← Κύπρος

GLUCKNESS LIMITED ν. PALM-MOUNT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής : 4780/14, 10/2/2017

GLUCKNESS LIMITED ν. PALM-MOUNT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής : 4780/14, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 4780/14 Μεταξύ : GLUCKNESS LIMITED Ενάγοντες και PALM-MOUNT HOLDINGS LIMITED Εναγόμενοι ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9.11.2015 GLUCKNESS LIMITED Ενάγοντες και

  1. PALM-MOUNT HOLDINGS LIMITED
  2. ΑΘΩΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΜΙΛΛΙΝΓΚΤΟΝ ΓΟΥΟΡΤ
  3. ΜΑΡΙΝΑ ΜΙΛΛΙΝΓΚΤΟΝ ΓΟΥΟΡΤ
  4. ΣΟΦΙΑ ΜΙΛΛΙΝΓΤΟΝ ΤΟΥΟΡΤ
  5. ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγόμενων Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Αγαθοκλέους. Για τους Εναγόμενους: κ. Κ.Ορφανίδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Στις 28.8.2014, οι υπό τον ως άνω τίτλο ενάγοντες, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, με βάση το οποίο διεκδικούσαν, εναντίον των εναγομένων 1[1], τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα είναι η νόμιμη κάτοχος και/ή το πρόσωπο που δικαιούται να κατέχει και/ή χρησιμοποιεί τον χώρο πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος στην οδό Λήδρας 205, Λευκωσία, και αποτελεί μέρος του τεμαχίου υπ' αρ. εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτη, Λευκωσία. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη επεμβαίνει παράνομα επί του χώρου πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος στην οδό Λήδρας 205, Λευκωσία, και αποτελεί μέρος του τεμαχίου υπ' αρ. εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτης, Λευκωσία. Γ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιεί τον χώρο πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος στην οδό Λήδρας 205, Λευκωσία, και αποτελεί μέρος του τεμαχίου υπ' αρ. εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτη, Λευκωσία, παράνομα και κατά τρόπο που προκαλεί οχληρία στην Ενάγουσα. Δ. Απόφαση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή αξιωματούχους της να παύσουν να επεμβαίνουν παράνομα και/ή να χρησιμοποιούν τον χώρο πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος στην οδό Λήδρας 205, Λευκωσία, τον οποίο δικαιούται να κατέχει και/ή χρησιμοποιεί η Ενάγουσα και αποτελεί μέρος του τεμαχίου υπ' αρ. εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτη, Λευκωσία. Ε. Ειδικές και Γενικές Αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή οχληρία και/ή άλλως πως. ΣΤ. Τόκους. Ζ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α». Ως προκύπτει και από το λεκτικό των πιο πάνω, υπό στοιχεία Α - Δ, αιτούμενων θεραπειών, η παρούσα αγωγή, προωθείται με σκοπό να επιλυθούν οι διαφορές των εναγόντων και των εναγομένων 1, σε σχέση με τον τρόπο χρήσης συγκεκριμένου μέρους της στοάς Κλόκκαρη, η οποία βρίσκεται μεταξύ του καταστήματος που ενοικιάζουν οι ενάγοντες και εντός του οποίου διεξάγουν επιχείρηση πώλησης τιμαλφών, πολύτιμων λίθων και γενικά επιχείρηση χρυσοχοείου, και του καταστήματος που ενοικιάζουν οι εναγόμενοι, το οποίο και λειτουργούν ως καφεστιατόριο (στο εξής «Η Στοά»). Το βασικό παράπονο των εναγόντων, εστιάζεται στο ότι, οι εναγόμενοι 1, τοποθετούν τραπεζάκια, καρέκλες και γενικά έπιπλα εντός όλης της επιφάνειας της συγκεκριμένης στοάς, περιλαμβανομένου και του μέρους, πλάτους 1.20μ., που βρίσκεται ακριβώς έξω από το κατάστημα των εναγόντων. Πάντα κατά τους ενάγοντες, για το συγκεκριμένο χώρο, δικαίωμα χρήσης και κατοχής έχουν οι ενάγοντες και όχι οι εναγόμενοι
  6. Αρχική Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Την ίδια ημέρα και δη στις 28.8.2014, οι ενάγοντες καταχώρησαν και μονομερή αίτηση για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων, για την οποία, όμως, το Δικαστήριο, κατόπιν προκαταρτικής μελέτης της, διέταξε την επίδοση της προς τους εναγόμενους
  7. Με τη ρηθείσα αίτηση τους, οι ενάγοντες επιδίωκαν την έκδοση των 3 ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους της όπως παύσουν άμεσα και/ή εντός προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο, να επεμβαίνουν στο χώρο πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος που ενοικιάζει η Ενάγουσα στην οδό Λήδρας 205, στην Λευκωσία, και σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο αντίγραφο του αρχιτεκτονικού σχεδίου που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην αίτηση, και αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτη, Λευκωσία, και τον οποίο δικαιούται να κατέχει και/ή να χρησιμοποιεί η Ενάγουσα, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους της να τοποθετούν έπιπλα και ειδικότερα τραπεζάκια, καρέκλες, καναπέδες, πολυθρόνες και παγκάκια στο χώρο πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος που ενοικιάζει η Ενάγουσα στην οδό