← Κύπρος

USB BANK PLC ν. Νίκος Κακουρής κ.α., Αρ. Αγωγής: 7148/2012, 24/2/2017

USB BANK PLC ν. Νίκος Κακουρής κ.α., Αρ. Αγωγής: 7148/2012, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7148/2012 Μεταξύ: USB BANK PLC Εναγόντων και

  1. Νίκος Κακουρής
  2. Παναγιώτης Χατζηκυριάκου
  3. Περικλής Βαρνάβα
  4. Ειρήνη Βαρνάβα
  5. Π. Χατζηκυριάκος & Κακουρής Λτδ
  6. Veluto Trading Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 26.09.2017 24 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους 3 και 4/Αιτητές: κος Γκούντρας. Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Γεωργίου. Για Εναγόμενους 1 και 5: κα Αντωνίου ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι πιστωτικό ίδρυμα και η απαίτηση τους αφορούν το ποσό των €49.626,67 και το ποσό των €4.258,32 αντίστοιχα, πλέον τόκους και έξοδα. Η απαίτηση στρέφεται κατά των εναγομένων 3 και 4 ως εγγυητές των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
  7. Οι εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης που αποτελείται από τρεις σελίδες στις 17.06.
  8. Με την υπεράσπιση είχαν προβεί σε γενικές αρνήσεις αλλά και σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς προς υπεράσπιση της απαίτησης ως ακολούθως: Παράγραφος 4 - αρνήθηκαν ότι είχαν εγγυηθεί οποιεσδήποτε υποχρεώσεις άλλων εναγομένων προς όφελος των εναγόντων. Παράγραφος 5 - ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να καταχωρήσουν την αγωγή και ότι κωλύονται να εγείρουν την απαίτηση καθότι επηρέασαν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων 3 και 4 διότι αδράνησαν να εισπράξουν τα οφειλόμενα από τους πρωτοφειλέτες του δανείου. Παράγραφος 6 - ήγειραν ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες αδιάκριτα και αδικαιολόγητα παραχωρούσαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους πρωτοφειλέτες και δεν διεκδίκησαν το οφειλόμενο ποσό έγκαιρα από τους πρωτοφειλέτες με αποτέλεσμα να επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα των εναγομένων 3 και
  9. Παράγραφος 7 - γενικός ισχυρισμός για παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις επί του οφειλόμενου ποσού. Παράγραφος 9 - έγγραφο εγγύησης είναι άκυρο και το υπέγραψαν οι εναγόμενοι κάτω από πίεση και ανεπίτρεπτο επηρεασμό των εναγόντων χωρίς να λάβουν προηγουμένως νομική συμβουλή. Παράγραφος 10 - μη ενημέρωση για την αλλαγή του επιτοκίου. Παράγραφος 12 - επικαλούνται δικαίωμα να επιθεωρήσουν έγγραφα στην κατοχή των εναγόντων για να επιφυλάξουν τα δικαιώματα τους. Στις 26 Σεπτεμβρίου, 2016, η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 6 Φεβρουαρίου
  10. Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 26 Σεπτεμβρίου, 2016 καταχώρησαν και αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και οι αλλαγές που επιδιώκουν είναι εκτενείς, με αποτέλεσμα η νέα έκθεση υπεράσπισης να αποτελείται από 10 σελίδες μαζί με την προσθήκη ανταπαίτησης. Με τις νέες παραγράφους 3 και 4 προβάλλονται γεγονότα που αφορούν υφιστάμενο ισχυρισμό των εναγομένων 3 και 4 ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν υποχρεώσεις άλλων. Με την νέα παράγραφο 5 προστίθεται νέος ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες παραβίασαν πρόνοιες του νόμου περί προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197

(1)/2003 και μετά προστίθενται λεπτομέρειες της αμέλειας του δόλου και παράβαση των καθηκόντων των εναγόντων ως αυτά απορρέουν από τον συγκεκριμένο νόμο ως ακολούθως: «
  1. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά εάν ήθελε αποδειχθεί η προσυπογραφή από μέρους των εναγομένων 3 και 4 της ισχυριζομένης ως η παρ. 5 της έκθεσης απαιτήσεως των εναγόντων έγγραφης εγγύησης ημερ. 27/07/2009, οι εναγόμενοι 3 και 4 θα ισχυρισθούν ότι αυτή είναι άκυρη καθότι οι ενάγοντες παρέβηκαν τις πρόνοιες της νομοθεσίας που αφορά την προστασία των εγγυητών αφορώσι παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων τόσο υπό τύπο δανείου όσο και κατ' αναλογία υπό τύπο τρεχούμενου λογαριασμού και ειδικότερα τα άρθρα 5 και 12 του Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197(Ι)/2003). Συγκεκριμένα, οι εναγόμενοι 3 και 4 ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του άρθρου 5(α) και (β) και 12 του ρηθέντος Νόμου, ήτοι ουδέποτε ενημέρωσαν τους εναγομένους 3 και 4 για οποιεσδήποτε καθυστερήσεις/υπερβάσεις και/ή τους ενημέρωσαν με ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση από την ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησαν οι εναγόμενοι 1 και 2 να μην συμμορφώνονται με τα συμφωνηθέντα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΔΟΛΟΥ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΟΥ ΠΡΟΝΟΙΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ προς τους ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 3 ΚΑΙ 4 ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΗΜΕΡ. 27/07/2009 Η ΟΠΟΙΑ ΥΠΟΓΡΑΦΤΗΚΕ ΔΙΑ ΠΑΡΑΣΧΕΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥΣ 1 ΚΑΙ 2 ΠΟ ΤΥΠΟ ΤΡΕΧΟΥΜΕΝΟΥ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ ΗΜΕΡ. 23/07/2009 ΚΑΙ ΥΠΟ ΤΥΠΟ ΔΑΝΕΙΟΥ ΗΜΕΡ. 27/07/200:, (α) Οι ενάγοντες κατά παράβαση του άρθρου 5 του ρηθέντος Νόμου παρέλειψαν να παραδώσουν στους εναγόμενους 3 και 4 επιστολή στην οποία να αποκαλύπτονται και να καταγράφονται (α) το ποσό του δανείου και/ή της πιστωτικής διευκόλυνσης που παραχωρείται στους εναγόμενους 1 και 2 δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ημερ. 27/07/2009, τα επιτόκια και οποιεσδήποτε ρυθμίσεις σε σχέση με τον τόκο, τον τρόπο και το χρόνο αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τους εναγόμενους 1 και 2, (β) το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής και/ή το πλάνο αποπληρωμής της εν λόγω οφειλής, (γ) το ποσοστό τους τόκου που χρεώνεται δυνάμει της επίδικης συμφωνίας σε περίπτωση καθυστερήσεων από μέρους των εναγομένων 1 και 2 εις την πληρωμή των δόσεων και/ή εν πάση περιπτώσει του παραχωρηθέντος προς τους εναγομένους 1 και 2 πιστωτικού ορίου και (δ) ενημέρωση κατά πόσο οι εναγόμενοι 3 και 4 ως εγγυητές των εναγομένων 1 και 2 θα παρέχουν την εγγύησή του προς τους ενάγοντες σε σχέση με ολόκληρο ή μέρος του ποσού που αποτελεί την επίδικη συμφωνία δανείου ημερ. 27/07/
  2. (β) Οι ενάγοντες κατά παράβαση του άρθρου 5 του ρηθέντος Νόμου παρέλειψαν να παραδώσουν στους εναγομένους 3κ αι 4, γραπτή δήλωση των εναγομένων 1 και 2 σχετικά με όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία και οποιονδήποτε τυχόν επιβαρύνσεων επί της περιουσίας τους. (γ) Οι ενάγοντες είναι ένοχοι αμέλειας και/ή έδρασαν αντισυμβατικά εναντίον των εναγομένων 3 και 4 στα πλαίσια της παρασχεθείσας εγγύησης ημερ. 27/07/2009 από μέρους του και/ή παρέβηκαν τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας καθότι ουδέποτε ενημέρωσαν τους εναγομένους 3 και 4 και/ή τους ενημέρωσαν με ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση περί των όποιων καθυστερήσεων εν σχέση με την επίδικη υποχρέωση των εναγομένων 1 και 2, πράξη η οποία καταστρατηγεί το άρθρο 12 του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (197(Ι)2003) βάσει του οποίου ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώσει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή περί τουλάχιστον τριών καθυστερημένων δόσεων από μέρους του πρωτοφειλέτη έναντι του χρέους του ως επίσης και του Άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, υποχρέωση την οποία αμέλησαν οι ενάγοντες να τηρήσουν και προς τούτο επέτρεψαν να παρέλθει ουσιώδης χρόνος, μέχρι την πρώτη ενημέρωση των εγγυητών/εναγομένων 3 και 4 εάν ήθελε αυτή αποδειχθεί από τους ενάγοντες, από την ημερομηνία κατά την οποία ετέθη ο επίδικος λογαριασμός δανείου MG092100005 και/ή ο τρεχούμενος λογαριασμός υπ' αρ. 152-6-0005096-70014 σε υπέρβαση και/ή καθυστέρηση και ως εκ τούτου αποστερώντας το δικαίωμα των εναγομένων 3 και 4 να διαφυλάξουν τα συμφέροντα τους και/ή εν πάση περιπτώσει να πράξουν τα δέοντα προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους και συναφώς τοποθετώντας τους εναγομένους 3 και 4 σε δυσμενέστατη θέση και προ τετελεσμένων γεγονότων. (δ) Οι ενάγοντες επέτρεψαν όπως ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός 152-6-0005096-70014 των εναγομένων 1 και 2 τεθεί σε πίστωση χωρίς εντούτοις χωρίς να προνοείται τέτοιο δικαίωμα βάσει της συμφωνίας ημερ. 23/07/2009 και/ή να φέρει ουσιώδεις καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις από την αρχή της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 23/07/2009, να διατηρείται διαρκώς σε υπέρβαση και/ή καθυστέρηση μέχρι τον τερματισμό αυτού, προς το σκοπό εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων από μέρους των εναγόντων και χωρίς την όποια ενημέρωση προς τους εναγομένους 3 και 4 οι οποίοι βάσει έγγραφης εγγύησης ημερ. 27/07/2009 καθίσταντο πλήρως υπόλογοι για το σύνολο των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
  3. (ε) Οι ενάγοντες επέτρεψαν όπως ο επίδικος λογαριασμός δανείου MG092100005 των εναγομένων 1 και 2 τεθεί εκτός των συμφωνηθέντων πιστωτικών ορίων και/ή να φέρει ουσιώδεις καθυστερήσεις και/ή υπερβάσεις από την αρχή της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 27/07/2009, να διατηρείται διαρκώς σε υπέρβαση και/ή καθυστέρηση μέχρι τον τερματισμό αυτού, προς το σκοπό εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων από μέρους των εναγόντων και χωρίς την όποια ενημέρωση προς τους εναγομένους 3 και 4 οι οποίοι βάσει έγγραφης εγγύησης ημερ. 27/07/2009 καθίσταντο πλήρως υπόλογοι για το σύνολο των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και
  4. (στ) Οι ενάγοντες ενώ γνώριζαν ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός των εναγομένων 1 και 2 ετέθη σε πίστωση χωρίς να υπάρχει πρόνοια παρατραβήγματος εις την συμφωνία ημερ. 23/07/2009 και/ή εκτός των συμφωνηθέντων πιστωτικών ορίων και/ή είχε ουσιώδεις καθυστερήσεις από την αρχή της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 23/07/2009 και δεν εξυπηρετείτο ικανοποιητικά και/ή καθόλου, δεν προέβηκαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους εις τον τερματισμό του λογαριασμού αλλά επέτρεψαν και/ή συναίνεσαν ενεργώντας αντισυμβατικά προς τα συμφέρονται και την υποχρέωση προστασίας των εναγομένων 3 και 4 να παραμείνει χρεωστικός, να τον διατηρούν ενεργό χρεώνοντας τόκους και/ή άλλες παράνομες και/ή αυθαίρετες χρεώσεις και/ή τόκους υπηρεημερίας και/ή ανατοκίζοντας το εν λόγω ποσό, προς τον σκοπό το οφειλόμενο να συνεχίζει να αυξάνεται προς ιδίων όφελος των εναγόντων. (ζ) Οι ενάγοντες ενώ γνώριζαν ότι ο λογαριασμός δανείου των εναγομένων 1 και 2 ετέθη εκτός των συμφωνηθέντων πιστωτικών ορίων και/ή είχε καθυστερήσεις από την αρχή της σύναψης της συμφωνίας ημερ. 27/07/2009 και δεν εξυπηρετείτο ικανοποιητικά και/ή καθόλου, δεν προέβηκαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους εις τον τερματισμό του λογαριασμού αλλά επέτρεψαν και/ή συναίνεσαν ενεργώντας αντισυμβατικά προς τα συμφέροντα και την υποχρέωση προστασίας των εναγομένων 3 και 4, όπως τον διατηρούν ενεργό χρεώνοντας τόκους και/ή άλλες παράνομες και/ή αυθαίρετες χρεώσεις και/ή τόκους υπερημερίας και/ή ανατοκίζοντας το εν λόγω ποσό, προς το σκοπό το οφειλόμενο να συνεχίζει να αυξάνεται προς ιδίων όφελος των εναγόντων. (η) Οι ενάγοντες ενώ γνώριζαν ότι το ποσό του δανείου €50.000 θα αποπληρώνετο εις τις 30/07/2016 82 ίσες μηνιαίες δόσεις €798,12σ έκαστη αρχομένης από 30/08.2009, επέτρεψαν και/ή συνέχισαν να διατηρούν ενεργό τον εν λόγω λογαριασμό ακόμα και όταν αυτός είχε καθυστερήσεις και/ή δεν εξυπηρετείτο ικανοποιητικά και/ή καθόλου ώστε να επωφελούνται των τόκων και/ή επιβάλλοντας αυθαίρετες και/ή άλλες παράνομες χρεώσεις και/ή υποχρεώσεις και/ή ανατοκίζοντας και/ή επιβάλλοντας τόκους υπηρεημερίας επί του εκάστοτε υπολοίπου και αποφάσισαν μονομερώς να διατηρούν τον εν λόγω λογαριασμό για αρκετό χρονικό διάστημα χωρίς να εξυπηρετείται ικανοποιητικά και/ή καθόλου χωρίς την ρητή συγκατάθεση των εναγομένων 3 και
  5. (θ) Οι ενάγοντες δολίως και/ή προς το σκοπό εξαπάτησης των εναγομένων 3 και 4, κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, βάσει των οποίων επιβαλλόταν στους ενάγοντες η υποχρέωση της ενημέρωσης, διαφάνειας, προστασίας και εξασφάλιση των συμφερόντων των εναγομένων 3 και 4 αλλά και της διασφάλισης των κινδύνων απώλειας και/ή ζημιάς, εξανάγκασαν άμεσα και/ή έμμεσα και/ή παραπλάνησαν δολίως τους εναγομένους 3 και 4 όπως προσυπογράψουν προς όφελος των εναγόντων έγγραφη εγγύηση ημερ. 27/07/2009 για το σύνολο της οφειλής και χωρίς να τους πληροφορήσουν για τον πραγματικό κίνδυνο που θα διέτρεχαν σε περίπτωση μη αποπληρωμής της οφειλής από μέρους των εναγομένων 1 και
  6. (ι) Οι ενάγοντες δολίως και/ή προς το σκοπό εξαπάτησης των εναγομένων 3 και 4, τους εξανάγκασαν άμεσα και/ή έμμεσα με αθέμιτο τρόπο και/ή μέθοδο και/ή τους παραπλάνησαν δολίως και/ή τους άσκησαν τέτοιας μορφής συμβατική πίεση ώστε να παραχωρήσουν προς όφελος των εναγόντων έγγραφες υποθήκες με αρ. Υ8221/09, Υ2675/09, Υ2674/09 και Υ2677/09 προς εξασφάλιση του συνόλου των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, ένεκα της θέσης ισχύος την οποία κατείχαν οι ενάγοντες έναντι των εναγομένων. (ια) Οι ενάγοντες δολίως και/ή προς το σκοπό εξαπάτησης των εναγομένων 3 και 4, τους εξανάγκασαν άμεσα και/ή έμμεσα με αθέμιτο τρόπο και/ή μέθοδο και/ή τους παραπλάνησαν δολίως και/ή τους άσκησαν τέτοιας μορφής συμβατική πίεση ώστε να παραχωρήσουν προς όφελος των εναγόντων τα δικαιώματα των ασφαλιστηρίων συμβολαίων με αρ. 001468 και 001469 προς περαιτέρω εξασφάλιση του συνόλου των υποχρεώσεων των εναγομένων 1 και 2, ένεκα της θέσης ισχύος τν οποία κατείχαν οι ενάγοντες έναντι των εναγομένων. (ιβ) Οι ενάγοντες δεν τερμάτισαν νωρίτερα και δεν απαίτησαν νωρίτερα το επίδικο οφειλόμενο κατ' ισχυρισμό τους ποσό προκύπτον από τόσο από τη συμφωνία τρεχούμενου ημερ. 23/07/2009 ως επίσης και τη συμφωνία δανείου ημερ. 27/07/2009 που παραχωρήθηκε από μέρους των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 και 2 ώστε να επωφελούνται τους τόκους και τους επαυξημένους τόκους που επιβαρύνουν τις επίδικες συμφωνίες, καταχραζόμενοι ως εκ τούτου με τον τρόπο αυτό τις εξουσίες και υπέρ-προνόμια που τους παρέχει το νομοθετικό σύστημα. (ιγ) Οι ενάγοντες δεν τερμάτισαν νωρίτερα και δεν απαίτησαν νωρίτερα τα επίδικα ποσά ώστε να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να επιδικάσει υπέρ τους επαυξημένους τόκους, επιβαρύνσεις και παράνομες χρεώσεις που χρέωναν τον τρεχούμενο λογαριασμό και τον λογαριασμό δανείου των εναγομένων 1 και 2 και κατ' επέκταση βάσεις της ισχυριζόμενης σύμβασης εγγύησης των εναγομένων 3 και 4 ημερ. 27/07/2009, σήμερον να αξιώνουν από μέρους τους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως τέτοιο υπέρογκο ποσό το οποίο σε καμία περίπτωση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και εν πάση περιπτώσει το ισχυριζόμενο χρέος των εναγομένων 1 και 2 δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό οφειλόμενο. (ιδ) Οι επίδικες συμφωνίες ημερ. 23/07/2009 και 27/07/2009 επιτρέπουν στους ενάγοντες να τις καταγγείλουν και να τις τερματίσουν κατά την κρίση τους ενώ η ίδια ευχέρεια δεν αναγνωρίζεται στους εναγομένους 1 και 2 και κατ' επέκταση στους εγγυητές αυτών». Η νέα παράγραφος 5 δεν είναι άσχετη με την υφιστάμενη παράγραφο 5 η οποία επίσης αφορούσε αμέλεια και η παραβίαση των συμβατικών δικαιωμάτων των εναγόντων σε σχέση με τον τρόπο που οι ενάγοντες χειρίστηκαν τους πρωτοφειλέτες. Όμως, προστίθεται στην νέα παράγραφο αιτία αγωγής για παραβίαση των καθηκόντων των εναγόντων που προκύπτουν από συγκεκριμένο νόμο δηλαδή του να περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 10003 (197(Ι)/2003). Καθώς και για τις υφιστάμενες αιτίες αγωγής προστίθενται περισσότερα γεγονότα ώστε να εκφράζεται καλύτερα η υφιστάμενη υπεράσπιση των εναγομένων 3 και
  7. Η Δ.19 κ.13 προνοεί ότι οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι να αναδείξουν γεγονότα η σημείο του νόμου στο οποίο εκφράζεται ολοκληρωμένη υπεράσπιση ότι η συναλλαγή στην οποία θεμελιώνεται η απαίτηση είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Στην νέα προτεινόμενη παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπερασπίσεως εκφράζεται με περισσότερη λεπτομέρεια και στοιχεία υφιστάμενη υπεράσπιση αλλά προστίθεται και νέα υπεράσπιση που αφορά παραβίαση του καθήκοντος των εναγόντων όπως αυτή απορρέει από τον συγκεκριμένο νόμο. Το ίδιο ισχύει για την νέα παράγραφο 5.1 που αφορά καθήκον των εναγόντων να συμμορφωθούν με οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας που δημοσιεύθηκαν με άμεση ισχύ στις 09.09.2013 και στις 14.02.
  8. Η νέα προτεινόμενη παράγραφος 7 δεν προσθέτει νέα υπεράσπιση στην υφιστάμενη υπεράσπιση, που εκφράζεται στην αρχική παράγραφο 7, για παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις όμως διατυπώνει νέα γεγονότα και στοιχεία ουσιώδη για να είναι πιο συγκεκριμένη αυτή η υπεράσπιση. Προστίθεται όμως ένας νέας ισχυρισμός ότι κάποιες χρεώσεις που ήταν νόμιμες με βάση του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου 160
(1)/90 είναι στην ουσία παράνομες επειδή παραβιάζουν το Σύνταγμα και Ευρωπαϊκές Οδηγίες και Κανονισμούς. Τέλος, οι εναγόμενοι προτίθενται να προσθέσουν ανταπαίτηση στην οποία ζητούν τις ακόλουθες θεραπείες « «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 3 ΚΑΙ 4» Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την νέων παραγράφων 15, 16, 17 και 1 ως ακολούθως:
  1. Οι εναγόμενοι 3 και 4 απορρίπτουν και δεν παραδέχονται το σύνολο της απαίτησης των εναγόντων εκτός όπου αυτό δηλώνεται περί του αντιθέτου ρητώς, ενώ δεν επαναλαμβάνουν όλους μαζί και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί εκτίθονται εις την έκθεση υπεράσπισης ανωτέρω.
  2. Άνευ βλάβης των ανωτέρω, οι εναγόμενοι 3 και 4 αναφέρουν ότι συνεπεία της παράβασης των καθηκόντων των εναγόντων προς το πρόσωπο τους ως αναφέρεται ανωτέρω και συγκεκριμένα συνεπεία της παράλειψης τους να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του Άρθρου 5 και 12
(1)του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 (197(Ι)/2003), ως προνοείται υπό των Άρθρων 12
(3)(α) του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 (197(Ι)/2003) και 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, οποιαδήποτε εγγύηση των εναγομένων 3 και 4 η οποία παρασχέθηκε στα πλαίσια των συμφωνιών ημερ. 23/07/2009 και 27/07/΄2009 αφορώσι τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 152-6-0005096-70014 και λογαριασμό δανείου με αρ.MG092100005 είναι άκυρη και/ή τερματίζεται και ως κε τούτου οι εναγόμενοι 3 και 4 θα πρέπει να απαλλαχθούν από οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει της εγγύησης ημερ. 27/07/2009 και/ή άλλως πως. 17. Ως αναφέρεται υπό του άρθρου 12
(3)(β) του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003(197(Ι)2003), οποιαδήποτε παράλειψη εκτέλεσης τέτοιας υποχρέωσης από τους ενάγοντες, θεωρείται ως παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τους ενάγοντες και συναφώς με βάσει τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου η επίδικη σύμβαση τερματίζεται. 18. Ως εκ των ανωτέρω οι εναγόμενοι 3 και 4 απορρίπτουν και δεν παραδέχονται τους εκτιθέμενους ισχυρισμούς των εναγόντων εις την έκθεση απαίτησης ως επίσης και τις αιτούμενες θεραπείες που προβάλλονται στις υποπαραγράφους Α έως Η, ζητούν δεν την απόρριψη της αγωγής στον βαθμό που τους αφορά με έξοδα εις βάρος των εναγόντων. ΔΙΑ ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΑΝΩΤΕΡΩ ΟΙ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ 3 ΚΑΙ 4 ΑΝΤΑΞΙΩΝΟΥΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ ΩΣ ΑΚΟΛΟΥΘΩΣ: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης ημερ. 27/07/2009 αφορώσι τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 152.6-0005096-70014 και λογαριασμό δανείου με αρ. MG092100005 είναι άκυρη και οι εναγόμενοι 3 και 4 για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω έχουν απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει εγγύησης ή άλλως πως, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται εις την έκθεση απαιτήσεως τους. Β. Διαζευκτικά κι/ή περαιτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την ακύρωση και /ή την εξάλειψη της επίδικης συμφωνίας εγγύησης ημερ. 27/07/2009 των εναγομένων 3 και 4 αφορώσι τον τρεχούμενο λογαριασμό MG09100005 και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την ακύρωση της προσωπικής εγγύησης των εναγομένων 3 και 4 από οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει εγγύησης ημερ. 27/07/2009 αφορώσι τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 152-6-0005096-70014 και λογαριασμό με αρ. MG092100005 ή άλλως πως, ως προνοείται ρητώς υπό των Άρθρων 5, 12
(1)και 12
(3)του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 2003 (197(Ι)2003) και υπό του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.
  1. Γ. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω δήλωση του Δικαστηρίου ότι παραχωρηθείσα προσωπική εγγύηση ημερ. 27/07/2009 των εναγομένων 3 και 4 εξασφαλίστηκε και/ή αποσπάστηκε από μέρους των εναγόντων κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχολογικής βίας και/ή απόκρυψης ουσιωδών πληροφοριών και/ή παραπλάνησης και/ή εμπεριέχει δόλο και/ή αποτελεί προϊόν απάτης και ως εκ τούτου οι εναγόμενοι 3 και 4 για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω έχουν απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη δυνάμει εγγύησης ή άλλως πως, ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται εις την έκθεση απαιτήσεως τους. Δ. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να καθιστά άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή να εξαλείφει την παραχωρηθείσα προσωπική εγγύηση ημερ. 27/07/2009 των εναγομένων 3 και 4 και την πλήρη απαλλαγή τους από οποιαδήποτε ευθύνη καθότι αυτή εξασφαλίστηκε και/ή αποσπάστηκε από μέρους των εναγόντων κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή ψυχολογικής βίας και/ή απόκρυψης ουσιωδών πληροφοριών και/ή παραπλάνησης και/ή εμπεριέχει δόλο και/ή αποτελεί προϊόν απάτης. Ε. Ακύρωση της υποθήκης υπ' αρ. Υ8221/2009, η οποία παραχωρήθηκε από μέρους του εναγομένου 3 και προς όφελος των εναγόντων στα πλαίσια των συμφωνιών ημερ. 23/07/2009 και 27/07/2009 δια πιστωτικές διευκολύνσεις παρασχεθείσες προς τους εναγόμενους 1 και
  2. ΣΤ. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις ένεκα της αυθαίρετης και/ή αντισυμβατικής και/ή δόλιας και/ή παράνομης συμπεριφοράς και/ή ενεργειών και/ή παραλείψεων των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 3 και
  3. Ζ. Διαζευκτικά και/ή περαιτέρω, οποιαδήποτε άλλη θεραπεία, την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις Η. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η ανταπαίτηση είναι ταυτόσημη με την υπεράσπιση και πλην της θεραπείας που ζητείται με την ανταπαίτηση για τιμωρητικές αποζημιώσεις δεν προσθέτει κάτι άλλο στην υπόθεση εκτός από διατάγματα αναγνωριστικής και/ή δηλωτικής φύσεως. Η ανταπαίτηση θα είναι άνευ αντικειμένου εάν τα γεγονότα που εκτίθενται στην ανταπαίτηση, και που είναι επανάληψη των γεγονότων που προβάλλονται στα πλαίσια της υπεράσπισης, κριθούν στα πλαίσια της απαίτησης ότι είναι πλήρη υπεράσπιση. Στην αίτησή τους οι εναγόμενοι έχουν δικαιολογήσει την καθυστέρηση των τριών ετών και κάτι μήνες να αποταθούν για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως ακολούθως: «
  4. Σε πρόσφατη κοινοποίηση του δικογράφου από μέρους των δικηγόρων μας ώστε να μελετήσουμε το δικόγραφο και να έχουμε επακριβή γνώση γα την νομική οριοθέτηση του αφορώσι τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς μας, διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις και ως εκ τούτου ζητήσαμε από κοινού με την εναγομένη 4 όπως άμεσα προβούν στα ανάλογα δικονομικά διαβήματα για να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου μια ολοκληρωμένη εικόνα όλων των επιχειρημάτων και ισχυρισμών μας αφορώσι την αξίωση των εναγόντων». Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και οι λόγοι που έχουν αντίρρηση στις εκτεταμένες αλλαγές που επιδιώκουν να επέλθουν οι εναγόμενοι 3 και 4 με την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι η καθυστέρηση. Επίσης είναι θέση των εναγόντων ότι η τροποποίηση δεν επιδιώκεται εξαιτίας αβλεψίας ή καλόπιστου λάθους αλλά πιστώνουν κακοπιστία στους εναγόμενους 3 και 4 για την αργοπορημένη υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ογκώδη ένορκη δήλωση του Φώτη Παναγιώτη. Σ' αυτή όμως δεν προσφέρεται ίχνος μαρτυρίας που να τεκμηριώνει τη θέση ότι η αίτηση δεν καταχωρήθηκε κακόπιστα πέραν του επιχειρήματος ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν όλα τα γεγονότα και καθυστέρησαν στην καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση. Δεν έχει τεκμηριωθεί η θέση ότι η αίτηση πράγματι έχει καταχωρηθεί κακόπιστα. Αντιθέτως, από τα πραγματικά δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι αυτές οι αλλαγές κατέστησαν αναγκαίες να γίνουν στο στάδιο αυτό, αφού οι δικηγόροι μαζί με τους πελάτες τους μελέτησαν την υπόθεση για σκοπούς της ακροαματικής διαδικασίας, και διαπίστωσαν ότι η έκθεση υπεράσπισης ήταν ελλιπής, κυρίως επειδή δεν είχαν ενσωματωθεί στην έκθεση ειδικές υπερασπίσεις, που απορρέουν από την εφαρμογή του Νόμου 197
(1)/2003 για την προστασία των εγγυητών ( βλ. τεκμήριο 1 προς υποστήριξη της αίτησης). Συμφωνώ ότι οι αλλαγές που επιθυμούν οι εναγόμενοι 3 και 4 να επέλθουν στην έκθεση υπεράσπισης είναι εκτεταμένες. Όμως, τα πλείστα ζητήματα που απαρτίζουν την προτεινόμενη υπεράσπιση δικογραφήθηκαν με πολύ πολύ γενικό τρόπο στην υφιστάμενη υπεράσπιση. Στην ουσία προσπάθεια τους είναι να παραθέσουν τα συγκεκριμένα γεγονότα που απαρτίζουν τη θέση τους ότι οι ενάγοντες ενήργησαν κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων όταν παραχωρούσαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους πρωτοφειλέτες, παραγνωρίζοντας το δικαίωμα των εγγυητών να ενημερώνονται. Νέα αιτία αγωγής είναι ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες παραβίασαν το καθήκον τους, όπως αυτό απορρέει από το συγκεκριμένο νόμο και/ή κανονισμούς σε σχέση με την προστασία των εγγυητών. Παρόλο που τα γεγονότα της υπόθεσης μπορεί να ήταν όλα γνωστά στους εναγόμενους, είναι πιστευτό ότι δεν γνώριζαν τις συγκεκριμένες πρόνοιες του νόμου και έτσι δεν είναι απίστευτο ότι μετά τη μελέτη της υπόθεσης κατά την προετοιμασία της ακρόασης διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν ελλείψεις στην Έκθεση Υπεράσπισης. Είναι δυνατόν αυτές οι ελλείψεις να οφείλονται σε αμέλεια των δικηγόρων τους, όμως, δύσκολα μπορεί να αποδοθεί στους εναγόμενους με βάση τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιόν μου ότι ενήργησαν εσκεμμένα και κακόπιστα μόνο επειδή καταχώρησαν την παρούσα αίτηση καθυστερημένα. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων πηγάζει από τον κ. 25 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου[1] η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου[2] επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Γνώμονας της άσκησης αυτής της εξουσίας είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης, διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνικη Τράπεζας Ελλάδας[3] επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής και επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγομένης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού[4] και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation[5]). Στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S[6] αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Αφού έλαβα υπόψη μου όλο το ιστορικό της υπόθεσης κατέληξα στα ακόλουθα συμπεράσματα: Πρώτο, η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν αλλάζει ουσιωδώς την αρχική βάση της αγωγής. Οι εναγόμενοι θέλουν να προσθέσουν κάποια γεγονότα και στοιχεία στο σώμα της έκθεσης υπεράσπισης για να μπορέσουν να αποδείξουν ότι ουδέποτε εγγυήθηκαν τους πρωτοφειλέτες ή το όποιο εγγυητήριο που υπέγραψαν προς όφελος των πρωτοφειλετών ήταν άκυρο εξ' αρχής ή ακυρώσιμο εξαιτίας την αντισυμβατικής και ή παράνομης συμπεριφοράς των εναγόντων. Τόσο στην αρχική υπεράσπιση όσο και στην προτεινόμενη νέα υπάρχει ισχυρισμός ότι εξαναγκάσθηκαν να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις άλλων και/ή ότι παραπλανήθηκαν να εγγυηθούν τις υποχρεώσεις άλλων προσώπων. Δεύτερο, και στην υφιστάμενη έκθεση υπεράσπισης υπάρχει ισχυρισμός των εναγομένων 3 και 4 ότι η συμπεριφορά των εναγόντων ήταν τέτοια που δεν ενημερώνονταν έγκαιρα για την κίνηση του λογαριασμού και καθυστερήσεις των πρωτοφειλετών, με αποτέλεσμα να επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα τους. Υπήρχε ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες χορηγούσαν πιστωτικές διευκολύνσεις στους πρωτοφειλέτες με τρόπο που πρέπει να παραβλάφθηκαν τα δικαιώματα τους. Τρίτο, υπήρχε στην υφιστάμενη υπεράσπιση ο ισχυρισμός ότι γίνονταν αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις επί του οφειλόμενου ποσού δανείου. Επομένως, σε σχέση μ' αυτές τις ενότητες υπερασπίσεων η προτεινόμενη έκθεση υπεράσπισης δεν είναι τέτοια που να αλλάζει ουσιωδώς τις υφιστάμενες υπερασπίσεις στην αγωγή. Αντιθέτως, στη νέα προτεινόμενη υπεράσπιση προστίθενται πολύ περισσότερα γεγονότα που αποκρυσταλλώνουν και κάνουν πιο συγκεκριμένες τις θέσεις των εναγομένων επί αυτών των ζητημάτων. Από την προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα βρεθούν προ εκπλήξεως οι ενάγοντες σε σχέση μ' αυτά τα ζητήματα αλλά αντιθέτως, θα γνωρίζουν επακριβώς και συγκεκριμένα τις θέσεις των εναγομένων σε σχέση μ' αυτά τα ζητήματα για να τα αντικρούσουν. Εάν όμως δεν επιτραπεί στους εναγόμενους να τροποποιήσουν την έκθεση υπεράσπισης με αυτά τα συγκεκριμένα γεγονότα, η υπεράσπιση θα παραμείνει γενική και αόριστη και θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα προσαγωγής της συγκεκριμένης μαρτυρίας, λόγω σχετικότητας με τα επίδικα θέματα. Αυτό σημαίνει ότι θα αντιμετωπίσουν ίσως και ανυπέρβλητα προβλήματα να αποδείξουν την υπεράσπιση τους κάτι που θα ήταν άδικο. Ως νέα αιτία υπεράσπισης προστίθενται παραλείψεις και συμπεριφορά των εναγόντων που παραβιάζουν ειδική νομοθεσία που προστατεύει ορισμένες κατηγορίες εγγυητών καθώς και νέα υπεράσπιση στην οποία εκφράζεται ότι χρεώσεις επί του λογαριασμού που ήταν νόμιμες με βάση τον νόμο για την ελευθεροποίηση των επιτοκίων θα πρέπει να κριθούν παράνομες επειδή ο νομός αυτός θα πρέπει να κριθεί αντισυνταγματικός. Περαιτέρω, ως νέα υπεράσπιση οι εναγόμενοι επικαλούνται οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς και Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις που δεν ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής ή παραβίαση των οποίων δημιούργησε νέα υπεράσπιση για τους εναγόμενους 3 και 4, ως εγγυητές. Μια υπεράσπιση η οποία θεμελιώνεται σε συγκεκριμένη νομοθεσία πρέπει να δικογραφείται ρητώς. Στην υπόθεση Αυστριακές Αερογραμμές ν Γενικών Ασφαλειών Κύπρου[7], το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει υπόψη του ειδικού κατά νόμο υπερασπίσεις εκτός και εάν αυτές δικογραφούνται ρητώς. Το σκεπτικό του Εφετείου ήταν ως ακολούθως: «Στην υπόθεση Κούρτης ν. Ιασωνίδης
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Βασιλειάδης είπε ότι τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης. Στην προσπάθεια του να τονίσει τον καθοριστικό ρόλο των δικογράφων στη μετέπειτα πορεία της δίκης τα παρομοίασε, με τη γλαφυρότητα που τον διέκρινε, με τις γραμμές του τραίνου, υπονοώντας ότι, όπως το τραίνο κινείται αποκλειστικά προς την κατεύθυνση και κατά μήκος των σιδηρογραμμών, έτσι και η δίκη διεξάγεται αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια που έχουν προκαθορίσει τα δικόγραφα. Ανάλογη, επομένως, με τη μεγάλη σημασία που έχουν τα δικόγραφα πρέπει να είναι και η προσοχή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη σύνταξή τους, ώστε να περιλαμβάνουν όλους τους ισχυρισμούς τους οποίους ο διάδικος σκοπεύει να επικαλεστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσής του». Στην υπόθεση Κατερίνα Παπανεοκλή και άλλοι ν. Σοφρόνη Σολωμού και άλλον[8], το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και διάταξε την επανεκδίκαση της αγωγής επειδή το πρωτόδικο Δικαστήριο βάσισε ένα από τα ευρήματα του πάνω σε μαρτυρία που είχε προσαχθεί κατά παρέκκλιση από τα δικόγραφα. Στην υπόθεση Νίκος Πουρίκκου ν. Μυροφόρας Σάββα και άλλων[9] το Εφετείο με την παρούσα του σύνθεση είχε πρόσφατα την ευκαιρία να προβεί σε συνοπτική ανασκόπιση της νομολογίας μας, αναφορικά με τη σημασία και το ρόλο των δικογράφων και να επαναλάβει ότι τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται αποκλειστικά από το περιεχόμενο των δικογράφων: «Οι δυο επίδικοι ισχυρισμοί του Αερομεταφορέα τους οποίους το πρωτόδικο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση εξέτασε και αποφάσισε χωρίς να περιέχονται στα δικόγραφα, είναι στην ουσία τους ειδικές και/ή κατά νόμουπερασπίσεις (special and/or statutory defences) οι οποίες, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου τους, προϋποθέτουν την εξέταση από το Δικαστήριο γεγονότων και την αξιολόγηση μαρτυρίας που πρέπει να προσαχθεί για την απόδειξη τους. Μπορεί επίσης να λεχθεί ότι η παράλειψη της περίληψης τους στην Υπεράσπιση που καταχώρησε ο Αερομεταφορέας, αφ'ενός καταλαμβάνει τους αντιδίκους του εξ απήνης και, αφ' ετέρου, τους στερεί της ευκαιρίας να απαντήσουν εγείροντας δικούς τους ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να τις εξουδετερώσουν και προσάγοντας έγκαιρα την αναγκαία μαρτυρία αναφορικά με τη δική τους εκδοχή επί του προκειμένου. Μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι, εφόσο ο Αερομεταφορέας δε ζήτησε ποτέ την τροποποίηση της Υπεράσπισης του ώστε να περιλάβει τις επίδικες δυο ειδικές υπερασπίσεις, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορούσε να τις εξετάσει και κακώς εξέδωσε την ετυμηγορία του αναφορικά με αυτές. Πιστεύουμε ότι η παρούσα περίπτωση καλύπτεται πλήρως από το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Bullen and Leake, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στις σσ. 86 και 87 στο οποίο μας παράπεμψε ο κ. Πολυβίου: "Special grounds of defence. The defendant must in his defence specifically plead any matter, for example, performance, release, any relevant statute of limitation, fraud, or any fact showing illegality:
(1)which he alleges makes any claim of the plaintiff not maintainable; or
(2)which, if not specifically pleaded, might take the plaintiff by surprise; or
(3)which raises issues of fact not arising out of the statement of claim. In addition the defendant in an action for the recovery of land must plead specifically every ground of defence on which he relies, and a plea that he is in possession of the land by himself or his tenant is not sufficient. These requirements operate to compel the defendant, who intends to raise a special ground of defence or to raise an affirmative case to destroy any claim of the plaintiff, to plead specifically the matter he relies on for such purpose. The effect of the rule is for reasons of practice and justice and convenience, to require the defendant to tell his opponent what he is going to the court to prove. Thus, when a contract, promise, or agreement is alleged in the statement of claim, a bare denial by the defendant will be construed only as a denial in fact of the express contract, promise, or agreement alleged or of the matters of fact from which the same may be implied by law, and not as a denial of the legality or sufficiency in law of such contract, promise, or agreement. It is, therefore, often not enough for the defendant to deny an allegation in the statement of claim; he must go further and dispute its validity in law or set up some affirmative case of his own in answer to it. Accordingly, the defendant has the duty to state any special defence or any new fact on which he will rely at the trial, as otherwise a plaintiff may legitimately complain that he has been taken by surprise. These fresh facts must be pleaded in a summary form, and yet with sufficient particularity to enable the plaintiff to know what is the case which he will have to meet; the evidence by which they are to be proved need not, of course, be stated. Whether the action be founded on contract or on tort, all new facts or special defences must be expressly pleaded». Αυτές οι υπερασπίσεις πρέπει να διατυπωθούν επαρκώς με εκείνα τα γεγονότα αναγκαστικά ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένη υπεράσπιση που βασίζεται στο συγκεκριμένο νόμο. Είναι αυτό που επιχείρησαν οι εναγομενοι να κάνουν με τις προτεινόμενες νέες υπερασπίσεις στις παραγράφους 5, 5.1 , 7.10, 7.11 και 7.
  1. Όπως τα γεγονότα στην υπόθεση Αυστριακές Αερογραμμές, πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τις προτεινόμενες νέες υπερασπίσεις αλλά θα γνωρίζουν την υπόθεση των αντιδίκων τους για να μπορέσουν να προετοιμασθούν. Είναι γεγονός ότι αυτή η αίτηση καταχωρήθηκε τρία χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά στις 6 Φεβρουαρίου, 2017, όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι εναγόντες δεν είχαν ένσταση στο αίτημα αναβολής της ακρόασης που υπέβαλαν οι εναγόμενοι, ενόψει της καταχώρησης αυτής της αίτησης. Αντιθέτως αποδέχθηκαν όπως αυτή η αίτηση δικαστεί κατά προτεραιότητα και επιλυθεί οριστικά προτού ακουσθεί η αγωγή. Συνεπώς, με την καταβολή των εξόδων που έχουν απολεσθεί, οι ενάγοντες θα αποκατασταθούν καθώς η νέα ημερομηνία ακρόασης της αγωγής είναι στις 1 Ιουνίου,
  2. Μέχρι τότε τα δικόγραφα με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις θα έχουν συμπληρωθεί. Σε σχέση με τις νέες υπερασπίσεις που βασίζονται σε κανονιστικές διοικητικές πράξεις που θεσπίσθηκαν μετά την έγερση της αγωγής, αυτές θα μπορούσαν να καταχωρηθούν ως μέρος επιπρόσθετης υπεράσπισης, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνει τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης για να συμπεριληφθεί νέα υπεράσπιση που δημιουργήθηκε μετά την έγερση της αγωγής. Υπάρχει ρητή πρόνοια στους θεσμούς που επιτρέπει την καταχώρηση νέου δικογράφου χωρίς να είναι ανάγκη ο διάδικος να υποστεί τα έξοδα της τροποποίησης. Όμως, η Δ.23 κ.2 προνοεί ότι, για να καταχωρηθεί η πρόσθετη υπεράσπιση, αυτή θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη δημιουργία αυτής της νέας υπεράσπισης. Εφόσον έχει παρέλθει ο χρόνος των 15 ημερών από τη δημιουργία τέτοιας υπεράσπισης ώστε να έχει εφαρμογή η Δ.23, αναγκαστικά οι εναγόμενοι υποχρεούνται να ζητήσουν τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ώστε να συμπεριληφθεί η νέα υπεράσπιση που δημιουργήθηκε μετά την έγερση της αγωγής στην υπεράσπιση. ( βλ. Παράγραφος 5.1 της αίτησης ΚΔΠ 315/13, ΚΔΠ 57/2014, ΚΔΠ 107/2015). Οι εναγόμενοι διατυπώνουν με επάρκεια αυτές τις νέες υπερασπίσεις. Έχουν συμπεριλάβει στις νέες υπερασπίσεις όλα τα γεγονότα, αναγκαία, ώστε να πληροφορήσουν τους ενάγοντες για τις θέσεις τους, και για να προετοιμασθούν για την ακρόαση έγκαιρα και αποτελεσματικά. Δεν παραβλάπτονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των εναγόντων. Εφόσον έχω πεισθεί ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης οφείλεται σε λάθος και όχι κακοπιστία, είναι κατάλληλη περίπτωση να επιτραπεί η τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου, πιο πάνω, ακόμη και σε τέτοιες περιπτώσεις συνήθως επιτρέπεται η τροποποίηση δικόγραφου, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην άλλη πλευρά να υπάρχει καθυστέρηση τέτοια που να επηρεάζεται το δικαίωμα του αντίδικου σε δίκαια δίκη. Γι' αυτό θα επιτρέψω την τροποποίηση της υπεράσπισης παρόλο που οι αλλαγές είναι εκτεταμένες και η αίτηση έχει γίνει καθυστερημένα. Αντιθέτως το αίτημα για την προσθήκη ανταπαίτησης δεν θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με τον ίδιο τρόπο στην παρούσα περίπτωση. Με την ανταπαίτηση δεν καταγράφονται νέα γεγονότα ώστε να εκφράζεται νέα αιτία αγωγής κατά των εναγόντων. Αντιθέτως τα όσα καταγράφονται στην ανταπαίτηση είναι γεγονότα που ήδη καταγράφονται και απαρτίζουν τη μακροσκελή υπεράσπιση των εναγομένων 3 και
  3. Στο τέλος της ανταπαίτησης ζητούν θεραπείες δηλωτικού χαρακτήρα που στην περίπτωση που χορηγηθούν από το Δικαστήριο θα ακυρώνουν την συμφωνία εγγύησης, και θα έχουν ως αποτέλεσμα την απαλλαγή των εναγομένων από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Η μόνη νέα προσθήκη στην ανταπαίτηση που απουσιάζει παντελώς από την προτεινόμενη υπεράσπιση είναι η αξίωση των εναγομένων για τιμωριτικές αποζημιώσεις. Όμως, στο σώμα της προτεινόμενης ανταπαίτησης δεν υπάρχουν γεγονότα που να τεκμηριώνουν την απαίτηση για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οπότε είναι άγνωστα τα γεγονότα επί των οποίων βασίζονται οι εναγόμενοι για να προωθούν τέτοια αξίωση. Ούτε είναι γνωστό ποια είναι η σχέση των γεγονότων της ανταπαίτησης με την αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Με τον τρόπο που διατυπώνεται αυτή η αξίωση οι ενάγοντες δεν θα γνωρίζουν την υπόθεση που θα έχουν να αντιμετωπίσουν αλλά και ούτε θα μπορέσουν να προετοιμασθούν να υπερασπίσουν τους εαυτούς του σε σχέση με αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις. Συνεπώς, στην ολότητά της η ανταπαίτησης δεν βοηθά στο να προσδιορισθούν οι επίδικες διαφορές μεταξύ των μερών. Πρόκειται για διάβημα που έχει γίνει εκ του περισσού, επειδή εκείνο που επιδιώκουν με την ανταπαίτηση είναι το ίδιο που επιδιώκουν με την προτεινόμενη υπεράσπιση, δηλαδή απαλλαγή από συμβατικές υποχρεώσεις της εγγύησης, πλην την αξίωση των τιμωρητικών αποζημιώσεων, η οποία δεν δικογραφείται επαρκώς. Η τροποποίηση με την προσθήκη της ανταπαίτησης δεν κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αντιθέτως, η προσθήκη της ανταπαίτησης είναι δικονομικό διάβημα που θα προκαλέσει πολλαπλότητα των διαδικασιών διότι με την ανταπαίτηση προωθείται το ίδιο αποτέλεσμα που επιδιώκουν οι εναγόμενοι να πετύχουν με την υπεράσπισή του, ήτοι απαλλαγή από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως εγγυητές. Περαιτέρω, τα δικαίωμα των εναγόντων θα επηρεαστούν δυσμενώς και ίσως ανεπανόρθωτα με την προσθήκη της προτεινόμενης ανταπαίτησης διότι θα πρέπει να αντιμετωπίσουν αξίωση για τιμωρητικές αποζημιώσεις χωρίς να γνωρίζουν επί ποιων ουσιωδών γεγονότων θεμελιώνεται τέτοια αξίωση. Με δεδομένο ότι αυτό το διάβημα γίνεται καθυστερημένα και η συνέπεια της προσθήκης αυτής είναι να περιπλέξει την διαδικασία και να δημιουργήσει στους ενάγοντες ανυπέρβλητη αδικία δεν θεωρώ ότι είναι ορθή περίπτωση έγκρισης του συγκεκριμένου αιτήματος. Εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Εντούτοις και ΣΤ της αίτησης. Η παράγραφος Ζ της αίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ίδιο ισχύει, για τα απολεσθέντα έξοδα της αγωγής, δηλαδή να υπολογιστούν και να εγκριθούν όλα τα έξοδα που έχουν απολεσθεί ως συνέπεια της τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η προτεινόμενη νέα υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ
(1991)934 [2] 1 ΑΑΔ
(1995)560 [3] 1 ΑΑΔ 11
(1999)[4]
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 [5]
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33 [6]
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 [7]
(1991)1 ΑΑΔ 764 [8]
(1981)1 Α.Α.Δ. 203 [9]
(1991)1 Α.Α.Δ. 507 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.