Κωνσταντίνου Μαλλούπα ανηλίκου δια των γονέων του ασκούντων την γονική μέριμνα Γιώργου Μαλλούπα και Μαρίας Μαλλούπα ν. Σάββα Χριστόπουλου και Κώστα Πισσούριου από το Γέρι «Διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης Κλειώς Χριστοπούλου κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές : 6536/09, 6537/09, 5219/99 και 3356/10, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές : 6536/09, 6537/09, 5219/99 και 3356/10 Μεταξύ : Κωνσταντίνου Μαλλούπα ανηλίκου δια των γονέων του ασκούντων την γονική μέριμνα Γιώργου Μαλλούπα και Μαρίας Μαλλούπα, εκ Παλαιομετόχου Εναγόντων και
- Σάββα Χριστόπουλου και Κώστα Πισσούριου από το Γέρι «Διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης Κλειώς Χριστοπούλου, τέως από τη Λευκωσία, δυνάμει αρ. διαχείρισης 802/08
- Ελευθέριος Θεοδώρου, εκ Παλαιομετόχου Εναγομένων 10.2.17 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες - Αιτητές στην αγωγή 5219/09 : κ. Κνώφου Για τους εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση : κα Σ. Ερωτοκρίτου Αίτηση για τροποποίηση της Εκθέσεως Απαιτήσεως στην αγωγή αρ.5219/09 ημερ.20.1.17 Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι πιο πάνω αγωγές συνεκδικάζονται κατόπιν σχετικής διαταγής του δικαστηρίου, με οδηγό την αγωγή 6536/09, με διαδίκους τα πρόσωπα που παρουσιάζονται στον πιο πάνω τίτλο. Αφορούν αποζημιώσεις για δυστύχημα που έγινε την 4.11.
- Στην αγωγή 5219/09 ενάγοντες είναι οι εναγόμενοι 1 στον πιο πάνω τίτλο και εναγόμενος ο Ελευθέριος Θεοδώρου καθώς και τριτοδιάδικος ο Φάνος Μαλλούπας, ενάγων στην αγωγή αρ.6537/
- Η ακροαματική διαδικασία ευρίσκεται σε εξέλιξη και έχουν, μέχρι στιγμής, ακουστεί 11 μάρτυρες εκ μέρους των εναγόντων. Την 20.1.17 οι ενάγοντες στην συνεκδικαζόμενη αγωγή αρ. 5219/09 υπέβαλαν αίτηση για τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως η οποία έτυχε της ένστασης του εναγομένου. Ο τριτοδιάδικος δεν έφερε ένταση στο αίτημα. Για να υπάρχει πλήρης εικόνα, η αγωγή 5219/09 καταχωρήθηκε την 7.9.09 με γενική οπισθογράφηση, δε έκθεση απαιτήσεως καταχωρήθηκε την 13.4.
- Η υπεράσπιση καταχωρήθηκε την 28.4.11 και στην συνέχεια ακολούθησε η διαδικασία τριτοδιαδίκου, η οποία ολοκληρώθηκε δια της υπερασπίσεως του τριτοδιαδίκου την 24.1.
- Η αγωγή συνενώθηκε με τις υπόλοιπες αγωγές, δυνάμει σχετικής διαταγής του δικαστηρίου την 18.10.
- Οδηγός είχε ήδη καθοριστεί η αγωγή 6536/09, σύμφωνα με προηγούμενο διάταγμα του δικαστηρίου ημ.12.4.11, όταν συνενώθηκαν οι υπόλοιπες αγωγές. Το αίτημα των εναγόντων είναι η προσθήκη της ακόλουθης νέας παραγράφου 2Α. «2Α. Η αποβιώσασα ήταν παντρεμένη με τον Σάββα Χριστόπουλο, ενάγοντα 1, ο οποίος γεννήθηκε στις 10.3.96 και με τον οποίο απέκτησε τα τρία πιο πάνω τέκνα τους. Η αποβιώσασα και ο σύζυγος της για κάθε χρόνο που είναι ουσιώδης με την υπόθεση αυτή τελούσαν σε διάσταση, ζούσαν ξεχωριστά και σε διαφορετικό σπίτι είχαν συναποφασίσει τη λύση του γάμου τους και η αποβιώσασα είχε αναλάβει τη φύλαξη, διατροφή και γενικά το μεγάλωμα των τριών τέκνων τους, με τα οποία διέμενε μέχρι πριν την διάσταση οικογενειακή οικία» Επίσης επιζητείται η διαγραφή, σύμφωνα με την διορθωτική δήλωση επί της αίτησης του κ. Κνώφου, από την παράγραφο 8, της φράσης «. και/ή του συζύγου και/ή του συζυγικού οίκου». Στην υποστηρικτή ένορκη δήλωση ο ενάγων 1 αναφέρει ότι τα τελευταία χρόνια πριν τον θάνατο της συζύγου του είχαν προβλήματα και δύο μήνες πριν το δυστύχημα και τον θάνατο της συζύγου του, λόγω σοβαρών προβλημάτων που διατάραξαν την έγγαμη τους σχέση, έφυγε από την οικογενειακή οικία και μετακόμισε σε διαμέρισμα όπου ζούσε μόνος του. Το γεγονός αυτό, όταν έδινε τις πληροφορίες στους δικηγόρους του για την αγωγή, δεν γνώριζε αν είχε οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία στον υπολογισμό του ποσού που δικαιούνται οι εξαρτώμενοι της αποβιωσάσης και επειδή ντρεπόταν ιδιαίτερα τα παιδιά τους ως προς το που κατέληξαν με την σύζυγο του, δεν το ανέφερε στους δικηγόρους του. Όταν στις 16.1.17 οι δικηγόροι του τον πληροφόρησαν ότι γίνονταν συζητήσεις, σε μια προσπάθεια να συμφωνηθούν οι αποζημιώσεις και να εκδικαστεί μόνο η ευθύνη - ως προς το δυστύχημα - αντιλήφθηκε από την συζήτηση ότι το γεγονός αυτό αποτελεί σημαντικό παράγοντα στον καθορισμό των αποζημιώσεων, αφού κατά τον χρόνο του θανάτου της συζύγου του δεν είχαν κοινό ταμείο. Αν οι δικηγόροι δεν κατέληγαν σε διευθέτηση θα έπρεπε να του ετοιμάσουν γραπτή κατάθεση. Για τον σκοπό αυτό συναντήθηκε μαζί τους την 19.1.17 και ζήτησε να του επεξηγήσουν αναλυτικότερα τον τρόπο καθορισμού των αποζημιώσεων, οπόταν, όταν τους είπε τα πραγματικά δεδομένα για την σχέση του με την σύζυγο του προέκυψε η αναγκαιότητα τροποποίησης της εκθέσεως απαιτήσεως, για να συμπεριληφθεί το γεγονός αυτό που καλόπιστα παραλήφθηκε. Σύμφωνα με την θέση του, δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα κανενός και η έναρξη της ακρόασης δεν επηρεάζει την αιτούμενη τροποποίηση, αφού, εν σχέση με την τροποποίηση, δεν δόθηκε ακόμα μαρτυρία. Με την τροποποίηση εξυπηρετείται το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης. Η αίτηση υποστηρίζεται και από τον ενάγοντα 2, συνδιαχειριστή της περιουσίας και αδελφό της αποβιωσάσης, ο οποίος επαναλαμβάνει και υιοθετεί τα γεγονότα όπως αυτά εκτίθενται από τον ενάγοντα
- Προβάλλονται 8 λόγοι ένστασης για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Τόσο δικονομικοί λόγοι όσο και ουσίας. Υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση η οποία εκτενώς αναφέρεται τόσο στους λόγους ένστασης, όσο και στην συνάντηση που έγινε για την συζήτηση της υπόθεσης μεταξύ των δικηγόρων. Όπως αναφέρει ο ομνύον, ο δικηγόρος των εναγόντων παρέδωσε στην δικηγόρο του εναγομένου δέσμη εγγράφων κεφαλαιουχικής κατάστασης του Σάββα και Κλειώς Χριστοπούλου που ετοιμάστηκε από λογιστές - ελεγκτές, η οποία και επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση. Κατά την συζήτηση των αποζημιώσεων έγινε και αναφορά σε νομολογία και στο κοινό εισόδημα των συζύγων. Σύμφωνα με το τεκμ.Α τα εισοδήματα του συζύγου ήταν πολύ μεγαλύτερα από αυτά της αποβιωσάσης, γεγονός που μείωνε σημαντικά το ποσό της εξάρτησης. Στην συνέχεια αναφέρεται στον Νόμο των Οικογενειακών Δικαστηρίων και ότι, έστω και αν υπήρχε ισχυριζόμενη προσωρινή διάσταση, δεν απέκλειε εξ ορισμού την επανασύνδεση τους. Είναι επίσης η θέση του ότι ο αιτητής δεν αναφέρει αν, όταν πήγε στους δικηγόρους του τον συνόδευαν τα παιδιά του, ώστε να αισθανόταν ντροπή για την διάσταση τους. Η αίτηση είναι κακόπιστη γιατί προφανώς όταν πληροφορήθηκε για τον τρόπο υπολογισμού της αποζημίωσης τότε εξαφανίστηκε η ντροπή. Ούτε όμως και ο αιτητής 2 δίνει κάποια εξήγηση γιατί δεν πληροφόρησε τους δικηγόρους για την διάσταση της αδελφής του. Με την προβολή του όψιμου αυτού ισχυρισμού 6 χρόνια μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως, ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να διερευνήσει το βάσιμο του ισχυρισμού και δεν θεραπεύεται με την επιδίκαση εξόδων. Ο κ. Κνώφου στην αγόρευση του αναφέρεται στις νομικές αρχές που εφαρμόζονται επί δικογράφων και στο γεγονός ότι αυξάνονται οι αποζημιώσεις, οι οποίες αφορούν τα τέκνα της αποβιωσάσης και όχι του ενάγοντα
- Από την πλευρά της η κα Ερωτοκρίτου επανέλαβε το πολύ καθυστερημένο στάδιο που υπεβλήθη το αίτημα και αναφέρθηκε στην ουσία του ισχυρισμού και της επιδιωκόμενης τροποποίησης, καθώς και στις συνακόλουθες επιπτώσεις που θα έχει, εάν επιτραπεί, στην επιδίκαση αποζημιώσεων. ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Επί τροποποιήσεως δικογράφων οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης από τη νομολογία. Το ακόλουθο απόσπασμα εκ της υποθέσεως Κώστας Παφίτης & Υιοί ΛΤΔ, ν. Γενικού Εισαγγελέα Της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745. «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος της τροποποίησης, είναι πλουσιότατη. Η τάση της νομολογίας δείχνει φιλελεύθερη προσέγγιση, εκτός στις περιπτώσεις που διαπιστώνεται κακοπιστία και ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934). Η κλασσική επαναδιατύπωση των νομολογιακών αρχών δόθηκε από τον Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, στην οποία οι αρχές συνοψίστηκαν ως εξής:- «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Γρηγοριάδη & Συνέταιροι κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 υπεδείχθησαν τα εξής: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Ο χρόνος επίσης υποβολής της αίτησης είναι ένας παράγοντας σχετικός για την έγκριση τέτοιου αιτήματος. Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και άλλων ν. A.G. Levendis και άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 υπεδείχθησαν τα κάτωθι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» ΓΕΓΟΝΟΤΑ Και οι δυο πλευρές, κυρίως η κα Ερωτοκρίτου, έδωσαν έμφαση στην ουσία της επιδιωκόμενης τροποποίησης και στο κατά πόσο θα έπρεπε ο αιτητής - ενάγων 1, να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, τέτοια, που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό του περί της διάστασης του με την αποβιώσασα σύζυγο του 2 μήνες πριν το δυστύχημα. Κρίνεται ότι το δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα εξετάσει την βασιμότητα του ισχυρισμού και της αιτούμενης τροποποίησης, αυτό αποτελεί θέμα ουσίας αν επιτραπεί η τροποποίηση και όχι να εξεταστεί από τώρα το αποδεικτικό βάρος του ισχυρισμού. Αν επιτραπεί η τροποποίηση ο ισχυρισμός που επιδιώκεται να προστεθεί στην έκθεση απαιτήσεως θα καταστεί επίδικο θέμα και αν αμφισβητηθεί, αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει, θα εξεταστεί κατά το στάδιο εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς. Αναφορικά με το στάδιο που υπεβλήθη η αίτηση, θα πρέπει να υποδειχθεί ότι η μέχρι στιγμής προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εκ μέρους του ενάγοντα στην υπόθεση 6536/09, και αφορά ουσιαστικά τις συνθήκες του δυστυχήματος, καθώς και για τους τραυματισμούς του ιδίου, όπως και του ενάγοντα στην αγωγή αρ.6537/09 για τους δικούς του τραυματισμούς. Προκύπτει συνεπώς ότι η τροποποίηση δεν επηρεάζει με κάποιο τρόπο τα δικαιώματα του εναγομένου, στην υπό κρίσιν αγωγή, εν σχέση με την ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία. Προστίθεται δε πως δεν μεταβάλλεται ούτε η βάση της αγωγής, ούτε και επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέμα. Παραμένει ως βάση της αγωγής αποζημιώσεις προερχόμενες από το επίδικο δυστύχημα. Προβάλλεται ακόμα εκ μέρους του εναγομένου ότι πρόκειται για ισχυρισμό, ο οποίος λόγω της παρόδου του χρόνου δεν μπορεί να διερευνηθεί, γεγονός που επηρεάζει τα δικαιώματα του. Στον βαθμό που έχει κάποια σημασία η εισήγηση, αυτή αφορά την ουσία του ισχυρισμού και εκείνο που μπορεί να λεχθεί και να υποδειχθεί είναι ότι πρόκειται για ένα ισχυρισμό γεγονότος, το βάρος του οποίου φέρει εκείνος που τον επικαλείται, δηλαδή των εναγόντων κατά το στάδιο εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς και όχι στο παρόν στάδιο. Συνάγεται περαιτέρω ως κοινή συνισταμένη, ότι έγινε συνάντηση μεταξύ των δικηγόρων στα πλαίσια συζήτησης μεταξύ τους για την πιθανότητα διευθέτησης των αποζημιώσεων. Είναι περαιτέρω ξεκάθαρο ότι οι δικηγόροι των ενάγοντων δεν είχαν υπόψη τους τον ισχυρισμό του πελάτη τους, με την ανάλογη δικόγραφιση στην έκθεση απαιτήσεως. Προκύπτει ακόμα, εκ της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα 1 αιτητή, ότι ο μόνος που γνώριζε το γεγονός αυτό ήταν ο ίδιος και για τους λόγους που εξηγά, δεν το ανέφερε στους δικηγόρους του. Προς άρση δεν τυχόν αμφιβολιών ή παρερμηνειών, εκείνο που εξετάζεται εδώ είναι οι εξηγήσεις που δίνονται για την μη δικογράφιση και όχι η εγκυρότητα ή και η βασιμότητα του ισχυρισμού και της αιτούμενης τροποποίησης. Κατά συνέπεια εκείνο που καλείται το δικαστήριο να εξετάσει είναι αν οι λόγοι που προβάλλει ο ενάγων 1 ως προς τους λόγους που δεν απεκάλυψε εξ αρχής το γεγονός αυτό στους δικηγόρους του δικαιολογείται. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι ο ενάγων γνώριζε τη σημασία του γεγονότος αυτού που επιδιώκει να εισάξει στην έκθεση απαιτήσεως, κατά τον χρόνο που έδινε οδηγίες στους δικηγόρους του για τη σύνταξη της αγωγής. Ούτε και για ποιο λόγο, αν το γνώριζε, δεν το απεκάλυψε στους δικηγόρους του. Κατά συνέπεια το θέμα δεν τίθεται με τον τρόπο που εγείρεται από την κα Ερωτοκρίτου. Δηλαδή ότι τώρα εξαφανίστηκε ο σεβασμός προς την αποβιώσασα σύζυγο του. Εκείνο που στην ουσία αναφέρει ο ενάγων είναι ότι μη γνωρίζοντας τη σημασία του γεγονότος αυτού, δεν είχε κάποιο ουσιαστικό λόγο να αναφερθεί στις προσωπικές του σχέσεις με την αποβιώσασα σύζυγο του, τόσο για λόγους σεβασμού σε αυτή, όσο και σε σχέση με τα παιδιά τους. Κατά την κρίση το δικαστηρίου δεν πρόκειται ούτε για παράλογο, ούτε και κυρίως για ένα κακόπιστο ισχυρισμό, αφού αυτό, στο τέλος της ημέρας ενέχει ιδιαίτερη σημασία σε τέτοιες αιτήσεις εκ μέρους του αιτούμενου την τροποποίηση του δικογράφου του. Αντίθετα μάλιστα και εξ αντιδιαστολής, εκείνο που εξάγεται είναι πως όταν για πρώτη φορά έμαθε τη σημασία του γεγονότος αυτού, άμεσα αιτήθηκε την τροποποίηση της εκθέσεως απαιτήσεως. Αν γνώριζε τη σημασία, δεν θα είχε λόγο, ούτε και έχει προκύψει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να μην το αναφέρει από την αρχή στους δικηγόρους του. Στην υπόθεση Παφίτης ανωτέρω, υπεδείχθη ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση ύπαρξης κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη. Υπεδείχθη περαιτέρω, ότι ακόμη και αν η καθυστέρηση οφειλόταν σε λάθος ή σε αμέλεια, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία, με την έννοια ότι σκόπιμα καθυστέρησε η καταχώρηση της αίτησης με απώτερο στόχο την καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής. Υπό τις περιστάσεις και στην βάση όσων εξηγούνται εκ μέρους των εναγόντων δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα κακοπιστίας εκ μέρους τους, ούτε και μπορεί να θεωρηθεί ότι επιδιώκουν την καθυστέρηση της αγωγής, αφού η μέχρι στιγμής προσκομισθείσα μαρτυρία, δεν επηρεάζει το συγκεκριμένο αίτημα ούτε και τα δικαιώματα του εναγομένου. Στην υπόθεση Preece κ.ά ν. Ρωσσίδου
(2001)1 Α.Α.Δ. 2138, υπεδείχθη ότι παρόλο που οι εφεσείοντες μπορεί να μην κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος, η μερική αυτή αδυναμία δεν έπρεπε να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Και στην παρούσα περίπτωση οι ενάγοντες με τις εξηγήσεις που έδωσαν κρίνεται ότι έχουν δικαιολογήσει πλήρως την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Περαιτέρω, ως υπεδείχθη στην Preece ανωτέρω, η έγκριση του αιτήματος, όπως ακριβώς και εδώ, δεν θα διαφοροποιούσε ούτε τη βάση της αγωγής, ούτε και θα προκαλούσε δυσμενείς επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα του εναγομένου. Αντιθέτως η έγκριση της αίτησης θα εξυπηρετούσε το συμφέρον της δικαιοσύνης. Με βάση συνεπώς τα πιο πάνω δεδομένα το αίτημα εγκρίνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του εναγομένου. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Επειδή θα δοθεί ημερομηνία για συνέχιση της ακρόασης, δίνονται οι ακόλουθες οδηγίες. Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα και να παραδοθεί στην δικηγόρο του εναγομένου. Στην συνέχεια τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί στις επόμενες 5 ημέρες. Αν προκύπτει θέμα τροποποίησης των δικογράφων μεταξύ εναγομένου και τριτοδιαδίκου, η κάθε πλευρά θα έχει χρόνο 5 ημερών για την καταχώριση του ανάλογου τροποποιημένου δικογράφου. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Πρ. Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο