ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ν. Ευθύμιου Μπουλούτα, Αρ. Αγωγής: 6843/14, 22/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Πρ.Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6843/14 Μεταξύ : - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων και Ευθύμιου Μπουλούτα Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22.2.17 Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 1.6.16 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Τ. Χλωρακιώτου Για εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση: κος Κουρουπίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή των εναγόντων, επί ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αφορά την επιβολή διοικητικών προστίμων σε βάρος του εναγομένου, σε διάφορες ημερομηνίες, ανερχόμενες στο συνολικό ποσό των €805.000 τα οποία ο εναγόμενος δεν κατέβαλε, καθιστάμενα τα ποσά εισπρακτέα δυνάμει του άρθρου 39 του Ν.73
(1)/09. Η αγωγή, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου με την έκδοση σχετικού διατάγματος, επιδόθηκε στον εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας, δυνάμει δικαστικού επιμελετή στην Ελλάδα. Ακολούθησε στη συνέχεια αίτηση εκ μέρους του εναγομένου για την αναστολή και/ή απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την αγωγή. Κατόπιν εκδίκασης της αίτησης, την 25.4.16, το αίτημα απερρίφθη. Εναντίον της απορριπτικής ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου, ασκήθηκε έφεση η οποία και εκκρεμεί. Στις συνέχεια, την 20.5.16, ο εναγόμενος καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου. Την 1.6.16 υπεβλήθη εκ μέρους των εναγόντων αίτηση για συνοπτική απόφαση εναντίον του εναγομένου. Ο εναγόμενος έφερε ένσταση προβάλλοντας 20 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κανένας εκ των ομνυόντων δεν αντεξετάστηκε και οι δικηγόροι των δυο πλευρών προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τόσο τις εκατέρωθεν προβαλλόμενες θέσεις, όσο και τις αγορεύσεις των δυο πλευρών. Προκύπτει ότι τα πραγματικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται και οι λόγοι ένστασης περιστρέφονται σε νομικά θέματα. Χάριν ευκολίας, η ένσταση των εναγομένων υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση δικηγόρου, θα μπορούσε να χωριστεί σε διάφορες ενότητες. Αφορούν τόσο λόγους διαδικασίας όσο και ουσίας. Διεξοδικώς, θα πρέπει να λεχθεί, αναλύονται στην αγόρευση του δικηγόρου του και απαντώνται αντίστοιχα, στην αγόρευση της δικηγόρου των αιτητών. Θα γίνει προσπάθεια αποκωδικοποίησης τους σε ενότητες. Η πρώτη ενότητα περιστρέφεται σε δικονομικούς λόγους. Είναι η θέση του εναγομένου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 προς έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εγείρεται θέμα επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση γιατί, α. η ομνύουσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, β. δεν επιβεβαιώνει την ισχυριζόμενη αιτία της αγωγής και γ. δεν κατονομάζει το πρόσωπο που την εξουσιοδότησε. Η δεύτερη ενότητα σχετίζεται με το γεγονός ότι υπεβλήθη έφεση κατά της πιο πάνω ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η αίτηση να είναι καταχρηστική και κακόπιστη και στοχεύει στην εξουδετέρωση της έφεσης. Επίσης σχετικό προς την ενότητα αυτή, αποτελεί το γεγονός, που παραδέχεται η ομνύουσα εκ μέρους των αιτητών, σχετική είναι η παράγραφος 17 της ενόρκου δηλώσεως, ότι ο εναγόμενος καταχώρισε δυο προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο με τις οποίες αμφισβητεί τα διοικητικά πρόστιμα που του επιβλήθηκαν, χωρίς όμως να εκδοθεί διάταγμα αναστολής είσπραξης των προστίμων. Το γεγονός αυτό, των προσφυγών που εκκρεμεί η εκδίκαση τους, σύμφωνα με τη θέση του εναγομένου καθιστά την αίτηση καταχρηστική. Είναι περαιτέρω ως συναφής η τρίτη ενότητα, ότι η αγωγή με την έννοια αυτή είναι πρόωρη, γεγονός που από μόνο του συνιστά επαρκή υπεράσπιση ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να καταχωρίσει υπεράσπιση. Τέταρτη ενότητα, αποτελεί η εισήγηση ότι οι ενάγοντες, δυνάμει της κειμένης νομοθεσίας, δεν έχουν έννομη θεραπεία προς είσπραξη των επιβληθέντων προστίμων και περαιτέρω ότι η είσπραξη, παραβιάζει τα άρθρα 165-167 του Συντάγματος και τέλος, ως πέμπτη ενότητα, ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης παραβιάζει το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. Αμφότερες οι πλευρές στις αγορεύσεις αναλύουν τις θέσεις τους και παραπέμπουν σε σχετική νομολογία που καλύπτει τα εγειρόμενα ζητήματα. Το δικαστήριο θα διεξέλθει όλα τα εγειρόμενα θέματα και οι απαντήσεις θα προκύπτουν μέσα από την ανάλυση που θα ακολουθήσει, αρχής γενομένης από τα προαπαιτούμενα της Δ.18 και της επάρκειας της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει τέτοιο αίτημα. Αίτημα για συνοπτική απόφαση, όπως το παρόν, έχει ως δικονομική βάση τη Δ.18 Θ. 1 και στην Δ.48 Θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης η νομολογία είναι πλούσια και αναφορά θα γίνει στη συνέχεια. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως η σχετική Διαταγή προνοεί. Σύμφωνα με την Δ.18 Θ.1 ο ενόρκως δηλών μεταξύ άλλων, θα πρέπει να βεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. (Verifying the cause of action, and the amount claimed). Στην προκειμένη περίπτωση η ομνύουσα εκ μέρους των εναγόντων αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων και έχει στην κατοχή της όλα τα πρακτικά και τα σχετικά σημειώματα, έγγραφα, αλληλογραφία και όλα όσα αφορούν την υπόθεση, τα οποία και επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση. Είναι προϊστάμενη του νομικού τμήματος των εναγόντων, συμβουλεύει καθημερινά την Επιτροπή, καθοδηγεί τα υπόλοιπα τμήματα στην εκτέλεση των εργασιών τους και έχει την γενική εποπτεία για τα μέτρα που λαμβάνονται προς είσπραξη των οφειλομένων ποσών προς την Επιτροπή. Λόγω της εκ μέρους της κατοχής όλων των εγγράφων της υπόθεσης, είναι σε θέση να βεβαιώσει την ύπαρξη της απόφασης της Επιτροπής που αφορά τον εναγόμενο. Γνωρίζει επίσης κατά πόσο έχει εισπραχθεί το ποσό των επιβληθέντων διοικητικών προστίμων. Είναι δε πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση, μελέτησε το περιεχόμενο του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου με το περιεχόμενο του οποίου συμφωνεί και υιοθετεί. Στην συνέχεια, επαναλαμβάνει με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα της εκθέσεως απαιτήσεως. Η ουσία των γεγονότων είναι ότι η αγωγή αφορά διοικητικά πρόστιμα που επέβαλε η Επιτροπή - οι ενάγοντες - στον εναγόμενο, συμποσούμενα στο ποσό των €805.000, τα οποία ο εναγόμενος, μετά την αποστολή σε αυτόν σχετικών τιμολογίων, δεν κατέβαλε. Λέχθηκε ήδη πως τα γεγονότα είναι παραδεκτά. Αναφέρεται επίσης στις δυο προσφυγές που καταχώρισε ο εναγόμενος για την επιβολή των επιδίκων διοικητικών προστίμων, πλην όμως, ως αναφέρει, δεν έχει εκδοθεί διάταγμα αναστολής είσπραξης τους. Είναι η θέση της ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση και το σημείωμα εμφάνισης που καταχώρισε, αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας και εξακολουθεί να οφείλει ολόκληρο το ποσό της αγωγής. Εκείνο που ουσιαστικά απαιτείται από την Δ.18 είναι η θετική επαλήθευση των γεγονότων της αξίωσης, σε συνάρτηση με δήλωση ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν απολύτως καμιά υπεράσπιση στην αγωγή. Και τούτο ως θέμα δικαιοδοσίας (Stavrinides v. Ceskosloveneska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Στην υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ 223, που παραπέμπει και η δικηγόρος των εναγόντων, υπεδείχθη ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Υπεδείχθη ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα. Ο υπάλληλος που ορκίστηκε στην προκειμένη υπόθεση είχε στην κατοχή του όλα τα επίδικα έγγραφα των οποίων την ορθότητα έλεγξε ο ίδιος, που είχε και την ευθύνη παρακολούθησης του σχετικού λογαριασμού.( Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)K.B. 1253 ). Στην Κυπριακή υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782 υιοθετήθηκε παρόμοια θέση και μεταξύ άλλων λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 791: «Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18, θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, κατέληξε στην απόφασή του ως ακολούθως: «Η ομνύουσα δεν είναι τυχαίος υπάλληλος του οργανισμού που δεν έχει σχέση μ' αυτή την υπόθεση αλλά υπεύθυνη του νομικού τμήματος η οποία συμβουλεύει την Επιτροπή και καθοδηγεί τα υπόλοιπα τμήματα δια την εκτέλεση και διεκπεραίωση των εργασιών της Επιτροπής. Όλα τα έγγραφα σε σχέση με την υπόθεση είναι στην κατοχή της και είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την αλήθεια των γεγονότων λόγω των εντολών της από την Επιτροπή να εκτελέσει την απόφαση, την συχνή της επικοινωνία με τον Πρόεδρο της Επιτροπής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έχει η ίδια εξετάσει τα έγγραφα για την ορθότητα των προτού προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Ενεργούσε για λογαριασμό της Επιτροπής και βασίσθηκε στην απόφαση της Επιτροπής δια να λάβει μέτρα για την είσπραξη του προστίμου. Επομένως, αφού ενεργεί με βάση αυτή την απόφαση τεκμαίρεται ότι την έχει ελέγξει και έχει βεβαιωθεί προσωπικά ότι έχει ληφθεί τέτοια απόφαση από την Επιτροπή. Αυτό ισχύει και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την είσπραξη του εν λόγω ποσού, συμπεριλαμβανομένου και του γεγονότος της έκδοσης του τιμολογίου. Αυτή έχει την γενική εποπτεία για τα μέτρα που λαμβάνονται για την είσπραξη του εν λόγω ποσού. Επομένως ελέγχει την ορθότητα όλων των εγγράφων και γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υπόθεση ως και επίσης γνωρίζει κατά πόσο έχει εισπραχθεί το εν λόγω ποσό. Με βάση τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος, πράγμα το οποίο έχει κάνει στην παράγραφο 1 της ένορκης της δήλωσης.» Οι πιο πάνω παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, τόσο αναφορικά με γεγονότα όσο και με την τελική του κατάληξη, μας βρίσκουν απόλυτα σύμφωνους και επικυρώνουμε το συμπέρασμα, πως, κάτω από τις συνθήκες της υπόθεσης, η ομνύουσα είχε την απαιτούμενη «θετική γνώση» και ως εκ τούτου ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις της Δ.18.» Στην βάση όσων αναφέρονται στην πιο πάνω υπόθεση, η οποία να υπομνησθεί ότι αφορούσε και πάλι την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υποβολή ανάλογης εισήγησης εκ μέρους των εναγομένων, και έχοντας υπόψη όσα η ομνύουσα ορκίζεται εκ μέρους των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση και επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση, κρίνεται ότι η ένορκη δήλωση πληροί όλες τις απαιτούμενες, υπό της Δ.18 και της Νομολογίας, προϋποθέσεις. Όσο για την εισήγηση ότι δεν αναφέρει ποιος την εξουσιοδότησε να ορκιστεί, αρκούντως αναφέρει ότι εξουσιοδοτήθηκε από τους ενάγοντες. Τέλος και εκ του περισσού, να λεχθεί ότι η ομνύουσα αναφέρει ότι συμφωνεί με το οπισθογραφημένο κλητήριο και όχι μόνο αυτό, αλλά επαναλαμβάνει με λεπτομέρεια τα γεγονότα με την επισύναψη όλων των σχετικών εγγράφων που αφορούν την υπόθεση. Κρίνεται συνεπώς ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και τα απαιτούμενα για την ενεργοποίηση της Δ.18. Σύμφωνα με την νομολογία, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης βρίσκεται στους ώμους του εναγομένου (Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1051). Όπως εξηγείται στην υποθεση Λαζάρου κ.ά ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Δ..Δ. 817, όπου η υπεράσπιση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί η τελευταία εισήγηση ως άμεσα σχετική με την διαδικασία της συνοπτικής απόφασης, ότι η διαδικασία παραβιάζει το άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α. Παραπέμπει ο δικηγόρος σε Αγγλική νομολογία και στους νέους Αγγλικούς θεσμούς σύμφωνα με τους οποίους, C.P.R. 24.2, «The court may give summary judgment . if . There is no other reason why the case or issue should not be disposed of at a trial». Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. (βλ. Symon & Co v. Palme´s Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B.259, 266-267 ). Ως υπεδείχθη στην υπόθεση Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας την Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 Α.Α.Δ 418, με αναφορά στη CY.E.M.S. Co v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, 902 - 905: « Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης..... Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Οι πιο πάνω εισηγήσεις του δικηγόρου του εναγομένου, έχουν ήδη εμποτιστεί και εκφραστεί σε Κυπριακή νομολογία, ό,τι η συνοπτική απόφαση, ως εξαιρετικό μέτρο, αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Γι' αυτό και η συνοπτική διαδικασία κάτω από τη Δ.18, ως υποδεικνύει η νομολογία, πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. (Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ 1968.) Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818 που γίνεται εκτενής αναφορά και σύνοψη της νομολογίας επί συνοπτικής απόφασης. Η σύγχρονη αντίληψη και αντιμετώπιση, κατά την κρίση του δικαστηρίου, που επικρατεί και εφαρμόζεται στην Αγγλία σε σχέση με την διαδικασία της συνοπτικής απόφασης, που συνάδει με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αντικατοπτρίζεται στην υπόθεση DINSDALE MOORLAND SERVICES LIMITED v. GARETH MARK EVANS and others, [2014] EWHC 2 (Ch) στην οποία συνοψίζονται οι ακόλουθες αρχές και κριτήρια τα οποία το δικαστήριο θα λάβει υπόψη του προς έγκριση ή μη ενός τέτοιου αιτήματος: «5 The test for summary judgment In his skeleton argument Mr Boyd helpfully referred me to the guidance given by Lewison J (as he then was) in Nigeria v Santolina Investment Corporation and others [2007] EWHC 437 (Ch) "4. The courts have now given guidance on the principles to be applied in deciding whether or not to give summary judgment. For present purposes I summarise the relevant ones as follows:
- i)The court must consider whether the defendant has a "realistic" as opposed to a "fanciful" prospect of success: Swain v Hillman [2001] 2 All ER 91;
- ii)A "realistic" defence is one that carries some degree of conviction. This means a defence that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8] iii) In reaching its conclusion the court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman
- iv)This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a defendant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel at [10]
- v)However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No 5) [2001] EWCA Civ 550;
- vi)Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial, even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] FSR 63; vii) Although there is no longer an absolute bar on obtaining summary judgment when fraud is alleged, the fact that a claim is based on fraud is a relevant factor. The risk of a finding of dishonesty may itself provide a compelling reason for allowing a case to proceed to trial, even where the case looks strong on the papers: Wrexham Association Football Club Ltd v Crucialmove Ltd [2006] EWCA Civ 237 at [57]." Κατά συνέπεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου τόσο η Κυπριακή, όσο και η Αγγλική νομολογία στην διαδικασία της συνοπτικής απόφασης, παρέχουν όλες τις ασφαλιστικές δικλείδες και παραμέτρους μέσα από συγκεκριμένες αρχές και προϋποθέσεις, που διατηρούν πλήρως και διασφαλίζουν όλα τα δικαιώματα του εναγομένου, ο οποίος όχι μόνο δεν στερείται κάποιου δικαιώματος, αλλά έχει κάθε ευκαιρία να παρουσιάσει στην απαιτούμενη και λογική έκταση την υπόθεση και την υπεράσπιση του και να δείξει λόγους για τους οποίους δεν θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει ακόμα να υποδειχθεί ότι ακριβώς λόγω της φύσης της, ως κατ' εξαίρεση της συνήθους διαδικασίας μιας δίκης, ο καθ' ου η αίτηση πρέπει με την ένορκη του δήλωση να προβάλει τα στοιχεία που εδράζει την υπεράσπιση του, χωρίς βεβαίως να αναμένεται ότι θα προσκομίσει την διαθέσιμη μαρτυρία. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Ζερβός ανωτέρω: « Η ένορκη δήλωση του εφεσείοντα περιείχε τα στοιχεία στα οποία εδράζεται η υπεράσπιση που θέλει να προβάλει, και η υπό αναφορά συνοπτική διαδικασία δεν ήταν η δίκη της υπόθεσης για να προσκομίσει την μαρτυρία που διέθετε. Αυτό που αναμενόταν να δείξει ήταν πως έχει υπεράσπιση σε βαθμό που επιδεικνύεται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της. Και βεβαίως, το κατά πόσο νομικά ευσταθεί, θα είναι το αντικείμενο της δίκης ». Κατά συνέπεια η εισήγηση ότι η Δ.18 και η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης παραβιάζει το Αρ.6.1 της ΕΣΔΑ απορρίπτεται. Αναφορικά με την εισήγηση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, γιατί, με αυτό τον τρόπο εξουδετερώνει την έφεση που υπεβλήθη στην ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου, πέραν της φραστικής της διατύπωσης, δεν υποστηρίζεται με κάποια νομολογία. Ούτε και υπάρχει κανόνας ή αρχή σύμφωνα με την οποία επί ασκήσεως εφέσεως επί ενδιάμεσης αποφάσεως, η εκδίκαση της υπόθεσης αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αντίθετα, η υπόθεση In Res E.S. (An Infant)
(1986)1 C.L.R 119 καθώς και οι υποθέσεις Fotiou and another v. Petrolina Ltd
(1984)1 C.L.R και Aftomata Eleourgia v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R 524 υποδεικνύουν ότι τέτοιο μέτρο μπορεί να διαταχθεί μόνο δυνάμει του αρ.155.4 του Συντάγματος με διάταγμα prohibition, ήτοι ένταλμα απαγόρευσης συνέχισης της διαδικασίας. Κατά συνέπεια πρόκειται για μια διαδικασία η οποία ήταν διαθέσιμη στον εναγόμενο για να την ενεργοποιήσει, αν το επιθυμούσε, και δεν μπορεί να μεταφέρει το βάρος στους ενάγοντες, καταλογίζοντας μάλιστα κακοπιστία εκ μέρους τους. Το επόμενο επιχείρημα του εναγομένου αφορά τις ασκηθείσες προσφυγές εναντίον των αποφάσεων των εναγόντων για επιβολή εναντίον του διοικητικού προστίμου. Με ουσιαστικό έρεισμα τις παρατηρήσεις του εφετείου στην υπόθεση Sigma Radio T.V Public Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 Α.Α.Δ.140, είναι η θέση του ότι η αγωγή είναι πρόωρη λόγω εκκρεμοδικίας των προσφυγών. Η εκκρεμοδικία της προσφυγής για το επιβληθέν ποσό του προστίμου που έχει επιβληθεί στον εναγόμενο, σύμφωνα με την εισήγηση, δεν έχει καταστεί απαιτητό, καθιστώντας υπό αυτή την σκοπιά την αγωγή πρόωρη. Επιπρόσθετα γίνεται παραπομπή σε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση ΑΟΜΜ Γαλαξίας Παραγωγές Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου, Πολ. Έφεση 348/10, ημερ.11.7.14, σύμφωνα με το οποίο εφόσον η απόφαση για επιβολή τέλους δεν ακυρώθηκε ή δεν προσβλήθηκε, αυτό καθίσταται απαιτητό με αγωγή, δεχόμενος όμως ο δικηγόρος του εναγομένου, ότι η εκτελεστότητα της διοικητικής απόφασης δεν αναστέλλεται από μόνη της. Η πιο πάνω απόφαση Sigma Radio, εξετάστηκε μεταγενέστερα στην υπόθεση Αντέννα Λτδ ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1079. Υπεδείχθη ότι τα σχόλια του Εφετείου, τα οποία επικαλείται ο εναγόμενος, δεν αποτελούσαν μέρος του λόγου της έφεσης, αλλά συνιστούσαν εν παρόδω παρατηρήσεις (obiter). Υπεδείχθη περαιτέρω ότι: «Κατά την κρίση μας, εκτός και αν υπήρχαν ιδιάζουσες περιστάσεις, μόνο με εξασφάλιση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της Αρχής, στα πλαίσια προσφυγής (Κανονισμός 13 των περί Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Κανονισμών του 1962), θα μπορούσε να διαφοροποιείτο η διαδικασία που θα ακολουθείτο». Η πιο πάνω υπόδειξη, συνάδει και με τα λεχθέντα στην Marketrends ανωτέρω, ότι η ρητή αναφορά στο άρθρο 39
(4)του Νόμου 64
(1)/01 σε δικαίωμα προσφυγής αναφορικά με αποφάσεις της Επιτροπής, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ότι ισοδυναμεί με αναστολή είσπραξης του προστίμου ως αστικού χρέους, όταν έχει καταχωρηθεί προσφυγή. Αν τέτοια ήταν η πρόθεση του νομοθέτη, τούτο θα αναμενόταν να αναφερόταν ρητά, με πρόνοια αναστολής είσπραξης του προστίμου. Στην βάση όσων εξηγηθεί και αναλυθεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν μπορεί να τεθεί, ούτε και ευσταθεί, θέμα πρόωρης αγωγής επειδή δεν έχουν εκδικασθεί οι προσφυγές που υπέβαλε ο εναγόμενος. Ως υποδεικνύεται και στην υπόθεση Αντέννα ανωτέρω, οι διοικητικές πράξεις φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή τεκμαίρονται νόμιμες και παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα μέχρι την ακύρωση τους από το Ανώτατο Δικαστήριο, τώρα από τα Διοικητικά Δικαστήρια, ή την αναστολή τους. Αυτό ακριβώς κατά την κρίση του δικαστηρίου εκφράστηκε και στην υπόθεση ΑΟΜΜ ανωτέρω, που επικαλέστηκε ο δικηγόρος του εναγομένου. Η άμεση παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων μιας διοικητικής πράξης, ως απόρροια του τεκμηρίου νομιμότητας που την περιβάλλει, στην απουσία διατάγματος αναστολής της, εξανεμίζει την υπεράσπιση περί πρόωρης αγωγής προς είσπραξη του επιβληθέντος διοικητικού προστίμου. Ο Νόμος που ρυθμίζει τα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Ν.73
(1)/09, που αντικατέστησε τους προηγούμενους Νόμους, στο άρθρο 38
(7)προβλέπει ότι οι περί επιβολής διοικητικού προστίμου αποφάσεις της Επιτροπής υπόκεινται σε προσφυγή. Κατά συνέπεια όσα ερμηνεύτηκαν στην Marketrends ανωτέρω, αναφορικά με το άρ.39
(4)του καταργηθέντος Νόμου 64
(1)/01, που είναι το ίδιο με το άρθρο 38
(7)του νέου Νόμου, τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής και εδώ. Σύμφωνα επίσης με το αρ.39
(2)(α) του Νόμου 73
(1)/09, σε περίπτωση παράλειψης καταβολής του διοικητικού προστίμου που επιβάλλεται από την Επιτροπή, τότε, η Επιτροπή, δύναται να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του και το οφειλόμενο χρέος εισπράττεται ως αστικό χρέος. Κατά συνέπεια και στην απουσία ρητής νομοθετικής πρόνοιας για αναστολή είσπραξης του επιβληθέντος προστίμου ως αστικού χρέους, ήτοι δια αγωγής, ή διάταγμα αναστολής της απόφασης από το αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο, η υπεράσπιση περί πρόωρης αγωγής δεν έχει ούτε νομικό ούτε και πραγματικό έρεισμα, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ως ρεαλιστική υπεράσπιση, με την έννοια και την εμβέλεια με την οποία η νομολογία που έχει εκτεθεί αποδίδει στον όρο. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η καταχώριση και προώθηση της αγωγής προς είσπραξη διοικητικού προστίμου συνιστά παραβίαση των αρ.165-167 του Συντάγματος. Επίσης ότι η διοικητική πράξη επί των οποίων εδράζεται η αξίωση των εναγόντων είναι αντίθετη με το Αρ.30 του Συντάγματος και ότι οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες των Νόμων, Ν.190
(1)/07 και 114
(1)/07, επί των οποίων βασίστηκαν οι ενάγοντες είναι αντισυνταγματικές. Η απάντηση στις πιο πάνω εισηγήσεις ευθέως δίνεται στις υποθέσεις Αντέννα και Marketrends ανωτέρω. Στην Marketrends υπεδείχθη ότι: «Το κατά πόσο η Επιτροπή είχε δικαίωμα επιβολής προστίμου, είναι θέμα που αφορά την εγκυρότητα και νομιμότητα διοικητικής πράξης, που το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει, αφού αυτό το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. Έτσι, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του προκειμένου ήταν απόλυτα ορθή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του διοικητική απόφαση σε ισχύ και είχε καθήκον να την εφαρμόσει. (Δέστε και Ζήνων Ζήνωνα Χρίστου ν. ΕΤΕΚ
(1998)1 Α.Α.Δ. 1847)». Στην δε Αντέννα ανωτέρω, υπεδείχθησαν τα πιο κάτω: «.. το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει τη νομιμότητα μιας εκτελεστής απόφασης διοικητικού οργάνου. Η δικαιοδοσία αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το εδάφιο 1 του Άρθρου 146, είναι «αποκλειστική» (βλ. Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66 και Ouzounian v. Republic
(1966)3 C.L.R. 553, στη σελίδα 556 και Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής ΡαδιοτηλεόρασηςΚύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ 155, στην οποία έκαμε αναφορά και το πρωτόδικο δικαστήριο στην Έφεση Aρ. 3/08. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε στο θέμα, εφόσον για το ίδιο ζήτημα υπάρχει όχι μόνο πλούσια, αλλά και πρόσφατη νομολογία, την οποία υιοθετούμε και στην οποία παραπέμπουμε (βλ. Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1 A.A.Δ. 1601, η οποία εκδόθηκε από την παρούσα σύνθεση, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 909, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 1)
(2006)1 Α.Α.Δ 155, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ. 2)
(2005)1 Α.Α.Δ 572, Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ 408 και Sigma Radio T.V. Ltd. κ.ά. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ 134, απόφαση Πλήρους Ολομέλειας). Τα ίδια ισχύουν και για τους εναπομείναντες λόγους έφεσης 2, 3, 4 και 6 ανωτέρω. Θέμα συνταγματικότητας του Νόμου 7(Ι)/98 και συμβατότητας της εξουσίας της Αρχής, δυνάμει του Άρθρου 41(β)
(3)του Νόμου να λαμβάνει δικαστικά μέτρα και να εισπράττει οφειλόμενα προς αυτήν ποσά ως αστικό χρέος, με τα Άρθρα 165, 166 και 167 του Συντάγματος και του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, θα μπορούσε να τεθεί μόνο στα πλαίσια αμφισβήτησης της εκτέλεσης διοικητικής πράξης της αρχής να εισπράξει το διοικητικό πρόστιμο ως αστικό χρέος, σύμφωνα με το Νόμο (βλ. απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας στην Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2004)3 Α.Α.Δ 134 και απόφαση πλειοψηφίας στην Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2008)3 Α.Α.Δ 445). Πρόκειται για πράξη δημοσίου δικαίου, η οποία προσβάλλεται μόνο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εφόσον, όπως υποδείξαμε, είναι το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία δυνάμει του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος». Τέλος, εγείρονται με την αγόρευση του δικηγόρου του εναγομένου ακόμα δυο θέματα, τα οποία όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αναφέρονται στους λόγους ένστασης και δεν απαντώνται, για τον λόγο αυτό, από την δικηγόρο των εναγόντων. Σε συνδυασμό των Αρ.39
(1)και 10 του Νόμου Περί Κεφαλαιαγοράς, Ν.73
(1)/09 και του άρθρου 165.1 του Συντάγματος, εισηγείται ο δικηγόρος του εναγομένου ότι είτε η Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα θα έπρεπε να είναι διάδικος, είτε οι ενάγοντες να καταχωρίσουν αγωγή για χρέος οφειλόμενο στη Δημοκρατία και όχι στους ίδιους. Ακόμα, ότι η αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέσω του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου. Συνακόλουθα με την τελευταία εισήγηση, είναι η θέση του ότι η ομνύουσα δεν νομιμοποιείται να εκπροσωπεί τους ενάγοντες, γιατί μόνο ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου δικαιούνται να εκπροσωπήσουν την Επιτροπή. Χάριν πληρότητας της απόφασης και παρά το γεγονός ότι δεν προβάλλονται οι θέσεις αυτές στους λόγους ένστασης, οι πιο πάνω ενστάσεις θα εξεταστούν συνοπτικά. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου (Ν.73
(1)/09), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, η οποία διοικείται από το Συμβούλιο στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 9
(2)ανατίθεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής. Το Συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 10
(2)(α), δια του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του εκπροσωπεί την Επιτροπή ενώπιον των δικαστηρίων. Το Νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τον νόμο, είναι η Επιτροπή και όχι το Συμβούλιο. Οι υποθέσεις Κυριακίδης ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Ταμείου Προνοίας Προσωπικού Κυπριακού Διυλιστηρίου Πετρελαίου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1271 και Αντωνίου κ.ά ν. Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων Ξενοδοχειακής Βιομηχανίας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 204 είναι σχετικές. Προκύπτει εκ των αποφάσεων αυτών, ότι το Νομικό πρόσωπο νομιμοποιείται να εμφανίζεται με το δικό του όνομα σε δικαστική διαδικασία και ενεργεί μέσω του Συμβουλίου που το αντιπροσωπεύει. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι η ομνύουσα είναι εξουσιοδοτημένη, ως αναφέρει, από τους ενάγοντες - αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση, δεν είναι σε σύγκρουση με το άρθρο 10
(2)του Νόμου, αφού ο Νόμος δεν καθιστά αποκλειστικά αρμόδιο τον Πρόεδρο ή τον Αντιπρόεδρο να ορκιστεί, ή και να δώσει ζώσα μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Ούτε και αποκλείει ή απαγορεύει στα πρόσωπα αυτά να εξουσιοδοτήσουν κάποιον τρίτο να προβεί σε ένορκη δήλωση, ή ακόμα να δώσει μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου. Τέτοια στενή ερμηνευτική προσέγγιση των σχετικών άρθρων του Νόμου, θα οδηγούσε, αναπόφευκτα, σε άτοπα και εν πολλοίς παράλογα αποτελέσματα. Άλλωστε, να υποδειχθεί, η ομνύουσα δεν εκπροσωπεί τους ενάγοντες, με την έννοια που εισηγείται ο δικηγόρος του εναγομένου, αλλά είναι εξουσιοδοτημένη να δώσει μαρτυρία δι' ενόρκου δηλώσεως, ως μάρτυρας, σύμφωνα με την επιταγή της Δ.18, Θ.1 . Ως προς την άλλη εισήγηση, το άρθρο 39
(2)του Νόμου αναφέρει ότι είναι η Επιτροπή που λαμβάνει τα δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του επιβληθέντος προστίμου ως αστικού χρέους και όχι η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Γενικού Εισαγγελέα. Ομοίως, το γεγονός ότι σύμφωνα με το άρθρο 39
(1)του Νόμου, το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλει η Επιτροπή λογίζεται έναντι των εσόδων του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας δεν μεταβάλλει την ουσία, αφού πρόκειται για λογιστικό - ταμειακό διακανονισμό απευθείας ρυθμιζόμενο από τον νόμο, που δεν επηρεάζει την νομική υπόσταση και οντότητα της Επιτροπής, ούτε και συγκρούεται με το άρθρο 39
(2)(α) του Νόμου. Αποτελεί συνεπώς κατάληξη του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος που έφερε και δεν απέδειξε ότι έχει μια έστω απομακρυσμένη υπεράσπιση που, όσο ρεαλιστικά και αν αντικριστεί, να θεωρηθεί είναι κάτι περισσότερο από σκιώδης, ώστε δυνητικά να δημιουργεί εύλογη διαφορά προς εκδίκαση, για να του παρασχεθεί το δικαίωμα προβολής υπεράσπισης. Ως αποτέλεσμα, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του εναγομένου ως η παράγραφος 9 Α, Β και Γ της εκθέσεως απαιτήσεως, πλέον τα δικηγορικά έξοδα που θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Πρ. Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο