ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ATHIENITIS CENTENNIAL ν. NICOS DEMETRIOU EPENDYSEIS LTD (ESPRIMO), Αγωγή Αρ. 2440/14, 30/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2440/14 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ATHIENITIS CENTENNIAL Εναγόντων και NICOS DEMETRIOU EPENDYSEIS LTD (ESPRIMO) Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2017 Για αιτήτρια-εναγόμενη: κ. Σ. Σάββα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κ. Α. Πάρπας για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 10.5.16 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης) Εισαγωγή Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.4.14 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, και με αυτήν οι ενάγοντες ζητούν το ποσό των €5.203,53 ως υπόλοιπο μεριδίου κοινοχρήστων δαπανών οφειλομένων από την εναγομένη, πλέον έξοδα. Στις 24.11.14 η εναγομένη καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (αναφορά στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται πιο κάτω) και στις 5.11.15 οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Στις 14.12.15 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου της εναγομένης και την εκπροσώπησή της ανέλαβαν οι νυν δικηγόροι της. Η υπόθεση ορίστηκε για Οδηγίες με βάση τη Δ.30 στις 21.1.16 και στις 29.2.16 εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων εκατέρωθεν. Κατόπιν παρατάσεων που ζητήθηκαν και δόθηκαν, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 23.5.16, με το χρόνο καταχώρησης ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων να παρατείνεται μέχρι τότε. Προτού η εναγομένη συμμορφωθεί με το εκδοθέν διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, καταχώρησε στις 10.5.16 την υπό κρίση με την οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής, ως ακολούθως:
(1)Με την προσθήκη των πιο κάτω νέων παραγράφων: «
- Οι Εναγόμενοι εκτός όπου προβαίνουν σε παραδοχή, αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 1 μέχρι 5 της Έκθεσης Απαιτήσεως των Εναγόντων.
- Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν εξ' υπαρχής ότι η ενοικίαση του καταστήματος στην εταιρεία KFC αφορούσε τη λειτουργία εστιατορίου. Είχαν πραγματοποιηθεί δε, αρκετές συναντήσεις, στις οποίες συζητήθηκε το ζήτημα ενοικίασης του εν λόγω καταστήματος ως εστιατόριο. Σ' αυτές τις συναντήσεις, είχαν παρουσιαστεί τα σχέδια που είχαν ετοιμαστεί από εκπροσώπους της KFC, στα οποία φαινόταν λεπτομερώς πώς επρόκειτο να διαμορφωθούν οι χώροι του καταστήματος με βάση τις δικές τους προδιαγραφές. Από τα εν λόγω σχέδια, ήταν προφανές ότι δεν θα γινόταν οποιαδήποτε αλλαγή στην εξωτερική όψη του καταστήματος και γι' αυτό και οι Ενάγοντες τα ενέκριναν και/ή δεν έφεραν οποιαδήποτε αντίρρηση.
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην τελευταία συνάντηση που πραγματοποιήθηκε και στην οποία ήταν παρόντες οι Ενάγοντες, ο Διευθυντής των Εναγομένων μαζί με τους δυο υιούς του, εκπρόσωποι της εταιρείας KFC, καθώς και οι δικηγόροι όλων των συμμετεχόντων μερών, οι Εναγόμενοι άλλαξαν γνώμη ως προς την ενοικίαση του καταστήματος στην εταιρεία KFC. Συγκεκριμένα, οι Ενάγοντες παρέπεμψαν τους Ενάγοντες στον Διευθυντή της Εταιρείας ΑΤΗΙΕΝΙΤΙS CΕΝΤΕΝΝΙΑL BUILDING, κο Παναγιώτη Αθηαινίτη, ο οποίος ανέφερε στους Ενάγοντες και τον δικηγόρο τους, ότι δεν επρόκειτο να επιτρέψει την αλλαγή χρήσης του καταστήματος, αφού τους το είχε πωλήσει ως γραφείο και/ή κατάστημα και όχι με σκοπό να λειτουργήσει ως εστιατόριο.
- Είναι η θέση των Εναγόντων, ότι οι Ενάγοντες δεν είναι οι αρμόδιοι να αποφασίσουν για την αλλαγή χρήσης του καταστήματος. Αυτός που είναι αρμόδιος και/ή έχει το δικαίωμα να αποφασίζει και/ή να εγκρίνει την αλλαγή χρήσης του καταστήματος, είναι ο Δήμος Λευκωσίας. Οι Εναγόμενοι αναφέρουν, επίσης, ότι αρμόδιος υπάλληλος του Δήμου Λευκωσίας τους επιβεβαίωσε την αρμοδιότητα και/ή το δικαίωμα του Δήμου Λευκωσίας να αποφασίζει και/ή να εγκρίνει την αλλαγή χρήσης του καταστήματος. Επιπρόσθετα, ο αρμόδιος υπάλληλος του Δήμου Λευκωσίας ανέφερε στους Εναγόμενους ότι η συγκεκριμένη περιοχή στην οποία ευρίσκεται το κατάστημα, ενδείκνυται για λειτουργία εστιατορίου. Περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.
- Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι πληροφορήθηκαν εκ των υστέρων ότι οι Ενάγοντες συγκάλεσαν Γενική Συνέλευση των ιδιοκτητών του κτιρίου για να συζητηθεί το αίτημά τους για αλλαγή χρήσης του καταστήματος και ότι αποφασίστηκε όπως απορριφθεί το εν λόγω αίτημά τους. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι εσκεμμένα δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν στην εν λόγω Γενική Συνέλευση και/ή τους στερήθηκε το δικαίωμα να παρουσιάσουν τις απόψεις και/ή τις θέσεις τους αναφορικά με το ως άνω αίτημά τους.
- Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν ότι λόγω της συμπεριφοράς των Εναγόντων, η εταιρεία ΚFC εγκατέλειψε την πρόθεσή της να ενοικιάσει το κατάστημα από τους Εναγόμενους, με αποτέλεσμα να απωλέσουν ενοίκια και/ή εισοδήματα ύψους €1.303,682, ποσό που αναλύεται ως ακολούθως: €1.077.682 (σύνολο εσόδων κατά τη διάρκεια της 10ετούς ενοικιάσεως του καταστήματος) πλέον €225.000 (1.5% επί των εσόδων της εταιρείας ΚFC, που βάση πλάνου αναμενόταν στο €1.500.000 x 1.5% = €22.500 x 10 χρόνια). ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ: ΑΠΟ ΜΕΧΡΙ ΠΟΣΟΝ ΑΥΞΗΣΗ Χ12 ΣΥΝΟΛΟ 7% € € € 01/04/2012 01/04/2013 €6500 0 78000 78000 01/04/2013 01/04/2014 €6955 455 83460 161460 01/04/2014 01/04/2015 €7441,85 486.85 89302.2 250762.2 01/04/2015 01/04/2016 €7962,78 520.9295 95553,35 346315.554 01/04/2016 01/04/2017 €8520,174 557.394565 102242.1 448557.6428 01/04/2017 01/04/2018 €9116,586 596.412185 109399 557956.6778 01/04/2018 01/04/2019 €9754,747 638.161037 117057 675013.6452 01/04/2019 01/04/2020 €10437,58 682.83231 125251 800264.6004 01/04/2020 01/04/2021 €11168,21 730.630572 134018.5 934286.1224 01/04/2021 01/04/2022 €11949,98 781.774712 143399.8 1.077682.941 Στο πιο ως άνω ποσό ύψους €1.077.682, προστίθεται το ποσό των €225.000 (1.5% επί των εσόδων της εταιρείας KFC, που βάση πλάνου αναμενόταν στο €1.500.000 x 1.5%= €22.500 x 10 χρόνια), ούτως ώστε να προκύψει το συνολικό ποσό των €1.303,
- Περισσότερες λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακροαματική διαδικασία.
- Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τα όσα αναφέρουν πιο πάνω και αιτούνται όπως η παρούσα αγωγή απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, ουσιαστικά αστήρικτη, πρόωρη και εκβιαστική, με έξοδα εις βάρος των Εναγόντων.»
(2)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 1 σε παράγραφο 2.
(3)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 2 σε παράγραφο 3.
(4)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 3 σε παράγραφο 4.
(5)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 4 σε παράγραφο 5.
(6)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 5 σε παράγραφο 6.
(7)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 6 σε παράγραφο 7.
(8)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 7 σε παράγραφο 8.
(9)Με την αναρίθμηση της παραγράφου 8 σε παράγραφο 15 και την αντικατάστασή της, ως ακολούθως: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ 15. Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους που αναφέρονται ως άνω για σκοπούς ανταπαιτήσεως και ανταπαιτούν από τους Ενάγοντες τα ακόλουθα: Α. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσονται οι Ενάγοντες να καταβάλουν στους Εναγόμενους των €1.303,682, ως εύλογες και/ή νόμιμες αποζημιώσεις και/ή ως ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή άλλως για τις ζημίες και/ή απώλειες που έχουν υποστεί οι Εναγόμενοι, ως ανωτέρω στην παράγραφο 13 αναφέρεται. Β. Οιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Γ. Νόμιμο τόκο. Δ. Έξοδα.» (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει όπως τα τροποποιημένα δικόγραφα καταχωρηθούν εντός δέκα
(10)ημερών από τη σύνταξη του Αιτούμενου Διατάγματος. (Γ) Οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης. (Δ) Έξοδα της παρούσας Αίτησης, έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1-7, Δ.64 καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Νίκου Δημητρίου, διευθυντή της εναγομένης - αιτήτριας. Ο κ. Δημητρίου αναφέρει ότι λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης, κατά την ετοιμασία της ένορκης του δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων η οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 23.5.16, διαπιστώθηκε ότι το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της εναγομένης δεν ανταποκρινόταν σε αυτά που είχε αναφέρει στον προηγούμενο δικηγόρο του και ως εκ τούτου κατέστη αναγκαία η τροποποίησή της. H τροποποίηση είναι απολύτως αναγκαία, λέγει, ώστε η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και προκειμένου να δικογραφηθούν όλοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης, να αποτελέσουν επίδικα θέματα και να μην αποστερηθεί του συνταγματικού της δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Επισημαίνει ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη αρχίσει και λέγει ότι σε καμία περίπτωση δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα των εναγόντων από την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία ουδεμία ουσιαστική ζημιά ή αδικία θα προκαλέσει στους ενάγοντες, αφού το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Από την άλλη, χωρίς την αιτούμενη τροποποίηση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, αφού τα προς προσθήκη γεγονότα είναι συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα και η τροποποίηση είναι αναγκαία για την εκδίκαση και αποπεράτωση όλων των ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Εάν η αιτούμενη τροποποίηση δεν επιτραπεί, η εναγομένη θα υποστεί ουσιαστική ζημιά αφού θα της αποστερηθεί η δυνατότητα να προωθήσει τις υπερασπίσεις της, με ενδεχόμενο να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Αναφέρει επίσης ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα και ότι δεν έχει σκοπό να επιφέρει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης ή βλάβη στα δικαιώματα των εναγόντων, αλλά αντίθετα είναι απόλυτα αναγκαία για να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Οι ενάγοντες - καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της, λόγω της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης της και δεν καταδεικνύεται από την Εναγόμενη/Αιτήτρια (η «Αιτήτρια») οποιοσδήποτε νομικά έγκυρος λόγος και/ή οποιαδήποτε επαρκής και/ή πειστική αιτιολογία ούτε και οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή τεκμήριο που να δικαιολογούν την καθυστέρηση αυτή. Συγκεκριμένα η αγωγή της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση (η «Καθ' ης η Αίτηση») καταχωρίστηκε το έτος 2014 και επιζητούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης προωθείται το έτος
- Η Αιτήτρια κωλύεται και/ή εμποδίζεται από το να προσπαθεί με την επίδικη αίτηση της να εισαγάγει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, αφ' ης στιγμής η τυχόν έγκριση των εν επίδικων Διαταγμάτων θα θέσει την Καθ' ης η Αίτηση σε αμηχανία και/ή θα την καταλάβει εξαπίνης και/ή εξ απροόπτου στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, αφ' ης στιγμής με τις εν λόγω τροποποιήσεις η διαδικασία θα εκτροχιαστεί από τη μέχρι τώρα προσδιορισθείσα πορεία της.
- Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική αφού στην ουσία επιχειρείται η τροποποίηση και/ή η μετατροπή της πραγματικής και νομικής βάσης της Αγωγής με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να διευρύνονται τα πραγματικά και νομικά πλαίσια της δίκης, με αναπόφευκτο αποτέλεσμα να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα και να τοποθετείται η υπόθεση σε διαφορετική πραγματική και νομική βάση και διαφορετική τροχιά από αυτή που τέθηκε μέχρι τώρα.
- Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική αφού όλοι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας σχετικά με τα ισχυριζόμενα γεγονότα στην παρούσα διαδικασία, τους οποίους η Αιτήτρια προσπαθεί να εισάγει, είναι ισχυρισμοί που ήταν γνωστοί ή εύλογα και εύκολα και/ή με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να εντοπιστούν από την Αιτήτρια, από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και που αφορούν γεγονότα τα οποία, κατ' ισχυρισμό της Αιτήτριας έλαβαν χώρα και περιήλθαν στη γνώση της πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης και τα οποία όφειλε να καταγράψει στην εν λόγω Υπεράσπιση της και συνεπώς δεν δικαιολογείται η καθυστερημένη αίτηση για εισαγωγή τους.
- Τυχόν έγκριση του αιτούμενου Διατάγματος θα προκαλούσε αδικία εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση και θα έπληττε ανεπανόρθωτα όχι μόνο τα συμφέροντα της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά και της Δικαιοσύνης. Επιπλέον, η ζημιά και η απώλεια η οποία θα προκληθεί εναντίον των συμφερόντων της Καθ' ης η Αίτηση δεν μπορεί να αποζημιωθεί και/ή να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.
- Οι ισχυρισμοί τους οποίους προσπαθεί να εισαγάγει η Αιτήτρια είναι παντελώς λανθασμένοι, αναληθείς και ατεκμηρίωτοι και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της Αιτήτριας σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις υποχρεώσεις της έναντι της Καθ' ης η Αίτηση.
- Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν μεταγενέστερης και δεύτερης σκέψης και είναι έκδηλα καταχρηστική, παντελώς ανυπόστατη τόσο νομικά όσο και πραγματικά και είναι άνευ αντικειμένου.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1-7, Δ.64, καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Θάνου Φιακά, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Θέση του κ. Φιακά είναι ότι το υλικό που σκοπείται να εισαχθεί στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της εναγομένης ήταν εις γνώση του κ. Νίκου Δημητρίου και της εναγομένης ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα, και ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος από τον κ. Δημητρίου γιατί οι ισχυρισμοί δεν εισήχθησαν στο δικόγραφο της εναγομένης κατά το ορθό στάδιο της διαδικασίας. Επιπλέον, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε το 2014 και η αίτηση τροποποίησης προωθείται το
- Η καθυστέρηση καθιστά ορατό το ενδεχόμενο να πληγεί το συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Τούτο θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα τους καθώς και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, με τη ζημιά και απώλεια των εναγόντων να μην μπορεί να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Λέγει επιπλέον ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί βάσιμη δικαιολογία για την καθυστέρηση και ούτε παρέχει αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ενδεχόμενη αποδοχή της αίτησης θα θέσει τους ενάγοντες σε αμηχανία ή θα τους καταλάβει εξαπίνης ή εξ απροόπτου στο παρόν στάδιο της διαδικασίας. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι ούτε δίκαιη ούτε εύλογη, αφού θα οδηγήσει σε επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και διεύρυνση της πραγματικής και νομικής βάσης της αγωγής και της δίκης. Περαιτέρω, τα γεγονότα που σκοπείται να εισαχθούν είναι παντελώς λανθασμένα, αναληθή, ατεκμηρίωτα και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της εναγομένης για να αποφύγει τις υποχρεώσεις της έναντι των εναγόντων. Ισχυρίζεται τέλος, ότι η αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική και νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και άνευ αντικειμένου. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25, Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ως πρώτο λόγο ένστασης τη θέση ότι η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης της, λόγω μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης, χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε πειστική δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή και ως τέταρτο λόγο ένστασης τη θέση ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική, αφού οι ισχυρισμοί που η αιτήτρια προσπαθεί να εισάγει ήταν εξαρχής γνωστοί ή με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να είχαν εντοπιστεί από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 10.5.16 μετά πάροδο ενάμιση περίπου έτους από της καταχωρήσεως του δικογράφου του οποίου επιδιώκεται η τροποποίηση (14.11.14) και λίγους μόνο μήνες μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων (5.11.15) και την αλλαγή δικηγόρου της αιτήτριας (14.12.15). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Ν. Δημητρίου, ο ίδιος είχε αναφέρει τα γεγονότα των οποίων επιχειρείται η δικογράφηση με την παρούσα αίτηση στον προηγούμενο δικηγόρο του, πλην όμως, ο προηγούμενος δικηγόρος του δεν τα συμπεριέλαβε στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Τούτο περιήλθε εις γνώση του λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης, κατά την ετοιμασία ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων (η οποία έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι τις 23.5.16) προς συμμόρφωση με σχετικό διάταγμα. Σημειώνω επίσης πως η αγωγή βρίσκεται στο στάδιο έκδοσης οδηγιών με βάση τη Δ.30 και δεν έχει ακόμη οριστεί για ακρόαση. Υπό το φως των ως άνω δεδομένων, δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον συνήγορο των καθ' ων η αίτηση ότι η αίτηση εκφεύγει των επιτρεπτών ορίων έγκρισης λόγω υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, αφού, αν και υπάρχει πράγματι κάποια καθυστέρηση, αυτή δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να χαρακτηριστεί είτε υπέρμετρη είτε ως το αποτέλεσμα αδικαιολόγητης αδράνειας από μέρους της αιτήτριας, η οποία καταχώρησε την αίτηση ευθύς αμέσως διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση, επιπλέον δε, η μη εξαρχής συμπερίληψη των ισχυρισμών της στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αιτιολογείται από τον κ. Δημητρίου με αναφορά στην παράλειψη του προηγούμενου δικηγόρου του να δικογραφήσει γεγονότα τα οποία ο ίδιος του είχε αναφέρει. Προκύπτει, επισημαίνω, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω, υπάρχει, δε, σημειώνω, πλήρης ταύτιση επί του θέματος με την αρχή της αγγλικής νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από το δικαστή Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757, η οποία επικροτήθηκε υπόθεση Nicolaides ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, αλλά και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω) «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Περαιτέρω, στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στη σελ. 432 το Δικαστήριο αναφερόμενο στο θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης αποφάσισε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης και ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Νικολάου, ανωτέρω (σελ. 1009) και Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, 2147. Θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί επειδή οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν ήταν γνωστοί στην αιτήτρια ή με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσαν να εντοπισθούν ενωρίτερα. Το ότι οι ισχυρισμοί ήταν εξαρχής γνωστοί στην αιτήτρια δεν αμφισβητείται από αυτήν. Αντίθετα, θέση του κ. Δημητρίου είναι ότι αυτός ανέφερε τα ορθά γεγονότα στον προηγούμενο δικηγόρο του, πλην όμως, λόγω λανθασμένων χειρισμών από τον προηγούμενο δικηγόρο του το περιεχόμενο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν ανταποκρίνεται στα όσα του ανέφερε και τα πραγματικά γεγονότα που συνιστούν την υπεράσπιση του δεν δικογραφήθηκαν (παρ. 2 και 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Δημητρίου). Είναι, συνεπώς, προφανές, ότι ο λόγος που επικαλείται η αιτήτρια και που οδήγησε στην ανάγκη καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης είναι η διάπραξη κάποιου σφάλματος από το δικηγόρο της στον οποίο είχαν αναφερθεί τα ορθά γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία, όμως, δεν αντικατοπτρίζονται κατά τρόπο πλήρη στο καταχωρηθέν δικόγραφο. Ειδικά δε για τις περιπτώσεις που ως λόγος για την ανάγκη για τροποποίηση προβάλλεται το λάθος και/ή η αμέλεια δικηγόρου ή διαδίκου κατά την αρχική σύνταξη του δικογράφου, σημειώνω ότι η νομολογία έχει προ πολλού αναγνωρίσει ότι η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52 στην ίδια δε γραμμή είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 622 στα σχόλια για το αγγλικό O.28 r.1 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.25 Θ.1, κάτω από τον τίτλο «General Principles. When Leave to Amend should be Given». Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση παραπέμπει προς υποστήριξη των θέσεων του στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, υπόθεση που διαφοροποιείται, όμως, από την παρούσα κατά την κρίση μου, αφού στην υπόθεση εκείνη, το αίτημα των εναγομένων για τροποποίηση υποβλήθηκε μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, μετά την προσαγωγή μαρτυρίας επτά μαρτύρων των εναγομένων και μετά την πάροδο πολλών ετών αφότου καταχωρήθηκε η αγωγή και προσδιορίστηκε η υπεράσπιση των εναγομένων και η ανταπαίτηση τους, επιδιώκονταν ουσιαστικές και εκτεταμένες τροποποιήσεις τόσο στην υπεράσπιση όσο και στην ανταπαίτηση, και ως μόνη δικαιολογία για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, προβλήθηκε η αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων, τυχόν δε έγκριση της αίτησης θα επέβαλλε την επανακρόαση της υπόθεσης. Επειδή, λοιπόν, σύμφωνα με τη νομολογία τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης (υπόθεση Νικολάου, ανωτέρω), και επειδή, παρά το ότι η αγωγή έχει καταχωρηθεί το 2014 η δίκη δεν έχει αρχίσει και συνεπώς η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί πριν την έναρξη της δίκης, δεν είμαι διατεθειμένη να απορρίψω την αίτηση για μόνο το λόγο ότι αυτή υποβλήθηκε με κάποια καθυστέρηση. Γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 και υπόθεση Clive Preece, ανωτέρω), με κρίσιμο παράγοντα την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (υπόθεση IKOS CIF, ανωτέρω), και με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να αποτελούν το δεσπόζοντα παράγοντα στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (υπόθεση Φιλίππου, ανωτέρω). Μέσα στα πλαίσια αυτά θα προχωρήσω να εξετάσω την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης και το βαθμό χρησιμότητας αυτής (υποθέσεις Saba & Co, Kayat Trading και IKOS CIF, ανωτέρω), αλλά και τους λοιπούς λόγους ένστασης που εγείρουν οι καθ' ων η αίτηση. Εξετάζοντας κατ' αρχάς την αναγκαιότητα της τροποποίησης, καθώς και το δεύτερο και τον τρίτο λόγο ένστασης, σύμφωνα με τους οποίους με την αιτούμενη τροποποίηση διευρύνονται τα πραγματικά και νομικά πλαίσια της δίκης η οποία εκτροχιάζεται από τη μέχρι τώρα πορεία της, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις θέσεις των δύο μερών ως αυτές προκύπτουν από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα και τις αλλαγές που επιχειρείται να επέλθουν με την τροποποίηση. Θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι η αιτήτρια είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος του ισογείου διαμερίσματος Κ4 στην πολυκατοικία Ahtienitis Centennial Building και οφείλει να καταβάλλει το μερίδιο που της αναλογεί για τις κοινόχρηστες δαπάνες. Η αιτήτρια κατέβαλλε μέχρι και τον Ιανουάριο του 2012 τα κοινόχρηστα που της αναλογούσαν, παραλείπει, όμως, να καταβάλει κοινόχρηστα που ανέρχονται στο ποσό των €5.203,53 μέχρι το Μάρτιο του 2014, ποσό που διεκδικείται από τους καθ' ων η αίτηση με την παρούσα αγωγή. Θέση της αιτήτριας είναι ότι απέκτησε το κατάστημα υπ' αρ. 4 στο κτίριο που αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση διά αγοράς με το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 16.12.
- Λόγω της οικονομικής κρίσης η λειτουργία του καταστήματος κατέστη ζημιογόνα και μετά από διαπραγματεύσεις υπέγραψε Memorandum of Understanding με την εταιρεία C.L. Restaurant Systems Fanciers Ltd (στο εξής « το M.O.U.») με σκοπό την ενοικίαση του καταστήματος στην αλυσίδα εστιατορίων Yam Restaurants (KFC). Το εν λόγω M.O.U. προέβλεπε ενοικίαση διάρκειας 10 ετών, ετήσιο ενοίκιο €78.000 αυξανόμενο προς 7% κατ' έτος, και σύνολο εσόδων κατά τη διάρκεια της δεκαετούς ενοικίασης €1.077.
- Η ενοικίαση θα βοηθούσε στην αποπληρωμή του χρέους που συνήψε η αιτήτρια για την αγορά του καταστήματος αλλά και για την καταβολή του μεριδίου της για κοινόχρηστες υπηρεσίες, υποχρέωση στην οποία σήμερα αδυνατεί να ανταποκριθεί λόγω της απώλειας των πιο πάνω εσόδων. Η απώλεια των εσόδων ήταν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι εξέφρασαν προς την εταιρεία KFC διάφορες αβάσιμες, δόλιες και ατεκμηρίωτες απόψεις με σκοπό την παρεμπόδιση της υπογραφής της συμφωνίας ενοικιάσεως του καταστήματος. Ύστερα από επτά μήνες άκαρπων προσπαθειών για εξασφάλιση της συγκατάθεσης των καθ' ων η αίτηση για λειτουργία του καταστήματος ως εστιατορίου, η εταιρεία KFC εγκατέλειψε την πρόθεσή της να ενοικιάσει το κατάστημα. Γι' αυτό η αιτήτρια ζητά ανταπαιτητικώς (α) διάταγμα που να διατάζει τους καθ' ων η αίτηση να διατυπώσουν σαφώς τις αντιρρήσεις τους εναντίον της μετατροπής του καταστήματος σε εστιατόριο τύπου KFC, (β) τη διαγραφή οποιουδήποτε ποσού που εκκρεμεί ως οφειλόμενα από την αιτήτρια κοινόχρηστα και τον τερματισμό της χρέωσης της αιτήτριας για κοινόχρηστα ενόσω το κατάστημα παραμένει κενό, και (γ) ποσό εύλογων αποζημιώσεων με βάση την απώλεια εσόδων που αναφέρεται πιο πάνω. Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, στην οποία παραθέτουν μέρος των όρων του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 16.12.04 που αφορούν στη χρήση του υποστατικού από τον αγοραστή (δηλ. την αιτήτρια) ως κατάστημα ή γραφείο και στη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για μετατροπή της εξωτερικής όψης του υποστατικού ή των κοινόχρηστων χώρων. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι, παρά τους όρους του πωλητηρίου εγγράφου και προς διευκόλυνση της αιτήτριας, οι καθ' ων η αίτηση συγκάλεσαν γενική συνέλευση των ιδιοκτητών του συγκροτήματος, οι οποίοι, όμως, δεν αποδέχτηκαν το αίτημα της αιτήτριας για αλλαγή της άδειας χρήσης του υποστατικού. Αρνούνται επιπλέον την ανταπαίτηση της αιτήτριας και επιμένουν στην υποχρέωση της για καταβολή των κοινοχρήστων εξόδων που της αναλογούν. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, η αιτήτρια επιθυμεί να προσθέσει ισχυρισμό περί εξαρχής γνώσης των καθ' ων η αίτηση για την προτιθέμενη ενοικίαση του καταστήματος στην εταιρεία KFC και τον ισχυρισμό ότι από τα σχέδια που ετοιμάστηκαν από εκπροσώπους της KFC, τα οποία οι καθ' ων η αίτηση ενέκριναν και/ή στα οποία δεν έφεραν αντίρρηση, προέκυπτε ότι δεν θα γινόταν αλλαγή στην εξωτερική όψη του καταστήματος. Περαιτέρω επιθυμεί να ισχυριστεί ότι στη συνέχεια η αιτήτρια παραπέμφθηκε στο διευθυντή της εταιρείας Athienitis Centennial Building ο οποίος τους ανέφερε ότι δεν θα επέτρεπε να αλλάξει η χρήση του υποστατικού από γραφείο και/ή κατάστημα σε εστιατόριο. Θέση της αιτήτριας είναι ότι αρμόδιος να αποφασίσει για την αλλαγή χρήσης του καταστήματος είναι ο Δήμος Λευκωσίας και όχι οι καθ' ων η αίτηση. Η αιτήτρια επιθυμεί επίσης να προβάλει τη θέση ότι ουδέποτε κλήθηκε να συμμετάσχει στη γενική συνέλευση που συγκλήθηκε για να συζητηθεί το αίτημα της για αλλαγή χρήσης του καταστήματος. Λόγω της συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση, η αιτήτρια απώλεσε ενοίκια και/ή εισοδήματα ύψους €1.303,668 (€1.077.682 (έσοδα κατά τη διάρκεια της δεκαετούς ενοικίασης του καταστήματος) πλέον €225.000 (1,5% επί των εσόδων της KFC για δέκα χρόνια)), ποσό το οποίο διεκδικεί ανταπαιτητικά ως εύλογες και/ή νόμιμες αποζημιώσεις και/ή ως ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή για τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη ένεκα της συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση. Αυτό που προκύπτει από τη σύγκριση της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ότι η αιτήτρια ουδόλως τοποθετεί την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της σε νέα πραγματική και/ή νομική βάση ως οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται, αλλά πως ό,τι επιχειρείται με την τροποποίηση είναι η προσθήκη λεπτομερειών ως προς τη συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση που κατά την αιτήτρια οδήγησε στην απώλεια των εσόδων της (βλ. παρ. 6 της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και τις προς προσθήκη παρ. 9 έως 12). Για να το θέσω αλλιώς, η αιτήτρια έχει από την αρχή προωθήσει τη θέση, σε γενική έστω μορφή, ότι η συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση και η από μέρους τους έκφραση αβάσιμων, δολίων και ατεκμηρίωτων απόψεων προς την εταιρεία KFC οδήγησε στην απώλεια μεγάλου χρηματικού ποσού από την αιτήτρια, εφόσον η εταιρεία KFC εγκατέλειψε την πρόθεση της να ενοικιάσει το κατάστημα της αιτήτριας, και με την αιτούμενη τροποποίηση η αιτήτρια επιχειρεί να δικογραφήσει τις λεπτομέρειες για τη συμπεριφορά αυτή και για τις αβάσιμες απόψεις που εκφράστηκαν, ούτως ώστε, αφενός, να προσδιορίσει με ακρίβεια τις θέσεις της, αφετέρου, να μπορεί να προσφέρει σχετική μαρτυρία προς απόδειξη αυτών κατά τη δίκη. Έπεται ότι ούτε η θέση των καθ' ων η αίτηση περί επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων μπορεί να ευσταθήσει. Σημειώνω εξάλλου ότι ακόμη και αν δεν είχαν έτσι τα πράγματα, σύμφωνα με τη νομολογία η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί δίχως άλλο σε απόρριψη αίτησης τροποποίησης (βλ. Saba & Co, ανωτέρω), νοουμένου ότι τούτο δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την άλλη πλευρά (Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817, Annual Practice του 1958, σελ. 627). Το Δικαστήριο θα μπορούσε να αρνηθεί τροποποίηση που εισάγει νέα βάση αγωγής, όταν η τροποποίηση θα μετέτρεπε την αγωγή σε αγωγή ουσιωδώς διαφορετικού χαρακτήρα που θα μπορούσε ευχερεστέρα να καταστεί το αντικείμενο νέας αγωγής (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 627, κάτω από τον τίτλο «New Case», και Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 131-132), κάτι που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, δεδομένων των ήδη δικογραφημένων ισχυρισμών της αιτήτριας στους οποίους αναφέρθηκα πιο πάνω. Περαιτέρω, με την παρ. Α
(9)της αίτησης τροποποίησης, επιχειρείται η αντικατάσταση του αιτητικού της Ανταπαίτησης της αιτήτριας, με την εγκατάλειψη της απαίτησης για διατάγματα που να διατάζουν τους καθ΄ ων η αίτηση να διατυπώσουν σαφώς τις αντιρρήσεις τους εναντίον της μετατροπής του καταστήματος σε εστιατόριο και περί διαγραφής των ποσών που εκκρεμούν ως κοινόχρηστα εισπρακτέα από την αιτήτρια και τερματισμού χρέωσης της αιτήτριας, και με την αντικατάσταση της απαίτησης για «εύλογες αποζημιώσεις με βάση την απώλεια εσόδων όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω» (σημειώνω ότι η απώλεια εσόδων προσδιορίζεται στην παρ. 4 της υφιστάμενης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στο ποσό των €1.077.682 με αναφορά στους όρους του M.O.U.), με απαίτηση για το ποσό των €1.303,668 (€1.077.682 πλέον €225.000) ως εύλογες και/ή νόμιμες αποζημιώσεις και/ή ως ενοίκια και/ή ενδιάμεσα κέρδη και/ή για τις ζημιές και απώλειες που υπέστη η αιτήτρια ένεκα της συμπεριφοράς των καθ' ων η αίτηση. Προκύπτει ότι η αιτήτρια με τη διαγραφή της παρ. 8 της υφιστάμενης Ανταπαίτησης και την αντικατάστασή της με τη νέα παρ. 15, αντικαθιστά στην ουσία την απαίτηση της για γενικές αποζημιώσεις, με απαίτηση για ειδικές αποζημιώσεις, για τις οποίες δίδει λεπτομέρειες στη νέα παρ. 13 στη βάση πάντα των όρων που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι συμφώνησε με την εταιρεία που λειτουργεί τα εστιατόρια KFC. Στοιχεία για τη συγκεκριμένη ζημιά που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπέστη και για την οποία διεκδικεί αποζημιώσεις, δικογραφούνται ήδη κατά τρόπο γενικό στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (παρ. 4 και 8(γ)), πλην όμως η παράλειψη δικογράφησης λεπτομερειών σε σχέση με τη ζημιά καθώς και η παράλειψη αναφοράς στην απώλεια των €225.000 (1,5% επί των εσόδων της KFC για 10 χρόνια) θα εμπόδιζε την αιτήτρια από το να δυνηθεί να προσφέρει μαρτυρία προς απόδειξη των ζημιών της σε όλο τους το εύρος και την επιδίκαση σ' αυτήν ειδικών αποζημιώσεων σε περίπτωση που τις αποδείξει (βλ. Kayat Trading, ανωτέρω, σελ. 551, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation
(2012)1(B) Α.Α.Δ. 1855). Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία των δικογράφων στην πολιτική δίκη, όπως αυτή επεξηγήθηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, αλλά και τον κανόνα ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να δικογραφούνται με ακρίβεια και λεπτομέρεια προκειμένου να μπορούν να επιδικαστούν (Πίριλλος v. Ρουπινέττας Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153, Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083), κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες αλλά και χρήσιμες προκειμένου, αφενός, να μπορέσει η αιτήτρια να εκθέσει με σαφήνεια και πληρότητα τις θέσεις της και να μπορεί να τις προβάλει κατά τη δίκη, αφετέρου, να διασφαλιστεί το δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση να γνωρίζουν επακριβώς την Υπεράσπιση της αιτήτριας αλλά και την εναντίον τους εγειρόμενη Ανταπαίτηση και να τους δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν στις θέσεις και τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, αλλά και να προετοιμαστούν κατάλληλα για τη δίκη. Επισημαίνω εξάλλου ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν προβάλλουν τη θέση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν είναι αναγκαίες, αλλά, αντίθετα, θέση τους είναι ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις εισάγεται νέα βάση αγωγής και νέοι ισχυρισμοί που συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, ισχυρισμό τον οποίο δεν αποδέχτηκα για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Περαιτέρω, θέση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση είναι ότι τα γεγονότα ως αυτά εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης καταδεικνύουν ξεκάθαρη διάρρηξη του πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 16.12.04 την οποία η αιτήτρια έχει παραδεχθεί, παραδοχή την οποία αποσύρει με την παράγραφο που επιδιώκει να προσθέσει ως παρ. 1 στην Υπεράσπιση της. Ως προς τον ισχυρισμό αυτό αρκεί πιστεύω να επισημανθεί ότι στην έκθεση απαίτησης δεν γίνεται αναφορά ούτε στο πωλητήριο έγγραφο ημερ. 16.12.04 ούτε σε κατ' ισχυρισμό διάρρηξη αυτού, αλλά σε υποχρέωση της αιτήτριας να καταβάλλει κοινόχρηστα ως «ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος και/ή χρήστης» του υποστατικού. Οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται επιπλέον στα πλαίσια της αγόρευσης τους ότι με τις παραγράφους που επιχειρείται να εισαχθούν ως παρ. 10 και 11 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, σκοπείται αντικανονικά και κατά παράβαση της Δ.19 Θ.4 η εισαγωγή μαρτυρίας. Τέτοιος, όμως, ισχυρισμός δεν τέθηκε ως λόγος ένστασης από τους καθ' ων η αίτηση στην ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης που καταχώρησαν, ούτε συμπεριλαμβάνεται η Δ.19 Θ.4 στη νομική βάση αυτής. Με δεδομένες τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.4
(1), σύμφωνα με τις οποίες η ειδοποίηση [ένστασης] «θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει του συγκεκριμένους λόγους της ένστασης» αλλά και την πάγια νομολογία ότι οι λόγοι ένστασης πρέπει να καθορίζονται με καθαρότητα στο σώμα της ένστασης και να εξειδικεύονται δεόντως, αφού ο συντάκτης της ένστασης έχει καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του αλλά και το Δικαστήριο σε ποιούς ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του (Σοφοκλέους ν. Τεβελούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825), ο σχετικός ισχυρισμός ο οποίος προβάλλεται στην αγόρευση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση δεν μπορεί να εξετασθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Σύμφωνα με τον πέμπτο λόγο ένστασης, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έπληττε ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση και της δικαιοσύνης, με την απώλεια που θα προκληθεί στους καθ' ων η αίτηση να μην μπορεί να αποκατασταθεί με οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. Είναι καθαρό από τη νομολογία, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Δεν διαπιστώνω ότι οι καθ' ων η αίτηση θα υποστούν, ένεκα της τροποποίησης, ανεπανόρθωτη ζημιά, εντός της έννοιας της νομολογίας, δεδομένου ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και δεδομένου ότι τους θα δοθεί η ευκαιρία να απαντήσουν σε όλους τους ισχυρισμούς της αιτήτριας μέσω καταχώρησης τροποποιημένης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα τους αποστερήσει το συνταγματικό τους δικαίωμα για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου, έχω την άποψη ότι η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), «εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά . ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης.». Στην παρούσα υπόθεση η αίτηση τροποποίησης υποβλήθηκε στο στάδιο των Οδηγιών με βάση τη Δ.30, και προτού η υπόθεση οριστεί για ακρόαση, ενώ η καθυστέρηση που θα προκληθεί ένεκα της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, κατά την κρίση μου, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των καθ' ων η αίτηση για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων τους κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος, ούτε και θα μπορούσε να υπερφαλαγγίσει το δικαίωμα της αιτήτριας που κατοχυρώνεται αντίστοιχα από το Άρθρο 30
(2)και
(3)του Συντάγματος για δίκαιη δίκη και για προβολή των ισχυρισμών της ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τον έκτο και τον έβδομο λόγο ένστασης, οι ισχυρισμοί που η αιτήτρια προσπαθεί να εισαγάγει είναι αναληθείς και ατεκμηρίωτοι και αποτελούν προϊόν εκ των υστέρων σκέψης και η αίτηση είναι έκδηλα καταχρηστική. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τις πιο πάνω θέσεις χωρίς να τις εξειδικεύουν καθ' οιονδήποτε τρόπο χωρίς, δηλαδή, να εξηγούν γιατί οι ισχυρισμοί της αιτήτριας είναι ατεκμηρίωτοι και αναληθείς. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η αιτήτρια αναφέρεται ήδη στην υφιστάμενη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της στο M.O.U. και την πρόθεση ενοικίασης του καταστήματος στην αλυσίδα εστιατορίων KFC, αλλά και στη συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση και τη μη παροχή της συγκατάθεσης τους γεγονός που, κατά την αιτήτρια πάντα, οδήγησε στην εγκατάλειψη της πρόθεσης της εταιρείας KFC για ενοικίαση του καταστήματος και την απώλεια εσόδων ύψους €1.077.682, δεν μπορώ να δεχθώ τη γενικόλογη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι προς εισαγωγή ισχυρισμοί αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της αιτήτριας για να αποφύγει τις υποχρεώσεις της προς τους καθ' ων η αίτηση. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης (ανωτέρω) «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα», ενώ «το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία» (Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω), ακόμη και αν η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια (Κώστας Παφίτης, ανωτέρω) και δεν υπάρχει, κατά την κρίση μου, στην παρούσα περίπτωση μαρτυρία από την οποία να εξάγεται συμπέρασμα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κακόπιστα. Το γεγονός ότι η αιτήτρια επιδιώκει μέσω της αίτησης τροποποίησης να καλύψει κενά που εντόπισε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, αφού ακριβώς ο σκοπός της τροποποίησης είναι να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να δικογραφήσουν κατά τρόπο ορθό και ολοκληρωμένο τις θέσεις τους, ούτως ώστε να οδηγηθεί η υπόθεση σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς τους. Υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς της αιτήτριας στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση της αίτησης και κατά τρόπο που η όποια ζημιά τους δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την κατάληξη μου ως προς την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης καθώς και τις συνέπειες που θα έχει για την αιτήτρια τυχόν απόρριψη της αίτησης, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει και ότι οι καθ' ων η αίτηση θα έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν σε όλα τα εγειρόμενα με την τροποποίηση ζητήματα, κρίνω ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αιτούμενης τροποποίησης, η οποία είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και σκοπό έχει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πλήρες φάσμα της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κατά τρόπο ολοκληρωμένο, με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση της εναγομένης-αιτήτριας εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση και εναντίον της εναγομένης-αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.4.14, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.14. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο