Γαβριήλ Λύτρα κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 4108/15, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4108/15 ΜΕΤΑΞΥ:
- Γαβριήλ Λύτρα
- Χρήστου Λύτρα Εναγόντων και
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Παναγιώτα (Γιώτα) Λύτρα
- Κλεοπάτρα Λύτρα Κατσιάρη
- Savva Frangous & Associates Ltd
- Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Φεβρουαρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Οι κ.κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης και Δ. Μιχαηλίδης (ΔΘ143). Για την Εναγομένη 1: Η κ. Λ. Γρηγορίου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τους Εναγομένους 2-5: Η κ. Β. Καρακασίδου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ (ΔΘ36). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν κατά των εναγομένων, ομού και/ή κεχωρισμένως: « Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι αι διενεργηθείσας αλλαγές κατά ή περί την 7/3/2014 ως καθορίζονται κατωτέρω, εις τους Εναγομένους 5 αναφορικά με τους Εναγομένους 2 και 3 αι οποίαι ελήφθεισαν υπό του Εναγόμενου 1 διά του αρμόδιου τμήματος αυτού κατά ή περί την 8/5/2014 μετά τη παράδοση εις αυτόν του νενομισμένου εντύπου υπό του Εναγομένου 4 και αι οποίαι αλλαγαί συνίσταντο εις την προσθήκη των Εναγομένων 2 και 3 ως ομόρρυθμων συνεταίρων των Εναγόντων εις τους Εναγομένους 5 και/ή την εξουσιοδότηση της Εναγομένης 2 όπως υπογράφει εκ μέρους των Εναγομένων 5 είναι παράνομες καθ' ότι αυτές είναι το αποτέλεσμα δολίων ενεργειών εκ μέρους των Εναγομένων 2 και/ή 3 και/ή 4 και/ή καθ' ότι αυτές είναι αντίθετες προς τις πρόνοιες των άρθρων 23, 25 και 26 του Συντάγματος και/ή του ΚΕΦ.116 ΚΑΙ/Η Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι αι αλλαγές που αναφέρονται εις τη παράγραφο (Α) ανωτέρω αι οποίαι διενεργήθεισαν χωρίς τη γνώση και/ή συγκατάθεση των Εναγόντων 1 και 2 υπό την ιδιότητα αυτών ως ομόρρυθμων συνεταίρων των Εναγομένων 5 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο είναι παράνομες και/ή άνευ νομικής ισχύος και/ή οφείλουν να ακυρωθούν εξ υπαρχής και/ή αναδρομικά, ΚΑΙ/Η Γ. Διατάγματα του Δικαστηρίου συνεπαγόμενα εκ των δηλωτικής φύσεως θεραπειών ως αι παράγραφοι (Α) και (Β) ανωτέρω, ΚΑΙ/Η Δ. Αποζημιώσεις.». Είναι η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων ότι τούτοι είναι μεταξύ τους αδέλφια καταγόμενα από το χωριό Αθηαίνου και αποτελούντα κατά πάντα προς την αγωγή ουσιώδη χρόνο ομόρρυθμους συνεταίρους του εναγομένου 5-ομμόρρυθμου συνεταιρισμού από της ιδρύσεως του στις 11.8.67 («ο συνεταιρισμός»). Ο εναγόμενος 1 συνιστά τον κατά το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας διάδικο όταν υφίσταται δικαστική αξίωση κατ' αυτής και ειδικότερα (για ό,τι εδώ αφορά), του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη. Οι εναγόμενες 2 και 3 είναι θυγατέρες τού αποβιώσαντα αδελφού των εναγόντων (Γιώργου Λύτρα), ο οποίος, μαζί με τους ενάγοντες, συνιστούσαν τους τρεις συνεταίρους που ίδρυσαν τον συνεταιρισμό. Οι εναγόμενοι 4 αποτελούν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και είναι αυτοί που στις 7.3.14 - παρανόμως, δολίως, αντισυνταγματικώς, μονομερώς και χωρίς τη συγκατάθεση και έγκριση των εναγόντων - καταχώρισαν στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη το προβλεπόμενο έντυπο για την αλλαγή των στοιχείων ή/και των συνεταίρων που αφορούν και συναπαρτίζουν τον συνεταιρισμό. Με τις ενέργειες αυτές των εναγομένων 2 και 3 (και με την επικουρία των υπολοίπων εναγομένων), υπάρχει κίνδυνος το μερίδιο των εναγόντων στον συνεταιρισμό να υποστεί ζημιά και να εξανεμισθεί αφού θα βρίσκεται στο εξής υπό τον απόλυτο έλεγχο των εναγομένων 2 και
- Περαίνουν οι ενάγοντες, πως ως εκ των πιο πάνω, δικαιούνται στην απόδοση των επιζητούμενων θεραπειών. Συνθέτει θέση των εναγομένων 1, ότι το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη προέβη σε όλες τις νομοθετικώς ενδεδειγμένες ενέργειες. Οι εναγόμενοι 2-5 προτάσσουν πως η εναντίον τους αξίωση, στο βαθμό που απορρέει από τον αποδιδόμενο σε αυτούς δόλο και άλλες συναφείς παράνομες ενέργειες, πρέπει να απορριφθεί δοσμένου πως δεν συνοδεύεται από τις αναγκαίες λεπτομέρειες, πέραν του ότι οι ενάγοντες όφειλαν να είχαν επιλέξει άλλο προσφορότερο ένδικο διάβημα για επίλυση της προκύψασας διαφοράς. Καταλήγουν, πως πέραν των όσων δηλώνονται ως παραδεκτά στην Υπεράσπιση, καμιά έκφραση των ούτω καλουμένων γεγονότων που περιγράφουν οι ενάγοντες δικαιολογεί επιτυχία της αξίωσης. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των Αντώνη Κατσουρίδη (ΜΕ1), Χρήστου Λύτρα (ΜΕ2) και Γαβριήλ Λύτρα (ΜΕ3), ενώ η εναγομένη 1, τη μαρτυρία της Άννας Αδάμου Δημητρίου (ΜΥ1) και οι εναγόμενοι 2-5 εκείνη των Κωνσταντίνου Σάββα (ΜΥ2) και Παναγιώτας Λύτρα (ΜΥ3). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, μη απαιτούμενης (πλην μιας σύντομης περίληψης για πρακτικούς σκοπούς), της καταγραφής και επανάληψης του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Τα αποσπάσματα που παρατίθενται στο παρόν κείμενο έχουν μεταφερθεί αυτούσια, ως είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και στη δικογραφία. Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο δικηγόρος Αντώνης Κατσουρίδης (ΜΕ1), κατέθεσε για έρευνα που διεκπεραίωσε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αναφορικώς με τον συνεταιρισμό, καταθέτοντας στη διαδικασία τα Τεκμήρια 1-
- Ο Χρήστος Λύτρας (ΜΕ2), έδωσε μαρτυρία ως ενάγων 2, αναφερόμενος στη σχέση του με τον αδερφό του Γιώργου Λύτρα και τονίζοντας ότι πριν από την 7.3.14, ή πριν ο τελευταίος αποβιώσει, ο τελευταίος δεν του είχε ζητήσει ποτέ την άδεια ή τον ενημέρωσε πως είχε σκοπό να αποχωρήσει από τον συνεταιρισμό και να εισαγάγει σε αυτόν τις θυγατέρες του (εναγόμενες 2 και 3). Ο Γαβριήλ Λύτρας (ΜΕ3), κατέθεσε ως ενάγων 1, περιγράφοντας τη σύνδεση του με τον ενάγοντα 2 και τον Γιώργο Λύτρα και ισχυριζόμενος πως ποτέ πριν από τον Μάρτιο 2014, ή εν πάση περιπτώσει πριν από τον θάνατο του Γιώργου Λύτρα, του είχε πει ο τελευταίος ότι θα αποχωρούσε από τον συνεταιρισμό και θα όριζε ως νέες συνεταίρους τις εναγόμενες 2 και
- Η Άννα Αδάμου Δημητρίου (ΜΥ1), Βοηθός Εξεταστής και Υπεύθυνη στο Τμήμα Συνεταιρισμών, Αλλοδαπών Εταιρειών και Επωνυμιών στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, παρέθεσε στοιχεία εν σχέσει με τον συνεταιρισμό και την επίδικη αίτηση Δι' Εγγραφήν Εταιρείας (Τεκμήρια 6 και 6Α). Ο Κωνσταντίνος Σάββα (ΜΥ2), επαναλαμβάνοντας την γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), έδωσε μαρτυρία ως Διευθυντής των εναγομένων 4, εξηγώντας και τον πελατειακό δεσμό των εναγομένων 4 με τους εναγομένους 2, 3 και
- Η Παναγιώτα Λύτρα (ΜΥ3), ως εναγομένη 2, κατέθεσε με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Έγγραφο Β), διασαφηνίζοντας κάποια εκ των επίδικων γεγονότων προβαίνοντας σε αναφορά και στα Τεκμήρια 8-
- Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι εξέφρασαν την άποψη ότι η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους, τις οποίες αναδίπλωσαν με επιμέλεια και συντομία. Διεξήλθα την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία, ως και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ίσως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκκινούν από πλειάδα αιτιών μη κατ' ανάγκην εκπορευομένων από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana κα Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που αποτελούν γνώμονες προσδίδοντες στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη αναμφιβόλως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Υπογραμμίζω - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις - ότι κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσέγγισα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δεικτική έλλειψης συνέπειας στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, αξιολογώντας προσεκτικά την κάθε τέτοια περίπτωση, αναλόγως και της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Οι Αντώνης Κατσουρίδης (ΜΕ1), Άννα Αδάμου Δημητρίου (ΜΥ1), Κωνσταντίνος Σάββα (ΜΥ2) και Παναγιώτα Λύτρα (ΜΥ3) - σε αντίθεση με τους Χρήστο Λύτρα (ΜΕ2) και Γαβριήλ Λύτρα (ΜΕ3), όπως θα αιτιολογήσω κατωτέρω - μου δημιούργησαν καλή εντύπωση μια που (συν τοις άλλοις), έδωσαν τη μαρτυρία τους συγκροτημένα, χωρίς ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακολουθίες. Κατέθεσαν ειλικρινώς, δίχως προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου ή απόκρυψης της αλήθειας, περί της οποίας επιχείρησαν να τοποθετηθούν στο βαθμό που τους επέτρεπε η γνώση τους (πρωτογενής ή άλλη). Θα ασχοληθώ επιγραμματικώς - δίχως να απαιτείται εντρύφηση επί της πτυχής αυτής εφόσον η αξιοπιστία των Αντώνη Κατσουρίδη (ΜΕ1), Άννας Αδάμου Δημητρίου (ΜΥ1), Κωνσταντίνου Σάββα (ΜΥ2) και Παναγιώτας Λύτρα (ΜΥ3) (με μόνη εξαίρεση εκείνη της τελευταίας), δεν αμφισβητήθηκε σχεδόν καθόλου οπό οποιονδήποτε των συνηγόρων - με κάποιες εκφάνσεις της μαρτυρίας αυτής (ως απλό δείγμα τούτο της δικαστικής αξιολόγησης που έλαβε χώραν), ώστε καταστεί ακόμη πιο κατανοητή η αναφερόμενη απόληξη του Δικαστηρίου. Ο Αντώνης Κατσουρίδης (ΜΕ1), η Άννα Αδάμου Δημητρίου (ΜΥ1) - που δεν αντεξετάστηκε - και ο Κωνσταντίνος Σάββα (ΜΥ2), παρέθεσαν μαρτυρία τυπικής και διευκρινιστικής περισσότερο σημασίας περιοριζόμενοι κατ' ουσίαν στην περιγραφή ενεργειών και πράξεων που αποτυπώνονται σε διάφορα έγγραφα με τα οποία ενασχολήθηκαν ή και που περιήλθαν στην κατοχή τους λόγω υπηρεσιακών ή συμβατικών δεσμεύσεων. Η Παναγιώτα Λύτρα (ΜΥ3), δεν υπέπεσε «. σε πολλές αντιφάσεις και ανακρίβειες κατά την αντεξέταση της», όπως εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εναγόντων στην αγόρευση τους. Κατ' ακρίβειαν, η μάρτυς δεν υπέπεσε σε καμιά ουσιώδη αντίφαση ή ανακρίβεια. Έγινε, παραδείγματος χάριν, λόγος κατά την αντεξέταση της μάρτυρος από μέρους του αντεξετάζοντος ότι η τελευταία ήταν κατ' ελάχιστον ανακριβής στην τοποθέτηση της (στην παράγραφο 2 της γραπτής της δήλωσης-Έγγραφο Β), πως ο Γιώργος Λύτρας θα διαχειριζόταν τον συνεταιρισμό και θα τον δέσμευε με την υπογραφή του. Τέθηκε προς τούτο ενώπιον της, η Αίτησις Δι' Εγγραφήν Εταιρείας (Τεκμήρια 6 και 6Α), που η μάρτυς παραδέχθηκε ότι αποτελούσε το έγγραφο στο οποίο έκανε αναφορά στη μαρτυρία της για να ενισχύσει με αυτό τον τρόπο την υπό συζήτησιν τοποθέτηση της. Δεν εντοπίζεται αυτοαναίρεση της μάρτυρος επί του σημείου τούτου, δεδομένου πως τόσον η Αίτησις Δι' Εγγραφήν Εταιρείας (Τεκμήρια 6 και 6Α) (που προβλέπει για τη διαχείριση του συνεταιρισμού από τον Γιώργο Λύτρα), όσον και το Συνεταιριστικόν Έγγραφον (Τεκμήριο 9) (που προβλέπει στην παράγραφο 18 αυτού, πως «. η υπογραφή του Γεωργίου Λύτρα δεσμεύει μόνη και τους λοιπούς εταίρους .»), συνταιριάζονται απολύτως με την πεμπτουσία της μαρτυρίας της, στο βαθμό που μέλλει στο στάδιο αυτό. Η μάρτυς, σε αντίθεση με τις εισηγήσεις των δικηγόρων των εναγόντων, ήταν ειλικρινής και περιγραφική εν σχέσει με τις διαπροσωπικές σχέσεις του Γιώργου Λύτρα με τους ενάγοντες (και αντιστρόφως), τονίζοντας ότι οι όποιες εντάσεις ή διαστάσεις δημιουργούνταν κατά καιρούς ανάμεσα τους, παραμερίζονταν τελικώς προς όφελος της ομαλής λειτουργίας του συνεταιρισμού. Πέρα από αυτό, ηγέρθη κατά την αντεξέταση της μάρτυρος (διά της ορθής δικονομικής μεθόδου) και ζήτημα προηγούμενης ασυμβίβαστης δήλωσης της σε ένορκη δήλωση που υπέγραψε στις 29.9.15, σε ένσταση που είχε καταχωριστεί σε αίτημα των εναγόντων για έκδοση προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων στην παρούσα υπόθεση. Αφορμή για την υποβολή, έδωσε απάντηση της μάρτυρος πως οι ενάγοντες γνώριζαν, έχοντας μάθει από τον Γιώργο Λύτρα (σε δύο περιπτώσεις γνωστές στην μάρτυρα) για την πρόθεση του να εισαγάγει στον συνεταιρισμό τις εναγόμενες 2 και
- Τέθηκε στην μάρτυρα ότι στην ως άνω ένορκη δήλωση ημερομηνίας 29.9.15 (στην παράγραφο 5 αυτής), είχε δηλώσει κάτι το διαφορετικό και δη πως «. μπορούσαν να λάβουν γνώση των εν λόγων αλλαγών με δέουσα έρευνα, αλλά ουδέν έπραξαν .», με αυτήν να καλείται να εξειδικεύσει σε ποια από τις δύο περιπτώσεις έλεγε την αλήθεια και να τοποθετείται στο τέλος πως έλεγε την αλήθεια στην προφορική της μαρτυρία. Η πραγματική εικόνα είναι όμως παντελώς διαφορετική. Η μάρτυς δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αλληλοαναίρεση ή είπε ψέματα στο Δικαστήριο και τούτη δεν είναι μόνο διαπίστωση βασισμένη στην εντύπωση και στην εικόνα που εξέπεμψε προς το Δικαστήριο ως μάρτυς αληθείας αλλά και από το ίδιο το περιεχόμενο της ούτω καλουμένης αντίφασης που περιέχεται υποτίθεται στην παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης. Δήλωσε εκεί η μάρτυς (και παραθέτω αυτούσια τα λεχθέντα της έτσι ώστε να αντανακλαστεί ακριβέστερα η προκύπτουσα εικόνα), πως «
- Λέγω περαιτέρω ότι τόσο οι ενάγοντες, όσο και οι θυγατέρες αυτών, οι οποίες συχνά τους εκπροσωπούσαν σε διαδικασίες άλλων εταιρειών στις οποίες είχαν συμφέροντα οι διάδικοι, γνώριζαν και εν πάση περιπτώσει μπορούσαν να λάβουν γνώση των εν λόγω αλλαγών με δέουσα έρευνα, αλλά ουδέν έπραξαν, αφήνοντας την κατάσταση για 1 και πλέον χρόνο και επιδιώκοντας με ψεύδη και ανακρίβειες να εξασφαλίσουν προσωρινό διάταγμα για σκοπούς άσκησης πίεσης χωρίς να υπάρχει ούτε οτιδήποτε το κατεπείγον, αλλά αντίθετα έχοντας επιδείξει τεράστια και αδικαιολόγητη καθυστέρηση». Άρα, χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, αναδύεται από αυτά ότι η μάρτυς σαφώς δήλωσε πως οι ενάγοντες γνώριζαν για τα επίδικα και ότι εν πάση περιπτώσει, δηλαδή ανεξαρτήτως τούτου (και το έθιξε αυτό ευστόχως η δικηγόρος των εναγομένων 2-5, από τη στιγμή υποβολής της συγκεκριμένης ερώτησης), μπορούσαν οι ενάγοντες και να λάμβαναν γνώση των αλλαγών αυτών με δέουσα έρευνα, κάτι που ποτέ δεν έκαναν. Το ότι η μάρτυς στη ρύμην της αντεξέτασης και της θεμιτής πίεσης που της ενασκήθηκε για να τοποθετηθεί σχετικώς, απάντησε πως έλεγε την αλήθεια στην ένορκη της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (σε αντιδιαστολή με την ένορκη της δήλωση), δεν ισοδυναμεί με αντιφατικότητα ή ανακολουθία ή εκδηλώνει έστω κατιτί το διαφορετικό από τα όσα ανέφερε στην ένορκη δήλωση. Οι ενάγοντες, κατά τη μαρτυρία της, ήξεραν για τις επικείμενες τότε αλλαγές στον συνεταιρισμό και μπορούσαν κάλλιστα να μάθαιναν περί αυτών με δέουσα έρευνα. Τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο από αυτό (από απόψεως πάντα ανάλυσης της αξιοπιστίας των λεχθέντων της και όχι ως διατύπωση ευρήματος τώρα). Περαιτέρω, υποδείχθηκε προς την μάρτυρα κατά την αντεξέταση, ακόμη μια κατ' ισχυρισμόν αντιμαχία μεταξύ της προφορικής της μαρτυρίας και των όσων ανέφερε στην παράγραφο 10 της ίδιας ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 29.9.
- Συγκεκριμένως, η μάρτυς κατέγραψε την άρνηση της στην υπό αναφορά παράγραφο 10 (με αντικείμενο της μνείας της τις επίδικες αλλαγές στον συνεταιρισμό), ότι «. οι αλλαγές αυτές έγιναν χωρίς γνώση των εναγόντων. Οι ενάγοντες γνώριζαν και συγκατατέθηκαν στις αλλαγές, και αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που δεν προχώρησαν σε διαδικασίες διάλυσης του συνεταιρισμού ως οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας μετά το θάνατο του πατέρα μου, ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μας». Υποβλήθηκε στην μάρτυρα πως ο πραγματικός λόγος που δεν προχώρησαν τα πράγματα σε διάλυση του συνεταιρισμού, δεν ήταν το ότι οι ενάγοντες είχαν συγκατανεύσει με τις περί ων ο λόγος αλλαγές αλλά (ως ορίζει η παράγραφος 21 του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9)), το ότι εάν «.οιοσδήποτε εκ των ομμορρύθμων εταίρων αποθάνη κατά την διάρκειαν της εταιρείας οι επιζώντες εταίροι δικαιούνται όπως συνεχίσωσι τας εργασίας της εταιρείας .». Τίποτε το μεμπτό προκύπτει από αυτά. Η μάρτυς υπήρξε σαφής από την αρχή ότι από τη στιγμή που η μεταβίβαση των ποσοστών επί του συνεταιρισμού έλαβε χώραν ζώντος του Γιώργου Λύτρα, οι εναγόμενες 2 και 3 δικαιούνταν «. όπως υπεισέλθωσιν εις την εταιρείαν» (ως επιπροσθέτως ορίζεται στην παράγραφο 21 του Συνεταιριστικού Εγγράφου-Τεκμήριο 9). Ουδεμία άλλη αναφορά της μάρτυρος μπορούσε να σταχυολογηθεί αντικειμενικώς ως αναξιόπιστη βάσει αντίστοιχων επιχειρημάτων που προώθησαν οι δικηγόροι των εναγόντων, αφού τούτη έδωσε συγκροτημένα και χωρίς διαθλάσεις απαντήσεις σε όσα της υποβλήθηκαν, με μόνο γνώμονα την παράθεση της αλήθειας. Μάλιστα, επιχειρήθηκε να προσβληθεί η αξιοπιστία της μάρτυρος με έρεισμα και το ότι η λογική τάξη επέτασσε εγχείριση γραπτής συγκατάθεσης ή γραπτής ειδοποίησης από και προς τους ενάγοντες για την πρόθεση του Γιώργου Λύτρα να προβεί σε όσα είχε στο μυαλό σε σχέση με τη μεταβίβαση των μεριδίων του στον συνεταιρισμό στο όνομα των θυγατέρων του (εναγομένων 2 και 3), ως το Τεκμήριο 8
(3)και
(4). Το ποιος ήταν ο εύλογος χειρισμός της κατάστασης από μέρους του Γιώργου Λύτρα, δεν θα κριθεί τώρα. Συζητείται τούτο, αυτή τη στιγμή, μόνο υπό το φάσμα θεώρησης των αναφορών της μάρτυρος σε αντιδιαστολή με τις εισηγήσεις των εναγόντων περί ύπαρξης ενδείξεων αναξιοπιστίας της. Δεν συμφωνώ με τη θέση των εναγόντων. Η μάρτυς, εκτός του ότι παρουσιάστηκε ειλικρινής στις αναφορές της, θα μπορούσε πολύ εύκολα, εάν διεπόταν τωόντι από αλλότρια κίνητρα και διάθεση εξαπάτησης των εναγόντων και του Δικαστηρίου, να υπερθεμάτιζε το γεγονός πως ήταν παρούσα όχι μόνο μια φορά, όταν ο Γιώργος Λύτρας πληροφορούσε σχετικώς τους ενάγοντες περί των προθέσεων του (πριν από την επίδικη μεταβίβαση των μεριδίων στις 7.3.14), αλλά και τη φορά εκείνη που δεν ήταν, πράγματι, παρούσα όταν, ως την είχε πληροφορήσει ο Γιώργος Λύτρας, ο τελευταίος διαβίβαζε προσωπικώς προς τους ενάγοντες τα καθέκαστα περί των σχεδιασμών του εξασφαλίζοντας και τη συγκατάθεση τους. Δεν το έπραξε η μάρτυς. Μπορούσε, το ίδιο εύκολα, να ετοίμαζε μια ψεύτικη ειδοποίηση προς τους ενάγοντες, έστω ανυπόγραφη (αλλά με το όνομα του Γιώργου Λύτρα επί χάρτου), διά της οποίας να διεμήνυε προς αυτούς την πρόθεση του για μεταβίβαση των μεριδίων του προς τις εναγόμενες 2 και
- Ούτε αυτό το έπραξε η μάρτυς. Ο λόγος, είναι γιατί, τούτη, δεν αισθάνθηκε κατά τα φαινόμενα ποτέ την ανάγκη να λειτουργήσει με αυτό τον τρόπο και εν κρυπτώ, με υπόβαθρο γεγονότων διαφορετικό από εκείνο που είχε πρωτογενώς αντιληφθεί και βιώσει (αλλά και δευτερογενώς μέσω πληροφόρησης που τύγχανε από τον πατέρα της για το όλο ζήτημα). Έχει σημασία, ως κατακλείδα, να παρεμβληθεί πως όλα αυτά που η μάρτυς δεν έπραξε (εμφορούμενη από άνομα ελατήρια ως προλέχθηκε), δεν ενισχύεται μόνο (εν τη ευρεία εννοία του όρου) η αξιοπιστία της, αλλά αφαιρείται και αμβλύνεται η ισχνή δυναμική των δικογραφημένων θέσεων των εναγόντων (άνευ οποιωνδήποτε λεπτομερειών) και διά των οποίων αποδίδεται στην ίδια την μάρτυρα και στην αδερφή της (εναγομένη 3), η διάπραξη παράνομων και δολίων ενεργειών, εναντίον των εναγόντων. Επανέρχομαι στους Χρήστο Λύτρα (ΜΕ2) και Γαβριήλ Λύτρα (ΜΕ3). Ο Χρήστος Λύτρας (ΜΕ2), μου προξένησε αρνητική εντύπωση. Ήταν γενικώς ανακόλουθος και αντιφατικός στις τοποθετήσεις του με φανερή διάθεση αποστασιοποίησης από πτυχές που θα μπορούσαν δυνητικώς να αποδυναμώσουν τη γραμμή που προωθούσε προς υποστήριξη της υπόθεσης του. Η προσέγγιση του συνίστατο από μια επιτηδευμένως ολοκληρωτική και κάθετη άρνηση για το ενδεχόμενο καν πληροφόρησης του από τον Γιώργο Λύτρα κατά τους κρίσιμους χρόνους περί εισδοχής των εναγομένων 2 και 3 στον συνεταιρισμό, πόσω δε μάλλον τη συγκατάθεση τους για κάτι τέτοιο. Τούτο το είδος αποκήρυξης δεν απαρτίζει βεβαίως από μόνη της και στην κάθε περίπτωση αποτιμήσιμη μεταβλητή κρίσης της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα. Κάθε άλλο. Αν τούτη συγκροτεί την αλήθεια, τότε μόνο αυτή μπορεί και αναμένεται να προβληθεί από αυτόν, ένεκα, ακριβώς, τού τι απλώς είναι που εκφράζει. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση - με τούτο να μην παρατηρείται στην περίπτωση της Παναγιώτας Λύτρα (ΜΥ3) - ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε ο μάρτυς, παρέπεμπε μάλλον προς μηχανιστική επανάληψη εκδοχής παρά σε διατύπωση πραγματικότητας πηγάζουσας από διάθεση αποκάλυψης της πλήρους αλήθειας. Αυτά ως εντύπωση που έχει τη δική της οπωσδήποτε αξιολογική τιμή υπό το πρίσμα ασφαλώς της συναφούς αυτοκαθοδήγησης που καταγράφηκε ανωτέρω. Ανεξαρτήτως τούτου, δεν μπορεί να παραβλεφθεί και το ότι ο μάρτυς απέφυγε να προβεί σε οποιαδήποτε μνεία ύπαρξης του Συνεταιριστικού Εγγράφου (βλ. Τεκμήριο 9) - το οποίο κατατέθηκε κατά την κυρίως εξέταση της Παναγιώτας Λύτρα (ΜΥ3) χωρίς ένσταση από τον δικηγόρο των εναγόντων και το οποίο βρισκόταν παραταύτα εντός των αποκαλυφθέντων εγγράφων από μέρους του εναγομένου 1 στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων ημερομηνίας 8.3.16 και στην Ένορκη Δήλωση Αποκάλυψης Εγγράφων των εναγομένων 2-5, ημερομηνίας 9.3.16 - όπου και γίνεται αναφορά (στην παράγραφο 21 του Συνεταιριστικού Εγγράφου-Τεκμήριο 9), ότι εάν «. οιοσδήποτε εκ των ομμορρύθμων εταίρων αποθάνη κατά την διάρκειαν της εταιρείας οι επιζώντες εταίροι δικαιούνται όπως συνεχίσωσι τας εργασίας της εταιρείας οι δε κληρονόμοι του αποβιώσαντος εταίρου θα δικαιούνται όπως υπεισέλθωσιν εις την εταιρείαν». Ανεξαρτήτως τής οποιασδήποτε νομικής επίπτωσης ή επίδρασης που θα μπορούσε να έχει το Συνεταιριστικόν Έγγραφον-Τεκμήριο 9 στα υπό εκδίκασιν θέματα, το τελευταίο συναπαρτίζει εδώ μια σημαντική σταθερά η οποία άπτεται ανάμεσα σε άλλα και της ευρύτερης εκδοχής του Χρήστου Λύτρα (ΜΕ2), πως οι επίδικες αλλαγές στον συνεταιρισμό δεν μπορούσαν να επισυμβούν, ένεκα του ότι «. δεν γίνεται τέτοιο πράγμα, είναι παράνομο». Πέραν τούτου, ο μάρτυς δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση πως ποτέ πριν από την 7.3.14 (προφανώς εννοείτο η ημερομηνία υποβολής της Έκθεσης Αλλαγών εις τα Στοιχεία Ομόρρυθμης Εταιρείας, ως το Τεκμήριο 2), ή οποτεδήποτε πριν από τον θάνατο του Γιώργου Λύτρα (που επισυνέβη κατά ή περί την 26.3.14, ως αναντιρρήτως προκύπτει από την Ειδοποίηση Σύγκλισης Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της Northgate Limited, ως το Τεκμήριο 10), ο Γιώργος Λύτρας είχε ζητήσει από αυτόν άδεια ή τον είχε ενημερώσει πως σκόπευε να αποχωρήσει από τον συνεταιρισμό και να ορίσει στη θέση του τις εναγόμενες 2 και
- Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση στις 30.5.16 (από την δικηγόρο των εναγομένων 2-5), πότε ήταν που είχε ενημερωθεί «. γι' αυτές τις αλλαγές που έγιναν στον συνεταιρισμό .» (με αναφορά στο Τεκμήριο 2), με τον μάρτυρα να απαντά ότι έτυχε σχετικής ενημέρωσης «. μετά που λίγες μέρες . 10 με 15 μέρες μετά», υπογραμμίζοντας πως ο χρόνος αυτός τοποθετείτο στον Απρίλιο 2014 και όχι στον Μάρτιο 2014 και ότι από τη στιγμή που έμαθε για τις αλλαγές στον συνεταιρισμό «. πήγαμε στον δικηγόρο μας και συμβουλευτήκαμε τον δικηγόρο μας», χωρίς να μπορεί να θυμηθεί «. πριν από 2 χρόνια .», πόσο ακριβώς διάστημα είχε μεσολαβήσει από τότε που έμαθε για τις αλλαγές στον συνεταιρισμό μέχρι τις ενέργειες στις οποίες υποτίθεται πως τροχοδρόμησε και εκτέλεσε ως μέτρο επακόλουθης αντίδρασης. Η θέση αυτή του μάρτυρα - και το επισημαίνω αυστηρώς και μόνο ως ενδεικτικό της απουσίας συνέπειας στην εκδοχή που προέβαλε - συγκρούεται με το περιεχόμενο υποβολής τού ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων προς την αντεξεταζόμενη Παναγιώτα Λύτρα (ΜΥ3), ότι «. οι ενάγοντες δεν είχαν ιδέα, καμία συγκατάθεση δεν έδωσαν, καμία γνώση δεν είχαν, το έμαθαν με το Τεκμήριο 10 τέλος Ιουλίου του 2015 και πήγαν αμέσως σε δικηγόρο». Η ασυνέπεια τούτη, διότι περί αυτής πρόκειται, έχοντας κατά νουν τα επίδικα θέματα και τη σημασία της συζητούμενης πτυχής στα πράγματα, δεν μπορεί να παραγνωριστεί, όσο και αν η όποια απόρριψη της προβαλλόμενης εκδοχής δεν σημαίνει κατά κανόναν και πάντοτε πως οφείλει να οδηγήσει και σε απόρριψη του συνόλου ή μέρους της μαρτυρίας τού επηρεαζόμενου μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367). Μολοντούτο, η μαρτυριακή τούτη δυσαρμονία κατατάσσεται εν προκειμένω ως σημαντική για τους λόγους που εξηγήθηκαν. Είναι γεγονός - και παραμένω στη θεματολογία του ακριβούς χρόνου διαπίστωσης των επίδικων αλλαγών στον συνεταιρισμό - ότι η δικηγόρος των εναγομένων 2-5, επιχείρησε να υποδείξει στο στάδιο των αγορεύσεων σύγκρουση μεταξύ τής υπό συζήτησιν προφορικής εκδοχής του Χρήστου Λύτρα (ΜΕ2) (περί του ακριβούς χρόνου γνώσης των αλλαγών στον συνεταιρισμό), με προγενέστερη ένορκη δήλωση του μάρτυρα (η οποία, ως εξήγησε η δικηγόρος στη γραπτή της αγόρευση), είχε ημερομηνία 18.8.15 και συνόδευε μονομερή αίτηση ίδιας ημερομηνίας για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στην υπόθεση. Εκεί λοιπόν στην ένορκη αυτή δήλωση (με αναφορά στην παράγραφο 10), ο μάρτυς διατράνωνε (εν σχέσει με το επείγον του εξεταζόμενου τότε δικονομικού εγχειρήματος), πως μόλις «. το θέμα περιήλθε εις γνώση μου την 3/8/2015 έδωσα οδηγίες εις το Δικηγόρο μας και έστειλε επιστολή εις τους Εναγομένους 4 ημερομηνίας 4/8/2015 .» (εννοώντας το Τεκμήριο 4). Πάντως, η αντεξέταση του μάρτυρα επί αυτής της πτυχής δεν διεξάχθηκε κατά τη συναφώς προβλεπόμενη και καλώς εμπεδωμένη πρακτική, δηλαδή με τη σαφή υπόδειξη τού εγγράφου προς τον μάρτυρα και με παραπομπή του στο συγκεκριμένο σημείο της προβαλλόμενης αντίφασης επί του εγγράφου έτσι ώστε δικαίως να του δοθεί η ευκαιρία να δώσει τις δικές του ενδεχομένως εξηγήσεις περί του προτασσόμενου ασυμβίβαστου (βλ. κατ' αναλογίαν, Κλεάνθους και Άλλου ν Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1344). Ουδέποτε τέθηκε προς τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση, τοσούτο δε μάλλον με την αναμενόμενη σαφήνεια, πως η υπό αναφοράν ένορκη δήλωση αφορούσε στη συζητούμενη ενδιάμεση διαδικασία, αφού το μόνο που τού λέχθηκε για το ζήτημα αυτό ήταν μέσω ερώτησης/τοποθέτησης τής αντεξετάζουσας (στο τρίτο ενικό πρόσωπο), ότι τα όσα ο μάρτυς είχε προηγουμένως αναφέρει στη μαρτυρία του, έρχονταν «. σε αντίθεση με τα όσα περιέλαβε μέσα στην ένορκο του δήλωση». Υπό τις δεδομένες συνθήκες, θα ήταν άδικο για τον μάρτυρα και επισφαλές ως δικαστική επιλογή, να εξαγόταν συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του ή έστω περί ουσιώδους ανακολουθίας του σε ό,τι ενεστώτως αναλύεται, δοσμένης και της απάντησης του μάρτυρα στη σχετική ερώτηση (που επέβαλλε και υπόδειξη αμέσως προς αυτόν της ένορκης δήλωσης από την αντεξετάζουσα), ότι «Μα κοίταξε, τωρά εν να θυμούμαι πριν από δύο χρόνια πόσες μέρες πήρε και να μου κάμνετε τούτες τις ερωτήσεις» και ασχέτως εάν η ένορκη δήλωση (όποια και να είναι), παρουσιάζεται από την συνήγορο των εναγομένων 2-5, ως συμπεριλαμβανόμενη στον δικαστηριακό φάκελο μια και ποτέ δεν κατατέθηκε στη δίκη ως έπρεπε (βλ. κατ' αναλογίαν, Σαββίδη και Άλλου ν Α. Σαζεΐδης & Υιός Λτδ, ΠΕ 180/13, ημ. 25.6.14, Σάββα ν Αντωνίου, ΠΕ 134/09, ημ. 16.4.14, Κυριάκου ν Αναστασίου
(2013)1(Α) ΑΑΔ 148). Άλλη προσέγγιση, θα αντιτίθετο προς τον θεμελιακό διαιτητικό ρόλο του Δικαστηρίου εντός του υφιστάμενου αντιπαραθετικού συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. κατ' αναλογίαν, Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1(A) ΑΑΔ 447, Her Brittanic Majesty's Secretary of State For Defence Διά του Defence Land Office, Episkopi v AP Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) AAΔ.995, El-Sayegh v Credit Suisse
(1996)1(Β) ΑΑΔ 836). Ο Γαβριήλ Λύτρας (ΜΕ3), μου δημιούργησε κακή εντύπωση, παρουσιάζοντας παρόμοια συμπεριφορά στο εδώλιο του μάρτυρα όπως εκείνη τού Χρήστου Λύτρα (ΜΕ2), κατά τα ως άνω περιγραφέντα. Ακολούθησε και τούτος μια εμφανώς συνειδητή τακτική απομάκρυνσης από γεγονότα που ίσως μπορούσαν να αμβλύνουν τη δυναμική της κοινώς προωθούμενης εκδοχής από μέρους του ιδίου και του Χρήστου Λύτρα (ΜΕ2), με διακριτή και την κάθετη και μάλλον προσχεδιασμένη θα έλεγα με κάθε σεβασμό πρόταξη οριζόντιας και κάθετης άρνησης κάθε υπαινιγμού που αφορούσε στην λήψη πληροφόρησης από ή την χορήγηση συγκατάθεσης προς τον Γιώργο Λύτρα για την ένταξη των εναγομένων 2 και 3 στον συνεταιρισμό, διαλέγοντας κιόλας να μην αναφερθεί (ομοίως με τον Χρήστο Λύτρα (ΜΕ2)), στο Συνεταιριστικόν Έγγραφον-Τεκμήριο
- Δεν ήταν καλή ούτε και η εικόνα που εξέπεμψε όταν προέταξε ως απάντηση σε σειρά αντεξεταστικών ερωτημάτων που αφορούσαν στις επίδικες προθέσεις του Γιώργου Λύτρα να επιφέρει αλλαγές στον συνεταιρισμό, την καταφυγή του στο χαμηλό μορφωτικό του επίπεδο, λέγοντας πως δεν γνώριζε «. πολλά πράγματα στην εταιρεία, διότι εγώ ήμουν αγράμματος, εν ήξερα για να γράφω για να διαβάζω .» ενώ, σε άλλες περιπτώσεις, ήξερε να απαντήσει και να εκφράσει και διαφωνία προς θέσεις που του υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση, όπως λόγου χάριν για το ότι απαιτείτο η καταχώριση «. αίτησης στον Έφορο Εταιρειών .» για την επίτευξη των αλλαγών στον συνεταιρισμό ή για το ότι καμιά από τις αλλαγές αυτές δεν ήταν νόμιμη. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή των Χρήστου Λύτρα (ΜΕ2) και Γαβριήλ Λύτρα (ΜΕ3), ως αναξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των υπολοίπων μαρτύρων ως αξιόπιστη. Προτού προχωρήσω στα τελικά ευρήματα, επιβάλλεται ενασχόληση με τέσσερεις θεματικές οι οποίες αφορούν άμεσα τη νομική διάσταση εντός της οποίας πρέπει να ενταχθούν και να αναλυθούν μεταξύ άλλων τα επίδικα θέματα. Η πρώτη, αφορά στο «προδικαστικό ζήτημα» που έθεσαν οι εναγόμενοι 2-5, πως η αγωγή είναι (ως δικογραφείται στην παράγραφο 2 της Υπεράσπισης τους) «. παράτυπη και αντικανονική καθότι οι ενάγοντες θα έπρεπε να είχαν καταχωρίσει αίτηση προς τον Έφορο Εταιρειών και/ή αλλαχού και/ή να καταχωρήσουν αίτηση (petition) δυνάμει των Θεσμών περί Συνεταιρισμών (Partnership Rules) και όχι αγωγή και/ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορούσαν να καταχωρίσουν την παρούσα αγωγή και/ή ότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων». Η τοποθέτηση φαίνεται να παραγνωρίζει (αν μη τι άλλο υπό τις συνθήκες), ότι ποσώς μπορεί διά της προτεινόμενης διαδικαστικής μεθόδου να παρακαμφθεί η θεσμική εξουσία του Δικαστηρίου (και το αντίστοιχο δικαίωμα των εναγόντων να προσφύγουν σε αυτό), να αποφασίσει την ουσία της διαφοράς, αφήνοντας αντ' αυτού την αντιμαχία των διαδίκων να κριθεί εσωτερικώς διά μιας τυπικής κανονιστικής διαδικασίας σε επίπεδο αρμόδιων τμημάτων τού εναγομένου
- Δεν είναι αυτή η περίπτωση που θα δικαιολογούσε μια τέτοια κατάληξη και αρκεί για αυτό - όχι σε υποκατάσταση της δικαστικής κρίσης αλλά προς ενίσχυση αυτής - αναφορά στην εναργώς εκφρασθείσα θέση της Άννας Αδάμου (ΜΥ1), για τις εξουσίες του γραφείου τού Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, πως: «Από τη στιγμή που δεν το ζητά το γραφείο, το γραφείο θεωρεί ότι οι συμφωνίες εκτός Εφόρου Εταιρειών έχουν γίνει σωστές αμφότερα. Θεωρεί το γραφείο ότι από τη στιγμή που θέλεις μόνο το έντυπο, κρίνει ότι οι συμφωνίες εκτός Εφόρου Εταιρειών έχουν γίνει σωστά και προχωρά το γραφείο μόνο με το θεσμικό έντυπο, δεν θα ψάξει να δει εάν έχουν υλοποιηθεί οι συμφωνίες μεταξύ των συνεταίρων. Δεν θα το ψάξει αυτό. Έχει ένα έγγραφο στο τμήμα, θα το εξετάσει και δεν θα πάει να κάνει έρευνα εκτός Έφορου Εταιρειών». Τα υπόλοιπα, περιττεύουν. Το ονομαζόμενο ως προδικαστικό ζήτημα απορρίπτεται. Η δεύτερη θεματική, έχει σχέση με τη θέση των δικηγόρων των εναγομένων 2-5, ότι το επίπεδο απόδειξης που πρέπει να ικανοποιήσουν οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση - καθώς τούς καταγιγνώσκεται δόλια συμπεριφορά που ίσως και να αποτελεί ποινικό αδίκημα - είναι υψηλότερο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και χαμηλότερο του ποινικού αποδεικτικού μέτρου (πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας). Αποκλίνω. Κατ' αρχάς, τα όσα δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης - αορίστως και άνευ λεπτομερειών και εξειδίκευσης - πολύ είναι που απέχουν από το να διαμορφώνουν κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμενοποιημένο, τέτοια γεγονότα που αντικειμενικώς ιδωμένα θα μπορούσαν να κατατάξουν την περίπτωση εντός των παραμέτρων εκείνων που η νομολογία καθορίζει ως ικανές να εγείρουν προς συζήτησιν ζήτημα βαθμού απόδειξης σε αστική διαδικασία, για τον λόγο ότι συνδέονται είτε με τη διάπραξη ποινικού αδικήματος είτε με την τέλεση αστικού αδικήματος με ποινική υφή (βλ. κατ' αναλογίαν, Λειβαδιώτης ν Μιχαήλ
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1778). Ούτως ή άλλως, ως εξάγεται και από την Απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (τώρα Ανώτατο Δικαστήριο) στην Re Β (Children)
(2008)4 All ER 1, υπάρχει μόνο ένα επίπεδο απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις και αυτό δεν είναι άλλο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, με όμοια γραμμή να ακολουθείται και στην εκδοθείσα την ίδια μέρα R (On the Application of D) ν Life Sentence Review Commissioners
(2008)4 All ER 992. Κατ' ακολουθίαν, το επίπεδο απόδειξης που πρέπει να ικανοποιήσουν εδώ οι ενάγοντες είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η εισήγηση των συνηγόρων των εναγομένων 2-5 απορρίπτεται. Η τρίτη θεματική, σχετίζεται με το γεγονός πως η εναγομένη 3 (Κλεοπάτρα Λύτρα Κατσιάρη) - και ευρύτερα η υπεράσπιση των εναγομένων 2-5 - επέλεξε, ως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, να μην δώσει μαρτυρία στη δίκη. Αυτός ο χειρισμός δεν μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε δυσμενές συμπέρασμα κατά των εναγομένων 2-5, ιδιαίτερα στην απουσία συσχετισμού της επιλογής τους αυτής με την πρόκληση συγκεκριμένων παρεπομένων (με αναφορά, επί παραδείγματι, σε εκδηλώσεις της μαρτυρίας και εκδοχής που παρουσίασαν και που να παρέμειναν καταλυτικώς ανεξήγητες προς επίρρωση των από μέρους ή εκ μέρους τους προωθούμενων εκδοχών), αφήνοντας τοιουτοτρόπως δυσαναπλήρωτα κενά στην υπερασπιστική τους προσπάθεια (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Η τέταρτη θεματική, συνδέεται με το γενικότερο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που αφορά (κατά τις θέσεις των διαδίκων), τα προς απόφανση στην παρούσα αγωγή και τα οποία εκπηγάζουν (και) από το άρθρο 26(ζ) του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116 (το οποίο προβλέπει ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται να γίνει συνέταιρος σε συνεταιρισμό δίχως τη συγκατάθεση όλων των υφιστάμενων συνεταίρων), αλλά και από νομολογία όπως η Byrne v Reid
(1902)57 LTR 507, 508-509, όπου το Αγγλικό Εφετείο (διά του Λόρδου Δικαστή Stirling, LJ), σημείωσε και τα πιο κάτω με όσα ενδιαφέρουν εδώ, χωρίς ποτέ να παραβλέπεται πως τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης διαφοροποιούνται σε διάφορα επίπεδα από τα εδώ επίδικα: « The first question of law which arises is as to the true construction of clause 29 of the articles of partnership. The effect of that article it appear to me is to give the father the right to nominate a son to become a holder of any part of the father's share in the business and the profits thereof, and upon the son accepting such nomination, he is from that time to be entitled during the residue of the term of the partnership to carry on the business in partnership with the partners there termed and called "the incoming partners." It imposes upon the son the duty, subsequently to that and after his acceptance, not by way of condition precedent but by way of condition subsequent, of executing a certain deed. I think, therefore, that under that clause, as soon as the son accepted the nomination, he became entitled to the privileges which that clause says he is entitled to. On the 9th Feb. 1898 the father signed a document by which he says: "In accordance with the articles of partnership I hereby nominate my son Stanley to one twelfth share of the profits of the business carried on, &c." That is the material part, and a point is made that though the article says that the father may nominate a son and introduce him for the whole or a part of his share in the business and the profits thereof, the nomination is for the profits only, and it is said that that is invalid. In my judgment that is not the fair construction of the document. The document purports, on the face of it, to be made in pursuance of the articles of partnership. It plainly nominates the son to one twelfth share of the profits of the business, and it seems to me that inasmuch as, according to the articles, the profits cannot be severed from the share in the business, which is a share in the capital, the true construction ought to be ut res magis valeat quam pereat — that it confers on the son some stare of the business and profits. In my judgment, therefore, this document of the 9th Feb. 1898 was a valid nomination to one twelfth share of the business and the profits. Now what, in point of law, was the effect of that? This is a matter on which there is extremely little authority, and the only authority upon it really consists in a passage from the judgment of the Lord Chancellor (Lord Brougham) in Lovegrove v. Nelson (ubi sup.), and the passage in Lord Lindley's Treatise on Partnership, in which he says (6th edit., p. 368) : " If partners choose to agree that any of them shall be at liberty to introduce any other person into the partnership, there is no reason - why they should not; nor why, having so agreed, they should not be bound by the agreement. Persons who enter into such an agreement consent prospectively and once for all to admit into partnership any person who is willing to take advantage of their agreement, and to observe those stipulations, if any, which may be made conditions of his admission." Then he says: "Those who form such partnerships, and those who join them after they are formed, assent to become partners with anyone who is willing to comply with certain conditions." Then he cites this passage from Lovegrove v. Nelson {ubi sup.): "To make a person a partner with two others their consent must clearly be had, but there is no particular mode or time required of giving that consent; and if three enter into partnership by a contract which provides that on one retiring, one of the remaining two, or even a fourth person who is no partner at all, shall name the successor to take the share of the one retiring, it is clear that this would be a valid contract, which the court must perform, and that the new partner would come in as entirely by the consent of the other two as if they had adopted him by name." Now, adopting as I do those passages as a correct statement of the law, it seems to me that it follows that the son Stanley, on accepting this nomination, became in the eye of a court of equity a partner and entitled to such relief as the courts of equity are in the habit of granting to persons who stand in the relationship of partners». Προχωρώ στα (επιπρόσθετα) ευρήματα μου (αφού κάποια από αυτά έχουν ήδη καταγραφθεί), εντάσσοντας σε τούτα και το περιεχόμενο της σύνοψης τής εκδοχής των εναγομένων, ως έχει αναπτυχθεί πιο πάνω. Ο συνεταιρισμός ενεγράφη ως ομόρρυθμος εταιρεία την 11.8.67, λαμβάνοντας αριθμό Ο/Ε 3459 (βλ. Τεκμήριο 5), με ομόρρυθμους συνεταίρους τον πατέρα των εναγομένων 2 και 3 (Γιώργο Λύτρα, που ήταν και ο διαχειριστής του συνεταιρισμού) και τους ενάγοντες (θείους των εναγομένων 2 και 3 και αδελφούς τού Γιώργου Λύτρα). Η εγγραφή του συνεταιρισμού εγένετο με αφετηρία το Συνεταιριστικόν Έγγραφον ημερομηνίας 14.7.67, που υπογράφθηκε από τον Γιώργο Λύτρα και τους ενάγοντες, ως το Τεκμήριο 9, με βάση τις πρόνοιες του οποίου ο Γιώργος Λύτρας κατείχε το 40% του κεφαλαίου του συνεταιρισμού και ένας έκαστος των εναγόντων το 30% του κεφαλαίου του συνεταιρισμού. Στις 24.2.14, ο Γιώργος Λύτρας εξαιτίας προχωρημένης ηλικίας και κακής κατάστασης της υγείας του, ανέφερε προς τις εναγόμενες 2 και 3 τη σκέψη του να μεταβίβαζε σε αυτές τα μερίδια που κατείχε στον συνεταιρισμό. Ο Γιώργος Λύτρας είχε προφορικώς πληροφορήσει εν ευθέτω χρόνω περί των σκέψεων του αυτών τους ενάγοντες, οι οποίοι, σε μια περίπτωση (και στην παρουσία της εναγομένης 2 και του Γιώργου Λύτρα), συμφώνησαν με τις προθέσεις του τελευταίου για εισδοχή των εναγομένων 2 και 3 ως νέων ομόρρυθμων συνεταίρων στον συνεταιρισμό, κατά τον τρόπο που ο Γιώργος Λύτρας εξήγησε (και κατοπινά υλοποίησε). Σε μεταγενέστερο στάδιο (και μετά την 24.2.14, οπόταν και ο Γιώργος Λύτρας είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση για αντιμετώπιση περιστατικού διάτρησης στομάχου) και ειδικότερα στις 7.3.14, ο τελευταίος, παύοντας από το να είναι ομόρρυθμος συνεταίρος στον συνεταιρισμό - χωρίς όμως να αποχωρεί από αυτόν (βλ. Τεκμήριο 2) - μεταβίβασε διά δωρεάς (νομίμως και κανονικώς) το ½ των συνολικών μεριδίων που κατείχε στον συνεταιρισμό προς την καθεμιά από τις εναγόμενες 2 και 3 θυγατέρες του ώστε τούτες να κατέχουν πια το μερίδιο που τους αναλογούσε με τους ίδιους όρους και υποχρεώσεις που τα κατείχε ο Γιώργος Λύτρας συμφώνως του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9). Τόσο η εναγομένη 2 όσο και η εναγομένη 3, αποδέχθηκαν τη μεταβίβαση των μεριδίων του Γιώργου Λύτρα, κατά τα προβλεπόμενα στα έγγραφα Μεταβίβασης Μεριδίων Συνεταιρισμού, τα οποία και υπόγραψαν προσηκόντως όλοι οι εμπλεκόμενοι στις 7.3.14, ως τα Τεκμήρια 8
(3)και
(4), μετατρεπόμενες τουτέστιν (οι εναγόμενες 2 και 3) σε ομόρρυθμους συνεταίρους του συνεταιρισμού και δεσμευόμενες μια εκάστη από τους όρους του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9). Η περιγραφόμενη ενέργεια του Γιώργου Λύτρα συνάδει πλήρως με τους όρους του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9), στο οποίο προβλέπεται ανάμεσα σε άλλα (στην παράγραφο 21), πως οι «. κληρονόμοι του αποβιώσαντος εταίρου θα δικαιούνται όπως υπεισέλθωσιν εις την εταιρείαν». Κανένας όρος του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9), απαγορεύει τα όσα ο Γιώργος Λύτρας προέβλεψε και περάτωσε. Η μεταβίβαση των μεριδίων του, συντελέστηκε με υπόψιν και το ευρύτερο πνεύμα του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9), που δεν ήταν άλλο από τη συνέχιση του συνεταιρισμού ως οικογενειακής τρόπον τινά εταιρείας, αφού δωρεοδόχοι των μεριδίων ήσαν οι εναγόμενες 2 και 3 θυγατέρες του Γιώργου Λύτρα (και συγγενείς των εναγόντων). Καμιά πρόνοια του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9), ή του άρθρου 26 του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, παραβιάστηκε με την επιλογή του Γιώργου Λύτρα να κοινοποιήσει την πρόθεση του προς τους ενάγοντες προφορικώς και να εξασφαλίσει με τον ίδιο τρόπο την αντίστοιχη συγκατάθεση τους. Μάλιστα δε, δεδομένου και του περιεχομένου της παραγράφου 21 του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9), καθώς και των προβλέψεων στο άρθρο 26(ζ) του Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, δεν ήταν καθόλου αναγκαίο για τον Γιώργο Λύτρα να αποκόμιζε τη συγκατάθεση των εναγόντων (γραπτή ή προφορική), μια και η εν λόγω παράγραφος (όρος) του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9), προέβλεπε και επέβαλλε σε τελική ανάλυση την αποδοχή των εναγομένων 2 και 3 από τους ενάγοντες και τον συνεταιρισμό, ως νέων ομόρρυθμων συνεταίρων στον συνεταιρισμό (βλ. Halsbury's Laws Of England, 4η έκδ., Τομ.35, παρ. 102). Όπως και να έχουν τα πράγματα, οι ενάγοντες, ακριβώς γιατί είχαν πληροφορηθεί περί των προθέσεων του Γιώργου Λύτρα και συγκατατεθεί σε αυτές πριν από τις επίδικες μεταβιβάσεις των συνεταιριστικών του μεριδίων, δεν αντέδρασαν, μήτε στις προθέσεις του αδερφού τους μηδέ και στη νέα τάξη πραγμάτων που δημιουργήθηκε, παρά μόνον πολύ αργότερα (και καθυστερημένα), με την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 4.8.15 (βλ. Τεκμήριο 4) και την καταχώριση της παρούσας αγωγής στις 18.8.15. Ούτε και ποτέ ενάσκησαν οι ενάγοντες (τουλάχιστον ποτέ δεν ελέχθη κάτι το αντίθετο), το παρεχόμενο σε αυτούς δικαίωμα (στην παράγραφο 21 του Συνεταιριστικού Εγγράφου (Τεκμήριο 9)), για εξαγορά του μεριδίου τού Γιώργου Λύτρα από τους ιδίους και την πληρωμή τής κατά την ημερομηνία του θανάτου του αξίας τού επί του κεφαλαίου μεριδίου του στον συνεταιρισμό (μετά των αναλογούντων κερδών), εντός έξι μηνών από την ημερομηνία θανάτου (περί την 26.3.14). Η συμπεριφορά αυτή των εναγόντων (διά της σιωπής και αδράνειας τους), θεμελιώνει και την υπεράσπιση του κωλύματος λόγω παραστάσεων, που αποτελεί κατηγορία τού δικογραφημένου (στην Υπεράσπιση των εναγομένων 2-5) κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Khoreva
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1874). Μετά τη μεταβίβαση των συνεταιριστικών μεριδίων του Γιώργου Λύτρα προς τις εναγόμενες 2 και 3 (βλ. Τεκμήριο 8
(3)και
(4)), ήρξαντο πρεπόντως (με τη βοήθεια και των εναγομένων 4 οι οποίοι παρείχαν λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες προς τους εναγομένους 2, 3 και 5 και με εντολή των τελευταίων) και οι προβλεπόμενες διαδικασίες εγγραφής των αλλαγών αυτών, με την υποβολή στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη αντίστοιχης έκθεσης στις 7.3.14 (ως το Τεκμήριο 2). Όλα όσα διαδικαστικώς επακολούθησαν στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη - όπως για παράδειγμα απαιτήσεις για υπογραφή εντύπων (βλ. Τεκμήριο 7) - έγιναν κατά τα ορθώς προβλεπόμενα, με συνεπόμενο οι εναγόμενες 2 και 3 να εγγραφούν κατά τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις στον Περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Συνεταιρισμών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμο, Κεφ. 116, ως ομόρρυθμοι συνεταίροι στον συνεταιρισμό, με την Παναγιώτα Λύτρα (ΜΥ3), να εξουσιοδοτείται όπως διαχειρίζεται τον συνεταιρισμό, να τον διευθύνει και να υπογράφει για αυτόν με το όνομα της (βλ. Τεκμήριο 1). Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Η κατάληξη συμπαρασύρει αυτονοήτως και την ισχύ του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 18.8.15, το οποίο οριστικοποιήθηκε στις 2.12.15. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο