← Κύπρος

XANCON CONSTRUCTIONS LTD ν. UNIPLANT LTD, Αρ. Αγωγής: 2893/09, 21/2/2017

XANCON CONSTRUCTIONS LTD ν. UNIPLANT LTD, Αρ. Αγωγής: 2893/09, 21/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2893/09 Μεταξύ: XANCON CONSTRUCTIONS LTD Εναγόντων - και - UNIPLANT LTD Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 21 Φεβρουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Kαθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ματθαίου Χριστάκης. Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Γεωργιάδου Δέσποινα-Μαρία. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Στις 15.5.2009, οι υπό τον ως άνω τίτλο ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή με γενικώς οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με βάση τις πρόνοιες της Διαταγής 2, θεσμός
  2. Οι αξιούμενες, με τη γενική οπισθογράφηση, θεραπείες, είναι οι ακόλουθες: «(Α) Γενικές Αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου τους, από τους Εναγόμενους και/ή για παράβαση σύμβασης, ημ. 17/2/
  3. (Β) Ειδικές Αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου τους, από τους Εναγομένου και/ή για παράβαση σύμβασης, ημ. 17/2/
  4. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως παραδώσουν τον εκσκαφέα (Digger Loader), με αριθμούς εγγραφής DAF875, στους Ενάγοντες. (Δ) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου, ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε υπαναχώρηση από την εν λόγω σύμβαση, ημ. 17/2/2009, λόγω μη συμμόρφωσης, εκ μέρους των Εναγομένων, προς τους όρους της σύμβασης, ημ. 17/2/
  5. (E) Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου, ότι η συμφωνία που έγινε, κατά ή περί την 17/2/2009, μεταξύ των διαδίκων, για επιδιόρθωση του εκσκαφέα (Digger Loader), με αριθμούς εγγραφής DAF 875, ακυρώθηκε υπαιτιότητι των Εναγομένων, λόγω μη συμμόρφωσης, εκ μέρους των, προς τους όρους της σύμβασης, ημ. 17/2/
  6. (ΣΤ) Τιμωρητικές ή/και Παραδειγματικές ή/και Επαυξημένες Αποζημιώσεις, προκύπτουσες ως εκ της συμπεριφοράς των Εναγομένων. (Ζ) Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ή/και Διαταγή το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει. (Η) Τόκον Νόμιμον. (Θ) Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.» Μονομερής αίτηση για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος Την ίδια ημέρα και δη στις 15.5.2009, πάντα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση με την οποία επιδίωξαν και εν τέλει επέτυχαν την έκδοση (μονομερώς) του ακόλουθου διατάγματος: «Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίον να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως παραδώσουν άμεσα τον εκσκαφέα (Digger Loader), με αριθμούς εγγραφής DAF 875, στους Ενάγοντες, μέσω του Διευθυντή τους, κου Ανδρέα Ξιψιτή.» Οι εναγόμενοι, δεν αποδέχθηκαν όπως το εκδοθέν, μονομερώς, διάταγμα καταστεί απόλυτο και καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης στη συνέχιση της ισχύος του. Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης, ακολούθησε η ακρόαση της αίτησης, και ως αποτέλεσμα, εκδόθηκε σχετική απόφαση του Δικαστηρίου, στις 18.6.
  7. Με τη ρηθείσα απόφαση του, το Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση και κατά ακολουθία ακύρωσε και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα επί το ότι, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του, (περιλαμβανομένης πλέον και της μαρτυρίας των εναγομένων), δεν καταδείχθηκε το κατεπείγον του ζητήματος, με αποτέλεσμα να κριθεί ότι, λανθασμένα εκδόθηκε το διάταγμα μονομερώς. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του, το Δικαστήριο, στα πλαίσια της ρηθείσας απόφασης του, καταπιάνεται και με άλλους λόγους ένστασης. Ένας εξ αυτών, ήταν και ο λόγος ένστασης των εναγομένων, ο οποίος βασιζόταν επί της θέσης τους ότι, ο τρόπος με τον οποίο ήλθε στην κατοχή τους ο εκσκαφέας των εναγόντων, και οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν κατά την επιδιόρθωση του, χρησιμοποιώντας δικά τους ανταλλακτικά και αναλώνοντας συγκεκριμένες εργατοώρες, ήταν τέτοιες, που δικαιολογείτο η άσκηση, από πλευράς των εναγομένων, του δικαιώματος επίσχεσης (lien) επί του εν λόγω εκσκαφέα. Το Δικαστήριο, σε σχέση με το μόλις πιο πάνω λόγο ένστασης των εναγομένων, προέβη, στην τελευταία σελίδα της απόφασης του, στην εξής αναφορά: «Αναφέρω στο σημείο αυτό ότι η θέση του συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ότι η καθ' ης η αίτηση έχει δικαίωμα επίσχεσης του επίδικου αντικειμένου με βρίσκει σύμφωνη και υποστηρίζεται από τη Νομολογία. Παραπέμπω στην υπόθεση Green v. All Motors, Ltd

(1917)1 K.B. 625, Tappenden v. Artus
(1963)3 All E.R. 213 και παραπέμπω επίσης και στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England 5η Έκδοση, Τεύχος 68 παράγρ. 801 και επόμενες. Διαδικασία Αγωγής μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Μετά την έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα στις 21.1.2011, καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, των εναγόντων. Στο μεσοδιάστημα, και συγκεκριμένα την 1.3.2010, οι ενάγοντες, κατέβαλαν προς τους εναγόμενους, με επιφύλαξη όλων των δικαιωμάτων τους, το συνολικό χρηματικό ποσό των €5.388,61σ. και παρέλαβαν από αυτούς τον εκσκαφέα. Στην έκθεση απαίτησης τους, οι ενάγοντες, ως αξιούμενες θεραπείες, αναφέρουν τις ακόλουθες: «Α. Γενικές Αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση περιουσιακού στοιχείου των Εναγόντων και/ή του εκσκαφέα (Digger Loader) με αριθμό εγγραφής DAF875 και/ή για παράβαση σύμβασης ημερομηνίας 17.2.2009. Β. Ειδικές αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση του εκσκαφέα (Digger Loader) με αριθμό εγγραφής DAF875 και/ή για παράβαση σύμβασης διαφόρων εργασιών ύψους €40.000.-. Γ. Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €3.000.- ως η παράγραφος 17 ανωτέρω. Δ. Διάταγμα και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερομηνίας 17.2.2009 μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκε και/ή ακυρώθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα των Εναγομένων. Ε. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή αυξημένες αποζημιώσεις. Στ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ζ. Έξοδα και Φ.Π.Α. (αρ. 00644029R).» Οι εναγόμενοι στις 29.9.2011, καταχώρισαν την υπεράσπιση τους, στην οποία, ως μέρος διαφόρων προδικαστικών ενστάσεων, αναφέρουν και τις ακόλουθες: «1. Η Εναγόμενη εγείρει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: (Α) Η Αγωγή και/ή το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και/ή η Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής θα πρέπει να απορριφθούν και/ή παραμερισθούν και/ή ακυρωθούν, χωρίς να εξετασθούν στην ουσία τους και/ή το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να χορηγήσει και/ή η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος να της χορηγηθεί οποιαδήποτε από τις θεραπείες του δικαιώματος να της χορηγηθεί οποιαδήποτε από τις θεραπείες υπό στοιχεία (Α) έως (Θ) της Οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή υπό στοιχεία Α. έως Ζ. της παραγράφου 19 της Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής, για τους ακόλουθους, ανεξάρτητους μεταξύ τους, λόγους: (
  1. i)H Eνάγουσα, με την Έκθεση Απαίτησης της ημερομηνίας 26/1/2011, αιτείται από το Δικαστήριο ουσιωδώς διαφορετικές θεραπείες από τις αιτούμενες στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 15/5/2009 και ως εκ τούτου δεν δικαιούται στη χορήγηση των θεραπειών που ζητεί στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης, λόγω του ότι οι θεραπείες αυτές μεταβάλλουν ουσιωδώς τη βάση της Αγωγής. (
  2. ii)Η Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε εύλογη και/ή λογική αιτία αγωγής και/ή η αγωγή είναι αβάσιμη και/ή επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. (iii) Δεδομένου ότι η Εναγόμενη είχε προβεί, με δικά της έξοδα, στην τοποθέτηση ανταλλακτικών και/ή εξαρτημάτων στον επίδικο εκσκαφέα και γενικά είχε επιβαρυνθεί με εργατικά για την επιδιόρθωση του επίδικου εκσκαφέα, είχε δικαίωμα επίσχεσης και/ή νόμιμης κατακράτησης του εκσκαφέα μέχρις ότου η Ενάγουσα της πληρώσει την αξία των ανταλλακτικών, των εργατικών και γενικά των υπηρεσιών που προσέφερε στην Ενάγουσα σε σχέση με τον επίδικο εκσκαφέα. Επομένως, εφόσον η Ενάγουσα αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πληρώσει στην Ενάγουσα τα εν λόγω οφειλόμενα ποσά, δεν δικαιούται να αξιώνει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για τη ζημιά και/ή απώλεια που τυχόν υπέστη κατά τη διάρκεια της νόμιμης κατακράτησης του εκσκαφέα από την Εναγόμενη. (
  3. iv)....... (
  4. v)....... (Β) Όσον αφορά, ειδικότερα, τη θεραπεία 19.Γ. της Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής (επιστροφή του ποσού των €3.000,00), το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να τη χορηγήσει και/ή η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος να της χορηγηθεί, διότι το οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας προέκυψε πολύ μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, αφού η Ενάγουσα, ζητεί την επιστροφή €3.000,00 ως μέρος του ποσού των €5.388,61 που κατέβαλε στην Εναγόμενη την 1/3/2010, δηλαδή 9 ½ μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (15/5/2009). (Γ) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να επιδικάσει και/η η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος όπως επιδικασθεί προς όφελος της οποιοδήποτε ποσό ως ειδικές αποζημιώσεις, διότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τις ειδικές ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη η Ενάγουσα.» Η υπό εξέταση αίτηση Στις 16.11.2016, και αφού στο μεταξύ οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει ότι κάποιες από τις εγειρόμενες προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων, αφορούν σε αμιγώς νομικά ζητήματα, και ότι τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται προκύπτουν αβίαστα από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, καταχωρήθηκε, από πλευράς των εναγομένων, με τη σύμφωνη γνώμη και των εναγόντων, αίτηση με την οποία επιζητούνται οι πιο κάτω αναφερόμενες θεραπείες (στο εξής «η αίτηση»): «(Ι) Διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου, όπως εξεταστούν και/ή εκδικαστούν και αποφασιστούν προκαταρκτικά, στο παρόν στάδιο και πριν τη συνέχιση της εκδίκασης της ουσίας της πιο πάνω Αγωγής και/ή πριν από τη λήψη οποιασδήποτε περαιτέρω μαρτυρίας, τα Νομικά Σημεία, τα οποία εγείρονται και/ή προκύπτουν και/ή απορρέουν από την Υπεράσπιση της Εναγομένης και το φάκελο του Δικαστηρίου και καταγράφονται στην κατωτέρω Θεραπεία ΙΙ, της παρούσας Αίτησης. (ΙΙ) Διάταγμα ή/και απόφαση του Δικαστηρίου, με το οποίο να απορρίπτεται η πιο πάνω Αγωγή της Ενάγουσας ή/και να αποφασίζεται ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται ή/και κωλύεται να προωθήσει την παρούσα Αγωγή, στη βάση των ακολούθως νομικών σημείων ή οποιωνδήποτε από αυτά, τα οποία εγείρονται και/ή προκύπτουν και/ή απορρέουν από την Υπεράσπιση της Εναγομένης και το φάκελο του Δικαστηρίου: (Α) Η Αγωγή και/ή το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα και/ή η Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής θα πρέπει να απορριφθούν και/ή παραμερισθούν και/ή ακυρωθούν, χωρίς να εξετασθούν στην ουσία τους και/ή το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να χορηγήσει και/ή η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος να της χορηγηθεί οποιαδήποτε από τις θεραπείες υπό στοιχεία (Α) έως (Θ) της Οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή υπό στοιχεία Α έως Ζ της παραγράφου 19 της Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής, για τους ακόλουθους, ανεξάρτητους μεταξύ τους, λόγους: 1) H Ενάγουσα, με την Έκθεση Απαίτησής της ημερομηνίας 26/1/2011, αιτείται από το Δικαστήριο ουσιωδώς διαφορετικές θεραπείες από τις αιτούμενες στο Γενικό Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ημερομ. 15/5/2009 και ως εκ τούτου δεν δικαιούται στη χορήγηση των θεραπειών που ζητεί στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης, λόγω του ότι οι θεραπείες αυτές μεταβάλλουν ουσιωδώς τη βάση της Αγωγής. 2) Η Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε εύλογη και/ή λογική αιτία αγωγής και/ή η αγωγή είναι αβάσιμη και/ή επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. 3) Δεδομένου ότι η Εναγομένη είχε προβεί, με δικά της έξοδα, στην τοποθέτηση ανταλλακτικών και/ή εξαρτημάτων στον επίδικο εκσκαφέα και γενικά είχε επιβαρυνθεί με εργατικά για την επιδιόρθωση του επίδικου εκσκαφέα, είχε δικαίωμα επίσχεσης και/ή νόμιμης κατακράτησης του εκσκαφέα, μέχρις ότου η Ενάγουσα της πληρώσει την αξία των ανταλλακτικών, των εργατικών και γενικά των υπηρεσιών που προσέφερε στην Ενάγουσα, σε σχέση με τον επίδικο εκσκαφέα. Επομένως, εφόσον η Ενάγουσα αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πληρώσει στην Ενάγουσα τα εν λόγω οφειλόμενα ποσά, δεν δικαιούται να αξιώνει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για τη ζημιά και/ή απώλεια που τυχόν υπέστη κατά την διάρκεια της νόμιμης κατακράτησης του εκσκαφέα από την Εναγόμενη. 4) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να επιδικάσει ή/και η Ενάγουσα κωλύεται (estopped) ή/και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, από μέρους της, να αξιώνει ή να προωθεί αξιώσεις για οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό ζημιές τις οποίες υπέστη η Ενάγουσα, λόγω της κατακράτησης από την Εναγόμενη του επίδικου μηχανήματος, εν όψει του ότι το Δικαστήριο, με απόφασή του, η οποία εκδόθηκε στις 18.6.2009 στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης της Ενάγουσας στην παρούσα Αγωγή, αποδέχτηκε την πιο πάνω θέση της Εναγόμενης και συνεπώς το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί τελεσίδικα ότι η Εναγόμενη είχε δικαίωμα επίσχεσης, εύρημα το οποίο δεν έχει εφεσιβληθεί από την Ενάγουσα και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και τα μέρη της παρούσας Αγωγής.» (Β) Όσον αφορά, ειδικότερα, τη θεραπεία 19.Γ. της Έκθεσης Απαίτησης της Αγωγής (επιστροφή του ποσού των €3.000,00), το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να τη χορηγήσει και/ή η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος να της χορηγηθεί, διότι το οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας προέκυψε πολύ μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, αφού η Ενάγουσα, ζητεί την επιστροφή €3.000,00 ως μέρος του ποσού των €5.388,61 που κατέβαλε στην Εναγομένη την 1/3/2010, δηλαδή 9 ½ μήνες μετά την καταχώρηση της παρούσης αγωγής (15/5/2009). (Γ) Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να επιδικάσει και/ή η Ενάγουσα στερείται του δικαιώματος όπως επιδικασθεί προς όφελος της οποιοδήποτε ποσό ως ειδικές αποζημιώσεις, διότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν περιέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τις ειδικές ζημιές που κατ' ισχυρισμό υπέστη η Ενάγουσα. Η αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικό Κανονισμό Δ.2θ. 1, Δ.19, Δ.20, Δ.27 θ.1,2 & 3, Δ.29 και Δ.48 θ.2, 3 & 9, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 70, 106 και 128, στον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο του 1994 (Ν.10(Ι)/1994), άρθρα 46, 47
(1)(α), 48, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος Νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό εξέταση αίτηση, αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Θεοδώρας Παπακυριακού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, στην ένορκη δήλωση της, η κυρία Παπακυριακού, επαναλαμβάνει, πλην όμως με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, καθώς επίσης και με διάφορες παραπομπές στο περιεχόμενο της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 18.6.2009, τις θέσεις των εναγομένων, ως τούτες προκύπτουν από το λεκτικό των αιτούμενων, υπό στοιχεία ΙΙ(Α), (Β) και (Γ) διαταγμάτων της υπό εξέταση αίτησης. Οι ενάγοντες, στις 5.12.2016, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης, στην αίτηση (στο εξής «η ένσταση»). Ως λόγους ένστασης, επί του κυρίως σώματος της, αναφέρουν τους ακόλουθους: «Α. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό (ΙΙ) (Α) 1234, Β και Γ του αιτητικού της αίτησης. Β. Η αίτηση καταχωρήθηκε μόλις την 16.11.2016 μετά την καταχώρηση αποκάλυψης εγγράφων από αμφότερους τους διαδίκους και την καταχώρηση από πλευράς Εναγομένων / Αιτητών ειδοποίησης προσαγωγής εγγράφων, του ορισμού της υπόθεσης για ακρόαση και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Γ. Οι Εναγόμενοι / Αιτητές ουδέποτε αιτήθηκαν την παροχή λεπτομερειών σχετικά με τις αιτούμενες αποζημιώσεις των παραγράφων 17 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης. Δ. Στην υπεράσπιση των Εναγομένων / Αιτητών δεν υπάρχει προδικαστική ένσταση ότι η απόφαση ημερομηνίας 18.6.2009 στο ότι οι Εναγόμενοι έχουν δικαίωμα επίσχεσης του επίδικου αντικειμένου δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και οδηγεί στην απόρριψη των θεραπειών της παραγράφου 19 Α και Β της Έκθεσης Απαίτησης και περαιτέρω συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Ε. Με την απόφαση ημερομηνίας 18.6.2009 απορρίφθηκε η αίτηση ημερομηνίας 15.5.2009, η ακρόαση της οποίας διεξήχθη στη βάση ενόρκων δηλώσεων μόνο και χωρίς αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, και ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.5.2009 για άλλο λόγο από αυτό του δικαιώματος επίσχεσης, ήτοι για το λόγο της μη αποκάλυψης γεγονότων. Στ. Αν εμποδιστούν οι Ενάγοντες να παρουσιάσουν την υπόθεση τους θα οδηγήσει σε κατάφορη αδικία σε βάρος τους και περαιτέρω δεν θα τους δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσουν την υπόθεση τους όπως αυτοί επιθυμούν. Ζ. Οι αιτούμενες με την παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης θεραπείες δεν συνιστούν σε καμιά περίπτωση νέα βάση αγωγής, ούτε έρχονται σε σύγκρουση με το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο. Η. Οι προβαλλόμενες προδικαστικές ενστάσεις σε καμιά περίπτωση μπορούν να αποκλείσουν τους Εναγόμενους να παρουσιάσουν την υπόθεση τους όπως αυτοί επιθυμούν. Θ. Η νομική βάση της αίτησης στο βαθμό που στηρίζεται στις αναφερόμενες διατάξεις του Κεφ. 149 και του Ν.10(Ι)/94 δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.» H ένσταση, βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.19, Δ.20, Δ.27 Θ.1 και 3 και 48 Θ. 1, 2 ,3, 4, 8 και 9, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 70, 106 και 128, στον Περί Πώλησης Αγαθών Νόμο [Ν.10(Ι)/94], άρθρα 46, 47, και 48, καθώς και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση, υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Χριστίνας Ηλιοφώτου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Σε αυτή (στην ένορκη της δήλωση), η κυρία Ηλιοφώτου, επαναλαμβάνει στην ουσία, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Ακροαματική Διαδικασία Αίτησης Ως προς το υπό στοιχείο (Ι) αιτούμενο διάταγμα της αίτησης, αμφότερες οι πλευρές, όπως εξάλλου σημειώθηκε, ακροθιγώς, ανωτέρω, συμφώνησαν ότι, θα έπρεπε να εκδοθεί, μιας και ήταν η θέση τους ότι, πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα που ορθό είναι, να εξεταστούν στα πλαίσια μιας ειδικής επί αυτών αίτησης και όχι στα πλαίσια ενδεχόμενης ένστασης επί της αποδεκτότητας ή μη της μαρτυρίας που θα προσκόμιζαν οι ενάγοντες προς υποστήριξη της αγωγής τους. Ήταν με βάση αυτά τα δεδομένα, που το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα ως το υπό στοιχείο (Ι) αιτούμενο διάταγμα και ακολούθως, προχώρησε στην ακρόαση της αίτηση σε σχέση με τις λοιπές αιτούμενες θεραπείες. Ως προς αυτές τις λοιπές αιτούμενες, με την υπό εξέταση αίτηση, θεραπείες, αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας, αρχικά, το περιεχόμενο τους, ενώ καμία εκ των ενόρκως δηλουσών δεν αντεξετάστηκε. Κατά την παράδοση των αγορεύσεων, και αφού προηγουμένως επεδείχθη προς το συνήγορο των εναγόντων ότι προωθεί θέσεις για τις οποίες εκφράστηκαν αντίθετες απόψεις σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, ο κ. Ματθαίου προέβη στην εξής δήλωση: «Κύριε Πρόεδρε, μου έχει επισύρει την προσοχή μου η συνάδελφος στο λόγο ένστασης Β που προβάλλω αλλά και σε σχετικές αναφορές στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, καθώς επίσης και σε μέρος της αγόρευσης που ετοίμασα για να παραδώσω, όλα σε σχέση με το στάδιο που προωθείται η υπό εξέταση αίτηση. Θέλω να δηλώσω ότι δεν επιμένουμε στο λόγο Β της ένστασης μας και δεν έχουμε ένσταση και/ή καλύτερα συμφωνούμε και εμείς ότι όντως τα ζητήματα που εγείρονται με την υπό εξέταση αίτηση, ορθό είναι, να εξεταστούν πριν τη συνέχιση της αγωγής. Η διαφωνία μας εδράζεται στο κατά πόσο τα όσα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι θα πρέπει να εγκριθούν ή όχι». Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, και με γνώμονα το περιεχόμενο της αγόρευσης των εναγομένων, εκείνο που στην ουσία ζητείται από αυτούς, είναι να απορριφθεί η αγωγή των εναγόντων και/ή να αποφασιστεί ότι εμποδίζονται να την προωθούν, για τους τρεις ακόλουθους λόγους:
  1. Επειδή, με την ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο, απεφάνθη, τελικώς, αναφορικά με το επικαλούμενο από τους εναγόμενους δικαίωμα επίσχεσης επί του εκσκαφέα των εναγόντων, με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου και να μην είναι δυνατή πλέον η εκ νέου εξέταση του θέματος ή επί τω ότι, το γεγονός αυτό, επενεργεί ως εμπόδιο (estoppel) για τους ενάγοντες να ζητούν, εκ νέου, κρίση επί του ζητήματος. Κατά τους εναγόμενους, σε μια τέτοια περίπτωση, και δη που το Δικαστήριο θα αποδεχθεί την εν λόγω ένσταση τους, η όλη αγωγή των εναγόντων καταρρέει, καθότι, εδράζεται, εξ ολοκλήρου, στην ισχυριζόμενη παράνομη κατακράτηση του εκσκαφέα από τους εναγόμενους.
  2. Ότι, εν πάση περιπτώσει, η υπό στοιχείο Γ, στην Έκθεση Απαίτησης, αιτούμενη θεραπεία των εναγόντων, αφορά σε θεραπεία που βασίζεται επί γεγονότων που έλαβαν χώρα εννέα και πλέον μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής, με αποτέλεσμα, να μην είναι δυνατό να αποδοθεί, η εν λόγω θεραπεία, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Είναι, επί του προκειμένου, η θέση των εναγομένων, ότι, η όλη σχετική δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης πάσχει, καθότι, οι ενάγοντες, εντελώς παράνομα και χωρίς να επιζητηθεί προηγουμένως η έκδοση σχετικού διατάγματος, μονομερώς, και αυτοβούλως, τροποποίησαν τις επιζητούμενες, με τη γενική οπισθογράφηση τους, θεραπείες, εις τρόπον εντελώς ανεπίτρεπτο, απαιτώντας πλέον θεραπεία επί εντελώς διαφορετικής νομικής βάσης, η οποία μάλιστα, στηρίζεται σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της αγωγής.
  3. Ότι, οι επιζητούμενες, ειδικές αποζημιώσεις από τους ενάγοντες, δεν είναι δυνατό να αποδοθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, καθότι δεν περιέχονται στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, οι απαιτούμενες λεπτομέρειες σε σχέση με αυτές, με αποτέλεσμα, τούτες να μην εξειδικεύονται. Είναι η επί του προκειμένου θέση των εναγομένων ότι, αφ' ης στιγμής οι ενάγοντες επιζητούν ειδικές αποζημιώσεις, θα έπρεπε τούτες να δικογραφούνται επαρκώς και δη να παρατίθενται στην Έκθεσης Απαίτησης τους, επαρκείς λεπτομέρειες που να προσδιορίζουν τις συγκεκριμένες ειδικές ζημιές που επιζητούνται. Νομική Πτυχή Δεδικασμένο και/ή estoppel Ως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και γενικά τις αυθεντίες, περιλαμβανομένων και αγγλικών συγγραμμάτων και αποφάσεων, «Το κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα συνιστά μια από τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam). Υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιδιώκεται η επανασυζήτηση θέματος που ήδη αποφασίστηκε ή υπήρξε το αντικείμενο παραδοχής σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αιτίας αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της. Σε αντιδιαστολή προς το κώλυμα αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) που αποτελεί τη δεύτερη έκφανση του (βλ. Thoday v. Thoday [1964] 1 All E. R. 341)». Aναφέρθηκε ακόμα ότι, από τις αρχές του 12ου αιώνα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνται δεσμευτικές και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Ως προς το πότε είναι δυνατόν να γίνει επίκληση του αποκλεισμού από δεδικασμένο και/ή από ημιδεδικασμένο (estoppels of record or quasi of record), αναφέρθηκε ότι, τούτο είναι δυνατό να γίνει όταν ένα επίδικο γεγονός έτυχε δικαστικής κρίσης με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ συγκεκριμένων διαδίκων, από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του ζητήματος και το ίδιο ζήτημα, επανεμφανίζεται, σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων. Ως προς τους λόγους που εξυπηρετούνται με την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα, αναφέρθηκε ότι, τούτοι, είναι δύο. Πρώτον, «ότι η τελεσίκη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae, ut sit finis litium)» και δεύτερον, «κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa)». Αναφορικά τώρα με τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιούνται για να τυγχάνει εφαρμογής ο συγκεκριμένος κανόνας, σημειώθηκε ότι, πρώτον, η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, δεύτερον, θα πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και τρίτον, θα πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Με δεδομένα τα ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου επίδικα θέματα, εκείνο που περισσότερο ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, είναι το πώς αντικρίζεται το θέμα και/ή τυγχάνει ενδεχόμενης εφαρμογής ο πιο πάνω κανόνας εκεί που η επικαλούμενη προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση, είναι ενδιάμεση (ως ισχύει στην υπό εξέταση υπόθεση), και αφορώσα σε αίτηση στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση Carl Zeiss Stiftung v. Rayner & Keeler Ltd and Others (No. 3) [1969] 3 All E.R. 897, πάντα στα πλαίσια εξέτασης του κανόνα του αποκλεισμού λόγω δεδικασμένου σε σχέση με προγενέστερη ενδιάμεση απόφαση, σημειώθηκαν τα εξής: «No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be set that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of final nature), is final in the relevant sense unless, in consequence of the doctrine of res judicata, it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend upon whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner». Ως προς το κατά πόσο, το Δικαστήριο με την προγενέστερη απόφασή του απεφάνθη επί της ουσίας (on the merits) του ζητήματος, στην υπόθεση D.S.V. Silo - Und Verwaltungs - Gesellschaft M.B.H. ν. Owners of the Sennar and 13 Other Ships [1985] 1 W.L.R. 490, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «In my opinion, this argument is based on the misconception with regard to the meaning of the expression "on the merits" as used in the context of the doctrine of issue estoppel. Looking at the matter negatively a decision on procedure alone is not a decision on the merits. Looking at the matter positively a decision on the merits is a decision which establishes certain facts as proved or not in dispute; states what are the relevant principles of law applicable to such facts; and expresses a conclusion with regard to the effect of applying those principles to the factual situation concerned». Το ζήτημα, απασχόλησε και τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ, Πολ. Εφ. 71/2011, ημερομηνία απόφασης 16 Απριλίου, 2014, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμα και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για τη μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώρηση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επίδικου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata 1996, σελ. 82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Butters Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C.888»». Σχετικά με το κατά πόσο, στα πλαίσια της εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης που αφορά στην έκδοση ή ακύρωση (εκδοθέντος) προσωρινού διατάγματος, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίζει τα αμφισβητούμενα ζητήματα και να αποφαίνεται επί της ουσίας τους, στην υπόθεση Recnex (ανωτέρω) αναφέρθησαν και τα εξής σχετικά: «Έχει επανειλημμένα τονισθεί ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατό να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων. Διιστάμενες απόψεις για διαπραγματεύσεις και θέματα που προηγήθηκαν της υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκριση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προκλήθηκαν ή προέκυψαν στη συνέχεια, οικονομικών, φορολογικών ή άλλων, θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας: εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209.» (για μια ενδιαφέρουσα γενικά συζήτηση επί της αρχής του δεδικασμένου, βλ. Παναγιώτης Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, Αντριανή Χαραλάμπους ν. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1298 Halsbury's Laws of England/Civil Procedure (Volume 11
(2015)-
(2)Res Judicata) και Halsbury's Laws of England, fourth edition, reissue σελ. 857 - 868). Μεταβολή, Τροποποίηση ή Επέκταση της απαίτησης, μετά την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Είναι καλώς θεμελιωμένη αρχή δικαίου ότι, δεν επιτρέπεται η εισαγωγή, σε δικόγραφο, αιτίας αγωγής που ήταν ανύπαρκτη κατά το χρόνο της καταχώρησης της αγωγής (βλ. International Marine Services Company Limited v. MTR Metals (Overseas) Limited,
(1995)1 A.A.Δ. 77, Eshelby v. Federated European Bank Ltd [1931 All E.R. Rep. Sel. 840,] Tilcon Ltd v. Land Investments Ltd [1987] 1 All E.R. 615, Gaber Alian Ali v. The Cyprus Ship Poseidonia και άλλων)
(1990)1 Α.Α.Δ. 990). Τούτο, εξ άλλου, προκύπτει και από το συνδυασμό των σχετικών με το θέμα προνοιών των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τούτες είναι οι ακόλουθες: Δ.20 Θ.1Α: «Whenever a statement of claim is delivered the plaintiff may therein alter, modify, or extend his claim without any amendment of the indorsement of the writ.» και Δ.19 Θ.14: «No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same. Οι πρόνοιες της Δ.20 Θ.1, έτυχαν ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, ως Trustee της Περιουσίας του Κύπρου Κυπριανού πτωχεύσαντα και άλλοι, ν. Γεώργιου Εφρέμ Δημητρίου και άλλης
(1997)1 Α.Α.Δ. 336, αποφασίστηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης, η οποία διεξάγεται αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια που αυτά έχουν προκαθορίσει (βλ. μεταξύ άλλων, Κούρτης ν. Ιασωνίδης
(1970)1 A.A.Δ. 180, Αυστριακές Αερογραμμές ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ και Άλλοι
(1991)1 Α.Α.Δ. 764) και το Δικαστήριο οφείλει να περιορισθεί μέσα στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα, για να αποφασίσει την υπόθεση και δεν είναι επιτρεπτό να επεκταθεί σ' άλλα επίδικα θέματα που πιθανό να αναφύονται από τη μαρτυρία (βλ. Iordanous v. Aniftos 24 C.L.R. 97). Πέραν των προαναφερθέντων πλαισίων σύμφωνα με τη Δ.20 θ.1Α των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ο ενάγων δύναται με την Έκθεση Απαιτήσεώς του, να μεταβάλει, τροποποιήσει ή επεκτείνει (alter, modify, or extend) την αξίωσή του χωρίς να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος, όχι όμως να εισάξει νέα αιτία αγωγής. Ο θεσμός αυτός είναι όμοιος με τον θ.4 Δ.20 των Αγγλικών Κανονισμών και στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, στη σελ. 70, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Altering, modifying or extending claim indorsed on the writ Where the statement of claim is not indorsed on the writ, but is a separate document, whether served with the writ or later, it must, in general, confine itself to the causes of action mentioned in the general indorsement on the writ which itself consists of a concise statement of the nature of the claim made or the relief or remedy required in the action. Accordingly the statement of claim must not contain any allegation or claim in respect of a cause of action unless that cause of action is mentioned in the writ or arises from the facts which are the same as, or include, or form part of, facts giving rise to a cause of action so mentioned. Subject to such limitation, the plaintiff is permitted in his statement of claim to alter, modify or extend any claim made by him in the indorsement of the writ without amending the indorsement. But this does not entitle the plaintiff completely to change the cause of action indorsed on the writ, or to introduce an entirely new and additional cause of action, or to introduce a claim which the court has no jurisdiction to entertain."[1]». Το απαράδεκτο της προσθήκης, μέσω της Έκθεσης Απαίτησης, νέας αιτίας αγωγής, δηλαδή αιτίας η οποία δεν απέρρεε από ότι είχε διατυπωθεί ως πυρήνας της γενικής οπισθογράφησης, σημειώθηκε και στην υπόθεση Vasiliko Cement Works Limited, v. World Tide Shipping Corporation
(1996)1A A.A.Δ. 389. Εκεί αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Ωστόσο, η επέκταση δε μπορούσε να περιλαμβάνει νέα αιτία αγωγής, δηλαδή αιτία η οποία δεν απέρρεε από ό,τι είχε διατυπωθεί ως πυρήνας της γενικής οπισθογράφησης. Αυτή η προσέγγιση μας φαίνεται ορθή. Ας σημειωθεί συναφώς ότι η αγγλική Ο.20 r.4 - που είναι, καθώς είπαμε, πανομοιότυπη με τη δική μας Δ.20 κ.1Α - τροποποιήθηκε μεταγενέστερα ώστε αυτή η ερμηνεία να καθίσταται πρόδηλη αλλά και να διευκρινίζεται ότι όπου στη γενική οπισθογράφηση αναφέρεται συγκεκριμένη αιτία αγωγής, είναι δυνατό με την έκθεση απαίτησης να γίνεται επέκταση και σε άλλη ίσως στενότερη αιτία αγωγής, δεδομένου πάντοτε ότι προκύπτει από τον πυρήνα που εκτίθεται στη γενική οπισθογράφηση: βλ. Briekfield Properties Ltd., v. Newton [1971] 1 W.L.R. 862 στη σελ. 870.» Δικογράφηση ειδικών ζημιών χωρίς προσδιοριστικές για αυτές λεπτομέρειες. Εκείνο που προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία είναι ότι, εκείνος που επιζητεί ειδικές αποζημιώσεις θα πρέπει να εξειδικεύει τούτες επαρκώς στην απαίτηση του και να τις αποδεικνύει με αυστηρότητα. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια υιοθέτησης σχετικής αναφοράς από το σύγγραμμα McGregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15, «Special Damages, on the other hand, are such as the law will not infer from the nature of the Act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly.» Η συμπεριφορά του εναγόμενου, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με αγωγή, στην οποία δεν εξειδικεύονται οι απαιτούμενες ειδικές αποζημιώσεις, δεν κρίνεται αδιάφορη. Τουναντίον, υπέχει καταλυτικής σημασίας. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι επίσης «ειδικά θεμελιωμένο ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μη μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλ. Χρίστος Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1Α Α.Α.Δ. 467, Πίριλλος ν. Ρουπινέττα Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1153, Ανδρέας Αλεξάνδρου ν. Γιαννούλα Ιωάννου
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1157, Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, B. Dean and Chapter of Chester v. Swelting corporation Ltd [1902] W.N. 5 - 85 L.T.67, Bullen and Leake 12ης έκδοση σελ. 114 και Annual Practice 1958 σελ. 460. » Εφαρμογή νομικού πλαισίου επί γεγονότων Έχοντας υπόψη τους λόγους ένστασης που προωθούνται από πλευράς των εναγόντων, και στο τι αυτοί αφορούν, κρίνω ορθότερο να εξετάσω τα ενώπιον μου επίδικα ζητήματα με βάση την κατηγοριοποίηση στην οποία προβαίνουν οι εναγόμενοι/αιτητές και δη εξετάζοντας κάθε ένα εκ των τριών λόγων για τους οποίους ζητείται η απόρριψη της αγωγής, ξεχωριστά. Και δη με τον τρόπο και τη σειρά που παρατέθηκε, ανωτέρω, η νομική πτυχή. Στα πλαίσια της εν λόγω ενασχόλησης του Δικαστηρίου, θα προκύψουν και οι κρίσεις του Δικαστηρίου σε σχέση με τους προβαλλόμενους, από τους ενάγοντες λόγους ένστασης. Ως προς το ζήτημα του δεδικασμένου και/ή του αποκλεισμού λόγω δεδικασμένου, είμαι της γνώμης ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν δίκαιο. Δεν παραγνωρίζω ότι, το Δικαστήριο, στην ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 18.6.2009, προβαίνει στην καταληκτική κρίση ότι οι εναγόμενοι, είχαν δικαίωμα επίσχεσης επί του επιδίκου εκσκαφέα των εναγόντων. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι, η ρηθείσα κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κρίση επί της ουσίας (on the merits) του ζητήματος. Και τούτο για πέραν του ενός λόγου. Πρώτον, η ρηθείσα αναφορά του Δικαστηρίου γίνεται με εντελώς γενικό τρόπο. Δεν εξειδικεύονται τα ευρήματά του, αλλά ούτε και οι νομικές αρχές που κατά το Δικαστήριο τυγχάνουν εφαρμογής, ώστε να αιτιολογηθεί η κρίση του. Δεύτερον, η εν λόγω αναφορά του Δικαστηρίου γίνεται με εντελώς παρεμφερή τρόπο, και δη, υπό μορφή καταληκτικού σχολίου και όχι διεργασίας κρίσης ζητήματος επί της ουσίας του. Τρίτον, είναι εντελώς ξεκάθαρο από τη δομή της απόφασης, αλλά και από συγκεκριμένες αναφορές του Δικαστηρίου ότι, η ρηθείσα θέση του, γίνεται σε χρόνο μετά την τελική, επί της ενώπιον του διαφοράς, κρίση. Σχετικές είναι οι εξής αναφορές του Δικαστηρίου, οι οποίες προηγούνται της επίδικης κρίσης του. Στη σελίδα 6 της απόφασης του, στην τελευταία παράγραφο, το Δικαστήριο καταπιάνεται με το στοιχείο του κατεπείγοντος της αίτησης. Η κατάληξή του επί του εν λόγω ζητήματος, ως τούτη καταγράφεται, στη σελίδα 8 της απόφασης, είναι η ακόλουθη: «Με βάση, λοιπών, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης η οποία ομολογουμένως δεν είναι μεγάλη αλλά με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι δε μπορεί να δικαιολογηθεί και επομένως, δίχως άλλο, η πιο πάνω κατάληξη μου έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του διατάγματος.[2]» Είναι ξεκάθαρο ότι, το Δικαστήριο, από εκείνο το στάδιο έχει ήδη αποφασίσει την τύχη της ενώπιον του ενδιάμεσης αίτησης. Εξ άλλου, στην προτελευταία παράγραφο της σελίδας 9 της απόφασης, το Δικαστήριο, έχοντας ήδη κρίνει ότι και για άλλο, δικαιοδοτικής φύσης, λόγο θα έπρεπε να απορριφθεί η αίτηση (απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων), προβαίνει και στην εξής αναφορά. «Παρά το ότι η τύχη της αίτησης και του διατάγματος που έχει εκδοθεί μονομερώς έχει ήδη προδικαστεί θα προχωρήσω να εξετάσω και τους άλλους λόγους που έχουν προβληθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση για σκοπούς πληρότητας της απόφαση.[3]» Και από αυτή την αναφορά του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα ότι, οι οποιεσδήποτε μεταγενέστερες αναφορές και/ή κρίσεις του, δεν γίνονται με σκοπό να κριθούν τα επίδικα ζητήματα επί της ουσίας τους και τελεσίδικα, αλλά για να πληροί, η απόφαση του Δικαστηρίου, την προϋπόθεση να είναι πλήρης και αιτιολογημένη. Είναι δε στα πλαίσια αυτής της αιτιολόγησης που γίνεται η επικαλούμενη από τους εναγόμενους κρίση του Δικαστηρίου (στην τελευταία σελίδα της απόφασης). Με τούτα ως δεδομένα, και με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου και/ή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου στο βαθμό που οι ενάγοντες, με την παρούσα αγωγή τους, επιζητούν θεραπείες επί της βάσει της ισχυριζόμενης παράνομης κατακράτησης του εκσκαφέα τους από τους εναγόμενους επί γεγονότων που προηγούνται της καταχώρησης της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος επί του οποίου βασίζεται η επίδικη αίτηση, κρίνεται ανεδαφικός. Όσον αφορά στο δεύτερο λόγο επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, τούτος κατά τη γνώμη μου ευσταθεί. Ωστόσο, είμαι της γνώμης ότι, επηρεάζει μόνο τη δυνατότητα και/ή δικαίωμα των εναγόντων να προωθούν την υπό στοιχείο Γ, στην Έκθεση Απαίτησης τους, αιτούμενη θεραπεία, μιας, και είναι η μόνη που αφορά στα όσα γεγονότα διαδραματίστηκαν κατά την 1.3.2010 (και δη μετά την καταχώρηση της αγωγής), με την καταβολή συγκεκριμένου ποσού προς τους εναγόμενους και την παραλαβή του εκσκαφέα από τους ενάγοντες. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας, απλά σημειώνω ότι, με την υπό στοιχείο Γ, επί της Εκθέσεως Απαιτήσεως, αιτούμενη θεραπεία, οι ενάγοντες, με βάση τα όσα αναφέρουν και στις παραγράφους 16 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης, επιδιώκουν την εξασφάλιση θεραπείας τόσο επί νέας νομικής βάσης, όσο και επί γεγονότων που έλαβαν χωρά μετά την καταχώρηση της αγωγής, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία, να προβεί σε κρίση σε σχέση με αυτά στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Είναι για αυτούς τους λόγους που κρίνεται ότι η ενέργεια των εναγόντων, χωρίς την προγενέστερη σχετική άδεια του Δικαστηρίου (που εν πάση περιπτώσει, συνεπεία του ότι η θεραπεία εδράζεται επί γεγονότων που έπονται της καταχώρησης της αγωγής, δεν φαίνεται να ήταν δυνατόν να εξασφαλιστεί μια τέτοια άδεια), να μεταβάλουν, τροποποιήσουν και επεκτείνουν την απαίτηση τους, κρίνεται εντελώς παράνομη και επομένως ανεπίτρεπτη, με αποτέλεσμα να εμποδίζονται από το να προωθούν τη συγκεκριμένη θεραπεία μέσω της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος επί του οποίου εδράζεται η αίτηση, περιοριστικά και μόνο σε σχέση με την υπό στοιχείο Γ επί της Έκθεσης Απαίτησης αιτούμενης θεραπείας, κρίνεται βάσιμος. Ερχόμενος τώρα στον τρίτο λόγο επί του οποίου βασίζεται η αίτηση και δη τη μη εξειδίκευση των ειδικών αποζημιώσεων που επιζητούνται από τους ενάγοντες, είμαι της γνώμης ότι ούτε αυτός ευσταθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, ανεξάρτητα του πως και σε ποιο εύρος, τούτες καλύπτονται, οι ειδικές αποζημιώσεις, δικογραφούνται. Επομένως, το ζήτημα, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν εξετάζεται αποκλειστικά και μόνο σε συνάρτηση με την υποχρέωση των εναγόντων να δικογραφήσουν, έστω και εξειδικευμένα, τις ειδικές αποζημιώσεις που επιζητούν, αλλά πολύ περισσότερο, με την παράλειψη των εναγομένων να ζητήσουν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τις εν λόγω επιζητούμενες αποζημιώσεις. Ως υποδείχτηκε ανωτέρω (στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής νομικής πτυχής), αν οι εναγόμενοι παραλείψουν να ζητήσουν λεπτομέρειες για τις μη εξειδικευμένες, επιζητούμενες, ειδικές αποζημιώσεις ενός ενάγοντα, τότε δεν μπορούν, κατά τη δίκη, να αποκλείσουν την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη τους. Πόσο μάλλον, να επιζητούν την απόρριψη της αγωγής για ένα τέτοιο λόγο. Επομένως, στο στάδιο που βρίσκεται, αυτή τη στιγμή, η αγωγή, δεν είναι δυνατό επιτύχει το σχετικό επιχείρημα των εναγομένων. Στο σημείο αυτό κρίνω απαραίτητο να τονίσω και τα ακόλουθα. Το Δικαστήριο, δεν παραγνώρισε ότι, οι ενάγοντες, ως μέρος των λόγων ένστασης τους, προέβαλαν και τη θέση ότι, οι εναγόμενοι δεν προώθησαν ως προδικαστική ένσταση, την επίκληση του αποκλεισμού λόγω δεδικασμένου. Σημειώνω όμως, επί τούτου, ότι, ο κύριος Ματθαίου με τη σχετική δήλωσή του[4], κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης, δήλωσε ευθαρσώς ότι συμφωνεί στο να εξεταστούν όλα τα εγειρόμενα με την υπό εξέταση αίτηση ζητήματα, καθότι, και ο ίδιος θεωρεί ότι πρόκειται για αμιγώς νομικά ζητήματα, που ορθότερο είναι να εξεταστούν πριν τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Με τούτα ως δεδομένα, το Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε το συγκεκριμένο ζήτημα και απεφάνθη επί αυτού. Εν τέλει, με βάση τη σχετική κρίση του Δικαστηρίου, οι, επί της ουσίας του ζητήματος, θέσεις του κυρίου Ματθαίου, έγιναν δεκτές από το Δικαστήριο εξ ού και απερρίφθησαν οι αντίθετες θέσεις των εναγομένων. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η αίτηση των εναγομένων εγκρίνεται μερικώς. Κατά συνέπεια, αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι, οι ενάγοντες εμποδίζονται να προωθούν την παρούσα αγωγή, στο βαθμό που μέσω αυτής, επιζητούν θεραπεία και/ή αποζημιώσεις σε σχέση με το γεγονός ότι, την 1.3.2010, κατέβαλαν προς τους εναγόμενους συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Πιο συγκεκριμένα, αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι, η υπό στοιχείο Γ στην Έκθεση Απαίτησης, αιτούμενη θεραπεία, δεν είναι δυνατόν να αποδοθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Κατά τα λοιπά, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη ότι η αίτηση εγκρίθηκε μερικώς και μόνο σε σχέση με τον ένα, εκ των τριών προβαλλόμενων, από τους εναγόμενους, λόγους, καθώς επίσης και ότι το επιδιωκόμενο, με την αίτηση, αποτέλεσμα των εναγομένων, που ήταν η απόρριψη της αγωγής, στην ολότητά της, δεν επετεύχθη, κρίνω ορθότερο όπως τα έξοδα της αίτησης, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.A.Σ. [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] Υπογράμμιση δική μου. [4] Παρατίθεται, αυτουσίως, ανωτέρω στη σελίδα 16 της παρούσας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.