← Κύπρος

NRC HOLDING LIMITED κ.α. ν. ANATOLY DANILITSKIY κ.α., Αρ. Αγωγής: 6423/15, 28/2/2017

NRC HOLDING LIMITED κ.α. ν. ANATOLY DANILITSKIY κ.α., Αρ. Αγωγής: 6423/15, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A106 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6423/15 Μεταξύ: 1. NRC HOLDING LIMITED 2. GALAMA INVESTMENTS LIMITED 3. BECHEM SERVICES LIMITED 4. CAVENHAM LIMITED 5. CAYWOOD LIMITED 6. GILLICK (OVERSEAS) LIMITED 7. GRABOR TRADING (OVERSEAS) LIMITED 8. HERSCHEL CONSULTANTS (OVERSEAS) LIMITED 9. RENDITE COMPANY LIMITED 10. SORTINI INDUSTRIES LIMITED 11. ALEXANDER LEBEDEV Εναγόντων και 1. ANATOLY DANILITSKIY 2. EARGLE SERVICES LIMITED 3. UNITED FINANCE LIMITED 4. ABRO FINANCIAL LIMITED 5. TRISTAR TRANSPORT LIMITED 6. LAVERTON TRADING LIMITED 7. BASTON INVESTMENTS LIMITED Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 23.12.15 Για Έκδοση/Οριστικοποίηση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Φεβρουαρίου, 2017. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Ν. Κυπραίος, για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ38) και οι κ.κ. Στ. Αμερικάνος και Γ. Κούμας, για Στέλιος Αμερικάνος & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ452). Για τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η αίτηση: Ο κ. Α. Χαβιαράς, για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (ΔΘ236). Για τους Εναγόμενους 2-7/Καθ' ων η αίτηση: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς στις 29.12.15, στο πλαίσιο αίτησης των εναγόντων/αιτητών ημερομηνίας 23.12.15 («τα διατάγματα»). Τα διατάγματα, ως συνετάχθησαν την 30.12.15, έχουν ως εξής: « ............................................... ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΠΑΓΟΠΟΙΕΙ ΚΑΙ/Η ΔΕΣΜΕΥΕΙ όλους τους λογαριασμούς των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και/ή οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που έχουν ή δικαιούνται υπό τύπον καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα ή άλλως πως ή που με οποιοδήποτε τρόπο οφείλονται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση από τρίτους, μέχρι ποσού €121,959,932 μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου ή μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους και/ή εντολοδόχους και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους και/ή τους εξουσιοδοτημένους υπογραφείς τους και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου νομικού και/ή φυσικού προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό και/ή προς το συμφέρον τους να αποξενώσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να δωρίσουν και/ή να επιβαρύνουν και/ή να υποθηκεύσουν και/ή να ρευστοποιήσουν και/ή να διαθέσουν ή εκχωρήσουν με οιοδήποτε τρόπο οποιαδήποτε ακίνητη και κινητή περιουσία των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση οιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό εισπρακτέων, που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι τους ή στο όνομα άλλων ατόμων για λογαριασμό των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, που είτε ανήκουν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα με άλλους, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας, και/ή άμεσα ή έμμεσα έχουν συμφέρον μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών και/ή σαν πραγματικοί ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι (beneficial owners) μέχρι ποσού €121,959,932 μέχρι την πλήρη και/ή τελική αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και επιβαρύνει το συμφέρον του Εναγομένου/Καθ' ου η Αίτηση 1 στις Εναγόμενες/Καθ' ων η Αίτηση 2 έως 7. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους και/ή τους εξουσιοδοτημένους υπογραφείς τους και/ή μέσω οποιουδήποτε άλλου νομικού και/ή φυσικού προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό και/ή προς το συμφέρον τους, από του να ψηφίσουν και/ή να εξουσιοδοτήσουν και/ή να προκαλέσουν και/ή να πραγματοποιήσουν και/ή να διευκολύνουν και/ή να επιτρέψουν και/ή να ανεχθούν οποιεσδήποτε αποφάσεις και/ή πράξεις που θα έχουν ως άμεσο ή έμμεσο αποτέλεσμα να αποξενώσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να επιβαρύνουν και/ή να υποθηκεύσουν και/ή να ρευστοποιήσουν και/ή να διαθέσουν και/ή εκχωρήσουν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο: (α) οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που έχουν ή δικαιούνται υπό τύπον καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα ή άλλους ή που με οποιοδήποτε τρόπο οφείλονται στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση από τρίτους, μέχρι ποσού €121,959,932, και (β) οποιαδήποτε άλλα ακίνητα και κινητά περιουσιακά στοιχεία τους οποιασδήποτε μορφής, συμπεριλαμβανομένων χωρίς περιορισμό εισπρακτέων, επ' ονόματι τους ή στο όνομα άλλων ατόμων για λογαριασμό των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, που είτε ανήκουν στους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα με άλλους, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και/ή άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών και/ή σαν πραγματικοί ιδιοκτήτες ή δικαιούχοι (beneficial owners), μέχρι την πλήρη και/ή τελική αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπηρέτες και/ή πληρεξούσιους αντιπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένους υπογραφείς τους από το να προβούν ή να εγγράφουν ή να προκαλέσουν και/ή να συναινέσουν και/ή να συμφωνήσουν και/ή να αποφασίσουν οποιαδήποτε αλλαγή ή επιβάρυνση στο μητρώο μελών και/ή στο μητρώο επιβαρύνσεων τους και/ή στο μετοχικό κεφάλαιο τους, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ την πληρωμή μερισμάτων που τυχόν να καταστούν πληρωτέα σε σχέση με τις μετοχές που κατέχει ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 στις Εναγόμενες/Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 και/ή το οποίο να διατάσσει όπως τα μερίσματα σε σχέση με τις μετοχές που κατέχει ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση 1 στις Εναγόμενες/Καθ' ων η Αίτηση 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή 5 και/ή 6 και/ή 7 κατακρατούνται σε ξεχωριστό λογαριασμό. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και παρέχει το δικαίωμα στους Αιτητές να πληροφορηθούν από οποιαδήποτε Τράπεζα για το τυχόν ποσό που δεσμεύεται στους λογαριασμούς που διατηρούνται στο όνομα ή/και λογαριασμό ή/και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση ως αναφέρεται πιο πάνω. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως οι Εναγόμενοι/Καθ' ών η Αίτηση, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών, υπαλλήλων τους ή/και αντιπροσώπων τους ή/και διευθυντών ή/και τους συνεργατών και/ή πληρεξούσιων αντιπροσώπων τους και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό τους και/ή με βάση τις οδηγίες και/ή διαταγές και/ή εξουσίες των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση ή οποιονδήποτε εξ' αυτών, ο καθένας ξεχωριστά, εντός 7 (επτά) εργάσιμων ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς ετοιμάσουν, (στην περίπτωση των Καθ' ων η Αίτηση που είναι νομικές οντότητες μέσω ενός εκ των διοικητικών τους συμβούλων ή μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου με εξουσία ενέργειας) ορκιστούν, καταθέσουν και παραδώσουν στους κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. και κ.κ. Στέλιος Αμερικάνος & Σια Δ.Ε.Π.Ε. («Οι Δικηγόροι»), ένορκο δήλωση ή ένορκες δηλώσεις στην οποία ή στις οποίες να απαντώνται και να αποκαλύπτονται αναλυτικά και με λεπτομέρειες, εξ' όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, τις ακόλουθες πληροφορίες: (
  2. i)Οποιεσδήποτε πληροφορίες για τα περιουσιακά στοιχεία ή/και οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία έχουν προς όφελος τους οι Καθ' ων η Αίτηση, είτε άμεσα (directly) είτε έμμεσα (indirectly) μέσω οποιουδήποτε νομικού προσώπου και/ή εταιρείας και/ή καταπιοτεύματος και/ή άλλως πως. (iii) Αποκάλυψη όλων των τραπεζικών λογαριασμών που ανήκουν άμεσα (directly) είτε έμμεσα (indirectly) μέσω οποιουδήποτε νομικού προσώπου ή/και εταιρείας ή/και καταπιστεύματος στους Καθ' ων η Αίτηση και/ή είναι υπό τον έλεγχο των Καθ' ων η Αίτηση σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή πιστωτικό οργανισμό, εντός και εκτός Κύπρου, με ιδιαίτερα τον αριθμό λογαριασμού και των λεπτομερειών του λογαριασμού και το υπόλοιπο τέτοιων λογαριασμών και περαιτέρω να αποκαλύψουν ταυτότητες, διευθύνσεις, έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds) των Καθ' ων η Αίτηση. (
  3. iv)Οποιεσδήποτε πληροφορίες, έγγραφα που είναι στην κατοχή ή/και εξουσία ή/και έλεγχο τους και τα οποία αφορούν ή έχουν σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς οποιουδήποτε καταπιστεύματος έχει συσταθεί ή/και αφορά ή/και στο οποίο έχουν άμεσο και/ή έμμεσο συμφέρον οι Καθ' ων η Αίτηση και/ή στο οποίο είναι πραγματικοί ή/και τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owner) οι Καθ' ων η αίτηση. (ν) Να αναφέρουν ή/και να εξειδικεύουν όλους τους Τραπεζικούς Λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση που διατηρούσαν ή διατηρούν είτε στο όνομα τους είτε ως δικαιούχοι ή/και τους ιδιοκτήτες. Τα αιτητικά 8(II) (VI) και (VII) της υπό εξέταση αίτησης ορίζονται για επίδοση στις 7.1.16. Oι εναγόμενοι δύνανται να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στις 7.1.16 και ώρα 9.30π.μ. και δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει. Τα έξοδα επιφυλάσσονται». Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ενάγοντες/αιτητές απέσυραν τα αιτητικά 8(ii), (
  4. vi)και (vii). Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση 2-7, παρά τις σχετικές επιδόσεις, δεν έχουν καταχωρίσει ένσταση ούτε και εμφάνιση στη διαδικασία. Συνθέτει τη βάση αγωγής των εναγόντων/αιτητών το ότι (ως διατείνονται), οι τελευταίοι υπέστησαν ζημιές συνεπεία δόλου και απατηλών ενεργειών των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση μεταξύ 2006 και 2008, με το απαιτούμενο ποσό ύψους €121.959.932,00, να αξιώνεται από τον εναγόμενο 1/καθ' ου η αίτηση ως τον πρωταγωνιστή, εγκέφαλο και εμπνευστή του επίδικου συνωμοτικού σχεδίου. Πιο συγκεκριμένα, η απαίτηση (ως καταγράφεται στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), επιζητεί την επιδίκαση αποζημιώσεων προς όφελος των εναγόντων/αιτητών: «

(1). συνεπεία δόλου και/ή σειράς δολίων ή απατηλών ενεργειών του Εναγομένου 1 (που περιγράφονται κατά τρόπο γενικό στον πιο κάτω Πίνακα Α) κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009, και/ή οποιουδήποτε και/ή οποιωνδήποτε των Εναγομένων, ενεργούντων με πρωταγωνιστή και/ή εγκέφαλο τον Εναγόμενο 1, βοηθούμενο ενεργώς από τους λοιπούς Εναγομένους και/ή οποιονδήποτε και/ή οποιουσδήποτε απ' αυτούς και/ή εταιρείες του Εναγομένου 1 που έχουν διαγραφεί και/ή τρίτους, ενεργούντος ως πρωταγωνιστή και/ή ως εμπνευστή του όλου δολίου σχεδίου και/ή των εκάστοτε επί μέρους δολίων ενεργειών και βοηθουμένου σε σχέση με τις επί μέρους δόλιες ενέργειές του από τους λοιπούς Εναγομένους και/ή οποιονδήποτε και/ή οποιουσδήποτε απ' αυτούς και/ή τρίτους, και/ή,
(2). συνεπεία συνωμοσίας και/ή συνωμοσιών κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009, του Εναγομένου 1 με τους Εναγομένους και/ή οποιονδήποτε και/ή οποιουσδήποτε απ' αυτούς και/ή και με άλλα πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, και/ή,
(3). συνεπεία παραβάσεως και/ή παραβάσεων κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009, υπό του Εναγομένου 1 και/ή του Εναγομένου 1 με την βοήθεια και/ή ενεργό συμμετοχή των λοιπών Εναγομένων και/ή οποιωνδήποτε και/ή οποιουδήποτε απ' αυτούς, του καθήκοντος εμπιστοσύνης (breach of fiduciary duty) και/ή των νομίμων του καθηκόντων προς τις Ενάγουσες, που υπείχε ο Εναγόμενος 1 ως Διευθύνων Σύμβουλος και/ή ως Πρώτος Εκτελεστικός Αξιωματούχος και/ή ως διευθύνων και/ή ως de facto διευθύνων αξιωματούχος και διευθυντής της Ενάγουσας 1 και των υπόλοιπων Εναγόντων κατά την χρονική περίοδο από την 01/01/2006 μέχρι και την 19/06/2009, και/ή,
(4). συνεπεία παραβάσεως και/ή παραβάσεων της εξουσιοδότησης που οι Ενάγοντες έδωσαν στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009, υπό του Εναγομένου 1 και/ή του Εναγομένου 1 με τη βοήθεια και/ή ενεργό συμμετοχή των λοιπών Εναγομένων και/ή οποιωνδήποτε και/ή οποιουδήποτε απ' αυτούς, και/ή,
(5). κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009 συνεπεία παράνομης και/ή άδικης ιδιοποίησης και/ή παράνομης και/ή άδικης οικειοποίησης και/ή κατακράτησης χρημάτων και/ή αδικαιολόγητου και/ή αθέμιτου πλουτισμού των Εναγόντων από τον Εναγόμενο 1 και/ή τον Εναγόμενο 1 με την βοήθεια και/ή ενεργό συμμετοχή των λοιπών Εναγομένων και/ή οποιωνδήποτε και/ή οποιουδήποτε απ' αυτούς, και/ή,
(6). κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009, συνεπεία δόλιων και/ή απατηλών ενεργειών και/ή σχεδιασμών και/ή άλλως του Εναγομένου 1 προς και/ή με αποτέλεσμα την διοχέτευση και/ή την παράνομη και/ή άδικη διοχέτευση χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων προς της Εναγόμενες εταιρείες και/ή προς άλλα πρόσωπα και/ή προς τον ίδιο τον Εναγόμενο 1 και/ή για χάρη και/ή προς όφελός του Εναγομένου 1, και/ή,
(7). κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009 συνεπεία διαφόρων παραβάσεων καθήκοντος επιμέλειας και/ή καθηκόντων επιβαλλομένων από τους νόμους και/ή κανονισμούς και/ή την νομολογία της Κυπριακής Δημοκρατίας σχετικά με την διεύθυνση εταιρειών και την χρήση των περιουσιακών τους στοιχείων προς όφελος των ιδίων των Εταιρειών και των μετόχων τους, και/ή
(8). ως αποτέλεσμα της ιδιοποίησης χρημάτων από τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγόντων από τους Εναγομένους, κατά ή περί την χρονική περίοδο από την 01/01/2004 μέχρι και την 12/05/2009, και/ή συνεπεία αδικαιολόγητου και/ή αθέμιτου πλουτισμού των Εναγομένων εις βάρος των Εναγόντων». Συνιστά τελική θέση των εναγόντων/αιτητών πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση των διαταγμάτων εναντίον όλων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση βάσει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, αλλά και της νομολογίας που περιστοιχίζει την απόδοση όμοιων προσωρινών μέτρων. Είναι η άποψη του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση ότι δεν ικανοποιούνται τα νομοθετικώς προαπαιτούμενα για την οριστικοποίηση των διαταγμάτων και πως, έτσι κι αλλιώς, η μονομερής αίτηση δεν μπορούσε να τύχει εξέτασης στο στάδιο που εκδόθηκαν τα διατάγματα αφού δεν συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου. Περαιτέρω και ανεξαρτήτως τούτου, τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν επειδή οι ενάγοντες/αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν προς το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα τα οποία, αν είχαν αποκαλυφθεί στο ex parte στάδιο, πιθανώς το Δικαστήριο να μην εξέδιδε τα διατάγματα, με την αξίωση στην αγωγή να έχει ούτως ή άλλως παραγραφεί και να καλύπτεται από συμφωνία διευθέτησης διαφορών υπαγόμενη σε άλλη συμφωνημένη δικαιοδοσία. Έλαβα υπόψιν καθετί που τέθηκε υπό μορφή μαρτυρίας και δικηγορικής επιχειρηματολογίας στην πλήρη έκταση τους, ως βρίσκονται, δηλαδή, καταχωρισμένα εντός του δικαστηριακού φακέλου και στα πρακτικά της δικαστικής διαδικασίας. Κατά κοινή και δικαιϊκή λογική, χρειάζεται να τύχουν ενασχόλησης από τώρα, τρεις θέσεις του εναγόμενου 1/καθ' ου η αίτηση, ήτοι, πρώτον, τα περί έλλειψης δικαιοδοσίας ή και αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση, δεύτερον, τα περί ανυπαρξίας εύλογου υποβάθρου προς κατάδειξη τού κατεπείγοντος του μονομερώς υποβληθέντος αιτήματος κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο υποβολής της αντίστοιχης αίτησης και τρίτον, τα περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων/αιτητών σύμφωνα με τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/
  1. Σε ό,τι αφορά στα περί δικαιοδοσίας, το παρόν Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 30.12.16, πως το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας κέκτηται, τωόντι, δικαιοδοσία να εκδικάσει την επίδικη διαφορά και - κατ' επέκτασιν - το επίδικο τώρα αίτημα. Η ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας/αρμοδιότητας απορρίπτεται. Απορρίπτεται όμως και η θέση του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση περί μη συντρέχειας τού στοιχείου του επείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου για τη μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Εξηγώ. Υποβάλλει ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση πως ο ενάγοντας 11/αιτητής γνώριζε για το δόλιο σχέδιο του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση από τις αρχές του έτους 2014, καταχωρίζοντας μάλιστα και αγωγή εναντίον του τελευταίου στο London High Court οf Justice στις 29.5.14, αποφεύγοντας οι ενάγοντες/αιτητές να εξηγήσουν την έκτοτε μεσολαβήσασα καθυστέρηση μέχρι την καταχώριση της παρούσας αγωγής (στις 23.12.15) και την (αυθημερόν) καταχώριση της επίδικης τώρα αίτησης για την έκδοση των διαταγμάτων, όπως ούτε και το γεγονός ότι ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση είχε παραδώσει φερόμενα τον έλεγχο των εναγόντων 1-10/αιτητών στον ενάγοντα 11/αιτητή το έτος 2009, με τον εναγόμενο 1/καθ' ου η αίτηση να αποχωρεί πλήρως από τους ενάγοντες 1-10/αιτητών από το έτος
  2. Αυτή λοιπόν η κατάσταση πραγμάτων, με την υπέρμετρη (ως διατείνεται ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση) καθυστέρηση στη λήψη των υποτίθεται αναγκαίων δικαστικών διαβημάτων δεν μπορεί παρά να εξοβελίσει κάθε ισχυρισμό περί κατεπείγουσας αναγκαιότητας έκδοσης των διαταγμάτων. Τα πράγματα όμως - και συμφωνώ με τους ενάγοντες/αιτητές - δεν παρουσιάζονται να είναι τόσο αποκρυσταλλωμένα σε ό,τι αφορά στο τι τούτα είναι που εκφράζουν επί της συζητούμενης πτυχής και το σημειώνω αυτό, εννοείται, στη μορφή και έκταση που επιτρεπτώς τούτα αποτιμώνται ενδιαμέσως (βλ. κατ' αναλογίαν, Φακοντή ν Κακουλή, ΠΕ 70/11, ημ. 23.6.15). Το τι είναι που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας αγωγής φαίνεται να απέρρευσε από μια χρονοβόρα, πολύ απαιτητική και επίπονη διερευνητική διεργασία που απαιτούσε προσεκτική μελέτη πολύ μεγάλου αριθμού τραπεζικών και άλλων πράξεων και συναλλαγών των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (αλλά κυρίως του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση) και που εκτείνονταν σε βάθος μερικών ετών στην Ρωσία, στην Ελβετία και τελικώς στην Κύπρο. Μόνο τα ηλεκτρονικά δεδομένα που αφορούν στην υπόθεση (βλ. Τεκμήρια 36-40), περιείχαν πέραν των 300.000 αρχείων και αποτελούνταν από σχεδόν ενάμιση εκατομμύριο σελίδες για περισσότερες των 6.000 συναλλαγών. Τα στοιχεία αυτά έτυχαν εγκληματολογικής αποτίμησης για να διαγνωσθεί το αν οι περί ων ο λόγος πράξεις ήσαν νόμιμες και δικαιολογημένες και αν στοιχειοθετούσαν υπόθεση εναντίον του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση. Όταν πλέον περί τα τέλη Νοεμβρίου 2015 ολοκληρώθηκε η έρευνα (βλ. Τεκμήριο 43) και οι ενάγοντες/αιτητές έλαβαν την αναγκαία μαρτυρία και άλλες πληροφορίες για ανάμειξη των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση στις αποδιδόμενες σε αυτούς δόλιες πράξεις, οι ενάγοντες/αιτητές τροχοδρόμησαν τα πράγματα ώστε σύντομα μετά να καταχωριστεί η παρούσα αγωγή. Υπό το πρίσμα επομένως αυτής της οπτικής, δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση από μέρους των εναγόντων/αιτητών στην επιδίωξη των επίδικων θεραπειών. Απεναντίας, τα όσα είχαν πλέον διαμορφωθεί ως δεδομένα κατά την γνώμη των εναγόντων/αιτητών τη συγκεκριμένη εκείνη στιγμή σαφώς είναι που καταδείκνυαν αντικειμενικώς στην κατεπείγουσα ανάγκη έκδοσης των διαταγμάτων. Αναφορικώς με τη θέση του εναγόμενου 1/καθ' ου η αίτηση ότι το δικαίωμα των εναγόντων/αιτητών έχει παραγραφεί σημειώνεται πως κατά το άρθρο 14 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/12, ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει αν η αγωγή αφορά σε δόλο του εναγομένου, ή αν ο τελευταίος έχει σκοπίμως αποκρύψει γεγονός σχετικό με τη βάση αγωγής, ή μέχρις ότου ο ενάγων ανακαλύψει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, την απόκρυψη ή το λάθος, αναλόγως της περίπτωσης. Ως διαφαίνεται εκ πρώτης όψεως από τα όσα τέθηκαν στο Δικαστήριο επί της πτυχής αυτής, οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση είχαν αποκρύψει τις δόλιες ενέργειες τους από τους ενάγοντες 1-10/αιτητές, με τους τελευταίους να διαπιστώνουν τα περί δολιότητας και άλλων τινών κατά τους χρόνους που έχουν ήδη καταγραφθεί ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, ως ορθώς και πάλι υπέδειξε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων/αιτητών, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής βρισκόταν σε ισχύ η μεταβατική διάταξη του άρθρου 26 του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου 66(Ι)/12 η οποία επέτρεπε την έγερση αγωγής μέχρι την 31.12.15, ασχέτως εάν η βάση αγωγής είχε διαμορφωθεί πριν από την ημερομηνία ισχύος του νομοθετήματος. Η ένσταση του εναγόμενου 1/καθ' ου η αίτηση περί παραγραφής απορρίπτεται. Δοθέντων των πιο πάνω, προέχει η απόφανση για το αν υπήρξε ή όχι ουσιώδης μη αποκάλυψη στο μονομερές στάδιο, ζήτημα που προώθησε ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση για την απόκρυψη στοιχείων αφορούντων στην εγκατάλειψη απαιτήσεων συνδεδεμένων με δόλο και άλλες αξιόποινες πράξεις, την έκταση της προτασσόμενης καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής και την προώθηση της ενδιάμεσης αίτησης που οδήγησε στην έκδοση των διαταγμάτων, αλλά και σε άλλες φερόμενες αναλήθειες που αποτυπώνονται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης του Alexander E Lebedev που συνοδεύει την αίτηση (μαζί με την ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Βασιλειάδη). Δεν έχει δίκαιο ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση και συμφωνώ με τα όσα εύστοχα υπογράμμισε επί τούτω ο κ. Κυπραίος στην αγόρευση του. Εξηγώ. Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν Adeona Holdings Limited και Άλλων, ΠΕ 6/14, ημ. 27.2.15, το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Ερωτοκρίτου, Δ), συγκεφαλαίωσε συναφώς ως εξής τη νομική αρχή για την υποχρέωση αποκάλυψης σε μονομερείς διαδικασίες όπως η επίδικη: «. Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω) .». Στην προκειμένη περίπτωση, καμιά από τις τοποθετήσεις του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση αρκεί στο να καταδείξει ικανοποιητικώς απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων από μέρους του ενάγοντα/αιτητή. Λέγει για παράδειγμα ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση πως ήταν ίσως συνέταιρος με ίσες εξουσίες και δικαιώματα με τον ενάγοντα 11/αιτητή, δίχως ωστόσο να παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο που να θεμελιώνει τη θέση του, η οποία επισημαίνεται από τον Χριστόδουλο Βασιλειάδη ο οποίος παρουσιάζεται και ως το πρόσωπο που διαχειριζόταν τους ενάγοντες 1-10/αιτητές. Προτάσσει επίσης ότι ο ενάγοντας 11/αιτητής δεν αποκάλυψε πως πληρωνόταν κρυφίως μερίσματα κατ' εφαρμογή της συμφωνίας μετόχων. Ουδεμία όμως από τις επίδικες πληρωμές αναφέρει πως η πληρωμή αφορά σε κρυφά μερίσματα, με την τελική διαπίστωση βεβαίως να επιβάλλει ενδελεχή αξιολόγηση της ανάλογης μαρτυρίας και ζήτημα που θα αποφασιστεί - όπως όλα τα άλλα που παραθέτει ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση ως αποτελούντα εφαλτήριο για διαπίστωση ουσιώδους μη αποκάλυψης - στη δίκη. Ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση δηλώνει επίσης ότι η Συμφωνία Μετόχων ημερομηνίας 12.5.09 (βλ. Τεκμήριο 16 στην ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Βασιλειάδη, που συνοδεύει την αίτηση), συμπεριλαμβάνει όρο παραίτησης εν σχέσει με τα χρέη, αξιώσεις, υποχρεώσεις και αγώγιμα δικαιώματα ανεξαρτήτως το αν αυτά ήταν σε γνώση των διαδίκων. Ωστόσο, η Συμφωνία Μετόχων παρουσιάζεται ως τερματισθείσα διά της Συμφωνίας Τερματισμού ημερομηνίας 19.6.12 (βλ. Τεκμήριο 41 στην ένορκη δήλωση του Alexander E Lebedev). Το κατά πόσο η ρήτρα 10 της Συμφωνίας Μετόχων απαλλάσσει τον εναγόμενο 1/καθ' ου η αίτηση από την επίδικη αξίωση των εναγόντων/αιτητών δεν συνθέτει μη αποκαλυφθείσα παράμετρο παρά μόνο υπόβαθρο συζήτησης της ουσίας της εκφραζόμενης τοποθέτησης ως γεγονότος, κάτι που θα αποδειχθεί στη δίκη και όχι εδώ. Οι ενάγοντες/αιτητές δεν είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο τη δυνητική υπεράσπιση περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος μια και τούτη σχετιζόταν, στη νομική της διάσταση, με έκφανση που κατά τεκμήριο βρισκόταν σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την αποτίμηση του συνόλου της μαρτυρίας που είχε τεθεί ενώπιον του. Μήτε και ευσταθεί η θέση του εναγόμενου 1/καθ' ου η αίτηση ότι ο ενάγων 11/αιτητής παρέλειψε να αποδείξει στο μονομερές στάδιο πως τούτος δεν είχε υποστεί άμεση ζημιά ώστε να δημιουργείται υπέρ του αιτία αγωγής εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Το ζήτημα αυτό - αναδυόμενο από το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο - αποτελεί μάλλον θεματολογία απτόμενη της βαρύτητας της υπόθεσης (τουλάχιστον εκ πλευράς ενάγοντα 11/αιτητή) και όχι μη αποκάλυψης, πόσω δε μάλλον ουσιώδους. Μηδέ και κάποια άλλη μεταβλητή απορρέουσα από τα ογκώδη στοιχεία που διαμορφώνουν (κατά τη θέση των εναγόντων/αιτητών) την υπόθεση τους εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, θα μπορούσε να συγκροτήσει, με τον τρόπο που πρότεινε ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση, το βάθρο για εύλογη προώθηση ισχυρισμού περί ουσιώδους μη αποκάλυψης. Τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καλούσαν σε ξεψάχνισμα του μαρτυρικού υλικού παρά μόνο σε εκ πρώτης όψεως διαπίστωση στη βάση του συνόλου του υλικού αυτού περί ένταξης των συζητούμενων εντός του πεδίου της αξίωσης και των λεπτομερειών αυτής ως ήταν δικογραφημένη στο γενικός οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό. Τα περί ουσιώδους μη αποκάλυψης απορρίπτονται. Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα και δη, τώρα, την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva (που αποτελούν το αντικείμενο των αιτητικών 1, 2, 4(μερικώς) και 7 της αίτησης), οι αρχές που τη διέπουν αποτυπώνονται στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 214-215, ως εξής: « Όπως νομολογήθηκε στην Spidertrade Com Finance Ltd v. Χατζηγαβριήλ, το άρθρο 32 παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο, η οποία θα πρέπει να διατηρηθεί ελαστική και ελεύθερη από τυπικούς κανόνες. Οι αρχές στις οποίες υπόκειται αποσκοπούν στη διατήρηση της ισορροπίας στα δικαιώματα των διαδίκων. Η εξουσία του άρθρου 32 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, έξω από τα όρια του άρθρου 4 του Κεφ. 6, αποσκοπεί στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής και πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όπως εξηγήθηκε στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου, η συγκεκριμένη εξουσία «δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ήτοι σε εκείνες όπου καταδεικνύεται ότι ισχυρή αιτία αγωγής θα παρέμενε χωρίς αντίκρισμα λόγω άμεσου, απτού κινδύνου απομάκρυνσης περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό, προς παρεμπόδιση ικανοποίησης της αναμενόμενης απόφασης στην αγωγή.» Επίσης τονίστηκε ότι διατάγματα τύπου Mareva δεν θα πρέπει να δίδονται ως «μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους και βεβαίως δεν βελτιώνουν τη θέση του πιστωτή σε πτωχευτικές διαδικασίες». Εφόσον τηρούνται οι πιο πάνω γενικές προϋποθέσεις, τότε το δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αποφασίσει κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης και τις ανάγκες της δικαιοσύνης. .................................... (ε) Οι ειδικές προϋποθέσεις Πέραν των γενικών προϋποθέσεων, ο ενάγων θα πρέπει επιπρόσθετα να πείσει το δικαστήριο ότι:- (α) Υπάρχουν κινητά περιουσιακά στοιχεία, (β) υπάρχει κίνδυνος μετακίνησης ή αποξένωσής τους, και (γ) ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα ή για διευκόλυνση της εκτέλεσης της απόφασης για αποτροπή κατάχρησης». Για ό,τι αφορά στα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal (που ζητούνται διά του αιτητικού 8 της αίτησης, πλην των υποπαραγράφων αυτού που έχουν αποσυρθεί), τούτα για να εκδοθούν θα πρέπει (εφόσον ζητούνται εναντίον διαδίκου), να ικανοποιούν (ως προς τις γενικές προϋποθέσεις), τις επιταγές του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ενώ (ως προς τις ειδικές προϋποθέσεις), να καλούν σε κατάδειξη από μέρους τού εκάστοτε αιτητή ότι έχει επισυμβεί (ως γεγονός ή κατ' ισχυρισμόν), κάποια αδικοπραξία από έναν τελικό αδικοπραγήσαντα· να διαπιστώνεται ανάγκη για έκδοση του διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγήσαντα· το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται η έκδοση του διατάγματος να έχει αναμειχθεί με τρόπο που να διευκολύνει την αδικοπραξία και να είναι σε θέση (ή πιθανόν να είναι σε θέση) να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του. Το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε διακριτική ευχέρεια έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων και πρέπει να ικανοποιείται για το ότι επιθυμούμενες πληροφορίες δεν μπορούν να ληφθούν με άλλο διαθέσιμο τρόπο και πως υπάρχει πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του συζητούμενου αδικοπραγήσαντα. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών αυτών, αλλά η αναγκαιότητα τού όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα που επιτάσσουν διερεύνηση κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδίδεται ένα τέτοιο διάταγμα πριν από την έναρξη της δίκης, δεδομένου πως η φύση των διαταγμάτων αυτών κάθε άλλο παρά αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση λήψης πληροφοριών και στοιχείων για σκοπούς περιέργειας και μόνο (βλ. γενικώς, Avila Management Services Ltd και Άλλων ν Stepanek και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 261-262). Περί των έτερων διαταγμάτων, δηλαδή εκείνων που διατυπώνονται στα αιτητικά 3, 4 (μερικώς), 5 και 6 της αίτησης και την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (κάτι που ισχύει και για όλα τα υπόλοιπα διατάγματα), αρκούμαι σε παραπομπή των όσων αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Αρτέμη, Π), στην Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(B) AAΔ.1235: « . Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984]1 All Ε.R.225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material».Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32.» Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Με κατά νούν τις πιο πάνω καθοδηγήσεις και τα όσα αναφέρονται για την έκδοση παρεμπιπτόντων απαγορευτικών διαταγμάτων και διαταγμάτων παγοποίησης και αποκάλυψης στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 99-200, 201-237 - καθώς και το σκεπτικό στην κλασική πια και πάσας (σχετικής) χρήσης, Odysseos v A Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557 - σημειώνω τα ακόλουθα. Το διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal (βλ. αιτητικό 8 της αίτησης, ως έχει ήδη προσδιοριστεί ανωτέρω), δεν μπορεί να οριστικοποιηθεί δοσμένου ότι οι ενάγοντες/αιτητές δεν κατόρθωσαν να δείξουν επαρκώς την αναγκαιότητα έκδοσης/συνέχισης της ισχύος του από τη στιγμή που απέτυχαν όχι μόνο να το συναρτήσουν με οποιαδήποτε υποβοηθητική έκφανση σχετιζόμενη με την αγωγή, αλλά και να το συσχετίσουν με την καταχώριση από μέρους των εναγόντων/αιτητών αγωγής (ή άλλης δικαστικής διαδικασίας), εναντίον του οποιουδήποτε υποτιθέμενου αδικοπραγήσαντα με σημείο αναφοράς τη δοθείσα μαρτυρία, καθότι οι ενάγοντες/αιτητές έχουν σαφώς επιλέξει να καταχωρίσουν την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγόμενων/καθ' ων η αίτηση δίχως η έκδοση ή συνέχιση της ισχύος του αναφερόμενου διατάγματος να ταυτίζεται με οποιαδήποτε ανάγκη διαμόρφωσης νέων διάδικων μερών για σκοπούς αγωγής (βλ. κατ' αναλογίαν, Melouskia Commercial Ltd και Άλλων ν Alisa Chumachenko Alisa και Άλλων, ΠΕ 71/13, ημ. 30.9.14). Προφανώς, όλοι οι αναγκαίοι εναγόμενοι έχουν περιληφθεί στην παρούσα αγωγή. Κατά συνέπειαν, το αιτητικό 8 της αίτησης (και το αντίστοιχο με αυτό διάταγμα), χρήζει απόρριψης. Επανέρχομαι στα υπόλοιπα διατάγματα. Για τις δύο πρώτες προϋποθέσεις τού άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - και όσα θα διατυπωθούν εδώ εν τοις εφεξής θα αφορούν την αξίωση ενός εκάστου των εναγόντων/αιτητών - αυτά που με σημείο αναφοράς τα όσα δικογραφούνται στην αγωγή (στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), προκύπτει αντικειμενικώς σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και έτσι ικανοποιείται η πρώτη εκ των δύο τούτων προϋποθέσεων. Για τη δεύτερη προϋπόθεση τού άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, συνάγεται από τα όσα παρουσιάστηκαν - και δεν διατυπώνω τώρα (και απαραδέκτως) εύρημα (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 126-129) - ότι υπάρχει, όντως, πιθανότητα να δικαιούνται οι ενάγοντες/αιτητές σε θεραπεία, για όλους τους λόγους που καταγράφονται πιο πάνω αλλά και συνάγονται από αυτούς. Δεν χρειάζεται αναλυτικότερη ενασχόληση με τη θεματική αυτή και ειδικότερα με τις επιμέρους λεπτομέρειες που τη συναποτελούν, διότι όλα τούτα - με την ερμηνευτική διάσταση απόψεων που τα χαρακτηρίζει - καταδεικνύουν, από μόνα τους, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη αλλά και τη συνακόλουθη πιθανότητα σε θεραπεία. Κατ' ακολουθίαν, υφίστανται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Σε ό,τι αφορά στην τρίτη προϋπόθεση τού άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, δεν διαφεύγει την προσοχή ότι η έννοια της δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο (εκτός και αν δεν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα), δεν συναρτάται απολύτως και απαρεγκλίτως με τη στενή αντίληψη τής υλικής ζημιάς αλλά με (ή και με) τη μείζονα προστασία των δικαιωμάτων εδώ των εναγόντων/αιτητών έναντι των αντίστοιχων δικαιωμάτων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (βλ. γενικώς, Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 64-69). Από τη μαρτυρία που τέθηκε στο μονομερές στάδιο, έπεται ότι σε περίπτωση που δεν εκδίδονταν τα διατάγματα (και σε ό,τι αφορά στον ενεστώτα τώρα χρόνο, σε περίπτωση μη οριστικοποίησης τους), οι ενάγοντες/αιτητές θα μπορούσαν να υποστούν εκ των πραγμάτων ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 131-141), δίχως να ήταν αναγκαίο να δινόταν μαρτυρία για την όποια γενικότερη οικονομική αδυναμία των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση σε σχέση με την αφορούσα αυτή πτυχή (βλ. Blackstone's Civil Practice 2016: The Commentary, Oxford University Press, 2016, παρ. 37.26). Συντρέχει ως εκ τούτου και η τρίτη προϋπόθεση τού άρθρου 32 τού Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Για όσα διασυνδέονται με τις ειδικές προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva - και πέραν των αναλυθεισών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 - οι ενάγοντες/αιτητές κατέδειξαν στον απαιτούμενο βαθμό πως τα κινητά περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (ως προσδιορίζονται στα διατάγματα), υπέχουν κινδύνου μετακίνησης ή αποξένωσης και μάλιστα με τρόπο που να μην μπορεί να ικανοποιηθεί τυχόν μελλοντική απόφαση υπέρ των εναγόντων/αιτητών. Για το ισοζύγιο της ευχέρειας - και το τελικώς δίκαιο και πρόσφορο οριστικοποίησης των διαταγμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κόκκινου ν Κόκκινου, Έφεση Αρ. 29/14, ημ. 3.11.16) - τούτο (το ισοζύγιο), σαφώς είναι που γέρνει εδώ υπέρ της οριστικοποίησης των διαταγμάτων δεδομένου και του ότι η διατήρηση του status quo συγκροτεί επιλογή ενέχουσα τούς λιγότερο δυνατόν κινδύνους αδικίας σε περίπτωση που ήθελεν φανεί ότι η οριστικοποίηση ισχύος των διαταγμάτων δεν θα έπρεπε να είχε διαταχθεί (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 141-142, 146). Για τις υπόλοιπες αντιρρήσεις του εναγομένου 1/καθ' ου η αίτηση, επί παραδείγματι, περί καταχρηστικής συμπεριφοράς των εναγόντων/αιτητών, τίποτε απολύτως δεν απορρέει από τα όσα αποτυπώνονται στη μαρτυρία που να κατατείνει σε συγκλίνοντες συλλογισμούς. Οι ενάγοντες/αιτητές έδωσαν λεπτομερείς και εξ αντικειμένου αποδεκτούς λόγους για όλους τους χειρισμούς τους, έχοντας γνώση (όπως και ο εναγόμενος 1/καθ' ου η αίτηση), ότι τα ζητήματα αυτά, ιδιαίτερα τα όσα άπτονται χρονικών ενεργειών, αποφασίζονται αναλόγως τής κάθε περίπτωσης ξεχωριστά και μακριά από ανελαστικές και άτεγκτες προσεγγίσεις (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 20-24, 148-154). Οι εισηγήσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση απορρίπτονται. Εν κατακλείδι. Τα διατάγματα (εκτός του διατάγματος αποκάλυψης που αφορά στο αιτητικό 8 της αίτησης, το οποίο και ακυρώνεται), οριστικοποιούνται για όλους τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση (στο βαθμό που αφορά τον καθένα από αυτούς), μέχρι την πλήρη και τελική αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ εναγόντων/αιτητών και εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.