← Κύπρος

Ανδριανής Γκιούρωφ ν. AEGEK - CYBARCO - IACOVOU JOINT VENTURE κ.α., Αγωγή Αρ. 674/10, 7/2/2017

Ανδριανής Γκιούρωφ ν. AEGEK - CYBARCO - IACOVOU JOINT VENTURE κ.α., Αγωγή Αρ. 674/10, 7/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 674/10 Μεταξύ: Ανδριανής Γκιούρωφ Ενάγουσας και

  1. AEGEK - CYBARCO - IACOVOU JOINT VENTURE
  2. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένων και ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Τριτοδιαδίκου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2017 Για αιτήτρια - ενάγουσα: κ. Δ. Κούτρας, για Δημήτρης Κούτρας & Σία Για καθ' ης η αίτηση 1 - εναγόμενη 1: κ. Μ. Νικολάου, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ου η αίτηση 2 - εναγόμενο 2: κα Θ. Κουμή, για Γενικό Εισαγγελέα Για καθ' ου η αίτηση 3 - τριτοδιάδικο: κ. Α. Παπασιάντης, για Κώστα Ιντιάνο & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 29.11.16 για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής) Εισαγωγή Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.1.10 και με αυτήν η ενάγουσα ζητά ειδικές και γενικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες που υπέστη στις 7.8.09 όταν, ενόσω βάδιζε στη Λεωφόρο Αγίου Παύλου στη Λευκωσία, υποχώρησε μέρος του πεζοδρομίου, γεγονός που αποδίδει σε αμέλεια των εναγομένων 1 και
  3. Η ακρόαση της αγωγής άρχισε στις 2.11.16 με τη μαρτυρία της ενάγουσας. Μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης της, άρχισε η αντεξέταση της από το συνήγορο της εναγομένης 1 η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε και η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 22.11.16 και 23.11.16 προς το σκοπό ολοκλήρωσης της αντεξέτασης της ενάγουσας. Στις 22.11.16 ζητήθηκε αναβολή της ακρόασης από το συνήγορο της ενάγουσας για να καταχωρήσει αίτηση για διόρθωση του τίτλου της αγωγής. Στις 29.11.16 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, με την οποία η ενάγουσα-αιτήτρια (στο εξής «η αιτήτρια») ζητά: «Α) Την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής αναφορικά με την εναγομένη αρ. 1 δια της διαγραφής της λέξεως ΑΕGΕΚ ώστε να λάβει την κάτωθι μορφή διατυπώσεως: Αρ. Αγ. 674/2010 Μεταξύ: Ανδριανή Γκιούρωφ, από την Λευκωσία Ενάγουσα και
  4. CYBARCO- IACOVOU JV, από την Λευκωσία
  5. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι και ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Τριτοδιάδικος B) Οιανδήποτε ετέρα θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.2, Δ.9 Θ.10, 11, 13, Δ.25 και Δ.63 Θ.2 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας. Η αιτήτρια αναφέρει ότι μόλις ανέρρωσε από τον επίδικο τραυματισμό, επισκέφθηκε, στις 18.12.09, το Τμήμα Δημοσίων Έργων κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της και ζήτησε να μάθει το όνομα της εταιρείας η οποία διεξήγαγε τα έργα για τη διαμόρφωση της Λεωφ. Απ. Παύλου. Ο υπεύθυνος του Τμήματος την πληροφόρησε ότι το όνομα της εταιρείας η οποία διεξήγαγε τις σχετικές εργασίες ήτο η εναγομένη 1, και η ενάγουσα έδωσε το όνομα αυτό στο δικηγόρο της ο οποίος ήγειρε την αγωγή εναντίον της εναγομένης
  6. Η αγωγή επιδόθηκε δεόντως στη διεύθυνση Τεύκρου Ανθία 10, Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου, και από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι και την 22.11.16, ούτε η ίδια, ούτε ο δικηγόρος της είχαν οιανδήποτε πληροφόρηση περί της ορθότητας του ονόματος της εναγομένης
  7. Για πρώτη φορά έλαβαν γνώση περί τούτου στις 22.11.16, λίγα λεπτά πριν αρχίσει η αντεξέταση της. Το ορθό όνομα της εταιρείας που διεξήγαγε τις εργασίες είναι CYBARCO IACOVOU JV η οποία ενεγράφη ως συνεταιρισμός με αρ. Σ 9563 στις 29.12.95, ο οποίος ήταν εγγεγραμμένος τόσο κατά τον χρόνο του δυστυχήματος (7.8.09) όσο και κατά την έγερση της αγωγής (29.1.10). Ο εν λόγω συνεταιρισμός έχει ως εγγεγραμμένο γραφείο τη διεύθυνση στην οποία επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Συνεπώς, είναι πρόδηλο, λέγει η αιτήτρια, ότι πρόκειται περί λάθους και θα πρέπει να διαγραφεί η λέξη ΑΕGΕΚ και να παραμείνει η ορθή επωνυμία CYBARCO IACOVOU JV. Η αιτήτρια αναφέρει επιπλέον ότι ουδεμία καθυστέρηση υπήρξε, αφού η πληροφόρηση έγινε από την εναγομένη 1 στις 22.11.
  8. Περαιτέρω, με την αιτούμενη τροποποίηση ουδεμία ζημιά θα υποστούν οι εναγόμενοι, η οποία δύναται να θεραπευθεί με την επιδίκαση εξόδων. Λέγει επίσης ότι πρόκειται περί ενός καλόπιστου λάθους το οποίο ποτέ δεν πίστευε, εξ ου και το περιεχόμενο της αντεξέτασης της, στα πλαίσια της οποίας επέμεινε ότι αυτό ήταν το ορθό όνομα της εναγομένης 1, αφού αυτό της είχε δοθεί. Τυγχάνει, λέγει, νομικής συμβουλής ότι μετά την τροποποίηση του τίτλου και δια της αντικατάστασης του ορθού ονόματος, η αντιδικία συνεχίζεται μεταξύ της ιδίας και των εναγομένων ωσάν ο νέος εναγόμενος να ήταν εξ αρχής ο εναγόμενος (Δ.9 Θ.11). Ο εναγόμενος 2 και ο τριτοδιάδικος δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Η εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση 1 (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση 1») καταχώρησε στις 7.12.16 ένσταση, με την οποία εγείρει τους εξής λόγους ένστασης: «
  9. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί καθότι στην ουσία ζητείται αλλαγή διαδίκου και όχι τροποποίηση δυνάμει της Δ.25 ως αυτή ίσχυε πριν από την τελευταία της τροποποίηση.
  10. Η αιτούμενη τροποποίηση σκοπεί στην προσθήκη ως εναγόμενου του Συνεταιρισμού Cybarco Iacovou JV με αρ. εγγραφής Σ 9563 ή/και στην προσθήκη άλλου νομικού προσώπου ως διάδικου ή/και στη διαφοροποίηση της βάσης της αγωγής.
  11. Ο συνεταιρισμός Cybarco Iacovou JV είναι άλλο νομικό πρόσωπο ή/και άλλη νομική οντότητα από την Καθ' ης η Αίτηση.
  12. Η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει την αλλαγή διαδίκου και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να θεωρηθεί «σφάλμα αναφορικά με το όνομα» (misnomer).
  13. Η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση ή/και σε πολύ καθυστερημένο στάδιο ή/και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.
  14. Ο διάδικος που επιχειρείται να προστεθεί από την Αιτήτρια ήταν γνωστός σε αυτήν ή/και θα μπορούσε να τον γνωρίζει ή/και θα μπορούσε να τον γνωρίζει μέσα από τη διεξαγωγή εύλογης έρευνας της Αιτήτριας ή/και των δικηγόρων της ή/και όφειλε να τον γνωρίζει πριν από την έγερση της αγωγής.
  15. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση ή/και στο συνεταιρισμό Cybarco Iacovou JV ή/και θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα τους.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.10 και 11, Δ.25, Δ.48 Θ.4, 7 και 9 και Δ.63 Θ.2, στα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαικής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη νομολογία, το κοινοδίκαιο, το δίκαιο της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκο δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Ανδρονίκου, ασκούμενου δικηγόρου στο γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., που είναι οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση
  16. Ο κ. Ανδρονίκου αναφέρει ότι η αίτηση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και αστήρικτη και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Λέγει επίσης ότι περί τις 31.7.00 ενεγράφη ο ομόρρυθμος συνεταιρισμός ΑΕGΕΚ-CYBARCO-ΙΑCΟVOU JΟΙΝΤ VENTURE, δηλαδή η καθ' ης η αίτηση 1, με αρ. εγγραφής Σ 10365 και συνεταίρους τις εταιρείες Cybarco Limited, Iacovou Brothers Constructions Limited και ΑΕΓΕΚ Α.Ε. Οι πρώτες δύο εταιρείες είναι νομίμως συσταθείσες στην Κύπρο ενώ η τρίτη εταιρεία είναι ελληνική. Η καθ' ης η αίτηση 1 συστάθηκε προς το σκοπό υποβολής προσφοράς και κατασκευής του φράγματος στην περιοχή Κανναβιού της επαρχίας Πάφου. Κατατέθηκε ήδη στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο από το ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών που δείχνει ότι οι εν λόγω εταιρείες είχαν συστήσει τον υπό αναφορά ομόρρυθμο συνεταιρισμό. Η καθ' ης η αίτηση 1 δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τα κατασκευαστικά έργα διαμόρφωσης της Λεωφόρου Αγίου Παύλου. Τα επίδικα έργα διεξάγονταν από τον συνεταιρισμό Cybarco Iacovou JV με αρ. εγγραφής Σ
  17. Όπως πληροφορείται από πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία μέλους της καθ' ης η αίτηση 1 και του συνεταιρισμού Cybarco Iacovou JV, κατά ή περί τις 7.12.06, οι εταιρείες Cybarco Limited (υπό την προηγούμενη της ονομασία) και Iacovou Brothers Construction Limited υπέγραψαν συμφωνία κοινοπραξίας (joint venture agreement) (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1) με σκοπό την υποβολή προσφοράς για τη Βελτίωση των Λεωφόρων Ηρώων, Αγίου Παύλου και άλλων Οδών στον Άγιο Δομέτιο και Λευκωσία (Προκήρυξη υπ' αριθμό ΡS/C/403). Οι δύο αυτές εταιρείες είναι οι μοναδικοί συνέταιροι στο συνεταιρισμό Cybarco Iacovou JV. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο από το ηλεκτρονικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με τον εν λόγω συνεταιρισμό. Στις 23.3.07 το Έργο κατακυρώθηκε στην εν λόγω κοινοπραξία και υπεγράφη σχετικό συμβόλαιο με το Τμήμα Δημοσίων Έργων, στο οποίο γίνεται ρητή αναφορά στο όνομα της κοινοπραξίας Cybarco Iacovou Joint Venture. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 3 μέρος του εν λόγω συμβολαίου από το οποίο τούτο επιμαρτυρείται. Είναι πρόδηλο, συνεχίζει, ότι οι επίδικες εργασίες στη Λεωφ. Αγίου Παύλου δεν διεξήχθησαν από την καθ' ης η αίτηση 1 αλλά από ένα άλλο νομικό πρόσωπο και οντότητα. Απορρίπτει κατηγορηματικά τον ισχυρισμό ότι η έγερση αγωγής εναντίον ενός αθώου νομικού προσώπου αποτελεί καλόπιστο λάθος το οποίο μπορεί να τύχει θεραπείας μέσω της υπό κρίση αίτησης τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Θέση του είναι ότι η αιτήτρια εξαιτείται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα». Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην καθ' ης η αίτηση 1 καθότι, εάν επιτραπεί, η αιτήτρια θα αποφύγει την καταδίκη της σε όλα τα έξοδα μέχρι σήμερα πράγμα που θα γινόταν εάν διέκοπτε ή απέσυρε την αγωγή εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 όπως θα ήταν η φυσιολογική εξέλιξη της προσθήκης του ορθού νομικού προσώπου στον τίτλο της αγωγής. Επίσης, τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις και στο νέο πρόσωπο που θα εισαχθεί στη διαδικασία διότι θα κινδυνεύει, ενδεχομένως και αναλόγως του αποτελέσματος της αγωγής, να επιβαρυνθεί τα έξοδα από την αρχή της διαδικασίας στην οποία δεν λάμβανε μέρος. Περαιτέρω, θέση του είναι ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις καλόπιστου λάθους (misnomer) διότι το πραγματικό πρόσωπο που συμβλήθηκε και διεξήγαγε εργασίες στην περιοχή που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό μέσα από τη διεξαγωγή μίας εύλογης έρευνας από την αιτήτρια ή τους δικηγόρους της. Η συμφωνία εργολαβίας ήταν μία δημόσια σύμβαση και οι κατακυρώσεις δημοσίων έργων σε ιδιωτικές εταιρείες κοινοποιούνται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για σκοπούς διαφάνειας και ενημέρωσης του κοινού κάτι που γνωρίζει η αιτήτρια ως δημοσιογράφος ή/και οι δικηγόροι της. Θεωρεί, συνεπώς, ότι αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη ο ισχυρισμός της αιτήτριας ότι πληροφορήθηκε το όνομα του εργολάβου μετά από επίσκεψη της στο Τμήμα Δημοσίων Έργων, αφού θα μπορούσε εύκολα να αντλήσει τη σχετική πληροφόρηση από την Επίσημη Εφημερίδα. Η αιτήτρια και/ή οι δικηγόροι της αμέλησαν και/ή παρέλειψαν να διεξάγουν την εύλογη και αναμενόμενη έρευνα ως προς το ποιο νομικό πρόσωπο είχε εμπλοκή στις εργασίες βελτίωσης της Λεωφ. Αγίου Παύλου. Περαιτέρω αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση 1 αρνήθηκε με την Υπεράσπιση της τον ισχυρισμό της αιτήτριας ότι «αποτελεί σύμπραξη δύο εταιρειών Joint Venture που ασχολούνται με κατασκευαστικά έργα, μεταξύ των οποίων και το έργο διαμόρφωσης της Λεωφόρου Αγ. Παύλου στην Λευκωσία, περιοχή Αγ. Ανδρέα», θέση την οποία η αιτήτρια αγνόησε και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης από πλευράς της αιτήτριας, αφού η Υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση 1 καταχωρήθηκε στις 21.1.
  18. Η εν γένει συμπεριφορά της αιτήτριας αλλά και η επιμονή που επέδειξε κατά την αντεξέταση της ότι η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν υπεύθυνη για τις επίδικες εργασίες δείχνει ότι δεν επρόκειτο για ένα απλό καλόπιστο λάθος όπως αυτό παρουσιάζεται σήμερα αλλά για μία δεδηλωμένη πεποίθηση ότι η καθ' ης η αίτηση 1 σχετιζόταν άμεσα με τις εργασίες αυτές κάτι που, εν τέλει, αποδείχθηκε εντελώς λανθασμένο. Το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης για την καθ' ης η αίτηση 1, το δε γεγονός ότι δύο εκ των τριών μελών της καθ' ης η αίτηση 1 είναι τα ίδια με τα δύο μέλη της κοινοπραξίας Cybarco Iacovou JV καθώς και το γεγονός ότι χρησιμοποιούν ως εγγεγραμμένο γραφείο την ίδια διεύθυνση δεν μπορεί να επηρεάσει την τύχη της παρούσας αίτησης. Η ορθή διαδικασία, λέγει, είναι αυτή της διακοπής ή απόσυρσης της αγωγής εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 και η καταχώρηση αγωγής εναντίον του συνεταιρισμού Cybarco Iacovou JV, η οποία θα πρέπει να του επιδοθεί δεόντως και συμφώνως προς τους Θεσμούς, και να επιλέξει το πρόσωπο τούτο δικηγόρους της αρεσκείας του προς υπεράσπιση του. Περαιτέρω, η εκάστοτε εργολαβία τυγχάνει ασφάλισης από ασφαλιστική εταιρεία και επομένως αυτή θα πρέπει να ενημερωθεί έτσι ώστε να διεκδικηθεί συνεισφορά από την ασφαλιστική εταιρεία για τυχόν αποζημιώσεις που θα κληθεί να καταβάλει ο νέος διάδικος στην αιτήτρια. Επιπλέον, τυχόν έγκριση της αίτησης θα παραβίαζε τα συνταγματικά δικαιώματα του συνεταιρισμού Cybarco Iacovou JV, αφού θα τους αποστερούσε το δικαίωμα να υπερασπισθούν στην αγωγή όπως θα ήθελαν ή μέσω δικηγόρων της επιλογής τους, καθότι μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της αιτήτριας, η οποία είναι βαρύνουσας σημασίας, έχει ήδη διεξαχθεί από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση
  19. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στο βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία διαλαμβάνει τα εξής: «
  20. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 543, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται και στη Δ.25 Θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα ακόλουθα: «5. The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings.» Στην υπόθεση Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1805, 1810, λέχθηκαν τα εξής: «Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης. Έχει λεχθεί ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας που το δικαστήριο καλείται να εκδόσει (Etablissement Bandelot ν. R. S. Graham and Co Ltd [1953] 1 All E.R. 149).» Στην υπόθεση E.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 443 αποφασίστηκε ότι λανθασμένο όνομα διάδικου στην αγωγή μπορεί να διορθωθεί κατ' επίκληση της πιο πάνω Δ.25 Θ.5 καθώς και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου ακόμη και μετά την έκδοση απόφασης. Για να καταλήξει το Δικαστήριο στο ότι επρόκειτο για λανθασμένη ονομασία διαδίκου έλαβε υπόψη του διάφορα γεγονότα, μεταξύ άλλων, αλληλογραφία μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων προ και μετά την καταχώρηση της αγωγής. Το Δικαστήριο υιοθέτησε στην πιο πάνω απόφαση την απόφαση του αγγλικού Court of Appeal στην υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. (Pty), Ltd v. Bartels [1954] All E.R. 659, στην οποία διαβάζουμε τα εξής: «... ... it is to my mind quite plain that this court has ample jurisdiction to correct any misnomer or misdescription at any time whether before or after judgement ..... All that is necessary to be done, which this Court has ample power to do is to alter the title by describing the defendant in the name he now says is his correct name ..» To ότι το Δικαστήριο κέκτηται συμφυούς εξουσίας διόρθωσης σφάλματος στο όνομα διαδίκου αναφέρεται και στην απόφαση Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106, σελ. 122: «Irrespective, however, of the Provisions of the Rules, correction of a misnomer especially in the circumstances of the present case is a matter within the inherent jurisdiction of the Court.» Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ.1608, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στις αγγλικές αποφάσεις Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 και Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385, καθόρισε το κριτήριο που θα πρέπει να καθοδηγήσει Δικαστήριο που εξετάζει αίτηση για τροποποίηση τίτλου, για να αποφασίσει αν αυτό που επιδιώκεται είναι η αντικατάσταση ή προσθήκη διαδίκου ή απλή διόρθωση σφάλματος περί το όνομα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν το περιεχόμενο των δικογράφων της υπόθεσης και τις περιβάλλουσες την υπόθεση συνθήκες, για να καταλήξει ότι πρόθεση των εφεσιβλήτων ήταν να ενάγουν την οντότητα που ήταν κατά νόμο υπεύθυνη για την καταβολή των αποζημιώσεων και ότι ο προτεινόμενος διάδικος δεν είχε ποτέ αμφιβολία ότι οι εφεσίβλητοι είχαν πρόθεση να τον εναγάγουν. Στην υπόθεση Davies, ανωτέρω, είχε εκδοθεί κλητήριο ένταλμα εναντίον των Elsby Brothers (a firm). Στη συνέχεια μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής το κλητήριο ένταλμα τροποποιήθηκε με τη διαγραφή του όρου «(a firm)» και την προσθήκη της λέξης «Ltd». Η αγωγή αφορούσε δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ο ενάγων ο οποίος ήταν υπάλληλος τόσο του οίκου Elsby Brothers όσο και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφη μεταγενέστερα. Στο κλητήριο δεν αναφερόταν η ημερομηνία του δυστυχήματος και έτσι ήταν αδύνατο να διακριβωθεί από το κλητήριο κατά πόσον ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει μια νομική οντότητα, τον οίκο, ή μια άλλη νομική οντότητα, την εταιρεία. Κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτό ήταν μοιραίο για την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο. Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσον ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσον ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής, πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τί θα συμπεράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676 (σε μετάφραση[3]): «Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πεί: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer).» Στη συνέχεια ο Devlin L.J. ασχολήθηκε με τα γεγονότα της υπόθεσης. Λόγω της απουσίας της ημερομηνίας του επίδικου δυστυχήματος έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο από το κλητήριο κατά πόσον ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία. Έπρεπε να είχε κάμει έρευνες ως προς το πότε είχε λάβει χώραν το επίδικο δυστύχημα. Έκρινε, επομένως, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Στην υπόθεση Singh, ανωτέρω, αγοράστηκαν αεροπορικά εισιτήρια από τα υποστατικά ενός ταξιδιωτικού πράκτορα που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rubert στο Λονδίνο. Το ταξίδι δεν πραγματοποιήθηκε και ζητήθηκε επιστροφή του αντιτίμου των εισιτηρίων. Ελλείψει ανταπόκρισης, κινήθηκε αγωγή εναντίον του "Sterling Travel (a firm)" στην οδό Rubert. Εν τέλει διεφάνη ότι δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel" και ότι υπήρχε μια εταιρεία με το όνομα Atombrook Ltd η οποία ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την εταιρεία United Air Travel Services Ltd, και η Atombrook Ltd ήταν η ιδιοκτήτρια της "Sterling Travel". Το αγγλικό Court of Appeal απασχόλησε, ανάμεσα σε άλλα, το κατά πόσον επρόκειτο για διαδικασία που κινήθηκε εναντίον κάποιου που ορθά μπορεί να περιγραφεί ως μη υφιστάμενος, ή απλώς εναντίον ενός εναγομένου του οποίου το όνομα έχει περιγραφεί λανθασμένα ("who has been misnamed or misdecribed"). Ο Kerr, L.J., παρέθεσε το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Davies, ανωτέρω και κατέληξε ως εξής (σε μετάφραση[4]): «Βέβαια στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Από την αρχή μέχρι το τέλος το γνώριζε πολύ καλά και κατά την κρίση μου λάμβανε συνέχεια μέτρα να αποφύγει την προώθηση αυτής της αξίωσης εναντίον του. Ωστόσο ο συνήγορος του εναγομένου ήταν απτόητος. Ανέφερε ότι αυτό το θέμα παρέμενε ανοικτό για ένα αντικειμενικό πρόσωπο να είχε ερμηνεύσει το κλητήριο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο ότι το βρίσκω αδύνατο να παρακολουθήσω την επιχειρηματολογία του πλήρως ή να την αποδεχθώ, πρότεινε ότι ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεται Sterling Travel που μπορούσε να είναι μια υφιστάμενη οντότητα ή κάτι παρόμοιο με αυτό. Αυτό είναι παράδοξο και το απορρίπτω. Το θέμα αυτό έχει τεθεί πέρα από κάθε αμφιβολία από άλλη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην Whittam v. W. J. Daniel & Co. Ltd [1961] 3 All E.R. 796 [1962] 1 Q.B. 271. Σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εντός της περιόδου της παραγραφής αλλά χωρίς την προσθήκη της λέξης "Ltd" και επομένως φαινόταν ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο όνομα ενός οίκου. Το δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της λέξης "Ltd" μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής και διέκρινε την Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672 [1961] W.L.R. 170. Ο Donovan L.J. αναφέρθηκε στο κριτήριο του Devlin L.J., στο οποίο έχω αναφερθεί, και είπε [1961] 3 All E.R. 796, 799, [1962] 1 Q.B. 271, 277: 'Εφαρμόζοντας εκείνο το κριτήριο δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων όταν έλαβαν το κλητήριο ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα.'» Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Προτού ασχοληθώ με την ουσία της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τον ισχυρισμό που εγείρεται στην αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της καθ' ης η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επειδή δεν αναφέρει γιατί έγινε από δικηγόρο και όχι από τον διοικητικό σύμβουλο, επειδή ο ομνύσας δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα και επειδή βασίζεται σε λανθασμένους ισχυρισμούς. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση του κ. Κούτρα για τους λόγους που εξηγώ. Σημειώνω κατ' αρχάς ότι η ένσταση υποβλήθηκε στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης και σύμφωνα με τη Δ.39 Θ.2[5] στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων ένορκος δήλωση μπορεί να περιέχει πληροφορίες και απόψεις, αν παρατεθούν οι πηγές και οι λόγοι πάνω στους οποίους στηρίζονται (Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858), κάτι που ο κ. Ανδρονίκου πράττει στην προκειμένη περίπτωση, επισημαίνοντας μάλιστα, στο βαθμό που δεν αναφέρεται σε γεγονότα που εμπίπτουν στη δική του προσωπική γνώση και ένεκα της παρουσίας του στις δικασίμους της 2.11.16 και 22.11.16, ποιες πληροφορίες έλαβε από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση και ποιες πληροφορίες έλαβε από πρόσωπο που βρίσκεται στην υπηρεσία μέλους της καθ' ης η αίτηση 1. Περαιτέρω, ο κ. Ανδρονίκου δηλώνει πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την καθ' ης η αίτηση 1 να προβεί στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκο δήλωση, δήλωση η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την αιτήτρια. Πέραν τούτου, καίτοι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει πράγματι πολλές φορές υποδείξει ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη θέσεων πελατών τους, η θέση αυτή αναφέρεται ειδικότερα στις περιπτώσεις που ο δικηγόρος, ο οποίος χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του πελάτη του, καθίσταται και μάρτυρας στα πλαίσια της υπόθεσης αυτής (Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, 2 - 3, Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, 334 - 335 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, 1041), η δε ταυτόχρονη ιδιότητα του μάρτυρα και του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση, δυνατό να συνιστά πειθαρχικό αδίκημα (Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, 592 - 593). Σύνοψη της επί του εξεταζόμενου θέματος νομολογίας και των σχετικών αρχών έγινε στην υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, 93 - 94 και στην Πολ. Έφ. 236/10 Investylia Public Company Ltd ν. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, ημερ. 13.6.2013 λέχθηκε σχετικά ότι: «Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας της ίδιας της εφεσείουσας, αναμφίβολα η νομολογία έχει κατ΄ επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής, αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση, (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82).» Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν στην Πολ. Έφ. 234/2011, Investylia Public Company Ltd v. Ιωάννου, ημερ. 7.3.2014. Στην προκειμένη περίπτωση η ένσταση υποβλήθηκε από τη δικηγορική εταιρεία Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., ο δε κ. Ανδρονίκου, ασκούμενος δικηγόρος στο εν λόγω γραφείο, δεν υπογράφει την αίτηση ως δικηγόρος, ούτε και χειρίστηκε αυτήν σε οποιοδήποτε στάδιο, ούτε και εμφανίστηκε στα πλαίσια αυτής στο Δικαστήριο, αφού την αίτηση χειρίστηκε ο κ. Μ. Νικολάου, δεν προκύπτει, λοιπόν, να εγείρεται θέμα ασυμβίβαστου, αφού ο κ. Ανδρονίκου, μάρτυρας στην υπό κρίση αίτηση, δεν χειρίστηκε αυτήν ως δικηγόρος. Τέλος, όσον αφορά τη θέση που προβάλλεται στην αγόρευση του κ. Κούτρα ότι η ένορκος δήλωση που στηρίζει την ένσταση βασίζεται σε λανθασμένους ισχυρισμούς παρατηρώ ότι η εν λόγω θέση δεν εξειδικεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτως ώστε να μπορεί να τύχει εξέτασης. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνω ότι στο βαθμό που ο κ. Ανδρονίκου εκφράζει νομικές απόψεις και θέσεις της καθ' ης η αίτηση 1 επί της βασιμότητας της υπό κρίση αίτησης, αυτές δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο. Για τους πιο πάνω λόγους, η θέση του κ. Κούτρα ότι η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι λόγοι ένστασης που η καθ' ης η αίτηση 1 εγείρει είναι στην ουσία τέσσερις με κρισιμότερο τον ισχυρισμό ότι αυτό που η αιτήτρια επιχειρεί με την υπό κρίση αίτηση δεν είναι η διόρθωση σφάλματος αναφορικά με το όνομα διαδίκου (misnomer) αλλά η προσθήκη διαδίκου (λόγοι ένστασης 1 - 4), ενός διαδίκου τον οποίο θα μπορούσε να γνωρίζει η αιτήτρια αν διεξήγαγε εύλογη έρευνα πριν την έγερση της αγωγής (λόγος ένστασης 6). Η καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται επίσης ότι η αίτηση προωθήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση (λόγος ένστασης 5) και ότι τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην καθ' ης η αίτηση 1 και/ή στο συνεταιρισμό Cybarco Iacovou JV (λόγος ένστασης 7). Αυτοί οι λόγοι ένστασης εξετάζονται στη συνέχεια. Ξεκινώντας από τον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση 1 ότι αυτό που επιχειρείται με την υπό κρίση αίτηση δεν είναι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος διαδίκου, αλλά η αντικατάσταση και/ή προσθήκη νέου διαδίκου, σημειώνω τα εξής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Davies, ανωτέρω, που υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς, ανωτέρω, προκειμένου το Δικαστήριο να αποφασίσει αν βρίσκεται ενώπιον μίας περίπτωσης λανθασμένης περιγραφής διαδίκου ή περίπτωσης που η αγωγή εγέρθηκε εναντίον λανθασμένου διαδίκου, το κριτήριο είναι «πώς θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει». Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πει στον εαυτό του «σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα» τότε έχουμε την περίπτωση απλού σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πει «..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα» τότε η περίπτωση ξεφεύγει από τα όρια του σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Στρεφόμενη, λοιπόν, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτουν από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου (Γεωργίου ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ.2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1936, 1943), παρατηρώ τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για τον τραυματισμό της στις 7.8.09 ενόσω βάδιζε στη Λεωφόρο Αγίου Παύλου στη Λευκωσία αφού, λόγω αμέλειας των εναγομένων, υποχώρησε μέρος του πεζοδρομίου ως αποτέλεσμα εργασιών που διεξάγονταν χωρίς σήμανση. Σύμφωνα με την παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης, η καθ' ης η αίτηση 1 αποτελεί σύμπραξη δύο εταιρειών Joint Venture που ασχολούνται με κατασκευαστικά έργα, μεταξύ των οποίων και το έργο της διαμόρφωσης της Λεωφόρου Αγίου Παύλου στη Λευκωσία, περιοχή Άγιου Ανδρέα. Η αγωγή της αιτήτριας επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση 1 στην οδό Τεύκρου Ανθία 10, Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου, στον Πάνο Κωνσταντινίδη, Διευθυντή. Η εν λόγω διεύθυνση αποτελεί, σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του κ. Ανδρονίκου, το εγγεγραμμένο γραφείο και των δύο συνεταιρισμών, δηλαδή τόσο της AEGEK-CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE όσο και της CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE (παρ. 19 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Ανδρονίκου και παρ. 8 και 42 της αγόρευσης του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση 1). Μετά την επίδοση της αγωγής, ο κ. Ανδρέας Χαραλάμπους εκ μέρους της κοινοπραξίας CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE υπέγραψε Τύπο Διορισμού Δικηγόρου (Δ.16 Θ.11) εξουσιοδοτώντας το γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. να υπερασπιστεί την καθ' ης η αίτηση 1 στην παρούσα αγωγή. Η καθ' ης η αίτηση 1 καταχώρησε Υπεράσπιση, στην παρ. 3 της οποίας αρνείται τον ως άνω ισχυρισμό στην παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης. Πέραν, όμως, της εν λόγω άρνησης και/ή διαζευκτικώς, η καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν φέρει ευθύνη για το επίδικο ατύχημα, για το οποίο ευθύνη φέρει ο εναγόμενος 2 και/ή ο Δήμος Λευκωσίας κατ' εντολή και/ή για λογαριασμό του οποίου κατά τον επίδικο χρόνο διεξάγονταν εργασίες διαπλάτυνσης των πεζοδρομίων στο επίδικο τμήμα της Λεωφόρου Αγίου Παύλου. Ισχυρίζεται περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ότι η ίδια είχε παραδώσει στην κυκλοφορία κατόπιν ελέγχου και/ή συναίνεσης του επιβλέποντος μηχανικού του Έργου το τμήμα της Λεωφόρου Αγίου Παύλου περί το Μάιο του 2009 και/ή ότι τις εργασίες τις οποίες είχε αναλάβει στο τμήμα της εν λόγω Λεωφόρου τις είχε περατώσει από το Μάιο του 2009 και/ή ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώραν εκτός των ορίων του Έργου και/ή του εργοταξίου της. Η καθ' ης η αίτηση 1 καταχώρησε επίσης Ειδοποίηση προς Συνεναγόμενο στις 17.2.11, δηλώνοντας ότι σε περίπτωση που ήθελε βρεθεί υπεύθυνη προς την ενάγουσα, τότε δικαιούται σε αποζημίωση και/ή συνεισφορά από τον εναγόμενο
  1. Περαιτέρω, κατόπιν άδειας, εξέδωσε και επέδωσε Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου προς το Δήμο Λευκωσίας. Προς υποστήριξη της αίτησης για έκδοση Ειδοποίησης Τριτοδιαδίκου ένορκο δήλωση ετοίμασε ο κ. Σωτήρης Χατζηχαμπή ο οποίος είναι ο Διαχειριστής (project manager) του Έργου εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1, έχων πολύ καλή και προσωπική γνώση των γεγονότων της αγωγής, ως αναφέρει, και ο οποίος αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση 1 ότι στο χώρο στον οποίον κατ' ισχυρισμό έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό, ο οποίος ήταν εκτός των ορίων του εργοταξίου της καθ' ης η αίτηση 1, διεξάγοντο εργασίες από συνεργεία έργων κατ' εντολή και για λογαριασμό τρίτων προσώπων και/ή του Δήμου Λευκωσίας. Παρόμοια θέση προβάλλεται από τον κ. Ανδρέα Χαραλάμπους ο οποίος ορκίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης για ανταλλαγή δικογράφων με τον τριτοδιάδικο, ο οποίος είναι, ως αναφέρει, λειτουργός Ασφαλειών και Απαιτήσεων της καθ' ης η αίτηση 1 και γνωρίζει πολύ καλά από προσωπική γνώση τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην έκθεση απαίτησης της καθ' ης η αίτηση 1 εναντίον του τριτοδιαδίκου, η καθ' ης η αίτηση 1 αρνείται την αξίωση της αιτήτριας εναντίον της για τους λόγους που αναφέρονται στην Υπεράσπιση της, σε περίπτωση, όμως, που ήθελε εκδοθεί απόφαση εναντίον της, αυτή ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε συνεισφορά και/ή κάλυψη από τον τριτοδιάδικο μεταξύ άλλων, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο στον χώρο όπου κατ' ισχυρισμό συνέβη το επίδικο ατύχημα διεξάγονταν από τρίτα πρόσωπα εργασίες εκτός των καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων της καθ' ης η αίτηση 1 και/ή εκτός των ορίων του Έργου και/ή του εργοταξίου της. Κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής παρουσιάστηκε από το συνήγορο της καθ' ης η αίτηση 1 στα πλαίσια της αντεξέτασης της αιτήτριας και κατατέθηκε ως Τεκμήριο 5 στην ακροαματική διαδικασία, απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών σύμφωνα με το οποίο η κοινοπραξία AEGEK-CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE ενεγράφη στις 31.7.2000 ως ομόρρυθμος συνεταιρισμός με αρ. εγγραφής Σ 10365, με ομόρρυθμους συνεταίρους τις εταιρείες Cybarco Limited, Iacovou Brothers Constructions Limited και ΑΕΓΕΚ Α.Ε., ο οποίος (συνεταιρισμός) είναι διαγραμμένος. Ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση του κ. Ανδρονίκου παρουσιάζεται απόσπασμα από την ίδια ιστοσελίδα σύμφωνα με το οποίο η κοινοπραξία CYBARCO-IACOVOU JV ενεγράφη στις 29.12.95 ως ομόρρυθμος συνεταιρισμός με αρ. εγγραφής Σ 9563, με ομόρρυθμους συνεταίρους τις εταιρείες Cybarco Limited και Iacovou Brothers Constructions Limited, ο οποίος (συνεταιρισμός) είναι εγγεγραμμένος. Ο εν λόγω συνεταιρισμός, σύμφωνα με τα έγγραφα που επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 1 και 3 στην ένορκο δήλωση του κ. Ανδρονίκου ανέλαβε το έργο «Βελτίωση των Λεωφ. Ηρώων, Αγίου Παύλου και άλλων οδών στον Άγιο Δομέτιο και Λευκωσία», υπογράφοντας σχετική σύμβαση ημερ. 23.3.07 με το Διευθυντή του Τμήματος Δημοσίων Έργων εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό που κατ' αρχάς προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα είναι ότι η αιτήτρια τραυματίστηκε στις 7.8.09 όταν υποχώρησε μέρος του πεζοδρομίου στη Λεωφ. Αγίου Παύλου στη Λευκωσία, ως αποτέλεσμα εργασιών οι οποίες διεξάγονταν χωρίς οποιαδήποτε σήμανση. Συνεπώς, διαφαινόταν από το εν λόγω κλητήριο ένταλμα ότι πρόθεση της αιτήτριας ήταν να στραφεί εναντίον εκείνων που διεξήγαγαν εργασίες στη Λεωφ. Αγίου Παύλου στη Λευκωσία. Περαιτέρω, από την παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης της αιτήτριας, προκύπτει σαφώς ότι το πρόσωπο εναντίον του οποίου προτίθετο να στραφεί είναι μία κοινοπραξία αποτελούμενη από δύο εταιρείες που ασχολείται με κατασκευαστικά έργα, μεταξύ των οποίων και το έργο της διαμόρφωσης της Λεωφ. Αγίου Παύλου στη Λευκωσία, περιοχή Άγιου Ανδρέα. Η κοινοπραξία το όνομα της οποίας αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής αποτελείται από τρεις και όχι δύο εταιρείες, όπως δε διαφαίνεται μέσα από την ένορκο δήλωση του κ. Ανδρονίκου (παρ. 4) η εν λόγω κοινοπραξία ουδεμία σχέση έχει με το έργο που εκτελείτο στο σημείο όπου η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε, αφού συστάθηκε για την υποβολή προσφοράς και κατασκευή του φράγματος στην περιοχή Κανναβιού της επαρχίας Πάφου. Από την άλλη, η κοινοπραξία CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE είναι κοινοπραξία που αποτελείται από δύο εταιρείες και υπέγραψε δημόσια σύμβαση με την Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση του έργου «Βελτίωση των Λεωφ. Ηρώων, Αγίου Παύλου και άλλων οδών στον Άγιο Δομέτιο και Λευκωσία». Η κοινοπραξία το όνομα της οποίας αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα ενεγράφη στις 31.7.00 και σήμερα είναι διαγραμμένη. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον την ημέρα του ισχυριζόμενου ατυχήματος της αιτήτριας (7.8.09) ή/και της καταχώρησης της παρούσας αγωγής (29.1.10) η εν λόγω κοινοπραξία ήταν εγγεγραμμένη. Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, αυτό που ξεκάθαρα προκύπτει από τον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου που δόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, είναι ότι η κοινοπραξία που εξουσιοδότησε το δικηγορικό γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. να εμφανιστεί εκ μέρους της στην παρούσα αγωγή είναι η κοινοπραξία CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE και όχι η κοινοπραξία AEGEK-CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE. Περαιτέρω, καίτοι η καθ' ης η αίτηση 1 πράγματι αρνείται στην Υπεράσπιση της τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η εναγομένη 1 αποτελεί σύμπραξη δύο εταιρειών που ασχολούνται με κατασκευαστικά έργα μεταξύ των οποίων και το έργο της διαμόρφωσης της Λεωφόρου Αγίου Παύλου, πουθενά στην Υπεράσπιση δεν αναφέρει ξεκάθαρα ότι η καθ' ης η αίτηση 1 αποτελεί κοινοπραξία που συστάθηκε για έτερο έργο της Δημοκρατίας. Μάλιστα η καθ' ης η αίτηση 1 επέδωσε Ειδοποίηση Συνεναγόμενου προς τον εναγόμενο 2, καθώς και Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου προς το Δήμο Λευκωσίας αξιώνοντας από τα εν λόγω πρόσωπα συνεισφορά και/ή κάλυψη σε περίπτωση που ήθελε επιδικασθούν αποζημιώσεις εναντίον της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, επικαλούμενη τους ισχυρισμούς που παρέθεσα πιο πάνω. Υπό το φως των γεγονότων της υπόθεσης, κρίνω ότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχε στο μυαλό της CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE ότι η αιτήτρια είχε πρόθεση να την ενάγει και ότι αυτή ήταν το πρόσωπο που σχετιζόταν με την υπόθεση αυτή. Δεν θεωρώ ότι ένα λογικό πρόσωπο διαβάζοντας το κλητήριο ένταλμα θα είχε ποτέ αμφιβολία ότι η αγωγή αναφέρεται στην κοινοπραξία CYBARCO-IACOVOU JV που ήταν η κοινοπραξία που είχε αναλάβει, συνάπτοντας σχετική δημόσια σύμβαση, τη διεκπεραίωση του έργου που περιλάμβανε ή/και ήταν πλησίον του σημείου του πεζοδρομίου στο οποίο η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε. Προφανώς και η ίδια η κοινοπραξία σαφώς και αμέσως αντιλήφθηκε τούτο, εξ ου και ο κ. Ανδρέας Χαραλάμπους υπέγραψε τον σχετικό Τύπο Διορισμού Δικηγόρου θέτοντας κάτω από το όνομα και την υπογραφή του τη σφραγίδα της εν λόγω κοινοπραξίας («CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE»). Το αυτό προκύπτει και από τα περαιτέρω διαβήματα που η καθ' ης η αίτηση 1 έλαβε στην υπόθεση αυτή, επιδίδοντας Ειδοποίηση Συνεναγόμενου προς τον εναγόμενο 2 και Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου στο Δήμο Λευκωσίας, καθώς και από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που έγιναν προς υποστήριξη των αιτήσεων για άδεια έκδοσης Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου και για ανταλλαγή δικογράφων με τον τριτοδιάδικο. Τα εν λόγω διαβήματα δεν θα αναμένετο να ληφθούν από πρόσωπο που πίστευε ότι η αγωγή εστράφη εναντίον του εντελώς εσφαλμένα. Το δε γεγονός ότι υπήρχε κάποτε ή ακόμα και την ημέρα καταχώρησης της αγωγής κάποια κοινοπραξία με το όνομα AEGEK-CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξή μου ούτε και να αποπροσανατολίσει από την ουσία του πράγματος, εφόσον η κοινοπραξία αυτή, όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία ουδεμία σχέση έχει με τα υπό εκδίκαση ζητήματα, και, πιο σημαντικά, η κοινοπραξία CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE αμέσως αντιλήφθηκε ότι αυτήν αφορούσε η αγωγή, όπως προκύπτει τόσο από την εκ μέρους της εξουσιοδότηση δικηγόρου για να την υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή όσο και από τα μετέπειτα διαβήματα που λήφθηκαν στα πλαίσια αυτής. Καταλήγω συνεπώς ότι αυτό που συνέβη στην παρούσα υπόθεση είναι ένα απλό σφάλμα περί το όνομα του διαδίκου (misnomer) και ότι η παρούσα αίτηση στη διόρθωση του σφάλματος αυτού είναι που αποβλέπει και όχι στην προσθήκη νέου διαδίκου. Με την ως άνω κατάληξη μου δεδομένη, στρέφω την προσοχή μου στους λοιπούς λόγους ένστασης της καθ' ης η αίτηση 1 με αρ. 5 έως
  2. Η αίτηση τροποποίησης υποβλήθηκε από την αιτήτρια μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Όπως αναφέρθηκε στα πλαίσια της «εισαγωγής» πιο πάνω, έχει ήδη περατωθεί η κυρίως εξέταση της αιτήτριας και η διαδικασία βρίσκεται στο στάδιο της αντεξέτασης της αιτήτριας από το συνήγορο της εναγομένης 1, στάδιο το οποίο δεν ολοκληρώθηκε ενόψει της υποβολής της υπό κρίση αίτησης. Αρχίζοντας από τη θέση της καθ' ης η αίτηση 1 ότι υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως, επισημαίνω ότι αναμφίβολα προκύπτει, ως σταθερή αρχή της νομολογίας, ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αποτελεί παράγοντα σχετικό, όχι, όμως, εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, αν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Όπως υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις Πολ. Εφ. 137/2013 και 138/2013, IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., ημερ. 20.3.2014, η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας αναφέρθηκε στα πλαίσια της «νομικής πτυχής», ανωτέρω, υπάρχει, δε, σημειώνω, πλήρης ταύτιση επί του θέματος με την αρχή της αγγλικής νομολογίας, όπως αυτή διατυπώθηκε από το δικαστή Denning στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757, η οποία επικροτήθηκε υπόθεση Nicolaides ν. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, αλλά και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χριστοδούλου (ανωτέρω): «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Περαιτέρω, στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) ν. Τ.Μ.Ρ. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στη σελ. 432 το Δικαστήριο αναφερόμενο στο θέμα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης αποφάσισε ότι η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης και ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Νικολάου, ανωτέρω (σελ. 1009) και Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138, 2147. Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, και νοουμένου ότι, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 53 «η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας», σημειώνω ότι δεν μπορώ να συμφωνήσω με το συνήγορο της καθ' ης η αίτηση 1 ότι η αιτήτρια έπρεπε να είχε αντιληφθεί ότι η καθ' ης η αίτηση 1 ουδέποτε διεξήγαγε εργασίες στη Λεωφόρο Αγίου Παύλου από της καταχωρήσεως της Υπεράσπισης της, ήτοι στις 21.1.11, επειδή η εναγομένη 1 αρνήθηκε τον ισχυρισμό της ενάγουσας στην παρ. 2 της έκθεσης απαίτησης της, αναφορά στο περιεχόμενο της οποίας έκανα πιο πάνω. Επαναλαμβάνω ότι αν και πράγματι υπήρξε άρνηση της εν λόγω παραγράφου από την καθ' ης η αίτηση 1, δεν περιέχεται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης της θετικός ισχυρισμός ότι η κοινοπραξία το όνομα της οποίας φαίνεται στον τίτλο της αγωγής αποτελείται από τρία και όχι δύο μέλη, ή ότι διεξήγαγε εργασίες σε έργο άσχετο με τη Λεωφόρο Παύλου, κάτι που αν είχε ρητώς δικογραφηθεί όντως θα έπρεπε να είχε θέσει την αιτήτρια σε εγρήγορση από τότε. Περαιτέρω δε, λαμβάνοντας υπόψη και τους λοιπούς, διαζευκτικούς έστω, ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση 1, περί παράδοσης του έργου και περί περάτωσης των εργασιών από την ίδια κατά ή περί το Μάιο του 2009, αλλά και περί διεξαγωγής έργων από τρίτα πρόσωπα στο σημείο όπου έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό και εκτός των ορίων του εργοταξίου της, κρίνω ότι εύλογα η αιτήτρια δεν αντιλήφθηκε με την καταχώρηση της Υπεράσπισης της καθ' ης η αίτηση 1 ότι θέση της τελευταίας ήταν ότι η αγωγή εγέρθηκε εναντίον λανθασμένου διαδίκου ή ότι το όνομα της είχε αναγραφεί λανθασμένα, το δε συναφές επιχείρημα ότι η αιτήτρια επέδειξε μια περιφρονητική και υπεροπτική συμπεριφορά έναντι του Δικαστηρίου αλλά και έναντι των εγγράφων προτάσεων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ομοίως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό για τους λόγους που προανέφερα, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν τις μετέπειτα ενέργειες της καθ' ης η αίτηση 1 με την έκδοση Ειδοποιήσεων Συνεναγόμενου και Τριτοδιαδίκου, από τους οποίους αξιώνει συνεισφορά ή κάλυψη. Στη δικάσιμο ημερ. 2.11.16, και στο στάδιο της αντεξέτασης της αιτήτριας από τον συνήγορο της καθ' ης η αίτηση 1, παρουσιάστηκε στην αιτήτρια αντίγραφο από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με τα στοιχεία της κοινοπραξίας που φαίνεται στον υφιστάμενο τίτλο της αγωγής το οποίο έγινε Τεκμήριο 5, στο περιεχόμενο του οποίου αναφορά έκανα πιο πάνω. Αποφεύγω συνειδητά και για λόγους ευνόητους να σχολιάσω ή να αξιολογήσω καθ' οιονδήποτε τρόπο τα όσα η αιτήτρια ανέφερε αντεξεταζόμενη όταν της παρουσιάστηκε το εν λόγω έγγραφο, δεδομένου ότι η αξιοπιστία της αιτήτριας θα αξιολογηθεί σφαιρικά στο τελικό στάδιο της παρούσας υπόθεσης. Αυτό πάντως που μπορεί να λεχθεί είναι ότι αντεξετασθείσα ανέφερε ότι την είχαν πληροφορήσει από το Τμήμα Δημοσίων Έργων ότι το έργο γινόταν από τις εταιρείες Cybarco και Iacovou και ότι της έδωσαν «το όνομα» εναντίον του οποίου κατέθεσε την αγωγή. Θέση της αιτήτριας είναι ότι από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι και λίγα λεπτά πριν την έναρξη της αντεξέτασης της στις 22.11.16 ούτε ο δικηγόρος της ούτε η ίδια είχαν πληροφόρηση περί της ορθότητας του ονόματος της καθ' ης η αίτηση 1. Ζητήθηκε αναβολή της εν λόγω δικασίμου και στις 29.11.16 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Πράγματι με την τροπή που πήρε η αντεξέταση της αιτήτριας στη δικάσιμο της 2.11.16 έπρεπε να την είχε προβληματίσει από εκείνη την ημέρα το κατά πόσον ο τίτλος της αγωγής της έχρηζε διόρθωσης, αφού ευθέως πλέον της υποβλήθηκε η θέση ότι η αγωγή στρέφεται εναντίον προσώπου που δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Παρά ταύτα, δεδομένου ότι στα πλαίσια της αντεξέτασης της αιτήτριας δεν της παρουσιάστηκε το έγγραφο που επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρονίκου στο οποίο φαίνονται τα στοιχεία της κοινοπραξίας «CYBARCO-IACOVOU JV», η θέση που προβάλλει στην ένορκο δήλωση της που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ότι, δηλαδή, δεν γνώριζε το ορθό όνομα της καθ' ης η αίτηση 1 πριν τις 22.11.16 δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και με δεδομένο ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής έχει ήδη αρχίσει, κρίση μου είναι ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης (μεταξύ της 2.11.16 και της 29.11.16 οπότε και υποβλήθηκε η αίτηση), η οποία, όμως, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε υπέρμετρη ούτε και εντελώς αδικαιολόγητη, εφόσον η αιτήτρια έλαβε γνώση περί του ορθού ονόματος της καθ' ης η αίτηση 1 στις 22.11.16. Προχωρώντας να εξετάσω το κατά πόσον η παρούσα αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα, επισημαίνω κατ' αρχάς ότι η καθ' ης η αίτηση 1 δεν ήγειρε ως λόγο ένστασης τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια υποβάλλει την παρούσα αίτηση κακόπιστα (Δ.48 Θ.4
(1), Σοφοκλέους ν. Τεβελούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825), και επομένως θεωρώ ότι δεν μπορεί να εγείρει τέτοιο θέμα. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, σημειώνω ότι κρίση μου είναι ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι η αιτήτρια υποβάλλοντας την παρούσα αίτηση ενεργεί κακόπιστα. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κώστας Παφίτης (ανωτέρω) «για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα». Δεν υπάρχει, θεωρώ, στην παρούσα περίπτωση μαρτυρία από την οποία να εξάγεται συμπέρασμα και μάλιστα αβίαστα ότι η αίτηση τροποποίησης υποβάλλεται κακόπιστα. Το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε το όνομα του προσώπου που της έδωσε την πληροφόρηση περί του ονόματος του εργολάβου που ανέλαβε το έργο στη Λεωφόρο Αγίου Παύλου δεν μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα ως ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση 1 εισηγείται στην αγόρευση του (παρ. 31 και 32). Ομοίως δεν αποτελεί απόδειξη κακοπιστίας το γεγονός ότι η αιτήτρια δεν υπέβαλε το αίτημα της αμέσως μετά τη δικάσιμο της 2.11.16 (ισχυρισμός που εγείρεται στην παρ. 27 της αγόρευσης του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση 1), αλλά 27 ημέρες μετά, αφού «το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία» (Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817), ακόμη και αν η καθυστέρηση αυτή οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια (Κώστας Παφίτης, ανωτέρω). Ούτε, τέλος, το γεγονός ότι η αιτήτρια καταχώρησε αίτηση τροποποίησης του τίτλου της αγωγής και όχι αίτηση για προσθήκη διαδίκου καταδεικνύει την ύπαρξη αλλότριων συμφερόντων από μέρους της αιτήτριας ως ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση 1 εισηγείται στην αγόρευση του (παρ. 44, 48 και 49). Ειδικότερα όσον αφορά τη θέση της καθ' ης η αίτηση 1 ότι η αιτήτρια επιχειρεί την αποφυγή των θεμάτων που θα προκύψουν λόγω της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της εναντίον του νέου νομικού προσώπου που επιθυμεί να προσαγάγει στη δικαιοσύνη, εννοώντας προφανώς την CYBARCO-IACOVOU JV, με δεδομένη την κατάληξη μου ότι η παρούσα περίπτωση αφορά σε απλό σφάλμα στην περιγραφή διαδίκου (misnomer), αρκεί να γίνει παραπομπή στην απόφαση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς, ανωτέρω, στην οποία επισημάνθηκε ότι, όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Davies, ανωτέρω, ο κανόνας της υπόθεσης Mabro v. Eagle Star and British Dominions Insurance Co. Ltd [1932] 1 K.B. 485[6] αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer), όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Εν τέλει κρίση μου είναι ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται από την αιτήτρια καλόπιστα και στα πλαίσια μιας γνήσιας προσπάθειας διόρθωσης του ονόματος της καθ' ης η αίτηση 1 στον τίτλο της αγωγής. Επιπλέον, δεν μπορώ να συμφωνήσω με το συνήγορο της καθ΄ ης η αίτηση 1 ότι η αιτήτρια όφειλε πριν την έγερση της αγωγής να πληροφορηθεί περί του εργολάβου που ανέλαβε το έργο από την Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Αυτό ήταν βέβαια μία επιλογή, πλην, όμως, για να πράξει τούτο η αιτήτρια θα έπρεπε είτε να γνωρίζει τον χρόνο κατακύρωσης του συγκεκριμένου έργου (οπότε και θα ανέτρεχε στα τεύχη της Επίσημης Εφημερίδας πλησίον της ημερομηνίας εκείνης), είτε να διαβάσει όλα τα τεύχη της Επίσημης Εφημερίδας που εκδόθηκαν πριν την 7.8.09 (οπότε και έλαβε χώραν το ισχυριζόμενο ατύχημα), μέχρι να εντοπίσει τη δημοσίευση της κατακύρωσης του έργου. Θεωρώ ότι η επιλογή της αιτήτριας να πληροφορηθεί περί της ταυτότητας του εργολάβου του επίδικου έργου από το Τμήμα Δημοσίων Έργων, του αντισυμβαλλόμενου δηλαδή του εργολάβου εναντίον του οποίου επιθυμούσε να στραφεί, δεν ήταν παράλογη, ούτε και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενεργώντας με τον τρόπο αυτή η αιτήτρια δεν διεξήγαγε «εύλογη έρευνα» για να πληροφορηθεί το όνομα του εργολάβου που ανέλαβε την διεκπεραίωση του έργου ως η θέση της καθ' ης η αίτηση 1. Ακόμη όμως, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε λόγω αμέλειας ή/και λάθους της αιτήτριας η οποία μπορούσε να εντοπίσει ενωρίτερα το σφάλμα στον τίτλο της αγωγής ή και να μην το διέπραττε εξ αρχής, σημειώνω ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η τροποποίηση δυνατό να επιτραπεί, ακόμη και αν αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Στην υπόθεση Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, λέχθησαν τα εξής: «... it is well settled that as a rule of conduct, however negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side, and there is no injustice if the other side can be compensated by costs.» Η πιο πάνω προσέγγιση είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένη με την αγγλική νομολογία. Το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Easton v. Ford Motor Co Ltd [1993] 4 All E.R. όπου συζητήθηκε εκτενώς η σύγχρονη πρακτική στο θέμα των τροποποιήσεων δικογράφων παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cropper v. Smith [1884] 26 Ch.D. 700, 710-711: «. I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Federal Bank, ανωτέρω (σελ. 52), στην ίδια δε γραμμή είναι και τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 622 στα σχόλια για το αγγλικό O.28 r.1 που αντιστοιχεί στη δική μας Δ.25 Θ.1, κάτω από τον τίτλο «General Principles. When Leave to Amend should be Given». Στρεφόμενη λοιπόν στον ισχυρισμό της καθ' ης η αίτηση 1 περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτήν σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, σημειώνω κατ' αρχάς ότι είναι καθαρό από τη νομολογία, ότι «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση 1 ότι εάν η αιτούμενη τροποποίηση ήθελε επιτραπεί, η καθ' ης η αίτηση 1 (εννοώντας την AEGEK-CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE) θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα κληθεί να αναλάβει τις υποχρεώσεις ενός άλλου νομικού προσώπου (της CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE) χωρίς να έχει την παραμικρή εμπλοκή στο έργο ή/και στον ισχυριζόμενο τραυματισμό της αιτήτριας. Με δεδομένη την κατάληξη μου ότι η αναγραφή του ονόματος AEGEK-CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE στον τίτλο της αγωγής ανάγεται σε misnomer, με την CYBARCO-IACOVOU JOINT VENTURE να έχει εξ αρχής αντιληφθεί ότι εναντίον εκείνης είναι που στρέφεται η παρούσα αγωγή για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η σχετική θέση της καθ' ης η αίτηση 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Είναι περαιτέρω η θέση του κ. Ανδρονίκου στην παρ. 21 της ένορκης του δήλωσης ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του συνεταιρισμού CYBARCO-IACOVOU JV αφού θα του αποστερήσει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του όπως θα ήθελε ή μέσω των δικηγόρων που αυτό θα επιθυμούσε, ο δε συνήγορος της καθ' ης η αίτηση αναφέρει στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης ότι το γραφείο Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. δεν έχει εξουσιοδότηση να εκπροσωπεί την CYBARCO-IACOVOU JV και δεν λαμβάνει οδηγίες από την εν λόγω εταιρεία (παρ. 47). Με δεδομένο ότι, όπως καταμαρτυρείται από τον Τύπο Διορισμού Δικηγόρου που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ο συνεταιρισμός CYBARCO-IACOVOU JV είναι που εξουσιοδότησε τη δικηγορική εταιρεία Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., οι πιο πάνω θέσεις της καθ' ης η αίτηση 1 δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.1.10 και η ανησυχία του Δικαστηρίου σε σχέση με τις τυχόν επιπτώσεις από την έγκριση του αιτήματος, είναι δεδομένη, προφανώς δε αυτή θα προκαλέσει καθυστέρηση στη συνέχιση της διαδικασίας. Έχω, όμως, την άποψη ότι η όποια καθυστέρηση θα προκύψει λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα αφού όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank (ανωτέρω), «εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά . ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. . εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση.». Στην παρούσα υπόθεση και με δεδομένο ότι η ακρόαση της παρούσας αγωγής έχει μόλις πρόσφατα αρχίσει η καθυστέρηση που θα προκληθεί ένεκα της τροποποίησης δεν θα ήταν ικανή, κατά την κρίση μου, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση 1 για γρήγορη διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της, κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος. Ούτε η ίδια η καθ' ης η αίτηση 1 ισχυρίζεται άλλωστε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου ότι αν και η ακρόαση της αγωγής έχει ήδη αρχίσει, στο εδώλιο βρίσκεται ακόμη η αιτήτρια - ενάγουσα που είναι και η πρώτη μάρτυρας που δίδει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, με την αντεξέταση της από την καθ' ης η αίτηση 1 να μην έχει ακόμη ολοκληρωθεί, συνεπώς ούτε και από αυτή τη σκοπιά τυχόν έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση 1. Συνεπώς κρίση μου είναι ότι με την έγκριση της παρούσας αίτησης, η καθ' ης η αίτηση 1 δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εντός της έννοιας της νομολογίας. Σταθμίζοντας, λοιπόν, κάθε σχετικό παράγοντα, και ιδιαίτερα την απουσία κακοπιστίας από πλευράς της αιτήτριας στην υποβολή της αίτησης καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει καταδειχθεί ότι τα δικαιώματα της καθ' ης η αίτηση 1 θα πληγούν ανεπανόρθωτα από την έγκριση του αιτήματος και κατά τρόπο που η όποια ζημιά της δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν την κατάληξη μου ως προς το ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιζητείται η διόρθωση λάθους περί του ονόματος της καθ' ης η αίτηση 1 (misnomer) και όχι η προσθήκη νέου διαδίκου, κρίνω ότι η έγκριση της αίτησης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, ούτως ώστε στον τίτλο της αγωγής να αποτυπώνονται ορθώς τα ονόματα των διαδίκων, και με απώτερο πάντα στόχο την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση της ενάγουσας-αιτήτριας ημερ. 29.11.16 εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της αίτησης. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθούν εντός 3 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος, η σύνταξη του οποίου να ζητηθεί εντός 2 ημερών από σήμερα. Υπερασπίσεις των εναγομένων 1 και 2 στο τροποποιηθέν Κλητήριο Ένταλμα να καταχωρηθούν και να επιδοθούν εντός 5 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου Κλητηρίου Εντάλματος και Έκθεσης Απαίτησης. Η εναγομένη 1, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της Υπεράσπισης της να καταχωρήσει και να επιδώσει Τροποποιημένη Ειδοποίηση Συνεναγομένου, Τροποποιημένη Ειδοποίηση Τριτοδιαδίκου και Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης εναντίον Τριτοδιαδίκου. Ο Τριτοδιάδικος να καταχωρήσει και να επιδώσει Τροποποιημένη Υπεράσπιση εντός 3 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης εναντίον του. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 1 και εναντίον της ενάγουσας. Όλα τα έξοδα που θα προκύψουν λόγω της τροποποίησης (thrown away), επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και του τριτοδιαδίκου και εναντίον της ενάγουσας. Τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που θα προκύψουν ένεκα της τροποποίησης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.1.10, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.14. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005. [3] Η μετάφραση έγινε στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ.1608. [4] Η μετάφραση έγινε στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς, ανωτέρω. [5] «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» [6] Στην οποία αποφασίστηκε ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να επιτρέψουν την προσθήκη διαδίκου ή βάσης αγωγής αν η προσθήκη θα ανατρέψει την υπεράσπιση που προβλέπεται από τον περί Παραγραφής Νόμο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.