτισε τις μεταξύ τους συμφωνίες ισχυριζόμενος ότι δεν προέκυψαν τα συμφωνηθέντα οικόπεδα 14 και 15 και ζήτησε την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών πλέον τόκους και αποζημιώσεις. (Βλ.Τεκμήριο 7).
  11. Μετά που παρελήφθη η επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντα από τη Εναγομένη (η οποία στάληκε και με απλό ταχυδρομείο στη διεύθυνση των εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης εταιρείας) ο Ενάγοντας παρέλαβε στις 07.04.2009, επιστολή με ημερομηνία 30.03.2009 (ημερομηνία τη οποία ο Ενάγων αμφισβητεί) με την οποία τον καλούσαν να καταβάλει, κατά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, κάποια ποσά που είχαν καταστεί πληρωτέα, (βλ. Τεκμήριο 8).
  12. Οι δικηγόροι του Ενάγοντα με επιστολή τους ίδιας μέρας απέστειλαν στους δικηγόρους της Εναγόμενης, (βλ.Τεκμήριο 9) η οποία στάληκε τόσο ταχυδρομικώς με απλό ταχυδρομείο όσο και μέσω τηλεομοιοτύπου. Στην εν λόγω επιστολή απάντησαν οι δικηγόροι της Εναγόμενης εταιρείας με την επιστολή τους ημερ. 08.04.2009 (βλ. Τεκμήριο 10).
  13. Στις αρχές Ιουλίου 2009, ο Ενάγων έλαβε επιστολή από την Εναγόμενη με την οποία τον πληροφορούσαν ότι είχαν εξασφαλιστεί όλες οι άδειες για το διαχωρισμό και είχε κατακυρωθεί η προσφορά, υπενθυμίζοντας να καταβάλει την πληρωτέα δόση (βλ. Τεκμήριο 11). Οι συνήγοροι του Ενάγοντα απάντησαν με επιστολή προς την Εναγόμενη ημερ. 15.07.2009, (βλ. Τεκμήριο 12) ενώ η Εναγόμενη απάντησε σ΄αυτή με επιστολή Τεκμήριο
  14. Η Εναγόμενη κανένα ποσό δεν επέστρεψε στον Ενάγοντα μέχρι σήμερα. Η υπόλοιπη μαρτυρία από τα γεγονότα που έχουν σκιαγραφηθεί ανωτέρω είναι αμφισβητούμενη και προέχει η αξιολόγηση της για να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν τη διαφορά. Προτού όμως προχωρήσω στη αξιολόγηση της μαρτυρίας στη παρούσα υπόθεση θα πρέπει να αποφασιστεί αν τίθεται θέμα εφαρμογής του κανόνα που απαγορεύει την προσκόμιση εξωγενούς μαρτυρίας (The Parol Evidence Rule) ζήτημα το οποίο εγέρθηκε από την κα Ζαχαρίου για μαρτυρία που ακούστηκε τόσο από Ενάγοντα όσο και από μάρτυρα Εναγόμενης. Στο σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACT, GENERAL PRINCIPLES, 27η έκδοση, σελ. 600 παρα. 12-081 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Whether document conclusive. It is often said to be a rule of law that "if there be a contract which has been reduced to writing, verbal evidence is not allowed to be given . so as to add to or subtract from, or in any manner to vary or qualify the written contract. Indeed, in 1897, Lord Morris accepted that "Parol testimony cannot be received to contradict, vary, add to or subtract from the terms of a written contract, or the terms in which the parties have deliberately agreed to record any part of their contract". This rule is usually known as the "parol evidence" rule. Its operation is not confined to oral evidence: it has been taken to exclude extrinsic matter in writing, such as drafts, preliminary agreements, and letters of negotiation. The rule has been justified on the ground that it upholds the value of written proof, effectuates the finality intended by the parties in recording their contract in written form, and eliminates "great inconvenience and troublesome litigation in many instances.» Ήταν η θέση της Υπεράσπισης τόσο μέσω της αντεξέτασης του Ενάγοντα όσο και από τη μαρτυρία του κ.Πετρακίδη ότι ο Ενάγοντας είχε ενημερωθεί πριν τη υπογραφή των συμβολαίων για το ενδεχόμενο να διαφοροποιηθούν οι αριθμοί και το εμβαδόν και άλλα χαρακτηριστικά των τεμαχίων, πράγμα το οποίο αποδέχθηκε ανεπιφύλακτα. Η κα Ζαχαρίου αμφισβήτησε ότι αυτή η μαρτυρία μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού στις έγγραφες συμφωνίες δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο και τέτοια μαρτυρία που πρέπει να αποκλεισθεί με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα. Η θέση αυτή δεν ευσταθεί έχοντας υπόψη ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα αφορά ματαίωση των συμφωνιών για αγορά των οικοπέδων 14 και 15 λόγω του ότι δεν δημιουργήθηκαν τα οικόπεδα 14 και 15 στη εκδοθείσα πολεοδομική άδεια αλλά μόνο 13 οικόπεδα και της αμφισβήτησης της Εναγόμενης ότι υπάρχει ματαίωση θεωρώ ότι είναι σημαντικό να ανατρέξω πέραν του λεκτικού των επίδικων συμβάσεων και στο εντοπισμό του πραγματικού σκοπού για τον οποίο οδήγησαν τις δύο πλευρές στη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων (βλ. Κrell v. Henry

(1902)2 KB 740) και ως εκ τούτου θεωρώ ότι ήταν επιτρεπτή η προσαγωγή και επιτρέπεται η αξιολόγηση τέτοιας μαρτυρίας η οποία ακούστηκε τόσο από Ενάγοντα όσο και από τον μάρτυρα της Εναγόμενης. Προχωρώντας στη αξιολόγηση της εν λόγω μαρτυρίας αναφέρω εξ αρχής ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες, ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων όπως η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ΄αυτές ουσιαστικών αντιφάσεων η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση σε συνδυασμό με τα κατατεθέντα τεκμήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα αληθή γεγονότα έθεσε ο Ενάγοντας. Aξιολογώντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα βρίσκω ότι αυτός είπε τη αλήθεια και δέχομαι τη θέση του ότι ουδέποτε συζητήθηκε με την Εναγόμενη 1 ή τον Διευθυντή της κ.Πετρακίδη (ΜΥ1) θέμα μη έγκρισης των υπό διαχωρισμό οικοπέδων με αρ.14 και 15 ή διαφάνηκε ότι ήταν προβλέψιμο τέτοιο ενδεχόμενο. Η θέση αυτή συνάδει και από το γεγονός ότι αυτό που πραγματικά ήταν προβλέψιμο και οι διάδικοι ερύθμισαν στη σύμβαση ήταν τη πιθανή διαφοροποίηση του εμβαδού του κάθε οικοπέδου ξεχωριστά και όχι την τροποποίηση των αριθμών των οικοπέδων σε λιγότερα ή διαφοροποίηση της μορφολογίας ή των χαρακτηριστικών αυτών. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν πωληθεί και άλλα υπό διαχωρισμό οικόπεδα από τη Εναγόμενη και δεν ήταν τα μόνα οικόπεδα που είχαν πωληθεί. Από την μαρτυρία του κ.Τσίγκη Μ.Ε.2 και δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη πριν τον τελικό διαχωρισμό των οικοπέδων είχαν πωληθεί και άλλα οικόπεδα συμπεριλαμβανομένων και των οικοπέδων με αρ. 14 και 15 που αγοράσθηκαν από τον Ενάγοντα. Εάν όντως ετίθετο ζήτημα αλλαγής αριθμού τεμαχίων η Εναγόμενη δεν θα προέβαινε σε πώληση άλλων οικοπέδων χωρίς να κινδυνεύει να πληρώσει αποζημιώσεις σε κάποιους από τους αγοραστές σε περίπτωση αλλαγής αριθμού και χαρακτηριστικών των υπό διαχωρισμό οικοπέδων. Δέχομαι επίσης την θέση του ότι ουδέποτε ο ίδιος αποδέχθηκε άνευ όρων πιθανή αλλαγή του αριθμού των οικοπέδων ή των χαρακτηριστικών του. Ήταν η θέση του ήθελε να αγοράσει δύο συνεχόμενα γωνιακά οικόπεδα και αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα μπορούσε να δεχθεί τη όποια διαφοροποίηση στους αριθμούς και κατατάξεις των οικοπέδων που αγόραζε. Ως προς την θέση της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγοντας είπε ψέματα ότι ο λόγος που τερμάτισε ήταν η αγορά άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας και αυτό διαφάνηκε από τον τρόπο που απάντησε κατά τη μαρτυρία του δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το ότι αγόρασε ακίνητη ιδιοκτησία μετά τη αγορά των επιδίκων οικοπέδων σε κανένα στάδιο δεν το αρνήθηκε και μάλιστα αποτέλεσε και παραδεκτό γεγονός. Η αγορά αυτής της ιδιοκτησίας έγινε πολύ πριν το τερματισμό των επίδικων συμφωνιών και διαφάνηκε επίσης από τη μαρτυρία του Ανδρέα Χατζηγιαννακού Διευθυντή υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου (Μ.Ε.3) ότι είχε χρήματα τόσο για την αγορά των εν λόγω οικοπέδων όσο και της ακίνητης ιδιοκτησίας που είχε ήδη αγοράσει. Κάποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του που αφορούσαν εντελώς επουσιώδη και μη επίδικα θέματα, δεν επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τη μαρτυρία του. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Σημειώνω ότι η μαρτυρία του Αιμίλιου Τσίγκη, Μ.Ε.2 υπαλλήλου του Κτηματολογίου, ο οποίος εργάζεται στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, δεν έχει αμφισβητηθεί από τη Υπεράσπιση και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Προκύπτει από τη μαρτυρία του ότι τα επίδικα τεμάχια με αρ. εγγραφής 0/18164 και 0/17891 Φ/Σχ.30/58/0 τεμ. 530 και 1397 αφορούν πλέον τη ενοποιημένη νέα εγγραφή με αρ. 0/20001, Φ/Σχ. 30/58 και αρ.τεμαχίου 1976 και ότι σύμφωνα με τα πιστοποιητικά έρευνας της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήρια 15 και 15Α που αφορούσε το ιστορικό της πριν και μετά τη ενοποίηση με ακίνητη ιδιοκτησία υπό διαχωρισμό βαρύνεται με πωλητήρια έγγραφα. Επεξηγώντας περαιτέρω τα πωλητήρια έγγραφα, ανέφερε ότι σ΄αυτά περιλαμβάνοντο και τα επίδικα πωλητήρια έγγραφα δηλαδή ότι το πωλητήριο έγγραφο με αρ. 1670/07 αφορούσε το υπό διαχωρισμό οικόπεδο με αρ.14 και το πωλητήριο έγγραφο με αρ.1671/07 αναφέρετο στο υπό διαχωρισμό οικόπεδο με αρ.15 με αγοραστή το Ενάγοντα. Ως προς το πιστοποιητικό έρευνας που αφορούσε τη ενοποιημένη εγγραφή (βλ.Τεκμήριο 15Α) υπάρχουν μόνο τέσσερα πωλητήρια έγγραφα κατατεθειμένα γιατί μεσολάβησε μεταβίβαση μεριδίων σε κάποιους από τους αγοραστές οικοπέδων ενώ δεν έγινε ποτέ ούτε εκκρεμεί αίτηση από τη ιδιοκτήτρια στο Κτηματολόγιο για διαχωρισμό των 13 οικοπέδων για τα οποία η Εναγόμενη πήρε πολεοδομική άδεια, όμως για να γίνει τέτοια αίτηση θα πρέπει να προηγηθεί αίτηση διαχωρισμού στη Επαρχιακή Διοίκηση και μετά να καταλήξει στο κτηματολόγιο χωρίς να προσδιορίζεται πόσο χρόνο απαιτεί η εξέταση τέτοιας αίτησης. Επίσης ο Μ.Ε.3 Ανδρέας Χατζηγιαννακού, Διευθυντής υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου δεν είχε αμφισβητηθεί από τη υπεράσπιση ως προς τις αναφορές του για τα πιστωτικά υπόλοιπα κοινών λογαριασμών του Ενάγοντα και της συζύγου του στις 31.12.07, 31.12.2008 και 31.12.2009 τα οποία αποδέχομαι και γίνονται ανάλογα ευρήματα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του κ.Πετρακίδη παρά το ότι κρίνω ότι κατ΄ουσία είπε αλήθεια στο Δικαστήριο δεν δέχομαι το ισχυρισμό του ότι επεξήγησε πριν την υπογραφή των συμφωνιών ζητήματα που αφορούσαν αλλαγή των αριθμών των οικοπέδων, η θέση αυτή δεν συνάδει με ενέργειες των συμβαλλομένων να περιλάβουν θέματα αύξησης ή μείωσης του εμβαδού των οικοπέδων αλλά και δεν θα υπήρχε λογική στη αποδοχή τέτοιου όρου από τον Ενάγοντα ο οποίος είχε ήδη ζητήσει οικόπεδα τα οποία ήταν συνεχόμενα γωνιακά και με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ως εκ των ανωτέρω απορρίπτω την μαρτυρία του ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. NOMIKH ΠΤΥΧΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΑΓΩΓΗ Η Απαίτηση του Ενάγοντα για ακύρωση των επιδίκων συμφωνιών και για επιστροφή των Λ.Κ.50.000 που δόθηκαν ως προκαταβολή για την αγορά των δύο επιδίκων οικοπέδων πηγάζει από τη ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα ματαίωση των πωλητηρίων εγγράφων Τεκμηρίων 3 και 4 γιατί τα υπό διαχωρισμό οικόπεδα με αρ. 14 και 15 που αγοράσθηκαν από την Εναγόμενη τελικά δεν δημιουργήθηκαν αφού με βάση τη πολεοδομική άδεια δημιουργήθηκαν μόνο 13 οικόπεδα. Ήταν η εισήγηση της κας Ζαχαρίου παραπέμποντας στο εδάφιο 2 του άρθρου 56 του Περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 ότι υπήρξε ματαίωση των επίδικων συμφωνιών. Η ματαίωση όπως υποδεικνύεται στο εν λόγω άρθρο αποτελεί τρόπο τερματισμού μιας σύμβασης κατά το χρόνο επέλευσης γεγονότος που τη επιφέρει χωρίς να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των μερών για επιλογή. Το Άρθρο 56
(2)του Περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149 έχει ως ακολούθως: «56.
(2)Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.
(3)Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης.» Στην υπόθεση Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 1156 αναφέρθηκε ότι το άρθρο 56
(2)του Νόμου είναι το αντίστοιχο με τον Ινδικό Περί Συμβάσεως Νόμο. Υποδεικνύεται ότι η έννοια του όρου «ματαίωση» στο δικό μας δίκαιο, διαφέρει από τη διαμόρφωση του όρου στον αντίστοιχο Αγγλικό, το οποίο και γι' αυτό έχει περιορισμένη σημασία (βλέπε Xenophontos v. Tyrimou
(1984)1 CLR 23). Προκύπτει από τη πιο πάνω απόφαση ότι το κριτήριο για ζήτημα ματαίωσης σύμβασης είναι αντικειμενικό και αφορά στο κατά πόσο το επιγενόμενο γεγονός καταλύει το θεμέλιο της σύμβασης. Μια σύμβαση ματαιώνεται όταν η εκπλήρωση της καθίσταται αδύνατη σαν αποτέλεσμα γεγονότος που επεσυνέβη μετά την συνομολόγηση της χωρίς να περιορίζεται ο όρος αδύνατη δεν περιορίζεται σε πραγματική ή φυσική αδυναμία αλλά και όταν η εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης στο πλαίσιο των νέων πραγματικοτήτων έχει καταστεί ολότελα διαφορετική από αυτό που είχαν υπόψη τα μέρη κατά τον χρόνο συνομολόγησης (βλ. Σύγγραμμα ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΤΟΜΟΣ Β του Κ.Πολυβίου Πολυβίου σελ. 680 και επέκεινα). Περαιτέρω ματαίωση επιτρέπεται εκεί που τα μέρη δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ρύθμιση για το συμβάν που επήλθε (βλ. J.Lauritzen A.S. v. Nijsmulder B.V. The Super Serrant II
(1990)1 Loyd's Rep.1). Επίσης ματαίωση επέρχεται όταν κάπoιο αναπάντεχο γεγονός εξουδετερώνει το περιεχόμενο μιας σύμβασης παρά το ότι τα συμβαλλόμενα μέρη χρησιμοποίησαν γενικές διατυπώσεις που λεκτικά μπορούσαν να καλύψουν κάθε συμβάν (βλ. Bailey v. De Gresptyuy
(1869)LR 4 QB 180. Εν όψει της πιο πάνω νομικής πτυχής και έχοντας υπόψη πρώτο ότι στη παρούσα υπόθεση η Εναγόμενη έχει προβεί στις δέουσες ενέργειες για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας, και δεύτερο η Αρμόδια Αρχή δεν την ενέκρινε μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας το άρθρο 56
(2)του Κεφ. 148 υπό το πρίσμα και τις αρχές που αναλύονται από τη νομολογία. Στην παρούσα περίπτωση, η Αίτηση για Διαχωρισμό των Ακινήτων για δημιουργία των οικοπέδων 14 και 15 είχε υποβληθεί στη Αρμόδια Αρχή και κατά τη στιγμή της υπογραφής και τις διαπραγματεύσεις, κανένας δεν έθεσε θέμα για το τι θα γινόταν σε περίπτωση άρνησης της Αρμόδιας Αρχής να εγκρίνει τον διαχωρισμό των εν λόγω δύο οικοπέδων. Θεωρώ ότι η Εναγόμενη προέβη σε λογικές ενέργειες προς το σκοπό του διαχωρισμού των εν λόγω δύο οικοπέδων και η μη δημιουργία αυτών δεν μπορεί να αποδοθεί σε παραλείψεις της. Από την άλλη η θέση της Υπεράσπισης ότι έχουν δημιουργηθεί τα εν λόγω οικόπεδα με αλλαγή μόνο των αριθμών αυτών και τουλάχιστον το ένα εξ αυτών που φέρει το αριθμό 13 είναι το αντίστοιχο του οικοπέδου 15 δεν ευσταθεί. Ως έχει επισημανθεί πιο πάνω δεν έχουν δημιουργηθεί δύο συνεχόμενα γωνιακά οικόπεδα με τα ίδια χαρακτηριστικά. Ως εμφαίνεται στο τοπογραφικό, Τεκμήριο 16 η κατάταξη των οικοπέδων 12 και 13 διαφέρει από το τοπογραφικό που είναι επισυνημμένο στις επίδικες συμφωνίες, Τεκμήρια 3 και 4 με τέτοιο τρόπο ώστε να μη ανταποκρίνεται στα όσα τα μέρη είχαν συμφωνήσει. Με βάση τα πιο πάνω ευσταθεί η θέση του Ενάγοντα ότι εφαρμόζεται η αρχή της ματαίωσης (frustration) του σκοπού των επιδίκων συμβάσεων με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 56
(2)του Κεφ. 149 γιατί δεν δημιουργήθηκαν δύο συνεχόμενα γωνιακά οικόπεδα με αρ. 14,15 που είχαν τα ίδια ή παρόμοια χαρακτηριστικά. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι ο Ενάγοντας αγόρασε τα υπό διαχωρισμό οικόπεδα 14 και 15, τα οποία είναι γωνιακά και συνεχόμενα οικόπεδα από την Εναγόμενη. Είναι επίσης παραδεκτό ότι τα δύο αυτά γωνιακά και συνεχόμενα οικόπεδα δεν προέκυψαν μετά από αίτηση για διαχωρισμό, αφού η αρμόδια αρχή επέτρεψε το διαχωρισμό 13 μόνο οικοπέδων. Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η μη δημιουργία των πωληθέντων οικοπέδων 14 και 15 επέφερε αδυναμία στο τρόπο εφαρμογής των επιδίκων συμφωνιών και αυτή η αδυναμία οδηγεί αυτομάτως στη ακύρωση τους (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd v. Waldner κ.α.
(1998)1 Α Α.Α.Δ. 250. Ως προς το ζήτημα της επιστροφής των €85.000 (ΛΚ50.000) το οποίο είναι παραδεκτό ότι κατέβαλε ο Ενάγοντας προς την Εναγόμενη ως προκαταβολή, εν όψει του ότι τα πωλητήρια έγγραφα είναι άκυρα λόγω ματαίωσης των συμβάσεων και με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 65 του Κεφ. 149 «Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό» το Δικαστήριο στα πλαίσια αποκατάστασης του Ενάγοντα κρίνει ότι αυτό το ποσό που εισέπραξε η Εναγόμενη ως προκαταβολή θα πρέπει να αποδοθεί στο Ενάγοντα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την υπόθεση του και ως εκ τούτου εκδίδεται: (α) Διάταγμα ακύρωσης της συμφωνίας ημερομηνίας 6.4.2007 για την αγορά του υπό διαχωρισμό οικοπέδου με αριθμό 14 εντός των ακινήτων με αρ.εγγραφής 0/18164 & 0/17891, Φ/Σχ.30/58/0, τεμάχια 530 και 1397 στην τοποθεσία Λιθαρκές στο χωριό Πέρα στην Λευκωσία. (β) Διάταγμα ακύρωσης της συμφωνίας ημερομηνίας 6.4.2007 για την αγορά υπό διαχωρισμό οικοπέδου με αριθμό 15 εντός των ακινήτων με αρ.εγγραφής 0/18164 & 0/17891, Φ/Σχ.30/58/0, τεμάχια 530 και 1397 στην τοποθεσία Λιθαρκές στο χωριό Πέρα στην Λευκωσία. (γ) Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό €85.000 (ΛΚ50.000) που αφορά την δοθείσα προκαταβολή πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Η πλευρά της Εναγομένης με την Ανταπαίτηση της ζητά εφαρμογή των πωλητηρίων εγγράφων και αποζημιώσεις για πληρωμή των δόσεων που είχαν συμφωνηθεί από το Ενάγοντα κατ΄εφαρμογή των συμφωνιών. Με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα η ανταπαίτηση της Εναγόμενης υπόκειται σε απόρριψη αφού στη παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι αρχές της ματαίωσης. Ως εκ τούτου η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα αφού η Ανταπαίτηση έχει συνεκδικασθεί με την Αγωγή. (Υπ) ........... Γ.Κυριακίδoυ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.