Αθανάσιου Κυριακού ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριακού, Αγωγή Αρ. 3273/16, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3273/16 Μεταξύ: Αθανάσιου Κυριακού Ενάγοντος και Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριακού Εναγομένης Αίτηση ημερ. 3.8.16 υπό Εναγομένης για Ακύρωση Επίδοσης Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κ. Μ. Γεωργίου για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για Καθ΄ου η Αίτηση: κα Σ. Ανδρέου με κα Παπαχαραλάμπους για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση της η Εναγόμενη-Αιτήτρια αιτείται την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της επίδοσης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στις Δ.2 θ.9, Δ.5 θ.2, Δ.16 θ.9, Δ.48 θ.1-4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της (Εναγομένης) στην οποίαν προβάλλει ότι: i. Το κλητήριο το εντόπισε ο σύζυγος της εντός του ταχυδρομικού κιβωτίου το οποίο ευρίσκεται στην εξωτερική πλευρά της περίφραξης της οικίας τους, χωρίς οποτεδήποτε η ίδια να έχει ειδοποιηθεί για οτιδήποτε σχετικό. ii. Κατά παράβαση της Δ.2 θ.9 το κλητήριο δεν καθορίζει με επάρκεια το κείμενο το οποίο συνιστά τον κατ΄ ισχυρισμό λίβελο, παρά μόνο γίνεται αναφορά σε επιστολή ημερ. 25.5.16, χωρίς όμως να παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο. Ο Ενάγων-Καθ΄ ου με την ένσταση του προέβαλε επτά λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι:
- Η επίδοση είναι κανονική.
- Το κλητήριο αφέθηκε και ή παραδόθηκε και ή επιδόθηκε στον χώρο που ευρίσκετο η Εναγόμενη και ή στην παρουσία της.
- Η Αιτήτρια προσέρχεται στο Δικαστήριο με κακή πίστη, αποκρύβει την αλήθεια ενώ προβάλλει ψευδείς και ή ανυπόστατους ισχυρισμούς.
- Η αιτούμενη θεραπεία έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Καθ΄ ου. Η ένσταση συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη του ίδιου του Ενάγοντος στην οποία, μεταξύ άλλων, επεξηγεί τον τρόπο επίδοσης αναφερόμενος σε ειδοποιήσεις του Ιδιώτη Επιδότη και απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας για αδυναμία της να αντιληφθεί ποια επιστολή συνιστά το δυσφημιστικό δημοσίευμα. Η δεύτερη (ένορκη δήλωση) έγινε από τον Ιδιώτη Επιδότη Βάσο Χριστοφόρου και σε αυτή αναφέρει μεταξύ άλλων στις παρ. 4 και 5: «
- Προσπάθησα επανειλημμένα να επιδώσω την αγωγή, αλλά αυτό δεν ήταν κατορθωτό, καθώς η οικία της Εναγόμενης ήταν πάντοτε κλειστή και είχε 3 σκύλους στο εσωτερικό της αυλής και δεν μπορούσα να εισέλθω.
- Στις 18/7/2016 πήγα ξανά στην οικία της Εναγόμενης-Αιτήτριας για να επιδώσω την παρούσα αγωγή, η Εναγόμενη βρισκόταν στο μπαλκόνι της οικίας της, την ενημέρωσα ποιος ήμουν και επίσης ότι είχα έρθει για να της επιδώσω την παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη αρνήθηκε να μου ανοίξει την πόρτα για να παραλάβει το Κλητήριο Ένταλμα και για αυτό τον λόγο άφησα το Κλητήριο Ένταλμα έξω από την οικία της». Νομική Πτυχή Έχει ήδη καταστεί σαφές από τα προαναφερθέντα πως το πρώτο θέμα το οποίο εγείρει η Αιτήτρια αφορά την κανονικότητα - ορθότητα της επίδοσης. Είναι καλώς γνωστή η αρχή που προκύπτει από την υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 43 ότι το ζήτημα αυτό συσχετίζεται βάσιμα με το άρθρο 30.3 του Συντάγματος και το κατοχυρωμένο θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα γνώσης των λόγων για τους οποίους κάποιος εγκαλείται στο Δικαστήριο. Το ζήτημα της επίδοσης κλητηρίου σε φυσικό πρόσωπο ρυθμίζεται από τη Δ.5 θ.2 η οποία προνοεί σχετικά - μεταξύ άλλων - ότι «[Η] επίδοση πρέπει, όταν είναι πρακτικό να γίνεται δια της αφέσεως του αντιγράφου στο πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να επιδοθεί..». Όσον αφορά τη διακρίβωση των γεγονότων η γενική αρχή, ιδιαίτερα μετά τη σχετική τροποποίηση της Δ.48 θ.4, είναι πως το πραγματικό υλικό επί του οποίου εδράζεται μια αίτηση περιλαμβάνεται σε ένορκες δηλώσεις και υπάρχει υποχρέωση διαπίστωσης των πραγματικών γεγονότων που συνθέτουν την αίτηση (υπ. Digimed Communications Ltd v. I. Nera Asa κ.α.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 625). Με βάση την υπ. Fashion Box S.P.A. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)I(Γ) Α.Α.Δ. 1858 "αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα, μεταξύ του αιτητή και οποιουδήποτε προσώπου που καταθέτει ειδοποίηση ένστασης, ο αιτητής ή ο ενιστάμενος θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται, στο βαθμό που το βάρος απόδειξης τον βαραίνει". Σημειώνεται πως αυτό μπορεί να γίνει μέσω συμπληρωματικής δήλωσης ή και αντεξέτασης (βλ. και υπ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980. Το βασικό ερώτημα λοιπόν είναι κατά πόσον όντως ο Ιδιώτης Επιδότης επισκέφθηκε την Εναγόμενη στις 18/7/16 και επέδωσε κατά κανονικό τρόπο το κλητήριο ένταλμα. Εξετάζοντας τον ισχυρισμό αυτό το Δικαστήριο έχει, με βάση την υπ. Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938, την ευχέρεια να αντλήσει πληροφορίες και στοιχεία από έγγραφα τα οποία αποτελούν μέρος του δικαστηριακού φακέλου. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο σύζυγος της εντόπισε το κλητήριο στο ταχυδρομικό κιβώτιο της οικίας διαμονής τους και ότι η ίδια σε καμιά περίπτωση δεν ειδοποιήθηκε από οποιονδήποτε για το θέμα. Όμως ο Ιδιώτης Επιδότης, ο οποίος διενήργησε την επίδικη επίδοση προβάλλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή στη δική του ένορκη δήλωση. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι αφενός βρήκε την Αιτήτρια να είναι στο μπαλκόνι της εν λόγω οικίας τους και αφετέρου ότι την ενημέρωσε για την ταυτότητα και ιδιότητα του, καθώς και τον σκοπό της επίσκεψης του, πλην όμως η ίδια αρνήθηκε να του ανοίξει την πόρτα και να παραλάβει το κλητήριο, οπότε το άφησε έξω από την οικία της. Οφείλω να παρατηρήσω πως τα όσα αναφέρει σε αυτή την ένορκη δήλωση του συνάδουν με τα όσα είχε αναφέρει και στην Ένορκη Δήλωση Επίδοσης του ημ. 22.7.16, την οποίαν καθηκόντως είχε συντάξει και παραδώσει στον Πρωτοκολλητή, οπότε καταχωρίστηκε στον φάκελο. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως η παράλειψη αντεξέτασης του Επιδότη καθιστά τις δικές του θέσεις ως προς τα διαδραματισθέντα αναντίλεκτες και κατά συνέπειαν αποδεκτές (βλ. Αναφορικά με αίτηση της Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013, 1. Favero General Trading Ltd κ.α. ν. Medousa Constructions Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2476). Η Αιτήτρια επικαλέστηκε ότι η επίδοση δεν ήταν καλή στηριζόμενη επί συγκεκριμένων γεγονότων και υπ΄ αυτές τις περιστάσεις η ίδια είχε το βάρος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζει μια τέτοια εισήγηση. Το οποίο βεβαίως και δεν έχει αποσείσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, είτε προσκομίζοντας αντικρουστική μαρτυρία είτε αντεξετάζοντας τον Ιδιώτη Επιδότη. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον η επίδοση με τον πιο πάνω τρόπο είναι καλή επίδοση εν τη εννοία της Δ.5 θ.2. Η απάντηση δίδεται στο ακόλουθο απόσπασμα από το Annual Practice 1958 στα σχόλια της O.9 r.2 σελ. 102: "The manner in which personal service is now made. This is serving the defendant with a copy of the writ and showing him the original if he desires it (Goggs v. Huntingtower (Lord)
(1844), 12 M. & W. 503, per Alderson, B.) To effect personal service the clerk or other person intrusted with the task should first satisfy himself that he has found the right man. He should then hand to and leave with the person to be served a copy of the writ, and, if asked, show him the original. If the person served will not take the copy, he should tell him what it contains and leave it as nearly in his possession or control as he can". Είναι λοιπόν προφανές πως αυτό ακριβώς έπραξε ο Επιδότης στην παρούσα περίπτωση. Γνώριζε εκ των προτέρων την Αιτήτρια, της εξήγησε την πρόθεση του για επίδοση του κλητηρίου της παρούσας και αντιλαμβανόμενος την άρνηση της να το παραλάβει το άφησε έξω από την οικία της. Σημειώνω πως παρότι ο ίδιος δεν έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες εντούτοις η Αιτήτρια ομολογεί ότι το κλητήριο αφέθηκε στο ταχυδρομικό τους κιβώτιο. Υπό τις περιστάσεις λοιπόν κρίνεται πως αυτό αφενός ήταν το πλησιέστερο σημείο και αφετέρου πως με αυτό τον τρόπο περιήλθε τόσο στην κατοχή όσο και στον έλεγχο της Αιτήτριας (βλ. υποθ. Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 64). Συνεπώς ο ισχυρισμός και η αντίστοιχη θέση για ύπαρξη κακής επίδοσης απορρίπτεται. Η δεύτερη εισήγηση του κ. Γεωργίου ήταν πως ναι μεν απαιτείται βάσει της Δ.2 θ.6 γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο στις περιπτώσεις λιβέλου, πλην όμως με βάση τη Δ.2 θ.9 θα έπρεπε στη γενική οπισθογράφηση να οπισθογραφείται ολόκληρο το λιβελογράφημα. Η εν λόγω Δ.2 θ.9 προνοεί ότι: "
- In actions for libel the indorsement on the writ shall state sufficient particulars to identify the publications in respect of which the action is brought". Στο Annual Practice 1958, όσον αφορά το νόημα του όρου «επαρκείς λεπτομέρειες» (sufficient particulars) στα σχόλια της O.3 r.9 η οποία είναι πανομοιότυπη με τον ημεδαπό θεσμό αναφέρεται ότι: "Sufficient Particulars. - In a libel action it is essential to know the very words on which the claim is founded. The actual words must be set out. In Collins v. Jones, [1955] 2 W. L. R. 813, C.A. it was held that, where the words complained of were alleged to have occurred in letters, the plaintiff must furnish particulars of each letter specifying the date, time and place of publication of each, identifying those to whom publication was alleged and setting out the precise words complained of in each letter". Από τα πιο πάνω προκύπτει σαφέστατα πως στην περίπτωση επιστολής, ο όρος «επαρκείς λεπτομέρειες» εκτός από τα στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό - ταυτοποίηση της επιστολής (ήτοι ημερομηνία, χρόνος, τόπος δημοσίευσης και παραλήπτες) περιλαμβάνει και τις ακριβείς λέξεις για τις οποίες παραπονείται ο ενάγων (". the precise words complained of."). Είναι δε προφανές στην παρούσα περίπτωση πως παρότι έχουν παρατεθεί στην οπισθογράφηση τα υπόλοιπα στοιχεία, εντούτοις δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά σε δυσφημιστικές λέξεις για τις οποίες παραπονείται ο ενάγων. Αναμφίβολα πρόκειται για μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και δη την προαναφερθείσα Δ.2 θ.
- Προβάλλει λοιπόν το ερώτημα κατά πόσον η εν λόγω μη συμμόρφωση είναι θεραπεύσιμη ή όχι βάσει της ισχύουσας Δ.
- Η Δ.64 θ.1
(1)προβλέπει μεταξύ άλλων πως η μη συμμόρφωση λόγω παραλείψεως με τα προβλεπόμενα στους κανονισμούς αναφορικά με τύπο ή περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας θα θεωρείται παρατυπία και δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η δε Δ.64 θ.1
(2)προνοεί πως στην περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης το Δικαστήριο δύναται είτε να παραμερίσει τη διαδικασία (ή βήμα ή έγγραφο ή απόφαση ή διάταγμα) είτε να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον. Με το θέμα υπήρξε ενασχόληση στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534 στην οποίαν η ουσία της Δ.64 συνοψίστηκε ως εξής: «Βασικά η νέα Δ.64 κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1Α ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513». Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων ήταν υποχρεωμένος να καταχωρίσει την αγωγή επί κλητηρίου γενικώς οπισθογραφημένου παρότι η διαφορά μεταξύ γενικής και ειδικής οπισθογράφησης φαίνεται σήμερα να έχει περισσότερο ιστορική σημασία παρά πρακτική (όπως έχει λεχθεί στην υπόθ. Φαλέκκου ανωτέρω). Στην πραγματικότητα η Εναγόμενη δεν επηρεάζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από το ότι δεν καταγράφηκαν οι συγκεκριμένες λέξεις (τις οποίες ο Ενάγων θεωρεί δυσφημιστικές), υπό την έννοια ότι δεν απαιτείτο η καταχώριση οποιασδήποτε υπεράσπισης ή άλλης δικής της τοποθέτησης πριν την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης. Ειδικά δε στην παρούσα θα πρέπει να επισημανθεί πως εν τέλει καταχωρίστηκε τέτοια Έκθεση Απαίτησης στις 18.11.16, δηλαδή ναι μεν μετά την καταχώριση της υπό κρίσιν ενδιάμεσης αίτησης (ημ. 3.8.16), αλλά από την άλλη αρκετά πριν την ακρόαση της εν λόγω αίτησης. Στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθεται αυτούσια η πολυσέλιδη επιστολή ημ. 25.5.16, εξειδικεύονται οι αναφορές για τις οποίες υπάρχει παράπονο (περί κλοπής, κλεπταποδοχής, κακοδιαχείρισης κ.λ.π.) ενώ παρατίθενται και αναφορές υπαινιγμών εναντίον της προσωπικότητας του. Παρόμοιες περιστάσεις υπήρξαν στην υπόθ. Grounsell v. Cuthell and Another
(1952)2 All E.R. 135 στην οποία κρίθηκε πως παρατυπία στη γενική οπισθογράφηση είχε θεραπευθεί με την καταχώριση Έκθεσης Απαίτησης σε χρόνο μετά την αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου αλλά πάντως πριν την ακρόαση τέτοιας αίτησης. Είχε κριθεί βασικά πως η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ του ενάγοντος δεν αποστερούσε τον εναγόμενο από την υπεράσπιση του. Αναφορά στην υπόθ. Grounsell (ανωτέρω) έγινε στην υπόθ. Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551, στην οποίαν το Ανώτατο Δικαστήριο χαρακτήρισε ως εύστοχη την αναφορά του Πρωτόδικου Δικαστηρίου «. στο θεραπεύσιμο τέτοιων παρατυπιών με την έκθεση απαίτησης». Κατάληξη Με βάση το πιο πάνω πραγματικό υπόβαθρο, τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και τις νομολογιακές αρχές καταλήγω ότι: - Αφενός η διενεργηθείσα επίδικη επίδοση ήταν καλή και έγκυρη και - Αφετέρου η σημειωθείσα μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς έχει θεραπευθεί εγκαίρως με την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης κατά τρόπον που η έκδοση Διατάγματος Άρσης της παρατυπίας δεν επηρεάζει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη θέση και τα δικαιώματα της Εναγομένης, οπότε και εκδίδεται εν τη ενασκήσει της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Κατά συνέπειαν η αίτηση για ακύρωση της επίδοσης του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου στη βάση των προωθηθέντων δύο πιο πάνω λόγων απορρίπτεται. Υπό άλλες περιστάσεις η Αιτήτρια θα έπρεπε να καταδικαστεί και στο σύνολο των εξόδων της αίτησης ως η αποτυχών διάδικος πλην όμως συνεκτιμώντας ότι δικαιωματικά καταχώρισε την αίτηση της πριν την Έκθεση Απαίτησης η οποία κρίθηκε ότι θεράπευσε την παρατυπία θεωρώ ότι θα δικαιούτο και η ίδια στο ήμισυ των εξόδων της αίτησης, όπως αντίστοιχα και ο Καθ΄ ου για το άλλο σκέλος. Υπ΄ αυτές δε τις περιστάσεις κρίνεται ορθότερο όπως μη εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα εις βάρος οιουδήποτε των διαδίκων και έκαστος εξ αυτών καταβάλει τα δικά του έξοδα. Με βάση όλα τα ανωτέρω η αίτηση απορρίπτεται. Κάθε πλευρά να καταβάλει τα δικά της έξοδα. (Υπ.).................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο