ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ ν. SISSILIANO SPORTS CENTRE LTD κ.α., Αρ. Αγ. 6727/2010, 27/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγ. 6727/2010 Μεταξύ : ΑΡΧΗ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ Εναγόντων -και- 1) SISSILIANO SPORTS CENTRE LTD 2)ΖΗΝΩΝ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ Εναγομενών Ημερομηνία: 27 Ιανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Φωτεινή Χ¨Ιωάννου για Α.Κ. Χ¨Ιωάννου & ΣΙΑ Για τον Εναγόμενο 2: Αλέξιος Δανός ΑΠΟΦΑΣΗ Δικόγραφα Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Εναγόμενοι ζητούν από το Δικαστήριο το ποσό των €1,992.16 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για προσφερθείσες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες πλέον τόκο και έξοδα. Οι Ενάγοντες, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, συσταθέν δια νόμου (ΚΕΦ. 302) παρέχουν συμφώνους του νόμου ως έχει τροποποιηθεί τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στο κοινό. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες ανέλαβαν να παρέχουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες στην Εναγόμενη 1 εταιρεία με την εγγύηση του Εναγόμενου
- Συγκεκριμένα οι Εναγόμενοι 1 εταιρεία με συμφωνία ημερομηνίας 03/12/2003 ανέλαβε να παρέχει υπηρεσίες σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης την οποία με έγγραφο εγγύησης ημερομηνίας 04/12/2003 ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι χρησιμοποίησαν τις παραχωρηθείσες σε αυτούς τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες χωρίς όμως να καταβάλουν στους Ενάγοντες το τίμημα για τις εν λόγω υπηρεσίες σε ότι αφορά τους μήνες Οκτώβριος 2006 - Ιανουάριο
- Οι αναλυτικές χρεώσεις των Εναγόντων φαίνονται στην οπισθογράφηση της έκθεσης απαίτησης στην παράγραφο
- Λόγω της παράβασης της συμφωνίας οι Ενάγοντες διέκοψαν την παροχή των υπηρεσιών καλώντας παράλληλα τους Εναγόμενους προς εξόφληση των οφειλομένων ποσών. Ο Εναγόμενος 1 δεν εμφανίστηκε στην υπόθεση και εναντίον του εκδόθηκε μονομερής απόφαση ημερομηνίας 30/05/
- Ακρόαση-Μαρτυρία Η αγωγή προχώρησε σε ακρόαση μόνο σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2 ο οποίος καταχώρησε υπεράσπιση με την οποία αρνείται την σχέση της Εναγόμενης 1 εταιρείας με τους Ενάγοντες καθώς και την σύναψη συμφωνίας αυτών με τους Ενάγοντες, ενώ παράλληλα αρνείται την προσφορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών των Εναγόντων προς την Εναγομένη 1 ισχυριζόμενος στην παράγραφο 4 της υπεράσπισης ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι εις περίπτωση που το όνομά του αναφέρεται σε έγγραφο εγγύησης πρόκειται για πλαστογραφία και/ή πλαστοπροσωπία. Η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε από πλευράς των Εναγόντων η κα. Έλενα Ηρακλέους (ΜΕ1) και από πλευράς του Εναγόμενου 2 ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ1). Η ΜΕ1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση απάντησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της συνηγόρου των Εναγόντων και αντεξετάστηκε. Πριν την έναρξη της ακρόασης το ποσό που οι Ενάγοντες αξιούν περιορίστηκε σε €1,871.65 που αφορά την συνολική αξπιωση για τα κυκλωματα 99537313 και
- Η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τις 03/12/2003 υπογράφηκε από μέρους της Εναγομένης 1 ενιαία σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με βάση την οποία παραχωρήθηκαν στην Εναγομένη 1 οι αριθμοί 22347217, 99537313 και
- Η μάρτυρας περαιτέρω κατέθεσε στο Δικαστήριο 6 τεκμήρια: - Τεκ. 1 Πρωτότυπη Σύμβαση για παροχή Τηλεπικοινωνιακών Υπηρεσιών - Τεκ. 2 Πιστοποιητικό Εφόρου Εταιρειών - Τεκ. 3 Βάση δεδομένων σε σχέση με την Εναγόμενη 1 και 2 - Τεκ. 4 Εγγυητήριο ΑΤΗΚ - Τεκ. 5 Κατάσταση λογαριασμού CYTA - Τεκ. 6 Επιστολή από Α. Χατζηιωάννου & Υιοί ημερομηνίας 23/03/2010 Η μάρτυρας εξήγησε ότι για σκοπούς αιτήσεως προς παροχή υπηρεσιών ακολουθείται συνήθης διαδικασία η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει έλεγχο στο αρχείο των Εναγόντων μέσω ηλεκτρονικού συστήματος για να φανεί κατά πόσο ο Αιτητής οφείλει οποιοδήποτε ποσό τους Ενάγοντες από προηγούμενες παροχές. Όταν ολοκληρώθηκε ο εν λόγω έλεγχος, τον οποίο στην παρούσα υπόθεση η μάρτυρας ανέφερε ότι έκανε προσωπικά, η ίδια απέστειλε διατακτικό στο συνεργείο που θα αναλάμβανε την εγκατάσταση της υπηρεσίας. Εξήγησε δε ότι για το λόγο ότι η Εναγόμενη 1 και αιτήτρια για συνδρομή υπηρεσιών ήταν εταιρεία, ως η πολιτική των Εναγόντων ζήτησαν προσωπική εγγύηση ατόμου υπεύθυνου για την εταιρεία και εκ τούτου ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε στην παρουσία της το Τεκμήριο 4 που κατέθεσε στην υπόθεση. Η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 4 και τόνισε ότι υπογράφτηκε στην παρουσία της επιβεβαιώνοντας ότι η ίδια καταχώρησε το εν λόγω έντυπο στο σύστημα πληροφοριών των Εναγόντων. Η εν λόγω εγγύηση δε αφορά μόνο τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες με αριθμούς 99537313 και
- Η μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006 οι οφειλές της Εναγομένης εξοφλούνταν παρουσιάζοντας και σχετική κατάσταση από τον Οκτώβριο του 2006 μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης στην οποία φαίνεται η οφειλή της Εναγομένης 1 μέχρι την ημερομηνία ακροάσεως της αγωγής. Κατά την αντεξέταση η μάρτυρας τόνισε ότι η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση ακολουθήθηκε ως συνήθως και αρνήθηκε τις υποβολές του ευπαίδευτου συνήγορου του Εναγόμενου 2 ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία. Εξήγησε δε σε ότι αφορούσε τις υποβολές για έλλειψη μαρτυρίας στο εγγυητήριο έγγραφο - Τεκμήριο 4 ότι σύμφωνα με την διαδικασία των Εναγόντων μάρτυρας είναι ο λειτουργός των Εναγόντων που εξυπηρετεί τον συνδρομητή επιμένοντας ότι η συνήθης διαδικασία τηρήθηκε και ότι η παράλειψη μαρτυρίας και υπογραφής του εγγυητηρίου από μέρους των Εναγόντων ήταν ένα τυπικό λάθος. Περαιτέρω η μάρτυρας διευκρίνισε ότι σε περιπτώσεις υπογραφής εγγυητηρίων εγγράφων είναι απαραίτητο όπως οι εγγυητές υπογράφουν ενώπιον των λειτουργών των Εναγόντων αφού προσκομίζουν την ταυτότητά τους. Ο ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή μαρτυρία και αντεξετάστηκε. Κατέθεσε περαιτέρω το Τεκμήριο 7, συμφωνία ημερομηνίας 23/06/2009 μεταξύ του ιδίου και της Σχολικής Εφορίας Τσερίου. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι γνώριζε φιλικά τον διευθυντή της Εναγομένης 1 ο οποίος του ζήτησε για τυπικούς λόγους να μπει ως γραμματέας στην Εναγόμενη 1 εταιρεία πράγμα το οποίο έπραξε. Εξήγησε δε ότι αναγκάστηκε να διακόψει τη φιλία του με τον διευθυντή της Εναγομένης 1 μετά που αντιλήφθηκε το είδος του χαρακτήρα του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε το εγγυητήριο έγγραφο Τεκμήριο 4 διευκρινίζοντας μάλιστα ότι ο αριθμός τηλεφώνου 99632039 που αναγράφεται στον εν λόγω έγγραφο ως αριθμός τηλεφώνου του ιδίου δεν άνηκε ποτέ σε εκείνον. Τόνισε δε στο Δικαστήριο ότι η αγωγή τον κατέλαβε εξαπίνής και όταν του παρουσιάστηκε το εγγυητήριο έγγραφο βεβαιώθηκε ότι η υπογραφή επί του εγγράφου δεν είναι δική του. Ανέφερε δε στην μαρτυρία του ότι έχει ικανό το διευθυντή της Εναγομένης 1 κ. Γεώργιο Χ¨Μιχαήλ να έχει πλαστογραφήσει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 4 ισχυριζόμενος δε ότι η εν λόγω υπογραφή του Τεκμηρίου 4 ουδεμία ομοιότητα έχει με τη δική του καταθέτοντας προς υποστήριξη του ισχυρισμού του αυτού το Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας δε ανέφερε ότι οι δικηγόροι του τον συμβούλεψαν να κλητεύσει εμπειρογνώμονα στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει σε σχέση με το γνήσιο της υπογραφής του κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε αφού θα έπρεπε να επωμιστεί τα έξοδα του εμπειρογνώμονα κάτι που δεν επιθυμούσε αφού ως ανέφερε έχει ήδη επωμισθεί αρκετά έξοδα για την εν λόγω υπόθεση. Επιβεβαίωσε δε ότι δεν είχε ξαναδεί την ΜΕ1 πριν την εμφάνιση του στο Δικαστήριο. Χαρακτήρισε δε την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 4 ως «Καλακατσούνα». Κατά την αντεξέταση αποδέχθηκε ότι η διεύθυνση και αριθμός ταυτότητας όπως αυτά αναγράφονται στο Τεκμήριο 4 είναι ορθά επιμένοντας στις υποβολές της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόντων ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εναγομένης
- Σε υποβολή δε ότι η υπογραφές του Τεκμηρίου 4 και Τεκμηρίου 7 είναι πανομοιότυπες ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι είναι πασιφανές και αντιληπτό με την πρώτη ματιά ότι οι υπογραφές μεταξύ των 2 Τεκμηρίων διαφέρουν. Επιβεβαίωσε παράλληλα ότι ουδέποτε προέβηκε σε καταγγελία στην αστυνομία για πλαστογραφία σε σχέση με το Τεκμήριο
- Αξιολόγηση μαρτυρίας Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Hροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Zαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 820). Η ΜΕ1 έκαμε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση. Ήταν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της και κατατόπισε το Δικαστήριο επαρκώς σε σχέση με τις διαδικασίες που τηρούνται από τους Ενάγοντες προς συνομολόγηση συμφωνιών για παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών με σαφήνεια και απλότητα. Η ΜΕ1 ήταν ειλικρινής και χωρίς δισταγμό παραδέχθηκε ότι δεν θυμόταν το άτομο που υπέγραψε ως εγγυητής αφού όπως εξήγησε εξυπηρετεί καθημερινά πληθώρα ατόμων και θα ήταν αδύνατον για ένα άνθρωπο να θυμάται μετά την πάροδο 13 ετών όλα τα άτομα που εξυπηρέτησε. Παρά τις υποβολές της αντεξέτασης οι οποίες περιορίστηκαν μόνο στην κατάρτιση του Τεκμηρίου 4 η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε ενώ επί του υπόλοιπου μέρους της μαρτυρίας της η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε καθόλου. Επί του σημείου δε που αντεξετάστηκε έδωσε επαρκείς εξηγήσεις και η μαρτυρίας της γίνεται αποδεχτή στην ολότητά της. Ο ΜΥ2 δεν άφησε στο Δικαστήριο καθόλου καλή εντύπωση και η μαρτυρία του η οποία επί της ουσίας περιορίστηκε μόνο σε ότι αφορά την κατάρτιση του Τεκμηρίου 4 δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Ο μάρτυρας δεν κατάφερε να εξηγήσει για ποιο λόγο η υπογραφή του στο Τεκμήριο 4 διαφέρει με την υπογραφή που ο ίδιος αναγνώρισε ως δική του στο Τεκμήριο
- Περαιτέρω οι εξηγήσεις που εδόθησαν σε σχέση με την αψεγάδιαστη μνήμη του δεν έπεισαν το Δικαστήριο. Είναι η αντίληψη και η κρίση μου ότι ο ΜΥ1 κατέθεσε με αποκλειστικό σκοπό να υποστηρίξει την εκδοχή του και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Περαιτέρω και επί της ουσίας του μοναδικού ισχυρισμού του περί πλαστογραφίας, η εξήγηση που έδωσε για την απόφασή του να μη ζητήσει έκθεση εμπειρογνώμονα σε σχέση με τον ισχυρισμό του περί πλαστογραφίας δεν μπορεί να ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το λόγο που εδόθη ήτοι, την αδυναμία καταβολής εξόδων προς το σκοπό τούτο. Επι τούτου προστίθεται και σημειώνεται και η ενέργεια του να μην καταγγείλει το περιστατικό της κατ'ισχυρισμό πλαστογραφίας στην αστυνομία μετά την έγερση της παρούσας αγωγής. Με αυτές τις επισημάνσεις η μαρτυρία του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται εξ ολοκλήρου. Μετά το πέρας της μαρτυρίας η σκυτάλη δόθηκε στους συνήγορους των διαδίκων να παρουσιάσουν την επιχειρηματολογία τους σε σχέση με την αγωγή. Αμφότεροι κατέθεσαν λακωνικές γραπτές αγορεύσεις στις οποίες καταλήγουν αναπόφευκτα σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα. Η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι η απόπειρα του Εναγόμενου 2 να καταστήσει το Δικαστήριο εμπειρογνώμονα ήταν τόσο ανεπιτυχής όσο και νομολογιακά ανεπίτρεπτη και εισηγείται ότι η μαρτυρία του πρέπει να απορριφθεί στον ολότητά της. Περαιτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος επισημαίνοντας ότι η παράληψη αντεξέτασης της ΜΕ1 επί των υπολοίπων θεμάτων οδηγεί αναπόφευκτα σε αποδοχή της εκδοχής της, εισηγείται ότι η μαρτυρία που προσφέρθηκε από πλευράς των Εναγόντων έχει παραμείνει αναντίλεκτη και πρέπει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να γίνει αποδεχτή, ζητώντας την έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου
- Στον αντίποδα ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Εναγόμενο εισηγείται ότι οι Ενάγοντες δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης που τους βαραίνει ότι ο Εναγόμενος 2 είναι εγγυητής της Εναγομένης 1 αφού παρουσίασαν στο Δικαστήριο αντιφατική μαρτυρία αποτελούμενη από απλές εικασίες και όχι συγκεκριμένα γεγονότα ,με εστιασμό τσις δηλώσεις της Μ.Ε.1 ότι δεν θυμάται συγκεκριμένα τον Εναγόμενο
- Εισηγείται περαιτέρω ότι το Τεκμήριο 4 στερείται νομικής ισχύος αφού δεν φέρει υπογραφή μάρτυρα , εισάγοντας περαιτέρω ισχυρισμούς αμέλειας από πλευράς της ΜΕ1 για να δώσει βάση στους ισχυρισμούς περί πιθανότητας πλαστογραφίας του Τεκμηρίου
- Ο συνήγορος δε, επιμένει ότι η υπογραφή που φαίνεται στο Τεκμήριο 4 είναι ριζικά διαφορετική από την «αληθινή υπογραφή», ως ο ίδιος την ονομάζει του Εναγόμενου 2 όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
- Στην κατακλείδα του ο ευπαίδευτος συνηγορος επιχειρηματολογεί ότι οι Εναγοντες δεν έχουν αποδείξει τούς ισχυρισμούς τους βάσει της ισορροπίας των πιθανοτήτων (balance of probabilities), παραπέμποντας επί τούτου το Δικαστήριο στην υπόθεση Λουκαΐδη ν. Πρώτο Θέμα ΑΕ και Άλλων, ΠΕ 172/09, ημ. 13.2.
- Εκφράζει παράλληλα την πεποίθηση ότι η έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγομένου 2 θα αντίκειτο στις αρχές τις φυσικής δικαιοσύνης και θα επέτρεπε σε μια Ενάγουσα με ένα εγγυητήριο που στερείται σοβαρότητας και νομικής ισχύς να λάμβανε απόφαση με ελάχιστη και αμφιβόλου ποιότητας μαρτυρία, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής εναντίον του Εναγομένου
- Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι το εγγυητήριο στειρείται σοβαρότητας και ισχύος εισήχθηκε μόνο κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Αν και του περισσού, πρέπει να αναφερθεί ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μαρτυρία και σε κάθε περίπτωση στην Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγομένου ουδείς ισχυρισμός εγείρεται σε σχέση με την εγκυρότητα του Εγγράφου Εγγύησης. Ο μοναδικός ισχυρισμός που εγείρεται στην δικογραφία είναι σε σχέση με την αυθεντικότητα της υπογραφής του Εναγομένου επί του εν λόγω εγγράφου. Παρα ταύτα για σκοπούς πληρότητας θα αναφερθώ στο νομικό πλαίσιο των εγγράφων εγγύησης συνοπτικά. Στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 τα άρθρα 84 και 85 αναφέρουν τα ακόλουθα: 84."Σύμβαση εγγύησης" είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται "εγγυητής", το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται "πρωτοφειλέτης", και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται "πιστωτής". 85.Κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη, δύναται να αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για τον εγγυητή για παροχή της εγγύησης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Σύμφωνα με το άρθρο 86 η ευθύνη του εγγυητή είναι η ίδια με αυτή του πρωτοφειλέτη εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση. Επιπρόσθετα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Fifth Edition) 2008 στην παράγραφο 1013 (Τόμος 49) αναφέρονται τα ακόλουθα: "A guarantee is an accessory contract by which the promisor undertakes to be answerable to the promisee for the debt, default or miscarriage of another person, whose primary liability to the promisee must exist or be contemplated. As in the case of any other contract, a valid guarantee requires an agreement, made between parties intending to create legal relations and having the capacity to contract, supported by consideration, actual or implied." Παραπέμπω δε και στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Moschi v Lep Air Services Ltd and another [1972] 2 ΑΙΙ ΕR 393 όπου αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση του εγγυητή στο κοινοδίκαιο είναι να βεβαιωθεί ότι ο πρωτοφειλέτης θα εκτελούσε τις υποχρεώσεις οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο της εγγύησης ενώ παράλληλα η παράβαση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη συνεπαγόταν παράβαση και από τον εγγυητή της δικής του σύμβασης βάσει της οποίας ήταν υπόλογος στον πιστωτή για αποζημιώσεις στην ίδια έκταση όπως ο πρωτοφειλέτης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Lord Diplock, στη σελίδα 400 oι υποχρεώσεις οι οποίες εκτελούνται εκούσια δεν χρειάζονται την επέμβαση του Δικαστηρίου. Δεν δίδουν βάση οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος. Το αγγλικό δίκαιο ασχολείται με συμβάσεις ως μία πηγή υποχρεώσεων.Εξηγεί ότι επειδή η υποχρέωση του εγγυητή είναι να βεβαιωθεί ότι ο οφειλέτης εκτελεί τις δικές του υποχρεώσεις προς τον πιστωτή, ο εγγυητής δεν έχει δικαίωμα σε ειδοποίηση από τον πιστωτή της παράλειψης του οφειλέτη να εκτελέσει μία υποχρέωση η οποία ήταν αντικείμενο της εγγύησης ενώ το αγώγιμο δικαίωμα του πιστωτή εναντίον του εγγυητή προκύπτει από τη στιγμή της παράλειψης του οφειλέτη να εκτελέσει τις δικές του υποχρεώσεις. Συνεπώς η νομική φύση της εγγύησης είναι τέτοια έτσι ώστε η υποχρέωση του εγγυητή να μην είναι να πληρώσει ένα ποσό χρημάτων στον πιστωτή αλλά υποχρέωση να βλέπει ότι ο οφειλέτης εκπληρώνει τις δικές του υποχρεώσεις. Ως αποτέλεσμα εάν ο οφειλέτης παραλείψει να εκτελέσει υποχρέωση η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης τότε ο πιστωτής μπορεί να ανακτήσει από τον εγγυητή ως αποζημιώσεις για παράβαση της σύμβασης εγγύησης οποιοδήποτε ποσό ο πιστωτής θα μπορούσε να ανακτήσει από τον οφειλέτη ως αποτέλεσμα αυτής της παράλειψης. Το μέτρο (δηλαδή, η έκταση) της υποχρέωσης του οφειλέτη προς τον πιστωτή είναι το ίδιο με αυτό του εγγυητή. Αποτελεί θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου ότι το έγγραφο της εγγύησης είναι παράνομο και στερείται νομικής ισχύος. Η θέση αυτή, η οποία επαναλαμβάνει ότι δεν έχει δικογραφηθεί, στηρίζεται στο γεγονός ότι το έγγραφο εγγυήσεως δεν φέρει υπογραφή μάρτυρα της υπογραφής του Εναγομένου. Τέτοια θέση δεν βρίσκει θέση στον Νόμο ή την Νομολογία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να καρποφορήσει. Βάρος της απόδειξης. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, σε μία αγωγή ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 : «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία ένα μόνο είναι το θέμα που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Τούτο έχει να κάνει με το κατά πόσο η υπογραφή στο εγγυητήριο έγγραφο είναι αυτή του Εναγομένου ή όχι. Σε ότι αφορά το υπόλοιπο της προσαχθείσας μαρτυρίας σε σχέση με την συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένης 1 Εταιρείας, στην παροχή υπηρεσιών, στον τερματισμό των υπηρεσιών καθώς και στο οφειλόμενο ποσό η μάρτυρας των Εναγόντων δεν αντεξετάστηκε συνεπώς όλοι οι αναφερθέντες επί των θεμάτων τούτων ισχυρισμοί της γίνονται αποδεκτοί και καθίστανται συνεπακόλουθα ευρύματα του Δικαστηρίου. Είναι γνωστή βεβαίως η δικανική αρχή ότι παράλειψη αντεξέτασης, συγκεκριμένου ισχυρισμού, ισούται με αποδοχή του. Σχετική είναι η υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527, 1540. Όπως υποδείχθηκε εκεί· «Εκκινώντας από αυτό το τελευταίο, θα ήταν χρήσιμο ένα σύντομο σχόλιο. Η αντεξέταση των μαρτύρων είναι σημαντικό όπλο στη διεξαγωγή μιας δίκης. Από τη δικανική σκοπιά - και όχι την ηθική που στόχος είναι βασικά η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους - πρωταρχικό αντικείμενο της είναι η αποδυνάμωση ή εκμηδένιση των δηλώσεων ενός μάρτυρα κατά την κύρια εξέταση, που στηρίζουν ή βοηθούν την υπόθεση του αντιδίκου. Είναι σχετική η ρήση του Lord Hanworth, M.R., την οποία αναφέρει, επιδοκιμάζοντας την, ο Sankey L.C., στην υπόθεση Mechanical and General Inventions Co. Ltd. and Lehwess v. Austin and the Austin Motor Co. [1935] A.C. 346 στη σελ. 359: "Cross-examination is a powerful and valuable weapon for the purpose of testing the veracity of a witness and the accuracy and completeness of his story." Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» Όσον αφορά τη δικογραφηθείσα θέση του Εναγομένου, αναφορικά με το βάρος της απόδειξης πλαστογραφίας σε αστική δίκη, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ΑΡΧΙΠΠΕΑ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΛΤΔ κ.α. ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΑΚΑΒΟΥ, ECLI:CY:AD:2015:A683, Πολιτική Έφεση Αρ. 278/2010, 15/10/2015, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Doe d. Davine v. Wilson
(1855)10 Moo P.C.C. 502, το βάρος απόδειξης πλαστογραφίας είναι με το διάδικο εκείνο που εγείρει τέτοιο ζήτημα, αλλά σε αστική δίκη το επίπεδο είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ στην ποινική δίκη το βάρος το έχει κατά κανόνα η κατηγορούσα αρχή που ισχυρίζεται πλαστογραφία εγγράφου στο επίπεδο της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Γενικώς οι εφεσείοντες εδώ απέτυχαν να θεμελιώσουν το γνήσιο του Τεκμηρίου 13 είτε με απευθείας μαρτυρία από άτομο που είδε τον εφεσίβλητο να υπογράφει, εν προκειμένω τον Βούλγαρη, είτε με κάποια άλλη οδό όπως συγκριτική γραφολογία ή από πρόσωπο που γνώριζε την υπογραφή του εφεσίβλητου, (δέστε γενικά για το θέμα το σύγγραμμα του Τ. Ηλιάδη: «Το Δίκαιο της Απόδειξης» σελ. 77-78 και το σύγγραμμα του Cross and Tapper on Evidence 10η έκδ. σελ. 710-712). Σχετικές για την συγκριτική υπογραφή, το βάρος και το επίπεδο απόδειξης είναι και η απόφαση Ewing
(1983)Q.B. 1039 και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα του Murphy on Evidence 8η έκδ., σελ. 668-669).» Αν και η μαρτυρία του Εναγομένου έχει απορριφθεί στην ολότητα της θα προχωρήσω να εξετάσω τον ισχυρισμό του περί πλαστογραφίας του Τεκμηρίου
- Με βάση την πιο πάνω νομολογιακή αρχή ο Εναγόμενος έχει το βάρος να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τον ισχυρισμό του περι πλαστογραφίας του Τεκμηρίου
- Ο Εναγόμενος, αρκέστηκε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 7, ένα έγγραφο στο οποίο αναγνώρισε την υπογραφή του για να προωθήσει τον ισχυρισμό του περί πλαστογραφίας του Τεκμηρίου 4 πιθανολογώντας ότι το Τεκμήριο 4 υπογράφηκε από τον Διευθυντή της Εναγομένης 1 εταιρείας. Δια της προσπάθειας αυτής , το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να αποφανθεί κατά πόσο η υπογραφή του Τεκμηρίου 4 με αυτή του Τεκμηρίου 7 είναι η ίδια ή διαφέρει. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας συνεπώς η προσπάθεια αυτή του Εναγομένου παραμένει άκαρπη. Το γεγονός ότι έγγραφο υπογράφεται από συγκεκριμένο πρόσωπο δύναται να αποδειχθεί διά της μαρτυρίας του υπογράφοντος ή διά της μαρτυρίας προσώπου το οποίο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της υπογραφής ή διά της μαρτυρίας γραφολόγου ή, τέλος, διά της μαρτυρίας προσώπου εξοικειωμένου με την υπό αμφισβήτησιν υπογραφή (M. A. Goodvalne Suppliers Ltd κ.α. ν. Barclays BankPlc
(2001)1 (B) 1038, 1042-3, Cross on Evidence, seventh edition, Butterworths, σελ. 690 επ.). Αυτό το βάρος απόδειξης δεν κατάφερε να αποσείσει ο Εναγόμενος ο οποίος περιορίσθηκε στην κατάθεση ενός εγγράφου για να δείξει την ανομοιότητα των υπογραφών. Η μαρτυρία την οποίαν προσκόμισε για σκοπούς απόδειξης της υπεράσπισής του υπήρξε ελλειπτική. Η πλευρά του Εναγομένου από την στιγμή που δεν γνώριζε θετικά ποιο άτομο υπέγραψε το Τεκμήριο 4 και πιθανολογούσε ως προς τούτο όφειλε να προσκομίσει κατάλληλη μαρτυρία για να αποδείξει τον ισχυρισμό του, η οποία στην προκειμένη περίπτωση ,μόνο μαρτυρία γραφολόγου θα μπορούσε να είναι αφού ο υπογράφων ήταν κατά τους ισχυρισμούς του Εναγομένου άγνωστο πρόσωπο. Για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2 αλληλέγγυα και /ή κεχωρισμένα με την Εναγομένη 1 εταιρεία για το ποσό των €1,871.65 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής πλέον εξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2 ως αυτά ια υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο