← Κύπρος

SHIPSHORE (CYPRUS) LTD ν. VINELAND DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 1765/2008, 2/2/2017

SHIPSHORE (CYPRUS) LTD ν. VINELAND DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αγωγής: 1765/2008, 2/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1765/2008 Μεταξύ: SHIPSHORE (CYPRUS) LTD Εναγόντων και VINELAND DEVELOPMENTS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κα Ροδόθεου Γ., για Χατζηχάννας & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενους/καθ' ων η αίτηση: κ. Παπαμιχαήλ, για Θέμη Θωμά & Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 21.11.2016) Με την υπό εξέταση αίτηση οι αιτητές/ενάγοντες (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») αιτούνται ως ακολούθως: «(α) Απόφαση ή/και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται το ένταλμα κατασχέσεως ακίνητης περιουσίας ημερ. 15.11.2016, το οποίο εξεδόθη στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλον Αγωγή, μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή μέχρι την επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων της Ενάγουσας σύμφωνα με απόφαση Δικαστηρίου ημερ. 17/11/2015. (β) Περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δικαίαν υπό τας περιστάσεις. (γ) Έξοδα, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α» Η αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 Θ.3, Δ.40 Θ.7 και 11 και Δ.48, Θ.2 , στο άρθρο 23

(2)(α) του Ν.14/60 καθώς και στις αρχές του δικαίου της επιεικίας, της Νομολογίας και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Κώστα Σωτηρίου ο οποίος ως αναφέρει είναι διευθυντής των αιτητών και πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. Όπως αναφέρει στις 27.2.2015, μετά από ακρόαση, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή και παράλληλα την ανταπαίτηση με έξοδα όπως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (βλ. Τεκμήριο 1). Ως επίσης αναφέρει στις 7.4.2015 οι αιτητές καταχώρησαν έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης, η ακρόαση της οποίας εκκρεμεί. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρει ότι ακόμη δεν έχουν καταχωρηθεί περιγράμματα, ώστε η όποια ακρόαση της να υπολογίζεται σε 2-3 χρόνια. Επίσης αναφέρει ότι έλαβε γνώση της ύπαρξης των επιδικασθέντων εξόδων των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση (στο εξής καλουμένων «οι καθ' ων η αίτηση») στις 15.11.2016 όταν του επιδόθηκε ένταλμα κατασχέσεως κινητής περιουσίας (βλ. Τεκμήριο 2). Ως αναφέρει στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από τον κ. Φραγκίσκο Χατζηχάννα, στις 9.10.2016 ο τελευταίος έλαβε επιστολή (βλ. Τεκμήριο 3) από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση με την οποία ζητούσαν από το δικηγορικό γραφείο του κ. Χατζηχάννα να επιβεβαιώσει ότι θα πληρώσει η κάθε πλευρά τον δικηγόρο της όσον αφορά τα δικηγορικά έξοδα, και να συνεχίζει να εκδικάζεται μόνο η Έφεση με αριθμό 123/
  1. Στις 12.10.2016 ο κ. Χατζηχάννας, απέστειλε επιστολή (βλ. Τεκμήριο 4) στους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση και τους ενημέρωσε ότι η πρόταση τους δεν μπορούσε να γίνει δεκτή λόγω του ότι καταχωρήθηκε σχετικός κατάλογος εξόδων στο Δικαστήριο για υπολογισμό από τον Πρωτοκολλητή και ότι ακολούθως με την έγκριση του Δικαστηρίου θα επανέρχονταν αξιώνοντας την πληρωμή των εξόδων. Αναφέρει επίσης ότι, σε σχέση με τον κατάλογο εξόδων των δικηγόρων των αιτητών (βλ. Τεκμήριο 5), ο οποίος καταχωρήθηκε στις 3.8.2016, το ποσό των εξόδων κατά πάσα πιθανότητα θα είναι μεγαλύτερο από τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα των καθ' ων η αίτηση. Επομένως, ως αναφέρει, με την εκτέλεση του επίδικου εντάλματος, οι καθ' ων η αίτηση δεν θα επωφεληθούν, αφού το εισπρακτέο ποσό που απαιτείται να εισπραχθεί από το επίδικο ένταλμα κατά πάσα πιθανότητα θα είναι μικρότερο αν δεν συμψηφισθεί πλήρως με τον κατάλογο εξόδων που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο για λογαριασμό των αιτητών. Συμπερασματικά, ως αναφέρει το ιδανικότερο και για τις δύο πλευρές θα ήταν να υπολογιστούν τα έξοδα των αιτητών από τον Πρωτοκολλητή και αφού ακολούθως εγκριθούν από το Δικαστήριο να αξιωθεί και το ποσό της πληρωμής από τους καθ' ων η αίτηση, το οποίο αναμένεται να είναι μεγαλύτερο από το απαιτούμενο ποσό του επίδικου εντάλματος. Περαιτέρω αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση, ουδέποτε στο παρελθόν απαίτησαν πληρωμή των υπολογισθέντων δικηγορικών τους εξόδων, αλλά ούτε και απέστειλαν οποιαδήποτε ειδοποίηση αναφορικά με αυτά, στους αιτητές. Συνεπώς από τα όσα αναφέρθησαν πιο πάνω, είναι η θέση του ότι η αίτηση κατάσχεσης κινητής περιουσίας έγινε καταχρηστικά και άνευ λόγου και αιτίας, με σκοπό την πρόκληση αδικαιολόγητης ταλαιπωρίας στο πρόσωπο του εξ ου και αξιοί ως η αίτηση. Θα πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στην αρχή μονομερώς, αλλά αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση, και κατέστη έτσι αίτηση δια κλήσεως. Οι δε καθ' ων η αίτηση στους οποίους επεδόθη η αίτηση καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «
  2. Η αίτηση είναι παράτυπη και η νομική της βάση εσφαλμένη.
  3. Η αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών είναι καταχρηστική και/ή κακόπιστη και/ή τείνει στην καθυστέρηση της καταβολής των οφειλομένων προς τους Εναγόμενους - Καθ' ών η Αίτηση.
  4. Το αιτητικό στην αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών πάσχει καθότι αναφέρονται σε ένταλμα κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας, ενώ το μόνο που εκκρεμεί εναντίον είναι ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας.
  5. Η ρηθείσα έφεση που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες - Αιτητές είναι παντελώς αβάσιμη.
  6. Οι Εναγόμενοι - Καθ' ών η Αίτηση υφίστανται μεγάλη ζημιά λόγω της μη εκτέλεσης ή καθυστέρησης εκτέλεσης εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, δεδομένου ότι δεν πληρώνονται.
  7. Η παρούσα αίτηση είναι εντελώς καταχρηστική και τυχόν χορήγηση του διατάγματος θα σημαίνει τεράστιες ζημιές για τους Εναγόμενους - Καθ' ών η Αίτηση τις οποίες δεν θα μπορεί με κανένα τρόπο να αποκαταστήσουν οι Ενάγοντες - Αιτητές.
  8. Η αίτηση είναι αβάσιμη και δεν παρουσιάζει κανένα νόμιμο λόγο για αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας.
  9. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική ενώ περιέχει ψευδείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς και πληροφορίες.
  10. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναστολή εκτέλεσης απόφασης και ή εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας.
  11. Δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  12. Η παρούσα αίτηση στερείται καλής ή/και νομίμου βάσης ή/και είναι πραγματικά ή/και νομικά αστήρικτη ή/και αβάσιμη ή/και ανεδαφική ή/και είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και απαράδεκτη.» Η ένσταση βασίζεται στη Δ.30 Θ.18, Δ.40 Θ.7 και 11, Δ.44 Θ.11, Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Φίλιππου Φιλίππου, διευθυντή των καθ' ων η αίτηση. Ως ο ομνύσας αναφέρει γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, και για όλα τα νομικής φύσεως θέματα, έλαβε συμβουλή από τους δικηγόρους του. Επί της ουσίας απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους αιητητές και υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης. Περαιτέρω τονίζει ότι ο ίδιος ο ενόρκων δηλών για τους αιτητές παραδέχεται ότι η εκδίκαση της έφεσης που οι αιτητές έχουν καταχωρήσει, θα καθυστερήσει. Είναι δε η θέση του ότι αυτό από μόνο του αποτελεί ένα επιπλέον λόγο για το ότι η αίτηση των αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί, αφού θα ήταν απόλυτα άδικο και παράλογο να στερούνται οι καθ' ων η αίτηση αυτά που δικαιούνται να λαμβάνουν από τους αιτητές, μόνο και μόνο επειδή εκκρεμεί έφεση, και η οποία βεβαίως υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μην επιτύχει. Η ύπαρξη εκκρεμούσας έφεσης δεν μπορεί και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να αποτελέσει βάση για την μη συμμόρφωση των αιτητών με τις οφειλές τους που εκκρεμούν υπέρ των καθ' ων η αίτηση, σύμφωνα με τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου. Ως ο ομνύσας αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους του οι καθ' ων η αίτηση, από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής απόφασης υπέρ τους, είχαν κάθε δικαίωμα να προχωρήσουν με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης επιθυμούσαν, με σκοπό να εισπράξουν αυτά που δικαιούνται δυνάμει απόφασης Δικαστηρίου. Σε σχέση με την πρόταση που είχε ανταλλαγεί μεταξύ των διαδίκων μέσω των δικηγόρων τους στην οποία κάνει αναφορά ο ομνύσας για τους αιτητές, αναφέρει ότι η πρόταση αυτή έγινε άνευ βλάβης και προφανώς δεν έγινε αποδεκτή και ουδέποτε υλοποιήθηκε. Ως εκ τούτου, οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν κανονικά με το μέτρο εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητών εναντίον των καθ' ων η αίτηση, για να εισπράξουν τα όσα δικαιούνται. Ως προς τα τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών, σχετικά με τον κατάλογο εξόδων των αιτητών, αυτά, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα για τους καθ' ων η αίτηση, δεν αφορούν ούτε το ένταλμα κατάσχεσης κινητών που προωθούν οι καθ' ων η αίτηση αλλά ούτε και την παρούσα αίτηση. Είναι δε η θέση του ότι οι αιτητές, μέσω του ενόρκως δηλούντα, αναφέρονται γενικά και αόριστα σε ποσά που ενδεχομένως να δικαιούνται, αλλά που ακόμα δεν υπάρχουν και δεν ισχύουν και δεν έχουν διαταχθεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί, όπως υποστηρίζει, σε καμία περίπτωση να αποτελέσει οποιαδήποτε βάση για να ικανοποιηθεί το αίτημα των αιτητών. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές παρουσιάζει τον ανυπόστατο και παράδοξο ισχυρισμό ότι ουδέποτε ειδοποιήθηκε, και πως ποτέ δεν απαιτήθηκε οποιοδήποτε ποσό από τους καθ' ων η αίτηση, ενώ αυτό δεν αποτελεί προϋπόθεση για να μπορούν οι καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης που εξασφάλισαν υπέρ τους. Επιπλέον, είναι η θέση του ότι οι αιτητές έλαβαν γνώση του ποσού που όφειλαν να καταβάλουν στους καθ' ων η αίτηση από το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας που εκκρεμούσε και εκκρεμεί εναντίον τους όταν τους επιδόθηκε. Επομένως, είναι η θέση του ότι οι αιτητές έχουν πλήρη γνώση για το τι ποσά οφείλουν στους καθ' ων η αίτηση και δεν έχουν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο για τον οποίο να μην τα καταβάλλουν και να χρήζει αναστολής το εν λόγω ένταλμα. Σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, ο μόνος λόγος που οι αιτητές αιτούνται την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, είναι για να αποφύγουν να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους καθ' ων η αίτηση. Σημειώνει δε περαιτέρω, ότι καμία ταλαιπωρία δεν προκαλείται στο πρόσωπο του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές. Αντίθετα, οι καθ' ων η αίτηση είναι αυτοί που ταλαιπωρούνται και υπόκεινται σε τεράστιες ζημιές από την άρνηση των αιτητών να τους καταβάλουν αυτά που δικαιούνται βάσει της σχετικής δικαστικής απόφασης που έχει εκδοθεί υπέρ τους. Είναι εν ολίγοις η θέση του ότι οι αιτητές προωθούν την υπό εκδίκαση αίτηση με μόνο στόχο να καθυστερήσουν την καταβολή του ποσού που οφείλουν στους καθ' ων η αίτηση, και ως εκ τούτου η αίτηση τους είναι κακόπιστη και καταχρηστική και δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Εισηγείται δε ότι με την έγκριση της παρούσας αίτησης και την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, παραβιάζονται τα δικαιώματα των καθ' ων η αίτηση, γεγονός που θα βλάψει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα των καθ' ων η αίτηση. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, και παρουσιάζει λανθασμένο αιτητικό ή/και είναι πραγματικά ή/και νομικά αστήρικτη ή/και αβάσιμη ή/και ανεδαφική ή/και είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και απαράδεκτη. Καταληκτικά υποστηρίζει ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης έγινε καταχρηστικά και ή κακόπιστα και με μόνο σκοπό να καθυστερήσει τη διαδικασία είσπραξης των οφειλομένων προς τους καθ' ών η αίτηση, αφού σε καμία περίπτωση οι αιτητές δεν δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εξ ου και αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.40 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τα εξής: «
  13. Every person to whom any sum or money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to apply for the issue of writs to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- (a) If the judgment or order is for payment within a period therein mentioned, no writ shall be issued until after the expiration of such period; (b) The Court or Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit.» Η Δ.40, Θ.7 αντιστοιχεί στo O.42 r.17
(1)(
  1. b)των Αγγλικών Θεσμών ως ίσχυαν κατά το 1955 το οποίο προέβλεπε τα εξής: "Every person to whom any sum of money or any costs shall be payable under a judgment or order shall, so soon as the money or costs shall be payable, be entitled to sue out one or more writ or writs of fieri facias or one or more writ or writs of eligit to enforce payment thereof, subject nevertheless as follows:- . (
  2. b)The Court or a Judge may, at or after the time of giving judgment or making an order, stay execution until such time as they or he shall think fit" Η πιο πάνω αγγλική διάταξη τροποποιήθηκε στη συνέχεια για να καταλήξει το 1966 ως το O.47 r.1
(1)(α). Η τελευταία αυτή διάταξη παρέχει την εξουσία στα Αγγλικά δικαστήρια να αναστέλλουν την εκτέλεση αποφάσεων είτε απόλυτα, είτε υπό όρους, οποτεδήποτε συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις (special circumstances) οι οποίες καθιστούν ανεπιθύμητη την άμεση εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος (βλ. Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)2 JSC 325). Ακόμα όμως και πριν την ρητή αναφορά του Ο.47 r.1
(1)(α) σε ιδιαίτερες περιστάσεις και παρά το ότι το ζήτημα επαφίετο στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, δεν εκδίδετο διαταγή για αναστολή εκτέλεσης απόφασης στην απουσία ειδικών περιστάσεων (βλ. Becker v. Earles Court Ltd
(1911), 56 Sol. Jo. 206, C.A. η οποία αναφέρεται στην υπόθεση Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) Ltd
(1983)2 J.S.C.544). Σύμφωνα δε με τη δική μας νομολογία η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.40 Θ. 7 (β) ασκείται κατ΄ αναλογία των αρχών που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.35 Θ. 18.[1], στα πλαίσια της οποίας και πάλι απαιτείται η κατάδειξη ειδικών περιστάσεων ως προκύπτει από τη σχετική νομολογία (βλ. Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) LTd ανωτέρω, στη σελίδα 550-551 της απόφασης και Annual Practice 1958, σελίδα 1697[2] όπου αναλύεται η αντίστοιχη της Δ.35 Θ. 18 αγγλική διαταγή Ο.58 r.12). Όπως επίσης προκύπτει από τη σχετική με τη Δ.35 Θ.18 νομολογία (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα 1997 1(Β) Α.Α.Δ 591) η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την εξισορρόπηση δύο παραγόντων και συγκεκριμένα της διασφάλισης του τελέσφορου της πρωτόδικης απόφασης αφ' ενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης αφ' ετέρου. Με άλλα λόγια στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος στη βάση της Δ.35 Θ. 18, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει από τη μια τη λογική προσδοκία του επιτυχόντα διαδίκου για να απολαύσει άμεσα τους καρπούς της επιτυχίας του και από την άλλη να διασφαλίσει ότι ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης του αποτυχόντα διαδίκου, δεν θα χάσει τη σημασία της και δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην απόφαση στην υπόθεση BP Holdings Ltd, και ΄Αλλος ν. Κιταλίδη και Άλλων,
(1994)1 Α.Α.Δ 287 : «Η αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δύο αρχές.
  1. Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του.
  2. Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του.» (βλ. και I. Aristidou ν. Ν. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592). Επίσης στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 1978 συνοψίσθηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής στη βάση της Δ.35 Θ. 18 όπως εκπηγάζουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «(α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της Έφεσης.». Το ζήτημα που απασχολεί επεξηγήθηκε συνοπτικά και περιεκτικά και στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 Α.Α.Δ. 955, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ΄ αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Αλλά και στην απόφαση Πατσαλοσαββής v. Διευθυντή Τmήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1Ε Α.Α.Δ 45 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα σχετικά με το πιο πάνω ζήτημα: «Η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή. Κλασσική περίπτωση, όπως επεξηγείται στον πιο πάνω τόμο των HALSBURY 'S LAWS Of ENGLAND, είναι η αναστολή δικαστικής απόφασης μετά την υποβολή και ενώ εκκρεμεί έφεση. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη η οποία εξειδικεύεται στη Δ.40 και Κ11 για την αναστολή της εκτέλεσης λόγω γεγονότων τα οποία ήλθαν σε φως πολύ αργά για να περιληφθούν στις έγγραφες προτάσεις του διαδίκου σε αστική διαδικασία.» (η έμφαση δική μου) Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές από το αιτητικό της αίτησης, ότι με την αίτηση δεν ζητείται αναστολή εκτέλεσης της απόφασης λόγω της έφεσης που καταχωρήθηκε κατά της τελικής απόφασης από τους αιτητές, αλλά με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση (με σκοπό να εισπράξουν οι τελευταίοι τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ τους λόγω της απόρριψης της απαίτησης στην παρούσα αγωγή), μέχρι να υπολογιστούν τα έξοδα που επιδικάστηκαν υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση, λόγω της απόρριψης της ανταπαίτησης των τελευταίων. Σε κάθε δε περίπτωση, το αίτημα δεν διασυνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την καταχωρηθείσα έφεση και επομένως δεν θα με απασχολήσει αυτή η πτυχή, ούτε και κατ' επέκταση τα όσα ανέφεραν σε σχέση με αυτό το ζήτημα οι καθ' ων η αίτηση. Όπως δε προκύπτει ο λόγος για τον οποίο ζητείται η αναστολή εκτέλεσης του επίδικου εντάλματος φαίνεται να εδράζεται στο ότι οι αιτητές έχουν και αυτοί να λαμβάνουν έξοδα από τους καθ' ων η αίτηση, δεδομένου του ότι απερρίφθη και η ανταπαίτηση των καθ' ων η αίτηση με έξοδα εναντίον των τελευταίων, πλην όμως τα έξοδα αυτά δεν έχουν ακόμη υπολογιστεί. Έτσι επιδιώκουν στην ουσία την αναστολή μέχρι να υπολογιστούν τα έξοδα αυτά, για να μπορέσει να γίνει κάποιου είδους συμψηφισμός. Κατ' αναλογίαν δε των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή δυνάμει της Δ.35 Θ.18, στην προκειμένη περίπτωση που η αίτηση αναστολής υποβάλλεται εκκρεμούντος του υπολογισμού των εξόδων των αιτητών, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να εξισορροπήσει αφενός τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος των αιτητών για υπολογισμό και είσπραξη των εξόδων που οι ίδιοι δικαιούνται και αφετέρου τη μη αποστέρηση από τους καθ' ων η αίτηση των καρπών της επιτυχίας τους, ήτοι της είσπραξης των εξόδων που αυτοί δικαιούνται από την απόρριψη της απαίτησης των εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Το ερώτημα, συνεπώς, που προκύπτει είναι το κατά πόσον υπό το φως των πιο πάνω αρχών με βάση τα συγκεκριμένα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς όφελος των αιτητών για την έκδοση διατάγματος αναστολής του εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας, μέχρι τον υπολογισμό των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ των αιτητών. Κατά την κρίση μου η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει είναι οπωσδήποτε αρνητική. Και τούτο διότι κατ' αρχάς δεν έχει τεθεί ο,τιδήποτε ενώπιον μου που να καταδεικνύει ότι με τη μη έκδοση του διατάγματος αναστολής που ζητείται, θα επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το δικαίωμα των αιτητών να υπολογίσουν ή και να εισπράξουν τα έξοδα στα οποία οι ίδιοι δικαιούνται. Τα όσα δε αναφέρει ο ομνύσας για τους αιτητές περί ταλαιπωρίας, βλάβης και ζημιάς είναι γενικά και αόριστα, αφού δεν επεξηγείται ποια είναι η ταλαιπωρία που θα υποστούν και γιατί εν πάση περιπτώσει είναι τέτοια που να επιβάλλει την αποστέρηση από τους αιτητές του δικαιώματος τους να εισπράξουν τα έξοδα που δικαιούνται. Το μόνο που φαίνεται ότι θα εξυπηρετούσε η αναστολή, σύμφωνα με τα όσα οι αιτητές αναφέρουν, είναι την επίτευξη κάποιου είδους συμψηφισμού των εξόδων μεταξύ των δύο πλευρών. Όμως το Δικαστήριο δεν διέταξε όπως τα έξοδα που επεδίκασε στην κάθε πλευρά συμψηφιστούν, ούτε και φαίνεται να υπάρχει προς τούτο κάποια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Υπό το φως των πιο πάνω και με δεδομένο ότι η απόφαση δυνάμει της οποίας επιδικάστηκαν τα έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση είναι σε ισχύ, εφόσον δεν έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο ανατραπεί ή ανασταλεί και τα έξοδα στα οποία δικαιούνται οι καθ' ων η αίτηση έχουν υπολογιστεί και ήταν πληρωτέα κατά το χρόνο καταχώρησης του εντάλματος, θεωρώ ότι ήταν, δεδομένων και των προνοιών της Δ.40 Θ. 7, απολύτως θεμιτό να επιχειρήσουν οι καθ' ων η αίτηση την είσπραξη τους με την έκδοση σχετικού εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Ιδιαίτερα μάλιστα αφού ως διαφαίνεται από την αλληλογραφία των δικηγόρων των διαδίκων, δεν είχε γίνει οποιαδήποτε άλλη διευθέτηση σε σχέση με αυτά. Συγκεκριμένα το ενδεχόμενο να πληρώσει η κάθε πλευρά το δικηγόρο της και να μην απαιτηθούν στην ουσία έξοδα από οποιαδήποτε πλευρά, δεν τελεσφόρησε αφού όπως μαρτυρούν τα τεκμήρια που η ίδια η πλευρά των αιτητών παρουσίασε, οι ίδιοι οι αιτητές δια του συνηγόρου τους φαίνεται να μην συμφωνούσαν με αυτή τη διευθέτηση. Τουναντίον μάλιστα αναφέρθηκε ρητώς στο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση από το συνήγορο των αιτητών ότι πρόθεση των αιτητών ήταν να προχωρήσουν στην είσπραξη των εξόδων που επιδικάστηκαν υπέρ τους, εφόσον αυτά θα υπολογίζοντο. Υπό αυτές δε τις περιστάσεις ξενίζει η στάση τους να διαμαρτύρονται γιατί η πλευρά των καθ' ων η αίτηση έπραξε αυτό που και οι ίδιοι στην ουσία θεωρούσαν ορθό να πράξουν όταν θα υπολογίζοντο τα έξοδα τους. Το γεγονός τώρα ότι δεν ειδοποιήθηκαν προηγουμένως οι αιτητές για να καταβάλουν τα υπολογισθέντα έξοδα δεν θεωρώ, λαμβανομένου υπόψη και του λεκτικού της Δ.40 Θ. 7, ότι αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση σχετικού εντάλματος, ούτε λόγο για αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος ως η αίτηση. Εξάλλου το όποιο επιχείρημα των αιτητών σε αυτή τη βάση καταρρέει, δεδομένου του ότι οι αιτητές αφότου πληροφορήθηκαν το ποσό των εξόδων των καθ' ων η αίτηση, δεν το κατέβαλαν για να αποσυρθεί και το σχετικό ένταλμα, αλλά διεκδικούν την αναστολή του για να επιχειρήσουν κάποιο συμψηφισμό των εξόδων που πρέπει να πληρώσουν με αυτά που πρέπει να τους καταβληθούν, χωρίς όμως, όπως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο να έχει διατάξει κάτι τέτοιο και χωρίς να έχει γίνει οποιαδήποτε προς τούτο συμφωνία. Επομένως δεν γίνεται αντιληπτό πώς τα πράγματα θα διαφοροποιούντο αν πριν την καταχώρηση του επίδικου εντάλματος, οι καθ' ων η αίτηση είχαν απαιτήσει την καταβολή των εξόδων από τους αιτητές. Συνακόλουθα δεν έχει καταδειχθεί κανένας λόγος, πόσο μάλλον ειδικές περιστάσεις, που να μπορούν να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση αποστερώντας τους τελευταίους από τους καρπούς της επιτυχίας τους, ήτοι την είσπραξη των εξόδων που δικαιούνται από την απόρριψη της απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Έπεται λοιπόν πως το αίτημα δεν μπορεί να επιτύχει σε σχέση με τη Δ.40 Θ. 7. Όμως η υπό εξέταση αίτηση εδράζεται και στη Δ.40 Θ.11 η οποία προβλέπει τα εξής: «11. Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just.» Όπως έχει νομολογηθεί η διάταξη αυτή δεν παρέχει ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλη από εκείνη που αποτελεί το αντικείμενο έφεσης (βλ. Stavrou and Another v. Christopoulos
(1985)1 C.L.R. 449 και Ιωσηφάκης ν. Αριστοδήμου
(1990)1 Α.Α.Δ. 284, Αναφορικά με την αίτηση της Παρασκευούς Μάρκου
(2000)1Γ Α.Δ.Δ. 1868, 1871). Το ένταλμα εκτέλεσης κινητών δεν αποτελεί αντικείμενο της έφεσης που έχει καταχωρηθεί, αφού σύμφωνα με τον ομνύοντα για τους αιτητές η έφεση που καταχωρήθηκε αφορά στην τελική απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η απαίτηση των εναγόντων/αιτητών. Σε κάθε περίπτωση δε, σημειώνω ότι με δεδομένο το ότι ως έχει ήδη αναφερθεί η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή (Πατσαλοσαββής v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (ανωτέρω)) και με δεδομένα περαιτέρω τα όσα έχουν πιο πάνω αναφερθεί στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος σε σχέση με τη Δ.40 Θ. 7, καταλήγω ότι για τους ίδιους λόγους το αίτημα δεν θα μπορούσε να επιτύχει ούτε στη βάση της Δ.40 Θ. 11, αλλά ούτε και κατ' επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών/εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .......................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Anderson& Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)JSC 325, Thorn Domestic Appliances v. Alpan (Takis Bros) LTd, ανωτέρω. [2] «It is in the discretion of the court to grant or refuse a stay . and the court will grant it where the special circumstances of the case so require.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.