Λήδρας 205, στην Λευκωσία, και σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο αντίγραφο του αρχιτεκτονικού σχεδίου που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην αίτηση, και αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτη, Λευκωσία, και τον οποίο δικαιούται να κατέχει και/ή να χρησιμοποιεί η Ενάγουσα, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγομένη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους της όπως τοποθετήσουν και/ή μετακινήσουν στο χώρο που υποδεικνύεται στην πολεοδομική άδεια που εξέδωσε ο Δήμος Λευκωσίας και σημειώνεται με πράσινο χρώμα στο συνημμένο Παράρτημα Α, τα τραπεζάκια και τις καρέκλες που βρίσκονται τοποθετημένα στο χώρο πλάτους 1,20μ που βρίσκεται εντός της Στοάς Κλόκκαρη και εφάπτεται του καταστήματος που ενοικιάζει η Ενάγουσα στην οδό Λήδρας 205, στην Λευκωσία, και σημειώνεται με κίτρινο χρώμα στο αντίγραφο του αρχιτεκτονικού σχεδίου που επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην αίτηση, και αποτελεί μέρος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 1/1939, Φ/Σχ.21/460512, Τμήμα 1, Τεμάχιο 98, ενορία Τρυπιώτη, Λευκωσία, και τα οποία επεμβαίνουν παράνομα στο χώρο που δικαιούται να κατέχει και/ή να χρησιμοποιεί η Ενάγουσα καθώς και στο χώρο μπροστά από την είσοδο στης Στοάς Κλόκκαρη, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Οι εναγόμενοι 1, καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, και κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, και αφού στο μεταξύ με βάση άλλη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου επετράπη η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς των εναγόντων, εκδόθηκε στις 15.12.2014 ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η ρηθείσα αίτηση των εναγόντων. Στα πλαίσια της εν λόγω απόφασης του, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι ενάγοντες δεν πλήρωσαν καμία εκ των 3 προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960, και κατά ακολουθία, απέρριψε την αίτηση των εναγόντων. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένη την επικαλούμενη θέση των εναγόντων ότι δικαιούνται να κατέχουν μέρος του χώρου της στοάς (τον χώρο πλάτους 1.20μ. ακριβώς μπροστά από το κατάστημα τους), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν, στον απαραίτητο βαθμό, ότι κατέχουν και/ή ότι έχουν δικαίωμα σε μια τέτοια κατοχή του εν λόγω χώρου. Όσο δε αφορά στον τρόπο διαρρύθμισης των τραπεζιών και καρεκλών που τοποθέτησαν οι εναγόμενοι εντός της στοάς και παραπλεύρως των βιτρινών του καταστήματος των εναγόντων, το Δικαστήριο κατέληξε ότι οι εν λόγω βιτρίνες δεν είναι απροσπέλαστες και γενικά η επιβίωση της επιχείρησης των εναγόντων δεν στηρίζεται, αλλά ούτε και στηριζόταν στο παρελθόν στον τρόπο χρήσης της στοάς. Έκτοτε, και δη από την έκδοση της ρηθείσας απόφασης του Δικαστηρίου και μετά, οι ενάγοντες, κατόπιν σχετικής αίτησης τους (ως εξ άλλου σημειώθηκε και ανωτέρω υπό μορφή υποσημείωσης), πέτυχαν την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής δια της προσθήκης των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 και ακολούθησε η καταχώρηση του τροποποιημένου πλέον δικόγραφου, καθώς επίσης και η επίδοση της αγωγής στους εναγόμενους 2 -
  8. Στις 3.3.2016, οι ενάγοντες καταχώρησαν νέα μονομερή αίτηση, την οποία όμως ζήτησαν άδεια και απέσυραν κατά τις 7.3.2016, όταν και τούτη είχε οριστεί από το Πρωτοκολλητείο. Νέα μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων Στις 7.3.2016, καταχωρήθηκε νέα μονομερής αίτηση, η οποία ορίστηκε αυθημερόν, και με την οποία οι ενάγοντες επεδίωξαν την έκδοση των ακόλουθων 3 διαταγμάτων (στο εξής «η κυρίως αίτηση»). «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη 1 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους της όπως παύσουν άμεσα και/ή εντός της προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο, να επεμβαίνουν και/ή παρεμβαίνοιυν παράνομα και/ή ενοχλούν και/ή παρεμποδίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την Ενάγουσα, από την ελεύθερη και ανενόχλητη απόλαυση, της κατοχής και χρήσης του καταστήματος που ενοικιάζει η Ενάγουσα στην οδό Λήδρας 205, στη Λευκωσία, και ειδικότερα επί της πλευράς του εν λόγω καταστήματος που βρίσκεται εντός της στοάς Κλόκκαρη, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την Εναγόμενη 1 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους της όπως μετακινήσουν και/ή αφαιρέσουν άμεσα και/ή εντός προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο τις σιδηροκατασκευές και/ή οποιασδήποτε μορφής και φύσεως κατασκευές και/ή προσθήκες που έχουν τοποθετήσει και/ή προσαρμόσει μπροστά από τις γυάλινες πόρτες πλαισιωμένες από ξύλο των βιτρινών του καταστήματος που ενοικιάζει η Ενάγουσα στην οδό Λήδρας 205, στην Λευκωσία και οι οποίες βρίσκονται εντός της Στοάς Κλόκκαρη, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους αξιωματούχους της να επανατοποθετήσουν και/ή τοποθετήσουν και/ή προσθέσουν και/ή προσαρμόσουν σιδηροκατασκευές και/ή οποιασδήποτε μορφής και φύσεως κατασκευές και/ή προσθήκες μπροστά από τις γυάλινες πόρτες πλαισιωμένες από ξύλο των βιτρινών του καταστήματος που ενοικιάζει η Ενάγουσα στην οδό Λήδρας 205, στην Λευκωσία και οι οποίες βρίσκονται εντός της Στοάς Κλόκκαρη, μέχρι τελικής εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Το Δικαστήριο, κατόπιν εξέτασης της αίτησης, εξέδωσε μονομερώς τα υπό στοιχεία Β και Γ, πιο πάνω, διατάγματα, ενώ αναφορικά με το υπό στοιχείο Α διάταγμα, έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους
  9. Κατά την ημέρα που ορίστηκαν τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα ως επιστρεπτέα, δηλώθηκε στο Δικαστήριο, από αμφότερες τις πλευρές, ότι οι εναγόμενοι 1 συμμορφώθηκαν με το υπό στοιχείο Β εκδοθέν διάταγμα. Ο συνήγορος των εναγομένων 1, ωστόσο, δήλωσε ότι οι πελάτες του δεν θα αποδεχθούν, οποιοδήποτε εκ των εκδοθέντων διαταγμάτων, να καταστεί απόλυτο, και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση, τόσο αναφορικά με τη συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων, όσο και αναφορικά με το δικαιολογημένο ή μη της έκδοσης του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση στην κυρίως αίτηση Στις 27.4.2016, καταχωρήθηκε Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ένστασης των εναγομένων 1 (στο εξής «η ένσταση στην κυρίως αίτηση»). Η υπό εξέταση αίτηση Ακολούθως, και αφού, σε κάποιο στάδιο, δηλώθηκε στο Δικαστήριο (βλ. πρακτικό ημερομηνίας 7.6.2016) από τη συνήγορο των εναγόντων ότι ενδεχομένως να καθίσταται αναγκαία η απάντηση σε κάποιους ισχυρισμούς που προωθούνται μέσω της ένστασης, των εναγομένων 1, στην κυρίως αίτηση, στις 10.9.2016, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για «καταχώρηση συμπληρωματικής/απαντητικής ενόρκου δηλώσεως στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης 1/καθ' ης η αίτηση, ημερομηνίας 27.4.2016 που συνοδεύει την ένσταση της». Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα στην Δ.19, Δ.33, θ. 7, Δ.39, Δ.48, θ.θ. 1 - 3, 4

(2)και 5 - 9, στις συμφυείς εξουσίες, και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αντώνη Μυτιληναίου, Γενικού Διευθυντή των εναγόντων, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους τελευταίους να προβεί στη ρηθείσα ένορκη δήλωση. Σε αυτήν (την ένορκή του δήλωση), αναφέρει το ιστορικό που περιβάλλει την αγωγή γενικότερα, αλλά και πιο ειδικά, την κυρίως αίτηση τους, ημερομηνίας 7.3.2016, περιλαμβανομένου και του γεγονότος της καταχώρησης της ένστασης των εναγομένων 1 στις 27.4.
  1. Ακολούθως, προτάσσει την επιθυμία των εναγόντων να απαντήσουν σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 1, επικαλούμενος ότι, με τον τρόπο αυτό, θα «τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς των διαδίκων». Έπειτα, παραθέτει διάφορους ισχυρισμούς που επιθυμεί να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της επιζητούμενης συμπληρωματικής/ απαντητικής ενόρκου δηλώσεως, εις απάντηση διαφόρων ισχυρισμών που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 1 στην κυρίως αίτηση. Στην ουσία, το μεγαλύτερο μέρος της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, αναλώνεται στην παράθεση των διαφόρων ισχυρισμών, θέσεων και επιχειρημάτων που επιθυμούν οι ενάγοντες να θέσουν υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Σχετική αναφορά στους ρηθέντες ισχυρισμούς, θέσεις και επιχειρήματα, θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο, κατωτέρω. Η ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση Στις 3.11.2016, οι εναγόμενοι 1 καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως στην επίδικη αίτηση των εναγόντων, (στο εξής «η ένσταση»). Στο κυρίως σώμα της, ως λόγοι ένστασης αναφέρονται οι ακόλουθοι: «Α) Η αιτήτρια με την αίτηση ημερομηνίας 10/08/2016 επιχειρεί να εισαγάγει μεταξύ άλλων γεγονότα και/ή μαρτυρία που μπορούσε να εισαγάγει με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 07/03/
  2. Β) Η αιτήτρια επιχειρεί να εισαγάγει μεταξύ άλλων γεγονότα και/ή μαρτυρία που απέκρυψε να παρουσιάσει κατά την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 07/03/
  3. Γ) Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή στηρίζεται σε μη ορθή νομική βάση και/ή δεν εξειδικεύεται που στηρίζεται η αίτηση και/ή είναι αντίθετη με τη Νομολογία. Δ) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο χρόνος και η νομολογία που απαιτούνται για να δοθεί σχετική άδεια για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης. Ε) Δεν αποκαλύπτεται καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για έγκριση του αιτήματος. Στ) Η Αιτήτρια επιδιώκει να παρουσιάσει μαρτυρία και/ή έγγραφα στα οποία δεν κάνει αναφορά η καθ' ης η αίτηση στην ένσταση της και/ή επιδιώκει να εισάγει νέα μαρτυρία. Ζ) Η αιτήτρια δεν επιδιώκει να αντικρούσει ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση, αλλά να προσθέσει επιπλέον μαρτυρία. Η) Η Αιτήτρια επιδιώκει με την επίδικη αίτηση να εισάγει μαρτυρία και/ή γεγονότα που της ήταν γνωστά κατά την καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 07/03/
  4. Θ) Τυχόν έγκριση και/ή παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης θα αποστερήσει από της καθ' ης η αίτηση να ακουστεί και/ή να απαντήσει στους ισχυρισμούς της συμπληρωματικής και/ή απαντητικής ένορκης δήλωσης.» Η ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.33, Δ.39, Θ.1,2, Δ.48 Θ.1-4 και 9, Δ.64, στη Νομολογία, στο Δίκαιο της Επιείκειας και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Αντώνη Κουππαρή, ενός εκ των διευθυντών των εναγομένων 1, ο οποίος δηλώνει εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους 1 να προβεί σ' αυτή. Εκεί, υιοθετεί τους λόγους ένστασης και παραθέτει περαιτέρω λεπτομέρειες και επιχειρήματα προς υποστήριξη τους. Ούτε λίγο ούτε πολύ, εκείνο που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι 1, μέσω του ομνύοντα τους, είναι ότι, με την υπό εξέταση αίτηση, οι ενάγοντες επιχειρούν να παρουσιάσουν μαρτυρία την οποία γνώριζαν πριν την καταχώρηση της κυρίως αίτησης, την οποία μαρτυρία, απέκρυψαν, ηθελημένα, από το Δικαστήριο κατά την προώθηση της εν λόγω αίτησης τους. Επίσης, προβάλλοντας σχετική επιχειρηματολογία, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται ότι αρκετοί από τους ισχυρισμούς που επιθυμούν οι ενάγοντες να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αποτελούν ισχυρισμούς και θέσεις που ήδη προβάλλονται με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση και/ή αφορούν σε άσχετα για την κρίση της κυρίως αίτησης γεγονότα, που, αν επιτραπεί να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, θα περιπλέξουν τα πράγματα. Ακόμα, ισχυρίζεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση, αυτό που προσπαθεί η ενάγουσα να επιτύχει, είναι να «διορθώσει» τη μαρτυρία της, που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 7.3.
  5. Ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι εναγόμενοι θεωρούν ότι θα πρέπει να απορριφθεί η υπό εξέταση αίτηση, είναι και γιατί, στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δεν επισυνάπτεται δείγμα της προτιθέμενης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, παρά μόνο προωθούνται εντελώς γενικά και αόριστα κάποιοι ισχυρισμοί ως προτιθέμενοι, να τεθούν υπό μορφή μαρτυρίας, με τρόπο που είναι αδύνατο να δημιουργηθεί ξεκάθαρη εικόνα στο Δικαστήριο ως προς το περιεχόμενο που θα έχει η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Κρίνω στο σημείο αυτό επιβεβλημένο, να προσδιορίσω τα επίδικα, για την κρίση της κυρίως αίτησης, γεγονότα, μιας και η υπό εξέταση αίτηση, μπορεί και πρέπει να εξεταστεί μόνο σε συνάρτηση με αυτά. Ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, τούτη (η κυρίως αίτηση) προωθήθηκε ώστε να εξασφαλιστούν προσωρινές θεραπείες σε σχέση με συγκεκριμένες ενέργειες των εναγομένων 1, οι οποίες λάμβαναν χώρα κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκε η κυρίως αίτηση, και δη στις αρχές Μαρτίου
  6. Πιο συγκεκριμένα, οι ενάγοντες, με την κυρίως αίτηση τους, επιδίωξαν, μέσω της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, τον τερματισμό της τοποθέτησης συγκεκριμένων σιδηροκατασκευών, που οι εναγόμενοι εφάρμοζαν και/ή εγκαθιστούσαν, κατά τον εν λόγω χρόνο, παραπλεύρως, και/ή επί του εξωτερικού τοίχου και/ή των ξύλινων θυρών του καταστήματος των εναγόντων, εντός της ενδιάμεσης των υποστατικών στοάς. Ήταν αυτές οι ενέργειες των εναγομένων 1 που πυροδότησαν την επόμενη ενέργεια των εναγόντων, να καταχωρήσουν την κυρίως αίτηση, ώστε, αφενός να διαταχθεί η απομάκρυνση των εν λόγω σιδηροκατασκευών, και αφετέρου να διαταχθούν οι εναγόμενοι, όπως μέχρι και την περάτωση της παρούσας αγωγής, να μην τοποθετήσουν και/ή εγκαταστήσουν εκ νέου τις εν λόγω σιδηροκατασκευές (υπό στοιχεία Β και Γ εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα). Είναι δε στα πλαίσια αυτών των γεγονότων, που επιζητήθηκε και η έκδοση του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος, θεωρώντας, προφανώς, οι ενάγοντες ότι, με την εν λόγω ενέργεια τους, (τοποθέτηση και εφαρμογή σιδηροκατασκευών), οι εναγόμενοι 1, επενέβαιναν παράνομα και/ή ενοχλούσαν και/ή παρεμπόδιζαν τους ενάγοντες στην «ελεύθερη και ανενόχλητη απόλαυση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος» που διαχειρίζονται, «και ειδικότερα επί της πλευράς του εν λόγω καταστήματος που βρίσκεται εντός της στοάς Κλόκκαρη»[2]. Ενδεικτικό της μόλις εκφρασθείσας κρίσης του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, απουσιάζει οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να συναρτά την κρίση επί της κυρίως αίτησης με τον τρόπο που οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν τη στοά γενικότερα (όπως π.χ. στο που και πως τοποθετούν τα τραπεζάκια και τις καρέκλες τους), πλην, φυσικά, της πιο πάνω αναφερόμενης τοποθέτησης και εφαρμογής των σιδηροκατασκευών. Η οποιαδήποτε αναφορά των εναγόντων, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι τοποθετούν καρέκλες και τραπέζια σε όλη την επιφάνεια της στοάς μέχρι και ακριβώς έξω από τις βιτρίνες και γενικά την τοιχοποιία του καταστήματος των εναγόντων, τίθεται υπό μορφή υποβάθρου και/ή στα πλαίσια της πλήρους αποκάλυψης των προηγηθέντων, της κυρίως αίτησης, γεγονότων και με σκοπό να επεξηγηθεί η ενέργεια των εναγόντων, να επιχειρήσουν στο παρελθόν (κατά την ημέρα καταχώρησης της αγωγής) να εξασφαλίσουν προσωρινά διατάγματα για άρση των εν λόγω ενεργειών των εναγομένων. Εξ ου, και αμέσως μετά τη σχετική αναφορά του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, ακολουθεί η αναφορά του ότι στις 28.8.2014 (ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής) επιδιώχθηκε η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε σχέση με την τοποθέτηση των τραπεζιών και των καρεκλών από τους εναγόμενους σε όλη την επιφάνεια της στοάς και ότι, κατόπιν σχετικής ακροαματικής διαδικασίας, η ρηθείσα αίτηση των εναγόντων απερρίφθη. Οι αμέσως επόμενες αναφορές του ομνύοντα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, μέχρι και την τελευταία παράγραφο της, καταπιάνονται και αφορούν στα όσα συνέβησαν στις 2.3.2016, και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι, κατά εκείνη την ημέρα, παράνομα, αιφνιδίως, και απροειδοποίητα τοποθέτησαν «μπροστά από τις γυάλινες πόρτες πλαισιωμένες από ξύλο των βιτρινών» του καταστήματος των εναγόντων «σιδηροκατασκευές και/ή κάγκελα, κατά τρόπο που οι γυάλινες πόρτες βιτρινών να μη μπορούν να ανοίξουν προς τα έξω και οι βιτρίνες του καταστήματος να παραμένουν κλειστές και μη προσβάσιμες, καθώς επίσης τα εκτιθέμενα σε αυτές κοσμήματα και/ή διαφημίσεις και/ή εκπτωτικές προσφορές να παρεμποδίζονται και/ή μη γίνονται ορατά από τους περαστικούς»[3]. Ως αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση, τα επίδικα για την κρίση της γεγονότα, και δη αναφορικά με το αναγκαίο ή μη, της συνέχισης της ισχύος των εκδοθέντων, υπό στοιχεία Β και Γ, προσωρινών διαταγμάτων και/ή της έκδοσης του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος, συναρτώνται μόνο με την αποδιδόμενη στους εναγόμενους 1 τοποθέτηση και εφαρμογή των σιδηροκατασκευών και/ή κάγκελων επί της τοιχοποιίας και/ή των ξύλινων θυρών/βιτρίνων του καταστήματος των εναγόντων και όχι με το ποιος δικαιούται να χρησιμοποιεί τη στοά και ειδικότερα το χώρο έξωθεν του καταστήματος των εναγόντων. Δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι, τόσο στα υπό στοιχεία Β και Γ εκδοθέντα διατάγματα, όσο και στο υπό στοιχείο Α αιτούμενο προς έκδοση διάταγμα, δεν γίνεται επίκληση δικαιώματος των εναγόντων να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε μέρος της στοάς και τούτο προφανώς, ως απόρροια του σεβασμού της σχετικής κρίσης του Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερομηνίας 15.12.2014, με την οποία απέρριψε την αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 28.8.2014, στα πλαίσια της οποίας προωθήθηκε ο ισχυρισμός των τελευταίων περί δικαιώματος χρήσης του συγκεκριμένου χώρου της στοάς. Είναι ξεκάθαρο, τόσο από το κυρίως σώμα της κυρίως αίτησης, όσο και από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, ότι, αυτό για το οποίο παραπονούνται οι ενάγοντες, είναι ότι η τοποθέτηση και εφαρμογή των σιδηροκατασκευών, είναι γενικά παράνομη και αδικαιολόγητη, ως ενέργεια, και ειδικότερα ότι απολήγει στο να παρενοχλεί και/ή παρεμβαίνει και/ή παρεμποδίζει τους ενάγοντες από το να ελέγχουν ελεύθερα και ανενόχλητα την κατοχή και χρήση του καταστήματος τους (και όχι της στοάς). Διαφορετική αντίκριση του θέματος, θα απέληγε στο να θεωρηθεί ότι, οι ενάγοντες, με την κυρίως αίτηση τους, επιδιώκουν την ανατροπή της κρίσης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.12.2014, στο βαθμό που τούτη αφορά στα όποια δικαιώματα των εναγόντων και/ή των εναγομένων επί της στοάς, μιας και, τίποτε δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, που να υπονοεί και/ή να ισχυρίζεται ότι η διαρρύθμιση των τραπεζιών, καρεκλών και γενικά επίπλων που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι επί της επιφάνειας της στοάς, άλλαξε και/ή διαφοροποιήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από ότι ίσχυε πριν την καταχώρηση της αγωγής και γενικά πριν τη σχετική κρίση του Δικαστηρίου στις 15.12.
  7. Επομένως το κατά πόσο δικαιολογείται να δοθεί άδεια στους ενάγοντες να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως απόρροια της υπό εξέταση αίτησης, θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με αυτά τα επίδικα και μόνο ζητήματα που περιβάλλουν την κυρίως αίτηση. Νομική Πτυχή Όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για το κατά πόσο θα παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι οι ακόλουθοι: θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι υφίσταται καλός λόγος που δικαιολογεί την εν λόγω καταχώρηση. Πρόθεση να απαντήσει ο αιτητής, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, σε ισχυρισμούς του άλλου μέρους ή για να προβεί σε κάποιες αναγκαίες διευκρινίσεις αναφορικά με αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι επιθυμητό από το δικαστήριο να τεθούν ενώπιον του, έτσι που να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων, δυνατόν να αποτελούν καλό λόγο για να δοθεί η αιτούμενη άδεια. Αν, από την άλλη, ο αιτητής επιδιώκει, δια της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, να επαναλάβει αρχικούς του ισχυρισμούς ή για να θέσει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, τότε, άνευ άλλου, δεν θα παραχωρηθεί η εν λόγω άδεια. Είναι για αυτό το λόγο που είναι επιθυμητό όπως ο αιτητής που ζητά άδεια για να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να θέτει με ξεκάθαρο τρόπο και με κάθε σαφήνεια τους λόγους για τους οποίου ζητά την εν λόγω άδεια και να αναφέρει και/ή τουλάχιστον να περιγράψει με απαραίτητη επάρκεια την προτεινόμενη να εισαχθεί μαρτυρία (το βέλτιστο θα ήταν να επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή του, την σκοπούμενη να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση), έτσι που να δύναται το δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, για την οποία ζητείται η άδεια, είναι δικαιολογημένο και/ή επιτρεπτό και/ή επιθυμητό να βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου όταν θα εξετάζει την αρχική αίτηση. Σε διαφορετική περίπτωση, το δικαστήριο κινδυνεύει να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, της οποίας το περιεχόμενο είναι άγνωστο και η οποία δυνατόν να εμπεριέχει ισχυρισμούς και γεγονότα τα οποία δεν είναι, ούτε επιτρεπτό, ούτε επιθυμητό, να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, με κίνδυνο να περιπλακούν τα πράγματα. (βλ. A. MESSIOS & SONS LTD κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ
(2010)1(Α) A.A.Δ. 195 και Αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. για έκδοση διατάγματος της φύσεως Certiorari, Prohibition και Mandamus
(2008)1 Α.Α.Δ. 510). Το ζήτημα του πως ασκείται η διακριτική εξουσία ενός Δικαστηρίου όταν αποφασίζει αν θα επιτρέψει ή όχι την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και τούτο προς υποστήριξη αίτησης με την οποία επιδιώκεται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, απασχόλησε, σχετικά πρόσφατα, το Ανώτατο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πούλλα Σαδιώτης Λτδ κ.α. Π.Ε.312/2010 ημερομηνίας 17.7.2014, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά. «Σ' ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 Θ.4
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Πιο πρόσφατα, και συγκεκριμένα στις 3.11.2016, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Έφεση με αριθμό 29/2014, μεταξύ Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, αποφάσισε τα εξής σχετικά: «To ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα». Ακολούθως, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, κάνει αναφορά, υιοθετώντας το, φυσικά, στο μόλις πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Κουππά (ανωτέρω). Έπειτα προβαίνει και στην εξής παρατήρηση. «Δεν υπάρχει βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος». Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα του για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Όπως υπεδείχθη και ανωτέρω, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, στα πλαίσια της παραγράφου 6, της ενόρκου δηλώσεώς του, προσδιορίζει συγκεκριμένες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, και ακολούθως αναφέρει διάφορους ισχυρισμούς, θέσεις και επιχειρήματα, εις απάντηση των αναφερόμενων στις συγκεκριμένες παραγράφους. Είναι αυτούς τους ισχυρισμούς, θέσεις και επιχειρήματα που επιδιώκουν, οι ενάγοντες, να συμπεριλάβουν στην επιζητούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου ότι, τόσο αναφορικά με τα υπό στοιχεία Β και Γ εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, όσο και σε σχέση με το υπό στοιχείο Α αιτούμενο προς έκδοση προσωρινό διάταγμα, τα επίδικα ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα, συνεπεία και της φύσης της κυρίως αίτησης, περιορίζονται στην ενέργεια των εναγομένων 1 να τοποθετήσουν και/ή εφαρμόσουν συγκεκριμένες σιδηροκατασκευές εις τρόπο που, κατά τους ενάγοντες, εμποδίζουν την απρόσκοπτη και ελεύθερη και ανενόχλητη απόλαυση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος τους και όχι της στοάς, είναι εντελώς αβίαστα που καταλήγω ότι, τα όσα αναφέρονται από τους ενάγοντες ως λόγοι για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν αποτελούν καλούς λόγους για να δοθεί σχετική άδεια. Όλοι οι ισχυρισμοί, θέσεις, άλλα και επιχειρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 6i μέχρι και 6ix, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δεν είναι δυνατό να επιτραπεί να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας στα πλαίσια μιας συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτο, δεν θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, δυνατό να αποτελεί καλό λόγο για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η διαφοροποίηση της μαρτυρίας των εναγόντων, με δεδομένη την έκδοση των δύο εκ των τριών, επιζητούμενων τότε, διαταγμάτων επί τη βάσει της μαρτυρίας που τέθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Δεύτερο, το μεγαλύτερο μέρος των όσων επιθυμούν οι ενάγοντες να αποτελέσουν μέρος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αφορά σε ισχυρισμούς που ήδη προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση και οι οποίοι συνυπολογίστηκαν, προφανώς, από το Δικαστήριο, τόσο κατά την απόφαση του για έκδοση των υπό στοιχείων Β και Γ προσωρινών διαταγμάτων, όσο και κατά την απόφαση του να διατάξει την επίδοση της κυρίως αίτησης σε σχέση με το υπό στοιχείο Α αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Τρίτο, μεγάλο επίσης μέρος των όσων επιζητούνται να τεθούν στα πλαίσια της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αφορά σε επιχειρηματολογία και όχι σε παράθεση οποιωνδήποτε γεγονότων. Η ρηθείσα επιχειρηματολογία, μπορεί εύκολα να προωθηθεί δια των αγορεύσεων που θα ακουστούν, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας επί της κυρίως αίτησης. Τέταρτο, άλλο μέρος των εν λόγω ισχυρισμών, θέσεων και επιχειρημάτων των εναγόντων, αφορά σε μαρτυρία που σχετίζεται με τα ισχυριζόμενα δικαιώματα των εναγόντων, αλλά και των εναγομένων, αναφορικά με τη χρήση της στοάς, και δη για θέμα μη επίδικο για την κρίση της κυρίως αίτησης, μιας και το ζητούμενο στην κυρίως αίτηση δεν είναι το ποιος δικαιούται να χρησιμοποιεί το χώρο της στοάς αλλά το κατά πόσο η ενέργεια των εναγομένων 1, παρεμποδίζει και/ή παρενοχλεί και/ή παρεμβαίνει στην ελεύθερη και ανενόχλητη απόλαυση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος (όχι της στοάς) από τους ενάγοντες. Πέμπτο, κάποιοι ισχυρισμοί είναι εντελώς ασαφείς και/ή δεν κρίνονται σχετικοί, γενικότερα, με τα επίδικα ζητήματα, όπως π.χ., η επιθυμία των εναγόντων να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό περί παραδοχής των εναγομένων στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης 895/2016, στην κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία και ότι επιβλήθηκε σε αυτούς ποινή προστίμου €300-. Και τούτο γιατί δεν αναφέρεται πως η εν λόγω ποινική υπόθεση σχετίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την υπό εξέταση υπόθεση. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε σχέση με την περιουσία εντός της οποίας εισήλθαν οι εναγόμενοι ούτε στο τι συνίσταται η οποιαδήποτε, κριθείσα από το Δικαστήριο, παράνομη είσοδος τους (σημειώνεται ότι, την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δεν συνοδεύει κανένα τεκμήριο). Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τη θέση των εναγόντων ότι θα πρέπει να επιτραπεί σε αυτούς να καταθέσουν ένορκη δήλωση του κου Ερμή Κλόκκαρη που κατατέθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7875/2014, χωρίς τούτη (η ένορκη δήλωση) να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί να εξεταστεί η σχετικότητα της με την κυρίως αίτηση. Επιπρόσθετα, με δεδομένο τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων της κυρίως αίτησης, και δη ότι τούτα συναρτώνται με την ενέργεια των εναγομένων να εφαρμόσουν συγκεκριμένες σιδηροκατασκευές κατά το Μάρτιο 2016 (ενέργεια, που κατά τους ενάγοντες, έλαβε χώρα, εντελώς αιφνιδίως), αδυνατώ να κατανοήσω το πως μπορεί να κριθεί σχετική η ένορκη δήλωση του κου Κλόκκαρη, στην οποία προέβηκε στις 13.1.2015, και δη 14 ολόκληρους μήνες πριν επισυμβούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Τα ίδια, κατά τη γνώμη μου, μπορούν να ειπωθούν και σε σχέση με τις επιστολές ενός εκ των συνιδιοκτητών της στοάς, που αναφέρονται στην παράγραφο 6iv της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Ούτε αυτές οι επιστολές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να είναι δυνατό να διαφανεί η σχετικότητα τους, τόσο για την κρίση της υπό εξέταση αίτησης, όσο, πολύ περισσότερο, για την κρίση της κυρίως αίτησης. Δεν γίνεται καν αναφορά, σε ποιο συνιδιοκτήτη της στοάς αφορούν, ώστε να μπορεί να εξεταστεί, αν ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ήδη τεθεί σχετική θέση του συγκεκριμένου συνιδιοκτήτη. Από έρευνα που προέβη το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, προκύπτει ότι συγκεκριμένος συνιδιοκτήτης και δη ο κύριος Άθως Μιχαηλίδης, εναγόμενος 2, απέστειλε στο παρελθόν δύο επιστολές φέρουσες ημερομηνίες 12.9.2014 και 15.9.2014 (ως είναι και οι ημερομηνίες των επιστολών που αναφέρονται στην παράγραφο 6iv της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση). Τούτες (οι επιστολές), επισυνάπτονται ως τεκμήρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που κατέθεσαν οι ενάγοντες στα πλαίσια της προώθησης της αρχικής αίτησης τους, ημερομηνίας 28.8.
  1. Αν είναι σε αυτές τις επιστολές που αναφέρονται οι ενάγοντες, τότε αδυνατώ να κατανοήσω την ανάγκη, τούτες να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, τη στιγμή που στην ένσταση των εναγομένων 1 στην κυρίως αίτηση, επισυνάπτεται μεταγενέστερη επιστολή του εναγόμενου 2, η οποία είναι πλήρως διαφωτιστική και κατατοπιστική των προθέσεων και απόψεων του επί των ζητημάτων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Όσα δε αναφέρονται στην παράγραφο 6ix και επιχειρούνται να τεθούν ως μέρος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία, επίσης κρίνονται μη σχετικά με τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αίτησης, μιας και το πώς ενήργησαν οι ενάγοντες συνεπεία της εφαρμογής και εγκατάστασης, από τους εναγόμενους 1, των σιδηροκατασκευών, δεν επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κρίση ως προς το παράνομο ή μη, της ρηθείσας ενέργειας των εναγομένων (και τούτο πάντα στο βαθμό που είναι απαραίτητο να εξεταστεί ένα τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια μιας αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος) ή ως προς τη δυνατότητα ή μη, των χρηστών της στοάς, να δουν και/ή επιθεωρήσουν τις βιτρίνες και γενικά την εσωτερική διακόσμηση και/ή διαρρύθμιση του καταστήματος των εναγόντων. Έκτο, ο ισχυρισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 6v της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και ο οποίος επιζητείται να αποτελέσει μέρος της επιδιωκόμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, περί του ότι με την εφαρμογή και τοποθέτηση των σιδηροκατασκευών, εμποδίζεται πλέον η πρόσβαση στο κατάστημα από την είσοδο που διαθέτει το κατάστημα εντός της στοάς, αν και προφανώς σχετικός με τα επίδικα ζητήματα, εντούτοις δεν θεωρώ ότι προσδίδει οτιδήποτε και/ή θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου στην κυρίως αίτηση (αναφορικά πάντα με το αν δικαιολογείται ή όχι, η έκδοση του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος), καθότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει, ήδη, τεθεί ισχυρισμός (μέσω της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση) ότι, όλες οι ξύλινες θύρες του καταστήματος των εναγόντων που βρίσκονται στην πλευρά της στοάς, ανοίγουν προς τα έξω και ότι με την τοποθέτηση και εφαρμογή των σιδηροκατασκευών, έχουν εγκλωβιστεί και έχουν τεθεί σε αχρηστία. Στο βαθμό δε που το παράπονο των εναγόντων εστιάζεται στο ότι, με τις σιδηροκατασκευές, παρεμποδίζεται η ορατότητα των περαστικών και υποψήφιων πελατών των εναγόντων εντός του καταστήματος και συγκεκριμένα επί των βιτρινών αυτού, τούτη η θέση, προωθείται με κάθε σαφήνεια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Τέλος, έβδομο, αδυνατώ να κατανοήσω πως μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία και/ή δικαιολογημένη η απάντηση στους ισχυρισμούς των εναγομένων ως τούτοι εμφαίνονται στις παραγράφους 33, 34 και 35, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, μιας και τούτοι αφορούν σε ενέργειες των εναγομένων, άσχετες με τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αίτησης. Εν ολίγοις, οι ισχυρισμοί των εναγόντων (αυτοί που προσδιορίζονται επαρκώς και με σαφήνεια και δεν αφορούν σε επανάληψη ισχυρισμών που περιέχονται ήδη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση), που επιδιώκεται να περιληφθούν στην επιζητούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν κρίνονται σημαντικοί και σχετικοί με το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, μια και θεωρώ ότι δεν σχετικοί με τη κρίση του κατά την εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων δια την έκδοση του επιζητούμενου, υπό στοιχείο Α, προσωρινού διατάγματος και/ή την ακύρωση των, υπό στοιχεία Β και Γ, εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Ως εκ των ανωτέρω, επαναλαμβάνω ότι, οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν καλό λόγο για να τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Παρά την πιο πάνω ήδη εκφρασθείσα τελική κρίση μου ως προς το ζητούμενο της υπό εξέταση αίτησης, νοιώθω την ανάγκη να σημειώσω, παρεμφερώς, ότι, αν και νομολογιακά δεν αποτελεί προϋπόθεση η επισύναψη σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση, δείγματος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που επιθυμείται να καταχωρηθεί ως επιπρόσθετη μαρτυρία, σε κατάλληλες περιπτώσεις, μια τέτοια ενέργεια από πλευράς του αιτητή, ίσως κριθεί αναγκαία. Είμαι δε της γνώμης ότι, με δεδομένη την πολλαπλότητα των ισχυρισμών, θέσεων και επιχειρημάτων που οι ενάγοντες επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, και με δεδομένα τα εντελώς διαφορετικά, μεταξύ τους, θέματα στα οποία αφορούν, και με δεδομένη την πρόθεση των εναγόντων, ως μέρος της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, να κατατεθούν και άλλα έγγραφα (επιστολές και ένορκες δηλώσεις τρίτων προσώπων), η υπό εξέταση περίπτωση, ήταν μια εξ αυτών, που η επισύναψη δείγματος της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, και των λοιπών εγγράφων που ζητείται να κατατεθούν ως μέρος της, θα έπρεπε να είχαν επισυναφθεί ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ή τουλάχιστον να τεθούν με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς γενικότητες, ως μέρος του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.).......... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Στις 9.11.2015 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής δια της προσθήκης των εναγομένων 2, 3, 4 και
  2. Το γεγονός αυτό, δεν επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση της παρούσας απόφασης, η οποία αφορά στους ενάγοντες και τους εναγόμενους 1, αποκλειστικά. [2]. Οι δύο τελευταίες πιο πάνω πλαγιογραφές, αποτελούν αυτούσιες καταγραφές μέρους του λεκτικού του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος της κυρίως αίτησης. [3] Μέρος της παραγράφου 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.