← Κύπρος

Νικολάου Μιχαλάκη Νίκος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, Παραπομπή Αρ.: 49/08, 24/1/201

Νικολάου Μιχαλάκη Νίκος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, Παραπομπή Αρ.: 49/08, 24/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Παραπομπή Αρ.: 49/08 Νικολάου Μιχαλάκη Νίκος Ερεχθείου αρ. 35, Αγλαντζιά, Λευκωσία. Αιτητή -και- Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου,

  1. Για τον Αιτητή: κα Λειβαδιώτου με κα Κυνηγοπούλου. Για την Απαλλοτριούσα Αρχή: κα Κοτσώνη. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλείστα, σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση, γεγονότα, οι δύο πλευρές συμφωνούν. Ευθύς αμέσως, θα παραθέσω, με συνοπτικό τρόπο, τα αδιαμφισβήτητα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, σημειώνοντας ότι, το αδιαμφισβήτητο και κοινώς αποδεκτό των εν λόγω γεγονότων, προκύπτει τόσο από σχετικές παραδοχές που έγιναν από τις δύο πλευρές, όσο και από την αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητα και κοινώς αποδεκτά γεγονότα. Τον Οκτώβριο του 1999, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το Διάταγμα Απαλλοτρίωσης Δ.Π.1360/29.10.
  2. Προηγουμένως, είχε γνωστοποιηθεί, με σχετική δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, η απαλλοτρίωση με τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης Δ.Π.773/25.06.
  3. Με τη συγκεκριμένη πράξη, το Κράτος απαλλοτρίωσε 122 τ.μ. κοινόκτητης ιδιοκτησίας (πρόκειται για λωρίδα γης με μικρότερο πλάτος 1.05 μ. και μέγιστο, 1.65μ.) η οποία βρίσκεται, κυρίως, στο νότιο και ανατολικό προαυλιακό χώρο (βλ. Τεκμήριο 8) συγκεκριμένου κτιρίου (πολυκατοικία με διαμερίσματα στους ορόφους και καταστήματα στο ισόγειο). Το κτίριο είχε ανεγερθεί στο τεμάχιο γης με αριθμό εγγραφής 13/1761, Φ.ΣΧ.ΧΧΙ/62.ΕΙ στην ενορία Άγιος Δημήτριος στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Το μεγαλύτερο μέρος του απαλλοτριωθέντος τεμαχίου γης (τα 116 τ.μ. από τα συνολικά 122 τ.μ.), αποτελούσε μέρος κοινόχρηστου, κοινόκτητου κυρτού πλακόστρωτου (οι είσοδοι των καταστημάτων, στο ισόγειο του κτηρίου, βρίσκονται σε ψηλότερο σημείο από την επιφάνεια του δρόμου), πλάτους 6μ. - 7μ. (από την άκρη του δρόμου μέχρι και τις εισόδους των καταστημάτων), το οποίο ευρίσκετο έμπροσθεν όλων των καταστημάτων στο ισόγειο της νότιας πλευράς του κτιρίου (εντός της οδού 28ης Οκτωβρίου) και μέρους των καταστημάτων, στην ανατολική πλευρά του κτιρίου (εντός της Λεωφόρου Ακροπόλεως). Ως προς τα σημεία από όπου απαλλοτριώθηκε γη, σχετικό είναι και πάλι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, επί του οποίου, τα συγκεκριμένα σημεία, υποδεικνύονται με κόκκινο χρώμα. Σκοπός της απαλλοτρίωσης ήταν η βελτίωση της Λεωφόρου Νίκης/Ακροπόλεως στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Στα πλαίσια των οικοδομικών έργων της απαλλοτρίωσης, το κυρτό πλακόστρωτο κατεστράφη. Στη θέση του, παραπλεύρως και σε επαφή με το δρόμο, ανεγέρθη ισόπεδο δημόσιο πεζοδρόμιο, και στο υπόλοιπο μέρος του, μέχρι και την είσοδο των καταστημάτων, ανεγέρθη, σε ψηλότερο σημείο (λόγω του διαφορετικού υψομέτρου της επιφάνειας του νέου πεζοδρομίου και των εισόδων των καταστημάτων) ισόπεδος πλακόστρωτος προαυλιακός χώρος για σκοπούς εξυπηρέτησης των καταστημάτων και γενικά των ενοίκων και επισκεπτών της πολυκατοικίας. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ δημόσιου πεζοδρομίου και προαυλιακού πλακόστρωτου, φθάνει μέχρι και 50 εκ., με τη μικρότερη υψομετρική διαφορά να παρατηρείται εντός της οδού 28ης Οκτωβρίου, και τη μεγαλύτερη, εντός της Λεωφόρου Ακροπόλεως. Σε κάποια σημεία (ως προς το σε πόσα και που ακριβώς, οι δύο πλευρές διαφωνούν) κατασκευάστηκαν σκαλιά. Ο ενώπιον του Δικαστηρίου αιτητής, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, και είναι ακόμα, ο ιδιοκτήτης του ισογείου, γωνιακού, καταστήματος υπ' αριθμόν 2, του οποίου η πρόσοψη ευρίσκεται, τόσο εντός της Λεωφόρου Ακροπόλεως, όσο και εντός της οδού 28ης Οκτωβρίου. Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, το κατάστημα του Αιτητή, τύγχανε δύο χρήσεων και συγκεκριμένα, μέρος του, ως κατάστημα πώλησης παιδικών υποδημάτων, και το υπόλοιπο, ως αποθηκευτικός χώρος και σημείο παράδοσης, επιχείρησης για πώληση ειδών κατάδυσης και ψαρέματος. Ο Αιτητή, ως ιδιοκτήτης του ρηθέντος καταστήματος, είναι και ιδιοκτήτης των 5/99 της απαλλοτριωθείσας κοινόκτητης/κοινόχρηστης γης. Περί τον Ιανουάριο του 2002, η Απαλλοτριούσα Αρχή, απέστειλε, μέσω επιστολής της ημερομηνίας 18.01.2002, προσφορά αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα γη του αιτητή, ύψους €201,92 (ΛΚ118.18). Ο αιτητής δεν απεδέχθη την προσφορά. Ακολούθως και συγκεκριμένα στις 16.05.2008, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση παραπομπή, με την οποία ζητεί τον καθορισμό των αποζημιώσεων που θα πρέπει να του αποδοθούν συνεπεία της απαλλοτρίωσης της ακίνητης του ιδιοκτησίας, ως ανωτέρω προσδιορίστηκε. Τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα, καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Απαλλοτριούσας Αρχής, καταχωρήθηκε, στις 11.06.
  4. Ο Αιτητής, στις 11.09.2012, καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης, στην οποία επισυνάπτεται και Έκθεση Εκτίμησης του Χρίστου Πατρικίου, Εγγεγραμμένου Εκτιμητή και Κτηματομεσίτη. Κατά τον αιτητή, και τούτο με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του, η ορθή αποζημίωση που πρέπει να του αποδοθεί για τα 5/99 μερίδια της απαλλοτριωθείσας γης, είναι το ποσό των €2.631,25σ. Η Υπεράσπισης της Απαλλοτριούσας Αρχής, καταχωρήθηκε στις 09.09.
  5. Σ' αυτή επισυνάπτεται Έκθεση Εκτίμησης που ετοιμάστηκε από συγκεκριμένη λειτουργό του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερομηνίας 19.03.
  6. Με αυτή, η Απαλλοτριούσα Αρχή προωθεί τη θέση ότι η πρόταση που έγινε στον αιτητή κατά το 2002, ήταν ορθή και δίκαιη. Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι, με βάση την εκτίμηση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, την υπό εξέταση περίπτωση, περιβάλλουν τέτοια περιστατικά και δεδομένα που δικαιολογούν την εφαρμογή της εκτιμητικής αρχής και/ή μεθόδου της «Αξίας Ανέσεως», και είναι κατ' εφαρμογή αυτής της αρχής, που κατέληξε, η Απαλλοτριούσα Αρχή, να προτείνει στον Αιτητή, ως αποζημίωση, το ποσό των €201.92σ., παρά το ότι, σε διαφορετική περίπτωση, ως αγοραία αξία έκαστου τετραγωνικού μέτρου της απαλλοτριωθείσας γης, εκτιμήθηκε το ποσό των €341,72σ. Και τούτο γιατί, κατά την Απαλλοτριούσα Αρχή, αυτό που θα πρέπει να δοθεί στον Αιτητή ως αποζημίωση για την επίδικη απαλλοτρίωση της γης του, είναι το 10% της αγοραίας αξίας της, λόγω, ακριβώς, της εφαρμογής της αρχής της Αξίας Ανέσεως. Επί της ρηθείσας προβαλλόμενης αρχής της Αξίας Ανέσεως, του κατά πόσο μια τέτοια αρχή και/ή μέθοδος είναι αναγνωρισμένη και αποδεκτή από τον τομέα των εκτιμήσεων, και αν ναι, κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση, οι δύο πλευρές διαφωνούν και προώθησαν διαφορετικά επιχειρήματα. Κρίνεται επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι, οι διάδικοι, παρά τη αρχική, μικρή ομολογουμένως, διαφορά τους σε σχέση με την αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας γης του αιτητή (χωρίς να συνυπολογίζεται η αρχή της Αξίας Ανέσεως), για σκοπούς εξοικονόμησης χρόνου και περιορισμού των επίδικων, ενώπιον του Δικαστηρίου, θεμάτων, καθόρισαν, υπό μορφή παραδεκτού γεγονότος, την εν λόγω αγοραία αξία της απαλλοτριωθείσας γης του αιτητή στο συνολικό ποσό των €2.368,
  7. Δήλωσαν δε ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι λανθασμένα εφαρμόστηκε η ρηθείσα αρχή της Αξίας Ανέσεως, τότε θα πρέπει να επιδικάσει στον Αιτητή το συμφωνηθέν, μεταξύ των δύο πλευρών ποσό των €2.368,
  8. Με τις σχετικές δηλώσεις και αγορεύσεις τους, οι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τους διαδίκους, ξεκαθάρισαν ότι, μοναδικά πλέον επίδικα ζητήματα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: α) το κατά πόσο η προβαλλόμενη από την Απαλλοτριούσα Αρχή, αρχή και/ή μέθοδος Αξίας Ανέσεως, είναι αποδεκτή και αναγνωρισμένη αρχή στο τομέα των εκτιμήσεων, β) αν ναι, το ορθό ή μη της απόφασης της Απαλλοτριούσας Αρχής να εφαρμόσει την εν λόγω αρχή και κατά συνέπεια, να αποδώσει στον Αιτητή, μόνο το 10% της αξία που θα του απέδιδε σε διαφορετική περίπτωση και γ) η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, συνεπεία του χρόνου που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση Παραπομπής. Με δεδομένη πλέον τη συμφωνία των μερών ως προς το ύψος της αποζημίωσης που θα πρέπει να δοθεί στον αιτητή στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, δεν θα κριθεί ορθό να μειωθεί τούτη λόγω της επικαλούμενης αρχής της Αξίας Ανέσεως, η αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, θα γίνει πρωτίστως με γνώμονα τα επίδικα θέματα και τους σχετικούς με αυτά ισχυρισμούς των μαρτύρων. Ως προς τη δυνατότητα ενός Δικαστηρίου, να περιορίζει και να συναρτά το έργο του με τα επίδικα θέματα και τούτο κατ' επίκληση της αρχής της οικονοµίας της δίκης, παραθέτω πιο κάτω αυτουσίως τα όσα είχε πει ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου Γ. Μ. Πικής: «∆εν αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται µε την επίδραση που µπορεί να έχει στην θεώρηση των επιδίκων θεµάτων.» (Οδυσσέα ν. Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑ∆
  1. Βλέπε επίσης και την πολύ πιο πρόσφατη απόφαση στην Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Απόλυση του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως δια ανάρμοστη συμπεριφορά, Αίτηση 1/15 ημερ. 24/9/2015, σελ. 27, 28.). Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τέσσερις συνολικά μάρτυρες. Δύο για κάθε πλευρά. Τρεις εξ αυτών (οι δύο εκ μέρους της Απαλλοτριούσας Αρχής) κατέθεσαν υπό την ιδιότητα τους ως Εκτιμητές/Πραγματογνώμονες. Ο τέταρτος, ήταν ο αιτητής. Ως Μ.Αιτ.1, παρουσιάστηκε ο Εκτιμητής Χρίστος Πατρίκιος. Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν αμφισβητήθηκε από την Απαλλοτριούσα Αρχή. Ως προς το αποδεκτό και αναγνωρισμένο της αρχής και/ή μεθόδου της Αξίας Ανέσεως στον τομέα της εκτίμησης, η μαρτυρία του δεν ήταν βοηθητική. Και τούτο γιατί προώθησε συγκρουόμενους, μεταξύ τους, ισχυρισμούς. Ποιο συγκεκριμένα, ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι στον τομέα της εκτίμησης δεν αναγνωρίζεται μια τέτοια αρχή και/ή μέθοδος, σε προγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του, σε πλήρη αντιδιαστολή με αυτή την επόμενη του θέση, ο Μ.Αιτ. 1, προώθησε τον ισχυρισμό ότι, στην επίδικη περίπτωση, δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη αρχή εκτίμησης (το αποδεκτό και αναγνωρισμένο της οποίας δεν αμφισβήτησε), δίδοντας δε και τους λόγους που, κατά τη γνώμη του, δεν τύγχανε εφαρμογής. Κατά τα λοιπά αναφέρθηκε επισταμένα και με επαρκή και επεξηγηματικό τρόπο στα θετικά χαρακτηριστικά και πλεονεκτήματα που κατείχε και απολάμβανε το κατάστημα του αιτητή προ της απαλλοτριώσεως, συνεπεία του κυρτού κοινόκτητου/κοινόχρηστου πλακόστρωτου που ευρίσκετο μπροστά του, στο οποίο, στάθμευαν τα οχήματα τους οι πελάτες του καταστήματος, αποκτώντας έτσι, άμεση εγγύτητα και πρόσβαση στο κατάστημα. Σημείωσε την αδυναμία πλέον στάθμευσης έμπροσθεν του καταστήματος, αλλά και την επακόλουθη απώλεια της άμεσης πρόσβασης (με όχημα) σε αυτό, συνεπεία των έργων που εκτελέστηκαν στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης. Ο Μ.Αιτ.1, ανέφερε επίσης ότι, το συγκεκριμένο πλεονέκτημα που κατείχε το κατάστημα πριν την απαλλοτρίωση, αναβάθμιζε την εμπορικότητα και λειτουργικότητα του, μιας και βοηθούσε στην εύκολη διακίνηση των πελατών και στην στάθμευση των οχημάτων τους. Τη μαρτυρία του, στο βαθμό που αφορά στον τρόπο και τη μέθοδο που ακολούθησε για να καταλήξει στο ύψος της αποζημίωσης που θα πρέπει να δοθεί στον αιτητή, την αποδέχομαι, πλην όμως, τούτη δεν κρίνεται πλέον σχετική με τα επίδικα γεγονότα, συνεπεία της συμφωνίας των δύο πλευρών αναφορικά με την αξία της επίδικης απαλλοτριωθείσας γης. Δέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ότι ο επίδικος, προαυλαικός του καταστήματος, χώρος και ειδικότερα η χρήση που γινόταν σε αυτόν από τους πελάτες του καταστήματος, αποτελούσε πλεονέκτημα για το κατάστημα. Το κατά πόσο η ρηθείσα χρήση ήταν ή όχι παράνομη, και επομένως το κατά πόσο ο αιτητής νομιμοποιείται να επικαλείται προς όφελος του το εν λόγω πλεονέκτημα, είναι θέμα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο κατωτέρω. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Μ.Αιτ.1, υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης/Εκτίμησης που ετοίμασε για λογαριασμό του αιτητή, η οποία επισυνάπτεται στην Έκθεση Απαίτησης του τελευταίου. Με βάση το περιεχόμενο της ρηθείσας εκτίμησης, τα εκτιμητικά έξοδα ανέρχονταν, κατά τον χρόνο που έγινε η εκτίμηση, στο ποσό των ΛΚ1.000,00 (ως ίσχυε τότε) και δη €1.708,
  2. Ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε, με αποτέλεσμα να τον αποδέχομαι. Ακολούθως, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο αιτητής, ο οποίος, γενικά, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι οποιεσδήποτε αντιφάσεις που παρουσιάζει η μαρτυρία του, κρίνονται επουσιώδεις και μη ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Εν πάση περιπτώσει τούτες (οι αντιφάσεις) παρουσιάζονται επί ισχυρισμών του που δεν είναι σχετικοί με τα περιορισμένα πλέον, επίδικα, ενώπιον του Δικαστηρίου, ζητήματα. Ο αιτητής ήταν αρκετά πειστικός και εκεί που χρειαζόταν επεξηγηματικός. Η δε μαρτυρία του, αποτελεί τη μόνη πηγή διαφώτισης σε σχέση με τις κατά καιρούς χρήσεις, τόσο του καταστήματος του, όσο και του προαυλιακού αυτού, χώρου, μέρος του οποίου αποτελεί και η επίδικη απαλλοτριωθείσα γη. Σύμφωνα με τον αιτητή, του οποίου, επί του προκειμένου, τη μαρτυρία αποδέχομαι, ανέκαθεν, ο προαυλιακός αυτός χώρος του καταστήματος και δη το κυρτό πλακόστρωτο, χρησιμοποιείτο από τους εκάστοτε πελάτες των καταστημάτων της πολυκατοικίας (περιλαμβανομένου και του δικού του) ως χώρος προσωρινής στάθμευσης. Κατά τον αιτητή, η ρηθείσα ευχέρεια στάθμευσης, αποτέλεσε ένα από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους ο πατέρας του αγόρασε, αρχικά, το κατάστημα. Ανάφερε ακόμα ότι, συνεπεία των οικοδομικών έργων που έγιναν στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης και της μετατροπής του εν λόγω χώρου ως ανωτέρω περιγράφθηκε, δεν ήταν δυνατή, πλέον, η στάθμευση των οχημάτων των πελατών του καταστήματος. Οι πελάτες, μετά την καταστροφή του κυρτού πλακόστρωτου, έπρεπε να σταθμεύουν σε άλλους χώρους, σε μια απόσταση πέραν των 100 μ. από το κατάστημα, και αρκετές φορές, να είναι και αναγκασμένοι να διασταυρώσουν κεντρικές αρτηρίες και/ή δρόμους για να δυνηθούν να μεταβούν στο κατάστημα του. Ανάφερε ακόμα ότι, η ρηθείσα μετατροπή του χώρου, είχε ως αποτέλεσμα να δυσχεραίνει κατά πολύ την πρόσβαση στο κατάστημα του από πρόσωπα που μετέφεραν καροτσάκι. Ιδιαίτερα αναφέρθηκε στις μητέρες που επισκέπτονταν το κατάστημα του πώλησης παιδικών παπουτσιών με τα βρέφη τους, τα οποία μεταφέρονταν με καροτσάκι, αλλά και στους πελάτες του έτερου καταστήματος του και δη της πώλησης ειδών καταδύσεως, οι οποίοι αγόραζαν και/ή ξαναγέμιζαν φιάλες οξυγόνου, οι οποίες φιάλες, θα έπρεπε πλέον να μεταφέρονται με καρότσι στο όχημα του πελάτη το οποίο στάθμευε σε πολύ μακρινή απόσταση. Με αυτές του τις αναφορές, ο αιτητής προώθησε τη θέση ότι, με την επίδικη απαλλοτρίωση, το κατάστημα του και δη η ακίνητη του περιουσία, απώλεσε ένα βασικό πλεονέκτημα που είχε. Ζήτησε ακριβώς, όπως το εν λόγω γεγονός ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Διάφοροι ισχυρισμοί του αιτητή, έτυχαν αμφισβήτησης από τη συνήγορο της απαλλοτριούσας αρχής, είτε μέσω ερωτήσεων, είτε μέσω υποβολών που του έθεσε, πλην όμως, ως επί το πλείστον, τούτοι αφορούσαν θέσεις του που κρίνονται ως μη σχετικοί με τα περιορισμένα πλέον επίδικα γεγονότα, μιας και τούτοι αφορούσαν, κυρίως, τη θέση του αιτητή ότι, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, αναγκάστηκε να τερματίσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στο επίδικο κατάστημα του, αλλά και ότι, η οποιαδήποτε περαιτέρω επιχειρηματική δραστηριότητα σε αυτό, κατέστη πλέον, πολύ δύσκολη. Με δεδομένη τη συμφωνία των μερών για το μέγιστο ύψος της αποζημίωσης που είναι δυνατό να αποδοθεί στον αιτητή, οι πιο πάνω, αμφισβητούμενοι από την Απαλλοτριούσα Αρχή, ισχυρισμοί του Αιτητή, κατέστησαν, πλέον, άσχετοι με τα επίδικα γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, ως ήδη σημείωσα ανωτέρω, ο αιτητής με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του αιτητή που κρίνεται σημαντικό να αναφερθεί, το οποίο και αποδέχομαι, είναι ότι η χρήση του προαυλιακού χώρου έκαστου καταστήματος της πολυκατοικίας, ως χώρου προσωρινής στάθμευσης από τους πελάτες των καταστημάτων, γινόταν με τη σύμφωνη γνώμη και αποδοχή των κυρίων όλων των μονάδων της πολυκατοικίας (περιλαμβανομένων και των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας), οι οποίοι ήσαν και συνιδιοκτήτες του επίδικου προαυλιακού κοινόκτητου/κοινόχρηστου χώρου. Σημειώνεται, επί του προκειμένου, ότι, η Απαλλοτριούσα Αρχή δεν αμφισβήτησε, επί της ουσίας, τον ρηθέντα ισχυρισμό του αιτητή. Εκείνο που προέβαλε, τόσο μέσω της αντεξέτασης του αιτητή και του μάρτυρα του, όσο και μέσω της μαρτυρίας που προσκόμισε, δεν ήταν θέσεις αντίθετες με τη βασική αυτή θέση του αιτητή, αλλά ότι η ενέργεια, αφενός των πελατών του καταστήματος του αιτητή να σταθμεύουν στο συγκεκριμένο χώρο και αφετέρου του ίδιου του αιτητή να χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο χώρο για το σκοπό αυτό, ήταν παράνομες, καθότι, επί της πολεοδομικής άδειας που εκδόθηκε για την ανέγερση της πολυκατοικίας ο επίδικος αυτός χώρος, προσδιορίζεται ως «πλακόστρωτο» και όχι ως χώρος στάθμευσης. Το θέμα αυτό και δη το παράνομο ή μη της στάθμευσης των πελατών των καταστημάτων στον επίδικο προαυλιακό χώρο, θα με απασχολήσει κατωτέρω. Επί των επιδίκων, όμως, γεγονότων, αποδέχομαι τη μαρτυρία του αιτητή. Ως πρώτη μάρτυρας από πλευράς Απαλλοτριούσας Αρχής, κατέθεσε η Λουκία Ζορπά, η οποία παρουσίασε τον εαυτό της ως εκτιμητή. Αυτή τούτη την ιδιότητα της αμφισβήτησε σφόδρα η πλευρά του αιτητή. Για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως δεν καθίσταται ανάγκη να καταπιαστώ με το ζήτημα αυτό, καθότι κρίνω ότι υπέχει μόνο θεωρητικού ενδιαφέροντος. Ο λόγος είναι απλός. Η μάρτυρας αυτή δεν είναι η συντάξασα της εκτίμησης που ετοιμάστηκε από την Απαλλοτριούσα Αρχή και ούτε ήταν σε θέση, με τα όσα σχετικά ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου να διαφωτίσει αναφορικά με το περιεχόμενο της εν λόγω έκθεσης. Εν πάση περιπτώσει, ερωτηθείσα ειδικά, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, για τα δεδομένα που λήφθηκαν υπόψη από την εκτιμητή που ετοίμασε την έκθεση εκτίμησης που επισυνάπτεται στην υπεράσπιση, ώστε να καταλήξει στα συμπεράσματα της και πιο συγκεκριμένα για το πώς αυτή (η εκτιμήτρια που ετοίμασε την έκθεση εκτίμησης) κατέληξε στο να εφαρμόσει την αρχή της Αξίας Ανέσεως, δήλωσε άγνοια και προώθησε ισχυρισμούς βασισμένους στην πεποίθηση της και γενικά στο πως ενεργούν οι εκτιμητές του δημοσίου και όχι σε συνάρτηση με τα γεγονότα που περιέβαλλαν την ετοιμασία της επίδικης κρατικής εκτίμησης. Ως προς δε, αυτή τούτη την αρχή της Αξίας Ανέσεως, η κυρία Ζορπά, δεν ήταν σε θέση να δώσει στο Δικαστήριο εκείνα τα εχέγγυα, που θα καθιστούσαν δυνατή την αντικειμενική από πλευράς του Δικαστηρίου ανεξάρτητη κρίση, τόσο σε σχέση με το αποδεκτό και αναγνωρισμένο της ρηθείσας αρχής στον τομέα της εκτίμησης, όσο και του τρόπου που ενδεχομένως τυγχάνει εφαρμογής. Η μαρτυρία της κυρίας Ζορπά, κρίνεται ως μη βοηθητική για την επίλυση των επιδίκων ενώπιον του Δικαστηρίου ζητημάτων, πλην φυσικά της θέσης της (η οποία είναι εντελώς ασύνδετη με το κατά πόσο κατέχει ή όχι την ιδιότητα του εκτιμητή) ότι, ο λόγος για τον οποίο η Απαλλοτριούσα Αρχή ουδέποτε αποτάθηκε στο Δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης για την επίδικη απαλλοτρίωση, ήταν ο φόρτος (μεγάλος προφανώς) εργασίας του Κτηματολογίου, θέση η οποία κρίνεται σχετική με το επίδικο ζήτημα της επιδίκασης εξόδων. Η εμφανής αδυναμία της κυρίας Ζορπά να υποστηρίξει τη θέση της Απαλλοτριούσας Αρχής, σε σχέση με την αρχή της Αξίας Ανέσεως, ήταν ο λόγος, κατά τη γνώμη μου, που η Απαλλοτριούσα Αρχή ένοιωσε την ανάγκη να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία και παρουσίασε το δεύτερο της μάρτυρα και δη τον κύριο Βαρνάβα Πασιουλή (Μ.Α.Α.2). Δηλώνω εξ αρχής ότι ο Μ.Α.Α.2, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είναι γνώστης του στοιχείου του και κάτοχος πλειάδας ακαδημαϊκών προσόντων που σχετίζονται με τον τομέα της εκτίμησης. Εξ άλλου τα προσόντα του δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς του αιτητή. Ο μάρτυρας αυτός, επεξήγησε στο Δικαστήριο την αρχή της Αξίας Ανέσεως, καθώς επίσης και έδωσε παραδείγματα περιπτώσεων που η εν λόγω αρχή τυγχάνει εφαρμογής. Έπεισε δε περί του αναγνωρισμένου και αποδεκτού της ρηθείσας αρχής στο τομέα των εκτιμήσεων, διασκεδάζοντας κάθε σχετική ανησυχία και/ή αμφιβολία που προβλήθηκε από πλευράς του Αιτητή. Όμως, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, δεν κρίνεται αναγκαία η λεπτομερής παράθεση της σχετικής με το ζήτημα μαρτυρίας του. Και τούτο γιατί, όπως ο ίδιος ανέφερε, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι η χρήση (προ της απαλλοτρίωσης) του επίδικου προαυλιακού χώρου από τους πελάτες του καταστήματος του αιτητή, ως χώρου στάθμευσης δεν ήταν παράνομη, τότε δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της Αξίας Ανέσεως και ο αιτητής θα δικαιούται να λάβει αποζημίωση ίση με το συμφωνηθέν μεταξύ των δύο πλευρών ποσό. Όπως εξήγησε, ο Μ.Α.Α.2, σε μια τέτοια περίπτωση, αναγνωρίζεται ότι, με την απαλλοτρίωση, η περιουσία του αιτητή μετατράπηκε δομικά εις τρόπο που δεν είναι δυνατή πλέον η χρήση της για σκοπούς στάθμευσης, με αποτέλεσμα να απολέσει την συγκεκριμένη χρήση της, η οποία (στη περίπτωση που δεν ήταν παράνομη) επαύξανε την αξία της, γεγονός που καθιστά την αρχή της Αξίας Ανέσεως ανεφάρμοστη. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας σημειώνω ότι τη μαρτυρία του κυρίου Πασιουλή, στο βαθμό που δεν αφορά νομικές απόψεις, την αποδέχομαι στην ολότητα της, καθώς επίσης και ότι με τη μαρτυρία του έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα ώστε επ' αυτής, το Δικαστήριο να μπορεί να βασίσει δικά του ανεξάρτητα ευρήματα και να προβεί σε δικαστική κρίση επί των σχετικών, με τη μαρτυρία του, επιδίκων ζητημάτων. Αν και ως σημειώθηκε ανωτέρω, ο Μ.Α.Α.2 αναγνώρισε το πλεονέκτημα που είχε και απολάμβανε το κατάστημα του αιτητή πριν την απαλλοτρίωση, καθώς επίσης και την απώλεια τούτου μετά την απαλλοτρίωση, ισχυρίστηκε ότι, συνεπεία των προνοιών του άρθρου 10(ε) του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου Ν.15/1962[1] δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη η χρήση του επιδίκου χώρου ως χώρου στάθμευσης από τους πελάτες του καταστήματος και ορθά το Κτηματολόγιο, κατά την διενέργεια της εκτίμησης της αποζημίωσης που πρέπει να δοθεί στον αιτητή, δεν συνυπολόγισε το γεγονός αυτό. Τη θέση του αυτή, περί παρανομίας στην χρήση του χώρου, ως χώρου στάθμευσης, βάσισε στο περιεχόμενο της άδειας που εκδόθηκε για την ανέγερση της πολυκατοικίας, όπου επί του σχετικού σχεδίου (τεκμήριο 10), ο επίδικος χώρος χαρακτηρίζεται ως πλακόστρωτο και όχι ως χώρος στάθμευσης. Συνεπεία των ανωτέρω, κρίνεται επάναγκες, στο σημείο αυτό, να απαντηθεί το ερώτημα, πάντα με γνώμονα τις πρόνοιες του άρθρου 10 (ε) του Νόμου 15/1962, κατά πόσο δύναται ο αιτητής να επικαλείται την, προγενέστερη της απαλλοτρίωσης, χρήση του προαυλιακού κοινόχρηστου/κοινόκτητου χώρου της πολυκατοικίας ως χώρου στάθμευσης από τους πελάτες του καταστήματος του, ως γεγονός που επαύξανε την αξία της ακίνητης του περιουσίας, ώστε ακολούθως να επικαλεστεί, για σκοπούς αποζημίωσης του, την απώλεια της ρηθείσας χρήσης. Εξ αρχής σημειώνω ότι, η εισήγηση της Απαλλοτριούσας Αρχής ότι, η χρήση του επίδικου χώρου ως χώρος στάθμευσης των πελατών του καταστήματος ήταν παράνομη και ότι συνεπεία τούτου τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 10 (ε) (ανωτέρω), βασίζεται αποκλειστικά στο περιεχόμενο του σχεδίου κάτοψης ισογείου της πολυκατοικίας με βάση το οποίο εξεδόθη άδεια διαχωρισμού στις 29.1.1980 και το οποίο κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο
  3. Κατά την Απαλλοτριούσα Αρχή, αφ' ης στιγμής ο χώρος που βρίσκεται έμπροσθεν του καταστήματος του αιτητή, μέρος του οποίου απαλλοτριώθηκε με την επίδικη απαλλοτρίωση, χαρακτηρίζεται, επί του ρηθέντος σχεδίου, ως «πλακόστρωτο», η χρήση του, πριν την απαλλοτρίωση, ως χώρου στάθμευσης, ήταν παράνομη, με αποτέλεσμα, η ρηθείσα χρήση του, να μην μπορεί να θεωρηθεί ως επαυξάνουσα την αξία του καταστήματος του αιτητή και γενικότερα της ακίνητης του ιδιοκτησίας. Σε κανένα νόμο και/ή κανονισμό και/ή νομολογία δεν παρέπεμψε η Απαλλοτριούσα Αρχή για να υποστηρίξει την εν λόγω εισήγηση της. Από έρευνα στην οποία προέβη το Δικαστήριο σε διάφορους νόμους, κανονισμούς, αλλά και στη νομολογία, δεν ανευρέθη οποιαδήποτε πρόνοια και/ή αρχή δικαίου, η οποία να ορίζει ρητά ή έστω γενικά τις νομικά επιτρεπόμενες χρήσεις ενός πλακόστρωτου χώρου. Εν πάση περιπτώσει δεν ανευρέθη οτιδήποτε που να καθιστά τη χρήση ενός πλακόστρωτου ως χώρου στάθμευσης παράνομη. Ούτε ο ίδιος ο όρος, είναι προσδιοριστικός της χρήσης που μπορεί να γίνεται σε ένα τέτοιο χώρο όπως π.χ. συμβαίνει με το «πεζοδρόμιο», όπου ο ίδιος ο όρος είναι προσδιοριστικός της χρήσης που πρέπει να γίνεται σε αυτό και δη ότι θα πρέπει να χρησιμοποιείται από πεζούς. Ο όρος «πλακόστρωτο», είναι απλά προσδιοριστικός του τρόπου δόμησης και/ή κατασκευής του χώρου και δη ότι κατασκευάζεται με στρώσεις πλακών. Εξ' άλλου, ο επίδικος χώρος είναι ιδιωτικός κοινόκτητος/κοινόχρηστος χώρος, για τη χρήση του οποίου παράπονο δυνατόν να υποβληθεί από τους διάφορους ιδιοκτήτες των μονάδων της πολυκατοικίας, στους οποίους άνηκε (εξ' αδιαιρέτου) μέρος της απαλλοτριωθείσας γης. Όπως όμως ανέφερε ο Αιτητής και έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, η κύριοι των μονάδων της πολυκατοικίας και συνιδιοκτήτες του προαυλιακού κοινόκτητου αυτού χώρου, συμφώνησαν όπως ο κάθε καταστηματάρχης περιλαμβανομένου και του αιτητή, να χρησιμοποιεί τον εν λόγω χώρο ως χώρο στάθμευσης των πελατών του καταστήματος του. Επίσης σημειώνεται ότι, τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει ή έστω να υπονοεί ότι, η στάθμευση των οχημάτων των πελατών του καταστήματος του αιτητή, προκαλούσε οποιαδήποτε ενόχληση και/ή ταλαιπωρία στη λοιπή τροχαία κίνηση της περιοχής ή ότι επηρέαζε, καθ' οιονδήποτε τρόπο δυσμενώς, τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, κρίνω ότι η εισήγηση της Απαλλοτριούσας Αρχής περί εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 10 (ε) του νόμου 15/1962, δεν μπορεί να γίνει δεκτή και τούτο γιατί τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καθιστά την προγενέστερη της απαλλοτρίωσης χρήση του επίδικου πλακόστρωτου παράνομη και/ή δυνάμενη να κριθεί ως τέτοια. Κατά ακολουθία, το γεγονός ότι, πριν την απαλλοτρίωση, η απαλλοτριωθείσα γη, ως μέρος ενιαίου πλακόστρωτου, χρησιμοποιείτο ως χώρος στάθμευσης που εξασφάλιζε εγγύτητα και άμεση πρόσβαση στο κατάστημα του αιτητή, χρήση που πλέον είναι αδύνατο να γίνει λόγω των οικοδομικών έργων που εκτελέστηκαν στα πλαίσια της απαλλοτρίωσης, πρέπει να συνυπολογιστεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 10 (στ) και (ζ) του νόμου 15/1962[2] ως χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας που η απώλεια της, συνεπεία της απαλλοτρίωσης, μείωσε την αξία της λοιπής ιδιοκτησίας που παρέμεινε στην κατοχή του αιτητή, καθώς επίσης και ως γεγονός που επέφερε ζημιά στον αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο, στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν καλείται να καθορίσει το μέγιστο ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται ο αιτητής, μιας και αυτό είναι καθορισμένο από τους διαδίκους, αλλά να αποφασίσει κατά πόσο τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση δικαιολογούν την εφαρμογή της αρχής της Αξίας Ανέσεως, ώστε η αποζημίωση που θα πρέπει να δοθεί στον αιτητή να περιοριστεί, ως η απαλλοτριούσα αρχή εισηγείται ή όχι. Επί του προκειμένου, η θέση του Μ.Α.Α.2 ήταν ξεκάθαρη. Σύμφωνα με αυτή, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρήση του επίδικου προαυλιακού χώρου του καταστήματος του αιτητή, ως χώρου στάθμευσης από τους πελάτες του, δεν ήταν παράνομη, τότε η αρχή της Αξίας Ανέσεως δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι η ρηθείσα εκτιμητική αρχή εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που η ακίνητη περιουσία, η οποία επηρεάζεται από την απαλλοτρίωση, δεν απολλύει ευδιάκριτο, ξεκάθαρο και σημαντικό πλεονέκτημα που κατείχε προ της απαλλοτρίωσης. Επομένως, με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου ότι η, προ της απαλλοτρίωσης, στάθμευση των οχημάτων των πελατών του καταστήματος του αιτητή επί του επίδικου προαυλιακού κοινόκτητου/κοινόχρηστου χώρου δεν απεδείχθη ότι ήταν παράνομη και/ή ότι γινόταν υπό περιστάσεις που θα δικαιολογείτο να απαγορευθεί, δεν είναι δυνατόν, κατά τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης που πρέπει να δοθεί στον αιτητή, να κριθεί εφαρμοστέα η αρχή της Αξίας Ανέσεως, μιας και με την απαλλοτρίωση, η ακίνητη ιδιοκτησία του αιτητή και ειδικότερα αυτή που παρέμεινε στην κατοχή του (κατάστημα και λοιπός κοινόκτητος/κοινόχρηστος προαυλιακός χώρος) απώλεσε σημαντικό πλεονέκτημα που απολάμβανε προηγουμένως. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω, και με δεδομένη τη συμφωνία των μερών ως προς το ύψος της αποζημίωσης που θα πρέπει να επιδικαστεί υπέρ του αιτητή στην περίπτωση που δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της Αξίας Ανέσεως, κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση υπέρ του αιτητή για το συμφωνηθέν μεταξύ των δύο πλευρών, ποσό των €2.368,
  4. Το μόνο που παραμένει προς εξέταση, είναι η κρίση ως προς τα έξοδα. Η διαφωνία των δύο πλευρών, επί του προκειμένου, εντοπίζεται στον χρόνο που καταχωρήθηκε η παρούσα παραπομπή σε συνάρτηση με το χρόνο που δημοσιεύθηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης. Κατά την Απαλλοτριούσα Αρχή, ο αιτητής επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας παραπομπής με αποτέλεσμα, το Δικαστήριο να πρέπει να συνυπολογίσει το γεγονός τούτο κατά την έκδοση της διαταγής του σε σχέση με τα έξοδα. Κατά τον αιτητή, δικαιολογείται η επιδίκαση εξόδων υπέρ του, χωρίς οποιαδήποτε μείωση. Αποτελεί κοινή θέση αμφοτέρων των πλευρών ότι η γνωστοποίηση της επίδικης απαλλοτρίωσης δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25.6.
  5. Επίσης αποτελεί κοινό τόπο ότι, το διάταγμα απαλλοτρίωσης δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.10.
  6. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμος 15/1962 «.εάν μέχρι της δημοσιεύσεως του διατάγματος απαλλοτρίωσης δεν επέλθη συμφωνία ως εν τω άρθρω 8 προβλέπεται, η απαλλοτριούσα αρχή ή παν ενδιαφερόμενον πρόσωπον δύναται δι αιτήσεως να ζητήση από το Δικαστήριον όπως προβή εις τον καθορισμόν της καταβλητέας διά απαλλοτρίωσιν αποζημειώσεως μεταξύ των εις ταύτην ενδιαφερομένων προσώπων». Επομένως, δικαίωμα και/ή δυνατότητα υποβολής αίτησης για καθορισμό της αποζημίωσης που θα πρέπει να δοθεί στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα (περιλαμβανομένου και του Αιτητή), είχε και η Απαλλοτριούσα Αρχή, το οποίο δικαίωμα δεν εξάσκησε. Σύμφωνα δε με τη Μ.Α.Α.1, ο λόγος που η Απαλλοτριούσα Αρχή δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης, ήταν ο μεγάλος φόρτος εργασίας, χωρίς να προσδιοριστεί το πώς ο εν λόγω φόρτος αποτέλεσε εμπόδιο για την καταχώρηση μιας, ουχί πολύπλοκης, ομολογουμένως, αιτήσεως, ως υπό εξέταση. Σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα, στην υπόθεση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Case of Michael Theodossiou Ltd v. Cyprus (Αρ. Αίτησης 31811/04) ημερ. 15.4.09 (βλ. Παραγράφους 94, 95, και 96 της απόφασης), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Firstly, it notes that the applicant company, being the owner of property subject to compulsory acquisition, had every right to seek to challenge the lawfulness of any interference with its property rights by all legal means available to it.. Secondly, it is clear that long periods of inactivity elapsed in which the acquiring authority failed to take any action concerning the acquisition and for which the Government did not submit any justification or reasonable explanation. Lastly, the acquiring authority had the same possibility to accelerate the proceedings by applying to the civil courts for determination of the award of compensation but failed to do so. The Court notes that no explanation was provided by the Government as to why the municipality took no such action, while it considers it more reasonable for the municipality to have sought to obtain determination of the amount of compensation, given the very nature of the compulsory acquisition order issued to enable the municipality to pursue its policies. That being so, the Court considers that the delay in the proceedings, responsibility for which lay rather more with the acquiring authorities than with the applicant company and the absolute nature of the relevant domestic rule concerning determination of compensation, which did not allow for the eventuality of excessive delay between the notification of the acquisition and the actual payment of compensation, imposed a disproportionate burden on the applicant company. Accordingly the Court finds that there has been a violation of Article 1 of Protocol No. 1 to the Convention.»[3] Στην υπό εξέταση υπόθεση, συνεπεία της φύσης της απαλλοτριωθείσας γης και δη ότι επρόκειτο περί κοινόκτητης γης ιδιοκτησίας πολλών προσώπων (των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων και των καταστημάτων της επίδικης πολυκατοικίας), το διάβημα προς το Δικαστήριο για τον καθορισμό της αποζημίωσης που θα έπρεπε να δοθεί συνεπεία της απαλλοτρίωσης, βάρυνε, κατά τη γνώμη μου, πολύ περισσότερο τους ώμους της Απαλλοτριούσας Αρχής, παρά αυτούς του αιτητή, μιας και τυχόν υποβληθέν σχετικό διάβημα από πλευράς της Απαλλοτριούσας Αρχής θα μπορούσε να προωθηθεί σε σχέση με όλους τους ιδιοκτήτες της επίδικης απαλλοτριωθείσας γης, κάτι που δεν θα ήταν δυνατό να καθοριστεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, η οποία προωθείται αποκλειστικά σε σχέση με την περιουσία του Αιτητή. Η Απαλλοτριούσα Αρχή δεν έδωσε οποιαδήποτε σαφή και επαρκή εξήγηση γιατί δεν αποτάθηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 9 του Νόμου 15/1962, για να καθοριστεί η επίδικη αποζημίωση. Η συμπεριφορά που επέδειξε η Απαλλοτριούσα Αρχή και γενικότερα η αδράνεια της να αποταθεί η ίδια, ως είχε δικαίωμα, για να καθοριστεί η αποζημίωση από το Δικαστήριο, της στερεί, κατά την κρίση μου, το δικαίωμα να ζητά όπως μη επιδικασθούν έξοδα υπέρ του αιτητή ή, στην περίπτωση που επιδικαστούν τέτοια έξοδα, τούτα να είναι μειωμένα. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του αιτητή και εναντίον της Απαλλοτριούσας Αρχής για το ποσό των €2.368,00, πλέον τόκο 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από τις 25.6.1999 (ημέρα γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης) μέχρι και τις 15.5.14 και ακολούθως 3% ετησίως (βλ. τροποποιητικός Ν.61(Ι)/2014)από 16.5.2014 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επί της κλίμακας €2.000,00 - €10.000,00, πλέον εκτιμητικά έξοδα εκ ποσού €1.708,06, με νόμιμο τόκο επί των ρηθέντων εκτιμητικών εξόδων από σήμερα. (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] «Οσάκις η επαύξησις εις την αξίαν ιδιοκτησίας οφείλεται εις την χρήσιν ταύτης κατά τρόπον όστις ηδύνατο να απαγορευθή υπό του δικαστηρίου, ή όστις είναι παράνομος ή επιβλαβής δια την υγείαν των κατόχων ή δια την δημόσιαν τοιαύτην, το ποσό της τοιαύτης επαυξήσεως δεν λαμβάνεται υπ' όψιν˙». [2] «(στ) εις περίπτωσιν καθ' ην απαλλοτριούται, δυνάμει του παρόντος Νόμου, μέρος μόνον ιδιοκτησίας, λαμβάνεται υπ' όψιν και η τυχόν επελθούσα λόγω της τοιαύτης απαλλοτριώσεως επαύξησις ή μείωσις εις την αξίαν έτερας ιδιοκτησίας κατεχομένης υπό του ιδιοκτήτου ομού με τα του ούτω απαλλοτριωθέντος μέρους (ζ) υπολογίζεται ωσαύτως και η τυχόν ζημία ήν υφίσταται ο ιδιοκτήτης ως εκ του διαχωρισμού της δυνάμει του παρόντος Νόμου απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας εξ ετέρας τοιαύτης ήν, ο ιδιοκτήτης κατείχεν ομού μετά της απαλλοτριωθείσης ιδιοκτησίας». [3] Υπογράμμιση δική μου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.