Φρόσως Χαραλάμπους ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αίτηση/Έφεση αρ.: 471/16, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A74 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση αρ.: 471/16 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 Μεταξύ: Φρόσως Χαραλάμπους Αιτήτριας/Εφεσείουσας και
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
- M.N.T. Estates Ltd
- Gevorest Sleep Designs Ltd Καθ' ων η αίτηση/Εφεσιβλήτων --------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2017 Για αιτήτρια/εφεσείουσα: κα Α. Ευσταθίου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητο 1: κα Θ. Κουμή, για Γενικό Εισαγγελέα Για καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητη 2: κα Μ. Μακλάσκυ, για Καρύδης & Καρύδης Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητη 3: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 10.11.16 για προσωρινά διατάγματα) Εισαγωγή Στις 10.11.16 η αιτήτρια/εφεσείουσα καταχώρησε Αίτηση/Έφεση με την οποία ζητά διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή αναστέλλεται η απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (στο εξής «ο Διευθυντής») ημερ. 20.9.16 για μεταβίβαση του ακινήτου με αρ. εγγραφής 7651, Φ/Σχ.30/13WI, Τεμάχιο 3879 (στο εξής «το Ακίνητο») και για ακύρωση και/ή εξάλειψη της εγγραφής ΕΒ2619/2015 επί του Ακινήτου. Ζητά επίσης διάταγμα με το οποίο να ακυρώνονται και/ή αναστέλλονται τα αποτελέσματα της Ειδοποίησης του Διευθυντή ημερ. 30.5.
- Τέλος, ζητά διάταγμα με το οποίο να παραμερίζονται και/ή ακυρώνονται και/ή κηρύσσονται αντισυνταγματικές και/ή νομικά και/ή πραγματικά εσφαλμένες οι αποφάσεις του Διευθυντή ημερ. 20.9.16 και 30.5.
- Την ίδια ημέρα καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση αίτηση με την οποία η αιτήτρια/εφεσείουσα (στο εξής «η αιτήτρια») ζητά τις εξής θεραπείες: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2016 ως αυτή γνωστοποιήθηκε την 12.10.2016 στην αιτήτρια για μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7651, Φ/ΣΧ. 30/13W1, Τεμάχιο 3879 μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης/Έφεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να αναστέλλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2016 ως αυτή γνωστοποιήθηκε την 12.10.2016 στην αιτήτρια, για ακύρωση και/ή εξάλειψη της εγγραφής ΕΒ2619/2015 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7651, Φ/ΣΧ. 30/13W1, Τεμάχιο 3879 στο Στρόβολο μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης/Έφεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να αναστέλλει και/ή να τερματίζει τα αποτελέσματα και/ή την ισχύ της Ειδοποίησης του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας ημερομηνίας 30.5.2016 μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης/Έφεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Δ. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα (interim restrictive injunction) του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στον καθ' ου η αίτηση 1 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους του και/ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο συνδεδεμένο με αυτό να προχωρήσει με τη διαδικασία ακύρωσης και/ή εξάλειψης της εγγραφής ΕΒ 2619/2015 και/ή της μεταβίβασης του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7651, Φ/ΣΧ. 30/13W1, Τεμάχιο 3879 στο Στρόβολο στο όνομα του καθ' ου η αίτηση αρ. 2 μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης/Εφεσης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρηθεί δίκαιη υπό τις περιστάσεις από το Δικαστήριο. ΣΤ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επιδόσεως.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.42, Δ.48 Θ.1, 2 και 8 και Δ.55, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7, 9, 14, 96Α και Μέρος ΧΙ, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα, άρθρα 5, 8, 9, 12, 12
(6), 12Α, 14, 44ΙΗ - 44ΚΖ, 50 και 51, στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, άρθρα 51, 60, 61, 80 και 81, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρα 29, 31 και 32, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 23, 28, 29 και 30, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. Η αιτήτρια αναφέρει ότι βάσει απόφασης ημερ. 23.1.15 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λευκωσίας, στην Αίτ. αρ. 593/10, δικαιούται από την καθ' ης η αίτηση 3 το ποσό των €33.
- Επισυνάπτει αντίγραφο της απόφασης ως Τεκμήριο Α. Ζήτησε πολλές φορές, αναφέρει, την αποπληρωμή του εκ της δικαστικής αποφάσεως χρέους, ωστόσο αυτό δεν αποπληρώθηκε. Συνεπεία τούτου, κατέθεσε στις 25.5.15 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας αντίγραφο της δικαστικής απόφασης, ώστε αυτή να εγγραφεί ως εμπράγματο βάρος προς όφελος της και πράγματι ενεγράφη το εμπράγματο βάρος ΕΒ2619/15 (Τεκμήριο Β). Στις 30.5.16 παρέλαβε έγγραφο με τίτλο «Ειδοποίηση Υποβολής Ένστασης σε Μεταβίβαση Ακινήτου», Τύπος ΙΕ, με το οποίο ειδοποιήθηκε περί της προθέσεως του Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου, καθώς και ενός ακόμη τεμαχίου (του τεμαχίου με αρ. εγγραφής 7650, Φ/Σχ. 30/13W1, Τεμ. 3878 - στο εξής «το τεμάχιο 3878») επ΄ ονόματι της καθ' ης η αίτηση 2, δυνάμει συμβάσεων (Τεκμήριο Γ). Το γεγονός αυτό εξέπληξε την αιτήτρια, καθότι δεν είχε ειδοποιηθεί προ της 30.5.16 για την από μέρους του Διευθυντή εξέταση της αίτησης της καθ' ης η αίτηση
- Τυγχάνει, λέγει, νομικής συμβουλής ότι αυτό αποτελεί παραβίαση των αστικών και συνταγματικών δικαιωμάτων της, διότι δεν της δόθηκε η ευκαιρία να λάβει οποιοδήποτε ενδεικνυόμενο μέτρο για την προστασία της ως εξ αποφάσεως χρεώστης (προφανώς εννοεί πιστωτής), και δεν της δόθηκε η ευκαιρία να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας ή κατά πόσον πράγματι οι συμφωνίες που κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ 1801/11 και ΠΩΕ 1802/11 είναι άκυρες ή ενεργές σήμερα. Επικοινώνησε με τον δικηγόρο της, ο οποίος υπέβαλε ένσταση (Τεκμήριο Δ) τόσο για τη μεταβίβαση του Ακινήτου όσο και του τεμαχίου
- Με απόφαση του ημερ. 20.9.16 η οποία παραλήφθηκε από τους δικηγόρους της αιτήτριας στις 12.10.16 (Τεκμήριο Ε), ο Διευθυντής δεν έκανε αποδεκτή την ένσταση της αιτήτριας σε σχέση με το Ακίνητο, και ενημέρωσε τους δικηγόρους της ότι θα προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 2, εκτός εάν εντός 30 ημερών προσκομίσουν διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά. Τυγχάνει, λέγει, νομικής συμβουλής ότι η πιο πάνω απόφαση του Διευθυντή θα πρέπει να ακυρωθεί για τους εξής λόγους, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(α) Η απόφαση ημερομηνίας 20.9.2016 είναι αδικαιολόγητη και αντιβαίνουσα το Σύνταγμα και την Αρχή της Αναλογικότητας και εν πάση περιπτώσει δεν αποκαλύπτει τους λόγους απόρριψης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι παρέμεινε αναπάντητο το κατά πόσον το οφειλόμενο ποσό του αγοραστή προς τον πωλητή δεν έχει εξοφληθεί και επίσης δεν αποκαλύπτει την πραγματική ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για μεταβίβαση. (β) Όπως ανέφερα και ανωτέρω, η οφειλή της καθ' ης η αίτηση αρ. 3 προς εμένα είναι από την 23.1.2015 δικαστική οφειλή και ως μου έχει επεξηγηθεί, ο τρόπος με τον οποίον ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 αποφάσισε, καταδεικνύει ότι ουδέποτε έλαβε υπόψη ότι πρόκειται για οφειλή εκ δικαστικής απόφασης. (γ) Ουδέποτε είχα την ευκαιρία να λάβω παν ενδεικνυόμενο μέτρο προς προστασία των συμφερόντων μου, ιδίως της εξόφλησης της εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής προς εμένα, διότι δεν ενημερώθηκα ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο του μέρους ΙΒ του Νόμου 9/1965 ως με πληροφορεί ο δικηγόρος μου, αφού έχω δικαίωμα σε μέρος του εκπλειστηριάσματος της πώλησης. Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής και αυτό μου έχει επεξηγηθεί από τη στιγμή που ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ουδέποτε απεκάλυψε στοιχεία για την αίτηση μεταβίβασης, ερμήνευσε και εφάρμοσε τον Νόμο κατά τρόπο λανθασμένο και παράνομο, παραβιάζοντας τα δικαιώματά μου δυνάμει του άρθρου 44ΚΑ, αφού φαίνεται ότι δεν εξέτασε και/ή δεν έλαβε υπόψη του τα δικαιώματα μου επί της αναφερόμενης περιουσίας. (δ) Περαιτέρω ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 με την απόφασή του δεν λαμβάνει υπόψη του και τα δικαιώματά μου τα οποία απορρέουν από το άρθρο 96Α του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, έναντι της αναφερόμενης ακίνητης περιουσίας. (ε) Ο καθ' ου η αίτηση αρ. 1 ουδέποτε απεκάλυψε το ύψος του τιμήματος πώλησης ούτε και ποτέ εξοφλήθηκαν οι συμβατικές υποχρεώσεις της καθ' ης η αίτηση εταιρείας 2 δυνάμει του ΠΩΕ 1801/
- Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής η παράλειψη του καθ' ου η αίτηση αρ. 1 να παραθέσει λεπτομέρειες σχετικά με την αποπληρωμή του τιμήματος είναι μοιραία. Αποστερούμαι κατ' αυτόν τον τρόπο του δικαιώματος μου για αποζημίωση και να εφαρμοσθούν κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 12Α του Νόμου. (στ) Η εξάλειψη του βάρους θα μου στερήσει κάθε δυνατότητα ως εξ αποφάσεως χρεώστης να διεκδικήσω την οφειλή μου είτε δυνάμει του Νόμου 9/1965 είτε δυνάμει άλλων Νόμων όπως π.χ. τον Νόμο Περί Πολιτικής Δικονομίας. Αυτό όπως μου επεξηγείται αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας και του σεβασμού της δικαστικής Εξουσίας, αφού η εξ αποφάσεως ιδιότητά μου ως χρεώστη και το λαμβάνειν μου από την καθ' ης η αίτηση αρ. 3, καταστρατηγείται από την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών, όπως ομοίως καταστρατηγούνται οι συνταγματικές επιταγές του άρθρου 28 και του άρθρου 30 παρ. 2 του Συντάγματος. Ως τυγχάνω νομικής συμβουλής και ως εκ των ανωτέρω, τυχόν εξάλειψη και/ή απαλλαγή του ακινήτου από τη σημείωση που ενέγραψα δυνάμει δικαστικής απόφασης, θα δημιουργήσει αδικαιολόγητη ανισότητα ως προς εμένα. (ζ) Ο Διευθυντής - καθ' ου η ECLI:CY:AD:2016:D147, αίτηση αρ. 1 ουδέποτε έλαβε υπόψη κατά τη λήψη της απόφασης ημερομηνίας 20.9.2016 ότι το εμπράγματο βάρος ημερομηνίας 25.5.2015 ήταν εγγεγραμμένο στα μητρώα του Κτηματολογίου, και ότι εν πάση περιπτώσει είναι προγενέστερη οποιασδήποτε αίτησης δυνάμει του άρθρου 44ΙΘ του Ν.9/1965.» Η αιτήτρια τυγχάνει νομικής συμβουλής ότι η ειδοποίηση Τύπος ΙΕ ημερ. 30.5.16 έχει αποσταλεί βάσει αντισυνταγματικού νόμου, ο οποίος παραβιάζει το συνταγματικό της δικαίωμα της περιουσίας. Ο Διευθυντής, λέγει, επέλεξε να προστατεύσει την καθ' ης η αίτηση 2 αφήνοντας εκτεθειμένη τη δική της αξίωση, χωρίς να της έχει προσφερθεί άλλη εναλλακτική θεραπεία. Επιπλέον αναφέρει ότι η αίτηση για μεταβίβαση δεν έγινε από τον κύριο του Ακινήτου ώστε να δύνανται να εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 44ΚΙΘ - 44ΚΖ του Ν.9/65, και, περαιτέρω, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5 τυχόν μεταβίβαση δεν θα είναι έγκυρη και σύμφωνη με τις διατάξεις του Νόμου. Τυγχάνει περαιτέρω νομικής συμβουλής ότι σε περίπτωση που γίνει η μεταβίβαση, θα πρόκειται για δόλια και/ή καταχρηστική και/ή παράνομη μεταβίβαση, αφού το συμβόλαιο ΠΩΕ 1801/2011 κατατέθηκε στις 20.12.11, ημερομηνία κατά την οποία υφίστατο εκκρεμοδικία στην πιο πάνω Αίτ. αρ. 593/10, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.11.10 (Τεκμήριο Στ). Η αιτήτρια λέγει επιπλέον ότι η απόφαση του Διευθυντή καταστρατηγεί την απόφαση του Δικαστηρίου παρεμποδίζοντας την από του να πάρει το λαβείν της εκ της δικαστικής αποφάσεως. Θα πληγούν, λέγει, ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της ως αυτά υφίστανται από τις 2.7.10, διεκδικήθηκαν από το Δικαστήριο στις 26.11.10 και αναγνωρίστηκαν με δικαστική απόφαση ημερ. 23.1.15, αφήνοντας την ουσιαστικά ανεξασφάλιστη και χωρίς δυνατότητα και περιθώριο εκτέλεσης της απόφασης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι προέβη σε έρευνα περί της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 3, και αν και τέτοια περιουσία υφίσταται, παλαιοί συναδέλφοι της την πληροφόρησαν ότι δεν είναι ελεύθερη από εμπράγματα βάρη. Δεν υφίσταται, λέγει, άλλη περιουσία της καθ' ης η αίτηση 3 από την οποία να έχει λαμβάνειν κατά άμεσο τρόπο. Σύμφωνα με την επιστολή της 20.9.16 την οποία παρέλαβε στις 12.10.16, εάν δεν παραδώσει δικαστικό διάταγμα στο Κτηματολόγιο μέχρι 11.11.16, ο Διευθυντής θα προχωρήσει στη μεταβίβαση, γι' αυτό η υπό κρίση αίτηση είναι επείγουσα. Αν η επικείμενη μεταβίβαση προχωρήσει, η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ουδεμία αποζημίωση θα λάβει γι' αυτή την απώλεια και επί της ουσίας τα δικαιώματα της θα εξαλειφθούν. Εάν δεν εκδοθούν, λέγει, τα αιτούμενα διατάγματα, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία του χρεώστη της. Η παραβίαση των δικαιωμάτων της, προσθέτει, θα πρέπει να αποτραπεί. Περαιτέρω, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο Διευθυντής να προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου στην καθ' ης η αίτηση 2, με αποτέλεσμα η πρωτογενής της αίτηση στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα, να καταστεί άνευ αντικειμένου. Στις 11.11.16 εκδόθηκε μονομερώς το διάταγμα που ζητήθηκε με την παρ. (Δ) της αίτησης, το οποίο ορίστηκε επιστρεπτέο στις 18.11.16, ενώ ζητήθηκε και δόθηκε άδεια για επίδοση της αίτησης όσον αφορά τα διατάγματα που ζητούνται με τις παρ. (Α) - (Γ) αυτής. Ο καθ' ου η αίτηση/εφεσίβλητος 1 δήλωσε, μέσω της συνηγόρου του, ότι δεν ενίσταται στην υπό κρίση αίτηση και στη συνέχιση της ισχύος του μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Η καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητη 2 (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση 2») καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλοντας είκοσι συνολικά λόγους ένστασης τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους, αφού αυτοί επαναλαμβάνονται ουσιαστικά στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, στο περιεχόμενο της οποίας μνεία γίνεται κατωτέρω. Αρκεί στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι οι λόγοι ένστασης αρ. 10 έως 20 αφορούν στη μη συνδρομή του στοιχείου του «κατεπείγοντος» και των προϋποθέσεων προς έκδοση των ζητουμένων προσωρινών διαταγμάτων, οι λόγοι ένστασης αρ. 3 έως 6 αφορούν στην ιδιοκτησία του Ακινήτου και οι λόγοι ένστασης αρ. 1, 2, και 7 έως 9 αφορούν στην ορθή επί του προκειμένου εφαρμογή του Νόμου 9/
- Η ένσταση βασίζεται στο Νόμο 9/65, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 5, 8, 9, 12, 12
(6), 12Α, 14, 44ΙΗ - 44ΚΖ, 50 και 51, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς (Κ.Δ.Π 298/2015), στον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμό του 1956 (622/1956), στο Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 2, 51, 60, 61, 80 και 81, στο Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32, στο Κεφ. 6, άρθρα 5, 8, 9, 14, 53, 96Α και Μέρος ΧΙ, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40, Δ.42, Δ.48 Θ.4 και Δ.55, στα Άρθρα 23, 28, 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της επιείκειας, στη νομολογία και στις εγγενείς και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. Νίκου Τσιάκκα, ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών της καθ' ης η αίτηση
- Ο κ. Τσιάκκας λέγει ότι η καθ' ης η αίτηση 2 είναι αγοραστής του Ακινήτου και με την πλήρη εξόφληση στις 2.6.06 του τιμήματος πώλησης, κατέστη κύριος και νόμιμος ιδιοκτήτης και δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του Ακινήτου απαλλαγμένου από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, δυνάμει του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερομηνίας 19.5.05 ΠΩΕ 1801/11, το οποίο κατατέθηκε νομότυπα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας στις 20.12.
- Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 1α, 1β και 1γ αποδείξεις είσπραξης που εκδόθηκαν από την καθ' ης η αίτηση/εφεσίβλητη 3 (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση 3») προς την καθ' ης η αίτηση 2 και ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού την οποία τηρούσε η καθ' ης η αίτηση 3 σε σχέση με την καθ' ης η αίτηση
- Ως Τεκμήριο 3 επισυνάπτει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το Ακίνητο, ως Τεκμήριο 4 αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 19.5.05 ΠΩΕ 1801/11, και ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της αίτησης για κατάθεση του εν λόγω Πωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο. Ως Τεκμήριο 6 επισυνάπτει αντίγραφο της αίτησης ημερ. 25.11.15 της καθ' ης η αίτηση 2 (Έντυπο 3 ΑΕΑ) για το Ακίνητο. Η Αίτηση/Έφεση πρέπει, λέγει, να απορριφθεί καθότι η αιτήτρια δεν έχει οποιοδήποτε πραγματικό ή άλλως πως συμφέρον επί του Ακινήτου και δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αίτηση. Επιπλέον, η καθ' ης η αίτηση 3 δεν έχει συμφέρον (beneficially interested) και το Ακίνητο δεν αποτελεί περιουσιακό της στοιχείο. Το ΜΕΜΟ της αιτήτριας ΕΒ2619/2015 κατατέθηκε στις 25.5.15, ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάθεσης του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 19.5.05, προς εξασφάλιση χρέους της καθ' ης η αίτηση 3 για το οποίο η καθ' ης η αίτηση 2 ουδεμία ευθύνη και/ή υποχρέωση έχει. Αναφέρει επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση 2, με αίτηση της με αρ. φακ. Α.Ε.Α 1351/15 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, ζήτησε την επ' ονόματι της εγγραφή και του τεμαχίου 3878, δυνάμει σύμβασης πώλησης με αριθμό ΠΩΕ 1802/11 η οποία κατατέθηκε νομότυπα στο Κτηματολόγιο στις 20.12.11 και στο οποίο η αιτήτρια επίσης είχε καταθέσει το ΜΕΜΟ ΕΒ2619/2015 ημερ. 25.5.15 προς εξασφάλιση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους της καθ' ης η αίτηση
- Ο κ. Τσιάκκας επισυνάπτει αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας για το τεμάχιο 3878 ως Τεκμήριο 7, αντίγραφο του Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ. 19.5.05 ΠΩΕ 1802/11 για το τεμάχιο 3878 ως Τεκμήριο 8, αντίγραφο της αίτησης για την κατάθεση του στο Κτηματολόγιο ως Τεκμήριο 9, και αντίγραφο της αίτησης ημερ. 25.11.15 (Έντυπο 3 ΑΕΑ) σε σχέση με το τεμάχιο 3878 ως Τεκμήριο
- Ο ομνύσας ξεκαθαρίζει ότι η παρούσα διαδικασία αφορά μόνο το Ακίνητο και όχι το τεμάχιο
- Ο κ. Τσιάκκας λέγει περαιτέρω ότι η Αίτηση/Έφεση καθώς και το μονομερώς εκδοθέν προσωρινό διάταγμα προωθούνται λανθασμένα και/ή εκ του περισσού και/ή καταχρηστικά εναντίον της καθ' ης η αίτηση 2, η οποία άσκησε νόμιμα τα δικαιώματα που της παρέχει ο Νόμος 9/65 και οι δυνάμει αυτού εκδοθέντες Κανονισμοί. Τυγχάνουν, λέγει, εφαρμογής οι πρόνοιες των άρθρων 44IΗ μέχρι και 44ΚΖ του Νόμου 9/
- Το άρθρο 44Κ του Νόμου 9/65 δεν παρέχει διακριτική εξουσία στον Διευθυντή για απόρριψη της αίτησης που προβλέπεται στα άρθρα 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ του Νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 44Κ
(1). Όμως, εάν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι τέτοια διακριτική εξουσία υπάρχει, θέση της καθ' ης η αίτηση 2 είναι ότι αυτή ασκήθηκε ορθά και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά με την υπόθεση δεδομένα και/ή περιστατικά, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου των Κανονισμών. Επιπλέον είναι η θέση του ότι υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες για την ισχυριζόμενη ζημιά της αιτήτριας δυνάμει των άρθρων 44ΚΒ
(4)και
(7)του Νόμου 9/65 και/ή μέτρα εκτέλεσης. Προσθέτει ότι η αιτήτρια δεν ακολούθησε την προβλεπόμενη υπό του Νόμου διαδικασία. Σημειώνει επίσης ότι στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας παρατίθενται γενικές, αόριστες και αντιφατικές αναφορές, αφού από τη μία αναφέρει η αιτήτρια ότι «αν και υφίσταται περιουσία της καθ' ης η αίτηση αρ. 3, από πληροφορίες άλλων παλαιών συναδέλφων μου η αναφερόμενη περιουσία δεν είναι ελεύθερη από εμπράγματα βάρη» και από την άλλη ότι «δεν υφίσταται ουδεμία άλλη περιουσία της καθ' ης η αίτηση αρ. 3 από την οποία να έχω λαμβάνειν κατά άμεσο τρόπο.». Περαιτέρω, θέση του κ. Τσιάκκα είναι ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και του άρθρου 9 του Κεφ.
- Σχετικώς, λέγει κατ' αρχάς ότι η αιτήτρια δεν έχει αποδείξει το στοιχείο του κατεπείγοντος έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος μονομερώς. Η αναφορά της αιτήτριας στην ένορκο της δήλωση περί σοβαρού κινδύνου αποξένωσης της περιουσίας του χρεώστη της, ήτοι της καθ' ης η αίτηση 3, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού το Ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
- Η καθ' ης η αίτηση 3 παρέμεινε απλώς εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης και/ή εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος και/ή αντιπρόσωπος της καθ' ης η αίτηση 2 και δεν έχει συμφέρον (beneficial interest) στο Ακίνητο. Είναι επιπλέον η θέση του ότι ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας και/ή ουδέν αγώγιμο δικαίωμα υπάρχει και/ή εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση και/ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η Αίτηση/Έφεση, λέγει, δεν είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) ως απαιτείται από τη σχετική νομολογία, το νόμο, τους κανονισμούς και τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Επιπλέον, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή ουδεμία τύχη έχουν. Ο Νόμος 9/65 θέτει περιοριστικά στο άρθρο 44ΚΒ τους λόγους ένστασης και κανένας από τους αναφερόμενους λόγους στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο άρθρο 44ΚΒ. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι ουδέποτε κλήθηκε ή πληροφορήθηκε πριν τις 30.5.16 για τη μεταβίβαση του Ακινήτου για να εξετάσει η ίδια ότι εξοφλήθηκε το τίμημα πώλησης ή εάν υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας ή εάν τα Πωλητήρια Έγγραφα είναι άκυρα και περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχουν. Ο Διευθυντής ορθώς αποφάσισε ότι οι λόγοι που αναφέρονταν στην ένσταση της αιτήτριας δεν τον εμποδίζουν από το να προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου. Επιπλέον, θέματα πιθανής ακυρότητας των Πωλητηρίων Εγγράφων ή μη εξόφλησης του τιμήματος πώλησης αποτελούν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την αιτήτρια κατά τρόπο γενικό και αόριστο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ούτε και αποτελούν θέματα που μπορεί να εξεταστούν στα πλαίσια της αίτησης. Περαιτέρω λέγει ότι η εκκρεμοδικία που υφίστατο κατά την ημερομηνία κατάθεσης του Πωλητηρίου Εγγράφου του Ακινήτου δεν δύναται να δημιουργήσει οποιοδήποτε δικαίωμα στην αιτήτρια. Επίσης, θέση του είναι ότι ο Διευθυντής ουδεμία υποχρέωση είχε για προσφορά εναλλακτικής θεραπείας προς την αιτήτρια. Ο Νόμος 9/65 προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό. Η αιτήτρια προβάλλει αόριστες και/ή γενικές εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας και/ή δεν αντιπαραβάλλει τις κρίσιμες διατάξεις του Νόμου 9/65, με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν εξειδικεύει επαρκώς πώς ο εν λόγω Νόμος αντίκειται στις διατάξεις του Συντάγματος και/ή δεν τεκμηριώνει ότι οι πρόνοιες του Νόμου είναι πέραν από κάθε λογική αμφιβολία αντισυνταγματικές. Λέγει επίσης ο κ. Τσιάκκας ότι σε περίπτωση μη συνέχισης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στο Τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας υπάρχουν όπως φαίνεται στην τελευταία σελίδα του Σημειώματος Εγγραφής Δικαστικής Απόφασης ΜΕΜΟ ΕΒ2619/2015, 11 ακίνητα συμπεριλαμβανομένου του Ακινήτου και του τεμαχίου 3878, συνεπώς η αιτήτρια είναι εξασφαλισμένη για το εξ αποφάσεως χρέος της καθ' ης η αίτηση
- Περαιτέρω, το εκ της δικαστικής απόφασης ημερ. 23.1.15 οφειλόμενο χρέος εκ €33.975 είναι τέτοιο που ενδεχομένως να μπορούσε να ικανοποιηθεί και με την έκδοση Εντάλματος Κινητών (Writ of Movables), επισημαίνει δε ο κ. Τσιάκκας ότι η αιτήτρια δεν παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με τη λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης εναντίον της καθ' ης η αίτηση 3, η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την κατασκευή και πώληση στρωμάτων, ειδών υγιεινής, προικός κλπ με καταστήματα μεταξύ άλλων στη Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο. Επιπλέον, η αιτήτρια διατηρεί δικαίωμα αποζημίωσης της από το Κράτος σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι κακώς εφαρμόστηκε ο Νόμος 9/
- Δεν επιβάλλεται, λέγει περαιτέρω ο κ. Τσιάκκας, οποιαδήποτε στέρηση ή περιορισμός δικαιώματος δια του οποίου να προκαλείται ζημιά και/ή ουσιώδης ζημιά στην αιτήτρια. Από την άλλη, η δέσμευση δια του προσωρινού διατάγματος του Ακινήτου, το οποίο αγόρασε και εξόφλησε η καθ' ης η αίτηση 2 και αποτελεί ιδιοκτησία της, αποτελεί υπέρμετρα δυσμενές και ιδιαίτερα επαχθές και καταπιεστικό μέτρο για την καθ' ης η αίτηση 2 και σε περίπτωση που το διάταγμα εξακολουθήσει να ισχύει, θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της, αφού νομότυπα επιθυμεί τη μεταβίβαση του Ακινήτου επ' ονόματί της, ακίνητο του οποίου είναι η δικαιούχος ιδιοκτήτης και δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Περαιτέρω, η έκδοση του προσωρινού διατάγματος συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση και/ή ανεπίτρεπτο περιορισμό και/ή στέρηση του δικαιώματος περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 2 ως αγοραστή, και η Αίτηση/Έφεση είναι καταχρηστική και σκοπό έχει να πλήξει τα συμφέροντα και τα δικαιώματα της, αφού απώτερος σκοπός της αιτήτριας είναι να επιβαρύνει παράνομα περιουσία η οποία ανήκει αποκλειστικά στην καθ' ης η αίτηση
- Ο κ. Τσιάκκας λέγει επίσης ότι η εγγύηση ύψους €50.000 που υπέγραψε η αιτήτρια για την κάλυψη τυχόν ζημιών, δεν είναι αρκετή για την κάλυψη τυχόν ζημιών που θα υποστεί η καθ' ης η αίτηση 2 σε περίπτωση που το προσωρινό διάταγμα εξακολουθήσει να ισχύει. Τέλος, ο κ. Τσιάκκας λέγει ότι η καθ' ης η αίτηση 2 επιφυλάσσει όλα τα δικαιώματα της για λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την άρση του καταχωρηθέντος ΜΕΜΟ ΕΒ2619/2015 επί του Ακινήτου ως και επί του τεμαχίου
- Η ακροαματική διαδικασία Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι της αιτήτριας και της καθ' ης η αίτηση 2 κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο μερών ανέφεραν λαμβάνονται υπόψη και αναφορά στις θέσεις που προβλήθηκαν θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/
- Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρείες εξουσίες έκδοσης παρεμπίπτοντων διαταγμάτων, εφόσον ικανοποιούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Κλασσική επί των προϋποθέσεων που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θέτει για την έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 568. Οι προϋποθέσεις αυτές, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν, είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη ορατής πιθανότητας/προπτικής ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.[1] Η πρώτη προϋπόθεση έχει να κάνει με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του ενάγοντα και έχει ερμηνευθεί ότι ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) στη βάση των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση έχει να κάνει με τη «δύναμη» της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Ως έχει νομολογηθεί, η «πιθανότητα» στην οποία γίνεται αναφορά, αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το επίπεδο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις.[2] Η τρίτη προϋπόθεση έχει να κάνει με την επάρκεια των αποζημιώσεων ως θεραπεία για τον ενάγοντα με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης. Το κριτήριο ικανοποιείται όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Από την άλλη, έστω και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των αποζημιώσεων δεν δικαιολογεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος.[3] Πρέπει βεβαίως να λεχθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά και ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη.[4] Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτητή.[5] Σε περίπτωση που και οι τρεις προϋποθέσεις ικανοποιούνται, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στο επόμενο στάδιο και θα σταθμίσει κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να το διατηρήσει.[6] Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ή των αναγκών της δικαιοσύνης[7] αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας.[8] Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για το «balance of convenience» από τον May LJ στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc [1984] 1 ALL ER 225, σελ. 237 «the balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that although the phrase may be substantially less elegant, 'the balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved». Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι, και δεν μπορεί να προκαθοριστούν, εξαρτώνται δε κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης.[9] Εκεί όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι, το Δικαστήριο συνήθως θα λάβει τα μέτρα εκείνα που σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo ante bellum.[10] Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του.[11] Το Δικαστήριο εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης.[12] Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών εδράζονται, ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση, καθότι τα ζητήματα αυτά πρέπει να αφήνεται να εξετάζονται στη δίκη.[13] Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσον είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.[14] Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Odysseos ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, 569, αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, δεν θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών. Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή της απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια.[15] Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της.[16] Η αίτηση βασίζεται επίσης στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, προβλέπει τα εξής: «4.-
(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.» Το πιο πάνω άρθρο επιτρέπει την έκδοση των ειδικών διαταγμάτων που προβλέπει σε σχέση με περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής.[17] Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κτηματικές Επιχειρήσεις Ανδρέα Ευρυπίδη Διογένους Λτδ ν. Α. Κ. Ευθυμίου κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 234, στη σελ. 240 «Ορθά σημειώνεται στην ενδιάμεση απόφαση ότι το Άρθρο 4
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η περιουσία, της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα, συνιστά το αντικείμενο της αγωγής και ότι, προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι το αντικείμενο της αγωγής, μπορεί να εκδοθεί κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (Βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231).»[18]. Ο κύριος σκοπός για τον οποίο εκδίδονται τέτοιου είδους διατάγματα είναι η προσωρινή παρεμπόδιση αποξένωσης και η γενικότερη προστασία της περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης σε θέμα που επηρεάζει την περιουσία αυτή.[19] Το θέμα της έκδοσης τέτοιου είδους διαταγμάτων ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου,[20] ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημίωση. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη ιδιοκτησία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα στη βάση του άρθρου 5
(1)εκτίθενται στο εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου και είναι τα εξής: (α) ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής, και (β) με την πώληση ή μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ο όρος «καλή βάση αγωγής» στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» στο άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/
- Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος.[21] Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 όπως αυτή ερμηνεύθηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης. Δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.[22] Σύμφωνα με τη νομολογία, στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 5 του Κεφ. 6 δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί πραγματική πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας του εναγομένου,[23] αφού εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί..[24] Ούτε το γεγονός ότι ακίνητο είναι υποθηκευμένο αποκλείει τον κίνδυνο αποξένωσης.[25] Τέλος, από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία της οποίας επιζητείται η δέσμευση δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Θέση της καθ' ης η αίτηση 2 είναι ότι δεν πληρούτο στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο του «κατεπείγοντος» (λόγος ένστασης 11), επειδή το Ακίνητο δεν αποτελεί ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 3, αλλά της καθ' ης η αίτηση 2, με την καθ' ης η αίτηση 3 να παραμένει απλώς εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Ακινήτου και/ή εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος και/ή αντιπρόσωπος της καθ' ης η αίτηση 2 (παρ. 11, 10.1 και 10.2 της ένορκης δήλωσης του κ. Τσιάκκα). Πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανέδειξε το θέμα του κατεπείγοντος, σε ζήτημα δικαιοδοτικό.[26] Η παροχή θεραπείας μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο και η κατάδειξη ανάγκης για παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως, είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς, η δε συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, πρέπει να διερευνάται πριν τη διερεύνηση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και των άρθρων 4 και 5 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τη νομολογία, κατεπείγον θεωρείται ζήτημα το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δεύτερου να ακουστεί.[27] Προκειμένου να δικαιολογηθεί η παροχή θεραπείας μονομερώς, η ανάγκη πρέπει είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται.[28] Και το κατεπείγον δεν μπορεί παρά να συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Αυτό που η καθ' ης η αίτηση 2 αναφέρει προς υποστήριξη της εισήγησης της ότι δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» είναι ότι η καθ' ης η αίτηση 3 είναι μεν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Ακινήτου, όμως ως εξ απαγωγής εμπιστευματοδόχος και/ή ως αντιπρόσωπος της καθ' ης η αίτηση 2 συνεπώς, συνεχίζει η εισήγηση, δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενωθεί περιουσία της καθ' ης η αίτηση
- Ο ισχυρισμός αυτός της καθ' ης η αίτηση 2 δεν μπορεί, θεωρώ, να έχει επίδραση επί του εξεταζόμενου θέματος, ήτοι την πλήρωση της προϋπόθεσης του άρθρου 9
(1)του Κεφ.
- Το γεγονός ότι η καθ' ης η αίτηση 3 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Ακινήτου δεν είναι υπό αμφισβήτηση,[29] όπως δεν είναι υπό αμφισβήτηση και το γεγονός ότι η αιτήτρια έχει εγγράψει το ΜΕΜΟ ΕΒ2619/15 επί του Ακινήτου,[30] το οποίο παραμένει έγκυρο και ισχυρό μέχρι σήμερα, με την καθ' ης η αίτηση 2 να επιφυλάσσει μεν τα δικαιώματα της προς λήψη μέτρων άρσης του εν λόγω ΜΕΜΟ, χωρίς, όμως να έχει λάβει τέτοια μέτρα. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι με βάση τη μαρτυρία της αιτήτριας η οποία δεν έχει, καθ' οιονδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί επί του σημείου τούτου από τον κ. Τσιάκκα, ο Διευθυντής απέστειλε στην αιτήτρια επιστολή ημερ. 20.9.16,[31] στην τελευταία παράγραφο της οποίας αναφέρεται ότι: «
- Σημειώστε ότι ο Διευθυντής θα προχωρήσει στην ακύρωση της εγγραφής 0/7651 στο Στρόβολο, Άγ. Βασίλειο από το ΕΒ2619/2015 και στην μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της αγοράστριας MNT Estates Ltd A.E. 5406, εκτός εάν προσκομίσετε εντός τριάντα
(30)ημερών, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά.» Η πιο πάνω επιστολή λήφθηκε από τους δικηγόρους της αιτήτριας στις 12.10.16[32] και στις 10.11.16 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την αιτήτρια να αναφέρει ότι αν δεν παραδώσει δικαστικό διάταγμα στο Κτηματολόγιο μέχρι τις 11.11.16, ο Διευθυντής θα προχωρήσει στη μεταβίβαση.[33] Η καθ' ης η αίτηση 2 δεν ισχυρίζεται μέσω της ένστασης και της ενόρκου δηλώσεως που την υποστηρίζει ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως υπό την έννοια του να υποδηλοί αδράνεια της αιτήτριας να αναζητήσει άμεσα δικαστική προστασία. Τούτου δοθέντος και λαμβάνοντας υπόψιν τη φύση της αίτησης καθώς και την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η παρούσα αίτηση αποσκοπεί, κρίση μου είναι ότι η προϋπόθεση του άρθρου 9 του Κεφ. 6 πληρούτο. Στρέφομαι τώρα στη συνδρομή των προϋποθέσεων προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, σημειώνω τα εξής. Σύμφωνα με το άρθρο 51
(1)του Νόμου 9/65 οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου τα συμφέροντα παραβλάπτονται από απόφαση του Διευθυντή που λαμβάνεται δυνάμει των προνοιών του εν λόγω Νόμου δύναται, εντός 30 ημερών από της κοινοποιήσεως προς αυτό της εν λόγω αποφάσεως, να υποβάλει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η αιτήτρια καταχώρησε, όπως προαναφέρθηκε, Αίτηση/Έφεση με την οποία επιδιώκει τις θεραπείες που συνοπτικά αναφέρθηκαν στα πλαίσια της «εισαγωγής», ανωτέρω. Νομική βάση της Αίτησης/Έφεσης είναι, μεταξύ άλλων, τα άρθρα 5, 8, 9, 12, 12
(6), 12Α, 14, 44ΙΗ - 44ΚΖ, 50 και 51 του Νόμου 9/65, τα άρθρα 14, 96Α και το Μέρος ΧΙ του Κεφ. 6, τα άρθρα 51, 60, 61, 80 και 81 του Κεφ. 224 και τα Άρθρα 23, 28, 29 και 30 του Συντάγματος. Η Αίτηση/Έφεση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση της αιτήτριας, το περιεχόμενο της οποίας συμπίπτει, στο μεγαλύτερο βαθμό, με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας που έγινε προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης, μνεία στο οποίο έγινε πιο πάνω. Έχοντας εξετάσει την Αίτηση/Έφεση, τη νομική της βάση και το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που την υποστηρίζει, στην οποία αναφέρονται και οι λόγοι για τους οποίους η αιτήτρια θεωρεί ότι οι αποφάσεις του Διευθυντή ημερ. 20.9.16 και 30.5.16 θα πρέπει να ακυρωθούν (οι οποίοι είναι οι ίδιοι με τους λόγους που καταγράφονται στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας που έγινε προς υποστήριξη της παρούσας αίτησης και παρατέθηκαν αυτούσιοι στα πλαίσια της «εισαγωγής» ανωτέρω), κρίση μου είναι ότι αποκαλύπτεται στην προκειμένη περίπτωση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Σύμφωνα με τους εν λόγω λόγους έφεσης, ο Διευθυντής, έλαβε απόφαση βασιζόμενος στις πρόνοιες του Νόμου 9/65, η οποία είναι αναιτιολόγητη, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και του σεβασμού της δικαστικής εξουσίας, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το Νόμο λανθασμένα, παραβιάζοντας τα δικαιώματα της αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 44ΚΑ του Νόμου, αλλά και τα δικαιώματα της ως αυτά απορρέουν από το άρθρο 96Α του Κεφ. 6, κατά παράβαση των Άρθρων 28 και 30
(2)του Συντάγματος, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι το ΜΕΜΟ της αιτήτριας προηγείτο χρονικά της αίτησης που έγινε δυνάμει του άρθρου 44ΙΘ του Νόμου 9/65 και χωρίς να λάβει υπόψιν ότι πρόκειται για εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλή. Περαιτέρω, η αιτήτρια υποστηρίζει ότι η ειδοποίηση ημερ. 30.5.16 και η προωθούμενη διαδικασία μεταβίβασης παραβιάζουν το συνταγματικό της δικαίωμα σε περιουσία. Επιπλέον, υπάρχει κατά τη θέση της παραβίαση του Νόμου, εφόσον η αίτηση δεν έγινε από τον κύριο του Ακινήτου ούτως ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις των άρθρων 44ΚΙΘ - 44ΚΖ του Νόμου 9/65 και η μεταβίβαση δεν θα είναι έγκυρη συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 5 του Νόμου. Τέλος, η μεταβίβαση θα είναι δόλια και/ή καταχρηστική και/ή παράνομη καθότι η σύμβαση πώλησης ΠΩΕ 1801/2011 κατατέθηκε στις 20.12.11, ενόσω υφίστατο εκκρεμοδικία στην Αίτ. αρ. 593/10 το Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Αυτό που προκύπτει από τα ανωτέρω, είναι ότι η Αίτηση/Έφεση, στην οποία η αιτήτρια έχει συνενώσει ως διάδικους όλα τα πρόσωπα που έκρινε ως αναγκαία, αποκαλύπτει ζήτημα που αφορά ένα αναγνωρισμένο από το νόμο δικαίωμα, ήτοι, το δικαίωμα αμφισβήτησης από πλευράς αιτήτριας της νομιμότητας και ορθότητας της απόφασης του Διευθυντή που ελήφθη δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του Νόμου 9/65, που κατ' ισχυρισμό παραβλάπτει τα δικαιώματα της, βασιζόμενη στο άρθρο 51 του Νόμου 9/65, ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να επιλύσει συμφώνως των προνοιών του Νόμου 9/65 (βλ. Lombard ν Natwest Bank Ltd v Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λάρνακας κ. α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1990). Κρίνω συνεπώς ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πληρούται. Προχωρώντας στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, η προσοχή θα πρέπει να στραφεί στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Όσον αφορά τη δεύτερη αυτή προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η αιτήτρια να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας, η δε ικανοποίηση της εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται στο στάδιο αυτό από τις ένορκες δηλώσεις. Κρίνω σκόπιμο να στρέψω κατ' αρχάς την προσοχή μου στη νομική πτυχή της Αίτησης/Έφεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κεφ. 6 η επιβάρυνση ακίνητης ιδιοκτησίας με την εγγραφή δικαστικής απόφασης αποτελεί μία από τις μεθόδους εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κεφ. 6 ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής δύναται, αφού εγγράψει την υπέρ του εκδοθείσα δικαστική απόφαση στο Κτηματολόγιο, να καταστήσει οποιαδήποτε ακίνητη ιδιοκτησία επί της οποίας ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) και η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του στα βιβλία του Κτηματολογίου, εγγύηση για την πληρωμή του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους. Σύμφωνα με το άρθρο 57 του Κεφ. 6: «
- Κατά τη διάρκεια της ισχύος της εγγραφής, το συμφέρον του οφειλέτη χρέους επί της ιδιοκτησίας επιβαρύνεται με την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους δυνάμει της δικαστικής απόφασης κατά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών ή υποχρεώσεων του οφειλέτη χρέους με τα οποία δεν επιβαρύνθηκε ειδικά η ιδιοκτησία πριν από την κατάθεση του σημειώματος∙ και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μεταβίβαση ή υποθήκευση που έγινε μετά την εγγραφή της δικαστικής απόφασης η ιδιοκτησία ή τόσο μέρος αυτής όσο θα ήταν αναγκαίο να πωληθεί προς ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης διατάσσεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε χρόνο ενόσω η εγγραφή παραμένει σε ισχύ, να πωληθεί προς εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Ως μέσο θεραπείας για κάθε πρόσωπο στο όνομα του οποίου έχει τυχόν μεταβιβαστεί αυτή ή στο οποίο έχει τυχόν υποθηκευτεί, παραμένει μόνο η αξίωση αποζημίωσης κατά του προσώπου που μεταβίβασε ή που υποθήκευσε την ιδιοκτησία σε αυτό.» Σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011, Ν.81(Ι)/2011, «. η κατάθεση σύμβασης συνιστά εμπράγματο βάρος επί της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης και το εμπράγματο βάρος που δημιουργείται με την κατάθεση της σύμβασης ακολουθεί τη σειρά προτεραιότητας που λαμβάνει με την κατάθεσή της: ...». Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 81(Ι)/2011, ο όρος «εμπράγματο βάρος» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από το Νόμο 9/
- Σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 12
(5)(α) του Νόμου 9/65, «εμπράγματο βάρος» σημαίνει «άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.». Σύμφωνα δε με το άρθρο 12
(1)του Νόμου 9/65: «12
(1)Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ......» Με τον τροποποιητικό του Ν.9/65, Νόμο 139(Ι)/2015, ο νομοθέτης πρόσφατα θέσπισε μία διαδικασία η οποία αποσκοπεί στη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας σε αγοραστές στις περιπτώσεις όπου, ενώ έχουν υλοποιήσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης τους με τον πωλητή, αυτός αδυνατεί ή αμελεί ή παραλείπει να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι τους, καθότι, μεταξύ άλλων, το ακίνητο ή μέρος αυτού, επιβαρύνεται με εμπράγματο βάρος. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΗ του Νόμου 9/65 που εμπίπτει στο Μέρος VIB του Νόμου που τιτλοφορείται «Προστασία Αγοραστών», σε κάθε περίπτωση που ακίνητο ή μέρος αυτού βαρύνεται με σύμβαση, η οποία έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο μέχρι την 31.12.14 ή δυνάμει δικαστικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 81(Ι)/2011, εφαρμόζονται τα άρθρα 44ΙΘ μέχρι 44ΚΖ, με σκοπό τη μεταβίβαση του ακινήτου το οποίο αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης επ' ονόματι του αγοραστή. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΙΘ
(1)του Νόμου 9/65, η μεταβίβαση του ακινήτου μπορεί να γίνει αυτεπάγγελτα από το Διευθυντή ή κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε από τα πρόσωπα που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο, μεταξύ άλλων, του αγοραστή, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η καθ' ης η αίτηση 2. Σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου 9/65, ο Διευθυντής γνωστοποιεί την πρόθεση του να προβεί σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή, αποστέλλοντας την Ειδοποίηση - Τύπο ΙΕ, μεταξύ άλλων, σε οποιοδήποτε πρόσωπο προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος (εδάφιο
(1)), όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια, το οποίο δύναται εντός 45 ημερών να υποβάλει ένσταση στο Διευθυντή για τους ακόλουθους λόγους: (α) ότι δεν εκπληρώθηκαν πλήρως οι συμβατικές υποχρεώσεις του αγοραστή έναντι του πωλητή, ή, (β) ότι η σύμβαση πώλησης είναι άκυρη ή/και έχει τερματιστεί δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Σε περίπτωση μη τεκμηρίωσης της ένστασης, ο Διευθυντής προχωρεί σε ακύρωση του εμπράγματου βάρους και σε μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του αγοραστή (δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του άρθρου 44ΚΒ). Τέλος, το Άρθρο 28 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα της ισότητας, το Άρθρο 30 το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη και δίκαιης δίκης το Άρθρο 23 το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Οι εν λόγω συνταγματικές πρόνοιες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης/Έφεσης. Μέσα από τη μαρτυρία της αιτήτριας προκύπτει ότι αυτή καταχώρησε στις 26.11.10 την Αίτ. αρ. 593/10 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εναντίον της καθ' ης η αίτηση 3, στην οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ της στις 23.1.15 για το ποσό των €33.975 με νόμιμο τόκο από 26.11.10, πλέον το ποσό των €900 ως δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ με νόμιμο τόκο από 26.11.10.[34] Η καθ' ης η αίτηση 3 δεν έχει ικανοποιήσει την εν λόγω απόφαση.[35] Στις 25.5.15 η αιτήτρια κατέθεσε την ως άνω δικαστική απόφαση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 53 και 54 του Κεφ. 6 και καταχωρήθηκε στο Μητρώο του Κτηματολογίου σχετικό ΜΕΜΟ με αρ. 2619/15 σε 11 ακίνητα που ανήκουν στην καθ' ης η αίτηση 3 στα οποία συγκαταλέγεται και το Ακίνητο.[36] Στις 30.5.16 η αιτήτρια παρέλαβε το έγγραφο με τίτλο «Ειδοποίηση υποβολής ένστασης σε μεταβίβαση ακινήτου», Τύπος ΙΕ με την οποία πληροφορήθηκε περί της προθέσεως του Κτηματολογίου να προχωρήσει σε ακύρωση του εμπράγματου βάρους και σε μεταβίβαση του Ακινήτου στην καθ' ης η αίτηση 2 δυνάμει της κατατεθείσας στο Κτηματολόγιο σύμβασης ΠΩΕ 1801/11, και με την οποία πληροφορείτο περαιτέρω ότι είχε δικαίωμα να υποβάλει ένσταση εναντίον της πιο πάνω πρόθεσης του Διευθυντή εντός 45 ημερών.[37] Η αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της υπέβαλε ένσταση εγείροντας επτά λόγους ένστασης.[38] Ο Διευθυντής, με απόφαση ημερ. 20.9.16 απέρριψε την ένσταση της αιτήτριας επειδή οι λόγοι που αναφέρθηκαν στην ένσταση της δεν εμποδίζουν τον Διευθυντή να προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 9/65, επειδή η κατάθεση της σύμβασης πώλησης ημερ. 19.5.05 στις 20.12.11 έγινε δεκτή επειδή τηρήθηκαν όλες οι διατυπώσεις που προβλέπονταν στον Νόμο 81(Ι)/2011, επειδή σύμφωνα με τις αποδείξεις στο φάκελο φαίνεται ότι η καθ' ης η αίτηση 2 έχει εξοφλήσει πλήρως τις συμβατικές τις υποχρεώσεις, και επειδή η αιτήτρια ενημερώθηκε ως ενδιαφερόμενο πρόσωπο με την επιστολή ημερ. 30.5.16.[39] Η αιτήτρια επιζητεί την ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή ημερ. 30.5.16 και 20.9.16 που λήφθηκαν στα πλαίσια της προαναφερθείσας διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η καθ' ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχει, καθότι η απόφαση του Διευθυντή είναι καθόλα νομότυπη (λόγος ένστασης 12). Ο κος Τσιάκκας αναφέρει στις παρ. 11.2 έως 11.5 της ενόρκου δηλώσεως του ότι ο Νόμος 9/65 θέτει περιοριστικά στο άρθρο 44ΚΒ τους λόγους ένστασης και κανένας από τους αναφερόμενους λόγους στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας δεν συμπεριλαμβάνεται στους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο άρθρο 44ΚΒ. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι ουδέποτε κλήθηκε ή πληροφορήθηκε πριν τις 30.5.16 για τη μεταβίβαση του Ακινήτου για να εξετάσει η ίδια ότι εξοφλήθηκε το τίμημα πώλησης ή εάν υπάρχει τίτλος ιδιοκτησίας ή εάν τα Πωλητήρια Έγγραφα είναι άκυρα και περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχουν. Ο Διευθυντής ορθώς αποφάσισε ότι οι λόγοι που αναφέρονταν στην ένσταση της αιτήτριας δεν τον εμποδίζουν από το να προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου. Επιπλέον, θέματα πιθανής ακυρότητας των Πωλητηρίων Εγγράφων ή μη εξόφλησης του τιμήματος πώλησης αποτελούν ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από την αιτήτρια κατά τρόπο γενικό και αόριστο, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, ούτε και αποτελούν θέματα που μπορεί να εξεταστούν στα πλαίσια της αίτησης. Περαιτέρω, η εκκρεμοδικία που υφίστατο κατά την ημερομηνία κατάθεσης του Πωλητηρίου Εγγράφου του Ακινήτου δεν δύναται να δημιουργήσει οποιοδήποτε δικαίωμα στην αιτήτρια. Επίσης, θέση της καθ' ης η αίτηση 2 είναι ότι ο Διευθυντής ουδεμία υποχρέωση είχε για προσφορά εναλλακτικής θεραπείας προς την αιτήτρια, ενώ σε κάθε περίπτωση υπάρχουν εναλλακτικές θεραπείες για την αιτήτρια δυνάμει των εδαφίων
(4)και
(7)του άρθρου 44ΚΒ.[40] Περαιτέρω, θέση της καθ' ης η αίτηση 2 είναι ότι ο Διευθυντής δεν κέκτηται διακριτικής εξουσίας απόρριψης αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει των άρθρων 44ΙΗ μέχρι 44ΚΖ του Νόμου 9/65 εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 44Κ
(1), αλλά, ακόμη και αν υπάρχει τέτοια διακριτική ευχέρεια, ορθώς ο Διευθυντής οδηγήθηκε στην απόφαση του με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης.[41] Τέλος, θέση της είναι ότι ο Νόμος 9/65 όπως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας τρίτου προσώπου κατά τρόπο εύλογο, αναλογικό και συνταγματικά επιτρεπτό.[42] Αυτό που παρατηρώ είναι ότι η καθ' ης η αίτηση 2 πράγματι εγείρει με την ένστασή της αριθμό ζητημάτων, τα οποία είναι, όμως, αμιγώς νομικά, με το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου η αιτήτρια στηρίζει την Αίτηση/Έφεση της να παραμένει ουσιαστικά αναντίλεκτο. Τυχόν εξέταση των θεμάτων που η καθ' ης η αίτηση 2 εγείρει θα ισοδυναμούσε, κατά την κρίση μου, με εξέταση της ουσίας της Αίτησης/Έφεσης,[43] και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων της αιτήτριας, ενώ εκείνο που χρειάζεται στο στάδιο τούτο είναι μόνο σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους, κάτι για το οποίο, με βάση τα όσα η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι έχει ικανοποιήσει. Θα ήταν αδόκιμο, πιστεύω, στο στάδιο τούτο να αποφασιζόταν η βασιμότητα των λόγων έφεσης, όπως το εάν η απόφαση του Διευθυντή είναι δεόντως αιτιολογημένη ή όχι, αν αυτή παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, αν λήφθηκαν δεόντως υπόψη τα δικαιώματα της αιτήτριας με βάση το Κεφ. 6, αν ο Διευθυντής όφειλε να αποκαλύψει λεπτομέρειες σχετικά με την αποπληρωμή του τιμήματος από την καθ' ης η αίτηση 2, αν με τις προσβαλλόμενες αποφάσεις παραβιάζονται τα δικαιώματα της αιτήτριας που προστατεύονται από τα Άρθρα 28 και 30
(2)του Συντάγματος, αν με την ακολουθούμενη διαδικασία παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα της αιτήτριας σε περιουσία, ή εάν η μεταβίβαση θα είναι παράνομη. Επαναλαμβάνω ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο ούτε χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τις αντίθετες απόψεις που τα μέρη εκφράζουν σε σχέση με τα νομικά σημεία που εγείρονται, αλλά απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Δύσκολα πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση πρέπει να εξετάζονται στην κυρίως δίκη.[44] Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Η ένορκος μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί από την αιτήτρια καταδεικνύει ότι σε σχέση με το Ακίνητο (που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 3), το οποίο βαρύνεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 5 του Νόμου 81(I)/2011 με εμπράγματο βάρος προς όφελος των αγοραστών του (καθ' ης η αίτηση 2), έχει κινηθεί η διαδικασία δυνάμει των προνοιών του Μέρους VIB του Νόμου 9/65, έτσι ώστε, παρά το γεγονός ότι το Ακίνητο είναι βεβαρημένο με εμπράγματο βάρος προς όφελος της ατήτριας (εγγραφή δικαστικής απόφασης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 6 που εξεδόθη εναντίον της καθ' ης η αίτηση 3), ο Διευθυντής να προχωρήσει στη μεταβίβαση του Ακινήτου προς την καθ' ης η αίτηση 2, απαλλάσσοντας το Ακίνητο από το προαναφερόμενο εμπράγματο βάρος. Τούτου δοθέντος, και λαμβάνοντας υπόψη ότι σε περίπτωση που με κατάλληλη νομική πλέον επιχειρηματολογία η αιτήτρια πείσει περί του αναιτιολόγητου της απόφασης του Διευθυντή, περί της εσφαλμένης εφαρμογής του Νόμου 9/65 ή του Κεφ. 6 στα περιστατικά της υπόθεσης ή περί παραβίασης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων της αιτήτριας, λόγοι που θα μπορούσαν δυνητικά να οδηγήσουν στην ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή και την παροχή των αιτουμένων από την αιτήτρια θεραπειών (Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.ά.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 100, 108), και στη βάση του περιορισμένου βάρους που η αιτήτρια έχει στο παρόν στάδιο, κρίνω ότι και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πληρούται. Έχοντας διαπιστώσει τη συνδρομή των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, θα προχωρήσω στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του ίδιου άρθρου. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, θέση της αιτήτριας είναι ότι θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα και δικαιώματα της και θα μείνει ουσιαστικά ανεξασφάλιστη και χωρίς δυνατότητα και περιθώριο εκτέλεσης της υπέρ της εκδοθείσας απόφασης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι προέβη σε έρευνα περί της περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 3, και αν και τέτοια περιουσία υφίσταται, παλαιοί συναδέλφοι της την πληροφόρησαν ότι η περιουσία δεν είναι ελεύθερη από εμπράγματα βάρη. Δεν υφίσταται, λέγει, άλλη περιουσία της καθ' ης η αίτηση 3 από την οποία να έχει λαμβάνειν κατά άμεσο τρόπο. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να αποξενωθεί η περιουσία του χρεώστη της και αν η επικείμενη μεταβίβαση προχωρήσει, η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και ουδεμία αποζημίωση θα λάβει γι' αυτή την απώλεια και επί της ουσίας τα δικαιώματα της θα εξαλειφθούν. Περαιτέρω, σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ο Διευθυντής να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου στην καθ' ης η αίτηση 2, με αποτέλεσμα η πρωτογενής της αίτηση στα πλαίσια της οποίας καταχωρήθηκε η παρούσα, να καταστεί άνευ αντικειμένου. Στον αντίποδα, η καθ' ης η αίτηση 2 αρνείται τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση μη συνέχισης της ισχύος του προσωρινού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (λόγος ένστασης 13 και παρ. 13 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα). Επισημαίνει ο κ. Τσιάκκας ότι από το Τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας φαίνεται ότι το ΜΕΜΟ ΕΒ2619/2015 βαρύνει 11 ακίνητα συμπεριλαμβανομένου του Ακινήτου, συνεπώς η αιτήτρια είναι εξασφαλισμένη για το εξ αποφάσεως χρέος της καθ' ης η αίτηση 3.[45] Περαιτέρω, το εκ της δικαστικής αποφάσεως οφειλόμενο χρέος ύψους €33.975 είναι τέτοιο που ενδεχομένως να μπορούσε να ικανοποιηθεί και με την έκδοση Εντάλματος Κινητών (Writ of Movables), επισημαίνει δε ο κ. Τσιάκκας ότι η αιτήτρια δεν παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με τη λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης εναντίον της καθ' ης η αίτηση 3, η οποία είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την κατασκευή και πώληση στρωμάτων, ειδών υγιεινής, προικός κ.λ.π. με καταστήματα, μεταξύ άλλων, στη Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο.[46] Επιπλέον, η αιτήτρια διατηρεί δικαίωμα αποζημίωσης της από το Κράτος σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι κακώς εφαρμόστηκε ο Νόμος 9/65.[47] Στην ουσία αυτό που η αιτήτρια ισχυρίζεται για να υποστηρίξει τη θέση της ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της είναι ότι αυτή θα μείνει ανεξασφάλιστη και χωρίς δυνατότητα εκτέλεσης της υπέρ της εκδοθείσας απόφασης. Όμως με τη μαρτυρία που η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία έφερε, βεβαίως και το σχετικό βάρος απόδειξης, έχει αποτύχει, κατά την κρίση μου να αποδείξει τούτο για τους λόγους που θα εξηγήσω. Όπως προαναφέρθηκε, το εκ της δικαστικής αποφάσεως χρέος εν σχέσει με το οποίο ενεγράφη το ΜΕΜΟ 2619/15 ανέρχεται στο ποσό των €33.975 πλέον δικηγορικά έξοδα και νόμιμο τόκο από 26.11.10. Η δικαστική απόφαση, όπως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο Β της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας, επενεργεί ως βάρος σε 11 συνολικά ακίνητα της καθ' ης η αίτηση 3 (περιλαμβανομένου του Ακινήτου), στο Καϊμακλί και στο Στρόβολο. Η αιτήτρια δεν αναφέρει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τα εν λόγω ακίνητα, όπως την αξία τους και το κατά πόσον αυτά είναι επιβαρυμένα με άλλα εμπράγματα βάρη τα οποία να προηγούνται ή και να έπονται του ΜΕΜΟ 2619/15, ούτως ώστε να μπορεί να εξετασθεί το κατά πόσον με την εξάλειψη του ΜΕΜΟ από το Ακίνητο η εξασφάλιση που το ΜΕΜΟ της παρέχει δεν θα μπορεί πλέον να οδηγήσει σε ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει με απτά στοιχεία ότι με την εξάλειψη του ΜΕΜΟ 2619/15 από ένα εκ των έντεκα ακινήτων που το ΜΕΜΟ επιβαρύνει, αυτή θα αποστερηθεί της δυνατότητας εκτέλεσης της απόφασης που εξασφάλισε. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Τσιάκκα η οποία, σημειώνω, δεν αντικρούστηκε από την αιτήτρια και παρέμεινε αναντίλεκτη (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, 1987 Αναφορικά με την αίτησης της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013, 1018, Favero General Trading Ltd κ.α. v. Medusa Constructions Ltd,
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2476, 2483), η καθ' ης η αίτηση 3 είναι εγγεγραμμένη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την κατασκευή και πώληση στρωμάτων, ειδών υγιεινής, προικός κ.λ.π. με καταστήματα στη Λευκωσία, Λεμεσό και Πάφο. Λαμβάνοντας υπόψιν το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους (€33.975 πλέον έξοδα και τόκο) αλλά και την πιο πάνω θέση του κ. Τσιάκκα ότι η καθ' ης η αίτηση 3 διαθέτει καταστήματα σε διάφορες πόλεις της Κύπρου και ότι κέκτηται κινητής περιουσίας παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο η αιτήτρια να μπορεί να εκτελέσει τη δικαστική απόφαση με άλλο μέτρο εκτέλεσης (βλ. άρθρο 14
(1)του Κεφ. 6). Η αιτήτρια δεν έχει αναφέρει αν προχώρησε στη λήψη οποιουδήποτε εκ των έτερων μέτρων εκτέλεσης που έχει στη διάθεση της. Τέλος, η όποια ζημιά που η αιτήτρια θα μπορούσε να υποστεί ένεκα της υλοποίησης της απόφασης του Διευθυντή, σε περίπτωση που η απόφαση ακυρωθεί στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης, εύκολα θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα (δεδομένου ότι η εγγραφή της δικαστικής απόφασης ως επιβάρυνσης επί του Ακινήτου, είναι για συγκεκριμένο χρηματικό ποσό) και, αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, αυτή θα μπορούσε να αξιωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία, η φερεγγυότητα της οποίας, δεν έχει αμφισβητηθεί. Δεν διαφεύγει, σημειώνω, την προσοχή μου ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των συμφερόντων του αιτητή, πλην, όμως, με τα όσα η αιτήτρια έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει καταδείξει ότι με την εξάλειψη του ΜΕΜΟ από το Ακίνητο τα συμφέροντα της θα επηρεαστούν κατά τρόπο που να της αποστερηθεί η δυνατότητα να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση που εξασφάλισε. Για τους πιο πάνω λόγους, κρίση μου είναι ότι η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται. Δεδομένης δε της μη πλήρωσης και των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, παρέλκει η εξέταση του κατά πόσον το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ της διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος ή και της έκδοσης των λοιπών διαταγμάτων που ζητήθηκαν αλλά δεν δόθηκαν μονομερώς. Η αιτήτρια βασίζει επίσης την αίτησή της στο άρθρο 4 του Κεφ. 6. Στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης η συνήγορος της αιτήτριας δεν εξηγεί γιατί το Ακίνητο αποτελεί «το αντικείμενο της αγωγής». Ακόμη, όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το Ακίνητο αποτελεί το «αντικείμενο της αγωγής» σε σχέση με το οποίο επιδιώκεται η διατήρηση της νομικής κατάστασης που σήμερα υφίσταται, επαναλαμβάνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω, το θέμα της έκδοσης διαταγμάτων με βάση το άρθρο 4 ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. To ότι πληρούνται οι τυπικές απαιτήσεις του άρθρου 4 δεν σημαίνει και ότι το δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αυτόματα (Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στη διάλεξη του Έντιμου Νικολάτου Π. που έγινε στις 25.1.89 στον Δικηγορικό Σύλλογο Λεμεσού με θέμα «Παρεμπίπτοντα Διατάγματα», αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχει το άρθρο 4 του Κεφ. 6 θα πρέπει να καθοδηγηθεί από τις γενικές αρχές που καθορίζουν οι κανόνες της επιείκειας σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων. Ακόμη λοιπόν και αν το Ακίνητο αποτελεί το «αντικείμενο της αγωγής», δεν θα ήμουν διατεθειμένη να ασκήσω στην προκειμένη περίπτωση τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Λαμβάνω ιδιαίτερα υπόψιν προς τούτο το γεγονός ότι με την εξάλειψη του εμπράγματου βάρους που υπάρχει προς όφελος της αιτήτριας επί του Ακινήτου δεν έχει καταδειχθεί ότι η αιτήτρια θα περιέλθει σε αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης, έχοντας κατά νου το ύψος της εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλής, την εγγραφή της δικαστικής απόφασης σε ακόμη 10 ακίνητα που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση 3, καθώς και το γεγονός ότι το πωλητήριο έγγραφο της καθ' ης η αίτηση 2 κατατέθηκε σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης του ΜΕΜΟ. Η αιτήτρια βασίζει την υπό κρίση αίτηση και στο άρθρο 5 του Κεφ.
- Tο εν λόγω άρθρο δεν τυγχάνει, κρίνω, εφαρμογής, καθότι τούτο εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημίωση, ενώ η υπό της αιτήτριας καταχωρηθείσα Αίτηση/Έφεση, ως αντικείμενο έχει την ακύρωση των αποφάσεων του Διευθυντή ημερ. 20.9.16 και 30.5.
- Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερ. 11.11.16 ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση 2 και εναντίον της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «(a) A serious question arises to be tried at the hearing, (b) There appears to be "a probability" that plaintiff is entitled to relief and, lastly, (c) unless it shall be difficult or impossible to do complete justice at a later stage without granting an interlocutory injunction.». [2] Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 569. [3] Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, 259. [4] Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, 1253. [5] M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, 1799. [6] Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557, 570, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, 258, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154. [7] Βλ. Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, 1424. [8] Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788, 795. [9] Όπως αναφέρεται στην American Cyanamid v. Ethicon [1975] AC 396 στη σελ. 408 από το Λόρδο Diplock: «It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them.». [10] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, όπου το Δικαστήριο υιοθέτησε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 624 και 625. [11] T.A. Micrologic Computer Cosnultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [12] Επίσημος Παραλήπτης ν. Nicantony Trading Co Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1653, 1659. [13] Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, όπου το Δικαστήριο υιοθέτησε αποσπάσματα από το σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρ. 620. [14] Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799. [15] Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209, 215 - 216. [16] Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 225, 236, Πολ. Εφ. Ε71/2013, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Chumachenko Alica κ.α., ημερ. 30.9.2014. [17] Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 11,
- [18] Βλ. και σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη, «Διατάγματα Injunctions», 2016, σελ.
- [19] Frixos Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578. [20] Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. [21] Τσιολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, 785, Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 258. [22] C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «ΛΕΩΝΙΚ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, 789, Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά
(2006)1 Α.Α.Δ. 280, 285. [23] Larticon co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1121, 1128. [24] Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α
(2006)1 Α.Α.Δ. 281, 285. [25] Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) ΑΑΔ 1237, 1245. [26] Συνεκδ. Πολ. Εφ. 3/2011 και 4/2011, Αμβροσιάδου ν. Coward ημερ. 15.1.2013, Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ
(2000)1(Α) ΑΑΔ 606, 613, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 ΑΑΔ 1475, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, 1462 Resola v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841, In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861, 864, Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings
(2004)1(Α) ΑΑΔ 203, 207. [27] Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings
(2004)1(Α) ΑΑΔ 203, 207, Πολ. Εφ. 52/2010, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.
- [28] Συνεκδ. Πολ. Εφ. 3/2011 και 4/2011, Αμβροσιάδου ν. Coward, ημερ. 15.1.
- [29] Τεκμήριο 3 στην ένορκο δήλωση του κ. Τσιάκκα. [30] Τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. [31] Τεκμήριο Ε στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. [32] Παρ. 6 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας. [33] Παρ. 15 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας. [34] Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. [35] Παρ. 1 της ενόρκου δηλώσεως της αιτήτριας. [36] Τεκμήριο Β στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας, α/α
- [37] Τεκμήριο Γ στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. [38] Τεκμήριο Δ στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. [39] Τεκμήριο Ε στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. [40] Λόγος ένστασης 9 και παρ. 9 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα. [41] Παρ. 8 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα. [42] Λόγος ένστασης 17 και παρ. 17 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα. [43] Βλ. σύγγραμμα Ερωτοκρίτου & Αρτέμη «Διατάγματα - Injunctions», 2016, σελ.
- [44] Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 2015, 2040 - 2041. [45] Παρ. 12.1 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα. [46] Παρ. 12.3 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα. [47] Παρ. 12.4 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Τσιάκκα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο