← Κύπρος

Μελανή Παρασκευαΐδου ν. Ισαβέλλα Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 4860/2016, 16/2/2017

Μελανή Παρασκευαΐδου ν. Ισαβέλλα Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής: 4860/2016, 16/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4860/2016 Μεταξύ: Μελανή Παρασκευαΐδου Ενάγουσας και Ισαβέλλα Κωνσταντίνου Εναγομένης Αίτηση ημερομηνίας 02.11.2016 16 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοουσα/Αιτητή: κος Βρυωνίδης. Για Εναγόμενη/ καθ' ης η αίτηση: κα Θεοχάρους. ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε μονομερώς προσωρινό διάταγμα τύπου Mareva σε σχέση με ακίνητο που βρίσκεται στον Δήμο Λακατάμειας, ήτοι οικόπεδο με αρ. εγγραφής 5/1438, τμήμα 5, Φ/ΣΧ 30/13W2 τεμάχιο

  1. Ήταν θέση της ενάγουσας ότι, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μη ικανοποίησης οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας στα πλαίσια της αγωγής. Με την απαίτηση εκφράζεται αιτία αγωγής βασιζόμενη σε δόλο και ή απάτη. Συγκεκριμένα είναι δικογραφημένος ισχυρισμός ότι η εναγόμενη προέβη σε ψευδής παραστάσεις, με αποτέλεσμα να εξαπατηθεί η ενάγουσα για το ποσό των €66.000,00 και να ζημιώσει οικονομικά. Σύμφωνα με τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτησή της, είπε ότι ο σύζυγος της εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και της είπε ότι υπήρχε σχέδιο κατάθεσης στην Ελληνική Τράπεζα, με γραμμάτιο, που θα απέφερε επιτόκιο 10%. Η ενάγουσα την εμπιστεύτηκε και της παρέδωσε χρήματα σε μορφή τραπεζικής επιταγής για το ποσό των €45.000,00 καθώς και δεύτερη τραπεζική επιταγή για το ποσό των €21.000,
  2. Κατά την παραλαβή των χρημάτων, η εναγόμενη κατέγραψε σε χαρτί που παρέδωσε στην ενάγουσα το ποσό που παρέλαβε, με το ποσοστό του επιτοκίου, καθώς και το ποσό των χρημάτων που θα απέφερε το γραμμάτιο στην λήξη του. Στις 11.10.2016 η εναγόμενη συνελήφθηκε από την αστυνομία για απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, σε σχέση με πληθώρα καταγγελιών εναντίον της. Ανοίχθηκε ποινικός φάκελος και παράλληλα η ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι ήταν θύμα εξαπάτησης. Καταχώρησε την αγωγή στις 17.10.2016 και στις 02.11.2016 αποτάθηκε μονομερώς για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, όπως το εν λόγω ακίνητο να μην αποξενωθεί, πωληθεί, διατεθεί και επιβαρυνθεί μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Μέσα από διάφορες επικοινωνίες και έρευνες , η ενάγουσα ανακάλυψε ότι η εναγόμενη δεν έχει άλλα περιουσιακά στοιχεία πλην το εν λόγω ακίνητο. Αυτό το ακίνητο βαρύνεται ήδη με δύο δικαστικές αποφάσεις που έχουν εγγραφεί στο κτηματολόγιο επί του ακινήτου. Όμως, η ενάγουσα είχε πληροφορίες ότι η εναγόμενη προσπαθούσε να ικανοποιήσει τους υφιστάμενους πιστωτές της για να αφαιρεθούν τα ΜΕΜΟ και να πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο το ακίνητο. Έγινε παραδεκτό γεγονός κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης ότι το εν λόγω ακίνητο είναι πράγματι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της εναγόμενης, καθώς και παραδεκτό ότι κατά τις 26.10.2016 έγινε εγγραφή στο κτηματολόγιο πωλητήριο έγγραφο επί του ακινήτου. Με την ένστασή της η εναγόμενη επιβεβαίωσε ότι πράγματι ξόφλησε τους υφιστάμενους πιστωτές που είχαν προβεί σε εγγραφή αποφάσεων επί του ακινήτου στο κτηματολόγιο από τις 09.09.
  3. Τα δύο ΜΕΜΟ ακυρώθηκαν τον Νοέμβριο
  4. Ισχυρίστηκε ότι η δήλωση μεταβίβασης ενεγράφηκε στις 26.09.2016 και το αντίτιμο πώλησης του ακινήτου ήταν για το ποσό των €75.000,
  5. Ήταν θέση της εναγομένης ότι η συμφωνία πώλησης του ακινήτου προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής και της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος μονομερώς στις 17.10.
  6. Περαιτέρω, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο που κατατέθηκε στις 26.10.2016 ήταν υποχρέωση της εναγομένης να μεταβιβάσει το ακίνητο στον αγοραστή μέχρι τις 15.11.
  7. Ο αγοραστής του ακινήτου, που είναι ένα οικόπεδο, έχει λάβει την κατοχή του το ακίνητο από τις 25.09.
  8. Είναι θέση της εναγομένης ότι εφόσον το πωλητήριο έγγραφο προηγείται χρονικά της έκδοσης του διατάγματος και ο νέος αγοραστής δύναται να απαιτήσει ειδική εκτέλεση του διατάγματος ότι αυτή η επιβάρυνση επί του ακινήτου θα πρέπει να προηγηθεί του προσωρινού διατάγματος. Σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση της εναγομένης προς υποστήριξη της ένστασης δεν έχει καταγραφεί κανένα γεγονός ώστε να αμφισβητήσει την ουσία της απαίτησης αναφορικά με την εξαπάτηση της ενάγουσας ως αποτέλεσμα της οποίας της απέσπασε το ποσό των €6.000,
  9. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης κατατίθεται ως τεκμήριο η γραπτή συμφωνία πώλησης του ακινήτου. Το ίδιο το συμφωνητικό έγγραφο που επικαλείται η εναγόμενη για να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος, προνοεί ρητώς ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας έγινε την 25.10.2016, δηλαδή πριν την έκδοση του προσωρινού διατάγματος μονομερώς. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις των διαδίκων είναι ότι υπάρχουν αντικρουόμενα γεγονότα που δεν μπορούν να επιλυθούν σ' αυτό το στάδιο, τα οποία θα ήταν σημαντικά για την υπόθεση. Ήταν θέση του κ. Βρυωνίδη κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης ότι η πώληση του επίδικου ακινήτου, σε τρίτο πρόσωπο, είναι πλασματική ώστε να αποφύγει η εναγομένη τις συνέπειες του διατάγματος. Ανέφερε επί παραδείγματι ότι η πώληση του ακινήτου έγινε σε συγγενικό πρόσωπο της εναγομένης και ότι το πιο πιθανόν δεν πληρώθηκε το τίμημα των €75.000,00 στην εναγόμενη. Όμως τέτοια μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον μου και ούτε ζήτησε ο κ. Βρυωνίδης να αντεξετάσει την εναγομένη στα πλαίσια της διαδικασίας ώστε να φανεί κατά πόσο η πώληση έγινε σκόπιμα και είναι εικονική. Από την άλλη, η εναγομένη δεν έχει αμφισβητήσει καθόλου τα γεγονότα της αίτησης ως προς την απαίτηση της ενάγουσας. Παρατηρώ πράγματι ότι είναι πολύ ύποπτο ότι έχει διεξαχθεί η αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Επιπρόσθετα, η εναγομένη δεν έδωσε περισσότερα στοιχεία για τις €75.000,00 που ισχυρίζεται ότι έλαβε από την καλή τι πίστη αγοραστή του ακινήτου. Διαφωνώ με την θέση της εναγομένης ότι η ενάγουσα απέκρυψε ή δεν αποκάλυψε όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο. Αντιθέτως, τα γεγονότα που έχουν περιέλθει εις γνώση μου, μετά την έκδοση του διατάγματος, μονομερώς, επιβεβαιώνουν τους φόβους της ενάγουσας ότι επίκειται αποξένωση του μοναδικού ακινήτου που κατέχει η εναγομένη και που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης. Κρίνω ότι η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου αρκετά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος να μην μπορέσει να εκτελέσει δικαστική απόφαση στην περίπτωση που εκδοθεί προς όφελος της τέτοιας απόφασης στην αγωγή. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι έχει πέσει θύμα εξαπάτησης από την εναγομένη για μεγάλο χρηματικό ποσό και η εναγομένη έχει πωλήσει το μόνο περιουσιακό στοιχείο που κατέχει λίγες μέρες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  10. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προϋποθέσεις:
  11. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση
  12. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία
  13. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.[1] επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδείξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του ως και επίσης εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στο νόμο. Η ενάγουσα έχει παρουσιάσει με την αίτηση της πληθώρα στοιχεία που καταδεικνύουν ότι έπεσε θύμα εξαπάτησης της εναγομένης. Κατέθεσε ως τεκμήρια, τραπεζικές επιταγές, που δείχνουν ότι η εναγόμενη πήρε μεγάλο ποσό χρημάτων από την εναγομένη και παρέθεσε λεπτομερή στοιχεία για αστυνομική έρευνα εις βάρος της εναγομένης για το ποινικό αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Η εναγομένη δεν έχει παραθέσει ούτε ένα στοιχείο για να καταρρίψει αυτή την ισχυρή εικόνα ότι υπάρχει μία πολύ σοβαρή υπόθεση προς εκδίκαση βασιζόμενη σε απάτη και δόλο εις βάρος της ενάγουσας. Συνεπώς, εύκολα ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το ίδιο ισχύει για την τρίτη προϋπόθεση. Εκφράζεται αιτία αγωγής εναντίον της εναγομένης για δόλο και απόσπαση χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων. Παράλληλα μ' αυτά τα γεγονότα η ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ως γεγονός ότι η εναγόμενη στερείται περιουσίας και επίκειται να αποξενώσει το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που κατέχει. Έχει νομολογηθεί, σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η τρίτη προϋπόθεση που προνοεί το άρθρο 32 του Ν.14/60, για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, πληρείται εάν ο ενάγοντας δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελέσει οιανδήποτε δικαστική απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του σε κατοπινό στάδιο, εάν το Δικαστήριο δεν του χορηγήσει το απαιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Το διάταγμα τύπου «Mareva» έχει σκοπό, όπως καθιερώθηκε και επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Mareva v International Bulk Carriers[2], σκοπό έχει να εμποδίσει τον ασυνείδητο εναγόμενο από το να σκορπίσει τα περιουσιακά του στοιχεία είτε εντός ή εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να καταστρατηγήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Στην απόφαση Παντελίδη ν Πιερή [3] επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι, η ευρεία εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 32 του Ν.14/60 περιλαμβάνει και την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva». Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι το άρθρο 32 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 45 της Αγγλικής Judicature Act
  14. To Ανώτατο Δικαστήριο έχει υιοθετήσει την νέα ερμηνεία του άρθρου 45

(1), και έθεσε κατευθυντήριες γραμμές βασιζόμενες σ' αυτό το άρθρο, για τον τρόπο άσκησης της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι παραμέτρου άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για την έκδοση διαταγμάτων τύπου «Mareva» προσαρμοζόμενη στην Κυπριακή νομοθεσία και πραγματικότητα είναι ως ακολούθως: «Το διάταγμα τύπου «Mareva» εξεταζόμενο με βάση μια πιο εγκόσμια προοπτική μπορεί να θεωρηθεί σαν μία ισχυρή προσθήκη στο οπλοστάσιο του Νόμου, η οποία δικαιολογείται από τις τεράστιες τεχνολογικές αλλαγές στις μεταφορές και τη σχετιζόμενη με αυτές κινητικότητα προσώπων και αγαθών. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για χορήγηση διατάγματος τύπου Mareva πρέπει να ασκείται με μεγάλη περίσκεψη και πάντοτε λαμβανομένου δεόντως υπόψη των ειδικών σκοπών του Νόμου, και κυρίως σαν βοήθημα στη διαδικασία εκτέλεσης, το οποίο στοχεύει στην πρόληψη ενεργειών που τείνουν να υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας». Στην απόφαση Poltava Petroleum Oil Company v Mexana Oil Ltd.[4] λέχθηκε ότι ο πραγματικός σκοπός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα: «Δεν είναι η εξασφάλιση προτεραιότητας για τον ενάγοντα, ακόμη λιγότερο να τιμωρήσει τον εναγόμενο για ισχυριζόμενα παραπτώματα του. Ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για το διάταγμα τύπου «Mareva» είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής των εναγόντων σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας». Στην Αγγλική υπόθεση Ζ Ltd. v A [5] ο Lord Denning επεξήγησε ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδίδει τέτοια διατάγματα δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος είναι κάτοικος εξωτερικού αλλά επεκτείνεται σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι η απόφαση θα παραμένει ανεκτέλεστη. «A Mareva injunction can be granted against a man even though he is based in this country if the circumstances are such that there is danger of his absconding, or a danger of the assets being moved out of the jurisdiction or otherwise dealt with so that there is a danger that the plaintiff, if he gets judgement will not be able to get it satisfied.The mareva jurisdiction extends to cases where there is danger that the assets will be dissipated in the country as well as by its removal out of jurisdiction». Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα τύπου «Mareva» επεκτείνεται σε περιουσιακά στοιχεία τα οποία θα περιέλθουν στην κυριότητα του εναγόμενου μετά την έκδοση του διατάγματος και πριν την εκτέλεση της απόφασης. «A Mareva injunction is looking to the future and is dealing with the situation between the obtaining of the judgement and its eventual execution and it will cover any assets which are acquired between the granting of the order and the eventual execution of any judgement obtained in the action in question'[6]». Σύμφωνα με την απόφαση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd. v Σκυροποιια 'Λεωνικ' Λτδ. [7]ο ενάγοντας δεν είναι ανάγκη να αποδείξει ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος ότι τα περιουσιακά στοιχεία θα μεταφερθούν εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ή θα σκορπιστούν εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για να δικαιούται την έκδοση του διατάγματος. Το μόνο που χρειάζεται να δείξει είναι «την πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία». Ποιες όμως είναι οι κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του για να εκτιμήσει ορθά αυτό τον κίνδυνο; Στην απόφαση Poltava [8] το Εφετείο έθεσε μερικούς παράγοντες που θα ήταν χρήσιμο να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για να καθοδηγήσει την κρίση του κατά την λήψη της απόφασης του. Αυτοί είναι ως ακολούθως:
  1. Η φύση των περιουσιακών στοιχείων τα οποία συνιστούν το προτεινόμενο αντικείμενο της αγωγής και η ευκολία ή δυσκολία με την οποία θα μπορούσαν να διατεθούν ή εξαφανισθούν. Ο ενάγων μπορεί ευκολότερα να αποδείξει τον κίνδυνο εξαφάνισης ενός τραπεζικού λογαριασμού ή κινητών αντικειμένων, από τον κίνδυνο διάθεσης ακινήτων.
  2. Η φύση και οικονομική υπόσταση της επιχείρησης το εναγόμενου
  3. Η διάρκεια της καθιέρωσης της επιχείρησης του εναγόμενου. Χρειάζεται ισχυρότερη μαρτυρία για ενδεχόμενη εξαφάνιση όπου ο εναγόμενος είναι μια προ πολλού καθιερωθείσα εταιρεία με εύλογη φήμη στην αγορά παρά εταιρεία για την οποία λίγο ή τίποτε είναι γνωστά ή μπορούν να εξακριβωθούν.
  4. Η μόνιμη κατοικία του εναγόμενου.
  5. Αν ο εναγόμενος είναι αλλοδαπή εταιρεία, συνεταιρισμός ή εμπορευόμενος ή χώρα στην οποία έχει εγγραφεί ή έχει την κυρίως διεύθυνση των εργασιών του, και το διαθέσιμο ή μη οποιουδήποτε μηχανισμού για αμοιβαία εκτέλεση.
  6. Το προηγούμενο ή υφιστάμενο πιστωτικό μητρώο του εναγόμενου.
  7. Οποιαδήποτε εκφρασθείσα πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου αναφορικά με τις δοσοληψίες του με τα εντός της δικαιοδοσίας περιουσιακά του στοιχεία.
  8. Σχέσεις μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και άλλων εταιρειών οι οποίες δεν ικανοποίησαν διαιτητικές αποφάσεις ή δικαστικές αποφάσεις.
  9. Η συμπεριφορά του εναγόμενου έναντι της αξίωσης του ενάγοντα. Σχέδιο υπεκφυγής ή απροθυμίας να λάβει μέρος στη διαδικασία ή διαιτησία, ή η έγερση αδύνατον υπερασπίσεων μετά την αποδοχή ευθύνης, ή συνολική σιωπή, δυνατόν να είναι παράγοντες που βοηθούν τον ενάγοντα. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδώσει τέτοια διατάγματα, επεκτείνεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι θα υπάρχουν εμπόδια στην εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος του ενάγοντα. Όμως, στην τελική ανάλυση, η χορήγηση τέτοιας θεραπείας εναπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Spider Trade Com. Finance Ltd. v Κώστα Χατζηγαβριήλ[9] το εφετείο επεξήγησε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος με την οποία δεσμεύεται η περιουσία του εναγόμενου που δεν είναι αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παραμείνει χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της απόφασης. Υπάρχει σοβαρή και συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της εναγομένης για εξαπάτηση και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Κατά το ίδιο διάστημα που έχει ξεκινήσει αστυνομική έρευνα εναντίον της για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και αφού αφέθηκε ελεύθερη μετά από προσωποκράτηση, φρόντισε το μοναδικό ακίνητο που κατέχει να το αποξενώσει. Συνεπώς, είναι ορατό το ενδεχόμενο η ενάγουσα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, διότι θα προωθήσει μία δικαστική διαδικασία που δεν θα έχει αίσιο τέλος, επειδή η εκτέλεση της όποιας απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ανεκτέλεστη. Το μόνο θέμα που παραμένει προς εξέταση είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι με τη χορήγηση των διαταγμάτων θα διαταραχθούν οι ισορροπίες μεταξύ των διαδίκων (status quo), επειδή ισχυρίζεται ότι η πώληση του ακινήτου είναι γνήσια και έγινε καλόπιστα, και οφείλει για να μην υποστεί η ίδια ανεπανόρθωτη ζημιά να τιμήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις ως αυτές προκύπτουν από τη συμφωνία. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.[10]). Πιο συγκεκριμένα παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, πιο πάνω, είναι ως ακολούθως: «
  10. Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd[11] η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ........................................................................................................ Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ενόρκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα.
  11. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. .............................................................................................. Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής.
  12. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας. Προκύπτουν από την συμφωνία πώλησης. Περαιτέρω είναι θέση της ότι ακόμη και εάν εκδοθεί απόφαση προς όφελος της ενάγουσας ούτως η άλλως δεν μπορεί να γίνει εγγραφεί της απόφασης εφόσον έχει προηγηθεί η πώληση του ακινήτου». Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι εκείνη θα είναι το μέρος που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη διατήρηση του προσωρινού διατάγματος χρήζει προσεκτικής ανάλυσης. Εάν η συμφωνία είναι γνήσια, πράγμα που αμφισβητεί η ενάγουσα, η εναγομένη μελλοντικά μπορεί να υποστεί κυρώσεις για παράβαση συμφωνίας. Όμως και πάλι αυτή η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί σε χρήμα και δεν είναι μεγαλύτερη από τη ζημιά που θα υποστεί η ενάγουσα με την κατάργηση του διατάγματος, ως θύμα που έχασε μεγάλο ποσό χρημάτων εξαιτίας εξαπάτησης. Περαιτέρω, υπάρχει πολύ εύκολος τρόπος για την εναγομένη να αποφύγει οποιεσδήποτε μελλοντικές συνέπειες για παράβαση της συμφωνίας εάν αυτή η συμφωνία είναι πραγματική και εάν πραγματικά εισέπραξε το ποσό €75.000,00 ως συνέπεια της πώλησης. Μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανταλλάξει ως εξασφάλιση το ακίνητο με τα χρήματα που ισχυρίζεται ότι έχει εισπράξει. Σε αντίθεση με την εναγομένη, η ενάγουσα στην περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος θα βρεθεί οριστικά και αμετάκλητα εκτεθειμένη στην περίπτωση που πετύχει η αξίωση της σε κατοπινό στάδιο της διαδικασίας. Αναφορικά με το επιχείρημα της εναγομένης ότι η συνέχιση του διατάγματος είναι πλέον άνευ αντικειμένου εξαιτίας της κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου στις 26 Οκτωβρίου, 2016, σημειώνω ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωρήθηκε και διεκπεραιώθηκε δήλωση μεταβίβασης του ακινήτου μέχρι σήμερα. Δήλωση μεταβίβασης είναι το έντυπο που καταχωρείται στο κτηματολόγιο για να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση. Το έγγραφο της αγοραπωλησίας μπορεί να εγγραφεί στο κτηματολόγιο επί του ακινήτου ως επιβάρυνση αλλά δεν συνιστά πράξη μεταβίβασης του ακινήτου. Σχετικό είναι το άρθρο 8 του περί περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965
(9)/1965. «Διαδικασία δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης 8.-
(1)Πας όστις επιθυμεί να μεταβιβάση ή υποθηκεύση ή αποδεχθή μεταβίβασιν ή υποθήκην ακινήτου δέον όπως ομού μετά του προσώπου μεθ' ου συνεφώνησε την σκοπουμένην μεταβίβασιν ή υποθήκην παρουσιασθή εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον κατά τας καθοριζομένας υπό του άρθρου 46 ώρας εργασίας, και δηλώση την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκην εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ως είρηται Γραφείου διά- (α) της προσαγωγής και επικυρώσεως ενυπογράφου δηλώσεως ως προνοείται εν άρθρω 18 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν άρθρω 21 (β) της προσαγωγής ετέρων εγγράφων άτινα προνοούνται υπό του παρόντος Νόμου ή άτινα ήθελον απαιτηθή υπό του Διευθυντού επί τω τέλει της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος ή οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ Νόμου (γ) της βεβαιώσεως των υπογραφών αυτού επί της δηλώσεως και επί παντός δελτίου, συνημμένου ή ετέρου εγγράφου φέροντος την υπογραφήν αυτού, διά δηλώσεως αυτού ότι αναγνωρίζει τας τοιαύτας υπογραφάς ως ιδίας επί τούτω τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχεται την γενομένην δήλωσιν μεταβιβάσεως ή υποθήκης φυλάσσων την δήλωσιν και τα προμνησθέντα έγγραφα και σημειών ενυπογραφως επί του εγγράφου της δηλώσεως το γεγονός ότι η δήλωσις εγένετο ενώπιον αυτού και εγένετο αποδεκτή υπ' αυτού, ως και την ημερομηνίαν και τον χρόνον της δηλώσεως και της τοιαύτης αποδοχής.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), σε περίπτωση μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει στη Δημοκρατία ή που περιήλθε στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, αυτή πραγματοποιείται είτε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είτε με την κατάθεση στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για τη μεταβίβαση, μαζί με σχετική δήλωση αποδοχής από το πρόσωπο στο όνομα του οποίου θα γίνει η μεταβίβαση. Στη δήλωση αποδοχής αναφέρεται τόσο το όνομα και η διεύθυνση του προσώπου που αποδέχεται τη μεταβίβαση όσο και τα στοιχεία της ακίνητης ιδιοκτησίας που μεταβιβάζεται: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας γίνεται σε δικαιούχο, σύμφωνα με τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Παραχώρηση Τίτλων Ιδιοκτησίας σε Εκτοπισθέντες και άλλα Πρόσωπα) (Ειδικούς) Κανονισμούς του 2006 ή οποιουσδήποτε Κανονισμούς τους τροποποιούν ή τους αντικαθιστούν, και ο εν λόγω δικαιούχος απεβίωσε κατά ή μετά την 7η Απριλίου 2006, τότε ο δικαιούχος θεωρείται ότι βρίσκεται στη ζωή κατά την ημερομηνία μεταβίβασης ή εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομά του και η μεταβίβαση γίνεται χωρίς την προσκόμιση, από οποιοδήποτε, της σχετικής δήλωσης αποδοχής, σύμφωνα με το παρόν εδάφιο». Οι συνέπιες καταχώρησης σύμβασης για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό είναι σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Πώλησης Γης εκτέλεσης Νόμου Κεφ. 232 ως ακολούθως: «Συνέπειες κατάθεσης αντιγράφου σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο 7.-
(1)Κατάθεση αντίγραφου σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού επενεργεί ως εμπράγματο βάρος (με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμους του 1965 και 1970) επί τέτοιας ιδιοκτησίας από την κατάθεση αυτού- (α) μέχρι την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται στην παράγραφο (δ) του άρθρου 2, εφόσον δεν ήθελε εγερθεί αγωγή εντός των αναφερόμενων προθεσμιών για ειδική εκτέλεση της σύμβασης~ ή (β) αν το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αγωγής που εγέρθηκε εντός των προθεσμιών που αναφέρονται στην παράγραφο (α), με την απόφαση του αρνηθεί να διατάξει ειδική εκτέλεση της σύμβασης, μέχρι της εκπνοής της νενομισμένης προθεσμίας για υποβολή έφεσης από την απόφαση αυτή και εφόσον δεν ήθελε υποβληθεί τέτοια έφεση~ ή (γ) αν υποβληθεί έφεση όπως στην παράγραφο (β), μέχρι την έκδοση της απόφασης σε αυτή και εφόσον αυτή επικυρώνει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή~ (δ) μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, αν το πρόσωπο υπέρ του οποίου εκδόθηκε διάταγμα για ειδική εκτέλεση της σύμβασης αμελήσει ή παραλείψει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του πιο πάνω άρθρου,ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος επί αυτής μεταγενέστερο της κατάθεσης αυτής αλλά άνευ επηρεασμού κάθε άλλου εμπράγματου βάρους επί αυτής το οποίο προηγείται αυτής, η ακίνητη ιδιοκτησία που συμφωνήθηκε να πωληθεί με τη σύμβαση, δύναται να εγγραφεί στο όνομα του αγοραστή σύμφωνα με το άρθρο 4 και τηρουμένων των διατάξεων αυτού: Νοείται ότι, όταν η ακίνητη ιδιοκτησία που συμφωνήθηκε να πωληθεί με τη σύμβαση αποτελεί τμήμα (άλλο από το εξ' αδιαιρέτου μερίδιο) ακίνητης ιδιοκτησίας εγγεγραμμένης στο όνομα του πωλητή, η κατάθεση αντιγράφου της σύμβασης, δυνάμει του άρθρου αυτού επενεργεί ως εμπράγματο βάρος, σύμφωνα με τα πιο πάνω- (α) μέχρι τη διενέργεια, κατόπι διαχωρισμού, ιδιαίτερης εγγραφής για το εν λόγω τμήμα στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, επί ολόκληρης της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία περιλαμβάνεται στην εγγραφή που υπάρχει στο όνομα του πωλητή, νοουμένου ότι κατόπι της κατάθεσης αυτής της σύμβασης οι διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 29, του εδαφίου
(1)του άρθρου 31 και οι διατάξεις του εδαφίου
(6)του άρθρου 41 των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 και 1970 οι οποίες αναφέρονται σε "προγενέστερη υποθήκη" θα εφαρμόζονται ωσάν η κατάθεση αυτή είχε συστήσει, τηρουμένων των αναλογιών, υποθήκη δυνάμει των προαναφερθέντων Νόμων αντί εμπράγματο βάρος δυνάμει του Νόμου αυτού~ (β) με τη διενέργεια, κατόπι διαχωρισμού, ιδιαίτερης εγγραφής για το εν λόγω τμήμα στο μητρώο του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, επί μόνου του τμήματος αυτού, παύει για το σκοπό αυτό να επενεργεί ως εμπράγματο βάρος επί του υπολοίπου της ακίνητης ιδιοκτησίας του πωλητή το οποίο προηγουμένως περιλαμβανόταν στην εγγραφή αυτή στο όνομα του.
(2)Η κατάθεση αντιγράφου σύμβασης για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού δεν επενεργεί, ούτως ώστε να ματαιώσει ή να καθυστερήσει την πώληση της ακίνητης αυτής ιδιοκτησίας, η οποία δυνατό να είχε διαταχτεί από Δικαστήριο πριν από την ημερομηνία της κατάθεσης αυτής. Όποια Δικαστική απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας κατά το πέρας της διαδικασίας μπορεί να εγγραφεί σύμφωνα με το άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 επί του ακινήτου.
  1. Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, όπως ορίζεται πιο κάτω, αφού εγγράψει τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε υπέρ του στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επι της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους». Το αποτέλεσμα της εγγραφής προδιαγράφεται στο άρθρο 57 του Κεφ. 6 ως ακολούθως: «Αποτελέσματα της εγγραφής
  2. Κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής, το συμφέρον του οφειλέτη χρέους επί της ιδιοκτησίας επιβαρύνεται με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία πριν από την κατάθεση του σημειώματος0 και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή υποθήκευση που έγινε μετά την εγγραφή της δικαστικής απόφασης η ιδιοκτησία ή τόσο μέρος αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης διατάσσεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε χρόνο ενόσω η εγγραφή παραμένει σε ισχύ, να πωληθεί προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Ως μέσο θεραπείας για κάθε πρόσωπο στο όνομα του οποίου έχει τυχόν μεταβιβαστεί αυτή ή στο οποίο έχει τυχόν υποθηκευτεί, παραμένει μόνο η αξίωση αποζημίωσης κατά του προσώπου που μεταβίβασε ή που υποθήκευσε την ιδιοκτησία σε αυτό. Η εγγραφή δικαστικής απόφασης είναι ανευ αντικειμένου μόνο εάν αυτή έχει διενεργηθεί μετά την δήλωση μεταβίβασης ως προκύπτει από το άρθρο 58 του Κεφ. 58 ΚΕΦ.6 Συνέπειες προηγούμενης δήλωσης μεταβίβασης ή υποθήκης
  3. Εγγραφή δικαστικής απόφασης που έγινε μετά τη διενέργεια δήλωσης μεταβίβασης ή υποθήκης δεν επηρεάζει καθόλου το συμφέρο επί του ακινήτου στο οποίο αναφέρεται η δήλωση μεταβίβασης ή υποθήκης:- (α) του δικαιοπαρόχου ή ανάλογα με την περίπτωση, (β) του ενυπόθηκου οφειλέτη, κατά προτεραιότητα έναντι της». Συνεπώς, εφόσον μέχρι σήμερα δεν έχει διεκπεραιωθεί δήλωση μεταβίβασης, και το προσωρινό διάταγμα είναι σε ισχύ, η περιουσία δεν μπορεί να αποξενωθεί παρά μόνο με ακύρωση του διατάγματος. Στην περίπτωση που η πώληση αποδειχθεί ότι είναι εικονική, τότε η ενάγουσα θα έχει το δικαίωμα να προβεί σε εγγραφή της απόφασης, μετά το πέρας της Δικαστικής διαδικασίας στα πλαίσια της αγωγής. Σε διαφορετική περίπτωση, η εναγόμενη το μόνο που έχει να κάνει, για να αποφύγει τις κυρώσεις, για τις οποίες παραπονείται είναι να ανταλλάξει το ακίνητο με τα χρήματα που έχει εισπράξει, ως εξασφάλιση, για την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί προς όφελος της ενάγουσας μετά το πέρας της αγωγής. Υπάρχει σοβαρή υπόθεση προς εκδίκαση και ορατή η πιθανότητα της επιτυχίας. Στην περίπτωση που ακυρωθεί το προσωρινό διάταγμα οι συνέπειες για την ενάγουσα θα είναι μη αναστρέψιμες και ο δικαστικός της αγώνας ανώφελος. Σε αντίθεση με την ενάγουσα η εναγόμενη, στην περίπτωση που ενεργεί καλή τι πίστη, μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τις συνέπειες του διατάγματος. Ως εκ τούτου, το διάταγμα γίνεται απόλυτο μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου εκτός και εάν η εναγομένη προσφέρει εναλλακτική εξασφάλιση για το ποσό των €66.000,
  4. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1]
(1975)AC 396 [2] [1980] 1 All ER 213 [3] Πολιτική Εφεση 10121, ημερ. 13/11/1998 [4] Πολιτική Εφεση 11006 ημερ. 18/9 2001 [5] 1 All ER 556 [1982] [6] TDK Tape Distributor Ltd. v Video Choice Ltd [1986] 1 WLR 141 δι Πολιτική εφεση 11013, ημερ. 13.6.2001 [8] supra note 10 [9] Πολιτική Έφεση 11401 ημερομηνίας 10/02/2003 [10]
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 [11] [1975] A.C. 396 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.