Joint Stock Company Nordstar Tower κ.α. ν. Riverstretch Trading & Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5997/2016, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A98 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5997/2016 Μεταξύ:
- Joint Stock Company Nordstar Tower από την Μόσχα
- Blazhko Maxim Evgenievitch από την Μόσχα Ενάγοντες και
- Riverstretch Trading & Investments Ltd από την Αντισθένους 10, 3086 Λεμεσός
- Λάμπρος Σωτηρίου από την Αντισθένους 10, 3086 Λεμεσός
- Μ Kyprianou Fiduciaries(Cyprus) Limited από Αγίας Ελένης 2, Λευκωσία Εναγόμενοι Αίτηση ημερ.27/12/16 για την έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων και Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου. Για τους Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: Μ. Κυπριανού και Α. Λύτρας για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Αιτούμενες Θεραπείες Με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που οι Ενάγοντες κατεχώρησαν στις 27/12/16 επιζητούν τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Δήλωση ότι η Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 20/6/16 που συνήφθη μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της PJSC Rosneft Oil Company αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την PJSC Sberbank δυνάμει των δανειακών συμβάσεων αρ.4422 ημερ.7/10/11 και αρ.4485 ημερ. 18/6/13 που κατ΄ισχυρισμόν εκχωρήθηκαν από την εν λόγω τράπεζα στην Εναγόμενη 1 είναι άκυρη ως προϊόν δόλιου σχεδιασμού των Εναγομένων μετά τρίτων αγνώστων με σκοπό να επιφέρει ζημιά στην Ενάγουσα. Β. Δήλωση ότι οι Εναγόμενοι μαζί με τρίτα άγνωστα πρόσωπα έχουν δόλια συνωμοτήσει κατά το 2015-2016 να επιφέρουν την πτώχευση και/ ή διάλυση της Ενάγουσας ώστε να καρπωθούν παράνομα και/ ή να αποφύγουν να πληρώσουν σε αυτή τα ενοίκια που η PJSC Rosneft Oil Company οφείλει δυνάμει συμβάσεων ενοικίασης. Γ. Δήλωση ότι τα ποσά που κατατέθηκαν στο όνομα της Εναγόμενης 1 από την PJSC Rosneft Oil Company ανήκουν στην Ενάγουσα. Δ. Απόδοση λογαριασμού από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα σε σχέση με την πιο πάνω κατάθεση χρημάτων. Ε. Αποζημιώσεις εναντίον της Εναγομένης 1 για παρέμβαση σε συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και/ή του Ενάγοντα 2 από τη μια πλευρά και της PJSC Sberbank από την άλλη. ΣΤ. Αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων για πρόκληση ζημιάς για αναδιάρθρωση των πιο πάνω δανειακών συμβάσεων στην Ενάγουσα συνεπεία αποστέρησης του ελέγχου του Nordstar Tower. Z. Διάταγμα ότι τα έγγραφα που έχουν καταρτισθεί από την Εναγόμενη 1 με τρίτους για προώθηση της δόλιας συνωμοσίας που αναφέρεται ανωτέρω είναι άκυρα. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου κατεχωρήθη μονομερής Αίτηση με την οποία οι Ενάγοντες επιζητούν την έκδοση των ακολούθων Διαταγμάτων: · Διατάγματα αποκάλυψης Norwich Pharmacal για σωρεία πληροφοριών αναφορικά με έγγραφα (Αιτητικά 3, 4 & 5), · Διάταγμα Φίμωσης (Gagging Order)(Αιτητικό 12) · Προσωρινά διατάγματα που να απαγορεύουν στην Εναγόμενη 1 να εισπράττει οποιαδήποτε ποσά χρημάτων από την PJSC Rosneft Oil Company τα οποία οφείλονται στην Ενάγουσα ως ενοίκια δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών ενοικίασης και οποιαδήποτε ποσά δυνάμει της κατ΄ισχυρισμό συμφωνίας εγγύησης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της PJSC Rosneft Oil Company αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την PJSC Sberbank δυνάμει των πιο πάνω δανειακών συμβάσεων που κατ΄ισχυρισμόν εκχωρήθηκαν από την PJSC Sberbank στην Εναγομένη 1 (Αιτητικά 1 & 2) · Προσωρινά Διατάγματα με τα οποία απαγορεύεται η ενεργοποίηση διαφόρων εξασφαλίσεων της Ενάγουσας όπως υποθήκης και η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, ενεχύρων και προσωπικών εγγυήσεων (Αιτητικά 6, 7, 8 & 9) · Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να προβεί σε περαιτέρω εκχώρηση του χρέους της Ενάγουσας δυνάμει των πιο πάνω δανειακών συμβάσεων (Αιτητικό 10). Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα
- Το περιεχόμενο αυτής μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Διάδικοι[1] Η Ενάγουσα είναι Ρωσική Εταιρεία ιδιοκτήτρια, μεταξύ άλλων, του επιχειρηματικού κέντρου Business Center Nordstar Tower (εφεξής BCNT). Η κύρια ενασχόληση της είναι η εξασφάλιση εισοδήματος από ενοίκια από ψηλής ποιότητας ακίνητα. O Ενάγοντας 2 είναι ο ουσιαστικός δικαιούχος της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία και ο Εναγόμενος 2 ο μοναδικός της Διευθυντής ενώ η Εναγόμενη 3 είναι εταιρεία που εδρεύει στη Λευκωσία και η Γραμματέας της Εναγόμενης 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πρώτη χρηματοδότηση του BCNT[2] Το 2006 η PJSC Sberbank (εφεξής Sberbank), ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα στη Ρωσία, παραχώρησε στην Ενάγουσα την πρώτη δανειακή διευκόλυνση για την ανέγερση και λειτουργία του BCNT ενώ το 2007 παραχώρησε και δεύτερη δανειακή διευκόλυνση. Η κρίση του 2008-2009 - Αναδιάρθρωση δανείων με Sberbank[3] Ως αποτέλεσμα των συνεπειών της κρίσης του 2008- 2009 στη Ρωσία ο Όμιλος των Εναγόντων υπέστη απώλειες και προβλήματα ρευστότητας γεγονός που κατέστησε αναγκαία την επιδίωξη αναδιάρθρωσης των δανείων τους με την Sberbank. Δεύτερη Χρηματοδότηση του BCNT[4] Το 2011 οι Ενάγοντες ήλθαν σε συμφωνία με την Sberbank σύμφωνα με την οποία εξασφάλισαν περαιτέρω χρηματικές διευκολύνσεις (Δανειακή Σύμβαση 4422 ημερ.7/10/11). Το 2013 και αφού υπήρξε ανάνηψη από την οικονομική κρίση δόθηκε στην Ενάγουσα πρόσθετο δάνειο από την Sberbank (Σύμβαση δανείου 4485 ημερ. 18/6/13). Μέχρι την κρίση του 2014 η Ενάγουσα εξυπηρετούσε τα πιο πάνω δάνεια. Η Οικονομική Κρίση του 2014[5] Λόγω της αύξησης της ισοτιμίας Δολ. ΗΠΑ έναντι των Ρωσικών Ρουβλίων και των συνεπειών που προκάλεσε εντός του 2014 (καθυστερήσεις ή μη πληρωμές από αριθμό ενοικιαστών και στη συνέχεια μειώσεις ενοικίων και μείωση ρευστότητας στο BCNT) καταρτίστηκαν μεταξύ των Εναγόντων και της Sberbank δύο συμπληρωματικές συμφωνίες για μεταφορά αποπληρωμής δόσεων του 2014 εντός του
- Επιπλέον κατέστη αναγκαία νέα αναδιάρθρωση των δανείων των Εναγόντων. Νέα προσπάθεια αναδιάρθρωσης των δανείων[6] Εντός του 2015 και αφού μεσολάβησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των Εναγόντων και της Sberbank οι δύο πλευρές κατέληξαν σε τελική συμφωνία σχετικά με τους όρους αναδιάρθρωσης των δανείων. Σύμφωνα με αυτή θα γινόταν αναδιάρθρωση των υφισταμένων δανειακών διευκολύνσεων ενώ θα συμμετείχε η θυγατρική της Sberbank SMBA στο κεφάλαιο της Ενάγουσας αποκτώντας το 100% της ιδιοκτησίας της Ενάγουσας και παραχωρώντας στην Ενάγουσα το δικαίωμα επαναγοράς των εν λόγω μετοχών. Η αναπάντεχη εκχώρηση[7] Ενώ προγραμματίζετο η υπογραφή της τελικής συμφωνίας στην οποία είχαν καταλήξει η Ενάγουσα με την Sberbank το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου 2015 εντελώς αναπάντεχα στις 14/1/16 η Sberbank έστειλε στην Ενάγουσα ειδοποίηση εκχώρησης των δικαιωμάτων της από τα δάνεια 4422 και 4485 στην Εναγόμενη 1 αναφέροντας ότι η συμφωνία εκχώρησης είχε υπογραφεί στις 28/12/15 χωρίς να επισυνάπτει αντίγραφο αυτής (Τεκμήρια 3 & 3Β). Παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της Ενάγουσας για εξασφάλιση αντιγράφου της συμφωνίας εκχώρησης μέχρι σήμερα η Sberbank παραλείπει να δώσει αυτή την πληροφόρηση. Στο αίτημα της Ενάγουσας να της δοθεί αντίγραφο της συμπληρωματικών συμφωνιών αναφορικά με τις δανειακές συμβάσεις 4422 & 4485 η Sberbank την πληροφόρησε ότι τα εν λόγω έγγραφα είχαν δοθεί στην Εναγόμενη 1 που ήταν πλέον ο νέος πιστωτής στον οποίον θα έπρεπε να αποτείνεται από τούδε και στο εξής (Τεκμήρια 6Α & 86Β). Στις 15/1/16 η Εναγόμενη 1 έστειλε ειδοποίηση στην Ενάγουσα στην οποία την πληροφορούσε ότι είχε αποκτήσει μέσω εκχωρήσεως τα δικαιώματα της Sberbank στις πιο πάνω δανειακές συμβάσεις χωρίς να επισυνάπτει οποιαδήποτε υποστηρικτικά έγγραφα (Τεκμήρια 4 & 4Α). Σε επιστολή της ημερ. 10/2/16 πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι τα έγγραφα δεν θα της δοθούν (Τεκμήριο 7). Παρά δε τα σχετικά αιτήματα της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 δεν υπήρχε οποιαδήποτε απάντηση. Ένεκα της άρνησης για αποκάλυψη του αντιγράφου της συμφωνίας εκχώρησης και των συμπληρωματικών συμφωνιών ο εντοπισμός του δικαιούχου της εκχώρησης κατέστη αδύνατος με συνέπεια να μην είναι επίσης δυνατή για τους Ενάγοντες, λόγω των κανονισμών ελέγχου συναλλάγματος, η πληρωμή δυνάμει των δανειακών συμβάσεων. PJSC Rosneft oil company[8] O πλέον σημαντικός ενοικιαστής του BCNT ήταν η ρωσική εταιρεία PJSC Rosneft oil company (εφεξής Rosneft). Τα ενοίκια που κατέβαλε συνέτειναν στην ύπαρξη από πλευράς Εναγόντων της αναγκαίας για σκοπούς αποπληρωμής των δανείων ρευστότητας αλλά και της συντήρησης του BCNT. Ένεκα της υποτίμησης του ρωσικού ρουβλιού τον Σεπτέμβριο του 2015 η Rosneft υπέβαλε στην Ενάγουσα αριθμό προτάσεων συμπεριλαμβανομένων και μείωσης των ενοικίων τις οποίες η Ενάγουσα την πληροφόρησε πως θα διαπραγματευόταν νοουμένου πως θα προηγείτο η καταβολή των καθυστερημένων ενοικίων κάτι που δεν έγινε. Οι καθυστερήσεις αυτές οδήγησαν την Ενάγουσα να καταχωρήσει αγωγές στο κρατικό διαιτητικό δικαστήριο της Μόσχας. Η Rosneft σταμάτησε τελικώς την πληρωμή ενοικίων για όλες τις συμβάσεις ενοικίασης από την 1/7/
- Μετά από αυτό το γεγονός στις 25/7/16 η Εναγόμενη 1 απαίτησε από την Ενάγουσα την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων δυνάμει των δανειακών συμβάσεων 4422 &
- Διαδικασίες Διάλυσης[9] Η παράλειψη της Rosneft να πληρώνει τακτικά και/ή καθόλου τα ενοίκια προκάλεσε στους Ενάγοντες μείωση ρευστότητας με συνέπεια να καταχωρηθεί στις 10/10/16 διαδικασία διάλυσης εναντίον της Ενάγουσας. Μέχρι δε στιγμής τρείς πιστωτές της Ενάγουσας προωθούν εναντίον της τη διαδικασία διάλυσης. Περαιτέρω η Ρωσική Τράπεζα Otkrytie Fc Bank έχει καταχωρήσει αίτηση πτώχευσης εναντίον της Ενάγουσας ισχυριζόμενη την ύπαρξη συμφωνίας εκχώρησης σε αυτή μέρους των δικαιωμάτων της Εναγόμενης 1 που απέκτησε από την Sberbank χωρίς προηγουμένως να έχουν ενημερωθεί οι Ενάγοντες. Η εγγύηση από τη Rosneft προς την Εναγόμενη 1[10] Η Rosneft με επιστολή της ημερ. 19/7/16 ειδοποίησε την Ενάγουσα ότι υπέγραψε συμφωνία εγγύησης ημερ. 29/6/16 με την οποία η Rosneft ανέλαβε υποχρεώσεις εγγυητή των δανειακών συμβάσεων 4422 και 4485 προς την Εναγόμενη
- Η Sberbank δεν είχε προηγουμένως ζητήσει περαιτέρω εγγυήσεις για τα δάνεια της Εναγουσας ούτε και η Εναγόμενη 1 για τα εκχωρηθέντα δάνεια. Περαιτέρω στην ένορκη του δήλωση αναφέρονται από τον Ενάγοντα 2 και τα ακόλουθα: ü Υπάρχουν δημοσιεύματα σε κύρια επιχειρηματική Ρωσική Εφημερίδα τα οποία εισηγούνται στενή και/ή ιδιοκτησιακή σχέση μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Rosneft. ü Είναι προφανές ότι κάποιος έχει παρέμβει προς την Sberbank για να προκαλέσει κατάρρευση της συμφωνίας για αναδιάρθρωση των δανείων της Ενάγουσας. ü Είναι προφανές ότι η παράλειψη της Rosneft να καταβάλει τα ενοίκια της προς την Ενάγουσα ήτο σκόπιμη για να οδηγήσει την Ενάγουσα σε ανικανότητα αποπληρωμής των δόσεων. ü Mε βάση δημοσιεύματα η Rosneft είναι ο νέος ιδιοκτήτης του BCNT. ü Δεν μπορεί να παραγνωριστεί η κίνηση της Rosneft να εγγυηθεί τις δανειακές υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 ώστε να αποστερήσει από την Ενάγουσα από ρευστότητα. Σε χρονικό στάδιο που η Rosneft δεν πλήρωνε τα οφειλόμενα προς στους Ενάγοντες ενοίκια είχε πληρώσει δυνάμει της σύμβασης εγγύησης την Εναγομένη 1 έναντι των δανείων συνολικά 1.517.999.929.64 ρούβλια. Τα πιο πάνω οδηγούν, κατά τη θέση του Ενάγοντα 2, σε ύπαρξη σχεδίου που στοχεύει στον επηρεασμό των Εναγόντων από την ικανότητα να αποπληρώσουν τα δάνεια τους και να τεθούν υπό διάλυση αποστερούμενοι του BCNT. Σε αυτό το σχέδιο η Εναγόμενη 1 παίζει κεντρικό ρόλο μαζί με τους Εναγόμενους 2 &
- Χωρίς τα αιτούμενα στοιχεία οι Ενάγοντες δεν μπορούν να αποφασίσουν κατά πόσο η Sberbank, Otkrytie Fc Bank ή Rosneft ή άλλοι είναι μέρος του σχεδίου ή είχαν κατά κάποιο τρόπο τύχει εκμετάλλευσης από άλλα άγνωστα, προς το παρόν, άτομα και παρασύρθηκαν άθελα τους να συμμετάσχουν[11]. Ένσταση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία βασίζεται στην ίδια νομική βάση όπως και η Αίτηση και στην οποίαν ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: · Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι το κατάλληλο forum για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. · Δεν έχει καταδειχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/
- · Με την έκδοση διατάγματος φίμωσης παραβιάζεται το δικαίωμα των Καθ΄ ων σε δίκαιη δίκη. · Δεν ικανοποιείται στο στοιχείο του κατεπείγοντος αναφορικά με τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς αλλά και των διαταγμάτων που δεν εκδόθηκαν σε μονομερή βάση. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων αποκάλυψης αφού: i. Δεν έχει καταδειχθεί ότι συντελέστηκε αδικοπραξία εναντίον των Αιτητών. ii. Οι Αιτητές κατέχουν μεγάλο όγκο πληροφοριών ώστε να τους επιτρέπεται να καταχωρήσουν αγωγή κατά των ισχυριζόμενων αδικοπραγήσαντων και/ή έχουν ήδη καταχωρήσει αγωγή με την οποία επιζητούν και ουσιαστικές θεραπείες. iii. Δεν έχει καταδειχθεί ότι δεν υπάρχει δυνατότητα εξασφάλισης των αιτουμένων πληροφοριών με άλλο τρόπο ήτοι μέσω των διαδικασιών που εκκρεμούν στη Ρωσία. iv. Οι Αιτητές δύνανται να κλητεύσουν στο πλαίσιο της αγωγής που κατεχώρησαν ως μάρτυρες τα πρόσωπα που επιθυμούν και μέσω αυτών να αντλήσουν περαιτέρω πληροφορίες και/ή μαρτυρία. v. Δεν επεξηγείται επαρκώς γιατί επιζητούνται οι αιτούμενες πληροφορίες. vi. Δεν αναφέρεται ποιος από τους Καθ΄ ων η Αίτηση θα πρέπει να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες και τα αιτητικά των παραγράφων 3 και 4 της Αίτησης είναι γενικά, ασαφή και αόριστα. vii. Το αίτημα για αποκάλυψη πληροφοριών συνιστά προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. viii. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση 2 ενεργεί ως ονομαστικός διευθυντής και η Καθ΄ ης η Αίτηση 3 ως ονομαστική γραμματέας της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και εν πάση περιπτώσει αμφότεροι δεν κατέχουν τις αιτούμενες πληροφορίες. ix. Η αποκάλυψη οποιονδήποτε πληροφοριών θα συνιστούσε παράβαση καθήκοντος εκ μέρους των Καθ΄ ων 2 και 3 και/ή παράβαση της υποχρέωσης για εχεμύθεια. · Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος φίμωσης και υπάρχει ασάφεια αναφορικά με το μέχρι πότε αυτό θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. · Το αίτημα της παραγράφου 11 της Αίτησης είναι ουσιαστικά αντιαγωγικό διάταγμα και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του. · Υπήρξε μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ των Καθ΄ ων και δεν θα ήταν δίκαιο και/ή εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 ο οποίος δηλώνει ονομαστικός διευθυντής (nominee director) της Εναγόμενης 1 από τις 9/11/15 και εκ των διευθυντών της Εναγόμενης 3 η οποία είναι ονομαστική γραμματέας της Εναγόμενης
- Οι βασικοί του ισχυρισμοί είναι οι ακόλουθοι: § Τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής αφού σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της Αίτησης όλα τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίστηκαν στη Ρωσία. § Η Sberbank και η Bank Otkrytie είναι από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ρωσίας και θεωρείται απίθανο να εμπλάκηκαν σε τέτοιου είδους συναλλαγές με σκοπό να καταδολιεύσουν τους Αιτητές. § Δεν έχει καταδειχθεί να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν αποδειχθεί οποιαδήποτε αδικοπραξία εκ μέρους των Καθ΄ ων οι Αιτητές μπορούν να αποζημιωθούν με την καταβολή χρηματικής αποζημίωσης. Αντίθετα η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ενδεχομένως να προκαλέσει ζημιά στους Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 μέσω της παραβίασης του καθήκοντος εχεμύθειας και εμπιστοσύνης που υπέχουν προς την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ενώ θα παρακωλυθούν χωρίς καλό λόγο οι εμπορικές δραστηριότητες της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 και οι οικονομικές της συναλλαγές. § Με βάση τους λεπτομερούς ισχυρισμούς που οι Αιτητές ήδη προβάλλουν οι αιτούμενες πληροφορίες δεν είναι απαραίτητες. § Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης εφόσον γεγονότα σημαντικά με βάση τους ισχυρισμούς των Αιτητών έλαβαν χώρα πολλούς μήνες πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Τέτοια ήσαν η ειδοποίηση για την ισχυριζόμενη εκχώρηση των δανείων στις 14/1/16 ως επίσης και η ειδοποίηση για την ισχυριζόμενη συμφωνία εγγύησης της Rosneft ημ. 15/7/
- Στο πλαίσιο της πιο πάνω ένορκης δήλωσης επαναλαμβάνονται και υιοθετούνται και οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται ανωτέρω. Εξέταση υπό κρίση Αίτησης Στην υπό κρίση Αίτηση επιδιώκεται η εξασφάλιση Διαταγμάτων Αποκάλυψης και διαφόρων προσωρινών Διαταγμάτων. Όπως δηλώνεται από πλευράς Αιτητών μέσω των αιτουμένων Διαταγμάτων αποκάλυψης επιδιώκεται αφενός η εξασφάλιση πληροφόρησης και μαρτυρίας από τους Εναγόμενους 1, 2 & 3 για να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός των φυσικών και νομικών προσώπων που αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στην κατ΄ισχυρισμό παράνομη πράξη του δόλιου σχεδιασμού και τα οποία πρόσωπα συνιστούν τους πιθανούς Εναγόμενους. Αφετέρου δε επιδιώκεται η διασφάλιση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων και/η μη ενεργοποίηση διαφόρων εξασφαλίσεων τα οποία κατά τους Ενάγοντες αποτελούν τον στόχο του κατ΄ισχυρισμόν δόλιου σχεδίου. Νομική Πτυχή Τα Διατάγματα Αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων αποτελούν θεραπεία η οποία εμπίπτει στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και καθιερώθηκαν νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R 1274. Οι αρχές που διατυπώθηκαν από τις εν λόγω αποφάσεις έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί σε σειρά αποφάσεων των δικών μας Δικαστηρίων όπου υπεδείχθη πως για σκοπούς έκδοσης τέτοιας φύσεως Διαταγμάτων θα πρέπει να πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60 όσο και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις όπως αυτές καθορίστηκαν από τη σχετική Αγγλική νομολογία. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[12]. Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.[13] Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το Άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[14]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[15]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[16]. Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Avila Management Services Ltd v. Frantisek Stepanek κ.α
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν στη διάπλαση του Κοινοδικαίου μέσω της συνεχούς εξέλιξης του, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της Επιείκειας, και της προσαρμογής του στις εκάστοτε απαιτήσεις των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Οι βασικές αρχές που διέπουν τα εν λόγω Διατάγματα όπως εξελικτικά διαμορφώθηκαν διατυπώθηκαν στην πιο πάνω απόφαση ως ακολούθως: ð Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. ð Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal (ανωτέρω), η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 W.L.R. 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. ð Περαιτέρω,στην Ashworth Hospital Authority v. MG [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. ð Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (MercantileGroup (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). ð Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R.511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- "[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued."[17] Επισημαίνεται πως οι πιο πάνω προϋποθέσεις εξετάζονται υπό το πρίσμα και κάτω από τις δύο προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Nikitin and others ν. Richards Butler LLP and others
(2007)All E.R. (D) 129 (Feb) αναφέρθηκε ότι είναι αναγκαίο για τον αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται με το διάταγμα τύπου Norwich ήταν ζωτικής σημασίας στην έγερση της Αγωγής ή για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του αιτητή και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Η θεραπεία η οποία επιζητείται με την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που αφορούν απάτη και δόλο. Στην υπόθεση Re Bernard L Madoff Investment Securities LLC
(2009)EWHC 442 (Ch.) το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος όπως οι πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Η νομική αρχή της Νorwich Pharmacal όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση[18] και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία[19]. Eφαρμογή Νομικών Αρχών στα Γεγονότα της Υπόθεσης Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση με βάση τις προϋποθέσεις που τίθενται στο ΄Αρθρο 32 του Ν.14/
- Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Σε αυτή τη βάση διαπιστώνεται ότι, με βάση το περιεχόμενο του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου εντάλματος που καταχωρήθηκε στην παρούσα υπόθεση και με βάση τις θεραπείες που επιζητούνται, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Συγκεκριμένα εγείρεται θέμα δόλιας συνωμοσίας και παρέμβασης σε συμφωνία που συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και/ή του Ενάγοντα 2 με την Sberbank. Επιζητούνται δε Δηλωτικές Αποφάσεις ότι η Συμφωνία Εγγύησης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Rosneft αναφορικά με τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Sberbank δυνάμει των δανειακών συμβάσεων αρ.4422 ημερ.7/10/11 και αρ.4485 ημερ. 18/6/13 που κατ΄ισχυρισμόν εκχωρήθηκαν από την εν λόγω τράπεζα στην Εναγόμενη 1 είναι άκυρη ως προϊόν δόλιου σχεδιασμού των Εναγομένων μετά τρίτων αγνώστων όπως και ότι οι Εναγόμενοι μαζί με τρίτα άγνωστα πρόσωπα έχουν δόλια συνωμοτήσει κατά το 2015-2016 να επιφέρουν την πτώχευση και/ή διάλυση της Ενάγουσας ώστε να καρπωθούν παράνομα και/ή να αποφύγουν να πληρώσουν σε αυτή τα ενοίκια που η Rosneft οφείλει σε αυτή δυνάμει συμβάσεων ενοικίασης. Περαιτέρω επιζητούνται αποζημιώσεις για παρέμβαση σε συμφωνία και για πρόκληση ζημιάς ως και απόδοση λογαριασμού από την Εναγόμενη 1 για ποσά που κατατέθηκαν στο όνομα της από την Rosneft τα οποία κατ' ισχυρισμόν ανήκουν στην Ενάγουσα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που θα πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και από τυχόν προφορική μαρτυρία σε περίπτωση αντεξέτασης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει ζητηθεί από οποιαδήποτε από τις αντίδικες πλευρές. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου πως στην Αγγλική απόφαση United Co Rusal plc v. HSBC Bank plc [2011] EWHC 404 (QB) αναφέρθηκε πως σε αιτήσεις αυτού του είδους δυνατόν να απαιτείται ένα υψηλότερο επίπεδο απόδειξης από αυτό της συζητήσιμης υπόθεσης Όπως λέχθηκε από τον Tugendhat J στην παρα. 52 της πιο πάνω απόφασης: "the court to be as satisfied as it can be, having regard to the limitations which an interlocutory process imposes, that factors exist which allow the court to take jurisdiction, or that the applicant has a much better argument than the defendant. That test is appropriate in Norwich Pharmacal applications". Ωστόσο στο Σύγγραμμα Documentary Evidence 12th Ed. Παρα. 4-05 εκφράστηκε η αμφιβολία κατά πόσο θα μπορούσε τέτοιο κριτήριο απόδειξης να εφαρμοστεί σε αιτήσεις Norwich Pharmacal . Παραθέτουμε τη σχετική περικοπή: "However, it is for consideration whether this statement of the test is unnecessarily restrictive in the context of Norwich Pharmacal relief. Whilst it may be appropriate to apply such a test to disputed issues of fact, it is far from clear how a test of this nature will be applied to Norwich Pharmacal applications". Στο Σύγγραμμα των Simon Bushell και Gary Milner-Moore, Disclosure of Information: Norwich Pharmacal and related principles, 2013 στην παράγραφο 7.6 με τίτλο "Possible wrongdoing - standard of proof", στη σελ. 83 διαβάζουμε τα εξής: "The question should be whether there exists an "arguable case" of wrongdoing, understood in the sense of a case that demonstrates reasonable grounds for supposing that there is wrongdoing or a real case rather than one that is merely fanciful of speculative." Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω διαφαίνεται πως η βασική θέση των Αιτητών είναι πως υπήρξε ένα παράνομο σχέδιο που στοχεύει στο να επηρεάσει την ικανότητα τους να αποπληρώσουν τα δάνεια τους και να τεθούν υπό διάλυση αποστερούμενοι των περιουσιακών τους στοιχείων και ειδικότερα του επιχειρηματικού τους κέντρου Nordstar Tower. Στο σχέδιο αυτό κεντρικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζει η Εναγόμενη 1 μαζί με τους Εναγόμενους 2 και
- Ως στοιχεία που οι Αιτητές επικαλούνται προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους για ύπαρξη και προώθηση παράνομου σχεδίου σε βάρος τους είναι, βασικά, τα ακόλουθα: i. Παρέμβαση προς την Τράπεζα Sberbank για να μην προχωρήσει σε συμφωνία αναδιάρθρωσης των δανείων της Ενάγουσας
- ii. Εξασφάλιση από την Εναγόμενη 1 της εκχώρησης των δανείων της Ενάγουσας 1 προς τη Sberbank. iii. Παράλειψη και/ή άρνηση της Rosneft να πληρώνει τα ενοίκια της προς την Ενάγουσα
- iv. Απαίτηση από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα 1 για πρόωρη αποπληρωμή των δανείων της Ενάγουσας 1 μετά που σταμάτησε η πληρωμή των οφειλόμενων από τη Rosneft ενοικίων προς την Ενάγουσα
- v. Ειδοποίηση από τη Rosneft προς την Ενάγουσα 1 ότι υπέγραψε συμφωνία εγγύησης με την οποία ανέλαβε υποχρεώσεις εγγυητή των δανειακών συμβάσεων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε απαίτηση της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα για περαιτέρω εξασφαλίσεις αναφορικά με τα εκχωρηθέντα δάνεια. vi. Καταβολή από τη Rosneft προς την Εναγόμενη 1 ποσών δυνάμει της σύμβασης εγγύησης καθ΄ ην στιγμή δεν καταβάλλονταν από τη Rosneft τα οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια προς την Ενάγουσα. vii. Εκχώρηση από την Εναγόμενη 1 μέρους του δανείου προς την Τράπεζα Bank Otkrytie. viii. Καταχώρηση από την Τράπεζα Bank Otkrytie αίτησης διάλυσης εναντίον της Ενάγουσας 1 στις 14/10/2016 επί τη βάσει της συμφωνίας εκχώρησης και δυνατότητα της ως τραπεζικό ίδρυμα να προωθεί τέτοια διαδικασία χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση δικαστικής απόφασης για το ισχυριζόμενο χρέος ως επίσης και δυνατότητα της να αναλάβει τον έλεγχο της διαδικασίας που αρχικά προωθήθηκε από άλλους πιστωτές. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2 ενώ υπάρχει γενική άρνηση των ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 εν τούτοις δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα οι πιο πάνω αναφερόμενες δοσοληψίες. Πιο συγκεκριμένα, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες: · Η Εναγόμενη 1 εξασφάλισε την εκχώρηση των δανείων της Ενάγουσας προς την Sberbank, · Η Εναγόμενη 1 εκχώρησε μέρος των δανείων αυτών στην Bank Otkrytie και · Η Rosneft εγγυήθηκε στην Εναγόμενη 1 την αποπληρωμή των πιο πάνω δανείων. Σίγουρα η γενική άρνηση των ισχυρισμών που οι Ενάγοντες προέβαλαν από τους Εναγόμενους δεν είναι ικανή να τους αντικρούσει. Θεωρώ πως η προσκομισθείσα από μέρους των Εναγόντων μαρτυρία στο σύνολο της δεικνύει την πιθανότητα διάπραξης επιλήψιμων και/ή παράνομων ενεργειών οι οποίες φαίνεται να αποσκοπούν στο δόλιο επηρεασμό και/ή αποστέρηση της περιουσίας των Εναγόντων προς όφελος των αδικοπραγούντων. Είναι δε ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμίχθηκε στην παράνομη πράξη η οποία συνιστά τη βάση της αίτησης για αποκάλυψη. Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό τις ιδιότητες των Εναγομένων 2 και
- Αυτή του διευθυντή και γραμματέα αντίστοιχα. Θεωρώ σκόπιμο εδώ να παραπέμψω στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης στην υπόθεση Αθανασίου κ.α Ροδόλφος Οντόνι Πολ. Εφ. Αρ. Ε1Ο3/14 ημερ. 2/12/14, το οποίο και υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο όπου, μεταξύ άλλων, λέχθηκε ότι «οι εφεσείοντες - εναγόμενοι 4 και 5 που είναι αξιωματούχοι της πρώτης εναγόμενης εταιρείας δεν μπορούν να θεωρηθούν ουδέτερα πρόσωπα χωρίς κάποιου είδους εμπλοκή αθώα ή μη εξ αιτίας, ακριβώς, της ιδιότητας τους ως διευθυντή και γραμματέα, αντίστοιχα, της πρώτης εναγόμενης εταιρείας που είναι ο κύριος εναγόμενος στην αγωγή». Αναγκαιότητα έκδοσης αιτουμένων διαταγμάτων Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal δύνανται να χρησιμοποιηθούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του κατ΄ισχυρισμό αδικοπραγούντα ή αδικοπραγούντων όσο και για την υποβοήθηση της ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής. Εάν οι Αιτητές έχουν ήδη αρκετά στοιχεία για να δικογραφήσουν την υπόθεση τους δεν θα εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης. Η λογική της αρχής της Norwich Pharmacal είναι ότι χωρίς τις πληροφορίες δεν θα μπορέσει να ξεκινήσει η σκοπούμενη αγωγή. Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Αrab Monetary Fund v. Hashim (Nο.5) [1992] 2 All E.R. 911 στη σελ. 915: "The principle upon which Lord Reid distinguished the identity the 'mere witness' rule was that unless the plaintiff discovered the identity of a wrongdoer, he could not commence proceedings. The reasoning of the other members of the House is the same. The Norwich Pharmacal case is no authority for imposing upon 'mixed up' third parties a general obligation to give discovery or information when the identity of the defendant is already known." Η εν λόγω αρχή επεκτάθηκε και σε περιπτώσεις όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγούντα ήταν γνωστή αλλά έλειπαν βασικές πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούσε να ξεκινήσει η αγωγή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Nikitin and Others v. Richards Butler LLP and others
(2007)All E.R. (D) 129 (Feb) είναι αναγκαίο για τον Αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται με το Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal είναι ζωτικής σημασίας στην έγερση της αγωγής ή για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του Αιτητή και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Στην υπόθεση Axa Equity & Law Life v. National Westminster Bank [1998] CLC 117 οι Ενάγοντες ήθελαν πληροφορίες για να αποφασίσουν κατά πόσο θα κινούνταν νομικά εναντίον ενός ελεγκτικού οίκου. Η αίτηση για Norwich Pharmacal απερρίφθη εναντίον της Εναγομένης Τράπεζας διότι οι Ενάγοντες ήταν σε θέση να ξεκινήσουν υπόθεση εναντίον του συγκεκριμένου ελεγκτικού οίκου καθώς είχαν ήδη αρκετές πληροφορίες και στοιχεία και, συνεπώς, εφόσον μπορούσαν να δικογραφήσουν την υπόθεση τους, δεν τύγχανε εφαρμογής η αρχή της Norwich Pharmacal. Στο Σύγγραμμα Commercial Litigation Pre-Emptive Remedies στη παρα. Α3-064 στην υποσημείωση 3 που αναφέρεται στην πιο πάνω υπόθεση διαβάζουμε τα εξής σχετικά: "....in this case the Court refused disclosure on the basis that the claimant had already made out a primα facie case against the accountancy firm they were suing and did not require Norwich Pharmacal disclosure to determine whether a case could be brought against them. The application therefore infringed the mere witness rule as the banks were compellable witnesses...." Σκοπός Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν είναι η ανίχνευση, γενικά, μαρτυρίας. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Arab Satellite Communications Organisations v. Saad Fagih & Anr
(2008)EWHC 2568 (QΒ): "Norwich Pharmacal does not give claimants general right to fish for information that will do no more than potentially assist them to identify a claim or a defendant." Όπως τονίστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Στ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Αvila Management Services Limited κ.τ.λ. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. ........ Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος........ Το Διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». (H έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επί του ζητήματος αυτού η πλευρά των Εναγόμενων διατείνεται πως οι Ενάγοντες, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της καταχώρησης της παρούσας αγωγής με την οποία επιζητούνται ουσιαστικές θεραπείες αλλά και τους ισχυρισμούς που προβάλουν στα δικόγραφα τους, φαίνεται να έχουν επαρκείς πληροφορίες με συνέπεια να μην δικαιολογείται η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. Εν προκειμένω οι βασικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 έχουν ως εξής: ü Στις 28/12/15 υπεγράφη μεταξύ της Sberbank και της Εναγόμενης 1 συμφωνία εκχώρησης της οποίας σχετική ειδοποίηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3[20]. ü Η Sberbank αρνήθηκε να δώσει στους Ενάγοντες αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης παραπέμποντας τους με την επιστολή της ημερ.8/2/16 (Τεκμήριο 6) στον νέο πιστωτή[21]. ü Η Rosneft σταμάτησε να καταβάλει προς την Ενάγουσα 1 τα ενοίκια που οφείλει. Συγκεκριμένα σταμάτησε την καταβολή οποιουδήποτε ενοικίου αναφορικά με όλες τις συμβάσεις ενοικίασης από 1/7/15.[22] ü Μετά που η Rosneft σταμάτησε να καταβάλει τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ενοίκια και συγκεκριμένα στις 25/7/16 η Εναγόμενη 1 απαίτησε από την Ενάγουσα την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων της τελευταίας. ü Στις 29/6/16 υπογράφηκε συμφωνία βάσει της οποίας η Rosneft εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη 1 αναφορικά με τις δανειακές της συμβάσεις[23] (Τεκμήρια 12 & 12Α). Η παραχώρηση εγγύησης εκ μέρους της Rosneft υποδηλοί την ύπαρξη σχεδίου το οποίο ενορχηστρώθηκε τόσο από την Rosneft όσο και από την Εναγόμενη 1 με στόχο την αποστέρηση από τους Ενάγοντες από την μια του βασικού τους εισοδήματος και από την άλλη της περιουσίας τους. ü Στις 5/9/16 υπογράφηκε συμφωνία εκχώρησης μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Bank Otkrytie και βάσει αυτής η Bank Otkrytie ξεκίνησε στις 14/10/16 πτωχευτικές διαδικασίες εναντίον της Ενάγουσας στη Ρωσία[24]. ü Η εκχώρηση που έλαβε μέρος μεταξύ της Bank Otkrytie και της Εναγόμενης 1 δεν έγινε στη βάση των συνηθισμένων τραπεζικών εργασιών και πρακτικών. Με άλλα λόγια η Bank Otkrytie δεν προσχώρησε στην εν λόγω συμφωνία είτε για να επωφεληθεί από την τιμή πώλησης αυτών των δικαιωμάτων είτε από τους τόκους των δανείων. Διαφαίνεται πως η Bank Otkrytie προσχώρησε στην εν λόγω συμφωνία εξασφαλίζοντας μέρος των δικαιωμάτων επί των δανείων απλώς για να δικαιολογήσει την υποβολή αίτησης διάλυσης της Ενάγουσας 1 και χωρίς προηγουμένως να ζητήσει την ανάκτηση του εκχωρηθέντος χρέους[25]. ü Η Rosneft ή πρόσωπα που σχετίζονται με αυτή δόλια έπαιξαν ρόλο στην κατάρρευση των προσπαθειών αναδιάρθρωσης του χρέους της Ενάγουσας 1 με την Sberbank. [26] Λαμβάνοντας υπόψη την φύση και την έκταση των πιο πάνω στοιχείων που παρατίθενται από την πλευρά των Εναγόντων και τα οποία βρίσκονται, ως διαφαίνεται, στη γνώση τους δεν έχω ικανοποιηθεί πως είναι πράγματι αναγκαία η αποκάλυψη των αιτουμένων στοιχείων και πληροφοριών υπό την έννοια ότι χωρίς την αιτούμενη αποκάλυψη θα είναι αδύνατη η δικογράφηση και στοιχειοθέτηση της υπόθεσης των Εναγόντων εναντίον των φερόμενων αδικοπραγούντων. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Nikitin and others v. Richards Butler LLP
(2007)EWHC 173 (QB) η θεραπεία που δίδεται μέσω του διατάγματος Norwich Pharmacal δεν αποσκοπεί στο να παράσχει την δυνατότητα σε θύμα μιας αδικοπραξίας να τελειοποιεί το δικόγραφο του ή να εξακριβώσει κάθε πρόσωπο που δυνατόν να έχει διαπράξει αδικοπραξία: "...I do not think this relief is intended to enable a victim of unlawful conduct to fine tune a pleading or identify every person of whatever standing who may have committed an unlawful act". Ούτε έχει επεξηγηθεί ο λόγος που οι αιτούμενες πληροφορίες δεν θα μπορούσαν να εξασφαλισθούν από άλλες πηγές. Επιπλέον να επισημάνουμε πως, όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Αvila Management Services Limited κ.τ.λ. (ανωτέρω), «Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί Διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη». Υπενθυμίζουμε επίσης ότι εάν οι αιτούμενες πληροφορίες μπορεί να προσκομισθούν από εξαναγκάσιμο μάρτυρα κατά τη διάρκεια της δίκης δεν εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης γιατί σε τέτοια περίπτωση θα παραβιάζετο το "mere witness rule'. Στη βάση όλων των πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει πως η παρούσα Αίτηση, καθόσον αφορά τα αιτούμενα Διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η εξέταση των υπολοίπων θεμάτων που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης. Αιτητικά 1 & 2 Σε ό,τι αφορά το αιτητικό 1 με το οποίο ο Αιτητές επιζητούν την έκδοση Διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να εισπράττει από την Rosneft ενοίκια σε συμφωνία με τα όσα σχετικά υποστήριξαν και οι συνήγοροι των Εναγομένων λέω πως για το ζήτημα αυτό ουδεμία αναφορά ή επεξήγηση δίδεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα
- Η μόνη αναφορά που υπάρχει είναι ο ισχυρισμός ότι κατά το χρόνο που η Rosneft πληροφορούσε τους Ενάγοντες ότι με βάση τη Σύμβαση Εγγύησης είχε πληρώσει στην Εναγόμενη 1 το ποσό που αναφέρεται στην παρα. 63 της ένορκης δήλωσης έναντι των δανειακών συμβάσεων της Ενάγουσας 1 αυτή δεν κατέβαλλε οποιαδήποτε οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια προς την Ενάγουσα
- Ακολούθως δε προβάλλεται η θέση ότι αυτή η συμπεριφορά από μέρους της Rosneft να πληρώνει την Εναγόμενη 1 ενώ υπάρχουν οφειλόμενα και καθυστερημένα ενοίκια προς την Ενάγουσα 1 συνιστά παράβαση του όρου 5.3 των Συμβάσεων Ενοικίασης το οποίο ρητά απαγορεύει τον συμψηφισμό των ενοικίων με την καταβολή πληρωμών προς την Εναγόμενη 1[27]. Δεν έχει, ωστόσο, επεξηγηθεί πως η καταβολή από την Rosneft προς την Εναγόμενη 1 οποιωνδήποτε ποσών στο πλαίσιο της σύμβασης εγγύησης συνδέεται ή έχει σχέση με τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα 1 ενοίκια, ούτε εάν η Rosneft έχει προβεί, μέσω αυτών των πληρωμών, σε οποιονδήποτε συμψηφισμό των ενοικίων που, με βάση την εκδοχή των Εναγόντων, οφείλει σε αυτούς. Πέραν των πιο πάνω εγείρεται και ζήτημα ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής ενός τέτοιου Διατάγματος με το οποίο επιδιώκεται η απαγόρευση προς την Εναγόμενη 1 να εισπράττει από την Rosneft ποσά χωρίς παράλληλα αυτό να στρέφεται και προς την κατεύθυνση της Rosneft, μιας Ρωσικής εταιρείας που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων, και ως εκ τούτου χωρίς να τίθεται απαγόρευση στη Rosneft να καταβάλει ή να εμβάζει οποιαδήποτε ποσά σε λογαριασμό της Εναγόμενης
- Το ίδιο ζήτημα βεβαίως εγείρεται και σε σχέση με το αιτητικό 2 στην υπό κρίση Αίτηση. Αιτητικό 6 Με το αιτητικό 6 επιδιώκεται η έκδοση Διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να ενεργοποιήσει τη σύμβαση υποθήκης που παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα 1 επί των συμφερόντων της στο επιχειρηματικό κέντρο Nordstar Tower και τις άλλες συμβάσεις υποθήκης που υπέγραψε η Ενάγουσα 1 σε σχέση με τις δανειακές συμβάσεις. Ωστόσο ουδεμία αναφορά γίνεται για το πιο πάνω θέμα στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2, ούτε και για την αναγκαιότητα έκδοσης ενός τέτοιου Διατάγματος. Απλώς στο τέλος της ένορκης δήλωσης προβάλλεται ο ισχυρισμός για κίνδυνο εφαρμογής υποθηκών, ενεχύρων κτλ που υφίστανται προς εξασφάλιση των δανειακών συμβάσεων χωρίς, όμως, να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία και λεπτομέρειες για τέτοιες εξασφαλίσεις[28]. Αιτητικά 7 & 8 Με τα αιτητικά 7 & 8 επιδιώκεται η έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 1 να αποξενώσει «τις ενεχυριασμένες μετοχές δυνάμει δύο συμβάσεων ενεχυρίασης που παραχώρησαν η KIRA COMPANY και η MAFILION HOLDINGS LIMITED επί των μετοχών που κατέχουν στο κεφάλαιο της ενάγουσας 1» και «τον ενεχυριασμένο εξοπλισμό του επιχειρηματικού κέντρου Nordstar Tower επί του οποίου κατέληξε να είναι δικαιούχος ενεχυρίασης που παραχώρησε η ενάγουσα 1 προς την PJSC Sberbank ως ασφάλεια των Δανειακών Συμβάσεων». Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 ουδεμία αναφορά γίνεται σχετικά με τα πιο πάνω αιτητικά, ούτε δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες είτε σε τέτοιες μετοχές είτε σε τέτοιο εξοπλισμό, οι δε εταιρείες Kira Company και η Mafilion Holdings Limited ούτε καν αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Αιτητικό 9 Με το αιτητικό 9 επιδιώκεται η έκδοση προσωρινού Διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να επιζητήσει οποιαδήποτε πληρωμή από τους εγγυητές των δανειακών συμβάσεων ήτοι της Nordstar Development LLC, του Ενάγοντα 2 και της Mafilion Holdings Limited. Ούτε και για αυτό το αιτητικό γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 ενώ πουθενά δεν προβλήθηκε ο ισχυρισμός περί της ύπαρξης των πιο πάνω αναφερόμενων εγγυητών για τις δανειακές συμβάσεις της Ενάγουσας. Αιτητικό 10 Με το αιτητικό 10 επιδιώκεται η έκδοση προσωρινού Διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 να προβεί σε περαιτέρω εκχώρηση του χρέους της Ενάγουσας δυνάμει των πιο πάνω δανειακών συμβάσεων. Ήδη έχουμε πιο πάνω αναφερθεί στην ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης επιλήψιμων και/ή παράνομων ενεργειών οι οποίες φαίνεται να αποσκοπούν στο δόλιο επηρεασμό και/ή αποστέρηση της περιουσίας των Εναγόντων προς όφελος των αδικοπραγούντων με συνέπεια να ικανοποιείται η 2η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Λαμβάνοντας δε υπόψη το ότι η Εναγόμενη 1 έχει ήδη προβεί σε μερική εκχώρηση του χρέους της Ενάγουσας στην Bank Otkrytie το ενδεχόμενο να προβεί σε περαιτέρω μερικές εκχωρήσεις δεν μπορεί να αποκλειστεί. Σε μια τέτοια περίπτωση η όλη διαδικασία ενδεχομένως να καταστεί δυσχερέστατη για σκοπούς εντοπισμού τυχόν περιουσίας που διοχετεύτηκε σε τρίτους ενώ ανήκει στην Ενάγουσα. Υπό αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι πληρείται και η 3η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνεται ότι αναμφίβολα κλίνει υπέρ των Αιτητών. Σημειώνω πως κανένας ουσιαστικός λόγος δεν προσφέρθηκε από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση ώστε να δημιουργούνται βάσιμες ανησυχίες για τυχόν βλάβη τους. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω πως το εκδοθέν μονομερώς με βάση το αιτητικό 10 διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Αιτητικό 11 Με το αιτητικό 11 επιδιώκεται η έκδοση προσωρινού Διατάγματος που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 όπως προωθεί άμεσα ή έμμεσα με οποιονδήποτε τρόπο τη διάλυση της Ενάγουσας 1 σε οποιαδήποτε διαδικασία. Εν πρώτοις επισημαίνουμε πως το πιο πάνω επιζητούμενο Διάταγμα αποτελεί είδος αντιαγωγικού διατάγματος (anti-suit injunction). Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions 6th Ed.: "An anti-suit injunction is an injunction against a person enjoining him from commencing or continuing with proceedings in a court or tribunal abroad". (H έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Κατά δεύτερο ένα αντιαγωγικό διάταγμα, παρόλο που εκδίδεται εναντίον του διάδικου και όχι εναντίον του ξένου Δικαστηρίου, εντούτοις έχει άμεση επίπτωση στο αλλοδαπό Δικαστήριο και μπορεί να θεωρηθεί από αυτό ως ακατάλληλη επέμβαση στην κυριαρχία του αλλοδαπού Δικαστηρίου. Ο σεβασμός προς τις αλλοδαπές δικαστικές διαδικασίες και η απροθυμία των δικαστηρίων να ασκείται δικαιοδοσία σε αλλοδαπούς για συμπεριφορά που έλαβε χώρα στην αλλοδαπή απαιτεί από το Δικαστήριο να επιδεικνύει σε τέτοιες περιπτώσεις ιδιαίτερη προσοχή. Η ουσία είναι πως ένεκα των σοβαρών συνεπειών και επιπτώσεων στη δικαιοδοσία άλλων κρατών, τα Δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν αιτήσεις για έκδοση διαταγμάτων τύπου anti-suit με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή και με την ανάλογη ευαισθησία και αβρότητα στις δικαστικές διαδικασίες άλλων χωρών[29]. Κατά συνέπεια αν και τέτοια διατάγματα δεν στρέφονται εναντίον ξένων Δικαστηρίων αλλά επενεργούν επί των καθ' ων η αίτηση προσωπικά το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η παρεμπόδιση της διαδικασίας στην αλλοδαπή. Στο Σύγγραμμα Commercial Injunctions, Steven Gee Q.C. Sixth Edition στην παρα. 14-004, σελ. 459 αναφέρονται τα εξής: "It is not directed at the foreign court, it does not call into question the jurisdiction of the foreign court, and it is granted under the in personam jurisdiction of a court of equity.' Τέτοιας φύσεως διατάγματα μπορούν να εκδοθούν: ð Για προστασία υφιστάμενης διαδικασίας εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου ð Σε περιπτώσεις ύπαρξης αποκλειστικού όρου για παραπομπή της διαφοράς σε συγκεκριμένη δικαιοδοσία ή σε διαιτησία ð Όπου ο εναγόμενος με την παράλληλη διαδικασία επενεργεί καταπιεστικά ή κακόπιστα Η πιο κάτω περικοπή από το πιο πάνω Σύγγραμμα[30] είναι διαφωτιστική αναφορικά με το πλαίσιο έκδοσης ενός αντιαγωγικού διατάγματος. Το παραθέτουμε: "An anti-suit injunction, although granted against the party and not the foreign court, has a direct effect on proceedings before the foreign court and may be regarded by it as an inappropriate intrusion into the sovereignty of the foreign state. Comity and judicial restraint in exercising jurisdiction over foreigners over their conduct abroad, requires the English court, in cases outside of the enforcement of clear contractual promises, to exercise caution". Το ίδιο διαφωτιστική κρίνουμε πως είναι και η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Snell's Equity 33rd Ed.: "Injunctions to restrain foreign proceedings are to be granted sparingly as they have the appearance of interfering with the process of a foreign court.603 It may be proper to grant such injunctions where the English court has jurisdiction over the respondent to the petition and an interest to protect, often where proceedings are continuing in England. If the claim is justiciable only abroad it seems unlikely that an injunction will be granted. " (H έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Airbus Industrie G.I.E. Respondents v. Patel and Others [1999] 1 A.C. 119 το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς έκδοσης ενός αντιαγωγικού διατάγματος είναι κατά πόσο η υπό κρίση δικαστική διαδικασία αφορά και σχετίζεται επαρκώς με το Κυπριακό Δικαστήριο πέραν από το γεγονός ότι ο Εναγόμενος υπόκειται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Παραθέτουμε την ακόλουθη περικοπή από τη σελίδα 134: "..the first and crucial question which arises in the present case is whether the English court will grant an anti-suit injunction in circumstances where there is no relevant connection between the English jurisdiction and the proceedings in question other than that the defendants, who are resident in this country, are subject to the jurisdiction and so can effectively be restrained by an injunction granted by an English court". (H έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Και στη σελίδα 138: "As a general rule, before an anti-suit injunction can properly be granted by an English court to restrain a person from pursuing proceedings in a foreign jurisdiction in cases of the kind under consideration in the present case, comity requires that the English forum should have a sufficient interest in, or connection with, the matter in question to justify the indirect interference with the foreign court which an anti-suit injunction entails". (H έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπό εξέταση περίπτωση με βάση τα όσα καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 ευρίσκονται σε εξέλιξη ενώπιον δικαστηρίου στη Ρωσία διαδικασία διάλυσης της Ενάγουσας 1 η οποία είναι Ρωσική εταιρεία. Επισημαίνεται δε πως η εν λόγω διαδικασία δεν έχει προωθηθεί από μέρους της Εναγόμενης 1 αλλά από μέρους τριών πιστωτών της Ενάγουσας και στη συνέχεια ενεπλάκη και η Ρωσική Τράπεζα Bank Otkrytie. Είναι προφανές, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, πως η εν λόγω διαδικασία διάλυσης η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη στη Ρωσία δεν σχετίζεται, ούτε συνδέεται με δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επιπλέον στη βάση των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 2 δεν έχει επεξηγηθεί με οποιονδήποτε τρόπο η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ενώ δεν έγινε επίκληση της ύπαρξης οποιασδήποτε των προϋποθέσεων που δικαιολογούν την έκδοση τέτοιας φύσεως διατάγματος. Αιτητικό 12- Διάταγμα Φίμωσης (gagging order) Το Διάταγμα φίμωσης είναι διάταγμα επικουρικής φύσεως και εκδίδεται για να προσδώσει αποτελεσματικότητα στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης. Ως θέμα δε συνήθους πρακτικής αιτήσεις για διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal συνοδεύονται από διατάγματα φίμωσης που στοχεύουν στην εξασφάλιση αποκλειστικών στοιχείων ή για αποτροπή κινδύνου μετακίνησης ή καταστροφής στοιχείων και στη βάση του οποίου απαγορεύεται στον Καθ΄ου η Αίτηση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να πληροφορήσει οποιονδήποτε για την ύπαρξη του διατάγματος ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον Ενάγοντα να εξετάσει το υλικό που του δόθηκε[31]. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων αποκάλυψης είναι αναπόφευκτο πως το εκδοθέν Διάταγμα φίμωσης θα πρέπει να ακυρωθεί. Κατάληξη Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση καθόσον αφορά τα αιτητικά 1-9 & 11 απορρίπτεται ενώ το εκδοθέν Διάταγμα φίμωσης ημερ.29/12/16 ακυρώνεται. Το εκδοθέν μονομερώς με βάση το αιτητικό 10 Διάταγμα οριστικοποιείται μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση της αγωγής. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων της παρούσας Αίτησης δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγή. Ενόψει του πιο πάνω αποτελέσματος τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ....................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε παρα. 6-9 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [2] Δέστε παρα. 11-15 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [3] Δέστε παρα. 16-18 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [4] Δέστε παρα 19-21 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [5] Δέστε παρα. 22-26 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [6] Δέστε παρα. 27-34 της Ε/Δ του ενάγοντα
- [7] Δέστε παρα.35-46 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [8] Δέστε παρα. 48-55 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [9] Δέστε παρα. 56-58 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [10] Δέστε παρα. 59-64 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [11] Δέστε παρα. 68 της Ε/Δ του Ενάγοντα
- [12] Δέστε Demades Overseas v. Studio Ma.st Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 799 και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [13]Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [14] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [15] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802. [16] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [17] Σε μετάφραση: «(
- i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
- ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» [18] Δέστε ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042. [19] Δέστε CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241. [20] Δέστε παρα.36 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. [21] Δέστε παρα. 40 & 41 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. [22] Δέστε παρα. 52 & 53 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. [23] Δέστε παρα. 59, 60 & 61 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. Συγκεκριμένα στην παρα.61 αναφέρεται:"Therefore the volunteering by Rosneft to offer guarantee to Defendant1 suggests the existence of a scheme orchestrated by the two of them aiming to the depriving of the Claimants of their major income of the one hand and of their property on the other." [24] Δέστε παρα.57 & 58 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. [25] Δέστε παρα. 66 της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. ".the relevant agreement between the said bank and Defendant 1 was not entered into on the basis of normal banking practice and business....Bank Otkrytie appears to have acquired part of the rights under the Loan agreements 4422 and 4485 simply to justify an application to make the Claimant 1 bankrupt in a more quick proceeding taking into consideration the Russian law provisions described in paragraph 58 above." [26] Δέστε παρα. 67(
- a)της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 2. (" ..Rosneft or persons affiliated to it fraudulently and malevolently played a role in ruining the Claimant 1; s reconstruction deal with Sberbank"). [27] Δέστε παρα. 63 του Ενάγοντα 2: "......Rosneft advised the Claimants by the abovementioned letters that under the surety agreement Rosneft had paid to Defendant 1 a total of approximately Rubles 1.517.999.929,64 for accrued interest under the Loans 4422 and 4485 and this happened at a time when Rosneft did not pay to the Claimants any rents due and overdue under the Rosneft Lease Agreements. This Rosneft behavior to pay Defendant 1 although there are pending overdue rents payable to Claimant 1 is in direct violation of clause 5.3 of the Rosneft Lease Agreements (part of Exhibit 9 and 9A) which explicitly prohibits to set off rental payments by making payments to defendant 1." [28] Δέστε παρ. 72 (
- c)του Ενάγοντα 2: "The urgency to deal ex parte is self- evident a........ b....... c. The risk of enforcement of mortgages, pledges etc that serve as securities for the loan agreements d. ............." [29] Δέστε το Σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη σελ.184. [30] Δέστε παρα. 14-020, σελ.477. [31] Στην υπόθεση Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α. Πολ. Εφ. 182/12 & 184/12, ημερ. 18/1/16 επισημάνθηκε πως εκ πρώτης όψεως είναι μάταιο να εκδοθεί διάταγμα φίμωσης εναντίον προσώπου χωρίς προηγουμένως να έχει εκδοθεί διάταγμα αποκάλυψης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο