← Κύπρος

ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΣΤΕΛΛΑΝΗΣ ν. PRIME INSURANCE COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2098/15, 9/2/2017

ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΣΤΕΛΛΑΝΗΣ ν. PRIME INSURANCE COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2098/15, 9/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2098/15 Μεταξύ: ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΣΤΕΛΛΑΝΗΣ Ενάγοντος και

  1. PRIME INSURANCE COMPANY LTD
  2. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ
  3. N.P.P. BETOMIX Εναγόμενοι Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Α. Παπαλοίζου για Κρίτων Α. Παπαλοίζου Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους: κα Μ. Ιωαννίδου για Θεοδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Τα δικόγραφα Το ενδιαφέρον της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεσης είναι κυρίως δικονομικό. Αυτό γιατί η επίδικη αγωγή διέπεται από τις διατάξεις της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και ως εκ τούτου εκδικάστηκε με την συνοπτική διαδικασία (ταχεία εκδίκαση) που καθορίζεται στους Κανονισμούς Δ.30Θ.5 και Δ.30.Θ.
  4. Δια της παρούσης αγωγής ο Ενάγων αξιώνει αποζημιώσεις ύψους €2104.93 ως ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα την 18/2/2013 στη Λεωφόρο Στασίνου, Λευκωσία, καθ'ον χρόνο οδηγούσε το όχημα KMΕ 183 , ιδιοκτησίας δικής του στην εν λόγω λεωφόρο. Η Εναγόμενη 1 ενάγεται υπό την ιδιότητα της ως η Ασφαλιστική Εταιρεία με την οποία η Εναγόμενη 3 συνήψε ασφαλιστικό συμβόλαιο για κάλυψη του οχήματος ΚΜΕ 183 έναντι τρίτων. Η Εναγόμενη 3 εταιρεία ενάγεται ως εκ προστήσεως υπεύθυνη για την αμέλεια του Εναγόμενου
  5. Σύμφωνα με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του κατά τον ουσιώδη χρόνο νόμιμα και κανονικά από την Λεωφόρου Στασίνου έστριψε αριστερά και εισήλθε στη δεύτερη λωρίδα από τα αριστερά της Λεωφόρου Ευαγόρου. Ο Εναγόμενος 2 ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο επίσης κινείτο στην Λεωφόρο Στασίνου ,αφού έφτασε στη συμβολή των οδών Στασίνου - Ευαγόρου, επιχείρησε να εισέλθει στην τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της Λεωφόρου Ευαγόρου. Στην προσπάθεια του αυτή, ως οι θέσεις του Ενάγοντα, μέρος του φορτηγού του Εναγόμενου 2 εισήλθε στη δεύτερη λωρίδα της Λεωφόρου Ευαγόρου, όπου ήδη βρισκόταν το όχημα του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του δεξιού μέρους του οχήματος του Ενάγοντα και να προκαλέσει σε αυτό ζημίες, οι οποίες αναλύονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι δε λεπτομέρειες αμέλειας που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας αναλύονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Αντίθετη είναι η θέση των Εναγομένων όπως αυτή εκφράζεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, με την οποία ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας στην προσπάθειά του να βγει μπροστά από το όχημα το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο 2 , οδήγησε τόσο αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το φορτηγό του Εναγόμενου
  6. Οι λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι για τον Ενάγοντα αναλύονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης, η οποία είναι κοινή για όλους τους Εναγόμενους, οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ιδιότητα με την οποία περιγράφονται από τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία Συμφώνως με τις οδηγίες του Δικαστηρίου καταχωρήθηκαν οι μαρτυρίες των δύο πλευρών γραπτώς αφού προηγήθηκε κλήση για οδηγίες με την οποία εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία ο ίδιος συνοδευόμενη από 4 Τεκμήρια στις 31/3/2016 και για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσε Έγγραφη Μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 συνοδευόμενη από 1 Τεκμήριο στις 14/11/
  7. Στην έγγραφη του Μαρτυρία ο Ενάγοντας υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και της Απάντησης και περιορίζει την απαίτηση του στις €1.894,83 . Αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της παρούσας Αγωγής, ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής LBH 894 μάρκας Toyota Corolla. Εξηγεί ότι στις 18/02/2013 οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το αυτοκίνητο του κατά μήκος της Λεωφόρου Στασίνου κρατώντας την αριστερή λωρίδα, με κατεύθυνση προς την Πλατεία Ελευθερίας. Φθάνοντας στη συμβολή με την Λεωφόρο Ευαγόρου η οποία ως εξηγεί, είναι μονής κατεύθυνσης με τέσσερις λωρίδες και τα οχήματα αναγκαστικά από τη Λεωφόρο Στασίνου ακολουθούν αριστερή πορεία ( λόγω και των έργων που γίνονται στην πλατεία Ελευθερίας) έστριψε νόμιμα και κανονικά αριστερά και εισήλθε στη δεύτερη από τα αριστερά λωρίδα της Λεωφόρου Ευαγόρου. Αναφέρει ότι κατά τον ίδιο χρόνο, ο Εναγόμενος 2 ο οποίος οδηγούσε το φορτηγό τύπου μπετονιέρα, στην ίδια οδό με ίδια κατεύθυνση, κρατώντας τη δεξιά λωρίδα της Λεωφόρου Στασίνου έστριψε το όχημα του και επιχείρησε να εισέλθει στην τρίτη από τα αριστερά λωρίδα της Λεωφόρου Ευαγόρου. Στην προσπάθεια του αυτή μέρος του οχήματος του, εισήλθε και στη δεύτερη λωρίδα της Λεωφόρου Ευαγόρου όπου ήδη βρισκόταν το όχημα του Ενάγοντα, με αποτέλεσμα να επιπέσει επί του δεξιού πίσω μέρους του οχήματος του Ενάγοντα και να προκαλέσει σε αυτό εκτεταμένες ζημιές. Το συνολικό κόστος επιδιόρθωσης των ζημιών του οχήματος του Ενάγοντα ανήλθε στο ποσό των €1.894,83 σεντ. Προς υποστήριξη της απαίτησης του καταθέτει μαζί με την έγγραφη του μαρτυρία τα τιμολόγια, υπ' αριθμόν 005544 της εταιρείας Χριστάκης Χριοτοφίδης Λτδ ημερομηνίας 21/3/2013 και υπ' αριθμόν PPSINV246862 της εταιρείας Dickran Ouzounian & Co. Ltd για το συνολικό ποσό των € 1.894,83 καθώς επίσης και εκτίμηση του οχήματος του που ετοιμάστηκε εκ μέρους της εταιρείας Παγκυπριακής Ασφαλιστικής Λτδ. Περαιτέρω κατέθεσε μαζί με την έγγραφη του μαρτυρία αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής του οχήματος LBH 894 και αντίγραφα 3 φωτογραφιών οι οποίες ελήφθηκαν από την σκηνή του δυστυχήματος. Καταληκτικά ο Ενάγοντας αναφέρει ότι απορρίπτει το σχεδιάγραμμα του ατυχήματος(το οποίο παραδόθηκε από τους συνήγορους των Εναγόμενων στο συνήγορο του Ενάγοντα και το οποίο ετοιμάστηκε από την οδική ασφάλεια) το οποίο κατά την θέση του δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι εντελώς λανθασμένο. Στην κατακλείδα της μαρτυρίας του ζητά την έκδοση απόφασης για το ποσό των €1.894,83 σεντ (περιορίζοντας την αρχική του απαίτηση) πλέον τόκους από την ημερομηνία του ατυχήματος, έξοδα της αγωγής και ΦΠΑ. Στην δική του Έγγραφη μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της παρούσας αγωγής ήταν οδηγός του αυτοκινήτου υπ' αριθμό εγγραφής ΚΜΕ183 τύπου μπετονιέρα, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  8. Ως αναφέρει, την 18/2/13 οδηγούσε το εν λόγω φορτηγό στη Λεωφόρο Στασίνου στη Λευκωσία με κατεύθυνση την Λεωφόρο Ευαγόρου κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ενώ το όχημα υπ' αριθμό εγγραφής LBH 894 που οδηγούσε ο Ενάγοντας κρατούσε την αριστερή λωρίδα. Μόλις έστριψαν στη Λεωφόρο Ευαγόρου ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι συνέχισε να κρατά την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και λόγω πυκνής τροχαίας κίνησης σταμάτησαν και τα δύο αυτοκίνητα. Τότε , το αυτοκίνητο υπ' αριθμό εγγραφής LBH894 από την αριστερή λωρίδα επιχείρησε να βγει μπροστά του με αποτέλεσμα να κτυπήσει στο φορτηγό που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 ενώ ήταν , ως αναφέρει κανονικά στη λωρίδα του. Απορρίπτει συλλήβδην τα όσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης καθώς και στην έγγραφη μαρτυρία του ο Ενάγοντας με εξαίρεση το ποσό των ζημιών το οποίο αποδέχεται με την διευκρίνιση ότι για τις εν λόγω ζημιές ευθύνεται ο Ενάγοντας και όχι ο ίδιος. Προς υποστήριξη των θέσεων του επισυνάπτει σχεδιάγραμμα που ετοιμάστηκε ως αναφέρει την ίδια ημέρα και στο οποίο φαίνονται οι αρχικές και τελικές θέσεις των ενεχόμενων αυτοκινήτων και ζητά την απόρριψη της αγωγής Μετά την κατάθεση της έγγραφης μαρτυρίας η σκυτάλη δόθηκε στους συνήγορους των διαδίκων να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους , οι οποίοι και κατέθεσαν συνοπτικές αγορεύσεις. Στην αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα επαναλαμβάνει εν συντομία τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα αλλά και τις αναφορές του στην έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε. Αναφερόμενος στην υπόθεση Π.Ε. 10962/2002, Παπακώστας κ.α. ν. Ζιπιτή, ημερ. 25/2/2002, εισηγείται ότι η γενεσειουργός αιτία της σύγκρουσης ήταν η είσοδος του Εναγομένου 2 στην λωρίδα κυκλοφορίας του Ενάγοντα, την οποία ο τελευταίος χρησιμοποιούσε νομίμως. Εισηγείται ότι με την μαρτυρία και τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί ο Ενάγοντας έχει αποδείξει την υπόθεση του και δικαιούται στην έκδοση απόφασης υπέρ του. Στην δική της αγόρευσή του η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγομένου επαναλαμβάνοντας τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων και με αναφορά στην μαρτυρία του Εναγόμενου 2 εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπ'όψιν τις φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί διότι δεν αποδείχθηκε η αυθεντικότητα τους και δεν υπάρχει μαρτυρία από ποιον και πότε εληφθήκαν και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα ασφαλές συμπέρασμα από τις φωτογραφίες που παρουσίασε ο Ενάγων προς υποστήριξη της απαίτησης του. Η ευπαίδευτη συνήγορος προβάλλει όμως μια άλλη εκδοχή σε σχέση με το σχεδιάγραμμα, το οποίο ζητά από το Δικαστήριο να αποδεκτεί και το οποίο ως θέτει δείχνει εμφανώς τις πορείες και την τελική θέση των οχημάτων όπως και το γεγονός ότι ο Ενάγοντας επεχείρησε να αλλάξει πορεία και να εισέλθει εντός της λωρίδας του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  9. Εισηγείται ότι ο Ενάγων δεν έχει αποσείσει το βάρος της απόδειξης και ως εκ τούτου η αγωγή του θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων. Στην κατακλείδα της αγόρευσής της η ευπαίδευτη συνήγορος θίγει ότι ο Ενάγοντας δεν επεξηγεί τους λόγους που καταχώρησε αγωγή τόσον εναντίον της Εναγόμενης 1 όσο και εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3 και προσθέτει πως εάν ο Ενάγοντας καταχώρησε την αγωγή εναντίον των Εναγόμενων 1 δυνάμει του άρθρου 16 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου νόμου του 2000, δεν νομιμοποιείται να εγείρει και αγωγή εναντίον των ασφαλισμένων. Εισηγείται επί τούτου ότι η συνένωση της ασφαλιστικής εταιρείας, του οδηγού και του ιδιοκτήτη στην αγωγή ως συνεναγομένων αποτελεί κατάχρηση και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό. Νομική Πτυχή Το Δικαστήριο θα εξετάσει την υπόθεση στηριζόμενο στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα σε συνδυασμό με τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί εκ μέρους των δύο πλευρών βλ. Κωνσταντίνου ν. Χατζηκυριάκου

(1993)1 Α.Α.Δ. 864. Έχει νομολογηθεί ότι ο καλύτερος μηχανισμός για τον έλεγχο των εκδοχών που προβλήθηκαν εκατέρωθεν και το μέτρο για την αξιοπιστία της μαρτυρίας είναι η πραγματική μαρτυρία που προσκομείται στο Δικαστήριο. βλ. Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1(Α) Α.Α.Δ. 45 και Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου
(1996)1 Α.Α.Δ. 293. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών καθώς και των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συνίσταται στην παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465. Στην πρόσφατη απόφαση Παπακώστα ν. Ζαπιτή
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 231 στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της Βίκη ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345 αναφέρθηκαν τ΄ ακόλουθα: «..... το μέτρο με το οποίο κρίνονται οι πράξεις προσώπων που χρησιμοποιούν το δημόσιο δρόμο, είναι εκείνο του μέσου συνετού ανθρώπου, και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ενός εκάστου ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για τη λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη.» Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια, ως αστικό αδίκημα, δεν μπορεί να εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Η παρούσα Αγωγή Το μόνο επίδικο θέμα που μένει να απόφασιστεί από το Δικαστήριο είναι το θέμα της ευθύνης. Όλα τα λοιπά επίδικα θέματα αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω πρωτίστως εάν υπάρχει πραγματική μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τις θέσεις των μερών όπως έχουν τεθεί αφού είναι εκ διαμέτρου αντίθετες. Η πραγματική μαρτυρία, εάν υπάρχει θα είναι καθοριστική αφού η παρούσα διαδικασία εξελίχθηκε με την κατάθεση Γραπτής Μαρτυρίας και το Δικαστήριο δεν είχε την ευκαιρία να ακούσει τους διαδίκους στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Στα πλαίσια της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε, από πλευράς του Ενάγοντα κατατέθηκε ένα Τεκμήριο που αναγράφει την εκτίμηση του οχήματος του, το οποίο ετοιμάστηκε εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας Παγκυπριακής Ασφαλιστικής Λτδ. Στο εν λόγω Τεκμήριο φαίνονται οι ζημιές που έγιναν για το αυτοκίνητο του Ενάγοντα όλες στην μπροστινή και πισινή δεξιά πόρτα του οχήματος καθώς και το κόστος για την επιδιόρθωσή τους. Οι εν λόγω ζημιές και το Τεκμήριο αυτό σημειώνεται ότι δεν αμφισβητούνται από τον Εναγόμενο στην δική του Έγγραφη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε μετά την κατάθεση της μαρτυρίας του Ενάγοντα, ούτε έχει αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο το Τεκμήριο συνεπώς αυτό γίνεται αποδεκτό για την αλήθεια του περιεχομένου του. Περαιτέρω από πλευράς του Ενάγοντα , στα πλαίσια της έγγραφης μαρτυρίας του κατέθεσε και 3 φωτογραφίες. Με τον τροποποιητικό νόμο του Περί Αποδείξως Νόμου, Ν.32
(1)/04, ο ορισμός «δήλωση» στο άρθρο 2 του νόμου περιλαμβάνει και φωτογραφίες. Σύμφωνα με τα άρθρα 23 και 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου «δήλωση» καθίσταται αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Στη υπόθεση Έπαρχος Λεμεσού -ν- Στέλιου Γιωργάλλα
(2003)2 Α.Α.Δ.298, η οποία ασχολήθηκε με το θέμα πριν την τροποποίηση του Περι Αποδείξεως Νόμου, αναλύθηκε εκτενώς το θέμα των φωτογραφιών ως πραγματική μαρτυρία με αναφορά σε αυθεντίες Αγγλικών Δικαστηρίων. Ο αείμνηστος Δικαστής Ηλιάδης με αναφορά στην υπόθεση Taylor v. Chief Constable of Cheshire [1987] 1 W.L.R. 1479 καταλήγει ότι ο όρος «πραγματική μαρτυρία» εξυπακούει ότι το Δικαστήριο καλείται να επιθεωρήσει χώρους, να εξετάσει αντικείμενα και τη συμπεριφορά μαρτύρων όπως επίσης και την αποδοχή μαρτυρίας που περιέχεται σε φωτογραφίες, ηχογραφήσεις και μαγνητοταινίες. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ φωτογραφιών, ηχογραφήσεων και μαγνητοταινιών, αφού και στις τρεις περιπτώσεις καταγράφονται γεγονότα, όπως π.χ. τι απεικονίζει μια φωτογραφία, τι έχει λεχθεί σε μια συνομιλία και τι έχει καταγραφεί σε μια μαγνητοταινία. Το Δικαστήριο που βλέπει ή ακούει μια τέτοια μαρτυρία δέχεται τη θέση του μάρτυρα που στην πραγματικότητα άκουσε ή είδε ή διάβασε τι είχε συμβεί, έτσι που η μαρτυρία που προσφέρεται να καθίσταται πραγματική μαρτυρία. Η φωτογραφία στην ουσία αναπαράγει με μηχανικά και χημικά μέσα μια εικόνα που όραται με γυμνό μάτι . Το Δικαστήριο που βλέπει μια φωτογραφία δέχεται τη θέση του μάρτυρα που στην πραγματικότητα άκουσε , είδε ή διάβασε τι συνέβη έτσι που η μαρτυρία που προσφέρεται καθίσταται πραγματική μαρτυρία.(Βλ. επίσης Τ.Ηλιάδη και Ν.Σαντη Το Δίκαιο της Απόδειξης , 2014, σελ. 337) Περαιτέρω στο Blackstone Civil Practice 2013 παράγραφος 47.92 όπου σχολιάζεται το Civil Evidence Act 1995) αναφέρονται τα εξής «it has been said that the photograph together with the sketch and the photofit are in a class of evidence of their own to which neither the rule against hearsay nor the rule against previous consistent statements applies" Συνεπώς οι φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί από τον Ενάγοντα γίνονται αποδεκτές ως πραγματική μαρτυρία. Το σχεδιάγραμμα που κατατέθηκε από τον Εναγόμενο όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως πραγματική μαρτυρία. Η θέση όπως αυτή εκφράζεται από τον Εναγόμενο και διατυπώνεται στο σχεδιάγραμμα , το οποίο δεν υπάρχει μαρτυρία από ποιον ετοιμάστηκε και δεν είναι σε κλίμακα, έρχεται σε σύγκρουση με το Τεκμήριο στο οποίο αναγράφεται η εκτίμηση των ζημιών του Αυτοκινήτου του Ενάγοντα , το οποίο σημειώνω και τονίζω ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους η δε κοστολόγηση των ζημιών ως αναγράφεται επί του Τεκμηρίου έχει γίνει αποδεκτή από την πλευρά των Εναγομένων. Όπως δείχνει η Εκτίμηση των ζημιών , όλες οι ζημιές που υπέστηκε το αυτοκίνητο του Ενάγοντα είναι στην δεξιά μπροστινή και πισινή πόρτα του αυτοκινήτου του Ενάγοντα. Το σχεδιάγραμμα με τον τρόπο που αποτυπώνει τις θέσεις των δυο οχημάτων δείχνει την σύγκρουση μεταξύ των δυο οχημάτων στο μπροστινό δεξί μέρος πριν την πόρτα του οδηγού του αυτοκινήτου του Ενάγοντα συνεπώς έρχεται σε σύγκρουση με τα όσα ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται και ως εκ τούτου η μαρτυρία του σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα απορρίπτεται. Προχωρώντας να εξετάσω την θέση του Ενάγοντα σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα θα καταφύγω και πάλι στην μαρτυρία που έχει κατατεθεί και έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στις φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί από τον Ενάγοντα φαίνονται ευκρινώς οι αριθμοί εγγραφής των δύο ενεχόμενων στο επίδικο δυστύχημα οχημάτων καθώς και η σήμανση του δρόμου. Αυτό που δεν φαίνεται είναι να υποστηρίζουν την θέση του Ενάγοντα ότι δηλαδή το φορτηγό που οδηγούσε ο Εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του αφού οι φωτογραφίες δείχνουν το πίσω μέρος του φορτηγού καθώς και το πίσω μέρος του αυτοκινήτου να πατούν πάνω στην άσπρη διακεκομμένη γραμμή της λωρίδας που τους χωρίζει. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεκτώ ότι πλήρη ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο Εναγόμενος 2, ως η θέση του Ενάγοντα. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή και πραγματική μαρτυρία θα προχωρήσω να εξετάσω το θέμα καταμερισμού της ευθύνης για το επίδικο δυστύχημα. Ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων οδηγών γίνεται στη βάση όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και στη βάση κοινής λογικής (βλ. Christodoulou v. Menicou and others
(1966)1 C.L.R. 17). Αποφασίζεται αρχικά κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια εναντίον του εναγομένου και αν ναι, τότε εξετάζεται με βάση το άρθρο 57 του Κεφ. 148 κατά πόσο ο ενάγοντας έχει οποιαδήποτε συντρέχουσα αμέλεια. Στην υπόθεση Φοίβος Μαυρίδης v. Rima J. Dharaghji και άλλων
(1990)1 Α.Α.Δ λέχθηκε ότι στον καταμερισμό της ευθύνης οι δύο καθοριστικοί παράγοντες είναι: Η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης (βλ. επίσης Κυριάκος Χριστοδούλου v. Γρηγόρης Γρηγορίου
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 178). Το πρώτο ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση, είναι κατά πόσο ο εναγόμενος 2 είναι ένοχος αμέλειας και ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Με βάση λοιπόν, την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία καταλήγω σε εύρημα ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε πάνω στην διακεκομμένη άσπρη γραμμή της λωρίδας που χώριζε τα δυο αυτοκίνητα . Κρίνω επί τούτου ότι ο Εναγόμενος 2 δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια κατά την είσοδό του στην Λεωφόρο Στασίνου και φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Στην προσπάθεια του να ευθυγραμμιστεί στη λωρίδα κυκλοφορίας του πάτησε την άσπρη διακεκομμένη γραμμή και παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα του Ενάγοντα το οποίο επίσης έστριβε για να εισέλθει στην διπλανή του λωρίδα κυκλοφορίας Έχοντας υπόψη την πιο πάνω οδική συμπεριφορά του Εναγομένου 2 και τις πιο πάνω παραλείψεις του, καταλήγω ότι αυτός δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος του και ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα έναντι του Ενάγοντα. Από την άλλη θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο και ο Ενάγοντας είναι ένοχος συντρέχουσας αμέλειας και φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Κατά την είσοδό του στην Λεωφόρο Στασίνου και στην προσπάθεια του να ευθυγραμμιστεί στη λωρίδα κυκλοφορίας του πάτησε την άσπρη διακεκομμένη γραμμή και παρέλειψε να αντιληφθεί το όχημα του Εναγομένου το οποίο επίσης έστριβε για να εισέλθει στην διπλανή του λωρίδα κυκλοφορίας . Έχοντας υπόψη την πιο πάνω οδική συμπεριφορά του Ενάγοντα και τις πιο πάνω παραλείψεις του, καταλήγω ότι ομοίως με τον Εναγόμενο ούτε ο ίδιος επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος του και δεν πήρε για το ίδιο του συμφέρον τις λογικές προφυλάξεις κατά την είσοδό του στον δρόμο και έτσι συνέβαλε με τη έλλειψη φροντίδας στην ζημιά του. Υπό τις περιστάσεις και έχοντας υπόψη τις αρχές καταμερισμού της ευθύνης, την κοινή λογική και την εμπειρία θεωρώ ορθό όπως η ευθύνη καταμεριστεί σε 50% για τον Εναγόμενο 2 και σε 50% για τον Ενάγοντα. Η αγόρευση της ευπαίδευτης συνήγορου των Εναγομένων εισηγείται ότι η συνένωση της ασφαλιστικής εταιρείας, του οδηγού και του ιδιοκτήτη στην αγωγή ως συνεναγομένων αποτελεί κατάχρηση και η αγωγή πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο αυτό. Παρά ταύτα στην Έκθεση Υπεράσπισης, η οποία είναι κοινή για όλους τους Εναγόμενους, ουδέν τέτοιο ζήτημα εγείρεται ενώ παραδέχονται ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν ο οδηγός του αυτοκινήτου ΚΜΕ 183 το οποίο ήταν ασφαλισμένο στους Εναγόμενους 1 και οδηγείτο με την συγκατάθεση και για λογαριασμό των Εναγομένων 3. Συνεπώς δεν μπορεί να εγείρεται στο στάδιο των Γραπτών Αγορεύσεων οιονδήποτε θέμα που θα έπρεπε να είχε τεθεί είτε στην δικογραφία είτε σε άλλο στάδιο της διαδικασίας. Με δεδομένο ότι οι ειδικές αποζημιώσεις έγιναν παραδεκτές κατά την Ακρόαση της υπόθεσης στο ποσό των €1894,83 (μετά από περιορισμό της απαίτησης) και μετά την κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον Καταμερισμό της Ευθύνης εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €947,42 που αντιπροσωπεύει το ½ των ειδικών αποζημιώσεων που διεκδικεί ο Ενάγοντας πλέον νόμιμο τόκο από την 18/2/2013 ημέρα του δυστυχήματος . Επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τα έξοδα της αγωγής την κλίμακα επιτυχίας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου. Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφον: Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.