← Κύπρος

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 8400/12, 31/1/2017

CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 8400/12, 31/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 8400/12 (Διά τροποποιήσεως) CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD, υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 Ν. 17(Ι)/2013 (ενεργώντας μέσω του Ειδικού Διαχειριστή Κρις Παύλου), από τη Λευκωσία, ΕΝΑΓΟΥΣΑ και

  1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, από την Αθήνα,
  2. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ, από την Αθήνα,
  3. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΜΑΓΕΙΡΑΣ, από την Αθήνα,
  4. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΧΙΛΙΑΔΑΚΗΣ, από την Αθήνα,
  5. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, από τη Λευκωσία,
  6. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΝΗΣ, από τη Λευκωσία,
  7. ΝΕΟΚΛΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ, από τη Λευκωσία,
  8. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΥΛΩΝΑΣ, από τη Λευκωσία,
  9. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗΣ, από την Αθήνα,
  10. ΜΑΡΚΟΣ ΦΟΡΟΣ, από την Αθήνα,
  11. SOUD BA' ALAWAY, από το Ντουμπάι,
  12. MARFIN INVESTMENT GROUP HOLDINGS S.A., από την Ελλάδα, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 17 ΙΟΥΛΙΟΥ, 2014, ΓΙΑ ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΚΑΙ/Ή ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ/Ή ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΕΩΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ ΛΟΓΩ ΕΛΛΕΙΨΗΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ΚΑΙ/Ή ΚΑΤΑΧΡΗΣΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ: Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Εναγομένους 2 και 3: Ανδρέας Χαβιαράς, Μάριος Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα: Δημήτρης Αραούζος, Πολύβιος Παναγίδης για Χρύσης Δημητριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ------------------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Όπως με σαφήνεια υποστήριξαν οι δικηγόροι των Αιτητών στην αγόρευσή τους, η παρούσα Αίτηση κινείται γύρω από τρεις υπαλλακτικές θέσεις, ως ακολούθως: (Α) Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής ή τουλάχιστον ότι οι Παράγραφοι της Εκθέσεως Απαιτήσεως που προσδιορίζονται στον Πίνακα Α της Αίτησης, δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, αλλά ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Ελλάδας. (Β) Η Κύπρος δεν είναι το forum conveniens, έστω και εάν η Κύπρος διαθέτει δικαιοδοσία. (Γ) Η καταχώριση της παρούσας αγωγής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, για το λόγον ότι προκαλεί αδικία στους Αιτητές. Παρατίθεται προς τούτο, αυτούσιο το αιτητικό της Αίτησης, με το οποίο οι Αιτητές εξαιτούνται: 1) Διάταγμα του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της εν τω τίτλω αγωγής επί τω ότι τα επίδικα θέματα ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ελλάδος. 2) Διάταγμα του δικαστηρίου για απόρριψη και διαγραφή του κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης επί τω ότι τα επίδικα θέματα δεν εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αλλά ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ελλάδος ή Επικουρικά: 3) Διάταγμα του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι το forum conveniens και εκ τούτου κάθε περαιτέρω διαδικασία στην Κύπρο πρέπει να ανασταλεί (stay) και/ή καταργηθεί (strike-out). 4) Διάταγμα του δικαστηρίου ότι ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum, η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) για το λόγο ότι προκαλεί αδικία στους Εναγομένους 2 και 3, δεν είναι αναγκαία και/ή είναι σκανδαλώδης και/ή διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, να παρενοχλήσει, διαταράξει, φέρει σε αδιέξοδο ή καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. 5) Διάταγμα του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί των θεμάτων που προσδιορίζονται από την Ενάγουσα στις παραγράφους της έκθεσης απαίτησης που περιλαμβάνονται στον συνημμένο Πίνακα Α επί τω ότι ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ελλάδος. 6) Διαταγή του δικαστηρίου για διαγραφή από την έκθεση απαίτησης των παραγράφων που προσδιορίζονται στο συνημμένο Πίνακα Α επί τω ότι τα επίδικα θέματα που προσδιορίζουν είναι θέματα που δεν εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αλλά ανήκουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της Ελλάδος. 7) Έξοδα και ΦΠΑ της παρούσας Αίτησης.» Όπως διαφάνηκε στην πορεία, οι Αιτητές προβάλλουν ως βασικό τους έρεισμα τον Κανονισμό του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, ΕΚ 44/2001 («ο ΕΚ 44/01») ο οποίος ήταν σε ισχύ κατά τους ουσιώδεις χρόνους καθώς και την εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία προβάλλει συνολικά πέντε λεπτομερείς λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως:
  13. Οι Αιτητές κωλύονται από του να εγείρουν την Αίτηση λόγω δεδικασμένου.
  14. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, θα αποτελεί καταστρατήγηση της νομολογιακής αρχής ότι δεν επιτρέπεται η τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και η διαιώνισή τους, με αποτέλεσμα η αρχή της τελεσιδικίας να υφίσταται καίριο πλήγμα.
  15. Οι Αιτητές κωλύονται από του να εγείρουν την υπό κρίση Αίτηση καθότι έχουν υποβάλει τον εαυτό τους στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  16. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, αποσκοπεί στην παρακώλυση της ομαλής διεξαγωγής της διαδικασίας και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of court process).
  17. Η Αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή αβάσιμη τόσο νομικά, όσο και πραγματικά και/ή έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά παραπλανητικό τρόπο. ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΠΙ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Πριν την εξέταση της ουσίας της Αίτησης, θεωρώ ορθό όπως γίνει καταγραφή κάποιων παραδεκτών γεγονότων, αλλά και διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, τα οποία διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στην έκβαση της παρούσας διαδικασίας:
  18. Η έδρα της Ενάγουσας βρίσκεται στη Λευκωσία.
  19. Οι Αιτητές, έχουν την κατοικία/έδρα τους στην Ελλάδα. Δύο Πανομοιότυπες Αιτήσεις, Ενστάσεις, Ένορκες Δηλώσεις και Επιχειρήματα:
  20. Στις 17 Ιουλίου, 2014, καταχωρίστηκαν δύο Αιτήσεις με πανομοιότυπο λεκτικό, μία των οποίων είναι η παρούσα. Οι δύο Αιτήσεις καταχωρίστηκαν, η μεν πρώτη εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 12, η δε δεύτερη εκ μέρους των Εναγομένων 2 και
  21. Τους Εναγομένους 1 και 12 εκπροσωπεί ο Νικόλας Θρασυβούλου, ενώ τους Εναγομένους 2 και 3, το Δικηγορικό Γραφείο Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ.
  22. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την κάθε Αίτηση είναι ακριβώς η ίδια, υπό την έννοια ότι, ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε δύο φορές την ίδια Ένορκη Δήλωση την οποία επισύναψε σε κάθε Αίτηση.
  23. Το ίδιο έγινε και με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει τις Ενστάσεις σε κάθε Αίτηση, ενώ αμφότερες οι Ενστάσεις είναι επίσης οι ίδιες.
  24. Η Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη των Αιτήσεων έγινε από το Φώτιο Καρατζένη, από την Αθήνα, ο οποίος είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κάτοχος των μεταπτυχιακών τίτλων Legum Magister (LL.M) και του Διδακτορικού Διπλώματος Doktor Juris (Dr Jur). Διετέλεσε Νομικός Σύμβουλος - Διευθυντής της Νομικής Υπηρεσίας της Marfin Bank Ανώνυμος Τραπεζική Εταιρεία («η Marfin Bank») και της Marfin Egnatia Bank («η MEB») από το 2002 και Νομικός Σύμβουλος - Διευθυντής της Νομικής Υπηρεσίας του Ομίλου της Ενάγουσας από το 2007 έως και το τέλος του
  25. Η Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη των Ενστάσεων έγινε από το Γιάννη Σιμάκη, από τη Λευκωσία, δικηγόρο ο οποίος εργαζόταν σε ένα από τα δικηγορικά γραφεία που τότε εκπροσωπούσαν την Ενάγουσα, ήτοι το Δικηγορικό Γραφείο Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
  26. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις γίνονται με το μοναδικό σκοπό την καταγραφή της ταύτισης των δύο διαδικασιών αφού τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών σε αμφότερες είναι ακριβώς τα ίδια. Η ακρόασή τους έγινε ταυτόχρονα, αλλά ακολουθήθηκαν οι κανόνες της δικονομίας και θεωρούνται από το Δικαστήριο ως δύο χωριστές διαδικασίες. Είδηση του θανάτου του Εναγομένου 1, Ανδρέα Βγενόπουλου:
  27. Σε κάποιο στάδιο μετά την επιφύλαξη των Ενδιάμεσων Αποφάσεων του Δικαστηρίου μεταδόθηκε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, ότι, ο Ανδρέας Βγενόπουλος, Εναγόμενος 1 και Αιτητής στη μία Αίτηση, είχε αποβιώσει.
  28. Το Δικαστήριο όμως, δεν είχε οιαδήποτε επίσημη πληροφόρηση από τους δικηγόρους των διαδίκων προς το σκοπόν αυτόν. Κατά συνέπεια, ούτε για τις πιθανές μετατροπές που πιθανόν να επιχειρηθούν να γίνουν είτε διαδικαστικά, είτε δικονομικά.
  29. Ως εκ τούτου, η έκδοση των Ενδιάμεσων Αποφάσεων θα γίνει με βάση τα δεδομένα που υπήρχαν κατά την ημερομηνία επιφύλαξής τους. Εξάλλου, εφόσον η αγωγή προωθηθεί και εναντίον της περιουσίας του Εναγομένου 1, όταν θα έχει διορισθεί διαχειριστής αυτής, το θέμα του κατά πόσον τα Κυπριακά Δικαστήρια διαθέτουν δικαιοδοσία, θα παραμείνει αμετάβλητο, όπως και οι αιτίες αγωγής και τα επίδικα γεγονότα. Αναφορά από τους διαδίκους σε άλλες Ένορκες Δηλώσεις που βρίσκονται στο φάκελο δικογραφίας και επίκληση του περιεχομένου τους:
  30. Άλλη μία διαπίστωση που πρέπει να γίνει, αφορά σε ένα διαδικαστικό θέμα το οποίο το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό: αμφότερες οι πλευρές, τόσο στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση αλλά και στις αγορεύσεις τους, επιχειρηματολόγησαν κάνοντας αναφορά σε γεγονότα που εμπεριέχονται σε ένορκες δηλώσεις οι οποίες βρίσκονται στο φάκελο δικογραφίας αλλά είχαν επισυναφθεί σε άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις. Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, έχουν καταχωρισθεί πολλές ενδιάμεσες αιτήσεις ενώ, πλην των δύο Αιτήσεων οι οποίες αποφασίζονται στο παρόν στάδιο, βρίσκονται σε εκκρεμότητα και άλλες.
  31. Είναι νομολογημένο ότι η ακρόαση αίτησης πρέπει να γίνεται στη βάση μόνο των γεγονότων που την στοιχειοθετούν και το Δικαστήριο δεν πρέπει να λαμβάνει υπ΄ όψιν γεγονότα που προσκομίστηκαν σε άλλη αίτηση στην ίδια υπόθεση. Sait Electronic S.A. v. The Ship "Dominique" κ.α.

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 365, Αmathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, 1033, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 597, 603, Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου LIPA
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1976, Στην Demstar Ltd
(1996), πιο πάνω, ο Πικής, Π., όπως ήταν τότε, ανέφερε (σελίδα 603): «Το πρωτόδικο Δικαστήριο επελήφθη της αίτησης για τον παραμερισμό του διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό με αναφορά όχι μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση αλλά και στα γεγονότα που είχαν προσκομιστεί στο πλαίσιο της αίτησης για παραμερισμό. Αυτό συνιστά σφάλμα.» Το πιο πάνω απόσπασμα αποτελεί συνέχεια του τι είχε λεχθεί στην Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 453, 1462-1463, ότι τα γεγονότα που στηρίζουν μία αίτηση, όταν δεν καταφαίνονται από το φάκελο της υπόθεσης, αποκαλύπτονται σε ένορκη δήλωση ή δηλώσεις που επισυνάπτονται στην αίτηση. Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά από τα γεγονότα που τεκμηριώνουν το αίτημα. 14. Διαδικαστικά ο τρόπος που χειρίστηκαν το θέμα οι διάδικοι που εμπλέκονται στην παρούσα διαδικασία, είναι λανθασμένος για τους ακόλουθους λόγους: (α) Συνδυασμός των προνοιών της Δ.48 που αναφέρεται σε Αιτήσεις και της Δ.39 που αναφέρεται σε Ένορκες Δηλώσεις, δεικνύει προς την κατεύθυνση ότι, σε κάθε αίτηση η ένσταση που κρίνεται αναγκαίο όπως συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, τα γεγονότα στα οποία θα στηρίζεται το εν λόγω δικόγραφο, θα πρέπει να εμπεριέχονται στην αντίστοιχη ένορκη δήλωση. (β) Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας αφήνουν το ενδεχόμενο το Δικαστήριο να στηριχθεί σε γεγονότα πέραν αυτών που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση, σε περιπτώσεις που αυτά είναι εμφανή από το φάκελο δικογραφίας. Συγκεκριμένα το λεκτικό που χρησιμοποιείται στη Δ.48, θ.1 είναι: «If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Επίσης, στη Δ.48, θ.4
(1), αναφέρεται ρητά: «Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση (ένσταση).» (γ) Θεωρώ ότι τα «εμφανή γεγονότα» στα οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, δεν μπορεί να περιλαμβάνουν το περιεχόμενο άλλων ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν άλλες αιτήσεις και είναι καταχωρισμένες στο φάκελο δικογραφίας. Πόσω μάλλον εάν αυτές μάλιστα εμπεριέχουν και αμφισβητημένα και μη παραδεκτά γεγονότα. (δ) Εάν ένας διάδικος επιθυμεί να συμπεριλάβει γεγονότα που εμπεριέχονται σε άλλη ένορκη δήλωση που είναι καταχωρισμένη στο φάκελο δικογραφίας, θα πρέπει να τα υιοθετήσει αναφέροντάς τα ρητά στην ένορκη του δήλωση έτσι καθιστώντας τα μέρος αυτής. (ε) Η γενική προσέγγιση των ακόλουθων τύπων είναι λανθασμένη. Αναφέρονται κάποια μόνο χαρακτηριστικά παραδείγματα: (
  1. i)«υιοθετώ και επαναλαμβάνω τις ένορκες μου δηλώσεις που βρίσκονται στο φάκελο δικογραφίας σε υποστήριξη της ένστασης των εναγομένων 1, 2 και 3 στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα (βλ. Ένορκη Δήλωση Φ. Καρατζένη, Παράγραφος 5), ή (
  2. ii)«Υιοθετώ ως να ήταν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας Ένορκης Δήλωσής μου το περιεχόμενο και Τεκμήρια της Ένορκης Δήλωσης του Αντώνη Γλυκή, ημερομηνίας 29.4.2013 προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον των Εναγομένων 1-3 και 12 ως επίσης και της Ένορκης Δήλωσης του Αντώνη Γλυκή προς υποστήριξη της αίτησης των Εναγόντων, ημερομηνίας 22.5.2013 για, μεταξύ άλλων, την εξασφάλιση διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγομένους 1-4, 9, 10 και 12 πιστού αντιγράφου της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε στις 29.4.2013». (Βλ. Ένορκη Δήλωση Γιάννη Σιμάκη, Παράγραφος 3).» (στ) Το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να ανατρέξει σε όλες τις ένορκες δηλώσεις που υιοθετούνται με τον πιο πάνω γενικό τρόπο και που πολλές φορές, όπως και στην παρούσα περίπτωση, είναι πολυσέλιδες και εμπεριέχουν αμφισβητούμενα γεγονότα και να εξεύρει από μόνο του τα ουσιαστικά και επίδικα γεγονότα που έχουν σχέση με την υπό εκδίκαση διαδικασία. Κάτι τέτοιο και αντινομικό θα ήταν, και αυθαίρετο. Τονίζεται ότι αντίστοιχες αναφορές έχουν γίνει από όλες τις πλευρές κατά την εκδίκαση των δύο Αιτήσεων. (ζ) Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται μία αίτηση ή ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχονται με σαφήνεια στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Αόριστες και ασαφείς αναφορές δεν μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψιν. (η) Στην παρούσα υπόθεση είμαι ο τέταρτος Πρόεδρος που έχει καταστεί ο φυσικός δικαστής της υπόθεσης μετά τους Α. Λιάτσο και Τ. Οικονόμου ΠΕΔ, όπως ήταν τότε και την Τ. Καρακάννα, ΠΕΔ. Όλοι έχουμε εκδικάσει και εκδώσει ενδιάμεσες αποφάσεις σε πολλά θέματα που είχαν εγερθεί και είχαμε ενώπιόν μας εκατοντάδες σελίδες ενόρκων δηλώσεων, τις πλείστες φορές με αμφισβητούμενα γεγονότα. (θ) Καθίσταται σαφές ότι το περιεχόμενο όλων των άλλων ενόρκων δηλώσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπ΄ όψιν κατά την έκδοση των Ενδιάμεσων Αποφάσεων στις δύο υπό κρίση Αιτήσεις. Στάδιο της διαδικασίας και τρόπος που εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας: 15. Είναι πάγια νομολογημένο ότι, θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί και εξετασθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το ίδιο το Δικαστήριο. Η λογική είναι επειδή το θέμα είναι ζήτημα δημόσιας τάξης και αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να το εξετάσει. Δεν επαφίεται ούτε στη συναίνεση των διαδίκων, ούτε στη συμπεριφορά ή στην τυχόν καθυστέρηση που επιδεικνύεται. Οι δε διάδικοι, δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει. Michaelidou v. Gregoriou
(1968)1 CLR 88, Αναφορικά με την Αίτηση της Κυριακής Άχλη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 369, Αναφορικά με την Αίτηση της Thermofast Ltd
(2005)1(A) AAΔ 567, Κούρου ν. Κονού, ECLI:CY:AD:2014:A764, Π.Ε. 325/09, ημερομηνίας 10.10.2014, ΘΟΚ ν. Σοφοκλέους, ECLI:CY:AD:2016:A20, Π.Ε. 513/12, ημερομηνίας 18.1.
  1. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω νομολογιακές αρχές απαντούν σε μεγάλο βαθμό σε κάποια από τα θέματα που έχει εγείρει η Καθ΄ ης η Αίτηση. Συγκεκριμένα έχει εγείρει θέμα καθυστέρησης στην καταχώριση των υπό εκδίκαση Αιτήσεων, ενώ θεωρεί ότι υπάρχει και θέμα κωλύματος αφού το Δικαστήριο είχε εξετάσει θέμα δικαιοδοσίας σε δύο περιπτώσεις προηγουμένως και είχε αποφανθεί ήδη επ΄ αυτού, ήτοι: (α) στις 22.5.2013 όταν το Δικαστήριο εξέτασε και ενέκρινε Αίτηση της Ενάγουσας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Ελλάδα στους Εναγομένους 1-4, 9, 10 και 12, (β) στις 23.5.2014, όταν το Δικαστήριο κατέστησε απόλυτο με Ενδιάμεση Απόφασή του, το προηγηθέν ενδιάμεσο διάταγμα. Σε καμία όμως από τις πιο πάνω περιπτώσεις το Δικαστήριο εξέτασε και αποφάνθηκε θετικά με ευρήματα, το θέμα της δικαιοδοσίας. Αντίθετα στην Ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 23.5.2014, ο Τ. Οικονόμου, ΠΕΔ, όπως ήταν τότε ανέφερε σχετικά (σελ. 137): «Όπως έχει διευρυνθεί στο στάδιο των διευκρινήσεων το ζήτημα της δικαιοδοσίας, δεν θεωρώ ότι καλύπτεται από την Ένσταση, ούτε ότι προσφέρεται, υπό τις περιστάσεις, πραγματική δυνατότητα για εξέτασή του σε αυτή τη διαδικασία, προς ανατροπή της διαπίστωσης ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της αγωγής, επί της οποίας προδήλως ενήργησε». Η διαπίστωση δικαιοδοσίας στην οποία αναφέρεται το Δικαστήριο, στο πιο πάνω απόσπασμα είναι προδήλως μία εκ πρώτης όψεως διαπίστωση για σκοπούς εκείνης της συγκεκριμένης διαδικασίας. Αυτό εξάγεται από το ίδιο το λεκτικό όπου το Δικαστήριο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να είχε εξετάσει τέτοιο θέμα εάν εγειρόταν σαφώς και υπό κάποιες προϋποθέσεις. Αντίθετα, στις παρούσες Αιτήσεις, το θέμα δικαιοδοσίας έχει εγερθεί ειδικά, με σαφήνεια και το Δικαστήριο δεν κωλύεται από του να το εξετάσει εξ υπαρχής. Εξάλλου, με βάση το Άρθρο 25, του ΕΚ 44/01, το Δικαστήριο επιφορτίζεται με καθήκον να διαπιστώσει αυτεπάγγελτα την τυχόν έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας του. Εάν χρειασθεί, το Δικαστήριο θα επανέλθει αργότερα επί των επιχειρημάτων της Καθ΄ ης η Αίτηση και στο επιχείρημά της ότι οι Αιτητές, με τη συμπεριφορά τους έχουν υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Γεγονότα που λαμβάνονται υπ΄ όψιν κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας:
  2. Η νομολογία καθορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση και πιο συγκεκριμένα από το κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαιτήσεως. Sartas Importers - Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 729, Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(B) A.A.Δ. 1160. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και σε περιπτώσεις όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2182, Αlain Mangion κ.α. ν. Ιωάννη Αναστασιάδη κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A459, Π.Ε. 61/2011, ημερομηνίας 3.7.
  1. Mε βάση όλα τα πιο πάνω, το Δικαστήριο αποφασίζοντας τις παρούσες Αιτήσεις, θα στηριχθεί στα πιο κάτω γεγονότα: (α) τα γεγονότα που περιλαμβάνονται στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και Ένσταση, (β) τα γεγονότα που είναι εμφανή από το φάκελο δικογραφίας, (γ) οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 26.11.2012, (δ) οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως που καταχωρίστηκε στις 13.12.
  2. Δεν μου διαφεύγει ότι η Έκθεση Απαιτήσεως τροποποιήθηκε με Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.9.
  3. Είχε όμως προηγηθεί η καταχώριση των παρούσων Αιτήσεων οι οποίες περιλάμβαναν τα γεγονότα όπως είχαν καταγραφεί στην αρχική Έκθεση Απαιτήσεως και είναι αυτά που θα ληφθούν υπ΄ όψιν στην παρούσα διαδικασία. Έχω επιπρόσθετα λάβει υπ΄ όψιν την αναφορά του κ. Χαβιαρά σε πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην υπόθεση C-12/15, Universal Music International Holding BV v. Michael Tetreault Schilling κ.α., ημερομηνίας 16.6.2016, στην οποία αποφασίστηκε ότι, όταν εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας βάσει του ΕΚ 44/01, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται της διαφοράς, «πρέπει να εκτιμά όλα τα στοιχεία που διαθέτει, συμπεριλαμβανομένων τυχόν αντιρρήσεων που προβάλλει ο εναγόμενος». Η αρχή αυτή προεκτείνει, κατά τον κ. Χαβιαρά, τη μέχρι τώρα θέση της Κυπριακής νομολογίας η οποία περιόριζε την έκταση της εξέτασης του θέματος της δικαιοδοσίας σε γεγονότα που στοιχειοθετούσαν την ίδια την απαίτηση του ενάγοντος. Στην εν λόγω νομολογία, το παρόν Δικαστήριο θα τοποθετηθεί αργότερα όταν θα εξετάζει συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Ο Πίνακας Α που επισυνάπτεται στην Αίτηση:
  4. Οι Αιτητές προβάλλουν τη θέση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν το σύνολο της παρούσας αγωγής και ζητούν απόρριψη και/ή διαγραφή τόσο του Κλητηρίου Εντάλματος, όσο και της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Διαζευκτικά επιζητούν τις ίδιες θεραπείες για μέρος της Εκθέσεως Απαιτήσεως που καταγράφεται στον Πίνακα Α, ο οποίος επισυνάπτεται στην Αίτηση.
  5. Ο Πίνακας Α, περιλαμβάνει σχεδόν όλο το περιεχόμενο των Παραγράφων 9-28 της Εκθέσεως Απαιτήσεως.
  6. Επισημαίνονται προς τούτο, τα ακόλουθα: (α) η αρχική Έκθεση Απαιτήσεως ημερομηνίας 13.12.2013, αποτελείται από 28 Παραγράφους οι οποίες καταλαμβάνουν συνολικά 87 σελίδες, (β) ο Πίνακας Α, (Παράγραφοι 9-28), καλύπτει τις 75 απ΄ αυτές. Δηλαδή, ο Πίνακας Α καλύπτει σχεδόν όλο το φάσμα της Εκθέσεως Απαιτήσεως, δεδομένου ότι οι αρχικές παράγραφοι της είναι εισαγωγικές και αναφέρονται στην ιδιότητα των διαδίκων, γι΄ αυτό και το Δικαστήριο θα αντιμετωπίσει ενιαία τα αιτητικά της Αιτήσεως. Η Γνωμάτευση του Professor Adrian Briggs QC, ημερομηνίας 15.7.2016:
  7. Η πλευρά των Αιτητών κατά την αγόρευσή της βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην πιο πάνω Γνωμάτευση την οποία και επισύναψε στον Κατάλογο Αυθεντιών που συνοδεύει την αγόρευσή της ως Αυθεντία
  8. Ο Professor Βriggs διαθέτει μακράν εμπειρία ως ακαδημαϊκός δικηγόρος στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης με τον τίτλο του Καθηγητή του Ιδιωτικού Δικαίου. Είναι μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού του Πανεπιστημίου από το 1980 και έχει δημοσιεύσει έξι εκδόσεις. Εργάζεται ως Barrrister από το 1990, με γραφεία στο Blackstone House, Temple, στο Λονδίνο. Διορίστηκε QC (honoris causa) το
  9. Έλαβε οδηγίες από τους δικηγόρους των Αιτητών, όπως δώσει την επαγγελματική του γνώμη σε συγκεκριμένες ερωτήσεις επί του συνόλου της δομής και της σημασίας των προνοιών του ΕΚ 44/01, οι οποίες είναι σχετικές με την παρούσα υπόθεση.
  10. Η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρθηκε εκτεταμένα στους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η εν λόγω Γνωμάτευση δεν πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν, ούτε να θεωρηθεί ως αυθεντία.
  11. Θα υιοθετήσω τη θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η Γνωμάτευση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «αυθεντία» και οι θέσεις που προβάλλονται σ΄ αυτήν δεν μπορούν να ληφθούν υπ΄ όψιν, για διαδικαστικούς λόγους.
  12. Σε μία αγόρευση, επισυνάπτονται ως «αυθεντίες» νομοθετήματα ή αποφάσεις της νομολογίας που δεσμεύουν το Δικαστήριο. Επισυνάπτονται επίσης αποσπάσματα από συγγράμματα ή πρωτόδικες αποφάσεις, οι οποίες έχουν συμβουλευτικό χαρακτήρα.
  13. Η επίδικη Γνωμάτευση, δεν είναι οτιδήποτε από τα πιο πάνω. Μετά από οδηγίες των δικηγόρων των Αιτητών, ο Professor Briggs την συνέταξε λαμβάνοντας υπ΄ όψιν γεγονότα της υπόθεσης όπως αυτά του είχαν δοθεί από τους εν λόγω δικηγόρους και υπαγάγοντάς τα στο νομικό πλαίσιο των αντίστοιχων προνοιών του ΕΚ 44/01, εκφράζοντας τις δικές του απόψεις. Επομένως η Γνωμάτευση αποτελεί συνδυασμό νομικών θεμάτων και γεγονότων της συγκεκριμένης υπόθεσης.
  14. Ο τρόπος που κατατέθηκε η Γνωμάτευση είναι, διαδικαστικά, λανθασμένος. Αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης, επομένως έπρεπε να αποτελέσει μέρος της ίδιας της διαδικασίας (αίτησης και ένορκης δήλωσης) και όχι της αγόρευσης.
  15. Αφής δε στιγμής τα επιχειρήματα που προβάλλονται σ΄ αυτήν και υιοθετούνται από τους δικηγόρους των Αιτητών είναι, σύμφωνα με τη δική τους εισήγηση, επιχειρήματα του Professor Briggs και όχι δικά τους θα ήταν λάθος να ληφθούν υπ΄ όψιν αφού ο Professor Briggs είναι μεν νομικός αλλά δεν εμφανίζεται στη διαδικασία για να έχει δικαίωμα να εκπροσωπεί τους Αιτητές και να αγορεύει εκ μέρους τους. ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ Έχοντας υπ΄ όψιν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου προχωρώ στην εξέταση του θέματος της δικαιοδοσίας. Ισχυρισμοί Αιτητών Οι βασικοί επί του θέματος ισχυρισμοί των Αιτητών, όπως εμφαίνονται από την Ένορκη Δήλωση του Φώτιου Καρατζένη που έγινε προς υποστήριξη της Αίτησης είναι οι ακόλουθοι:
  16. Οι Αιτητές είχαν καταρτίσει με τη ΜΕΒ, καθολική διάδοχο λόγω συγχωνεύσεως της Marfin Bank, η προηγούμενη επωνυμία της οποίας ήταν Πειραιώς Prime Bank A.T.E., η οποία αρχικά ήταν θυγατρική της Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσας και της οποίας εν συνεχεία η Ενάγουσα κατέστη καθολική διάδοχος, ατομικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και
  17. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το Άρθρο 20
(1)του ΕΚ 44/2001, αποκλειστική δικαιοδοσία, η οποία μάλιστα εν προκειμένω συμπίπτει με τη γενική δικαιοδοσία του Άρθρου 2
(1), έχουν τα Δικαστήρια της Ελλάδας.
  1. Περαιτέρω, και σε επιβεβαίωση της γενικής αφενός και της αποκλειστικής ειδικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της κατοικίας των Αιτητών, σημειώνεται ότι οι ανωτέρω αναφερθείσες ατομικές συμβάσεις εργασίας, περιλαμβάνουν ρήτρες δικαιοδοσίας οι οποίες δεσμεύουν την Καθ΄ ης η Αίτηση και οι οποίες επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της υπόθεσης διαθέτουν τα Ελληνικά Δικαστήρια.
  2. Σημειώνεται το γεγονός ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση διατυπώνει τη θέση ότι δεν προβάλλει απαιτήσεις δυνάμει των εν λόγω συμβάσεων εργασίας, όμως τούτο δεν αναιρεί το γεγονός ότι τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις των Εναγομένων προς τη ΜΕΒ προσδιορίζονταν συμβατικά με παραπομπές στην Ελληνική δικαιοδοσία και νόμο.
  3. Ο Εναγόμενος 1, Ανδρέας Βγενόπουλος, δεν είχε καταρτίσει ατομική σύμβαση εργασίας, ούτε συνδεόταν με σχέση εργασίας με την Ενάγουσα ή τη θυγατρική της, ΜΕΒ. Διετέλεσε όμως, υπό διάφορες ιδιότητες, Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΜΕΒ και της Ενάγουσας. Η υποκείμενη σχέση μεταξύ του Εναγομένου 1 αφενός, της Ενάγουσας και της θυγατρικής της, ΜΕΒ, είναι σε κάθε περίπτωση συμβατική, αφού από τη σχέση αυτή απορρέει η ανάληψη ευθυνών έναντι της Ενάγουσας και της θυγατρικής της. Στη θέση αυτή ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 δεν λάμβανε οποιαδήποτε αμοιβή για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, παρά μόνο καλύπτονταν διάφορες δαπάνες του ιδίου και των λοιπών λειτουργών της Ενάγουσας που γίνονταν στο πλαίσιο των υπηρεσιακών καθηκόντων της και προς το σκοπό της καλύτερης εκτέλεσης αυτών.
  4. Η παροχή των υπηρεσιών από τον Εναγόμενο 1 λάμβανε χώρα πρωτίστως στην Ελλάδα, όπου ήταν η έδρα της θυγατρικής της Ενάγουσας, ΜΕΒ, και μετέπειτα του υποκαταστήματος της Ενάγουσας με την ίδια εμπορική επωνυμία/διακριτικό τίτλο και πρωτίστως η κατοικία αλλά και το κέντρο της επαγγελματικής και επιχειρηματικής δραστηριότητας του Εναγομένου
  5. Ο δε Εναγόμενος 1, μετέβαινε ελάχιστες φορές το χρόνο στην Κύπρο για την παροχή υπηρεσιών, η δε τελευταία του διανυκτέρευση στην Κύπρο ήταν περί τα τέλη του
  6. Οι επισκέψεις του Εναγομένου 1 γίνονταν προεχόντως με το σκοπό της συνάντησης με τις Αρχές ή άλλους φορείς και παράγοντες της Κύπρου. Κατά συνέπεια, η συνδρομή συμβάσεως παροχής υπηρεσιών μεταξύ του Εναγομένου 1 και της ΜΕΒ και/ή της Ενάγουσας, θεμελιώνει την ειδική δικαιοδοσία του Άρθρου 5
(1)του ΕΚ 44/01 για κάθε διαφορά μεταξύ αυτού και του λήπτη των υπηρεσιών, αποκλείοντας την εφαρμογή δικαιοδοσίας που προϋποθέτει την απουσία συμβάσεως και ιδίως της δικαιοδοσίας του Άρθρου 5
(3). Σύμφωνα περαιτέρω με το Άρθρο 5
(1)(α) και (β) του ΕΚ 44/01, τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι ο τόπος όπου έγινε η παροχή των υπηρεσιών, ήτοι η Ελλάδα.
  1. Ανάλογα επιχειρήματα ισχύουν και για την Εναγομένη
  2. Η επίδικη διαφορά μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 12, αφορά σε σύμβαση στην έννοια του Άρθρου 5
(1)του ΕΚ 44/01, διότι η σχέση μεταξύ μίας εταιρείας και των μετόχων της είναι συμβατική 8. Επικουρικώς, ακόμη και αν ήθελαν απορριφθεί όλοι οι προηγούμενοι ισχυρισμοί για την έλλειψη δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Κύπρου, το μεγαλύτερο τμήμα του αντικειμένου της αγωγής, δηλαδή οι επίδικες πράξεις και παραλείψεις των Εναγομένων 1, 2, 3 και 12 που σχετίζονται με την ΜΕΒ, υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Ελλάδας, ως των Δικαστηρίων της έδρας της ΜΕΒ, σύμφωνα με το Άρθρο 22
(2)του ΕΚ 44/01. Ισχυρισμοί Καθ΄ ης η Αίτηση Από την πλευρά της, η Καθ΄ ης η Αίτηση μέσω της Ένορκης Δήλωσης του Γιάννη Σιμάκη προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: 1. Η συνύπαρξη των Εναγομένων 5-8, που αποτελεί κοινό έδαφος ότι είναι Κύπριοι πολίτες που διαμένουν στην Κύπρο, επιτρέπει την καταχώριση της παρούσας αγωγής στα Κυπριακά Δικαστήρια, χωρίς την εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα μη ύπαρξης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων για το σύνολο της αγωγής. 2. Τα αγώγιμα δικαιώματα της Ενάγουσας, συνδέονται άμεσα με την Κύπρο, καθότι: (
  1. i)Οι παραβάσεις καθηκόντων των Εναγομένων, είναι θέμα δικαίου ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή όχι συμβατικής σχέσης. Βλ. Παράγραφο 13.9(Α) - 13.9(Κ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Συνεπώς, διά της παρούσας αγωγής, δεν προωθούνται αξιώσεις συμβατικών υποχρεώσεων ως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι. (
  2. ii)Οι αξιώσεις της Ενάγουσας προκύπτουν από παραβάσεις των υποχρεώσεων των Διοικητικών Συμβούλων και συγκεκριμένα της υποχρέωσής τους να ενεργούν με καλή πίστη, προς το συμφέρον μιας εταιρείας και να χρησιμοποιούν τις εξουσίες τους για το σκοπό για τον οποίο τους δόθηκαν, απέχοντας από του να θέτουν τον εαυτό τους σε κατάσταση όπου τα δικά τους προσωπικά συμφέροντα ενδέχεται να συγκρουστούν με αυτά της εταιρείας, αποφεύγοντας να αποκομίζουν μυστικά οφέλη από την εκμετάλλευση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, των πληροφοριών ή ευκαιριών που έχει η εταιρεία και επίσης να μην την ανταγωνίζονται. (iii) Η βάση της παρούσας αγωγής, στην ουσία, βρίσκεται στο Δίκαιο της Επιείκειας καθώς και σε αστικά αδικήματα, ήτοι της αμέλειας, συνωμοσίας και δόλου. (
  3. iv)Για τους Εναγομένους 1 και 12 που δεν τίθεται συμβατική σχέση δεν τίθεται ούτε θέμα εφαρμογής του Άρθρου 23, του ΕΚ 44/01. (
  4. v)Λόγω των θέσεων που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κατείχαν τόσο στη ΜΕΒ όσο και στην Ενάγουσα καθόλο τον ουσιώδη χρόνο, ο ισχυρισμός της Ενάγουσας είναι ότι, όλοι τους κατείχαν θέσεις εμπιστευματοδόχου (στο βαθμό που το Κυπριακό Δίκαιο εφαρμόζεται, καθότι το εμπίστευμα δεν αναγνωρίζεται από το Ελληνικό Δίκαιο) και τελούσαν κάτω από το καθεστώς των καθηκόντων και υποχρεώσεων που όφειλαν απέναντι στη ΜΕΒ και στην Ενάγουσα, τόσο με βάση το Άρθρο 383 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, όσο και με τις αντίστοιχες πρόνοιες της Ελληνικής νομοθεσίας. (
  5. vi)Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του ΕΚ 44/01, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε έδαφος κράτους μέλους, όπως είναι οι Εναγόμενοι 1-4, 9, 10 και 12, μπορούν να εναχθούν ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων, σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στο Τμήμα 2, του Κεφαλαίου ΙΙ, του ΕΚ 44/01. Στους κανόνες αυτούς, περιλαμβάνονται τα Άρθρα 5
(3)και 6 του ΕΚ 44/01. (vii) Στο Άρθρο 5
(3)του ΕΚ 44/01, γίνεται αναφορά σε «ένοχη αδικοπραξία ή οιονεί αδικοπραξία», που προσδίδει δικαιοδοσία στον τόπο όπου έχει δημιουργηθεί η φυσική ζημιά ή όπου η οικονομική απώλεια έχει στην ουσία διαφανεί. Η Κύπρος είναι μία εκ των χωρών όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και στην οποία έχει επέλθει το ζημιογόνο γεγονός. Την άμεση ζημιά, στην προκειμένη περίπτωση, την υφίσταται η Ενάγουσα στην Κυπριακή Δημοκρατία. (viii) Το Άρθρο 6 του ΕΚ 44/01, επιτρέπει τη «συνεκδίκαση» απαιτήσεων στον τόπο κατοικίας ενός εκ των εναγομένων, θέτοντας ως προϋπόθεση την ύπαρξη «στενής συνάφειας» μεταξύ των αγωγών. Σκοπός, του Άρθρου αυτού, είναι η αποφυγή έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων από τη χωριστή εκδίκαση. Από απλή ανάγνωση της Εκθέσεως Απαιτήσεως διαφαίνεται ότι, υπάρχει όχι μόνο στενή συνάφεια μεταξύ των γεγονότων που αφορούν στους Κύπριους Εναγομένους και αυτούς που εδράζονται και κατοικούν στην Ελλάδα, αλλά μία σχέση αλληλένδετη. Συνεπώς, οι Έλληνες Εναγόμενοι είναι αναγκαίοι διάδικοι για την εξέταση και εκδίκαση της παρούσας αγωγής στο σύνολό της, ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων. 3. Για δε τον ισχυρισμό των Εναγομένων 2 κι 3 ότι οι Κύπριοι Εναγόμενοι δεν έχουν οιαδήποτε σχέση με τα γεγονότα, δεν θα ήταν πρόσφορο για το Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο εύρημα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, εφόσον δεν υπάρχει ασφαλές υπόβαθρο, τη στιγμή μάλιστα που η Έκθεση Απαίτησης καταδεικνύει αιτία αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων. 4. Απορρίπτονται οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί εφαρμογής των Άρθρων 22
(2)και 25 του ΕΚ 44/01, καθότι δεν τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, ενόψει του ότι η παρούσα αγωγή δεν αφορά σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους. Γενική Ανάλυση των Άρθρων 2, 3, 5
(1)
(3)και 6 του ΕΚ 44/01 Στα περίπλοκα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν τις πρόνοιες των πιο πάνω Άρθρων. Η γενική αρχή που πηγάζει από το Άρθρο 2(Ι), του ΕΚ 44/01, σε ό,τι αφορά στη διεθνή δικαιοδοσία είναι ότι «πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους, ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους». Αυτό ισχύει ως γενικός κανόνας αλλά το ίδιο εδάφιο αναφέρει ότι εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εν λόγω Κανονισμού. Στην υπόθεση Loughrans Stores Ltd v. D.P. Agroproducts Ltd
(2013)Ι(Γ) ΑΑΔ 2589, αναφέρθηκαν σχετικά (Παναγή, Δ., στη σελίδα 2594): «Σύμφωνα με τις αρχές στις οποίες στηρίζεται ο Κανονισμός, οι κανόνες δικαιοδοσίας πρέπει να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας και να βασίζονται στην αρχή της γενικής δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου. Η δωσιδικία αυτή πρέπει να ισχύει πάντοτε, εκτός από μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου το επίδικο αντικείμενο ή η αυτονομία των μερών δικαιολογεί άλλο συνδετικό παράγοντα (βλ. παρ. 11 του προοιμίου του Κανονισμού και την υπόθεση C-133, Follen Fischer AG a.o. v. Ritrama SpA, ημερομηνίας 25.10.2012). Κατά το Άρθρο 2
(1)του Κανονισμού, πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους (στο Αγγλικό κείμενο "domiciled") ενάγονται ενώπιον των Δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια τους. Ο κανόνας αυτός της δωσιδικίας της κατοικίας του εναγόμενου αποτελεί τη βασική φιλοσοφία της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968 (στο εξής «η Σύμβαση»), την οποία αντικατέστησε ο Κανονισμός. Αποτελεί βασικό και πρωταρχικό κανόνα και της Σύμβασης ότι ο εναγόμενος πρέπει να ενάγεται στα δικαστήρια της χώρας της κατοικίας του (domicile), όχι απλά επειδή έχει δικαίωμα ο ενάγοντας να τον εναγάγει εκεί, αλλά επειδή ο εναγόμενος έχει τέτοιο δικαίωμα (βλ. Knauf v. Peters [2002] 1 W.L.R. 907 per Henry LJ).» Σε συνέχεια των πιο πάνω, το Άρθρο 3
(1), αναφέρει: «
  1. Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.» Τα Τμήματα 2-7 του ΕΚ 44/01, περιλαμβάνουν τα Άρθρα 2-
  2. Πιο συγκεκριμένα, το Τμήμα 2 - Ειδικές Δικαιοδοσίες, το οποίο περιλαμβάνει τα Άρθρα 5-7, καταγράφει κάποιες από τις περιπτώσεις όπου, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στην παρούσα περίπτωση, όλες οι πλευρές έχουν κάμει εκτεταμένες αναφορές στο Άρθρο 5
(1)και
(3), το κείμενο του οποίου έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: «
  1. α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή, β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών, γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)
  2. .........................
  3. ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός.» Όσο και εάν κατεβλήθη προσπάθεια να περιληφθούν σαφείς πρόνοιες στο πιο πάνω λεκτικό, παρουσιάζονται δυσκολίες στην ερμηνεία του. Στην υπόθεση, Αναφορικά με την Αίτηση της Dunnes Stores, από την Ιρλανδία, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D354, Αίτηση 84/2014, ημερομηνίας 29.5.2014,, ο Ναθαναήλ, Δ., αρχικά επεσήμανε ότι το Άρθρο 5 είναι δυνητικό και όχι υποχρεωτικό αφού χρησιμοποιείται ο όρος «μπορεί» («may»). Ακολούθως αναφέρει ότι η δυνατότητα παράκαμψης της συνήθους δικαιοδοσίας που είναι ο τόπος διαμονής ή εγκατάστασης («domicile») του εναγομένου (Άρθρο 2
(1)), προς όφελος της ειδικής δικαιοδοσίας που προνοείται από το Άρθρο 5, έχει απασχολήσει τα Δικαστήρια και τους ακαδημαϊκούς συγγραφείς. Κάνει δε αναφορά στο σύγγραμμα των Adrian Briggs and Peter Rees: Civil Jurisdiction and Judgments, (5η έκδοση), όπου διαπιστώνεται ότι η όλη κατάσταση κάτω από τον ΕΚ 44/01, δεν είναι ιδιαίτερα ευτυχής. Σχετική αναφορά έγινε και στην υπόθεση Alain Mangion
(2014), πιο πάνω, όπου επισημάνθηκε ότι προκύπτει ότι, στις διαφορές εκ συμβάσεων, ο εναγόμενος μπορεί να εναχθεί, είτε στα Δικαστήρια του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του, είτε στο Δικαστήριο του κράτους μέλους όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή. Αυτό υποστηρίζεται από ό,τι ελέχθη στην υπόθεση C-19/09, Wood Floor Solutions Andreas Domberger GmbH v. Silva Trade S.A., ημερομηνίας 11.3.2010 ότι, διεθνή δικαιοδοσία για να επιληφθεί του συνόλου των αξιώσεων εκ της συμβάσεως έχει το Δικαστήριο εντός των ορίων της κατά τόπο αρμοδιότητας του οποίου βρίσκεται ο τόπος της κύριας παροχής υπηρεσιών. Δεν τίθεται θέμα για το Δικαστήριο να καταλήξει κατά πόσον το ένα Δικαστήριο είναι πιο κατάλληλο από το άλλο για να αναλάβει δικαιοδοσία αλλά εάν, με βάση τις πιο πάνω αρχές δικαίου, το ίδιο έχει εξουσία να εκδικάσει την υπόθεση. Προχωρώντας στο Άρθρο 5
(3)του ΕΚ 44/01, οι πρόνοιες του έτυχαν επεξήγησης στην υπόθεση Powertools Electro
(2013), πιο πάνω, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα (Δ. Μιχαηλίδου, Δ., στις σελίδες 2190-2192): «Ο Κανονισμός 44/2001 σχετίζεται με την ανάγκη διευκόλυνσης διασυνοριακών διαδικασιών έτσι ώστε να εξασφαλίζονται οι βασικές αρχές της ελευθερίας διακίνησης ατόμων και προϊόντων, και να μην παρεμβάλλονται διαδικαστικές διαδικασίες, ιδιαίτερα τυπικής φύσης ή δυσκολίες στην αναγνώριση και εφαρμογή αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλη χώρα από τη χώρα στην οποία επιζητείται η εκτέλεσή τους, στοχεύει κυρίως, στην απλοποίηση των διαδικασιών για σκοπούς αναγνώρισης και στη γρήγορη εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης μέσω μιας απλής και ενιαίας διαδικασίας. Το άρθρο 5
(3)προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης αγωγής σε άλλο κράτος μέλος ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιωνεί αδικοπραξίας ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου επεσυνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Στο βαθμό λοιπόν που η αγωγή βασίζεται σε αδικοπραξίες, δικαιοδοσία έχει η χώρα στην οποία έγινε ή δημιουργήθηκε η αδικοπραξία, με αποτέλεσμα πρόσωπο που κατοικεί σε έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στην υπόθεση C-189/87, Athanasios Kalfelis v. Bankhaus Schroder
(1988)ECR 5565 αποφασίστηκε, με την τότε σε ισχύ Συνθήκη των Βρυξελλών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ότι οι λέξεις "matters, relating to a tort, delict or quasi-delict" άρθρο 5
(3), καλύπτει όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές. Ο κ. Αγγελίδης παραπέμποντας στην πρωτόδικη απόφαση, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο είχε ταυτίσει στο μυαλό του «το ζημιογόνο γεγονός» με την έννοια της ζημιάς, άρα, εκεί όπου είχε επέλθει η ζημιά, εκεί δηλαδή που είχε την έδρα της η εφεσείουσα, κατά τρόπο λανθασμένο, εφ΄ όσον ο τερματισμός της υπάρχουσας συμφωνίας και η μη επικύρωση της νέας οφείλεται στο δόλο και την απάτη που επέδειξε η εφεσίβλητη, όπως εισήχθη με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε τις σχετικές αιτήσεις, για σφράγιση του κλητηρίου. Δεν πρόκειται, εισηγείται η εφεσείουσα, για διαφορά από τη μη ανανέωση της συμφωνίας συνεργασίας αλλά για διαφορά που προέκυψε από υπογραφή της λύσης της παλαιάς σύμβασης και μη υπογραφή της νέας σύμβασης για νέα προϊόντα, λόγω των δολίων ενεργειών της εφεσίβλητης. Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ) ημερ. 16.7.2009, Αρ. C-189/08, Zuid-Chemie BV κατά Philippo´s Mineralenfabriek NV/SA, την οποία παρέθεσε ο κ. Αγγελίδης, αποφασίστηκε ότι: «23. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση κατά την οποία ο τόπος όπου έλαβε χώρα το γεγονός που δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου το γεγονός αυτό προκάλεσε ζημία, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο του αιτιώδους γεγονότος, οπότε ο εναγόμενος δύναται να εναχθεί, κατ΄ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου τόπου (βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ης Νοεμβρίου 1976, 21/76, Bier, αποκαλούμενη «Ορυχεία ανθρακικού καλίου της Αλσατίας», Συλλογή τόμος 1976, σ.613, σκέψεις 24 και 25 της 1ης Οκτωβρίου 2002, C-167/00, Henkel, Συλλογή 2002, σ.1-8111, σκέψη 44 της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-18/02, DFDS Torline, Συλλογή 2004, σ. 1-1417, σκέψη 40, και Kronhofer, προαναφερθείσα, σκέψη 16).». Σχετική επίσης και η C-1802 Danmarks Rederiforening, ενεργούσας για λογαριασμό της DFDS Torline A/S, κατά LO Landsorganisationen I Sverige, ενεργούσας για λογαριασμό της SEKO Sjofolk Facket for Service och Kommunikation. (Υπογράμμιση Δικαστηρίου.) Προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εφεσείουσα δύναται να ενάξει την εφεσίβλητη ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε του τόπου όπου επεσυνέβηκε η ζημιά, στη Ρουμανία, ή εκεί όπου τελέστηκε η αδικοπραξία, στη Λευκωσία.» Στην υπόθεση Directo Capital Investments Ltd κ.α. ν. Global Finance κ.α., ECLI:CY:AD:2016:D366, Π.Ε. 251/2011, ημερομηνίας 18.7.2016, όπου όλοι οι εναγόμενοι δεν είχαν την κατοικία τους στην Κύπρο, κρίθηκε ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Η αιτία αγωγής βασιζόταν για μεν τους εναγομένους 2, οι οποίοι είναι συνεταιρισμός εγγεγραμμένος στα Channel Islands στο ότι είχαν παραβιάσει τους όρους ενός εμπιστευτικού μνημονίου συναντίληψης, ενώ εναντίον των υπολοίπων εναγομένων, σε αστικά αδικήματα και ιδίως στο αστικό αδίκημα της πρόκλησης τρίτου σε παράβαση σύμβασης (Άρθρο 34
(1)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, χρησιμοποιώντας κυρίως τα Άρθρα 2
(1), 3
(1), 5
(1)και 23 του ΕΚ 44/01 θεώρησε ότι, εφόσον οι εφεσίβλητοι/εναγόμενοι 1, 3, 4 και 5, δεν ήσαν μέρη στο μνημόνιο, καμία από τις πιο πάνω πρόνοιες δεν εφαρμοζόταν και, κατά συνέπεια, δεν επιτρεπόταν στους ενάγοντες να καταχωρίσουν την αγωγή στην Κύπρο. Η Απόφαση αυτή επικυρώθηκε και αναφέρθηκε ότι ούτε οι πρόνοιες του Άρθρου 6 το οποίο προνοεί για συνένωση εναγομένων όταν υπάρχει στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών, τυγχάνει εφαρμογής. Λέχθηκαν σχετικά για το πιο πάνω Άρθρο καθώς και για το Άρθρο 5
(1)που αφορά σε διαφορές εκ συμβάσεως (Τ. Μιλτιάδου-Ψαρά, Δ): «Ως εκ του συνδυασμού των πιο πάνω άρθρων του Κ.44/2001, με δεδομένο ότι οι εφεσίβλητοι είναι πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα προκύπτει ότι αυτοί δεν μπορούν να εναχθούν στα κυπριακά δικαστήρια εκτός αν τα κυπριακά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία βάσει των Κανόνων που περιέχονται στα Τμήματα 2-7 του Κεφ.ΙΙ του Κ.44/2001 (στα οποία εντάσσονται τα άρθρ.5 και 23), κάτι που δεν ισχύει εν προκειμένω. Είναι ορθό ότι ο Κανονισμός αυτός κατ΄αρχήν δεν επιτρέπει στα Δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης να αναλαμβάνουν δικαιοδοσία σε σχέση με αξιώσεις που εγείρονται εναντίον εναγομένου με διαμονή σε άλλο κράτος μέλος. Ούτε και τα Δικαστήρια των κρατών μελών μπορούν να αναλάβουν δικαιοδοσία σε σχέση με αξιώσεις που στρέφονται εναντίον εναγομένων που διαμένουν σε άλλο κράτος μέλος στη βάση ότι συνδέονται ή είναι πρόσφορο να εκδικαστούν μαζί με αξιώσεις που εγείρονται εναντίον άλλου εναγομένου που δεν διαμένει σε κράτος μέλος και επί του οποίου τα εν λόγω Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. Το άρθρο 6 του Καν.44/2001είναι σχετικό και έχει ως εξής: «Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί: 1. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους» Στο Σύγγραμμα Briggs & Rees «Civil Jurisdiction and Judgments", 4η έκδοση, 2005, σελ.204-205 αναφέρονται τα εξής σχετικά: «If there is a claim which lies against two or more defendants who are domiciled in different Member States it is obviously impossible for all the defendants to defend in their home courts without running the risk of irreconcilable judgments. The Judgments Regulation therefore allows all to be proceeded against in the courts of the domicile of any of them. This is as far as it goes, though: it does NOT permit co-defendants to be joined into proceedings in a court in a Member State in which no defendant is domiciled: if a court has only prorogated jurisdictiction over D1 under Article 23, or special jurisdiction over D1 on the basis of Article 5, D2 is not liable to be joined into the proceedings in that court unless he is himself domiciled there, or unless he too is independently subject to the jurisdiction of that court by reason of Article 5 or some other provision, Article 6
(1)will not operate to confer special jurisdiction over D2 unless the court has general jurisdiction over D1". Με δεδομένο ότι οι εναγόμενοι 2 δεν έχουν την κατοικία τους στην Κύπρο και η δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων ως προς αυτούς πηγάζει μόνο από τη Σύμβαση, (το Μνημόνιο Συναντίληψης), η συμπερίληψη των εφεσιβλήτων ως εναγομένων δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί με βάση τον Κανονισμό εφόσον οι αξιώσεις εναντίον τους δεν πηγάζουν από συμβατική ευθύνη, όπως συμβαίνει με τους εναγομένους 2. Η ανάληψη δικαιοδοσίας εκ μέρους των κυπριακών δικαστηρίων θα μπορούσε να γίνει μόνο εάν οι εναγόμενοι 2 είχαν την κατοικία τους στην Κύπρο (αρθ.2
(1)του Κανονισμού). Γι΄αυτό το λόγο βέβαια δεν ισχύουν οι εισηγήσεις των εφεσειόντων σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων 5(ι) και 23 (που εντάσσονται στα τμήματα 2-7 ανωτέρω) του εν λόγω Κανονισμού, αφού δεν υπάρχει δέσμευση των εφεσιβλήτων ως προς την ισχύ του Μνημονίου στο οποίο οι τελευταίοι δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη. Το γεγονός ότι ενδεχομένως να υπήρχε σχέση αντιπροσωπείας ή ιδιότητα αξιωματούχων των εφεσιβλήτων ως προς τους εναγόμενους 2 δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα. ....................... ................................. ............................. ............................. Προσθέτως αναφέρουμε ότι το άρθρο 5 του Κανονισμού αφορά δικαιοδοσία που αποκτάται όταν ένα πρόσωπο (εναγόμενος) που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος εάν η διαφορά αφορά σύμβαση. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου η φράση «διαφορές εκ Συμβάσεως» του άρθρου 5 έχει ανεξάρτητη και αυτοτελή έννοια. (βλ. C26/91 Jakob Handte & Co. GbmH v. Soc. Traitements Mecano-Chimiques des Surfaces
(1992)ECR I-3967). Εφόσον οι αξιώσεις που εγείρονται εν προκειμένω από τους εφεσείοντες εναντίον των εφεσιβλήτων δεν συνιστούν διαφορές εκ συμβάσεως, έπεται ότι τα κυπριακά δικαστήρια δεν είχαν και δεν έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης των εν λόγω αξιώσεων στη βάση του άρθρου 5
(1)του Κανονισμού. Οι αξιώσεις συνιστούν θέματα αδικοπραξίας «matters related to tort», όπως καθορίζονται από το άρθρο 5
(3)του Κανονισμού το οποίο δεν προσδίδει δικαιοδοσία στα κυπριακά δικαστήρια αφού ακριβώς τα γεγονότα αυτά δεν συνέβησαν στην Κύπρο. Ούτε και τα άρθρα 27 και 28 του Κανονισμού φαίνεται να βοηθούν τις θέσεις των εφεσειόντων. Δεν προκύπτει από το γράμμα ή το περιεχόμενο τους δυνατότητα εφαρμογής τους σε σχέση με τη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων.» Εφαρμογή ΕΚ 44/01 στην παρούσα υπόθεση Όπως αναφέρεται πιο πάνω, η Αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες του ΕΚ 44/01, οι οποίες, δεν αμφισβητείται ότι, ήταν σε ισχύ καθόλους τους ουσιώδεις χρόνους που λάμβαναν χώραν τα γεγονότα της παρούσας αγωγής. Θεωρείται επίσης δεδομένο ότι ο εν λόγω Κανονισμός έχει απευθείας εφαρμογή στη Δημοκρατία, χωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσής του και αυξημένη ισχύ έναντι των προνοιών της ημεδαπής νομοθεσίας. Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1(A) AAΔ.452. Προς τούτο, επαναλαμβάνεται ό,τι έχει λεχθεί στην υπόθεση Mangion
(2014), πιο πάνω, ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διαπιστώσει κατά πόσο διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία με βάση τον ΕΚ 44/01, ανεξάρτητα από προϋπάρχουσες άλλες πρόνοιες της ημεδαπής νομοθεσίας και νομολογίας. Κατά συνέπεια, τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου θα εξαχθούν με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω Κανονισμού στις οποίες στηρίζεται η πλευρά των Αιτητών, καθώς και στη σχετική επί των αντίστοιχων θεμάτων, νομολογία. Λαμβανομένων, φυσικά, υπ΄ όψιν και των επιχειρημάτων των δύο πλευρών τα οποία ανέπτυξαν λεπτομερέστατα. Οι Συμβάσεις Εργασίας των Εναγομένων 2 και 3 και κατά πόσον εφαρμόζονται τα Άρθρα 18-20
(1)και 23 του ΕΚ 44/01 Το εν λόγω σημείο, είναι ένα θέμα στο οποίο αμφότερες οι πλευρές απέδωσαν ιδιαίτερη σημασία και αφιέρωσαν μεγάλο μέρος των αγορεύσεών τους. Είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 - Αιτητές είχαν υπογράψει συμβάσεις εργασίας. Συγκεκριμένα: (α) ο Εναγόμενος 2 - Ευθύμιος Μπουλούτας, στις 28 Φεβρουαρίου, 2006, υπέγραψε Σύμβαση Εργασίας με την Marfin Bank, με ημερομηνία έναρξης της την ημέρα της υπογραφής της, (β) Ο Εναγόμενος 3 - Κυριάκος Μάγειρας, την 1η Μαρτίου, 2002, υπέγραψε Σύμβαση Εργασίας Αορίστου Χρόνου με την Πειραιώς Prime Bank A.T.E. με ημερομηνία έναρξης της την ημέρα της υπογραφής της. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 2 και 3 είναι ότι οι πιο πάνω Συμβάσεις Εργασίας είχαν καταρτισθεί μεταξύ των ιδίων και της ΜΕΒ, καθολική διάδοχο λόγω συγχωνεύσεως της Marfin Bank, η οποία αρχικά ήταν θυγατρική της Ενάγουσας και της οποίας εν συνεχεία η Ενάγουσα κατέστη καθολική διάδοχος. Το γεγονός αυτό, κατέστησε τους Εναγομένους 2 και 3, ως εργοδοτουμένους της Ενάγουσας και επομένως, κατ΄ εφαρμογή των Άρθρων 18-20
(1), του ΕΚ 44/01, η αγωγή του εργοδότη (Ενάγουσας) μπορεί να ασκηθεί μόνο ενώπιον του Δικαστηρίου του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος (Εναγόμενοι 2 και 3), έχει την κατοικία του (Ελλάδα) δίδοντας έτσι πλεονέκτημα στον εργοδοτούμενο. Κάτι τέτοιο, συμπίπτει μάλιστα με τις πρόνοιες του Άρθρου 2
(1), του ΕΚ 44/01, που προνοεί για καταχώριση αγωγής στο κράτος μέλος όπου ο εναγόμενος έχει την κατοικία του. Επιπρόσθετα, οι Εναγόμενοι 2 και 3, ισχυρίζονται ότι οι πιο πάνω Συμβάσεις Εργασίας περιλαμβάνουν ρήτρες αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Ελλάδας, εφαρμόζοντας δε το Άρθρο 23 του ΕΚ 44/01, θεωρούν ότι αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης των συγκεκριμένων θεμάτων, είναι τα Δικαστήρια της Ελλάδας. Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με τους Αιτητές, δεικνύουν προς την κατεύθυνση ότι αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3, αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Δικαστήρια της Ελλάδας. Στους πιο πάνω ισχυρισμούς, η Ενάγουσα ανταπαντά ότι οι παραβάσεις καθηκόντων των Εναγομένων στις οποίες στηρίζει τις απαιτήσεις της, είναι θέμα δικαίου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή όχι συμβατικής σχέσης. Η αγωγή δεν περιλαμβάνει αξίωση για παράβαση συμβατικών σχέσεων. Επικαλείται, προς τούτο, την Παράγραφο 13.9(Α)-13.9(Κ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως. Για επίρρωση των επιχειρημάτων τους, αμφότερες οι πλευρές επικαλέστηκαν την Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-47/14, Holterman Ferho Exploitatie BV κ.α. ν. F. Spies von Bullesheim, ημερομηνίας 10.9.2015. Εν πρώτοις, διευκρινίζεται ότι, εάν τα επιχειρήματα των Αιτητών ευσταθούν και τυγχάνουν εφαρμογής τα Άρθρα 18-20(i) και/ή 23 του ΕΚ 44/01, τότε θεωρείται ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας διαφοράς αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3 και αρμόδια είναι τα Δικαστήρια της Ελλάδας. Η πλευρά των Αιτητών επικεντρώθηκε στη Σκέψη 57 της Απόφασης όπου αναφέρθηκε ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ σύμβαση της οποίας η χαρακτηριστική υποχρέωση είναι η παροχή υπηρεσίας, θα χαρακτηρισθεί ως «παροχή υπηρεσιών» στην έννοια του Άρθρου 5
(1)(β) του ΕΚ 44/01. Η έννοια των «υπηρεσιών» προϋποθέτει, κατ΄ ελάχιστον, ότι ο παρέχων τις υπηρεσίες, ασκεί συγκεκριμένη δραστηριότητα έναντι αμοιβής. Η αρχή αυτή, σύμφωνα με τους Αιτητές, πρέπει να αναγινώσκεται σε συνδυασμό με την Αιτιολογική Σκέψη 13, του ΕΚ 44/01 που προνοεί ότι, στις συμβάσεις εργασίας είναι σκόπιμο να προστατεύεται ο αδύναμος διάδικος, στην παρούσα περίπτωση, οι Αιτητές, με ευνοϊκότερους, για τα συμφέροντά του, κανόνες δικαιοδοσίας. Με βάση, επομένως, τις εν λόγω αρχές και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, εφόσον η παροχή υπηρεσιών γινόταν στην Ελλάδα όπου βρισκόταν η έδρα των εργοδοτών, αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης αυτών των διαφορών των διαδίκων διαθέτουν τα Δικαστήρια της Ελλάδας. Από την πλευρά της η Καθ΄ ης η Αίτηση, επικαλούμενη τα΄σο την υπόθεση Ηolterman
(2015), Σκέψεις 43-49, όσο και την υπόθεση C-548/12, Marc Brogsitter v. Fabrication de Montres Normandes EURL κ.α., ημερομηνίας 13.3.2014, Σκέψεις 23-27, παρουσιάζει μία ευρύτερη διάσταση. Ο συνδυασμός των δύο πιο πάνω υποθέσεων, σύμφωνα με την Καθ΄ ης η Αίτηση, οδηγεί στα ακόλουθα συμπεράσματα: (α) το ότι υπάρχει κάποιου είδους σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων και ο ένας ασκεί αγωγή για αποζημιώσεις κατά του άλλου, δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι η αγωγή αυτή εμπίπτει στις «διαφορές εκ συμβάσεως» κατά την έννοια του Άρθρου 5
(1), του ΕΚ 44/01, (β) για να συναχθεί τέτοιο συμπέρασμα, πρέπει η συμπεριφορά που προσάπτεται να μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αυτές ορίζονται βάσει του αντικειμένου της οικείας σύμβασης, (γ) τούτο ισχύει a priori στην περίπτωση όπου η ερμηνεία της επίδικης συμβάσεως παρίσταται απολύτως αναγκαία προκειμένου να διαπιστωθεί αν η συμπεριφορά του εναγομένου είναι θεμιτή ή αθέμιτη, (δ) εναπόκειται επομένως στο αιτούν Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο η υπό κρίση στην υπόθεση της κύριας δίκης αγωγή, έχει ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημίας η οποία θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ότι οφείλεται σε προβολή των δικαιωμάτων ή παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων της κύριας δίκης, όπερ θα σήμαινε ότι η εξέταση της συμβάσεως θα ήταν απολύτως αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, (ε) ένα κριτήριο που θα πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψιν από το αιτούν Δικαστήριο είναι το κατά πόσο το άτομο που, υπό την ιδιότητα του διευθυντή και διαχειριστή της εταιρείας είχε σύμβαση εργασίας μαζί της, παρείχε, για ορισμένη περίοδο, συγκεκριμένες υπηρεσίες προς την εταιρεία αυτή και υπό τη διεύθυνσή της, έναντι των oποίων λάμβανε αμοιβή και εάν συνδεόταν με αυτήν σε μία διαρκή σχέση που τον ενέτασσε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο χειρισμού των υποθέσεων της εν λόγω εταιρείας, (στ) όσον αφορά, ειδικότερα, στη σχέση εξαρτήσεως, η ύπαρξη μιας τέτοιας σχέσης πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση σε συνάρτηση με όλα τα στοιχεία και όλες τις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των μερών, (ζ) στο αιτούν Δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει κατά πόσον το άτομο που είχε υπογράψει σύμβαση εργασίας μπορούσε, υπό την ιδιότητα του μετόχου, να επηρεάζει τη βούληση του διοικητικού οργάνου της εταιρείας στην οποία ήταν διαχειριστής. Στην περίπτωση αυτή, πρέπει να καταδειχθεί ποίος ήταν αρμόδιος να του δίδει οδηγίες και να ελέγχει την εφαρμογή τους. Εάν αποδειχθεί ότι η δυνατότητά του να ελέγχει το εν λόγω όργανο, δεν ήταν αμελητέα, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε σχέση εξαρτήσεως, όπως ορίζεται στη νομολογία του ΔΕΕ για την έννοια του εργαζομένου. Περαιτέρω, η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλέστηκε εκτεταμένα αποσπάσματα από την Αγγλική υπόθεση του Court of Appeal (Civil Division), Peter Miles Bosworth and Another v. Arcadia Petroleum Ltd and Others [2016] EWCA Civ. 818, η οποία υποστηρίζει τις απόψεις της. Τόνισαν μάλιστα ότι ο Professor Briggs εμφανιζόταν ως ένας από τους δικηγόρους (barristers) στην υπόθεση, επομένως η υπόθεση αυτή ήταν εν γνώσει των Αιτητών. Παρόλα αυτά, τόσο ο Professor Briggs στη Γνωμάτευσή του, όσο και οι Αιτητές στην αγόρευσή τους, απέκρυψαν, αντιδεοντολογικά, την εν λόγω υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει ήδη κάνει αναφορά στο γεγονός ότι δεν θα αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη Γνωμάτευση Briggs, επομένως, οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά επί του θέματος, θα ήταν περιττή. Έχοντας μελετήσει τις εκτεταμένες επί του θέματος αγορεύσεις των δύο πλευρών το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα Συμπεράσματα: 1. Το Δικαστήριο οφείλει πρώτα να ξεκαθαρίσει ποία γεγονότα έχει ενώπιόν του για να αποφανθεί επί του θέματος. Όπως αναφέρεται πιο πάνω στην ενότητα «Γεγονότα που λαμβάνονται υπ΄ όψιν κατά την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας», αυτά που θα πρέπει να ληφθούν υπ΄ όψιν είναι αυτά που περιλαμβάνονται στο Κλητήριο Ένταλμα, στην Έκθεση Απαιτήσεως, αυτά που είναι εμφανή από το φάκελο δικογραφίας, αλλά και αυτά που περιλαμβάνονται στις Ένορκες Δηλώσεις που έγιναν προς υποστήριξη της Αίτησης και Ένσταση. Οφείλει δε το Δικαστήριο με βάση την αρχή της Universal Music
(2016)πιο πάνω, να λαμβάνει υπ΄ όψιν και τις θέσεις του εναγομένου (ήτοι των Αιτητών στην παρούσα περίπτωση).
  1. Στην παρούσα περίπτωση εκείνο που εντοπίζεται είναι ότι με βάση το Κλητήριο Ένταλμα αλλά, ιδιαίτερα, την Έκθεση Απαιτήσεως, η παρούσα αγωγή δεν στηρίζεται σε παραβάσεις συμφωνίας. Σε κανένα σημείο δεν εμπεριέχεται ισχυρισμός για παραβάσεις συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 και καμία αναφορά γίνεται στις Συμβάσεις Εργασίας που επικαλούνται οι Αιτητές.
  2. Φυσικά πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν η αρχή που τέθηκε στην Holterman
(2015), πιο πάνω, Σκέψη 32, ότι το γεγονός απλώς και μόνο ότι ο ενάγων προσδιορίζει με το δικόγραφο της αγωγής του διάφορες νομικές βάσεις της ευθύνης, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι η πράξη αυτή μπορεί να εμπίπτει σε όλες τις προβαλλόμενες διατάξεις. Συγκεκριμένα, τούτο ισχύει μόνο εάν η προσαπτόμενη συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές, γεγονός που εναπόκειται στο αιτούν Δικαστήριο να εξακριβώσει.
  1. Στην παρούσα περίπτωση, η Έκθεση Απαιτήσεως διατυπώνει με σαφήνεια τις αιτίες αγωγής και τον τρόπο και βαθμό που κάθε Εναγόμενος εμπλέκεται, σύμφωνα με την Ενάγουσα, στις επίδικες πράξεις και/ή παραλείψεις που δημιούργησαν τα αγώγιμα δικαιώματα. Στην δε Παράγραφο 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, διατυπώνεται υπό ποία ιδιότητα οι Εναγόμενοι 2 και 3 εμπλέκονται στα επίδικα γεγονότα και καμία αναφορά γίνεται σε σχέση εργοδότη-εργοδοτουμένου.
  2. Τονίζεται ότι δεν καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση οποιουδήποτε Εναγομένου ούτως ώστε να διαφαίνεται ο τρόπος που, δικογραφικά, αντιμετωπίζουν τους αντίστοιχους ισχυρισμούς της Ενάγουσας.
  3. Η Έκθεση Απαιτήσεως καταλογίζει στους Εναγομένους αμέλεια, συνωμοσία και δόλο καθώς και παραβάσεις της καλής πίστης που πρέπει να επιδεικνύεται από αξιωματούχους μιας εταιρείας. Ως περίοδος αναφοράς των εν λόγω πράξεων και/ή παραλείψεων προσδιορίζεται η περίοδος 2006-
  4. Επιπρόσθετα εκτός από το περιεχόμενο της Παραγράφου 13.9(Α)-13.9(Κ) της Εκθέσεως Απαιτήσεως που επικαλείται η Καθ΄ ης η Αίτηση, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί το περιεχόμενο των Παραγράφων 2 και 18 της Εκθέσεως Απαιτήσεως που αναφέρουν την πορεία του Ομίλου Λαϊκής και τη Διασυνοριακή Συγχώνευση η οποία έγινε στις 31.3.2011 με διάταγμα Δικαστηρίου και με την οποία η ΜΕΒ κατέστη μέρος της Ενάγουσας και παράρτημα της Ενάγουσας στην Ελλάδα. Με βάση δε τις πρόνοιες του Άρθρου 201ΚΑ
(1)(γ) του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, από τις 31.3.11, η ΜΕΒ έπαυσε να υφίσταται.
  1. Οι Αιτητές θεωρούν ότι όλες οι ενέργειες και διαφοροποιήσεις που έγιναν εντός του Ομίλου Λαϊκής (όπως αυτός περιγράφεται στην Παράγραφο 2 της Εκθέσεως Απαιτήσεως), εντάσσονται στο πλαίσιο των ίδιων γεγονότων και δεν διαφοροποιείται το καθεστώς των Εναγομένων 2 και 3 ως εργοδοτουμένων της Ενάγουσας.
  2. Όμως η ενάγουσα με την Έκθεση Απαιτήσεως της αποδίδει στους Εναγομένους 2 και 3 ρόλο, όχι εργοδοτουμένων, αλλά αξιωματούχων στον Όμιλο Λαϊκής με ευρείες μάλιστα εξουσίες. Δεν γίνεται δε οιαδήποτε αναφορά σε παραβάσεις συμφωνίας ούτε θεωρώ ότι είναι αναγκαία η επίκληση οποιασδήποτε συμφωνίας για να διαπιστωθούν οι ενέργειες που αποδίδονται στους Εναγομένους 2 και 3 ή ακόμη σε οποιοδήποτε άλλο Εναγόμενο, ενέργειες οι οποίες, κατ΄ ισχυρισμόν, δημιούργησαν τα αγώγιμα δικαιώματα. Αυτό θεωρώ ότι απαντά και στο επιχείρημα των Αιτητών οι οποίοι επικαλούμενοι την Holterman
(2015), Σκέψη 49, πιο πάνω, ισχυρίζονται ότι οι διευθυντές και διαχειριστές μιας εταιρείας πρέπει να ενάγονται στον τόπο διαμονής τους αφού εφαρμόζονται οι αρχές των αμέσως προηγούμενων Σκέψεων που αναλύονται πιο πάνω.
  1. Σε περίπτωση που η μη συμπερίληψη στην αγωγή αντίστοιχης αιτίας αγωγής για παράβαση συμβάσεως, διαφανεί ότι αποτελεί δικογραφική παράλειψη της Ενάγουσας, η ίδια θα υποστεί τις συνέπειες της παράλειψης αυτής. Αλλά το Δικαστήριο δεν μπορεί από μόνο του να επικαλεσθεί γεγονότα τα οποία μέχρι στιγμής δεν έχουν καταστεί επίδικα και να τα τοποθετήσει στο πλαίσιο των επίδικων γεγονότων με δική του πρωτοβουλία.
  2. Έχοντας μελετήσει όλα τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για τους λόγους που επεξηγώ πιο πάνω, θεωρώ ότι ο ισχυρισμός των Αιτητών για εφαρμογή των Άρθρων 18-20
(1)της ΕΚ 44/01, δεν ευσταθεί. Η υπογραφή των Συμβάσεων Εργασίας δεν δημιουργεί κώλυμα στην εκδίκαση των διαφορών των αντίστοιχων διαδίκων, Ενάγουσας και Εναγομένων 2 και 3, ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  1. Εφόσον δε το Δικαστήριο δεν θα στηριχθεί στις πρόνοιες των Συμβάσεων Εργασίας, αυτό σημαίνει ότι δεν θα ληφθούν υπ΄ όψιν και οι ρήτρες αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων που περιλαμβάνονται σ΄ αυτές, κάτι που σημαίνει ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 23 του ΕΚ 44/
  2. Σε ενάντια περίπτωση, η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας θα έπρεπε, κατά κανόνα να τύχει εφαρμογής P. Pitsillides Τrading Ltd κ.α. ν. Red Bull GmbH, ECLI:CY:AD:2016:A426, Π.Ε. 44/2010, ημερομηνίας 14.9.
  3. Κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 22
(2)του ΕΚ 44/01, που προνοεί για αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπ΄ όψιν η κατοικία. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών είναι ότι, αποκλειστική δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, έχουν τα Ελληνικά Δικαστήρια αφού εφαρμόζεται το Άρθρο 22
(2), του ΕΚ 44/01, το οποίο προνοεί: «Αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν:
  1. ...................... .......................
  2. Σε θέματα κύρους, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή κύρους αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του.» Πιο πάνω, στην ενότητα «Ισχυρισμοί Αιτητών», Παράγραφοι 5, 6 και 8, εμφαίνονται τα αντίστοιχα επιχειρήματα των Αιτητών και στην ενότητα «Ισχυρισμοί Καθ΄ ης η Αίτηση», Παράγραφος 4, τα επιχειρήματα της Καθ΄ ης η Αίτηση. Αμφότερες οι πλευρές κατά τις αγορεύσεις τους αναφέρθηκαν σε νομολογία του ΔΕΕ, ερμηνεύοντάς την όμως με διαφορετικό τρόπο. Έγιναν αναφορές στην C-372/07, Nicole Hasset v. South Eastern Health Board, ημερομηνίας 2.10.2008 και C-144/10, Berliner Verkehvsbetriebe (BVG) v. JP Morgan Chase Bank NA, Frankfurt Branch, ημερομηνίας 12.5.
  3. Επιπρόσθετα, η Καθ΄ ης η Αίτηση έκαμε αναφορά και στην C-302/13, FlyLAL-Lithuanian Airlines AS, in liquidation v. Starptantiska lidosta Riga κ.α., ημερομηνίας 23.10.
  4. Κατά την αγόρευσή τους οι Αιτητές, ανέπτυξαν μία ενδιαφέρουσα συλλογιστική την οποία, αναφέρω εκ των προτέρων ότι, δεν υιοθετώ. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι στην αγωγή αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι τα όσα η Ενάγουσα καταλογίζει στον Αιτητή 1, Ανδρέα Βγενόπουλο, αφορούν στο κύρος αποφάσεων στις οποίες συνέπραξε ως όργανο ή μέλος οργάνου της ΜΕΒ, ασχέτως της ιδιότητάς του και της φύσης του συμβατικού δεσμού μεταξύ τους, δηλαδή αφορούν στην «εσωτερική» σχέση τους εκ της θέσεως του πιο πάνω Αιτητή στο διοικητικό κορμό της ΜΕΒ. Τέτοιες διαφορές θα πρέπει να αποφασίζονται στον τόπο όπου η εταιρεία (στην παρούσα περίπτωση, η ΜΕΒ) έχει την έδρα της (στην παρούσα περίπτωση, η Ελλάδα). Ακολούθως, με αναφορά στις δύο πρώτες, πιο πάνω, Αποφάσεις, αναφέρουν ότι στη νομολογία του το ΔΕΕ έχει διαχωρίσει τις έννοιες της συμβατικής σχέσης ανάμεσα στην εταιρεία και σε τρίτο εκτός εταιρείας και της «εσωτερικής» συμβατικής σχέσης ανάμεσα στην εταιρεία και τα όργανα της διοίκησής της. Η δε νομολογία έχει αποφανθεί ότι το Άρθρο 22
(2)του ΕΚ 44/01, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά ώστε να καταλαμβάνει μόνο τις «εσωτερικές» συμβατικές σχέσεις. Διαχωρίζουν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από αυτά των δύο πιο πάνω Αποφάσεων αφού στο επίκεντρο της παρούσας, ευρίσκονται οι εξουσίες και αρμοδιότητες στελεχών Ελληνικής Τράπεζας, η συμβατότητα ή μη των αποφάσεών της με το Ελληνικό εταιρικό και τραπεζικό δίκαιο και η εγκυρότητα, ή μη, της ενάσκησης των εξουσιών υπό την ιδιότητά τους ως στελεχών μιας Ελληνικής Τράπεζας. Καμία ιδιαίτερη εξωτερική σχέση δεν εμπλέκεται. Η ένδικη διαφορά είναι μία και αφορά στην εσωτερική σχέση του Α. Βγενόπουλου με την ΜΕΒ. Επομένως, μόνο το Ελληνικό εταιρικό δίκαιο θα εφαρμοσθεί προκειμένου να εξετασθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών της Ενάγουσας. Αντίθετα, υιοθετώ πλήρως τα επιχειρήματα της αγόρευσης της Ενάγουσας τα οποία ενσωματώνονται και αποτελούν μέρος του σκεπτικού του Δικαστηρίου, στο θέμα αυτό. Όπως διαφαίνεται και από την Έκθεση Απαιτήσεως, η παρούσα αγωγή αφορά σε θέματα παράβασης εμπιστευτικών καθηκόντων, συνωμοσία και δόλο και όχι στην εγκυρότητα των αποφάσεων στη βάση του Καταστατικού της Ενάγουσας. Τα ακόλουθα αποσπάσματα από την Hasset
(2008), υποστηρίζουν την άποψη αυτή. «.... it cannot be inferred ..... that, in order for point 2 of Article 22 of Regulation No 44/2001 to apply, it is sufficient that a legal action involve some link with a decision adopted by an organ of a company...» «... if all disputes involving a decision by an organ of a company had to be treated as coming within the scope of point 2 of Article 22 of Regulation No 44/2001, that would in reality mean that all legal actions brought against a company - whether in matters relating to a contract, or to tort or delict, or any other matter - would almost always come within the jurisdiction of the courts of the Member State in which the company has it seat.» «However, such an interpretation of that provision would make the exceptional jurisdiction in question applicable in the case of disputes which would not give rise to conflicting judgments as regards the validity of the decisions of the organs of a company, in that their outcome would have no bearing on that validity, and also in the case of disputes which do not require any examination of the publication formalities applicable to a company. Such an interpretation would thus extend the scope of point 2 of Article 22 of Regulation No 44/2001 beyond what is required by its objective, as referred to in paragraphs 20 and 21 of this judgment. It follows that - as was rightly pointed out by the doctors and by the Commission of the European Communities - that provision must be interpreted as covering only disputes in which a party is challenging the validity of a decision of an organ of a company under the company law applicable or under the provisions governing the functioning of its organs, as laid down in its Articles of Association. ..................................................... What the doctors do challenge is the manner in which that power was exercised. They maintain that the MDU rejected their claim for indemnity automatically, without examining it in detail, thereby infringing their rights under the MDU's Articles of Association as members of that organisation. Consequently, the disputes before the referring court between those doctors and the MDU do not fall within the scope of point 2 of Article 22 of Regulation No 44/2001.» Oι ίδιες τοποθετήσεις έγιναν και μεταγενέστερα στην Lithuanian
(2014), πιο πάνω, όπου στις Σκέψεις 40-42, λέχθηκαν τα ακόλουθα: 40 Όσον αφορά το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001, το Δικαστήριο είχε ήδη την ευκαιρία να αποφανθεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη έχει την έννοια ότι στο πεδίο εφαρμογής της εμπίπτουν μόνον οι διαφορές στις οποίες ένας διάδικος αμφισβητεί το κύρος αποφάσεως οργάνου εταιρίας βάσει του εφαρμοστέου δικαίου εταιριών ή των καταστατικών διατάξεων περί της λειτουργίας των οργάνων της (απόφαση Hassett και Doherty, C‑372/07, EU:C:2008:534, σκέψη 26). 41 Από την απάντηση που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα έπεται, ως προς την ουσία της διαφοράς της κύριας δίκης, ότι αντικείμενό της είναι το αίτημα αποκαταστάσεως ζημίας οφειλόμενης σε προβαλλόμενες παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, και όχι το κύρος, η ακυρότητα ή η λύση εταιριών ή άλλων νομικών προσώπων, ούτε το κύρος αποφάσεων των οργάνων τους, κατά την έννοια του άρθρου 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001. 42 Κατά συνέπεια, ως προς το πρώτο σκέλος του δεύτερου και του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 22, σημείο 2, του κανονισμού 44/2001 έχει την έννοια ότι αγωγή, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία έχει ως αίτημα την αποκατάσταση ζημίας προκληθείσας από προβαλλόμενες παραβιάσεις του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης, δεν συνιστά διαδικασία σχετική με το κύρος αποφάσεων εταιρικών οργάνων κατά την έννοια της συγκεκριμένης διατάξεως.» Παρόμοια λέχθηκαν και στην JP Morgan
(2011), Σκέψεις 33, 34 και 40. Έπεται, κατά συνέπεια, ότι οι πράξεις και/ή παραλείψεις για τις οποίες η Ενάγουσα επιζητεί θεραπείες, δεν εμπίπτουν σ΄ αυτές που περιγράφονται στο Άρθρο 22
(2), του ΕΚ 44/01. Eφαρμογή του Άρθρου 5
(1)και
(3)του ΕΚ 44/01 Ανάλυση της νομικής πτυχής των εν λόγω προνοιών με αναφορά τόσο σε νομολογία του ΔΕΕ όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, βρίσκεται πιο πάνω στην παρούσα Ενδιάμεση Απόφαση, στην ενότητα «Γενική Ανάλυση των Άρθρων 2, 3, 5
(1)
(3)και 6 του ΕΚ 44/01». Το χαρακτηριστικό των εν λόγω προνοιών είναι το δυνητικό και όχι το υποχρεωτικό. Δηλαδή παρέχεται η δυνατότητα καταχώρισης αγωγής σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο βρίσκεται η κατοικία του εναγομένου, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των προνοιών αυτών. Το μεν Άρθρο 5
(1), αναφέρεται σε διαφορές εκ συμβάσεως, το δε Άρθρο 5
(3), σε διαφορές εκ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών εμφαίνονται πιο πάνω, στην ενότητα «Ισχυρισμοί Αιτητών», Παράγραφος 6, ενώ της Καθ΄ ης η Αίτηση στους «Ισχυρισμούς Καθ΄ ης η Αίτηση», Παράγραφος 2(i)-(vii). Η Καθ΄ ης η Αίτηση υποστηρίζει εμφαντικά ότι όλες οι αξιώσεις της στην παρούσα αγωγή, ουδόλως αφορούν σε διαφορές εκ συμβάσεως για να τυγχάνει εφαρμογής το Άρθρο 5
(1)αλλά αντίθετα εφαρμόζεται το Άρθρο 5
(3). Συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση την οποία και υιοθετώ. Αυτό είναι διάχυτο από όλους τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και από τις αιτούμενες θεραπείες. Ό,τι δε αναφέρθηκε στην παρούσα Ενδιάμεση Απόφαση για τους Εναγομένους 2 και 3 για τις διαφορές εκ συμβάσεως, ισχύει και εφαρμόζεται και για τους Εναγομένους 1 και 12. Όμως ένα άλλο προαπαιτούμενο για να τύχει εφαρμογής το Άρθρο 5
(3)και για να έχουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι, το ζημιογόνο γεγονός να έχει συμβεί στην Κύπρο. Οι Αιτητές διατείνονται ότι, η κατ΄ ισχυρισμόν ζημιά, επεσυνέβη στην Ελλάδα όπου κατά τους ουσιώδεις χρόνους βρισκόταν η έδρα των τραπεζικών ιδρυμάτων. Υπάρχει όμως ακόμη ένα επιπρόσθετο σημείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπ΄ όψιν: όπως αναφέρεται πιο πάνω, από τις 31.3.2011 που επήλθε η Διασυνοριακή Συγχώνευση η ΜΕΒ έπαυσε να υφίσταται και η μοναδική νομική οντότητα που υπάρχει είναι η Ενάγουσα η οποία έχει την έδρα της στην Κύπρο. Οι εν λόγω ενέργειες είχαν γίνει πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής και οι δικηγόροι της Ενάγουσας είναι την ίδια την Ενάγουσα που τοποθετούν στο δικόγραφό τους (Παράγραφοι 1-5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως) ως έχουσα υποστεί την επίδικη ζημία. Κατά πόσον καλώς ή κακώς έπραξαν, είναι κάτι για το οποίο θα αποφανθεί στο τέλος το Δικαστήριο. Τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με το τι αναφέρθηκε στην Powertools
(2013), πιο πάνω, όπου με αναφορά σε νομολογία του ΔΕΕ η ερμηνεία του Άρθρου 5
(3)περιλαμβάνει τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας (Κύπρος), όσο και τον τόπο του αιτιώδους γεγονότος (Ελλάδα). Σε τέτοια περίπτωση επαφίεται στον ενάγοντα να επιλέξει Δικαστήριο. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι, η Ενάγουσα ενήργησε εντός των πλαισίων του ΕΚ 44/01 και τα Κυπριακά Δικαστήρια διαθέτουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης αφού οι ισχυρισμοί της Εκθέσεως Απαιτήσεως καθορίζουν ως τόπο επελεύσεως της ζημίας, την Κύπρο. Εφαρμογή του Άρθρου 6
(1)του ΕΚ 44/01 Το ΄Αρθρο 6
(1)του ΕΚ 44/01, προνοεί ότι ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος σε περίπτωση που υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του Δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών, ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τη χωριστή εκδίκασή τους. Η Κυπριακή Απόφαση Directo Capital
(2016), πιο πάνω, είναι σχετική, στην οποία γίνεται αναφορά τόσο σε νομολογία του ΔΕΕ, αλλά και σε σύγγραμμα. Βλ. ενότητα «Γενική Ανάλυση των Άρθρων 2, 3, 5
(1)
(3)και 6 του ΕΚ 44/01». Η πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 12 - Αιτήτρια, Marfin Investment Group Holidays S.A., θα μπορούσε να εμπλακεί στην υπόθεση μόνο κατ΄ επίκλιση του Άρθρου 6
(1). Όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε αφού, από το κείμενο της αρχικής Έκθέσεως Απαιτήσεως, ούτε η Εναγομένη 12, αλλά ούτε οι Εναγόμενοι 5-11, δεν ξεκαθαρίζεται πώς εμπλέκονται. Είναι για το λόγον αυτόν, μεταξύ άλλων, που η Ενάγουσα προχώρησε σε τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως και διευκρίνισε το θέμα. Αυτό όμως έγινε τρία χρόνια αργότερα. Από την πλευρά της η Καθ΄ ης η Αίτηση αντικρούει τους ισχυρισμούς των Αιτητών. Οι δικοί της ισχυρισμοί, εμφαίνονται πιο πάνω, στην ενότητα «Ισχυρισμοί Καθ΄ ης η Αίτηση», Παράγραφοι 1, 2(VIII) και
  1. Επικαλείται επιπρόσθετα την υπόθεση C-98/06, Freeport plc v. Olle Arnoldsson, ημερομηνίας 11.10.
  2. Θεωρώ ότι ο συνδυασμός των Παραγράφων 6(Α) και 23-25 της αρχικής Εκθέσεως Απαιτήσεως, ξεκαθαρίζει τον τρόπο εμπλοκής τόσο της Εναγομένης 12 αλλά και των Εναγομένων 4-11 που κατ΄ ισχυρισμόν τούς αποδίδει η Ενάγουσα. Είναι δε φανερό ότι η Ενάγουσα τούς εμπλέκει στις ίδιες αδικοπραξίες με τους υπόλοιπους Εναγομένους, τις οποίες εντάσσει στο πλαίσιο των ίδιων γεγονότων. Παρατίθενται δε και λεπτομέρειες εμπλοκής τους στα επίδικα γεγονότα. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 6
(1), αναφορικά με την Εναγομένη 12, στην οποία αφορά η παρούσα διαδικασία, αφού θεωρείται αναγκαία διάδικος και υπάρχει συνάφεια μεταξύ της απαίτησης εναντίον της και της απαίτησης εναντίον των υπόλοιπων Εναγομένων. Κατάληξη στο θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με τον ΕΚ 44/01 Με βάση όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια διαθέτουν, με βάση τις πρόνοιες του ΕΚ 44/01, δικαιοδοσία εκδίκασης της αγωγής εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2, 3 και
  1. Η δε δικαιοδοσία περιλαμβάνει όλο το φάσμα της αγωγής και δεν περιορίζεται στα θέματα που περιλαμβάνει ο Πίνακας Α που επισυνάπτεται στην Αίτηση. Για τους πιο πάνω λόγους, στα θέματα αυτά η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. ΕΦΑΡMOΓH ΤOY ΔΟΓΜΑΤOΣ FORUM NON CONVENIENS Οι Αιτητές επικαλούνται ως διαζευκτικό λόγο για την επιτυχία της Αίτησής τους ότι τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν είναι, στην προκειμένη περίπτωση το κατάλληλο forum (forum non conveniens) δεδομένου ότι, από το σύνολο των περιστάσεων που εξιστορούνται, η κατοικία των Εναγομένων 1, 2, 3 και 12, η ύπαρξη ατομικών συμβάσεων εργασίας, η συμβατική σχέση των Εναγομένων 1 και 12 με την Ενάγουσα, οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, οι συμφωνίες παρέκτασης αρμοδιότητας, ο τόπος εκπλήρωσης παροχής εργασίας και/ή υπηρεσιών, η μη συμμετοχή των Εναγομένων που είναι κάτοικοι Κύπρου σε σειρά επίδικων υποθέσεων, ο τόπος τελέσεως των φερόμενων άδικων πράξεων και επελεύσεως της κατ΄ ισχυρισμόν ζημίας, υποδηλώνουν ότι τα Δικαστήρια της Ελλάδας είναι προφανώς η ευκρινώς περισσότερο κατάλληλα για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η αρχή του forum non conveniens, ισχυρίζονται, εφαρμόζεται ακόμη και υπό το κράτος του ΕΚ 44/
  2. Αντίθετη θέση προβάλλει η Καθ΄ ης η Αίτηση η οποία ισχυρίζεται ότι, ενόψει του ΕΚ 44/01, το δόγμα του forum non conveniens, δεν τυγχάνει εφαρμογής. Θα συμφωνήσω με την Καθ΄ ης η Αίτηση επικαλούμενος πρώτα το Άρθρο 25, του ΕΚ 44/01 το οποίο προνοεί για το καθήκον του Δικαστηρίου να αποφασίζει κατά πόσο διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία ακόμη και αυτεπάγγελτα. Εάν αποφασίσει ότι διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, (βλ. Ironhold
(2010), τότε η πρόνοια του ΕΚ 44/01 έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιωνδήποτε ημεδαπών προνοιών που συγκρούονται με αυτόν. Όπως δε λέχθηκε και στην Mangion
(2014), πιο πάνω, με τη διαπίστωση διεθνούς δικαιοδοσίας, το θέμα πρέπει να μείνει εκεί και το Δικαστήριο δεν πρέπει να προχωρεί σε εξέταση του κατά πόσον άλλη αρχή που ενδεχομένως να ίσχυε στην απουσία του ΕΚ 44/01, τυγχάνει εφαρμογής. Ως τέτοια αρχή είναι και το forum non conveniens. Το δόγμα του forum non conveniens, όπως έχει διατυπωθεί στο Αγγλικό δίκαιο, καθιέρωσε την αρχή ότι, Δικαστήριο μίας χώρας, μπορεί να αποποιηθεί τη δικαιοδοσία του με το σκεπτικό ότι, Δικαστήριο το οποίο έχει επίσης διεθνή δικαιοδοσία και βρίσκεται σε άλλο κράτος, είναι αντικειμενικά καταλληλότερο για την εκδίκαση της επίδικης διαφοράς. Η διαφορά δηλαδή, μπορεί να εκδικασθεί κατά προσφορότερο τρόπο, λαμβανομένων υπ΄ όψιν των συμφερόντων όλων των διαδίκων και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης ενώπιον του Δικαστηρίου του άλλου κράτους. Σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο αναστέλλει την ενώπιόν του διαδικασία. Η αρχή αυτή έχει εφαρμοσθεί αρκετά πρόσφατα και διασαφηνίστηκε στην Αγγλική Απόφαση του τότε House of Lords στην Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd [1986] 3 All E.R. 843, αποτέλεσε δε μέρος και του Κυπριακού δικαϊκού συστήματος. Μία σύντομη αλλά σαφής ιστορική ανασκόπηση του δόγματος αλλά και των αρχών που εφαρμόζονται έγινε από το Ναθαναήλ, Δ. στην Far Eastern Shipping Company Ltd v. BN Maritime Company Ltd, Υπόθεση Ναυτοδικείου 5/13, ημερομηνίας 28.11.2014. Παρά το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της πιο πάνω υπόθεσης ανατράπηκε από την Ολομέλεια στην Αίτηση Αναθεώρησης ημερομηνίας 4.12.2014, σε Απόφαση ημερομηνίας 15.11.2016 με τον ίδιο τίτλο, τα όσα λέχθηκαν αναφορικά με τη νομική πτυχή του forum non conveniens εξακολουθούν να ισχύουν. Ανέφερε σχετικά ο Ναθαναήλ, Δ., στην πρωτόδικη διαδικασία: «Η έννοια του forum non conveniens έχει εφαρμοσθεί σχετικά πρόσφατα και ως μέρος του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου της Αγγλίας. Παλαιότερα η δικαιοδοσία ευκολίας δεν θεωρείτο ότι εφαρμοζόταν ή αποτελούσε μέρος του Αγγλικού Ιδιωτικού Δικαίου και κατ΄ επέκταση της Κύπρου και όπου εγειρόταν τέτοιο ζήτημα, αυτό αποφασιζόταν σε άλλη βάση που δεν είχε όμως στην ουσία διαφορά με τους κανόνες της δικαιοδοσίας ευκολίας. Όμως μετά την υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd
(1986)3 All E.R. 843, αποσαφηνίστηκε ότι οι αρχές της δικαιοδοσίας ευκολίας που εφαρμόζονταν ήδη στο Σκωτικό Δίκαιο, αναγνωρίζονταν πλέον και ως μέρος του Αγγλικού Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου. Και, όπως ανέφερε ο Λόρδος Goff στη σελ. 853, η λατινική φράση forum non conveniens δεν είναι στην ουσία η πλέον αρμόζουσα γιατί εκείνο το οποίο επιδιώκεται είναι να βρεθεί όχι η ευκολία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου, αλλά το πλέον αρμόδιο και κατάλληλο Δικαστήριο για να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση. Γενικά, η ύπαρξη κατάλληλης δικαιοδοσίας, ή ορθότερα καταλληλότερης δικαιοδοσίας, αποφασίζεται στη βάση διαφόρων παραγόντων όπως είναι το στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου στη διαφορά, τους μάρτυρες, τον αριθμό και την προέλευση τους, τη δικαιοδοσία με την οποία η αγωγή έχει το στενότερο, αλλά και πλέον αποτελεσματικό σύνδεσμο, τη δικαστική δαπάνη και την ευχέρεια διεξαγωγής της δίκης. (Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd - ανωτέρω - ή στο The Abidin Daver
(1984)A.C. 398). Ζητήματα που σχετίζονται με ενδεχόμενη παραγραφή στην αλλοδαπή δικαιοδοσία ή ωφελήματος που δυνατόν να αντλήσει ή να απωλέσει ένας των διαδίκων, είναι επίσης σχετικά. Η ύπαρξη της έδρας της εναγομένης εταιρείας στην Κύπρο είναι βεβαίως ο λόγος που κατά τύπο και νόμο δίνει δικαιοδοσία στο Κυπριακό Ναυτοδικείο. Και η εναγόμενη δεν αμφισβητεί, ούτε και θα ήταν δυνατό να αμφισβητήσει, τη νομότυπη ύπαρξη δικαιοδοσίας στη Δημοκρατία. Και ορθά αναφέρθηκε στην υπόθεση Spiliada - ανωτέρω - ότι όπου μια αγωγή δικαιωματική εγείρεται εντός της δικαιοδοσίας ενός κράτους αυτό από μόνο του προσδίδει ένα πλεονέκτημα από την άποψη ότι δύσκολα το Δικαστήριο θα αρνηθεί δικαιοδοσία, εκτός βέβαια όπου στην ολότητα των περιστάσεων διαφαίνεται να υπάρχει πλέον κατάλληλη δικαιοδοσία με αναφορά στους παράγοντες που έχουν ήδη καταγραφεί. Το πλεονέκτημα του ενάγοντα επιλέγοντας τη δικαιωματική δικαιοδοσία που του προσφέρει είτε το συμβόλαιο μεταξύ των διαδίκων, ή, η έδρα του εναγομένου, θα πρέπει να αντισταθμίζεται με το οποιοδήποτε μειονέκτημα του εναγομένου με αναφορά και στους παράγοντες που έχουν ήδη διατυπωθεί ανωτέρω. Αυτή η άσκηση εναποθέτει στο Δικαστήριο που κρίνει την καταλληλότητα ή μη της δικαιοδοσίας, ανάλογη διακριτική ευχέρεια, (Κωνσταντόπουλου ν. M/V Meditterranean Sea
(1990)1 Α.Α.Δ. 782). Θα πρέπει συναφώς ο διάδικος που επιδιώκει την αναστολή της διαδικασίας να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη δύο προϋποθέσεων: Η μια είναι ότι υπάρχει άλλη καταλληλότερη δικαιοδοσία στην οποία μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με λιγότερη ταλαιπωρία ή έξοδα και η άλλη ότι η αναστολή δεν αποστερεί τον ενάγοντα από κάποιο ουσιαστικό ή δικονομικό πλεονέκτημα (δέστε Guendjian v. Societe Tunisienn De Banque, S.A.,
(1983)1(B) C.L.R. 588 και Stella v. Sayias
(1983)1(A) C.L.R. 186). To βάρος για να μετατεθεί η δικαιωματική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εναπόκειται στον εναγόμενο.» Στην Απόφαση του ΔΕΕ στην C-281/02, Owusu v. N.B. Jackson, ασκούντος εμπορία υπό την επωνυμία «Villa Holdings Bal-Inn Villas» κ.α. ημερομηνίας 1.3.2005, ο Α. Owusu, Βρετανός υπήκοος που είχε την κατοικία του στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπέστη σοβαρότατο ατύχημα ενώ βρισκόταν σε διακοπές στην Ιαμαϊκή. Κατά τη διάρκεια κατάδυσής του στη θάλασσα τραυματίστηκε και κατέστη τετραπληγικός. Μετά το ως άνω ατύχημα, καταχώρισε αγωγή στο Ηνωμένο Βασίλειο στην οποία συμπεριέλαβε έξι Εναγομένους ως ακολούθως: (
  1. i)N.Β. Jackson από το Ηνωμένο Βασίλειο για αποζημιώσεις για συμβατική ευθύνη αφού ήταν το άτομο που είχε εκμισθώσει στον Ενάγοντα την έπαυλη διακοπών στην Ιαμαϊκή, (
  2. ii)εναντίον άλλων πέντε εταιρειών που εδρεύουν στην Ιαμαϊκή για αποζημιώσεις για εξ οιονεί αδικοπραξία. Οι εν λόγω εταιρείες σχετίζονταν με την κυριότητα, εκμετάλλευση, διαχείριση, συντήρηση και έλεγχο της παραλίας όπου επεσυνέβη το ατύχημα. Μετά που εγέρθηκε θέμα δικαιοδοσίας, το Court of Appeal (England and Wales) Civil Division, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προδικαστικά ερωτήματα. Μεταξύ των θεμάτων που τοποθετήθηκε το εν λόγω Δικαστήριο, ήταν και το συμβατό του δόγματος του forum non conveniens με τη Σύμβαση των Βρυξελλών,
(1968), που ήταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στο σημείο αυτό υπήρξε παραδοχή ότι οι συντάκτες της Σύμβασης δεν είχαν προβλέψει τυχόν ενστάσεις αντλούμενες από το εν λόγω δόγμα. Η θέση που εξέφρασε το Δικαστήριο ήταν ότι, εάν γινόταν δεκτή η ένσταση του forum non conveniens στο πλαίσιο της Συμβάσεως των Βρυξελλών
(1968), κάτι τέτοιο θα ενείχε τον κίνδυνο να θιγεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων της διεθνούς δικαιοδοσίας που περιέχει η εν λόγω σύμβαση. Τονίστηκε το γεγονός ότι το δόγμα του forum non conveniens αναγνωρίζεται μόνο σε περιορισμένο αριθμό συμβαλλομένων κρατών, ενώ η Σύμβαση των Βρυξελλών
(1968)έχει ακριβώς ως σκοπό να προβλέψει ενιαίους κανόνες, κατ΄ αποκλεισμόν των υπέρμετρων εθνικών κανόνων. Κατά συνέπεια ενστάσεις στο πλαίσιο του forum non conveniens, δεν είναι ικανές να αμφισβητήσουν τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του Άρθρου 2, της Σύμβασης των Βρυξελλών,
(1968). Κατά συνέπεια όπου σε Ευρωπαϊκό κανονισμό υπάρχει σαφής πρόνοια που αφορά σε διεθνή δικαιοδοσία, θεωρώ ότι οι αρχές του δόγματος του forum non conveniens δεν θα πρέπει να τυγχάνουν εξέτασης. Τα πιο πάνω μάλιστα ενισχύονται και από ό,τι λέχθηκε obiter στην Ηampton Advisory Group S.A. v. Bost Ad κ.α.
(2012)1(Α) A.A.Δ. 549, 565-566, ότι (Ναθαναήλ, Δ.): «.Περαιτέρω, όπως ορθά υποδεικνύει η εταιρεία στο περίγραμμά της, η γνωμάτευση αυτή παρέλειψε να αναφέρει ότι η Βουλγαρία αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το 2007 και παρέλειψε να λάβει υπόψη τον Κανονισμό 44/2001, περιλαμβανομένης και της απόφασης Owusu v. Jackson and Others (Case C-281/02 [2005] QB 801, του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία τονίστηκε το επιτακτικό της πρόνοιας του Άρθρου 2 του Κανονισμού 44/2001 και ότι οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens. Ορθά, επομένως, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι τα ζητήματα δικαιοδοσίας Δικαστηρίου ρυθμίζονται με το δικαιοδοτικό Νόμο και τη ρητή γραπτή συμφωνία των μερών.» Στην ίδια Απόφαση, στη σελίδα 562 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με τη θέσπιση του Ε.Κ. 44/2001: «Ο Κοινοτικός Κανονισμός αρ. 44/2001 («Council Regulation (EC) No. 44/2001»), ημερ. 22.12.00, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ως πράξη για την οποία απαιτείται δημοσίευση, στις 16.1.01, υπό στοιχεία OJ 2001 L12/
  1. Aφορά τη ρύθμιση της δικαιοδοσίας, της αναγνωρίσεως και της εκτελέσεως αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Δεν έχει εφαρμογή σε υποθέσεις όπου η κύρια διαφορά αφορά το οικογενειακό δίκαιο, το δίκαιο των πτωχεύσεων, τις κοινωνικές ασφαλίσεις ή παροχές και θέματα διαιτησίας. Ο Κοινοτικός αυτός Κανονισμός είναι γνωστός ως Brussels I Regulation και αντικατέστησε τη Συνθήκη των Βρυξελλών του
  2. Προνοεί και δίνει την απάντηση σε δύο ζωτικά ερωτήματα που πιθανόν να εγείρονται σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ ατόμων που κατοικούν σε διαφορετικά κράτη. Τα ερωτήματα αυτά είναι ποιο Δικαστήριο ή Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και ποιοι κανονισμοί εφαρμόζονται για να αποφασιστεί κατά πόσο μια δικαστική απόφαση εκδομένη σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα αναγνωριστεί. Η Συνθήκη των Βρυξελλών του 1968, καθώς και ο νυν Κοινοτικός Κανονισμός 44/2001 (ο οποίος τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την απόφαση του Συμβουλίου ημερ. 15.10.2007 (2007/712/ΕΚ), σχετίζονται με την ανάγκη διευκόλυνσης διασυνοριακών διαδικασιών κατά τρόπο ώστε στα πλαίσια της φιλοσοφίας και της δημιουργίας της κοινής αγοράς, με βασικές αρχές την ελευθερία διακίνησης ατόμων και προϊόντων, να μην παρεμβάλλονται διαδικαστικές, ιδιαίτερα τυπικής φύσεως, δυσκολίες στην αναγνώριση και εφαρμογή αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλη χώρα από τη χώρα στην οποία επιζητείται η εκτέλεση τους.» Παρόμοια πρόνοια διεθνούς δικαιοδοσίας που υπήρχε στο Άρθρο 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών
(1968), ενσωματώθηκε και στο Άρθρο 2 του Ε.Κ. 44/01, που ήταν σε ισχύ κατά τους επίδικους χρόνους (από 10.1.2015, τέθηκαν σε εφαρμογή οι πρόνοιες του Ε.Κ. 1215/12). Προσδίδεται με αυτό, δικαιοδοσία στα Δικαστήρια κράτους μέλους, όταν πρόσωπα έχουν την κατοικία τους στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους. Οι Αιτήτριες-Ενάγουσες 1, 2 και 3 είναι Κυπριακές εταιρείες με έδρα τη Λεμεσό και Λευκωσία. Ούτε οι άλλες πρόνοιες του Ε.Κ. 44/01, που επηρεάζουν την πιο πάνω πρόνοια του Άρθρου 2, όπως για παράδειγμα τα Άρθρα 22 και 23 του ίδιου Κανονισμού, επηρεάζουν την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι διαθέτει δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, και ο λόγος στην Αίτηση που αφορά στο forum non conveniens, θα πρέπει να απορριφθεί. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ Ένα τελευταίο σημείο το οποίο θίγεται, ακροθιγώς, από πλευράς Αιτητών είναι το θέμα της κατάχρησης διαδικασίας. Οι Αιτητές θεωρούν ότι η Eνάγουσα καταχράστηκε της διαδικασίας αφού με ανάρμοστα κίνητρα (improper motives), προσέφυγε στα Κυπριακά Δικαστήρια. Επιπρόσθετα, παραθέτουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς, ως αποτελούντες κατάχρηση της διαδικασίας: (
  1. i)ως κύριο λόγο προβάλλουν την καταχρηστική χρήση των προνοιών της Δ.6, θ.1(
  2. h)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας περί αναγκαίου διαδίκου, επί της οποίας η Ενάγουσα βασίστηκε για να εναγάγει τους Αιτητές, στην Κύπρο, (
  3. ii)τη δυνατότητα που είχε η Ενάγουσα για να πετύχει την έκδοση του Ενδιάμεσου Διατάγματος, μονομερώς, (iii) για την έκδοση του πιο πάνω Διατάγματος, αρκούσε χαμηλή πιθανολόγηση της βασιμότητας της ευθύνης και/ή της ζημίας και/ή του κινδύνου, (
  4. iv)η Ενάγουσα επέλεξε να μην καταχωρίσει αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα κατά κατοίκων Κύπρου για τους οποίους συνέτρεχε η γενική δικαιοδοσία, (
  5. v)η Ενάγουσα δεν συγκεκριμενοποίησε, ούτε και μέχρι σήμερα τη ζημία της, ούτε με την αρχική, ούτε με την τροποποιημένη Έκθεση Aπαίτησής της, (
  6. vi)η Ενάγουσα εκμεταλλεύεται το αρνητικό σε βάρος των Εναγομένων κλίμα που καλλιεργείται από πολιτικούς, οικονομικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους στην Κύπρο. Χωρίς να επεκταθώ ιδιαίτερα, θεωρώ όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς ως γενικούς, αόριστους και αστήριχτους. Αφής στιγμής το Δικαστήριο κατέληξε ότι διαθέτει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης, θα έπρεπε οι Αιτητές να παραθέσουν λεπτομερή στοιχεία για το πού βασίζουν όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Επομένως, δεν χρειάζεται να αναπτυχθεί με λεπτομέρεια η νομική πτυχή του θέματος της κατάχρησης της διαδικασίας για να αποφανθεί το Δικαστήριο για το αστήριχτο των ισχυρισμών των Αιτητών και να τους απορρίψει. ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της και δεν χρειάζεται να γίνει διαχωρισμός των θεμάτων είτε στα θέματα του Πίνακα Α, είτε στο σύνολο της απαίτησης. Το Δικαστήριο διαθέτει δικαιοδοσία εκδίκασης όλων των απαιτήσεων εναντίον των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2, 3 και 12. Η εξουσία του αυτή πηγάζει από τις αναφερθείσες πρόνοιες του ΕΚ 44/01 όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω. Ενόψει της κατάληξης αυτής του Δικαστηρίου, θεωρώ περιττή τη λεπτομερή εξέταση του κάθε λόγου ένστασης που έχει προβάλει η Ενάγουσα αφού οι πλείστοι ισχυρισμοί της εξετάστηκαν στο πλέγμα των υπολοίπων ενοτήτων. Η Αίτηση απορρίπτεται με Έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, τα οποία αφού υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή, να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να είναι δε πληρωτέα μετά το πέρας της υπόθεσης. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.