GLUCKNESS LIMITED ν. PALM-MOUNT HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής : 4780/14, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A81 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον : Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 4780/14 Μεταξύ : GLUCKNESS LIMITED Ενάγοντες και PALM-MOUNT HOLDINGS LIMITED Εναγόμενοι ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9.11.2015 GLUCKNESS LIMITED Ενάγοντες και
(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πως η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο». Πιο πρόσφατα, και συγκεκριμένα στις 3.11.2016, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Έφεση με αριθμό 29/2014, μεταξύ Μαρίας Κόκκινου ν. Κυριάκου Κόκκινου, αποφάσισε τα εξής σχετικά: «To ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα». Ακολούθως, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, κάνει αναφορά, υιοθετώντας το, φυσικά, στο μόλις πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση Κουππά (ανωτέρω). Έπειτα προβαίνει και στην εξής παρατήρηση. «Δεν υπάρχει βέβαια, άκαμπτος κανόνας, σε διαδικασίες, όμως για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος». Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά υπογράμμισε ότι η αίτηση του εφεσίβλητου για προσωρινό διάταγμα θα κρινόταν επί των γεγονότων που αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του, εγκρίνοντας όμως το αίτημα του για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, λησμόνησε αυτό που υπογράμμισε και, ουσιαστικά, κατέστησε την απάντηση των ισχυρισμών της εφεσείουσας αυτοσκοπό». Όπως υπεδείχθη και ανωτέρω, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, στα πλαίσια της παραγράφου 6, της ενόρκου δηλώσεώς του, προσδιορίζει συγκεκριμένες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση, και ακολούθως αναφέρει διάφορους ισχυρισμούς, θέσεις και επιχειρήματα, εις απάντηση των αναφερόμενων στις συγκεκριμένες παραγράφους. Είναι αυτούς τους ισχυρισμούς, θέσεις και επιχειρήματα που επιδιώκουν, οι ενάγοντες, να συμπεριλάβουν στην επιζητούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου ότι, τόσο αναφορικά με τα υπό στοιχεία Β και Γ εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα, όσο και σε σχέση με το υπό στοιχείο Α αιτούμενο προς έκδοση προσωρινό διάταγμα, τα επίδικα ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα, συνεπεία και της φύσης της κυρίως αίτησης, περιορίζονται στην ενέργεια των εναγομένων 1 να τοποθετήσουν και/ή εφαρμόσουν συγκεκριμένες σιδηροκατασκευές εις τρόπο που, κατά τους ενάγοντες, εμποδίζουν την απρόσκοπτη και ελεύθερη και ανενόχλητη απόλαυση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος τους και όχι της στοάς, είναι εντελώς αβίαστα που καταλήγω ότι, τα όσα αναφέρονται από τους ενάγοντες ως λόγοι για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, δεν αποτελούν καλούς λόγους για να δοθεί σχετική άδεια. Όλοι οι ισχυρισμοί, θέσεις, άλλα και επιχειρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 6i μέχρι και 6ix, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δεν είναι δυνατό να επιτραπεί να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου υπό μορφή μαρτυρίας στα πλαίσια μιας συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως για τους ακόλουθους λόγους: Πρώτο, δεν θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, δυνατό να αποτελεί καλό λόγο για παραχώρηση άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η διαφοροποίηση της μαρτυρίας των εναγόντων, με δεδομένη την έκδοση των δύο εκ των τριών, επιζητούμενων τότε, διαταγμάτων επί τη βάσει της μαρτυρίας που τέθηκε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Δεύτερο, το μεγαλύτερο μέρος των όσων επιθυμούν οι ενάγοντες να αποτελέσουν μέρος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αφορά σε ισχυρισμούς που ήδη προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση και οι οποίοι συνυπολογίστηκαν, προφανώς, από το Δικαστήριο, τόσο κατά την απόφαση του για έκδοση των υπό στοιχείων Β και Γ προσωρινών διαταγμάτων, όσο και κατά την απόφαση του να διατάξει την επίδοση της κυρίως αίτησης σε σχέση με το υπό στοιχείο Α αιτούμενο προσωρινό διάταγμα. Τρίτο, μεγάλο επίσης μέρος των όσων επιζητούνται να τεθούν στα πλαίσια της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, αφορά σε επιχειρηματολογία και όχι σε παράθεση οποιωνδήποτε γεγονότων. Η ρηθείσα επιχειρηματολογία, μπορεί εύκολα να προωθηθεί δια των αγορεύσεων που θα ακουστούν, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας επί της κυρίως αίτησης. Τέταρτο, άλλο μέρος των εν λόγω ισχυρισμών, θέσεων και επιχειρημάτων των εναγόντων, αφορά σε μαρτυρία που σχετίζεται με τα ισχυριζόμενα δικαιώματα των εναγόντων, αλλά και των εναγομένων, αναφορικά με τη χρήση της στοάς, και δη για θέμα μη επίδικο για την κρίση της κυρίως αίτησης, μιας και το ζητούμενο στην κυρίως αίτηση δεν είναι το ποιος δικαιούται να χρησιμοποιεί το χώρο της στοάς αλλά το κατά πόσο η ενέργεια των εναγομένων 1, παρεμποδίζει και/ή παρενοχλεί και/ή παρεμβαίνει στην ελεύθερη και ανενόχλητη απόλαυση της κατοχής και χρήσης του καταστήματος (όχι της στοάς) από τους ενάγοντες. Πέμπτο, κάποιοι ισχυρισμοί είναι εντελώς ασαφείς και/ή δεν κρίνονται σχετικοί, γενικότερα, με τα επίδικα ζητήματα, όπως π.χ., η επιθυμία των εναγόντων να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρισμό περί παραδοχής των εναγομένων στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης 895/2016, στην κατηγορία εισόδου σε ξένη περιουσία και ότι επιβλήθηκε σε αυτούς ποινή προστίμου €300-. Και τούτο γιατί δεν αναφέρεται πως η εν λόγω ποινική υπόθεση σχετίζεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με την υπό εξέταση υπόθεση. Καμία αναφορά δεν γίνεται σε σχέση με την περιουσία εντός της οποίας εισήλθαν οι εναγόμενοι ούτε στο τι συνίσταται η οποιαδήποτε, κριθείσα από το Δικαστήριο, παράνομη είσοδος τους (σημειώνεται ότι, την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, δεν συνοδεύει κανένα τεκμήριο). Το ίδιο ισχύει και αναφορικά με τη θέση των εναγόντων ότι θα πρέπει να επιτραπεί σε αυτούς να καταθέσουν ένορκη δήλωση του κου Ερμή Κλόκκαρη που κατατέθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7875/2014, χωρίς τούτη (η ένορκη δήλωση) να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορεί να εξεταστεί η σχετικότητα της με την κυρίως αίτηση. Επιπρόσθετα, με δεδομένο τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων της κυρίως αίτησης, και δη ότι τούτα συναρτώνται με την ενέργεια των εναγομένων να εφαρμόσουν συγκεκριμένες σιδηροκατασκευές κατά το Μάρτιο 2016 (ενέργεια, που κατά τους ενάγοντες, έλαβε χώρα, εντελώς αιφνιδίως), αδυνατώ να κατανοήσω το πως μπορεί να κριθεί σχετική η ένορκη δήλωση του κου Κλόκκαρη, στην οποία προέβηκε στις 13.1.2015, και δη 14 ολόκληρους μήνες πριν επισυμβούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της κυρίως αίτησης. Τα ίδια, κατά τη γνώμη μου, μπορούν να ειπωθούν και σε σχέση με τις επιστολές ενός εκ των συνιδιοκτητών της στοάς, που αναφέρονται στην παράγραφο 6iv της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Ούτε αυτές οι επιστολές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ώστε να είναι δυνατό να διαφανεί η σχετικότητα τους, τόσο για την κρίση της υπό εξέταση αίτησης, όσο, πολύ περισσότερο, για την κρίση της κυρίως αίτησης. Δεν γίνεται καν αναφορά, σε ποιο συνιδιοκτήτη της στοάς αφορούν, ώστε να μπορεί να εξεταστεί, αν ενώπιον του Δικαστηρίου έχει ήδη τεθεί σχετική θέση του συγκεκριμένου συνιδιοκτήτη. Από έρευνα που προέβη το Δικαστήριο στο περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης, προκύπτει ότι συγκεκριμένος συνιδιοκτήτης και δη ο κύριος Άθως Μιχαηλίδης, εναγόμενος 2, απέστειλε στο παρελθόν δύο επιστολές φέρουσες ημερομηνίες 12.9.2014 και 15.9.2014 (ως είναι και οι ημερομηνίες των επιστολών που αναφέρονται στην παράγραφο 6iv της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση). Τούτες (οι επιστολές), επισυνάπτονται ως τεκμήρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που κατέθεσαν οι ενάγοντες στα πλαίσια της προώθησης της αρχικής αίτησης τους, ημερομηνίας 28.8.
- Αν είναι σε αυτές τις επιστολές που αναφέρονται οι ενάγοντες, τότε αδυνατώ να κατανοήσω την ανάγκη, τούτες να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, τη στιγμή που στην ένσταση των εναγομένων 1 στην κυρίως αίτηση, επισυνάπτεται μεταγενέστερη επιστολή του εναγόμενου 2, η οποία είναι πλήρως διαφωτιστική και κατατοπιστική των προθέσεων και απόψεων του επί των ζητημάτων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή. Όσα δε αναφέρονται στην παράγραφο 6ix και επιχειρούνται να τεθούν ως μέρος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία, επίσης κρίνονται μη σχετικά με τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αίτησης, μιας και το πώς ενήργησαν οι ενάγοντες συνεπεία της εφαρμογής και εγκατάστασης, από τους εναγόμενους 1, των σιδηροκατασκευών, δεν επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κρίση ως προς το παράνομο ή μη, της ρηθείσας ενέργειας των εναγομένων (και τούτο πάντα στο βαθμό που είναι απαραίτητο να εξεταστεί ένα τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια μιας αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος) ή ως προς τη δυνατότητα ή μη, των χρηστών της στοάς, να δουν και/ή επιθεωρήσουν τις βιτρίνες και γενικά την εσωτερική διακόσμηση και/ή διαρρύθμιση του καταστήματος των εναγόντων. Έκτο, ο ισχυρισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 6v της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση και ο οποίος επιζητείται να αποτελέσει μέρος της επιδιωκόμενης προς καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, περί του ότι με την εφαρμογή και τοποθέτηση των σιδηροκατασκευών, εμποδίζεται πλέον η πρόσβαση στο κατάστημα από την είσοδο που διαθέτει το κατάστημα εντός της στοάς, αν και προφανώς σχετικός με τα επίδικα ζητήματα, εντούτοις δεν θεωρώ ότι προσδίδει οτιδήποτε και/ή θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου στην κυρίως αίτηση (αναφορικά πάντα με το αν δικαιολογείται ή όχι, η έκδοση του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος), καθότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει, ήδη, τεθεί ισχυρισμός (μέσω της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την κυρίως αίτηση) ότι, όλες οι ξύλινες θύρες του καταστήματος των εναγόντων που βρίσκονται στην πλευρά της στοάς, ανοίγουν προς τα έξω και ότι με την τοποθέτηση και εφαρμογή των σιδηροκατασκευών, έχουν εγκλωβιστεί και έχουν τεθεί σε αχρηστία. Στο βαθμό δε που το παράπονο των εναγόντων εστιάζεται στο ότι, με τις σιδηροκατασκευές, παρεμποδίζεται η ορατότητα των περαστικών και υποψήφιων πελατών των εναγόντων εντός του καταστήματος και συγκεκριμένα επί των βιτρινών αυτού, τούτη η θέση, προωθείται με κάθε σαφήνεια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. Τέλος, έβδομο, αδυνατώ να κατανοήσω πως μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία και/ή δικαιολογημένη η απάντηση στους ισχυρισμούς των εναγομένων ως τούτοι εμφαίνονται στις παραγράφους 33, 34 και 35, της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, μιας και τούτοι αφορούν σε ενέργειες των εναγομένων, άσχετες με τα επίδικα ζητήματα της κυρίως αίτησης. Εν ολίγοις, οι ισχυρισμοί των εναγόντων (αυτοί που προσδιορίζονται επαρκώς και με σαφήνεια και δεν αφορούν σε επανάληψη ισχυρισμών που περιέχονται ήδη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση), που επιδιώκεται να περιληφθούν στην επιζητούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν κρίνονται σημαντικοί και σχετικοί με το έργο του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της κυρίως αίτησης, μια και θεωρώ ότι δεν σχετικοί με τη κρίση του κατά την εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων δια την έκδοση του επιζητούμενου, υπό στοιχείο Α, προσωρινού διατάγματος και/ή την ακύρωση των, υπό στοιχεία Β και Γ, εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Ως εκ των ανωτέρω, επαναλαμβάνω ότι, οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να αποδείξουν καλό λόγο για να τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Παρά την πιο πάνω ήδη εκφρασθείσα τελική κρίση μου ως προς το ζητούμενο της υπό εξέταση αίτησης, νοιώθω την ανάγκη να σημειώσω, παρεμφερώς, ότι, αν και νομολογιακά δεν αποτελεί προϋπόθεση η επισύναψη σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση, δείγματος της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που επιθυμείται να καταχωρηθεί ως επιπρόσθετη μαρτυρία, σε κατάλληλες περιπτώσεις, μια τέτοια ενέργεια από πλευράς του αιτητή, ίσως κριθεί αναγκαία. Είμαι δε της γνώμης ότι, με δεδομένη την πολλαπλότητα των ισχυρισμών, θέσεων και επιχειρημάτων που οι ενάγοντες επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, και με δεδομένα τα εντελώς διαφορετικά, μεταξύ τους, θέματα στα οποία αφορούν, και με δεδομένη την πρόθεση των εναγόντων, ως μέρος της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, να κατατεθούν και άλλα έγγραφα (επιστολές και ένορκες δηλώσεις τρίτων προσώπων), η υπό εξέταση περίπτωση, ήταν μια εξ αυτών, που η επισύναψη δείγματος της επιζητούμενης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, και των λοιπών εγγράφων που ζητείται να κατατεθούν ως μέρος της, θα έπρεπε να είχαν επισυναφθεί ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, ή τουλάχιστον να τεθούν με πλήρη σαφήνεια και επάρκεια, χωρίς γενικότητες, ως μέρος του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.).......... Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Στις 9.11.2015 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο τροποποιήθηκε ο τίτλος της αγωγής δια της προσθήκης των εναγομένων 2, 3, 4 και
- Το γεγονός αυτό, δεν επηρεάζει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την έκδοση της παρούσας απόφασης, η οποία αφορά στους ενάγοντες και τους εναγόμενους 1, αποκλειστικά. [2]. Οι δύο τελευταίες πιο πάνω πλαγιογραφές, αποτελούν αυτούσιες καταγραφές μέρους του λεκτικού του υπό στοιχείο Α αιτούμενου διατάγματος της κυρίως αίτησης. [3] Μέρος της παραγράφου 14 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την κυρίως αίτηση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο