← Κύπρος

Κώστας Μαυρίδης ν. Τουμάζος Τσελεπής κ.α., Αρ. Αγωγής 3084/2010, 24/2/2017

Κώστας Μαυρίδης ν. Τουμάζος Τσελεπής κ.α., Αρ. Αγωγής 3084/2010, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3084/2010 Κώστας Μαυρίδης, εκ Λευκωσίας και 1) Τουμάζος Τσελεπής, εκ Λευκωσίας 2) Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, εκ Λευκωσίας 3) Ειρήνη Χαραλαμπίδου, εκ Λευκωσίας Ημερομηνία꞉ 24.2.2017 Εμφανίσεις꞉ Για τον Ενάγοντα꞉ κ. Γιώργος Παγιάσης, για Αντώνη Σ. Παπαντωνίου Για τον Εναγόμενο αρ. 1꞉ κ. Αρτέμης Αρτεμίου, για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο αρ. 2꞉ κ. Πόλυς Πολυβίου με κα Κλειώ Πολυβίου Κραμβή και κα Γιώτα Στυλιανού, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη αρ. 3꞉ κα Μ. Χαραλαμπίδου, για Χαραλαμπίδου - Τσιανή Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Επίδικες είναι ορισμένες δηλώσεις που έκανε προφορικά ο Εναγόμενος 1 κατά τη διάρκεια της τηλεοπτικής εκπομπής «Το Συζητάμε», η οποία προβλήθηκε στις 23.11.2009 προς το ευρύ κοινό σε παγκύπρια κλίμακα από το τηλεοπτικό κανάλι του Εναγόμενου 2, καθ' ον χρόνο την τηλεοπτική εκπομπή παρουσίαζε και συντόνιζε η Εναγόμενη 3, και οι οποίες δηλώσεις, ως ισχυρίζεται ο Ενάγων, αφορούσαν στο πρόσωπό του και συνιστούσαν δυσφήμιση και/ή λιβέλλο και/ή επιζήμια ψευδολογία εις βάρος του. Οι παράγοντες της δίκης δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Είναι όλοι γνωστά πρόσωπα στην Κυπριακή κοινωνία. Προχωρώ, όμως, καθηκόντως να τους παρουσιάσω με τον τρόπο που οι ίδιοι δικογράφησαν και/ή έδωσαν μαρτυρία για την προσωπικότητά τους. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της δημοσιοποίησης των επίδικων δηλώσεων, ο Ενάγων, ο οποίος τώρα είναι εκλελεγμένος Ευρωβουλευτής, ισχυρίζεται (βλ. παρα. 1 της Έκθεσης Απαίτησής του) ότι ήταν «δημόσιο και γνωστό πρόσωπο, με συχνή παρουσία σε ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης και τακτική συνεργασία σε δύο εφημερίδες σε εβδομαδιαία βάση», ήταν ακαδημαϊκός στο επάγγελμα, οικογενειάρχης και πατέρας ενός παιδιού. Περαιτέρω, ο Ενάγων δικογραφεί ότι υπήρξε υποψήφιος βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος (ΔΗ.ΚΟ) στις Βουλευτικές εκλογές του 2006. Όπως ο Ενάγων, περαιτέρω, διευκρίνισε στη γραπτή του δήλωση κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α», παρα. 2), οι δύο εφημερίδες στις οποίες αυτός αρθρογραφούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν «ο Φιλελεύθερος» και το «Κυπριακό Ποντίκι», οι οποίες ήσαν παγκύπριας κυκλοφορίας. Όπως επίσης διευκρίνισε στη γραπτή του δήλωση (βλ. παρα. 2, Έγγραφο Α), ο Ενάγων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακού στη Λογιστική και στα Οικονομικά και κατείχε Διδακτορικό στη Διοίκηση με ειδίκευση στη Χρηματοοικονομική. Ο Εναγόμενος 1 είναι νομικός, διεθνολόγος (βλ. την παρα.3 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1). Όπως περαιτέρω ανέφερε στην δική του γραπτή δήλωση (βλ. παρα. 2, του τεκμηρίου με την ένδειξη «Έγγραφο Στ»), ο Εναγόμενος 1 αποτελούσε μέλος του Εθνικού Συμβουλίου για την περίοδο από το 2003 μέχρι το 2013 και ήταν ένας εκ των συμβούλων του εκάστοτε Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως σημείωσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά τον παρόντα χρόνο είναι μέλος της ομάδας στήριξης του Ελληνοκύπριου διαπραγματευτή για το Κυπριακό. Είναι στέλεχος του ΑΚΕΛ εδώ και χρόνια και επικεφαλής του γραφείου του κόμματος αυτού για το Κυπριακό. Η Εναγόμενη 3, η οποία σήμερα είναι για δεύτερη θητεία Βουλευτής με τον εκλογικό συνδυασμό «ΑΚΕΛ Αριστερά Νέες Δυνάμεις», κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν δημοσιογράφος και παρουσιάστρια της επίδικης τηλεοπτικής εκπομπής και εργοδοτείτο και/ή απασχολείτο από τον Εναγόμενο 2 σε σχέση με την παρουσίαση της εν λόγω εκπομπής (βλ. παρα. 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 3). Ο Εναγόμενος 2 είναι νομικό πρόσωπο που ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου, Κεφ. 300Α, για να παρέχει τη δημόσια ραδιοτηλεοπτική υπηρεσία και παραδέχεται (βλ. παρα. 4 της 'Εκθεσης Υπεράσπισης του Εναγόμενου 2) ότι εργοδοτούσε και/ή απασχολούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο την Εναγόμενη 3 για την παρουσίαση της επίδικης τηλεοπτικής εκπομπής. Ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατατεθειμένο, με την ένδειξη «Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α», σε μορφή DVD, το πλήρες οπτικοακουστικό περιεχόμενο της τηλεοπτικής εκπομπής «Το Συζητάμε», ημερ. 23.11.2009. Το DVD αυτό είχε παραδοθεί στον συνήγορο του Ενάγοντος με συνοδευτική επιστολή, ημερομηνίας 12.11.15, με αριθμό φακέλου Ν. Σ 11/15 από την ανώτερη λειτουργό προσωπικού και διοίκησης του Εναγομένου 2, κυρία Νικολίνα Λουκά Ελευθερίου (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α), για τους σκοπούς της δίκης. Το εν λόγω DVD προβλήθηκε, σε ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα του Δικαστηρίου και με την κατάλληλη τεχνική βοήθεια, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 20.11.2015. Έτσι το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει ολόκληρη την τηλεοπτική εκπομπή στην παρουσία όλων των παραγόντων της δίκης ή/και των συνηγόρων τους. Δεν αμφισβητείται από τους συνηγόρους το νομότυπο της κατάθεσης του DVD ως τεκμηρίου ούτε η αυθεντικότητα του περιεχομένου του. Κρίνω σκόπιμο να καταγράψω εισαγωγικά τις εξής λεπτομέρειες αναφορικά με την επίδικη εκπομπή, οι οποίες φάνηκε να αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων κατά το πέρας της δίκης꞉ Η εκπομπή είχε τίτλο «Κεφάλαιο Διακυβέρνηση - Τουμάζος Τσιελεπής». Σκοπός της εκπομπής ήταν να δοθεί η ευκαιρία στον Τουμάζο Τσιελεπή - Εναγόμενο αρ. 1 - να απαντήσει σε ερωτήσεις τριών δημοσιογράφων αναφορικά με την ομότιτλη πτυχή του Κυπριακού προβλήματος και τις διαπραγματευθείσες θέσεις στο πλαίσιο της προσπάθειας επίλυσης του. Οι εν λόγω τρεις δημοσιογράφοι, οι οποίοι ήταν καλεσμένοι στην εκπομπή, ήταν οι Άντρος Μιχαηλίδης, Γιώργος Γεωργίου και Παναγιώτης Τσαγγάρης. Η εκπομπή μεταδιδόταν ζωντανά προς το κοινό. Δηλαδή δεν ήταν μαγνητοσκοπημένη σε οποιαδήποτε προγενέστερη ημερομηνία. Οι επίδικες δηλώσεις ακούστηκαν ή και προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο 59ο λεπτό της τηλεοπτικής εκπομπής (βλ. συναφώς την παραδοχή του γεγονότος αυτού από μέρος του Ενάγοντος στην παρα. 12 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Α). Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, οι επίδικες δηλώσεις περικλείονται στο εξής απόσπασμα από την τηλεοπτική εκπομπή, όπου «Δημοσιογράφος 1» σημαίνει τον κ. Γιώργο Γεωργίου και «Δημοσιογράφος 2» σημαίνει τον κ. Άντρο Μιχαηλίδη꞉ «Δημοσιογράφος 1꞉ κ. Τσιελεπή νομίζω τούτο δαμαί πραγματικά δικαιώνεται. Εναγόμενη 3꞉ Ερώτημα κ. Γεωργίου. Δημοσιογράφος 1꞉ Ερώτημα꞉ Ένα άρθρο, άρθρο του κ. Κώστα Μαυρίδη, του ακαδημαϊκού που αναφέρεται σε δηλώσεις του κ. Τσελεπή ...» Εναγόμενος αρ. 1꞉ Στο Ποντίκι. Δημοσιογράφος αρ. 1꞉ Ναι στο Ποντίκι. Εναγόμενος αρ. 1꞉ Ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης. Δημοσιογράφος 1꞉ Ο κ. Μαυρίδης είναι. Δεν είναι ανώνυμος. Εναγόμενος 1꞉ Μάλιστα. Δημοσιογράφος 1꞉ Και ο κ. Τσιελεπής λέει ότι꞉ «σας λέω ξανά ότι πρόεδρος της δημοκρατίας, ο Τάσσος Παπαδόπουλος, όχι ο Χριστόφιας, με την ομάδα του έδωσε μια μεγάλη μάχη σε πολύ αντίξοες συνθήκες, ο πρόεδρος έχει κληρονομήσει τα δύο πρώτα σχέδια του Ανάν, δεν άρχισε από ένα καθαρό τοπίο, μέσα σε αυτές τις συνθήκες έδωσε τη μάχη και επεδίωξε βελτιώσεις στο σχέδιο. Πιστεύω πως ο πρόεδρος έχει πετύχει αρκετά πράγματα και είναι άξιος συγχαρητηρίων». Και η ερώτηση είναι η εξής꞉ Εναγόμενος 1꞉ Να απαντήσω. Δημοσιογράφος 1꞉ Και η ερώτηση είναι η εξής꞉ Εάν ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν ήταν άτεγκτος, όπως λέγατε, και θέλατε να φέρετε «πρόεδρο λύσης» αλλά έδωκε και «έποικους», έδωσε και «εκ περιτροπής προεδρία», έδωσε «σταθμισμένη ψήφο», γιατί η περίφημη σπουδή να φύγει από την προεδρία; Εναγόμενος 1꞉ Λοιπόν, αρχίζω από τον κ. Μαυρίδη. Ξέρετε, ο κ. Μαυρίδης μου είχε κάνει εντύπωση από το 2004 και μην μου πείτε ότι δεν είναι εδώ, ούτε εγώ ήμουν εκεί, διότι σε ένα προεκλογικό του φυλλάδιο, όταν ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ. ... Δημοσιογράφος 2꞉ «... τώρα μιλάτε για τις θέσεις του κ. Μαυρίδη» Εναγόμενος 3꞉ «...» Δημοσιογράφος 2꞉ ... προς Θεού δηλαδή ! Εναγόμενος 1꞉ ...έλεγε ότι είχε ανακαλύψει τη συνωμοσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα ... άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία. Επί του προκειμένου. Ναι ο πρόεδρος Παπαδόπουλος έδωσε μια μεγάλη μάχη ...». Διευκρινίζω ότι η έμφαση με έντονα γράμματα είναι όπως αποτυπώθηκε στην Έκθεση Απαίτησης από το συντάκτη της. Κρίνω εξίσου σημαντικό να επισημάνω ότι, όπου στο κείμενο πιο πάνω υπάρχει η ένδειξη «...» και πάλιν αυτή είναι όπως αποτυπώθηκε στην Έκθεση Απαίτησης. Τούτη όμως η ένδειξη δεν αντιστοιχεί στην απάλειψη οποιωνδήποτε λέξεων που ακούστηκαν στην εκπομπή, για χάριν συντομίας του γραπτού κειμένου. Απεναντίας, αντιστοιχεί σε σημεία στα οποία υπήρξε είτε παύση λόγου, δηλαδή σιγή, είτε διακοπή του λόγου ενός παρευρισκομένου από άλλον για δική του παρέμβαση. Ο Ενάγων ισχυρίζεται στην παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησής του ότι στις πιο πάνω δηλώσεις, οι οποίες εμφαίνονται με έντονα γράμματα, περιέχονται «επιζήμιες ψευδολογίες και/ή ψευδοϋπαινιγμοί ή/και συκοφαντίες και/ή κακόβουλα ψεύδη και/ή σχόλια που υπερβαίνουν τα όρια έντιμου σχολίου για θέμα δημοσίου συμφέροντος και/ή της εύλογης κριτικής και σκοπό έχουν την υπόσκαψη της προσωπικότητας και/ή ήθους και/ή της φήμης και/ή της επαγγελματικής ιδιότητας του Ενάγοντα.». Το παράπονο του Ενάγοντος αναφορικά με τις ανωτέρω δηλώσεις του Εναγόμενου 1, δεν περιορίζεται μόνο κατά του Εναγομένου 1, αλλά επεκτείνεται και κατά των Εναγομένων 2 και 3. Το παράπονο κατά του Εναγομένου 1 δικογραφείται στις παρα. 9 έως 14 της Έκθεσης Απαίτησης. Συγχρόνως, ο Ενάγων δικογραφεί χωριστό παράπονο κατά των Εναγομένων 2 και 3 στις παρα. 15 έως 19 της Έκθεσης Απαίτησής του. Θα τα συνοψίσω και εκθέσω με τη σειρά. Παράπονο κατά του Εναγόμενου 1 Είναι η θέση του Ενάγοντος ότι η υπόσκαψη της προσωπικότητας του έγκειται στα εξής꞉ Πρώτον (βλ. παρα. 9Α της Έκθεσης Απαίτησης), με την επίμαχη δήλωση «ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης», ο Εναγόμενος 1 εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτός ότι εννοούσε «ότι ο Ενάγων δεν έχει το θάρρος να αρθρογραφεί επώνυμα, αλλά κρύβεται πίσω από ανώνυμα άρθρα και/ή στερείται σοβαρότητας και/ή είναι αναξιοπρεπής και/ή άνανδρος και/ή άξιος χλευασμού ή/και απαξίωσης και/ή κοροϊδίας». Δεύτερον (βλ. παρα. 9Β της Έκθεσης Απαίτησης), με την επίμαχη δήλωση «Ξέρετε, ο κ. Μαυρίδης μου είχε κάνει εντύπωση από το 2004 [...] διότι σε ένα προεκλογικό του φυλλάδιο, όταν ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ. [...] έλεγε ότι είχε ανακαλύψει τη συνωμοσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα ... άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία», ο Ενάγων εννοούσε και/ή μπορούσε να γίνει αντιληπτός ότι εννοούσε ότι꞉ (
  2. i)Ο Ενάγων με το αναφερόμενο προεκλογικό του φυλλάδιο προέβη σε παραπλανητικές και/ή ψευδείς αναφορές και/ή ότι είναι πρόσωπο ανέντιμο και/ή κοινωνικά και/ή επαγγελματικά ανάξιος και/ή κατακριτέος και/ή απορριπτέος. (
  3. ii)Ο Ενάγων αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία και/ή συμπεριφέρεται και/ή εκφέρει πολιτικές απόψεις και/ή πολιτικά επιχειρήματα επικίνδυνα για την κοινωνία και/ή ενεργεί με τρόπο που είναι ανέντιμος και/ή ασυμβίβαστος με την ιδιότητά του και/ή τη θέση του στην κοινωνία και/ή ότι είναι παράδειγμα προς αποφυγή. (iii) Ο Ενάγων προσπαθεί με παραπλανητικές και ψευδείς δηλώσεις να επηρεάσει δυσμενώς και/ή να παραπλανήσει και/ή να εκμεταλλευθεί το κοινωνικό σύνολο. Ο λόγος που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι οι επίμαχες δηλώσεις του Ενάγοντος έγιναν κακόβουλα και/ή χωρίς καλή πίστη και/ή υπερέβησαν το εύλογα αναγκαίο υπό τις περιστάσεις σχόλιο είναι διότι - (βλ. παρα. 10 της Έκθεσης Απαίτησης), «ενώ ο Εναγόμενος 1 κλήθηκε να απαντήσει επί συγκεκριμένων πολιτικών απόψεων και/ή πολιτικών επιχειρημάτων του Ενάγοντα, αντί να αναφερθεί σε αυτά, σκόπιμα, αναφέρθηκε σε άσχετα με την υποβληθείσα ερώτηση θέματα, και ειδικότερα επιτέθηκε προσωπικά εναντίον του χαρακτήρα του Ενάγοντα χρησιμοποιώντας μειωτικούς, ειρωνικούς και δυσφημιστικούς χαρακτηρισμούς με σκοπό και/ή επιδίωξη να πλήξει και/ή να καταστρέψει την επιτυχή πολιτική και/ή επαγγελματική και/ή κοινωνική δραστηριότητα και/ή απασχόληση του Ενάγοντα και/ή για να αυτοπροβληθεί ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1». (βλ. παρα. 13 της Έκθεσης Απαίτησης), με τις επίμαχες δηλώσεις του Εναγόμενου 1 ««παραποιούνται και/ή διαστρεβλώνονται και/ή ερμηνεύονται με παράλογο τρόπο τα όσα ο ίδιος ο Ενάγων ανέφερε τόσο στο πιο πάνω αναφερόμενο προεκλογικό του φυλλάδιο όσο και στο σχετικό του άρθρο υπό τον τίτλο «Αντιφάσεις και Υπερβάσεις» στη στήλη «Μεταξύ μας» στην εφημερίδα «Το κυπριακό Ποντίκι», έκδοση ημερομηνίας 20/11/2009, το οποίο ο Εναγόμενος χαρακτήρισε ως «ανώνυμο»». Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω επίμαχων δηλώσεων του Εναγόμενου 1, ο Ενάγων ισχυρίζεται (βλ. παρα. 14 της Έκθεσης Απαίτησης) ότι υπέστη «σοβαρή ζημιά και βλάβη στην τιμή, την αξιοπρέπεια, την υπόληψη και τον χαρακτήρα, εξετέθη σε δημόσια έχθρα, εμπαιγμό και ζημειώθηκε και/ή μειώθηκε στα πλαίσια της επαγγελματικής και/ή κοινωνικής και/ή άλλης απασχόλησης και εξετέθη και/ή περιήλθε ή ηδύνατο να περιέλθει σε δημόσια κατάκριση, περιφρόνηση, μίσος, γελοιοποίηση και αποφυγή». Παράπονο κατά των Εναγομένων 2 και 3 Παραπονείται ο Ενάγων ότι꞉ (βλ. την παρα. 15 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ κατά τη διάρκεια της επίδικης τηλεοπτικής εκπομπής «το Συζητάμε», ημερ. 23.11.2009, αυτός ζήτησε να παρέμβει τηλεφωνικά, αλλά οι Εναγόμενοι 2 και 3 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς, ενώ επέτρεψαν σε άλλα πρόσωπα να παρέμβουν τηλεφωνικά, δεν επέτρεψαν στον Ενάγοντα. (βλ. την παρα. 16 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ ακολούθως, ο Ενάγων παρακάλεσε τον Εναγόμενο 2, με επιστολές του ημερομηνίας 24.11.2009 και 25.11.2009, να του δώσουν την ευκαιρία να απαντήσει το συντομότερο στους πιο πάνω ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1, αλλά ο Εναγόμενος 2 έκρινε ως μη δικαιολογημένο το αίτημα του Ενάγοντος και το απέρριψε. (βλ. την παρα. 17 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ επανήλθε ο Ενάγων μέσω δικηγόρου αυτή τη φορά και με επιστολή ημερ. 12.2.2010, η οποία επιδόθηκε κατά ή περί τις 22.2.2010 στον Εναγόμενο 2, εξέφρασε την πρόθεσή του να καταχωρήσει αγωγή, προδιαγράφοντας τη βάση της αγωγής του και τις αξιώσεις του. Ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των Εναγομένων 2 και 3 συνιστά επαγγελματική αμέλεια (βλ. παρα. 18 της Έκθεσης Απαίτησης) και/ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος (βλ. παρα. 19 της Έκθεσης Απαίτησης). Δικογραφούνται οι εξής λεπτομέρειες επαγγελματικής αμέλειας꞉ (α) Απέτυχαν να διαγνώσουν και/ή να αποτρέψουν τον κακόβουλο και/ή ανακριβή και/ή μειωτικό τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος 1 απευθυνόταν προς το πρόσωπο του Ενάγοντος. (β) Παρέλειψαν να εφαρμόσουν τις ενδεδειγμένες για το επάγγελμα τους πρακτικές και/ή δεν διενήργησαν όλες τις ορθές και/ή απαραίτητες και/ή αποδεκτές πρακτικές για να αποτρέψουν τον Εναγόμενο να αναφερθεί με κακόβουλο και προσβλητικό τρόπο προς το πρόσωπο του Ενάγοντος, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά τη συζήτηση. (γ) Αντιμετώπισαν άνισα και κακόπιστα τον Ενάγοντα αφού ενώ επέτρεψαν σε άλλα πρόσωπα να παρέμβουν τηλεφωνικά κατά τη διάρκεια της αναφερόμενης εκπομπής, εντούτοις δεν επέτρεψαν στον Ενάγοντα να ασκήσει το δικαίωμα της απάντησής του, για να παρέμβει τηλεφωνικά και να υπερασπίσει την τιμή και υπόληψή του και/ή για να αποκαταστήσει την πραγματικότητα. (δ) Οι Εναγόμενοι 2 αμελώς και λανθασμένα έκριναν ως μη δικαιολογημένη τη μεταγενέστερη παράκληση του Ενάγοντα για να ασκήσει το δικαίωμα απάντησης στους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1. (ε) Ενήργησαν εσκεμμένα και/ή κακόπιστα και/ή παράνομα και έξω από κάθε κώδικα επαγγελματικής και/ή δημοσιογραφικής δεοντολογίας. (στ) Γενικά ενήργησαν και/ή συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ο οποίος δεν θεωρείται εύλογος και/ή αποδεκτός από αντίστοιχους επαγγελματίες καλής φήμης και/ή ικανότητας. Οι λεπτομέρειες (β), (γ) και (δ), ως ανωτέρω, δικογραφούνται και ως συνιστώσες την παράβαση θέσμιου καθήκοντος από μέρους των Εναγομένων 2 και 3 (βλ. αντίστοιχα τις παρα. 19 (α), (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης). Περαιτέρω, εγείρεται ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν το θέσμιο καθήκον τους διότι «γενικά ενήργησαν και/ή συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ο οποίος δεν συνάδει με τα επιβαλλόμενα ποιοτικά χαρακτηριστικά της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας». Αξιώσεις Για τους πιο πάνω λόγους ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως (βλ. παρα. 22 της Έκθεσης Απαίτησης ως τη συνοψίζω πιο κάτω)꞉ Α. Αποζημιώσεις άνω των €10.000 για δυσφήμιση και/ή λίβελλο και/ή ζημιογόνο ψευδολογία. Β. Διάταγμα (injunction) που να εμποδίζει όλους τους Εναγόμενους και/ή τον καθένα από αυτούς είτε προσωπικά είτε δια των υπηρετών του και/ή αντιπροσώπων του από το να συνεχίσουν με οποιονδήποτε τρόπο να κυκλοφορούν και/ή διανέμουν ή προβάλλουν την αναφερόμενη τηλεοπτική εκπομπή ημερομηνίας 23.11.2009 ή αποσπάσματα αυτής και/ή να αναφέρονται και/ή να επιτρέπουν την αναφορά στο πρόσωπο του Ενάγοντα και/ή άλλως πως να προκαλούν τη δημοσίευση των ίδιων ή παρόμοιων δυσφημήσεων και/ή λιβέλλων και/ή ζημιογόνων ψευδολογιών σε βάρος του Ενάγοντα. Γ.1. Απόφαση για Γενικές αποζημιώσεις για ζημιές και/ή βλάβες και/ή έξοδα για τη δυσφήμιση που υπέστη ο Ενάγων κατά ή περί την 23.11.2009 και μεταγενέστερα λόγω της αμελούς συμπεριφοράς των Εναγομένων 1, 2 και 3 και/ή συνεπεία της επαγγελματικής τους αμέλειας και/ή συνεπεία παράβασης των νομίμων και/ή θέσμιων και/ή συμβατικών καθηκόντων τους. Γ.2. Απόφαση για Ειδικές Αποζημιώσεις για υλικές ζημιές και/ή έξοδα, οι οποίες προκλήθηκαν στον Ενάγοντα κατά ή περί την 23.11.2009 και μεταγενέστερα λόγω της υπό «Α» συμπεριφοράς των Εναγομένων 1, 2 και 3 και καθενός εξ αυτών. Η Υπεράσπιση του Εναγομένου 1. Με το δικόγραφο της Υπεράσπισής του, ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε συκοφαντία και/ή δυσφήμηση και/ή λίβελλο και/ή ζημιογόνο ψευδολογία ενάντια στον Ενάγοντα. Σε περίπτωση, όμως, που οι ισχυρισμοί του Ενάγοντος ήθελαν αποδειχθεί, ο Εναγόμενος 1 επικαλείται την εξής γραμμή υπεράσπισης꞉ (α) Η επίδικη δημοσίευση ήταν αληθής και/ή ανταποκρινόταν στα πραγματικά γεγονότα και/ή συνιστά εύλογη κριτική επί αληθών γεγονότων. (β) Η επίδικη δημοσίευση ήταν αποτέλεσμα και/ή συνέπεια νομικού ή/και ηθικού ή/και κοινωνικού καθήκοντος. (γ) Η επίδικη δημοσίευση συνιστά έντιμο σχόλιο πάνω σε θέμα που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν θέμα δημοσίου συμφέροντος και ενδιαφέροντος, που έγινε καλόπιτσα, χωρίς πρόθεση δυσφήμησης του Ενάγοντα. Η Υπεράσπιση των Εναγομένων 2 και 3. Ο Εναγόμενος 2 αρνείται (βλ. παρα. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισής του) ότι δημοσίευσε και/ή κυκλοφόρησε και/ή προκάλεσε και/ή ανέχθηκε τη μετάδοση και προβολή και/ή δημοσίευση λιβέλου και της δυσφήμησης και/ή επιζήμιας ψευδολογίας ή/και ότι προκάλεσε σε αυτόν ζημιά. Είναι η θέση του Εναγομένου 2 (βλ. παρα. 9 και 10, όπως τις συνοψίζω πιο κάτω) ότι꞉ (α) Η επίδικη δημοσίευση δεν αποτελεί δυσφήμηση εναντίον του ενάγοντα, όπως εξάγεται και από το περιεχόμενό της. (β) Η επίδικη δημοσίευση ήταν αληθής και/ή ανταποκρινόταν στα πραγματικά γεγονότα, ήτοι ότι, πρώτον, πραγματοποιήθηκαν οι δηλώσεις από τον Ενάγοντα σε συγκεκριμένο προεκλογικό φυλλάδιο του τελευταίου και, δεύτερον, ότι είχε όντως γραφτεί το αναγραφόμενο άρθρο στο Ποντίκι, το οποίο και αναφερόταν σε δηλώσεις του Ενάγοντα. (γ) Η επίδικη δημοσίευση ήταν έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος, το οποίο σχόλιο έγινε καλόπιστα, χωρίς πρόθεση δυσφήμησης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, η επίδικη τηλεοπτική εκπομπή είχε ως αντικείμενο συζήτηση πολιτικού περιεχομένου, στην οποία εγέρθηκαν μείζονα ζητήματα όπως και αυτό του Σχεδίου Α.Ν.Α.Ν. Οι επίδικες δηλώσεις του Ενάγοντα ήταν άμεσα συσχετιζόμενες και άμεσα συνδεδεμένες με το περιεχόμενο της επίδικης εκπομπής και των ζητημάτων που ηγέρθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 δικογραφεί (βλ. παρα. 11 της Έκθεσης Υπεράσπισής του) ότι η επίδικη δημοσίευση έγινε εντός του πλαισίου των υποχρεώσεων και αρμοδιοτήτων του για πληροφόρηση του κοινού και δικαιολογείται και/ή νομιμοποιείται τόσο από τις σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από τις πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αρνείται ο Εναγόμενος 2 το περιεχόμενο των παραγράφων 15 έως 17 της Έκθεσης Απαίτησης όπου ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι ζήτησε τηλεφωνικώς να κάνει παρέμβαση κατά τη διάρκεια της επίδικης τηλεοπτικής εκπομπής,ότι ζήτησε γραπτώς να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει στους ισχυρισμούς αλλά το αίτημα του απερρίφθη και ότι ακολούθως έστειλε την επιστολή γνωστοποίησης της πρόθεσης του για έγερση αγωγής. Καλείται ο Ενάγων σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 2 αρνείται το περιεχόμενο των παραγράφων 18 έως 21 της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, όπου εγείρονται οι ισχυρισμοί του για επαγγελματική αμέλεια των Εναγομένων 2 και 3 και/ή για παράβαση θέσμιου και/ή συμβατικού καθήκοντός τους και/ή για πρόκληση σε αυτόν πόνου και ταλαιπωρίας. Καλείται ο Ενάγων να αποδείξει τους ισχυρισμούς του Στις ίδιες γραμμές με την Έκθεση Υπεράσπιση του Εναγομένου 2 κινείται η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης 3, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο δικόγραφό της, προς αποφυγήν αχρείαστων επαναλήψεων. Η προσκομισθείσα μαρτυρία. Για την υπόθεση του Ενάγοντος, κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο Ενάγων (ΜΕ1) και ακόμη μία μάρτυρας, η κα Μαρία Μαυρομμάτη (στο εξής η ΜΕ2). Για την υπεράσπιση του Εναγόμενου 1 μαρτυρία έδωσε ο Εναγόμενος 1 (ΜΥ1), προσωπικά. Για την υπεράσπιση του Εναγομένου 2, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία. Για την υπεράσπιση της Εναγομένης 3, μαρτυρία έδωσαν οι κ.κ. Θεοφάνης (Φάνος) Χρυσάνθου (ΜΥ2.1.) και Ηλιάνα Κωνσταντίνου (ΜΥ2.2.), αμφότεροι λειτουργοί που υπηρετούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο ΡΙΚ και εξακολουθούν να υπηρετούν εκεί. Τελευταία, έδωσε μαρτυρία η Εναγόμενη 3 (ΜΥ3), προσωπικά. Δηλώθηκε, ωστόσο, από την αρχή ότι οι συνήγοροι των Εναγομένων 1 και 3, θα υιοθετούσαν το περιεχόμενο της αντεξέτασης του Ενάγοντος από το συνήγορο του Εναγομένου 2, και για σκοπούς προώθησης της υπεράσπισης των δικών τους πελατών έναντι του Ενάγοντος. Στο σύνολό της η δοθείσα προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα τεκμήρια με τα οποία αυτή συνοδεύτηκε βρίσκονται καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Πιο κάτω επιλέγω να παραθέσω, πρώτα, τη μαρτυρία ως δόθηκε κατά την κυρίως εξέταση των μαρτύρων και ακολούθως, αφού προβώ σε κάποιες διευκρινίσεις όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, προχωρώ να αξιολογήσω την ποιότητα, αξιοπιστία και βαρύτητά της μαρτυρίας υπό το φως της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε ένας έκαστος μάρτυρας. Η μαρτυρία του Ενάγοντος (ΜΕ1). Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, ο Ενάγων υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Εκεί αναφέρει ότι στις 23.11.2009 ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι του και παρακολουθούσε από την τηλεόρασή του την επίδικη εκπομπή «Το Συζητάμε» από το ξεκίνημά της. Θυμάται πολά καλά τα διαδραματισθέντα. Θυμάται, ειδικότερα, ο Ενάγων ότι ο δημοσιογράφος Γιώργος Γεωργίου, απευθυνόμενος προς τον Εναγόμενο 1, έκανε αναφορά σε ένα συγκεκριμένο άρθρο του Ενάγοντος που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ποντίκι. Παραπονείται ο Ενάγων για το ότι, τότε꞉ «Ο Εναγόμενος 1, χωρίς καν να σχολιάσει το περιεχόμενο του άρθρου μου, είπε ότι τούτο το άρθρου ήταν «ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης»» (βλ. την παρα. 8 του Εγγράφου Α). Προχωρεί ο Ενάγων στη γραπτή του δήλωση και λέγει ότι꞉ «9. Το συγκεκριμένο δικό μου άρθρο, το οποίο, επαναλαμβάνω ότι, ο Εναγόμενος 1 το χαρακτήρισε ως «ανώνυμο», δημοσιεύθηκε υπό τον τίτλο «Αντιφάσεις και Υπερβάσεις» στη στήλη «Με επίγνωση» στη σελίδα 4 της εφημερίδας «Το κυπριακό Ποντίκι», στην έκδοση ημερομηνίας 20/11/2009.» Κατατέθηκε από τον Ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου το επωνύμως δημοσιευθέν άρθρο του, ημερ. 20.11.2009, στην εφημερίδα «Το Κυπριακό Ποντίκι», ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Θα αναφερθώ στο περιεχόμενο του σε μετέπειτα στάδιο. Παρακάτω στη γραπτή του δήλωση, ο Ενάγων αναφέρει ότι (βλ. παρα. 10 και 11 του Εγγράφου Α)꞉ «10. Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος 1, αντί να απαντήσει στην ερώτηση που του υποβλήθηκε, εντελώς αδικαιολόγητα, ασχολήθηκε με το πρόσωπό μου, λέγοντας ότι του «είχα κάνει εντύπωση από το 2004». Προέτρεξε μάλιστα να προλάβει τις αντιδράσεις των παρευρισκομένων, λέγοντας «και μην μου πείτε ότι δεν είναι εδώ, ούτε εγώ ήμουν εκεί». 11. Συνεχίζοντας, ο Εναγόμενος 1 αναφέρθηκε σε κάποιο προεκλογικό μου φυλλάδιο, όταν ήμουν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ, και ότι έλεγα πως είχα «ανακαλύψει» τη συνωμοσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα. Τελειώνοντας, ανέφερε ότι «άλλοι είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία».». Σημειώνει ο Ενάγων ότι αυτός πρόσεξε ότι (βλ. παρα. 12 του Εγγράφου Α) - «την ώρα που ο Εναγόμενος 1 καταφερόταν εντελώς άδικα προς το πρόσωπό μου, υπήρξε έντονη αντίδραση από τον δημοσιογράφο Άντρο Μιχαηλίδη, και την ίδια στιγμή, η παρουσιάστρια, η Εναγόμενη 3, αντί να παρέμβει αποτρέποντας τον Εναγόμενο 1 από το να καταφέρεται εναντίον μου, έκανε παρατήρηση στον δημοσιογράφο για την αντίδρασή του. Οι συγκεκριμένες αναφορές του Εναγομένου 1 βρίσκονται στο 59ο λεπτό και έπειτα του DVD.» Επισημαίνει, επίσης, ο Ενάγων ότι (βλ. την παρα. 18 του Εγγράφου Α) - «[...] όταν ο κ. Τσελεπής καταφέρθηκε εναντίον μου και τηλεφώνησα στο ΡΙΚ ζητώντας επίμονα να μου δοθεί το δικαίωμα απάντησης, το αίτημα μου απερρίφθη. Μίλησα με κάποιον υπάλληλο και μετά με τον υπεύθυνο, νομίζω σκηνοθέτη, για τη ροή της ζωντανής εκπομπής, κ. Χρυσάνθου αν θυμάμαι καλά, ο οποίος αφού μεταβίβασε το αίτημά μου στην Εναγόμενη 3 μου απάντησε ότι η τελευταία δεν θα δεχόταν παρέμβασή μου στην εκπομπή της. Όταν όμως στη συνέχεια της εκπομπής επετράπη στον κ. Φωτίου εκπρόσωπο του ΔΗ.ΚΟ να παρέμβει για να αποκαταστήσει ανακριβείς, αλλά όχι προσβλητικές, αναφορές του Εναγόμενου 1 προς το πρόσωπο του κ. Καρογιάν, ξανατηλεφώνησα αμέσως, αξιώνοντας έντονα να μου δοθεί η ευκαιρία να μιλήσω, διαμαρτυρόμενος και για τη δυσμενή μεταχείριση που είχα, αλλά πάλιν μου αρνήθηκαν.». Σημειωτέον ότι ο Ενάγων (βλ. την παρα. 17 του Εγγράφου Α) τοποθετεί την τηλεφωνική παρέμβαση του κ. Φωτίου στην εκπομπή μετά το χρονικό σημείο που έγινε η κατ' ισχυρισμόν δυσφημιστική και/ή συκοφαντική δήλωση και/ή ψευδολογία για το πρόσωπό του. Συγκεκριμένα, η δήλωση που τον αφορούσε έγινε στο 59ο λεπτό της εκπομπής και η παρέμβαση επετράπη στον κ. Φωτίου στη μία ώρα και έξι λεπτά (1꞉06꞉00) της εκπομπής, ως αποτυπώνεται στο DVD (βλ. Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α) που είναι κατατεθειμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρουσίασε ο Ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου την επιστολή του ημερ. 24.11.2009 που αυτός απέστειλε προς τον Εναγόμενο 2 για να του έδιδαν το δικαίωμα απάντησης καθώς και τις απορριπτικές απαντητικές επιστολές του Εναγομένου 2 προς τον Ενάγοντα, ως τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 υπό Έγγραφο Α, αντίστοιχα. Αναφέρθηκε επίσης σε αλληλογραφία που αυτός είχε με την Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, την οποία και παρουσίασε στο Δικστήριο (βλ. τη δική του επιστολή ημερ. 4.12.2009 ως το Τεκμήριο 7Α υπό Έγγραφο Α και την απαντητική επιστολή της Δημοσιογραφικής Επιτροπής Δεοντολογίας, ημερ. 25.1.2010, ως το Τεκμήριο 7Β υπό Έγγραφο Α. Τέλος, ο Ενάγων παρουσίασε στο Δικαστήριο τις επιστολές που απέστειλε μέσω των δικηγόρων του για να προειδοποιήσει τον Εναγόμενο 2 για την πρόθεση έγερσης αγωγής, ως τα Τεκμήρια 8Α και 8Β υπό Έγγραφο Α. Η μαρτυρία της ΜΕ2. Η ΜΕ2 εργάζεται στην εταιρεία Nielsen Audience Measurement Κύπρου, η οποία ασχολείται με την παραγωγή στοιχείων τηλεθέασης. Μεταξύ των πελατών της εν λόγω εταιρείας είναι και το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου. Η ΜΕ2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να προσκομίσει στοιχεία που να βεβαιώνουν την τηλεθέαση της επίδικης τηλεοπτικής εκπομπής "Το συζητάμε", ημερομηνίας 23.11.2009. Τα στοιχεία κατατέθηκαν υπό μορφή πίνακα (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ε»).Όπως εξήγησε η ΜΕ2, με βάση τα στοιχεία της AMR, 35819 άτομα παρακολούθησαν κατά μέσο όρο την επίδικη τηλεοπτική εκπομπή " Το συζητάμε" στις 23.11.2009, λαμβάνοντας υπόψη το όριο ηλικίας των τηλεθεατών από 4 χρονών και άνω («4 plus»). Ο προαναφερθείς αριθμός τηλεθεατών έδιδε στην επίδικη εκπομπή μερίδιο τηλεθέασης 19.2% με χρόνο εκκίνησης της καταμέτρησης από τις 22:20:27 μέχρι και τις 23:34:15. Η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 (ΜΥ1). Ο Εναγόμενος 1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Στ». Παραδέχθηκε ασφαλώς ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης εκπομπής αυτός αναφέρθηκε στο πρόσωπο του Ενάγοντος, ωστόσο το έπραξε, ως εισηγείται ο Εναγόμενος 1, καλόπιστα, χωρίς πρόθεση να τον θίξει είτε ως πολιτικό είτε ως ακαδημαϊκό. Οι όποιες διαφορές μεταξύ των δύο ανδρών είναι καθαρά πολιτικές, όπως τόνισε ο Εναγόμενος 1. Για να αποδείξει ότι η αναφορά του στον Ενάγοντα ήταν αληθής και ανταποκρινόταν σε πραγματικά γεγονότα, ο Εναγόμενος επεσήμανε προς το Δικαστήριο τα εξής (βλ. τις παρα. 10 και 11 του Έγγραφου Στ)꞉ Α. Όσον αφορά τη φράση «Ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης», η αναφορά του αυτή στηρίχθηκε στα εξής 2 σημεία꞉ (
  4. i)Στη χρονική αλληλουχία των δύο άρθρων (ως τα τεκμήρια με την ένδειξη «Έγγραφο Β» και «Έγγραφο Γ»). Αυτά τα άρθρα περιλαμβάνουν τις δηλώσεις που έκανε ο Εναγόμενος 1 σε συνέντευξη στον δημοσιογράφο Γιώργο Παυλίδη στον Άστρα στις 10.4.2004, οι οποίες δηλώσεις στάθηκαν η αφορμή για την υποβολή της ερώτησης προς τον Εναγόμενο 1 από το δημοσιογράφο Γιώργο Γεωργίου. Τα εν λόγω δύο άρθρα αποδεικνύουν ότι πρώτα δημοσιεύθηκε το άρθρο του «ανώνυμου» και μετά δημοσιεύτηκε αυτό του κ. Μαυρίδη. (
  5. ii)Στο γεγονός ότι τα δύο άρθρα (Έγγραφα Β και Γ) παρουσιάζουν σχεδόν πλήρη ταύτιση λεξιλογίου, ύφους, δόμησης σκέψης και επιχειρηματολογίας. Β. Όσον αφορά τη φράση «όταν ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ έλεγε ότι είχε ανακαλύψει τη συνομωσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα ... άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία», η αναφορά αυτή στηρίχθηκε στα εξής 2 σημεία꞉ (
  6. i)Κατά τη διάρκεια των σχετικών διαπραγματεύσεων και πριν τα σχετικά έγγραφα δουν το φως της δημοσιότητας (και συνεπώς προτού τα μελετήσει ο Ενάγων), υπήρξαν και άλλοι που εξέφρασαν επίσημα και ανεπίσημα την ίδια άποψη που αργότερα δημοσιοποίησε ο κ. Μαυρίδης. (
  7. ii)Υπήρχαν ακόμη και σχετικά δημοσιεύματα προ του δημοψηφίσματος του 2004 που διατύπωναν απόψεις ίδιες με αυτές που αργότερα διατύπωσε ο Ενάγων. Τέτοια είναι δύο άρθρα που δημοσιεύθηκαν στη διαδυκτιακή έκδοση της εφημερίδας «Ριζοσπάστης» που εκδίδεται στην Ελλάδα (βλ. τα τεκμήρια με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ» και «Έγγραφο Η»). Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι αυτός, χρησιμοποιώντας τη φράση «Ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης», δεν θεώρησε ποτέ ότι κάποιος που αρθρογραφεί ως ανώνυμος υπολείπεται ηθικής ή τόλμης ή αξίας ή άλλως πως έναντι αυτού που αρθρογραφεί επωνύμως. Είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Εξάλλου, άξιες προσωπικότητες διεθνούς φήμης όλων των τομέων της επιστήμης αρθογραφούσαν ή αρθρογραφούν ως ανώνυμοι. Όσον αφορά το επίθετο «περιβόητη», ο Εναγόμενος 1 παρατήρησε ότι δεν το ανέφερε με οποιαδήποτε άλλη σημασία πέραν από τη γραμματική έννοια του όρου. Παρέπεμψε στο «Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής» (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Θ», για δόκιμη ερμηνεία του όρου. Υπέδειξε ο Εναγόμενος ότι ο ίδιος κυριολεκτούσε και αναφερόταν στο γεγονός ότι η ισχυριζόμενη συνομωσία είχε γίνει πολύς και για πολλούς γνωστή πολύ πριν αναφερθεί σε αυτήν ο κ. Μαυρίδης. Ήταν, περαιτέρω, η θέση του Εναγόμενου 1 ότι αυτός, ως νομικός, διεθνολόγος, πολιτικός και σύμβουλος του Προέδρου, είχε νομικό, ηθικό και κοινωνικό καθήκον να σχολιάσει δημόσια τις τοποθετήσεις και τις αναφορές ενός ακαδημαϊκού, πολιτικού και συχνού αρθρογράφου επί του Κυπριακού, που εμπλέκεται συχνά σε δημόσιο διάλογο με έντονη αντιπαράθεση θέσεων. Το θέμα της τηλεοπτικής εκπομπής αφορούσε στις διαδικασίες επίλυσης του Κυπριακού προβλήματος και ιδιαίτερα στο σχέδιο Ανάν. Συνεπώς, ο Εναγόμενος αναφερόταν σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος. Τέλος, ο Εναγόμενος επεσήμανε ότι μέχρι και την ημερομηνία επίδοσης της υπό κρίση αγωγής στον ίδιο, δεν του αναφέρθηκε από κανένα πρόσωπο ότι είχε παράπονο για οποιεσδήποτε δηλώσεις που έκανε κατά τη διάρκεια της εκπομπής. Η μαρτυρία του ΜΥ2.1. Ο κ. Φάνος Χρυσάνθου από τη Λευκωσία (ΜΥ2.1) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο ΙΒ»). Εργάζεται για το Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου (ΡΙΚ) από το 2001 και υπηρετεί ως σκηνοθέτης και παραγωγός εκπομπών. Μεταξύ άλλων, σκηνοθετούσε και ήταν παραγωγός της ζωντανής τηλεοπτικής εκπομπής «Το Συζητάμε» που παρουσίαζε η Εναγόμενη 3, Ειρήνη Χαραλαμπίδου εκτός από κάποιες περιπτώσεις που απουσίαζε από την εργασία του. Όσον αφορά την επίδικη τηλεοπτική εκπομπή που προβλήθηκε στις 23.11.2009, σκηνοθέτης και παραγωγός της εκπομπής ήταν η κα Λιάνα Κωνσταντίνου, λόγω του ότι ο ΜΥ2.1. ασθενούσε και απουσίαζε από το ΡΙΚ. Τούτο αποδεικνύει, ως επισημαίνει ο ΜΥ2.1. από το γεγονός ότι στα «credits» της εκπομπής γράφει ποιος είναι ο σκηνοθέτης και παραγωγός της και απ' εκεί φαίνεται ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν η κα Λιάνα Κωνσταντίνου. Όπως εξήγησε ο ΜΥ2.1. είναι αρμοδιότητα του σκηνοθέτη και παραγωγού της συγκεκριμένης εκπομπής να αποφασίζει αν θα επιτραπεί τηλεφωνική παρέμβαση στην εκπομπή από τα πρόσωπα που τυχόν το ζητήσουν. Δέχεται ο ΜΥ2.1. ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης εκπομπής, ημερ. 23.11.2009, επικοινώνησε μαζί του ο Ενάγων στο κινητό του τηλέφωνο και του ζήτησε να παρέμβει τηλεφωνικώς στην εκπομπή. Τότε ο ΜΥ2.1 του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με τη σκηνοθεσία και παραγωγή της εκπομπής που προβαλλόταν εκείνο το βράδυ, διότι λόγω ασθενείας βρισκόταν σπίτι, και τον ενημέρωσε επίσης ότι σκηνοθέτης και παραγωγός της εκπομπής εκείνο το βράδυ ήταν η κα Λιάνα Κωνσταντίνου και του εισηγήθηκε να καλέσει το ΡΙΚ και να ζητήσει τη σκηνοθέτιδα παραγωγό της εκπομπής. Καμία άλλη επικοινωνία είχε ο ΜΥ2.1 με τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία της ΜΥ2.2. Η κα Λιάνα Κωνσταντίνου εργάζεται για το ΡΙΚ από το 1997. Είναι σκηνοθέτης ‑ παραγωγός εκπομπών τηλεόρασης. Ουσιαστικά είναι λειτουργός προγραμμάτων τηλεόρασης. Το Νοέμβριο 2009 η ίδια σκηνοθετούσε την απογευματινή εκπομπή με την κα Βίβιαν Κανάρη. Μία φορά, όμως, στις 23.11.2009 και τούτο λόγω του ότι κάτι έτυχε στον κ. Φάνο Χρυσάθου που ήταν ο βασικός παραγωγός της βραδινής εκπομπή "Το συζητάμε", της ζητήθηκε από τη Διευθύντρια του Τμήματος Προγραμμάτων να αναλάβει τη σκηνοθεσία της εν λόγω βραδινής εκπομπής που είναι και η επίδικη. Δέχθηκε το ρόλο αυτό, αν και η ίδια δεν είχε εμπλοκή στην επιλογή της θεματολογίας και των φιλοξενούμενων. Αναφορικά με την τηλεφωνική παρέμβαση του κ. Φώτη Φωτίου στην εκπομπή, η κα Λιάνα Κωνσταντίνου θυμόταν ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής꞉ Την πήρε τηλέφωνο ο κ. Φώτης Φωτίου στο κινητό της και της ζήτησε να κάνει παρέμβαση στην εκπομπή. Η ίδια του είπε ότι δεν μπορούσε να τον ενώσει από το κινητό της και ότι θα έπρεπε να πάρει στο τηλέφωνο του ΡΙΚ για να μπορεί να τον ενώσει στην κονσόλα ήχου. Όπως εξήγησε η κα Κωνσταντίνου, δεν μπορεί να ενωθεί κάποιος με την κονσόλα ήχου, εκτός εάν έχει τηλεφωνήσει στο τηλέφωνο 77771088, αλλά εκείνο είναι το τηλέφωνο για τις περιπτώσεις που το δείχνουν οι ίδιοι του ΡΙΚ στην οθόνη, στον αέρα, για εκπομπές που είναι σχεδιασμένες να επιτρέπονται οι τηλεφωνικές παρεμβάσεις. Δεν ήταν τέτοια η περίπτωση της εκπομπής «Το συζητάμε», άρα έπρεπε να τον πάρει πίσω για να ενωθεί στην κονσόλα ήχου, για να μπορεί να ακούεται στην εκπομπή. Έτσι, πήρε η ίδια η κα Κωνσταντίνου από τηλέφωνο του ΡΙΚ πίσω στο τηλέφωνο που της έδωσε ο κ. Φώτης Φωτίου, ακολούθως τον ένωσε στην κονσόλα ήχου και η ίδια είπε της κας Ειρήνης Χαραλαμπίδου (Εναγομένης 3) ότι ο κ. Φωτίου είναι στη γραμμή και θέλει να κάνει μια τηλεφωνική παρέμβαση. Εξ΄όσων θυμόταν η κα Λιάνα Κωνσταντίνου, ουδείς άλλος της τηλεφώνησε το ίδιο βράδυ της 23.11.2009, για να της ζητήσει τηλεφωνική παρέμβαση στην επίδικη τηλεοπτική εκπομπή. Ούτε την πληροφόρησε οποιοδήποτε πρόσωπο ότι ο κ. Μαυρίδης, εδώ Ενάγων, επιθυμούσε να παρέμβει σε εκείνη την εκπομπή. Επιβεβαίωσε η κα Λιάνα Κωνσταντίνου ότι είναι ο σκηνοθέτης - παραγωγός που αποφασίζει σε μια εκπομπή, όπως "Το συζητάμε", ποιός θα παρέμβει στον αέρα τηλεφωνικώς, γι' αυτό και πρέπει να ενημερωθεί ο παραγωγός για να το πει εκείνος στον παρουσιαστή της εκπομπής. Δεν έχει λόγο στη λήψη της απόφασης ο παρουσιαστής. Δεν μπορεί και δεν της έτυχε ποτέ της κας Κωνσταντίνου να αρνηθεί ο παρουσιαστής να γίνει παρέμβαση σε πρόσωπο που ο σκηνοθέτης-παραγωγός αποφασίζει να βγάλει στον αέρα. Η μαρτυρία της Εναγόμενης 3 (ΜΥ3). Η κα Ειρήνη Χαραλαμπίδου (ΜΥ3) υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο ΙΓ». Όπως ανέφερε η ΜΥ3, αυτή ετοίμαζε την τηλεοπτική εκπομπή «Το Συζητάμε» μαζί με τον σκηνοθέτη. Τα καθήκοντά της, όμως, ως τηλεπαρουσιάστριας περιορίζονταν στο συντονισμό της συζήτησης που γινόταν μεταξύ των προσώπων που ήταν προσκεκλημένα στην εκπομπή. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής, η ΜΥ3 δεχόταν οδηγίες από το σκηνοθέτη σχετικά με τη ροή της εκπομπής. Ο σκηνοθέτης αποφάσιζε, μεταξύ άλλων, και για το κατά πόσον ήταν δυνατό να παραταθεί η διάρκεια της εκπομπής ή/και αν θα επιτρεπόταν σε οποιαδήποτε πρόσωπα να παρέμβουν τηλεφωνικώς στην εκπομπή. Επιβεβαιώσε η ΜΥ3 ότι στις 23.11.2009 που προβλήθηκε η επίδικη εκπομπή, σκηνοθέτης ήταν η κα Λιάνα Κωνσταντίνου (ΜΥ2.2.), αφού ο κ. Φάνος Χρυσάνθου (ΜΥ2.1.), που ήταν συνήθως ο σκηνοθέτης, ήταν άρρωστος και απουσίαζε από το ΡΙΚ. Ήταν η θέση της ΜΥ3 ότι κατά τη διάρκεια της επίδικης εκπομπής δεν υπήρχε δυνατότητα ελέγχου για το τί λεγόταν από το κάθε πρόσωπο που βρισκόταν στο στούντιο, δηλαδή δεν υπήρχε δυνατότητα να γνωρίζει ο τηλεπαρουσιαστής εκ των προτέρων τί είχε πρόθεση να πει ο κάθε καλεσμένος, αφού η εκπομπή ήταν ζωντανή. Ειδικότερα, η ΜΥ3 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τί θα έλεγε ο Εναγόμενος 1, κατά τη διάρκεια της εκπομπής. Επίσης, η ΜΥ3 ανέφερε πως η ίδια δεν ήταν δυνατό να γνωρίζει λεπτομέρειες για την αρθρογραφία του Ενάγοντος, με την οποία δεν είχε ποτέ ασχοληθεί η ίδια. Τον Ενάγοντα η ίδια τον γνώριζε μόνο από άλλη εκπομπή, στην οποία ήταν φιλοξενούμενος στο παρελθόν, για θέματα οικονομίας. Η επίδικη εκπομπή είχε ως αντικείμενο ένα θέμα γενικού συμφέροντος και ειδικότερα τη συζήτηση πολιτικού περιεχομένου αναφορικά με την προοπτική λύσης του Κυπριακού. Τούτου δεδομένου, ήταν η θέση της ΜΥ3 ότι η συμπεριφορά της δεν υπήρξε σε καμία περίπτωση αμελής όπως ισχυρίζεται ο Ενάγων. Απεναντίας, αυτή ενήργησε μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων της με κάθε επιμέλεια και προσοχή, ανταποκρινόμενη στην υποχρέωσή της ως τηλεπαρουσιάστρια να επιτρέψει στους καλεσμένους της εκπομπής που ήταν τρεις έγκριτοι δημοσιογράφοι να αναπτύξουν πολιτικό διάλογο με τον Εναγόμενο 1. Η εκπομπή έγινε καλόπιστα στο πλαίσιο ενημέρωσης του κοινού σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και χωρίς πρόθεση να θιγεί οποιοδήποτε πρόσωπο. Δήλωσε επίσης η ΜΥ3 ότι, ως η θέση της, δεν υπήρξε δυσφήμηση ή επιζήμια ψευδολογία κατά του Ενάγοντος και ότι η επίδικη δημοσίευση αναφερόταν σε ένα πραγματικό γεγονός, ότι δηλαδή πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες δηλώσεις από τον Ενάγοντα σε συγκεκριμένο προεκλογικό του φυλλάδιο και παράλληλα ότι όντως είχε γραφτεί το αναφερόμενο άρθρο στην εφημερίδα «Ποντίκι», το οποίο αναφερόταν σε δηλώσεις του Ενάγοντος. Περαιτέρω, ήταν η θέση της η ΜΥ3 ότι οι επίδικες δηλώσεις ήταν άμεσα συνδεδεμένες και σχετιζόμενες με το περιεχόμενο της επίδικης εκπομπής και των ζητημάτων που ηγέρθηκαν σε αυτήν, συνιστούσαν έντιμο σχόλιο επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Τέλος, η ΜΥ3 αρνήθηκε ότι αυτή προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στον Ενάγοντα ως εκ της δημοσίευσης των επίδικων δηλώσεων του Εναγόμενου 1 και σημείωσε ενδεικτικά ότι ο Ενάγων είναι σήμερα ευρωβουλευτής. Εν πάση περιπτώσει, δεν εναπόκειτο στην ΜΥ3 να αποφασίσει σχετικά με την αιτούμενη τηλεφωνική παρέμβαση του Ενάγοντος στην επίδικη εκπομπή, αφού τούτο ήταν αρμοδιότητα της σκηνοθέτριας, κας Λιάνας Κωνσταντίνου, όπως ούτε και για τη συμμετοχή του Ενάγοντος σε οποιαδήποτε άλλη εκπομπή αφού εκείνο ήταν στις αρμοδιότητες της Διευθύντριας Προγραμμάτων. Πάντως, μετά που ο Ενάγων απέστειλε επιστολή στο ΡΙΚ εκφράζοντας παράπονο για το ότι κατ' ισχυρισμόν απορρίφθηκε το αίτημα του για τηλεφωνική παρέμβαση στην επίδικη εκπομπή, η σκηνοθέτρια κα Λιάνα Κωνσταντίνου πληροφόρησε την Εναγόμενη 3 ότι ο Ενάγων ουδέποτε είχε επικοινωνήσει μαζί της κατά τη διάρκεια της επίδικης εκπομπής. Νομική πτυχή της υπόθεσης Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε, κρίνω κατάλληλο να διασαφηνίσω το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξετάσω την παρούσα υπόθεση. Το Άρθρο 19.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθιερώνει το δικαίωμα ελευθερίας του λόγου και της καθ' οιονδήποτε τρόπο εκφράσεως. Βάσει του Άρθρου 19.2 του Συντάγματος, η ελευθερία του λόγου περιλαμβάνει την ελευθερίαν της γνώμης, της λήψεως και μεταδόσεως πληροφοριών και ιδεών, άνευ επεμβάσεως οιασδήποτε δημοσίας αρχής και ανεξαρτήτως συνόρων. Η άσκηση της ελευθερίας του λόγου, δύναται να περιοριστεί δυνάμει του Άρθρου 19.3 του Συντάγματος, μόνο εφόσον γίνει πρόνοια σε Νόμο για τέτοιους περιορισμούς και η θεσμοθέτηση περιορισμών είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον αποδεικνύεται ότι ήσαν αναγκαίοι «προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή προς προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων άλλων ή προς παρεμπόδισιν της αποκαλύψεως πληροφοριών ληφθεισών εμπιστευτικώς ή προς διατήρησιν του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας». Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, θέτει κατ' ουσίαν όρια και περιορισμούς στην άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης, προδιαγράφοντας πότε συντελούνται τα αδικήματα της «δυσφήμησης» (βλ. άρθρο 17 του Κεφ.148) και της «επιζήμιας ψευδολογίας» (βλ. άρθρο 25 του Κεφ. 148) εις βάρος ενός προσώπου προς το οποίο απευθύνονται ή στο οποίο αφορούν οι δηλώσεις ενός άλλου προσώπου. Βάσει του άρθρου 25

(1), το αστικό αδίκημα της «επιζήμιας ψευδoλoγίας» συvίσταται στηv «κακόβoυλη δημoσίευση ψευδoύς δήλωσης, πρoφoρικά ή άλλως πως πoυ αφoρά- (α) Τo επάγγελμα, τo επιτήδευμα, τηv εργασία, εvασχόληση ή τη θέση άλλoυ͘ ή (β) τα αγαθά άλλoυ͘ ή (γ) τov τίτλo κυριότητας άλλoυ». Κατά γενικό κανόνα, καvέvας δεv τυγχάvει απoζημίωσης για επιζήμια ψευδoλoγία, εκτός αv εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά. Κατ' εξαίρεση, βάσει του άρθρου 25
(2)δεv επιβάλλεται o ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς- (α) αv oι λέξεις επί τωv oπoίωv στηρίζεται η αγωγή σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα και δημoσιεύovται εγγράφως ή με oπoιoδήπoτε άλλo πάγιo τρόπo͘ ή (β) αv oι πιo πάvω λέξεις σκoπεύoυv vα πρoκαλέσoυv στov εvάγovτα απώλεια απoτιμητή σε χρήμα σε σχέση με oπoιαδήπoτε θέση τηv oπoία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, εvασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η oπoία ασκείται από αυτόv κατά τo χρόvo της δημoσίευσης, όπου ο όρος "δημoσίευση" έχει τηv ίδια έvvoια τηv oπoία αποδίδει στov όρo αυτό τo άρθρo 18 σε αvαφoρά με δυσφημηστικό δημoσίευμα. Βάσει του άρθρου 17
(1), το αστικό αδίκημα της «δυσφήμησης» συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Βάσει του άρθρου 17
(3), χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια. Βάσει του άρθρου 17
(4)δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημηστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo. Οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, έχουν πολλάκοις τύχει δικαστικής ερμηνείας από τα Δικαστήρια της Κύπρου. Αναδεικνύεται μέσα από την υφιστάμενη νομολογία ως ιδιαιτέρως δυσχερής για τα Δικαστήρια η εξισορροπητική άσκηση ανάμεσα στην προστασία της ελευθερίας του λόγου ενός ατόμου και την προστασία της υπόληψης ενός άλλου ατόμου. Όπως το έθεσε ο Ναθαναήλ, Δ., στην απόφαση ημερομηνίας 8 Απριλίου 2011 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 216/2008, Κώστα Κωνσταντίνου κ.α. v Αικατερίνης Καραμεσίνη: «Είναι ιδιαίτερης σημασίας να τονιστεί σ' αυτό το στάδιο ότι η διάδοση γεγονότων, πληροφοριών, σχολίων και γνωμών, που αποτελεί δικαίωμα, αλλά και εχέγγυο βέβαια της ελευθεροτυπίας, πρέπει να εξισορροπείται με την απαίτηση του κάθε πολίτη σε μια ευνομούμενη δημοκρατία να τυγχάνει σεβασμού και προστασίας η προσωπικότητα και ατομικότητα του, καθώς και το αναφαίρετο δικαίωμα του να εκφράζεται και να δημιουργεί ελεύθερα, εφόσον βέβαια το πράττει νομίμως. Η εξισορροπητική αυτή άσκηση είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και την γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονική αξία ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα.». Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με έχουν παραπέμψει σε σωρεία αποφάσεων που εκδόθηκαν από τα Κυπριακά Δικαστήρια, για να δείξουν πού και για ποιους λόγους έγειρε η πλάστιγγα στο ισοζύγιο της δικαιοσύνης. Αναφέρω, ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά, τις υποθέσεις Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν Ανδρέα Αλωνεύτη
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1863, Σωκράτη Ζ. Ηλιάδη ν. Κώστα Βενιζέλου κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. 960, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν Νίκου Παπευσταθίου
(2007)1Β Α.Α.Δ 856, Πολιτική Έφεση 54/2008, Μακάριος Δρουσιώτης ν Νικόλας Παπαδόπουλος, απόφαση ημερ. 30.1.
  1. Στο σημείο αυτό θέλω, όμως, να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι, στην παρούσα υπόθεση, η ισχυριζόμενη δυσφήμηση ή κακόβουλη ψευδολογία δεν αναφύεται μέσα από έντυπη δημοσιογραφία, όπως ήταν η περίπτωση στις πιο πάνω υποθέσεις και σε αρκετές άλλες, ακόμη και ξένες, αυθεντίες, στις οποίες με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, αλλά απεναντίας μέσα από προφορικές δηλώσεις κατά τη διάρκεια ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης. Έχω, ως εκ τούτου, ερευνήσει το θέμα, με ειδική αναφορά στη συγκεκριμένη ειδοποιό διαφορά της παρούσας υπόθεσης. Ειδικότερα, στο επίπεδο αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), καθοδηγητική είναι η απόφαση Λιοναράκη κατά Ελλάδας στην οποία αναφέρομαι αμέσως πιο κάτω. Θέτει με σαφήνεια και καθαρότητα το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δέον να εξετάζονται εκείνες οι υποθέσεις, όπου οι επίδικες δηλώσεις έγιναν στο πλαίσιο ζωντανής τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής μετάδοσης, από τα Δικαστήρια των κρατών που είναι συμβαλλόμενα στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και τα οποία στοχεύουν να προστατεύουν την ελευθερία της έκφρασης, όπως τούτη καθιερώνεται στο άρθρο 10 της εν λόγω Σύμβασης. Στην υπόθεση Λιοναράκη κατά Ελλάδας (βλ. Αίτηση αρ. 1131/05, Απόφαση Πρώτου Τμήματος του ΕΔΔΑ, ημερ. 5.7.2007)[1], ο αιτών ενώπιον του ΕΔΔΑ ήταν δημοσιογράφος και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν παρουσιαστής και συντονιστής της ραδιοφωνικής εκπομπής σε απευθείας μετάδοση «Γειτονιές της Ελλάδας», μεταδιδομένης από την Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση («ΕΡΤ»). Στις 24 Μαρτίου 1999, προσκάλεσε τον Ε.Β. [Εμμανουήλ/Μανώλη Βασιλάκη], δημοσιογράφο, για να συζητήσει όψεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Το θέμα της εν λόγω εκπομπής ήταν έντονου γενικού ενδιαφέροντος για τους λόγους που αναφέρονται στην πιο κάτω παράγραφο 6 της απόφασης του ΕΔΔΑ꞉ «
  2. Η συζήτηση έθιξε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα της «υπόθεσης Οτσαλάν». Ο Αμπντουλά Οτσαλάν, τούρκος υπήκοος και πρώην επικεφαλής του Κόμματος των Εργατών του Κουρδιστάν («ΡΚΚ»), διωκόταν από τις υπεύθυνες τουρκικές αρχές για τους αρχηγούς της τρομοκρατίας. Τον Φεβρουάριο του 1999, εισήλθε παρανόμως στην Ελλάδα με τη βοήθεια ορισμένων ελλήνων υπηκόων, και η φυγή του στην Κένυα διευκολύνθηκε από τα ίδια πρόσωπα. Η ελληνική Κυβέρνηση είχε προηγουμένως διακηρύξει ότι η είσοδος του κ. Οτσαλάν στην ελληνική επικράτεια ήταν εντόνως ανεπιθύμητη, καθώς θα συνεπαγόταν την επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Κατόπιν της αποκάλυψης της παραμονής του κ. Οτσαλάν στην Ελλάδα, ο έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε ότι τα πρόσωπα που τον βοήθησαν «είχαν προσβάλει σοβαρά τα εθνικά συμφέροντα και τους αναλογούσαν βαριές ευθύνες». Και προσέθεσε: «Αποτελούν μέρος του παράλληλου κράτους (παρακράτος) και θα αντιμετωπιστούν ως παρακράτος». Τόσο οι συνθήκες εισόδου και παραμονής του κ. Οτσαλάν στην Ελλάδα όσο και η μεταγενέστερη σύλληψή του στην Κένυα και η μεταφορά του στην Τουρκία μονοπώλησαν το ενδιαφέρον των ελληνικών μέσων ενημέρωσης.». Οι επίμαχες δηλώσεις του φιλοξενούμενου στην επίδικη ζωντανή ραδιοφωνική εκπομπή περιγράφονται στην παρα 7 της απόφασης του ΕΔΔΑ꞉ «
  3. Ο Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκης] άσκησε κριτική σε αυτούς που υιοθέτησαν μία «υπερπατριωτική προσέγγιση» στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και, μεταξύ αυτών, στα πρόσωπα που είχαν λάβει μέρος στην υπόθεση Οτσαλάν. Δήλωσε ξεχωριστά: «Το παρακράτος πρέπει να εξαρθρωθεί. O Ν.[...], Λ.[...], Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης], ο παρακρατικός Φ.Κ., δεν μπορούν να κυβερνούν τη χώρα, δεν είναι η Ελλάδα. Αυτοί είναι, όπως θα το διατύπωνε ο Β.Γ. [Βλάσης Γαβριηλίδης], οι "φωνασκούντες κακούργοι" του τύπου και τώρα των μέσων ενημέρωσης. Θα μπορούσαμε να πούμε σήμερα "νευροπαθείς ψευδοπατριώτες", σύμφωνα με τους όρους που χρησιμοποιούνταν [εκείνη την εποχή]». Το θιγόμενο πρόσωπο από τις επίμαχες δηλώσεις του φιλοξενούμενου στην εκπομπή ήταν ο κ. Φαήλος Κρανιδιώτης, η προσωπικότητα του οποίου περιγράφεται στην παρα. 9 της απόφασης του ΕΔΔΑ꞉ «
  4. Ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] είναι δικηγόρος και είχε θέσει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές και τις ευρωεκλογές κατά το παρελθόν. Ο Φ.Κ. είχε αναμειχθεί δραστήρια στην υπόθεση Οτσαλάν. Όταν αυτός ο τελευταίος κατέφυγε στην Κένυα, ο Φ.Κ. πήγε εκεί για να τον συναντήσει και να του παραδώσει μηνύματα και έγγραφα. Επιπλέον, κατόπιν της σύλληψης του κ. Οτσαλάν από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, ο Φ.Κ. είχε παραχωρήσει πολλές συνεντεύξεις για το θέμα αυτό στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης.». Ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] προσέφυγε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αγωγή αποζημιώσεως για δυσφήμιση εναντίον, πρώτον, του φιλοξενούμενου, δεύτερον, του Αιτούντος στο ΕΔΔΑ δημοσιογράφου - συντονιστή της εκπομπή [Νικήτα Λιοναράκη], τρίτον, της ΕΡΤ και, τέλος, των δύο εκπροσώπων της. Αιτείτο του συνολικού ποσού των 150.000.000 δραχμών (440.000 ευρώ περίπου) με το δικαίωμα της ηθικής βλάβης που υπέστη. Στην αγωγή του, ο εγκαλών βεβαίωνε ότι «η ενοχοποιούμενη συνομιλία τον υποβίβαζε και παραβίαζε, με ανήκουστη βιαιότητα, την επαγγελματική και την πολιτική του ακεραιότητα, καθώς και την προσωπικότητά του μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής κοινωνίας και του δημόσιου βίου της χώρας». Το Πολυμελές Πρωτοδικείο της Αθήνας δικαίωσε μερικώς την αίτηση του Φ.Κ. παραπονούμενου αφού έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι: Όσον αφορά την ευθύνη του φιλοξενούμενου στην εκπομπή꞉ «Οι διαμφισβητούμενοι χαρακτηρισμοί παρουσιάζουν τον ενάγοντα ως μέλος μιας παρακρατικής οργάνωσης, τμήματος του παρακρατικού δικτύου, συνωμότη, φωνασκούντα εγκληματία, νευροπαθή, ψευδοπατριώτη, ενεργούντα εναντίον των εθνικών συμφερόντων. Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί (.) είναι υβριστικοί και απαξιωτικοί για την προσωπικότητα του ενάγοντος, προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψή του και είναι περιφρονητικοί.» Όσον αφορά την ευθύνη του δημοσιογράφου - συντονιστή της εκπομπής꞉ «[...] ο τέταρτος εναγόμενος [ο αιτών Λιοναράκης] επέτρεψε και υποστήριξε την έκφραση των υβριστικών λόγων, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή να διακόψει τον συνομιλητή του. Συγκεκριμένα, οι ενοχοποιητικοί χαρακτηρισμοί δεν δικαιολογούνται από το ενδιαφέρον του τέταρτου και του πέμπτου για την ενημέρωση του κοινού, ενδιαφέρον το οποίο προκύπτει από τη δημόσια λειτουργία του τύπου. [...] Επιπλέον, ο τέταρτος εναγόμενος δεν σεβάστηκε, όπως όφειλε, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δημοσιογραφική δεοντολογία, υποχρεώσεις που μεριμνούν για τον σεβασμό και την προστασία του ατόμου, αλλά παρουσίασε την εκπομπή "Γειτονιές της Ελλάδας" και με την ιδιότητα του συντονιστή επέτρεψε τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς από την πλευρά του πέμπτου εναγομένου, με σκοπό την περιφρόνηση του προσώπου, τον υποβιβασμό της υπόληψης και του ονόματος του ενάγοντος στην κοινωνία.». Τόσο ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] όσο και ο Αιτών άσκησαν έφεση. Το Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Σε ό,τι αφορά όλως ιδιαιτέρως τον αιτούντα, το Eφετείο Αθηνών έκρινε ότι: «Κατά τη διάρκεια της εν λόγω εκπομπής, ο τέταρτος εναγόμενος [Ν. Λιοναράκης] δεν υπέδειξε στον πέμπτο εναγόμενο [Μ. Βασιλάκη] την απρέπειά του, δεν του ζήτησε εξηγήσεις σχετικά με τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς ή την ανάκλησή τους ακόμη, εφόσον είχε αντιληφθεί ως παρουσιαστής της εκπομπής αυτής υβριστικούς χαρακτηρισμούς από την πλευρά του πέμπτου εναγομένου. Αυτός [ο αιτών] δεν έλαβε υπόψη ότι ο ενάγων απουσίαζε από την εκπομπή και στο τέλος [ο αιτών] επιδοκίμασε τους ενοχοποιητικούς χαρακτηρισμούς (.)». Το Εφετείο Αθηνών προχώρησε μάλιστα και αύξησε την αποζημίωση που είχε επιδικαστεί πρωτόδικα. Ο Αιτών προσέφυγε σε αίτηση αναίρεσης, αλλά απερρίφθη η εν λόγω αίτησή του και έτσι, έχοντας εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, κατέληξε να προσφεύγει στο ΕΔΔΑ. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιο ένα διαφωτιστικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσε το ΕΔΔΑ στην πιο πάνω υπόθεση. Θέτω με έντονα γράμματα τα σημεία στα οποία εφιστώ την προσοχή꞉ ««ΙΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΡΟΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 10 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ
  5. Ο αιτών καταγγέλλει παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης λόγω της καταδίκης του κατά το αστικό δίκαιο να καταβάλει αποζημίωση στον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη]. Επικαλείται το άρθρο 10 της Σύμβασης, διάταξη η οποία διατυπώνεται ως εξής: «
  6. Καθένας έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία να διακινεί πληροφορίες ή ιδέες, χωρίς την επέμβαση των αρχών και χωρίς να λαμβάνει υπόψη του όρια. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει τα κράτη να υποβάλουν επιχειρήσεις ραδιοφωνίας, κινηματογράφου και τηλεόρασης σε κανονισμούς αδειοδότησης.
  7. Η άσκηση των ελευθεριών που εμπεριέχουν υποχρεώσεις και ευθύνες μπορεί να υπόκειται σε ορισμένες διατυπώσεις, προϋποθέσεις, περιορισμούς ή κυρώσεις προβλεπόμενες από τον νόμο, οι οποίες συνιστούν μέσα σε μια δημοκρατική κοινωνία αναγκαία μέτρα για την εθνική ασφάλεια, την εδαφική ακεραιότητα ή τη δημόσια ασφάλεια, την υπεράσπιση της τάξης και την πρόληψη του εγκλήματος, την προστασία της υγείας ή της ηθικής, την προστασία της υπόληψης ή των δικαιωμάτων του πλησίον, για να εμποδίσουν την κοινολόγηση εμπιστευτικών πληροφοριών ή για να διασφαλίσουν το κύρος και την αμεροληψία της δικαστικής εξουσίας. Β. Επί της ουσίας.
  8. Επιχειρήματα των μερών
  9. Ο αιτών βεβαιώνει ότι η υπόθεση αφορά στην ολοφάνερη παραβίαση του δικαιώματός του στην ελευθερία της έκφρασης. Εκτιμά ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος για όσα ειπώθηκαν από τρίτο πρόσωπο κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής με πολιτικό χαρακτήρα, στην οποία ήταν ο παρουσιαστής. Επιπροσθέτως, βεβαιώνει ότι οι ενοχοποιητικοί χαρακτηρισμοί εγγράφονταν στα συμφραζόμενα μιας πολιτικής συζήτησης, η οποία προσείλκυε το ενδιαφέρον του κοινού, και αφορούσαν την δημόσια δραστηριότητα ενός ανθρώπου που ήταν αναμφίβολα δημόσιο πρόσωπο.
  10. Η Κυβέρνηση κατ' αρχήν βεβαιώνει ότι η επίδικη παρέμβαση θεμελιωνόταν στον νόμο, και συγκεκριμένα στα άρθρα [...]. Επιπλέον, εκτιμά ότι υπηρετούσε νόμιμο στόχο έναντι του άρθρου 10 § 2 της Συνθήκης, και συγκεκριμένα την προστασία της υπόληψης του πλησίον, στην περίπτωση αυτή του Φ.Κ. [Φαήλου Κρανιδιώτη]. Σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα του περιοριστικού μέτρου, η Κυβέρνηση ανταπαντά ότι οι διαμφισβητούμενοι χαρακτηρισμοί συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις που δεν στηρίζονταν σε καμία πραγματική βάση. Προσθέτει ότι αν και ο αιτών γνώριζε εκ των προτέρων τις πολιτικές θέσεις του προσκεκλημένου του, επέτρεψε την έκφραση των υβριστικών χαρακτηρισμών προς τον Φ.Κ. [Φαήλο Κρανιδιώτη] εκ μέρους του Ε.Β. [Μανώλη Βασιλάκη], χωρίς να επιχειρήσει να τον διακόψει ή έστω να απαιτήσει την αναδιατύπωση των χαρακτηρισμών του. Για την Κυβέρνηση, το ποσό που επιδικάστηκε από τις εγχώριες δικαστικές αρχές ως ηθική αποκατάσταση ήταν ανάλογο προς το είδος των υβριστικών λόγων και προς το γεγονός ότι μεταδόθηκαν κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής εθνικής εμβέλειας.
  11. Κρίση του δικαστηρίου [ΕΔΔΑ] α. Γενικές αρχές
  12. Το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σε τελική ανάλυση ο ρόλος του συνίσταται στην απόφανση, αν μία «περιστολή» της ελευθερίας της έκφρασης συμβιβάζεται με το άρθρο 10 της Συνθήκης. Για να το κάνει, εξετάζει την αμφισβητούμενη παρέμβαση υπό το φως του συνόλου της υπόθεσης για να προσδιορίσει, αν ήταν «ανάλογη με τον νόμιμο στόχο που ακολουθήθηκε» και αν οι λόγοι που επικαλέστηκαν οι εθνικές αρχές για να την δικαιολογήσουν παρουσιάζονται «σχετικοί και επαρκείς». Το δικαστήριο οφείλει να πεισθεί ότι οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν τους κανονισμούς που είναι σύμφωνοι προς τις αρχές που καθιερώνει το άρθρο 10 και επιπλέον να το πράξει στηριζόμενο σε μία παραδεκτή εκτίμηση των σχετικών γεγονότων (βλ., μεταξύ άλλων, Steel et Morris c. Royaume-Uni, αρ. 68416/01, § 87, CEDH 2005-II).
  13. Το δικαστήριο υπογραμμίζει εκ προοιμίου τον κορυφαίο ρόλο του Τύπου σε μία δημοκρατική κοινωνία, ρόλο «σκύλου-φύλακα» (βλ. Bladet Tromso et Stensaas c. Norvège [GC], αρ. 21980/93, § 62, CEDH 1999-III). Εξαιτίας αυτής της λειτουργίας του τύπου, η δημοσιογραφική ελευθερία συνεπάγεται την πιθανή προσφυγή σε κάποια δόση υπερβολής, ακόμα και πρόκλησης (Gaveda c. Pologne, αρ. 26229/95, § 34, CEDH 2002-II).
  14. Εν προκειμένω, για το είδος των λόγων που ενδέχεται να πλήξουν την υπόληψη ενός ατόμου, το δικαστήριο κατά παράδοση διακρίνει μεταξύ γεγονότων και αξιολογικών κρίσεων. Αν η υλικότητα των πρώτων μπορεί να αποδειχτεί, οι δεύτερες δεν προσφέρονται σε έλεγχο της ακριβείας τους. Όταν κάποια δήλωση αναλύεται σε αξιολογική κρίση, η αναλογικότητα της παρέμβασης μπορεί να είναι συνάρτηση μίας επαρκούς πραγματικής βάσης, διότι ελλείψει μιας τέτοιας βάσης και η αξιολογική κρίση μπορεί να αποδειχθεί υπερβολική (βλ, για παράδειγμα, Feldek c. Slovaquie, αρ. 29032/95, §§ 75-76, CEDH 2001-VIII).
  15. Επιπροσθέτως, μέσα στα συμφραζόμενα της διαδικασίας δυσφήμισης ή εξύβρισης, το δικαστήριο οφείλει να εξισορροπήσει έναν ορισμένο αριθμό πρόσθετων παραγόντων κατά την εκτίμηση του αμφισβητούμενου μέτρου. Εν πρώτοις, σε ό,τι αφορά τους όρους μετάδοσης των υπό συζήτηση χαρακτηρισμών, το δικαστήριο διακρίνει μεταξύ εκπομπής σε απευθείας μετάδοση και μαγνητοφωνημένης εκπομπής. Όταν πρόκειται για προφορικές δηλώσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής, το δικαστήριο θεωρεί ότι το στοιχείο αυτό αφαιρεί από τον παρουσιαστή τη δυνατότητα να τις αναδιατυπώσει, να τις τελειοποιήσει ή να τις αποσύρει προτού δημοσιοποιηθούν (βλ., Fuentes Bobo c. Espagne, αρ. 39293/98, § 46, 29 Φεβρουαρίου 2000; Gündüz c. Turquie, αρ. 35071/97, § 49, CEDH 2003-XI).
  16. Κατά δεύτερον, σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο των διαμφισβητούμενων λόγων, το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι τα όρια της αποδεκτής κριτικής ενός πολιτικού προσώπου, το οποίο γίνεται στόχος της με αυτή του την ιδιότητα, είναι ευρύτερα απ' ό,τι ενός απλού «ιδιώτη»: διαφορετικά από τον πρώτο, ο δεύτερος εκτίθεται αναπόφευκτα και συνειδητά στον προσεκτικό έλεγχο των πράξεων και κινήσεών του, τόσο εκ μέρους των δημοσιογράφων όσο και εκ μέρους του μεγάλου αριθμού των πολιτών. Κατά συνέπεια, πρέπει να επιδειχθεί μεγαλύτερη ανεκτικότητα (Lingens c. Autriche, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1986, σειρά Α, αρ. 103, σελ. 26, § 42). Αυτή η αρχή δεν έχει αποκλειστική εφαρμογή στην περίπτωση του πολιτικού προσώπου, αλλά επεκτείνεται σε κάθε πρόσωπο, το οποίο μπορεί να χαρακτηριστεί δημόσιο πρόσωπο, δηλαδή το πρόσωπο εκείνο που με τις πράξεις του (βλ., σ' αυτή την κατεύθυνση, Krone Verlag Gmbh & Co. KG c. Autriche, αρ. 34315/96, § 37, 26 Φεβρουαρίου 2002; News Verlags GmbH & Co. KG c. Autriche, αρ. 31457/96, § 54, CEDH 2000-I) ή από την ίδια τη θέση του (Verlagsgruppe News GmbH c. Autriche (no 2), αρ. 10520/02, § 36, 14 Δεκεμβρίου 2006) εισέρχεται στη σφαίρα στη δημόσια κονίστρα.
  17. Τέλος, το δικαστήριο θεωρεί ότι κάθε απόφαση παραχώρησης αποζημίωσης για δυσφήμιση οφείλει να παρουσιάζει μία λογική σχέση αναλογικότητας με την βλάβη που προκλήθηκε στην υπόληψη (Tolstoy Miloslavsky c. Royaume Uni, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1995, σειρά Α, αρ. 316Β, σελ. 75-76, § 49). Επιπλέον, για να εκτιμηθεί η σημασία των αποζημιώσεων ή προστίμων στα οποία καταδικάστηκε ο ενδιαφερόμενος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερόμενου και κυρίως τα εισοδήματα και τους πόρους του, όπως προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης (βλ. Steel et Morris c. Royaume Uni, προμνημονευθέν, § 96; Maronek c. Slovaquie, αρ. 32686/96, § 58, CEDH 2001-III). β. Εφαρμογή στην υπόθεση των προαναφερθεισών αρχών. ΠΑΡΑ. 46 ΕΩΣ 48 [...]
  18. Σε ό,τι αφορά το είδος των διαμφισβητούμενων λόγων, το δικαστήριο θεωρεί ότι οι όροι «παρακράτος», «φωνασκούντες κακούργοι του Τύπου» και «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες» είναι αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες δεν επιδέχονται αποδείξεως και δεν αποτελούν γεγονότα, των οποίων η υλικότητα μπορεί να αποδειχθεί. Ακόμα περισσότερο, ο Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκης] ανέφερε ρητά ότι οι όροι «φωνασκούντες εγκληματίες του τύπου» και «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες» είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί από έναν άλλο δημοσιογράφο, ο οποίος το 1894 χαρακτήρισε έτσι τους οπαδούς της «Μεγάλης Ιδέας», σχέδιο που τερματίστηκε το 1922 με την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία. Είναι προφανές κατ' αυτό τον τρόπο, ότι με την χρήση των δύο όρων ο Ε.Β. [Μανώλης Βασιλάκης] εννοούσε να καταδείξει παραλληλία μεταξύ της πολιτικής κατάστασης της εποχής και εκείνης που επικρατούσε στην Ελλάδα το
  19. Εντούτοις, οι επίδικοι χαρακτηρισμοί δεν στερούνταν ολοκληρωτικά πραγματικής βάσης. Αντιθέτως, ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] είχε συναντήσει τον κ. Οτσαλάν κατά την παραμονή του στην Κένυα για να του παραδώσει μηνύματα και έγγραφα και, μετά την σύλληψη του κ. Οτσαλάν από τις τουρκικές υπηρεσίες, είχε δώσει πολλές συνεντεύξεις για το θέμα αυτό στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Σε τελευταία ανάλυση, δεν διαφεύγει από το δικαστήριο ότι οι εγχώριες δικαστικές αρχές δεν έκαναν καμία διάκριση μεταξύ «γεγονότων» και «αξιολογικών κρίσεων», αλλά αναζήτησαν αποκλειστικά, αν οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν από τον Μ.Β. [Μανώλη Βασιλάκη] μπορούσαν να προσβάλουν την προσωπικότητα και την υπόληψη του ενάγοντος.
  20. Σε ό,τι αφορά τους τρόπους μετάδοσης, το δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι διαμφισβητούμενοι λόγοι διατυπώθηκαν κατά τη διάρκεια ραδιοφωνικής εκπομπής πολιτικού χαρακτήρα. Η μορφή της εκπομπής είχε διαμορφωθεί για να προκαλέσει την ελεύθερη ανταλλαγή απόψεων. Επιπλέον, οι υπό συζήτηση χαρακτηρισμοί ήταν προφορικές δηλώσεις, οι οποίες έγιναν από τρίτο πρόσωπο κατά τη διάρκεια εκπομπής σε απευθείας μετάδοση, κάτι που αφαιρούσε την δυνατότητα από τον αιτούντα να τις αποσύρει επί τόπου (βλ., Gündüz c. Turquie, προμνημονευθέν, § 49). Επί αυτού του σημείου, το δικαστήριο θεωρεί ότι η ευθύνη του δημοσιογράφου-συντονιστή δεν συμπίπτει με εκείνη του προσώπου, το οποίο εκφράστηκε με λέξεις ενδεχομένως πολεμικής, υβριστικές ή συκοφαντικές. Πραγματικά, το γεγονός να απαιτείται κατά γενικό τρόπο από τους δημοσιογράφους η συστηματική και σαφής αποστασιοποίησή τους από το περιεχόμενο κάποιας μνείας, η οποία θα μπορούσε να προσβάλει τρίτα πρόσωπα, να τα προκαλέσει ή να θίξει την τιμή τους, δεν συμβιβάζεται με τον ρόλο του τύπου να ενημερώνει για γεγονότα ή γνώμες και ιδέες που διατυπώνονται σε μια δεδομένη στιγμή (βλ. σε αυτή την κατεύθυνση, Jersild c. Danemark, απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 1994, σειρά Α, αρ. 298, σελ. 25, § 35; Thoma c. Luxembourg, αρ. 38432/97, § 64, CEDH 2001-III). Mία τέτοια απαίτηση θα επέβαλε ένα υπερβολικό βάρος στον δημοσιογράφο-συντονιστή εκπομπής, ο οποίος ενδεχομένως θα απέφευγε να συζητήσει με πρόσωπα που θα μπορούσαν να διατυπώσουν τις ιδέες τους με όρους πολεμικής και υπερβολής, από το φόβο να αντιμετωπίσει νομική ευθύνη. Και όμως, μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να στερήσει την κοινωνία από την διάδοση ζωηρών και έντονων πολιτικών συζητήσεων, από τις οποίες τρέφεται η δημοκρατία.
  21. Κατά τα λοιπά, σε ό,τι αφορά τη θέση του αντικειμένου των επίδικων χαρακτηρισμών, το δικαστήριο σημειώνει ότι ο ενάγων διατηρούσε προσωπική σχέση με τον κ. Οτσαλάν, είχε παραχωρήσει συνεντεύξεις για αυτό το θέμα και είχε θέσει υποψηφιότητα σε βουλευτικές εκλογές και ευρωεκλογές. Συνεπώς, ο ενάγων δεν μπορεί να εξομοιωθεί με έναν «απλό ιδιώτη», αλλά περισσότερο με ένα δημόσιο πρόσωπο της επικαιρότητας. Υπενθυμίζει επίσης ότι επρόκειτο για την πολιτική επικαιρότητα και ένα ζήτημα το οποίο είχε μονοπωλήσει εκείνη την εποχή το ενδιαφέρον των μέσων. Χωρίς αμφιβολία λοιπόν, χωρίς να στοχεύουν σε ένα πολιτικό πρόσωπο με την κυριολεκτική έννοια του όρου, οι επίδικοι χαρακτηρισμοί εγγράφονταν στα συμφραζόμενα μίας συζήτησης με έντονο δημόσιο ενδιαφέρον (βλ. σε αυτή την κατεύθυνση, Selistö c. Finlande, αρ. 56767/00, § 51, 16 Νοεμβρίου 2004). 53.Σε τελευταία ανάλυση, σε ό,τι αφορά στη σχέση αναλογικότητας του ποσού που επιδικάστηκε με την προσβολή που προκλήθηκε στην προσωπικότητα, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι αρμόδιες δικαστικές αρχές καταδίκασαν αλληλεγγύως τους εναγομένους, μεταξύ αυτών και τον αιτούντα, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 55.000.000 δρχ. (161.048 ευρώ περίπου) ως ηθική αποζημίωση. Το δικαστήριο κατ' αρχήν παρατηρεί ότι τα δικαστήρια δεν έκαναν καμία αναφορά στην οικονομική κατάσταση του αιτούντα κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αντιθέτως μάλιστα, οι αρμόδιες δικαστικές αρχές εξομοίωσαν την οικονομική κατάσταση των εναγομένων, μεταξύ των οποίων ο αιτών και της ιδιοκτήτριας εταιρείας του ραδιοφωνικού σταθμού. Εντούτοις, το δικαστήριο θεωρεί ότι η εφαρμογή από τις εγχώριες δικαστικές αρχές «ενός κατώτατου ορίου αποζημίωσης» (στη συγκεκριμένη περίπτωση 147.000 ευρώ) αφαίρεσε τη δυνατότητα από τον αιτούντα να αποδείξει ότι η βλάβη που υπέστη ο Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] ήταν ενδεχομένως κατώτερη από αυτό το ποσό.
  22. Έχοντας λάβει υπόψη τα προηγούμενα, το δικαστήριο κρίνει ότι οι εθνικές δικαστικές αρχές δεν προσκόμισαν λόγους σχετικούς και επαρκείς για να αιτιολογήσουν την καταδίκη του αιτούντα να καταβάλει αποζημίωση στον Φ.Κ. [Φαήλος Κρανιδιώτης] και αυτή δεν ανταποκρινόταν σε «επιτακτική κοινωνική ανάγκη.»» Με την πιο πάνω αιτιολογημένη απόφαση, κατέληξε το ΕΔΔΑ στο συμπέρασμα ότι στην υπόθεση Λιοναράκης, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ, δυνάμει του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμου του 1962 (Ν. 39/62), και τα Κυπριακά Δικαστήρια οφείλουν να ερμηνεύουν τους Νόμους, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 169.3 του Συντάγματος, δίδοντας αυξημένη ισχύ στις διατάξεις της ΕΣΔΑ όπως ερμηνεύθηκαν από το ΕΔΔΑ. Επομένως, τα πιο πάνω είναι χρήσιμα και δεσμευτικά. Υπάρχει και ένα δεύτερο σκέλος στην παρούσα υπόθεση, η νομική πτυχή του οποίου είναι διακριτή από εκείνην των πιο πάνω αστικών αδικημάτων και, ειδικότερα, των θεραπειών που προβλέπονται στο Κεφ. 148 για τα εν λόγω αστικά αδικήματα. Αναφέρομαι τώρα στο «δικαίωμα απάντησης» του θιγόμενου προσώπου στις δηλώσεις που δημοσιεύθηκαν από τηλεοπτικό σταθμό και οι οποίες κατ' ισχυρισμόν θίγουν την τιμή και υπόληψή του. Με την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση την 1.5.2004, αναλήφθηκε η υποχρέωση μεταφοράς στην Κυπριακή έννομη τάξη και εφαρμογής από όλους τους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων των διατάξεων της Οδηγίας 89/552/ΕΟΚ.[2] Στο άρθρο 23 της εν λόγω Οδηγίας προβλεπόταν ότι꞉ «Δικαίωμα απάντησης Άρθρο 23
  23. Με την επιφύλαξη των λοιπών αστικών, διοικητικών ή ποινικών διατάξεων που θεσπίζουν τα κράτη μέλη, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά του, του οποίου θίγονται τα νόμιμα δικαιώματα, και ιδίως η τιμή και η υπόληψή του, λόγω αναφοράς εσφαλμένων στοιχείων κατά τη διάρκεια τηλεοπτικού προγράμματος, πρέπει να έχει δικαίωμα απάντησης ή προσφυγής σε ισοδύναμα μέτρα.
  24. Το δικαίωμα απάντησης ή προσφυγής σε ισοδύναμα μέτρα μπορεί να ασκείται έναντι όλων των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών που υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους.
  25. Τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις αναγκαίες διατάξεις για τη θέσπιση του δικαιώματος αυτού ή των μέτρων αυτών και ορίζουν τη διαδικασία άσκησής τους. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχεται επαρκής προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος απάντησης ή προσφυγής σε ισοδύναμα μέτρα, και οι λεπτομέρειες εφαρμογής να επιτρέπουν την κατάλληλη άσκηση αυτού του δικαιώματος από φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα σε άλλα κράτη μέλη.
  26. Το αίτημα για άσκηση του δικαιώματος απάντησης ή προσφυγής σε ισοδύναμα μέτρα μπορεί να απορριφθεί, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εάν συνεπάγεται αξιόποινη πράξη, εάν μπορεί να στοιχειοθετήσει αστική ευθύνη του ραδιοτηλεοπτικού οργανισμού ή εάν αντίκειται στα χρηστά ήθη.
  27. Θα προβλεφθούν διαδικασίες για την άσκηση δικαστικής προσφυγής προς επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από την άσκηση του δικαιώματος απάντησης ή προσφυγής σε ισοδύναμα μέτρα.». Η πιο πάνω Οδηγία 89/552/ΕΟΚ καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την Οδηγία 2010/13/ΕΕ (ΕΕ L 95, 15.4.2010, σ.1). Οι διατάξεις που αφορούν στο δικαίωμα απάντησης εντοπίζονται στο άρθρο 28 της νέας Οδηγίας. Δεν το θεωρώ αναγκαίο να τις παραθέσω, δεδομένου ότι στην παρούσα υπόθεση τα επίδικα γεγονότα αφορούν την περίοδο του Νοεμβρίου 2009, ήτοι πριν δημοσιευθεί και τεθεί σε ισχύ η Οδηγία 2010/13/ΕΕ. Δεδομένου του ίδιου χρονικού περιθωρίου της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι στον περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμο, Κεφ. 300Α, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν. 96(Ι)/2004, εισήχθηκαν διατάξεις που εναρμονίζονται με τις πιο πάνω πρόνοιες της Κοινοτικής Οδηγίας. Συγκεκριμένα στο άρθρο 17Δ του εν λόγω Νόμου προβλέπονταν τα εξής꞉ «17Δ.-
(1)Χωρίς να επηρεάζονται άλλες ισχύουσες αστικές, διοικητικές ή ποινικές διατάξεις, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας ή της χώρας εγγραφής του, του οποίου θίγονται τα νόμιμα δικαιώματα και ιδίως η τιμή και η υπόληψη λόγω μετάδοσης εσφαλμένων ή ανακριβών στοιχείων κατά τη διάρκεια προγράμματος έχει έναντι του Ιδρύματος το δικαίωμα να ζητήσει απάντηση ή να προσφύγει σε ισοδύναμα μέσα προστασίας.
(2)Το αίτημα για απάντηση ή η προσφυγή σε ισοδύναμα μέσα προστασίας μπορεί να απορρίπτεται από το Ίδρυμα στις εξής περιπτώσεις: (α) Αν δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου
(1). (β) Αν η ικανοποίηση του αιτήματος αυτού συνεπάγεται τη διάπραξη αξιόποινης πράξης ή επισύρει αστική ευθύνη του Ιδρύματος ή αντίκειται στα χρηστά ήθη.
(3)Σε περίπτωση απόρριψης από το Ίδρυμα του αιτήματος για απάντηση ή μη ανταπόκρισης μέσα σε δεκαπέντε μέρες, ο αιτητής μπορεί να προσφύγει στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης για επανεξέταση του αιτήματος του. Αν η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης κρίνει δικαιολογημένο το αίτημα, ζητά από το Ίδρυμα την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
(4)Η απάντηση προβάλλεται ή ανακοινώνεται μέσα σε τρεις μέρες από την παραλαβή της ή από τη μέρα που η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης ζητά από το Ίδρυμα την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Η απάντηση προβάλλεται ή ανακοινώνεται στο ίδιο πρόγραμμα που έγινε η σχετική αναφορά. Η υποχρέωση αυτή υπάρχει, ανεξάρτητα από κάθε άλλη τυχόν ευθύνη, αστική ή ποινική, και από το δικαίωμα αποζημίωσης του παθόντος. Ακολούθησε νέα τροποποίηση του περί ΡΙΚ Νόμου το 2010 με το Ν.117(Ι)/2010, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 10.12.
  1. Και πάλιν δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω τις διατάξεις του άρθρου 17Δ, όπως έχει τροποποιηθεί, εφόσον δεν ήταν αυτές σε ισχύ κατά την επίδικη περίοδο. Το ΡΙΚ υπάγεται στην εποπτεία της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, βάσει του άρθρου 22Β του περί ΡΙΚ Νόμου.[3] Εκεί προβλέπονται οι εξουσίες της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου στο πλαίσιο της εποπτείας που ασκεί στο ΡΙΚ. Μεταξύ άλλων, η εν λόγω Αρχή δύναται να εξετάζει αυτεπάγγελτα ή έπειτα από παραστάσεις ζητήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 17Δ του Νόμου του ΡΙΚ (βλ. άρθρο 22Β(β)), καθώς και να επιβάλλει κυρώσεις στο ΡΙΚ για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17Δ (βλ. το άρθρο 22Β(γ)(i)), υπό τη μορφή σύστασης ή προειδοποίησης, ή την επιβολή διοικητικού προστίμου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22Γ. Περαιτέρω, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του άρθρου 17Δ, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης δύναται να ζητά από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22Ε. Η υπαγωγή του ΡΙΚ στην εποπτεία της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, δεν εμποδίζει την υπαγωγή των δημοσιογράφων που υπηρετούν στο ΡΙΚ και του ιδίου του Ιδρύματος στις πρόνοιες του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, εφόσον το ΡΙΚ προσυπέγραψε τους κανονισμούς λειτουργίας της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας και τον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Η Επιτροπή Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας είναι ένα ανεξάρτητο συμβούλιο τύπου, υπεύθυνο για την αυτορρύθμιση της συμπεριφοράς των ΜΜΕ, γραπτών και ηλεκτρονικών. Είναι πλήρως ελεύθερη από κάθε κυβερνητική ή δικαστική επίβλεψη, διασφαλίζοντας την ελευθερία του Τύπου μέσω της αυτορρύθμισης, συμβάλλοντας στην εξύψωση των επιπέδων συμπεριφοράς των ΜΜΕ και των λειτουργών τους και δίδοντας στον κοινό την ευκαιρία καταχώρησης παραπόνων εναντίον των ΜΜΕ και των λειτουργών τους όταν ένα πρόσωπο αισθάνεται ότι έχει θιγεί. Στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας Κύπρου, ο οποίος θεσπίστηκε στις 21.5.97 (βλ. το Παράρτημα VIII της ΚΔΠ 10/2000) αναφέρεται ότι τα ΜΜΕ μεριμνούν ώστε να μη δημοσιεύονται ανακριβείς, παραπλανητικές, φανταστικές ή διαστρεβλωτικές της αλήθειας ειδήσεις, πληροφορίες ή σχόλια. Σε περίπτωση που έχει συμβεί κάτι τέτοιο, χωρούν σε άμεση διόρθωση ή και απολογία. Τα ΜΜΕ παρέχουν στους επηρεαζόμενους, στην κατάλληλη περίπτωση και ιδιαιτέρως όταν έχουν υποστεί επίθεση, την ευκαιρία να απαντήσουν. Η υπόληψη και ιδιωτική ζωή κάθε ανθρώπου τυγχάνουν σεβασμού. Θεωρώ σημαντικό να διευκρινίσω ότι δεν υπάρχει νομοθετικά θεσμοθετημένο «δικαίωμα παρέμβασης» σε τηλεοπτική εκπομπή από θιγόμενο πρόσωπο. Ούτε έχω εντοπίσει να έχει ρυθμιστεί τέτοιο δικαίωμα με κανονιστικές διατάξεις οι οποίες να εκδόθηκαν από την Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου ή στο πλαίσιο του Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας. Δεν ταυτίζεται το «δικαίωμα απάντησης» με «δικαίωμα παρέμβασης» στην επίμαχη εκπομπή. Έχω διεξέλθει τις διατάξεις των περί Ραδιοφωνικών και Τηλεοπτικών Σταθμών Κανονισμούς του 2000 (ΚΔΠ 10/2000), τους οποίους η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου εφαρμόζει και έχω διαπιστώσει ότι η μόνη πρόνοια που υφίσταται σε αυτούς είναι αυτή του Κανονισμού 30, την οποία παραθέτω꞉ «
  2. Οι πιο κάτω κανόνες ισχύουν σε περιπτώσεις συμμετοχής σε εκπομπή μέσω τηλεφώνου: (α) άτομα που λαμβάνουν μέρος σε ενημερωτικές εκπομπές ή προγράμματα συζητήσεως μέσω τηλεφώνου ενημερώνονται καταλλήλως πριν βγουν στον αέρα· (β) σε τηλεφωνικές συνεντεύξεις ο παρουσιαστής αποκαλύπτει την ταυτότητα του και παίρνει άδεια από το εμπλεκόμενο άτομο πριν αρχίσει η συνέντευξη· (γ) απαγορεύονται οι τηλεφωνικές συνεντεύξεις χωρίς προειδοποίηση εκτός αν καταφανώς εξυπηρετείται το δημόσιο ή εθνικό συμφέρον.». Συνεπώς, εντοπίζω ότι τα κριτήρια με τα οποία οι διάφοροι σταθμοί αποφασίζουν αν θα επιτρέψουν σε ένα ακροατή να παρέμβει ή να συμμετάσχει από τηλεφώνου σε τηλεοπτική εκπομπή δεν είναι προκαθορισμένα στους εν λόγω Κανονισμούς της Αρχής Ραδιοτηλεόρασης. Από την άλλη, εντοπίζω ότι υπάρχουν θεσπισμένοι κανονισμοί δυνάμει των οποίων πρόσωπο το οποίο είναι φιλοξενούμενο σε τηλεοπτική εκπομπή δικαιούται να γνωρίζει εκ των προτέρων ποια μορφή θα λάβει η εκπομπή. Σχετικός είναι ο Κανονισμός 28, τον οποίο παραθέτω πιο κάτω꞉ «28.-
(1)Τα πρόσωπα που συμμετέχουν ή αναφέρονται σε πρόσωπα σε εκπομπή απολαύουν δίκαιης, ορθής και αξιοπρεπούς συμπεριφοράς.
(2)Απαγορεύεται η αλλοίωση των απόψεων και θέσεων που εκφράζονται σε εκπομπή με την αλλαγή της σειράς των ερωτήσεων και απαντήσεων, τη χρησιμοποίηση ηχητικών ή οπτικών τεχνασμάτων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.
(3)Οι φιλοξενούμενοι σε εκπομπές αντιμετωπίζονται με τρόπο δίκαιο και αντικειμενικό. Οι πιο κάτω πληροφορίες τίθενται εκ των προτέρων υπόψη των φιλοξενουμένων: (α) το θέμα της εκπομπής· (β) ο λόγος για τον οποίο προσκαλούνται στην εκπομπή· (γ) ο τρόπος με τον οποίο θα συμμετάσχουν· (δ) το είδος των ερωτήσεων· (ε) αν η εκπομπή έχει και άλλους φιλοξενουμένους και ποιοι είναι· (στ) αν η εκπομπή είναι ζωντανή ή αν μεταδίδεται βιντεογραφημένη· (ζ) σημαντικές αλλαγές που επιφέρονται μετά την αποδοχή συμμετοχής και που ίσως να διαφοροποιούσαν την αρχική πρόθεση του φιλοξενουμένου να συμμετάσχει του ανακοινώνονται έγκαιρα· (η) αν δίνεται στο φιλοξενούμενο η ευκαιρία ανασκόπησης του προγράμματος πριν από τη μετάδοση, γίνεται ξεκάθαρο αν ο φιλοξενούμενος έχει το δικαίωμα για αλλαγές.». Συνάγεται, κατά την κρίση μου, από τα (γ) και (δ) πιο πάνω, ότι πρόσωπο που συμμετέχει ως φιλοξενούμενος σε τηλεοπτική εκπομπή θα πρέπει να ενημερώνεται εκ των προτέρων αν θα επιτρέπονται ερωτήσεις ή παρεμβάσεις ή ανοικτή συζήτηση με τηλεθεατές της εκπομπής. Περιορισμός των επίδικων θεμάτων Κατά την κρίση μου, μετά από την πιο πάνω νομική ανάλυση και έχοντας κατά νου, αφενός, τη δικογραφία, μέσα στα αυστηρά πλαίσια της οποίας θα πρέπει να εκδικάζεται κάθε υπόθεση (βλ. Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718) και, αφετέρου, τη δοθείσα μαρτυρία, καθίσταται ευχερές να παρατηρήσω τα εξής꞉ Πρώτον, ότι η βάση αγωγής που εδράζεται στο αδίκημα της «επιζήμιας ψευδολογίας» δεν έχει δικογραφηθεί δεόντως και δεν χρήζει αξιολόγησης η μαρτυρία ως προς αυτή τη βάση αγωγής. Τούτο διότι δεν δικογραφήθηκαν λεπτομέρειες για την ισχυριζόμενη «ειδική ζημιά» του Ενάγοντος από την ισχυριζόμενη υπαίτια συμπεριφορά των Εναγομένων. Το άρθρο 25 του Κεφ. 148, όπως το παρέθεσα πιο πάνω, καθιστά ξεκάθαρο ότι ουδείς δικαιούται να τύχει θεραπείας για επιζήμια ψευδολογία, εκτός αν αποδείξει ότι υπέστη ειδική ζημιά. Στην παρούσα όχι μόνον δεν δικογραφήθηκε τέτοιο είδος (υλικής ζημιάς), παρά μόνον ηθικής ζημιάς, αλλά ούτε και προέκυψε από τη μαρτυρία του Ενάγοντος ότι υπέστη «απώλεια αποτιμητή σε χρήμα» από «έγγραφη» δημοσίευση ή «σε σχέση με το επάγγελμά του», για να μπορούσε να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 25
(2). Αν είχε υποστεί τέοιου είδους (υλική ή χρηματικά αποτιμητέα) ζημιά, θα έπρεπε να δικογραφήτο εξ αρχής η εκτίμηση της ζημιάς και να αποδεικνύετο με μαρτυρία. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Δεύτερον, ότι η βάση αγωγής που αφορά σε επαγγελματική αμέλεια ή σε παράβαση θέσμιου καθήκοντος λόγω του ότι δεν επετράπη στον Κατηγορούμενο να ασκήσει το δικαίωμα απάντησης στις επίμαχες δηλώσεις, δεν χωρεί συζήτησης έναντι της Εναγομένης 3, εφόσον το άρθρο 17Δ του περί ΡΙΚ Νόμου, χορηγεί το δικαίωμα αυτό έναντι «του Ιδρύματος», δηλαδή εν προκειμένω του ΡΙΚ (Εναγόμενου 2) και όχι έναντι των επιμέρους λειτουργών ή υπηρετών του. Τρίτον, ότι, εφόσον με βάση τη δοθείσα μαρτυρία, στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρξε εκ μέρους του Ιδρύματος (Εναγομένου 2) παράλειψη εξέτασης του αιτήματος του Ενάγοντος να του δοθεί δικαίωμα απάντησης, αλλά απόρριψη του αιτήματος αυτού, ο νομοθετικά θεσμοθετημένος τρόπος θεραπείας για το παράπονο του Ενάγοντος εξαιτίας της απορριπτικής αυτής απόφασης, ήταν να προσφύγει στην Αρχή Ραδιοτηλεόρασης για επανεξέταση του αιτήματός του εντός της καθορισθείσας στο άρθρο 17Δ προθεσμίας. Δεν το έπραξε ο Ενάγων. Η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης του Εναγομένου 2 να απορρίψει το αίτημα του Ενάγοντος δεν δύναται να ελεγχθεί από το παρόν πολιτικό Δικαστήριο στη βάση αστικού αδικημάτος επαγγελματικής αμέλειας ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Τέταρτον, ότι καταλήγει να απομένει ως μόνη βάση αγωγής, η οποία να χωρεί εξέτασης, εκείνη της «δυσφήμησης». Σημειώνω ότι ούτε στη δικογράφηση της δυσφήμησης περιέλαβε η πλευρά του Ενάγοντος οποιεσδήποτε λεπτομέρειες «ειδικής ζημιάς» και συνεπώς για να κριθεί νόμιμη και βάσιμη η έγερση της αγωγής αυτής, θα πρέπει η πλευρά του Ενάγοντος να αποδείξει - όπως προβλέπεται στο άρθρο 17
(3)του Κεφ. 148, ότι η ισχυριζόμενη δυσφήμηση που διενεργήθηκε προφορικά («με λόγια»), «σκόπευε» στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘. Δηλαδή δεν αρκεί να αποδειχθεί ότι «έτεινε να βλάψει» ή ότι «ενδέχετο να βλάβει», ως μέτρο αντικειμενικά κρινόμενο (εκείνο το μέτρο αρκεί μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 17
(1)για να αποδειχθεί αν ήταν δυσφημηστική μια δήλωση ή όχι). Για να προωθηθεί αξίωση για αποζημιώσεις, χρειάζεται βάσει του άρθρου 17
(3)να αποδειχθεί με μέτρο υποκειμενικό ότι με τα λόγια του ο Εναγόμενος 1 είχε στόχο και σκοπό να βλάψει τον Ενάγοντα. Απαιτείται «κακοβουλία» εκ μέρους του Εναγομένου 1, διαφορετικά η αγωγή καταρρίπτεται. Αξιολόγηση της μαρτυρίας. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Εξωτερική εντύπωση για τους μάρτυρες Κατ' αρχάς, σημειώνω ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι διάδικοι, και αναφέρομαι ειδικότερα στον Ενάγοντα, τον Εναγόμενο 1 και την Εναγόμενη 3 που είναι φυσικά πρόσωπα, επέδειξαν σεβασμό προς τη δικαστική διαδικασία και προσήλθαν στο Δικαστήριο με ετοιμότητα να υποβληθούν στη βάσανο της αντεξέτασης και να κριθούν από το Δικαστήριο για τη φιλαλήθειά τους. Κάθε μάρτυρας είχε, όπως ήταν φυσικό, το δικό του ταμπεραμέντο. Στην ομιλία και το ύφος του Ενάγοντος ήταν διάχυτο το παράπονο που του έμεινε από τις δηλώσεις που ακούστηκαν στην επίδικη εκπομπή για το άτομό του, αλλά και για την τροπή που πήρε το αίτημά του προς το ΡΙΚ, σε πρώτο στάδιο, για να του δοθεί δικαίωμα παρέμβασης στην εκπομπή και, σε δεύτερο στάδιο, για να του δοθεί δικαίωμα απάντησης μέσα από άλλη εκπομπή. Από την άλλη, ο Εναγόμενος 1, με πράο και νηφάλιο ύφος, εξηγούσε γιατί ο ίδιος θεωρεί ότι δεν οφείλει να είναι απολογητικός, εφόσον ο Ενάγων ήταν εκείνος που άνοιξε πρώτος τον κύκλο δημόσιας αντιπαράθεσης κατά των θέσεων του Εναγομένου 1 και ήταν ο Εναγόμενος 1 εκείνος που απέφευγε να απαντά στην επίθεση του Ενάγοντος, με εξαίρεση την επίδικη εκπομπή, στην οποία ο δημοσιογράφος κ. Γεωργίου προκάλεσε τη συζήτηση γύρω από αρθρογραφία του Ενάγοντος, η οποία περιείχε τοποθετήσεις εχθρικές προς εκείνες του Εναγομένου
  1. Η Εναγόμενη 3, με πολύ πιο ζωηρή διάθεση και έντονο ύφος, υπεραμύνθηκε του δικού της χειρισμού ως συντονίστριας της συζήτησης που διεξαγόταν σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση και εξήγησε με σαφήνεια τα όρια των δικών της αρμοδιοτήτων εντός του ΡΙΚ σε σχέση με την οργάνωση και τη διεξαγωγή της εκπομπής, περιλαμβανομένης και της λήψης αποφάσεων για την παροχή ευκαιρίας για τηλεφωνική παρέμβαση κατά τη διάρκειά της. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους δύο μάρτυρες που προσήλθαν από το ΡΙΚ κατά την ίδια ακριβώς δικάσιμο, σε άμεση συνέχεια τον ένα μετά τον άλλο. Η μαρτυρία τους σχετίζεται μόνο με τη διακρίβωση του τί ακριβώς έγινε το βράδυ της επίδικης εκπομπής όσον αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ότι τηλεφώνησε 2 φορές ζητώντας να του δοθεί δικαίωμα τηλεφωνικής παρέμβασης, το οποίο και απορρίφθηκε, ως ο ισχυρισμός του, από τη συντονίστρια - Εναγόμενη
  2. Οφείλω να ομολογήσω ότι ο ΜΥ2.1 τελούσε σε ορισμένα σημεία υπό σύγχυση, ανακαλώντας προηγούμενες προφορικές δηλώσεις του ή/και περιπίπτοντας σε αντιφάσεις με τη γραπτή του δήλωση. Ο λόγος του δεν μου φάνηκε ελεύθερος και αυθόρμητος. Δεν μου δημιούργησε αίσθημα ασφάλειας να στηριχθώ στη μαρτυρία του. Θα εξηγήσω αναλυτικότερα αργότερα σε ποια σημεία περιέπεσε σε αντιφάσεις. Απεναντίας, η ΜΥ2.
  3. μιλούσε με βεβαιότητα και είχαν συνέπεια και σταθερότητα τα λεγόμενά της. Δεν δίστασε να αποκαλύψει λεπτομέρειες για το πώς λειτουργούν τα πράγματα εντός του στούντιο, ποια τα περιθώρια επικοινωνίας μεταξύ του σκηνοθέτη και του παρουσιαστή - συντονιστή μιας ζωντανής τηλεοπτικής εκπομπής. Μου δημιούργησε την εντύπωση μάρτυρος που με ελεύθερη σκέψη ήρθε να μαρτυρήσει με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο. Επί της ουσίας αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όσον αφορά τις προσωπικές εκτιμήσεις που διατύπωσε ο Ενάγων για το αν οι επίδικες δηλώσεις του Εναγομένου 1 ήταν δυσφημιστικές για το άτομό του ιδίου, αυτές διευκρινίζω ότι δεν υπόκεινται σε έλεγχο αξιοπιστίας. Τούτο διότι, όπως είναι πάγια νομολογημένο, μαρτυρία ως προς το πώς το δημοσίευμα έγινε αντιληπτό από τον ίδιο τον ενάγοντα, ή τους μάρτυρες του, δεν είναι παραδεκτή και δεν ενέχει σημασία (Capital & County´s Bank v. Henty
(1882)7 AC 745, Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publications Ltd
(1963)2 C.L.R. 290 και την εντελώς πρόσφατη απόφαση στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Δώρου Γεωργιάδη, Πολ. Έφ. αρ. 118/08, ημερ. 4.3.2011). Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου. Η ετυμηγορία του Δικαστηρίου τεκμαίρεται να εκφράζει την αντίληψη του ιδεατού μέσου κοινού λογικού ανθρώπου (Knuffer v. London Express Newspaper Ltd
(1954)1 All E.R. 495, Κουτσού ν. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1198, Salmond on the Law of Torts 16η έκδ. σελ. 142 και Street on Torts 11η εκδ., σελ. 487-488). Όσον αφορά τον Εναγόμενο, ομοίως, έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι στο στάδιο που το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή δεν είναι δυσφημιστικό, δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση του ποια ήταν η πρόθεση του εναγομένου, παρά μόνο εξετάζει την έννοια που θα απέδιδαν στο δημοσίευμα λογικά σκεπτόμενα άτομα: Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. v. Ανδρέα Χριστοδούλου (Πολιτική Έφεση Αρ. 15/2009) ημερ. 20/06/2012. Συνεπώς, δεν χωρεί έλεγχος αξιοπιστίας της μαρτυρίας του Εναγομένου 1 αναφορικά με την πρόθεση με την οποία ο ίδιος προέβη στις επίδικες δηλώσεις. Όμως, εκείνο που χρήζει αξιολόγησης είναι αν οι επίδικες δηλώσεις του Εναγομένου αποδίδουν ισχυρισμούς πραγματικών γεγονότων ή αξιολογικές κρίσεις (γνώμη ή σχόλιο) ή συνδυασμό των δύο (δηλ. δήλωση γεγονότος και σχόλιο). Για να αποφασιστεί τούτο, η επίδικη δήλωση εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο δηλώσεων (βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958). Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) παράγραφος 12.10, αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «While some indication, express or implied, of what underlies the alleged comment is necessary, the ultimate question on whether the words are comment or fact is how they would strike the ordinary, reasonable reader and it is unlikely that any attempt to formulate general principles of construction will be of much help, especially bearing in mind that any particular statement must be taken in the context of the piece as a whole.» Στην περίπτωση που πρόκειται για ισχυρισμούς γεγονότων, εφόσον αυτοί κριθούν δυσφημηστικοί, τότε το βάρος απόδειξης ότι αποτυπώνουν την αλήθεια βρίσκεται στους ώμους του εναγόμενου και αποσείεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων: Χρυσόστομος Φιλίππου v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ. [2006] 1Β Α.Α.Δ. 1124. Ο Εναγόμενος πρέπει να αποδείξει ότι οι δυσφημιστικοί ισχυρισμοί είναι αληθείς. Δεν είναι αρκετό να αποδείξει ότι ο ίδιος τους πίστευε έντιμα και δίκαια ως αληθείς (Ελευθέριος Γαληνιώτης ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ., Πολιτική Έφεση 116/2008, ημερ. 15.3.2011). Όπως αναφέρεται στην 11η έκδοση του Συγγράμματος Gatley, Κεφάλαιο 11, σελ. 318, ο Gatley αναφέρει ότι, όπου το επίδικο δημοσίευμα περιέχει δυσφημιστικούς ισχυρισμούς γεγονότων και γνώμης, πρέπει να αποδειχθεί από τον Εναγόμενο ότι οι ισχυρισμοί γεγονότων είναι αληθείς και ότι η γνώμη είναι ορθή: «If the libel contains defamatory statements both of fact and of opinion, the defendant, under a plea of justification, must prove that the statements of fact are true and that the statements of opinion are correct. (Cooper v Lawson
(1838)8 A & E 746; Howden v Truth and Sportsman
(1937)58 CLR 416; see the marks in Goldsborough v Fairfax
(1934)34 S.R. (NSW) 524 at 546 - 547; Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 at 179). Στο βαθμό που ο Εναγόμενος επικαλείται ως υπεράσπιση το έντιμο σχόλιο, η μαρτυρία του αξιολογείται στη βάση των όσων έχουν, μεταξύ άλλων, λεχθεί στην υπόθεση Θεοφάνης Καραβίας -και- Σταύρος Σταύρου Πολ. Εφέσεις 343/08 και 58/09 (συνεκδικαζόμενες), απόφαση ημερομηνίας 20.2.2012꞉ «Για να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, ο εναγόμενος θα πρέπει να δείξει - ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότος, ότι υπάρχει πραγματική βάση για το σχόλιο και ότι το σχόλιο αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος. [.] Είναι, επίσης, θεμελιωμένο ότι το σχόλιο πρέπει να είναι δίκαιο και, για να είναι τέτοιο, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα κατά πόσο ένας έντιμος άνθρωπος θα μπορούσε να έχει αυτές τις απόψεις. Σχόλιο αποτελεί η έκφραση γνώμης επί γεγονότων. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται το σχόλιο δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνονται στο κείμενο, μπορεί, απλώς, να γίνεται νύξη σ' αυτά. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου επιτυγχάνει, εφόσον το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα. Δεν υπάρχει, βέβαια, ανάγκη, για να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, να αποδεικνύονται ως αληθινά όλα τα γεγονότα, αρκεί ορισμένα από αυτά να είναι αληθινά.». Αν, όμως, ο ενάγοντας δείξει ότι το σχόλιο δεν έγινε έντιμα ή ότι αυτό έγινε κακόβουλα, τότε η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Gatley on Libel and Slander, Eighth Edition, The Common Law Library, Number 8, παραγράφους 693-748, σελ. 291-326). Έτσι, η μαρτυρία του Ενάγοντος θα αξιολογηθεί για να φανεί πού αποδίδει την κακοβουλία εκ μέρους του Εναγομένου
  1. Η έννοια της κακοβουλίας έχει ερμηνευθεί μεταξύ άλλων στην υπόθεση Κώστα Κωνσταντίνου ν Καραμεσίνη Π.Ε 216/08 ημερομηνίας 8/4/2011, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η ύπαρξη κακοβουλίας μπορεί να διαγνωστεί εξ αντικειμένου από μια σειρά παραγόντων που αναδύονται μέσα από την ίδια τη δημοσίευση. Στο σύγγραμμα του «Gatley on Libel and Slander», 8η έκδ. σσ. 550-564, αναφέρεται ότι η κακοβουλία μπορεί να διαφανεί από τη γενική συμπεριφορά ενός εναγομένου ακόμη και πριν από τη δίκη, τη συμπεριφορά και τη στάση του απέναντι στον ενάγοντα κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης και μέχρι το τέλος της διαδικασίας. Η επιμονή ότι το δυσφημιστικό κείμενο είναι αληθές, ακόμη και μετά την παρουσίαση μαρτυρίας που δείχνει το αντίθετο, αποτελεί ένδειξη κακοβουλίας. Η χρήση των συγκεκριμένων λέξεων, επίσης, μπορεί να είναι τέτοια που να οδηγεί σε συμπεριφορά κακοβουλίας. Η μη αναζήτηση των απόψεων του υποκειμένου στο δυσφημιστικό δημοσίευμα, ως μέτρο ελέγχου της αλήθειας και της ακρίβειας του περιεχομένου του δημοσιεύματος, είναι επίσης στοιχείο που, σύμφωνα και με την υπόθεση Reynolds v. Times Newspapers, απογυμνώνει τους ισχυρισμός ενός εναγομένου περί καλής πίστης. Η ενασχόληση, επίσης, εδώ με την εφεσίβλητη για σειρά ημερών, ακόμη ο τρόπος και η έκταση της αντεξέτασης της, που επιβεβαίωσε την πολεμική εναντίον της, αποτελεί ένδειξη του συνεχούς ανελέητου σφυροκοπήματος της και, επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για οποιαδήποτε καλόπιστη κριτική, ιδιαιτέρως όταν αυτή είναι τόσο ειρωνική και χλευαστική, ώστε κάθε προσπάθεια εκ μέρους των εφεσειόντων προώθησης του καλόπιστου του δημοσιεύματος να πίπτει στο κενό.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Σημειώνω, συναφώς, ότι τα όσα ο Ενάγων ισχυρίστηκε αναφορικά με το ότι δεν διακόπηκε από τη συντονίστρια της εκπομπής ο Εναγόμενος 1 όταν προέβαινε στις επίμαχες δηλώσεις ή/και ότι ο ίδιος ζήτησε να παρέμβει στην τηλεοπτική εκπομπή και ότι τούτο δεν του επετράπη, κατά άνισο τρόπο προς άλλο τηλεθεατή που του επετράπη, θα εξεταστούν ως επίδικα στο πλαίσιο της ισχυριζόμενης δυσφήμησης στο βαθμό που αποδίδεται «κακοπιστία» στους Εναγόμενους 2 και 3 στη δημοσίευση των κατ' ισχυρισμόν δυσφημιστικών δηλώσεων του Εναγομένου
  2. Κατά πόσον οι επίμαχες δηλώσεις είναι δυσφημηστικές Εξετάζω το ζήτημα αυτό για κάθε μια δήλωση ξεχωριστά, ως εξής꞉ «Ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης.»꞉ πρόκειται κατά την κρίση μου για «σχόλιο». «Λοιπόν, αρχίζω από τον κ. Μαυρίδη. Ξέρετε, ο κ. Μαυρίδης μου είχε κάνει εντύπωση από το 2004 και μην μου πείτε ότι δεν είναι εδώ, ούτε εγώ ήμουν εκεί, διότι σε ένα προεκλογικό του φυλλάδιο, όταν ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ. ...έλεγε ότι είχε ανακαλύψει τη συνωμοσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα ... άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία. Επί του προκειμένου. Ναι ο πρόεδρος Παπαδόπουλος έδωσε μια μεγάλη μάχη ...»꞉ πρόκειται κατά την κρίση μου για σχόλιο αναμεμειγμένο με δήλωση γεγονότων, όπου꞉ η δήλωση γεγονότων εντοπίζεται στη φράση «διότι σε ένα προεκλογικό του φυλλάδιο, όταν ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ. ... έλεγε ότι είχε ανακαλύψει τη συνωμοσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα», και το σχόλιο εντοπίζεται στη φράση «άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία». 1ο Δικαστικό συμπέρασμα꞉ Η 1η επίδικη δήλωση ήταν σχόλιο. Ο λόγος που η φράση «Ανώνυμου, το οποίο τελικά έγινε κ. Κώστας Μαυρίδης.» εμπεριέχει, κατά την κρίση μου, απλώς «σχόλιο» και όχι δήλωση γεγονότος είναι διότι ο Εναγόμενος 1 - αποδεχόμενος ακριβώς το γεγονός όπως του το έθεσε ο Δημοσιογράφος αρ. 1 στην ερώτησή του - δηλαδή την ύπαρξη ενός άρθρου στο Ποντίκι που επωνύμως συντάχθηκε από τον κ. Μαυρίδη, (τον επώνυμο άνθρωπο, κ. Μαυρίδη), προχώρησε κατ' ουσίαν να σχολιάσει ότι υπήρχε ανώνυμο άρθρο, το οποίο «έγινε τελικά» στο Ποντίκι «κ. Μαυρίδης». Η έννοια που κατά την κρίση μου εισέπραξε ο μέσος τηλεθεατής ακούγοντας αυτή τη φράση του Εναγομένου 1 είναι ότι το περιεχόμενο κάποιου ανώνυμου άρθρου φάνηκε στον Εναγόμενο 1 να υιοθετήθηκε στο επώνυμο άρθρο του κ. Μαυρίδη, έτσι ώστε ο Εναγόμενος 1 να θεώρησε ότι ανήκε και εκείνο στον κ. Μαυρίδη. 2ο Δικαστικό συμπέρασμα꞉ Η 1η επίδικη δήλωση δεν ήταν δυσφημηστική. Το ερώτημα είναι αν το συγκεκριμένο σχόλιο ήταν δυσφημηστικό για τον Ενάγοντα. Κατά την ταπεινή μου κρίση, δεν θα μπορούσε να προκύψει δυσφήμηση για τον Ενάγοντα από το γεγονός και μόνο ότι ο Ενάγων μπορεί να αρθρογράφησε αρχικά ανώνυμα και έπειτα επώνυμα για ένα συγκεκριμένο θέμα. Δεν συμμερίζομαι την άποψη του Ενάγοντος ότι φαντάζει «άνανδρος» ο ίδιος ή ότι αυτός «κατά κάποιο ραδιουργικό τρόπο κρύβεται, δεν έχει την τόλμη της άποψης του ή μηχανορραφεί», «γράφοντας άρθρα ανώνυμα, τα οποία σκοπεύει μετά για κάποιους λόγους να έρθει εκ των υστέρων να τα χρησιμοποιήσει ως πηγή σε αρθρογραφία του επώνυμα». Αυτό το συμπέρασμα του Ενάγοντος, όπως το περιέγραψε ο ίδιος στο Δικαστήριο, υπήρξε κατά την κρίση μου πολύ παρατραβηγμένο και τούτο διότι ο Εναγόμενος 1 δεν μίλησε στην τηλεόραση για οποιανδήποτε προσφιλή τακτική του Ενάγοντος, δεν γενίκευσε το πράγμα, παρά μόνον διατύπωσε το σχόλιο του σε σχέση με ένα και μόνον συγκεκριμένο άρθρο. Προχωρώ λοιπόν και λέγω ότι στην απουσία οποιασδήποτε αναφοράς από τον Δημοσιογράφο αρ. 1 στις δηλώσεις που περιείχε το επώνυμο άρθρο του κ. Μαυρίδη στο Ποντίκι, δεν μπορούσε ο μέσος τηλεθεατής να αντιληφθεί ότι στο ανώνυμο άρθρο (με το οποίο ο Εναγόμενος 1 συνέδεσε το επώνυμο άρθρο) εξαπολύετο μια επίθεση κατά των θέσεων ή κατά του προσώπου του Εναγομένου 1 από τον Ενάγοντα, έτσι που μόνον κάποιος άνανδρος θα επέλεγε να την εξαπολύσει ανώνυμα! Τονίζω ότι ακόμη και μέχρι τέλους της επίδικης εκπομπής, ο τηλεθεατής δεν έμαθε τί έλεγαν τα δύο άρθρα (ανώνυμο και επώνυμο), δεν έμαθε ποιους χαρακτηρισμούς χρησιμοποιούσαν οι συντάκτες τους για το πρόσωπο του Εναγομένου 1, παρά μόνον οι τηλεθεατές άκουσαν όσα ο Δημοσιογράφος 1 αποκάλυψε και τα οποία αφορούσαν σε θέσεις του Εναγομένου 1 παρά σε θέσεις ή σε κριτική που του άσκησε ο Ενάγων. Συνεπώς, είμαι της άποψης ότι το συγκεκριμένο σχόλιο, στο μέτρο και στο βαθμό που διατυπώθηκε και περιορίστηκε από τον Εναγόμενο 1, δεν απέδιδε δυσφημηστικό νόημα. 3ο Δικαστικό συμπέρασμα꞉ Η 1η επίδικη δήλωση, εάν ήταν δυσφημηστική, θα ενέπιπτε στην υπεράσπιση του έντιμου σχόλιου. Για χάριν όμως πληρότητας της μελέτης της υπόθεσης, εξηγώ πιο κάτω, γιατί, εάν το Δικαστήριο υιοθετούσε διαφορετική εκτίμηση, ότι δηλαδή το επίδικο σχόλιο ήταν δυσφημηστικό, τούτο θα κρίνετο, στη βάση της δοθείσας μαρτυρίας, ως «έντιμο σχόλιο», επί τω ότι, πρώτον, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε πραγματική βάση για το συγκεκριμένο σχόλιο του Εναγόμενου 1, δεύτερον, το σχόλιο αυτό αφορούσε σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και, τρίτον, ένας έντιμος άνθρωπος θα μπορούσε να έχει αυτή την άποψη που εξέφρασε ο Εναγόμενος
  3. Για να γίνει κατανοητή η πιο πάνω εκτίμησή μου αρκεί να συγκρίνει κανείς το επώνυμο άρθρο με το ανώνυμο άρθρο. Πιστεύω ότι η αντεξέταση στην οποία υπέβαλε τον Ενάγοντα ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου 2, κ. Πόλυς Πολυβίου, ακριβώς επί του σημείου της σύγκρισης των δύο άρθρων, ήταν καθοριστική. Εξηγώ πιο κάτω, αφού προηγουμένως αντιπαραβάλλω τα δύο κείμενα. Το δημοσίευμα στην εφημερίδα «Κυπριακό Ποντίκι», ημερ. 20.11.2009, με τίτλο «Αντιφάσεις και «Υπερβάσεις»» (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α) με συντάκτη του τον Ενάγοντα, το όνομα του οποίου φαίνεται εμφανώς στη συγκεκριμένη στήλη μαζί με φωτογραφία του, αναφέρει τα εξής꞉ «Στο περιοδικό «Άποψη» (Νοέμβριος 2009) περιλαμβάνεται άρθρο ανώνυμου συνεργάτη με τίτλο «Μύθοι και Αλήθειες για τον Τ. Τσιελεπή» στο οποίο γίνεται αναφορά στο σύμβουλο του Προέδρου που θεωρείται ο πλέον ειδικός του ΑΚΕΛ για το κυπριακό. Ξεκαθαρίζουμε πως ο ίδιος είχε κάθε δικαίωμα να στηρίξει το σχέδιο Ανάν, αν και έμμισθος του ΑΚΕΛ που δημόσια ζήτησε την απόρριψή του. Εκείνο που προκαλεί είναι η αντιφατική στάση που ακολούθησε και όλα τα συνεπαγόμενα ερωτήματα για το σήμερα. Στο περιοδικό επισημαίνεται ότι στις 10 Απριλίου 2004, πριν το δημοψήφισμα, ο Τ. Τσιελεπής ερωτήθηκε στον «Άστρα» και κατά πόσον ο ίδιος έμεινε ικανοποιημένος από την όλη διαπραγμάτευση που έγινε (στο Μπούργκενστογκ) και τον τρόπο που χειρίστηκε τα ζητήματα η διαπραγματευτική ομάδα της Ελληνοκυπριακής πλευράς. Ο Τ. Τσιελεπής απάντησε ως εξής꞉ «Σας λέω ξανά ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας [Τ. Παπαδόπουλος] με την ομάδα του έδωσε μια μεγάλη μάχη σε πολύ αντίξοες συνθήκες... Ο Πρόεδρος ... έχει κληρονομήσει τα δύο πρώτα σχέδια του Ανάν ... Δεν άρχιζε από ένα καθαρό τοπίο. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες έδωσε τη μάχη και επεδίωξε βελτιώσεις στο σχέδιο ... Πιστεύω ότι ο Πρόεδρος έχει πετύχει αρκετά πράγματα. Είναι άξιος συγχαρητηρίων ...». Στο τέλος εγκωμιάζει ξανά τον Τ. Παπαδόπουλο διότι «είναι με τη μαχητικότητα του, με το σθένος του (που) τα έχει πετύχει». Τα πιο πάνω λέγονταν το 2004 όταν ο Τ. Τσιελεπής έπρεπε να πείσει τους ψηφοφόρους (ειδικά του ΑΚΕΛ) να αποδεκτούν το σχέδιο Ανάν και να μην διεκδικούν βελτίωση στο μέλλον. Αργότερα, πριν τις προεδρικές του 2008, το τροπάρι έγινε ανάποδο. Η ρητορική προσαρμόστηκε στις ανάγκες της προεκλογικής εκστρατείας του Δ. Χριστόφια για «Πρόεδρο λύσης» και η μαχητικότητα εξαφανίστηκε διότι τώρα ... ο Τ. Παπαδόπουλος δεν διαπραγματεύτηκε το σχέδιο ως όφειλε. Ο πρωτο-σύμβουλος εμφανίζεται να προβαίνει σε «διαπιστώσεις» ανάλογα με την περίσταση. Άλλα το 2004 κι εντελώς διαφορετικά το
  4. Επιπλέον, ενώ το 2004 δήλωνε ότι δεν «είναι δυνατόν να έρθει ένα ουσιωδώς καλύτερο σχέδιο», το 2008 κι έκτοτε αγωνίζεται (βάση και του Προγράμματος Διακυβέρνησης), με επίκεντρο τη Συμφωνία της 8ης Ιουλίου, η οποία προνοούσε μια νέα απαρχή στις διαπραγματεύσεις σε μια νέα βάση (με ενταφιασμό του σχεδίου Ανάν). Ποια ήταν η νέα βάση διαπραγματεύσεων που συμφωνήθηκε; Σύμφωνα με τον Τ. Τσιελεπή ήταν το Ανακοινωθέν Χριστόφια - Ταλάτ (της 23ης Μαΐου 2008), όπου για πρώτη φορά σε κοινό κείμενο γίνεται αναφορά σε «συνεταιρισμό των δύο συνιστώντων states» (του σχεδίου Ανάν). Στις 26 Μαΐου 2008, ο Τ. Τσιελεπής σχολιάζοντας (στον «΄Αστρα» και πάλι) τα περί συνεταιρισμού, είπε ότι το Ανακοινωθέν είναι βελτίωση της 8ης Ιουλίου και εξήγησε ότι ο όρος δεν ορίζεται πουθενά στο συνταγματικό δίκαιο και «κατά συνέπεια, έχει μόνο το περιεχόμενο που του προσδίδει η κάθε πλευρά». Εν ολίγοις, ο δικός μας διαπραγματευτής θεωρεί πλεονέκτημα τόσο την «εποικοδομητική ασάφεια» - που μας κατέστρεψε - όσο και τα «συνιστώντα states» του Ανάν που ενταφιάστηκαν. Το αλλοπρόσαλλο σκεπτικό του Τ. Τσιελεπή υιοθέτησε ο Ν. Αναστασιάδης που το είχε ανάγκη το 2004 αλλά και το 2008 για να κάνει την «υπέρβασή» του. Τώρα άλλαξαν και αυτού οι ανάγκες και αφού σε λίγο θα ερωτευθεί το ΔΗΚΟ για να ελπίζει να εκλεγεί Πρόεδρος. Ευτυχώς που η πλειοψηφία των Ακελικών και Συναγερμικών αντιλήφθηκε τη θηλιά που θα έπνιγε τον κυπριακό ελληνισμό και την απέρριψε το
  5. · Ο Κώστας Μαυρίδης είναι ακαδημαϊκός.» (Η έμφαση στο κείμενο με έντονα γράμματα δεν είναι του συντάκτη του άρθρου, αλλά του Δικαστηρίου). Παραθέτω πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από το ανώνυμο άρθρο, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Σύγχρονη Άποψη» το Νοέμβριο του 2009 (τεύχος 18, σελ. 61 έως 63) και το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την Υπεράσπιση ενόσω ο κ. Πολυβίου αντεξέταζε τον Ενάγοντα (βλ. το τεκμήριο με ένδειξη «Έγγραφο Β»)꞉ «[...] Ο Τσελεπής και ο Τάσσος Παπαδόπουλος Στις 10 Απριλίου 2004 ο Τσελεπής έδωσε μια αναλυτική συνέντευξη στον δημοσιογράφο Γιώργο Παυλίδη στον Άστρα. Η συνέντευξη αυτή, άκρως αποκαλυπτική, φανερώνει τις αντιφάσεις του Τουμάζου Τσελεπή, όταν σε μεταγενέστερο χρόνο, ενεργούσε πλέον ως στρατευμένος υποστηρικτής της υποψηφιότητας Χριστόφια. Πριν από τις Προεδρικές Εκλογές του 2008 ο Τσελεπής δήλωνε με το πάθος ενός ανθρώπου του οποίου οι απόψεις υπήρξαν πάντοτε ξεκάθαρες, ότι ο Τάσσος Παπαδόπουλος δεν ήθελε να διαπραγματευτεί το σχέδιο Ανάν και ότι το τελικό προϊον υπήρξε χειρότερο από προηγούμενες εκδοχές λόγω της μη θέλησης Παπαδόπουλου να το διαπραγματευθεί. Ας θυμηθούμε όμως τι έλεγε ο Τσελεπής το 2004: «Κύριε Παυλίδη αρχικά θέλω πραγματικά να ευχαριστήσω τον πρόεδρο της Δημοκρατίας για την εμπιστοσύνη που είχε δείξει στο άτομο μου για να με συμπεριλάβει σε αυτή την διαπραγματευτική ομάδα, με την σειρά μου προσπάθησα να φανώ αντάξιος των προσδοκιών του και βεβαίως όλο αυτό το διάστημα που είχε αρχίσει αμέσως μετά τις προεδρικές εκλογές υπήρχε μια αγαστή συνεργασία διότι ο στόχος ήταν κοινός. Ο στόχος ήταν να μπορέσουμε να βελτιώσουμε αυτό το σχέδιο, να μπορέσουμε να το καταστήσουμε λειτουργικό για να μπορέσουμε να οδηγηθούμε σε μια λύση του κυπριακού, βιώσιμη και λειτουργική. Επειδή ο στόχος αυτός ήταν ακριβώς κοινός για όλους, υπήρξε και μια άψογη συνεργασία μέσα σε συνθήκες αμοιβαίας εμπιστοσύνης και όλο αυτό το διάστημα δεν υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα σε αυτή τη συνεργασία. Λίγο αργότερα ο δημοσιογράφος του Άστρα ρωτά τον κ. Τσιελεπή꞉ «Αρκετοί ακροατές θέλουν την άποψή σας, κατά πόσον είστε ικανοποιημένος από την όλη διαπραγμάτευση που έγινε και ειδικά από τον τρόπο που χειρίστηκε τα ζητήματα η διαπραγματευτική ομάδα της ελληνοκυπριακής πλευράς». Και ο Τσιελεπής απαντά ως ακολούθως꞉ «Εγώ σας λέω ξανά ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την ομάδα του έδωσε μια μεγάλη μάχη σε πολύ αντίξοες συνθήκες. [...] Ο Πρόεδρος και αυτό που επαναλαμβάνω δεν είναι μομφή, απλά λέω τα γεγονότα - έχει κληρονομήσει τα δύο πρώτα σχέδια του Ανάν, το πρώτο σχέδιο και το πρώτο αναθεωρημένο και λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του έχει υποβληθεί και το τρίτο αναθεωρημένο. Δεν άρχιζε δηλαδή από ένα καθαρό τοπίο, είναι μέσα σε αυτές τις συνθήκες που έδωσε τη μάχη και επεδίωξε βελτιώσεις στο σχέδιο. Εγώ θεωρώ ειλικρινά ότι ο Πρόεδρος αδικεί τον εαυτό του όταν λέει ότι 'δεν πετύχαμε ουσιαστικά πράγματα'. Πιστεύω ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει πετύχει αρκετά πράγματα και τα έχω αναφέρει. Είναι άξιος συγχαρητηρίων για αυτό το πράγμα. Είναι άλλο πράγμα η τελική εκτίμηση του τί έχουμε πετύχει ή δεν έχουμε πετύχει. Εμένα η άποψή μου είναι ότι με τη μαχητικότητά του, με το σθένος του τα έχει πετύχει». Λίγο πριν τις Προεδρικές εκλογές όμως του 2008 το τροπάριο αλλάζει. Πριν το δημοψήφισμα του 2004 ο στόχος ήταν να πειστεί ο κυπριακός λαός ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος είχε διαπραγματευθεί το σχέδιο Ανάν με σοβαρότητα, υπευθυνότητα και μαχητικότητα, έτσι ώστε να υποστηριχθεί ότι οι αλλαγές που είχαν επιτευχθεί ήταν σημαντικές και ότι το σχέδιο ήταν σε γενικές γραμμές ικανοποιητικό. Αντίθετα, το 2008, όταν ο στόχος ήταν η υπερψήφιση Χριστόφια σε βάρος του Παπαδόπουλου, η ρητορική Τσιελεπή μεταβάλλεται και υποστηρίζεται ότι ο Παπαδόπουλος δεν διαπραγματεύθηκε το σχέδιο Ανάν με επάρκεια και μαχητικότητα. Αυτή η αντίφαση επιβεβαιώνει ότι ο Τσιελεπής είναι πριν από οτιδήποτε άλλο άνθρωπος του κόμματος και θα υποστηρίξει εκείνα που θεωρεί ότι συμφέρουν στο κόμμα, ανεξάρτητα αν είναι ή όχι αλήθεια. [...].» (Η έμφαση με υπογραμμίσεις υπάρχει στο άρθρο όπως κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Δεν τις επέφερε το Δικαστήριο. Τα έντονα γράμματα προστέθηκαν από το Δικαστήριο.) Προβαίνω στις εξής επισημάνσεις꞉ · Πρώτον, ότι, με την εισαγωγική παράγραφο του άρθρου που επωνύμως συνέταξε ο Ενάγων στο Ποντίκι, αυτός δήλωνε ότι γνώριζε για την ύπαρξη και δημοσίευση ενός ανώνυμου άρθρου προγενέστερα της δημοσίευσης του δικού του επώνυμου άρθρου, το οποίο και έθετε ως αφορμή για το δικό του άρθρο. Συνεπώς, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το σχόλιο του Εναγόμενου, βασιζόταν σε αληθές γεγονός ότι υπήρξε προηγουμένως ένα ανώνυμο άρθρο. · Δεύτερον, ο Ενάγων ασχολήθηκε μέσα από το δικό του επώνυμο άρθρο με το ίδιο αντικείμενο που είχε το ανώνυμο άρθρο. Συγκεκριμένα, το αντικείμενο του ανώνυμου άρθρου, όπως προκύπτει από τον τίτλο «Μύθοι και Αλήθειες για τον Τ. Τσιελεπή», καθώς και του δικού του επωνύμως δημοσιευθέντος άρθρου, ήταν αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Τ. Τσιελεπή ως πολιτικού συμβούλου του προέδρου της Δημοκρατίας σε θέματα διαπραγματεύσεων του Κυπριακού προβλήματος και η αλλαγή της ρητορικής του κ. Τσιελεπή ενόψει των Προεδρικών εκλογών στις οποίες πλέον ο Δημήτρης Χριστόφιας ετίθετο ως ανθυποψήφιος του Τάσσου Παπαδόπουλου. · Τρίτον, ο Ενάγων εμφανίζεται στο επώνυμο άρθρο του να ασκεί δριμεία κριτική στη στάση πολιτικής του Εναγόμενου 1 χρησιμοποιώντας σκληρή και μειωτική γλώσσα, αφού χαρακτηρίζει «αλλοπρόσαλλο» το σκεπτικό του Εναγόμενου 1 και δηλώνει ρητά ή/και υπαινίσσεται ότι ο Εναγόμενος μεταβάλλει το σκεπτικό του ή/και τις διαπιστώσεις του αναλόγως του συμφέροντός του να εξασφαλίζει μια θέση συμβούλου δίπλα στον εκάστοτε πρόεδρο της Δημοκρατίας (αρχικά του Τ. Παπαδόπουλου και έπειτα - του υποψήφιου τότε προέδρου - Δ. Χριστόφια). · Τέταρτον, και τα δύο άρθρα ασχολούνται με δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί ο Εναγόμενος 1 στη συνέντευξη που έδωσε στις 10.4.04 στον Άστρα. Οι πιο πάνω ομοιότητες είναι εμφανείς με μία απλή ανάγνωση των δύο συγκριτικά. Ο κ. Πολυβίου επεσήμανε στον Ενάγοντα και τα κοινά γλωσσικά χαρακτηριστικά των δύο άρθρων꞉ Η ύπαρξη της φράσης «ειδικός του ΑΚΕΛ», η οποία εντοπίζεται και στα δυο άρθρα. Η αντιφατική στάση του Τσελεπή στο ένα άρθρο, οι αντιφάσεις του Τσιελεπή στο άλλο άρθρο. Η επιλογή ενσωμάτωσης ολόκληρης της ίδιας παραγράφου από τη συνέντευξη του κ. Τσιελεπή, όπου έλεγε "εγώ σας λέγω ξανά ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας...". Η χρήση της φράσης ότι λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές του 2008 «το τροπάριο άλλαξε ". Η χρήση της φράσης η ρητορική Τσελεπή μεταβάλλεται και ότι η ρητορική προσαρμόστηκε στις ανάγκες του προεκλογικού. Πρέπει να πω ότι δεν έπεισε το Δικαστήριο η απάντηση που έδωσε ο Ενάγων στην αντεξέτασή του από τον κ. Πολυβίου, ότι όλες οι πιο πάνω ομοιότητες ανάμεσα στα δυο άρθρα αποτελούν «σύμπτωση». Πολύ περισσότερο δεν έπεισε το Δικαστήριο η απάντηση αυτή, εφόσον ο Ενάγων ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της ίδιας αντεξέτασης ότι ήταν «από μνήμης» που αυτός περιέλαβε στο δικό του επώνυμο άρθρο αυτές τις τόσο πανομοιότυπες φράσεις ή/και ολόκληρες παραγράφους από το ανώνυμο άρθρο. Απορρίπτω τη θέση του Ενάγοντος ότι οι πιο πάνω ομοιότητες δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν έναν τρίτο παρατηρητή στο εύλογο συμπέρασμα ότι τα δύο άρθρα προήλθαν από τη δική του πένα. Αντί τούτου, κρίνω ότι ήταν εύλογο και έντιμο για τον Εναγόμενο 1 να εξάξει το συμπέρασμα ότι γράφτηκαν από την ίδια πένα ή τουλάχιστον ότι ο Ενάγων ταυτίστηκε στο άρθρο του με τις θέσεις του ανώνυμου συντάκτη. Το ότι το σχόλιο του Εναγομένου 1 αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος θα πρέπει κατά την κρίση μου να εξεταστεί υπό το φακό του ευρύτερου θέματος που συζητείτο στην επίδικη εκπομπή, δηλαδή τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, καθώς επίσης του ρόλου που διαδραμάτιζε ο κ. Τσιελεπής ως φιλοξενούμενος στην εκπομπή, δηλαδή του ανθρώπου που βγήκε προς τα μπρος για να υπεραμυνθεί συγκεκριμένης ρητορικής ως σύμβουλος του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για να φέρει την αρθρογραφία του κ. Μαυρίδη στο προσκήνιο της εκπομπής ο Δημοσιογράφος 1, έπεται ότι θεωρούσε κι εκείνος πως εντάσσετο στη σφαίρα του ιδίου θέματος που ήταν δημοσίου ενδιαφέροντος. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ενάγων συμφώνησε ενώπιον του Δικαστηρίου με τη θέση που του υπέβαλαν ο συνήγορος του Εναγομένου 2 (βλ. τα πρακτικά ημερ. 29.1.2016) και η συνήγορος της Εναγομένης 3 ότι η επίδικη εκπομπή αφορούσε σε θέμα δημόσιου συμφέροντος (βλ. πρακτικά δικασίμου 4.3.2016) και συγκεκριμένα ότι η πολιτική συζήτηση γύρω από τις διαφορες πτυχές του Σχεδίου Ανάν αποτελούσε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος ακόμη και κατά το χρόνο που διεξαγόταν η επίδικη εκπομπή. Επομένως, απ' όλες τις απόψεις θα κατέληγα ότι επιτυγχάνει η υπεράσπιση για το έντιμο σχόλιο όσον αφορά την 1η επίδικη δήλωση. 4ο Δικαστικό συμπέρασμα꞉ Η 2η επίδικη δήλωση, συνολικά κρινόμενη, ήταν δυσφημηστική. Η δήλωση γεγονότος στην οποία προέβη ο Εναγόμενος 1, ότι ο Ενάγων «σε ένα προεκλογικό του φυλλάδιο, όταν ήταν υποψήφιος βουλευτής του ΔΗ.ΚΟ. ... έλεγε ότι είχε ανακαλύψει τη συνωμοσία των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα», δεν αποτελεί αφ' εαυτής δυσφημηστική δήλωση. Αν αυτό έλεγε ο Ενάγων στην προεκλογική του, δεν μπορεί να το θεωρούσε ο ίδιος δυσφημηστικό για τον ίδιο! Προχωρώ να εξετάσω αν το σχόλιο που εντοπίζεται στη φράση «άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως αυτή την περιβόητη συνομωσία», εμπεριέχει στοιχείο δυσφημηστικό για τον Ενάγοντα. Πράγματι, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο Εναγόμενος 1 περιφρόνησε ή χλεύαζε τους θειασώτες αυτής της ιδέας, ότι δηλαδή υπήρξε τέτοια συνωμοσία. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 1 παρατηρώ ότι συνέχισε να την αποκαλεί «μύθο», επειδή ακριβώς δεν πιστεύει στην ύπαρξή της. Το ότι ο Εναγόμενος 1 στο πλαίσιο της εκπομπής την αποκάλεσε «περιβόητη» συνωμοσία, ήταν ακριβώς επειδή και τότε και κατά τη διάρκεια της δίκης, πίστευε ότι πολύς λόγος έγινε γι' αυτήν και από πολλούς, όχι μόνον από τον Ενάγοντα. Το νόημα αυτό συνάδει, πράγματι με τη φυσική και γραμματική έννοια των λέξεων. Το ότι ο Εναγόμενος 1 δήλωσε στην εκπομπή ότι «άλλοι την είχαν ανακαλύψει προηγουμένως» αυτή τη συνωμοσία, ήταν το σχόλιο που επέλεξε να κάνει ο Εναγόμενος συγκριτικά προς ό,τι διακήρυττε στην προεκλογική του εκστρατεία ο Ενάγων για τη θέση Βουλευτή Κερύνειας. Θα μπορούσε ο μέσος τηλεθεατής να διακρίνει και σε αυτό το σχόλιο ένα στοιχείο χλευασμού προς το ότι ο Ενάγων ψευδώς ή ατυχώς διακήρυττε ότι εκείνος είχε ανακαλύψει πρώτος τη συνωμοσία. Υπ' αυτή την έννοια θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η 2η επίδικη δήλωση, συνολικά κρινόμενη ήταν δυσφημηστική, διότι προκαλούσε χλευασμό και περιφρόνηση για τον Ενάγοντα ως πρεσβευτή της συγκεκριμένης ιδέας ή και ως ισχυριζόμενου πρωτοστάτη στην ανακάλυψή της, εκτός και αν αποδειχθεί ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια ή σε έντιμο σχόλιο. 5ο Δικαστικό συμπέρασμα꞉ Η 2η επίδικη δήλωση ανταποκρίνεται στην αλήθεια και/ ή σε έντιμο σχόλιο. Ο Εναγόμενος 1 παρέπεμψε το Δικαστήριο στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης [ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη] (βλ. αντίγραφο της σχετικής σελίδας ως το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Θ»), όπου δίδεται η εξής ερμηνεία στη λέξη «ανακάλυψη»꞉ «
  6. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανακαλύπτω꞉ α. Η εύρεση ενός πράγματος που προϋπήρχε αλλά ήταν άγνωστο꞉ π.χ. Η ανακάλυψη της Αμερικής. [...] Με τις μεγάλες ανακαλύψεις εξερευνήθηκαν άγνωστες έως τότε περιοχές της γης. Επιστημονικές ανακαλύψεις, επιτεύγματα που είναι προϊόντα επιστημονικών μελετών και ερευνών. β. Εύρεση, τυχαία ή ύστερα από έρευνες, ενός πράγματος που ήταν κρυμμένο ή είχε χαθεί꞉ π.χ. η ανακάλυψη φλέβας χρυσού. Η ανακάλυψη ενός χειρογράφου. γ. Γνωριμία με κάποιον ή με κάτι που μου ήταν άγνωστος. [...]
  7. Πρόσωπο ή πράγμα που ανακάλυψε κάποιος. [...] [λόγ.<ελνστ. Ανακάλυψις «αποκάλυψη» (-σις > ση) κατά τη σημ. του ανακαλύπτω]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Από το ίδιο λεξικό και η ερμηνεία της λέξης «πρωτοστατώ»꞉ «αρχίζω πρώτος μια ομαδική ενέργεια, κίνηση κτλ. παρακινώντας έτσι και τους άλλους꞉ Απολύθηκαν όσοι πρωτοστάτησαν στην απεργία. Στις γεωγραφικές ανακαλύψεις πρωτοστάτησαν οι Ισπανοί και οι Πορτογάλλοι. [λογ.<ελνστ. πρωτοστατώ]». Προκύπτει από τους πιο πάνω ορισμούς των λέξεων, ότι είναι ισχνή η διαφορά στο νόημα των τριών λέξεων (ανακαλύπτω, αποκαλύπτω, πρωτοστατώ) και ότι συχνά χρησιμοποιούνται αλληλένδετα. Επισημαίνω ότι κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο του Εναγομένου 1 (κ. Αρτεμίου), ο Ενάγων (κ. Μαυρίδης) δέχθηκε τη θέση που του υπεβαλε ο συγκεκριμένος συνήγορος ότι, την Κυριακή 11.5.14, στο πλαίσιο ενός ρεπορτάζ της δημοσιογράφου Μικαέλλας Λοΐζου για την παρουσίαση των υποψήφιων ευρωβουλευτών, ο ίδιος ο Ενάγων, ερωτηθείς να πει, σε περίπτωση εκλογής του, ποιο θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έκανε από το έδρανο της Ευρωβουλής σε σχέση με το Κυπριακό, απάντησε ότι μεταξύ άλλων το 2004 πρωτοστάτησε στην αποκάλυψη της συνωμοσίας Τουρκίας ‑ Αγγλίας για παρέμβαση στον ενεργειακό πλούτο της Κύπρου και ότι ως λαός καταφέραμε στο δημοψήφισμα να το αποτρέψουμε. Επισημαίνω, συγχρόνως, ότι κατά την αντεξέταση του Εναγομένου 1 (κ. Τσιελεπή) από το συνήγορο του Ενάγοντος (κ. Παγιάση), δεν αρνήθηκε ο συνήγορος του Ενάγοντος ότι ο Ενάγων είχε πράγματι εκδώσει ένα προεκλογικό φυλλάδιο τον καιρό των Βουλευτικών εκλογών του
  8. Ο Ενάγων, στη δική του μαρτυρία, το είχε περιγράψει ως μια «κάρτα». Ο Εναγόμενος, εξ όσων θυμόταν ήταν «ένα τρίπτυχο που διπλώνει». Το σχόλιο του συνηγόρου του Ενάγοντος στην περιγραφή αυτή ήταν «Άρα μπορεί να συμφωνούμε». Μπορεί το προεκλογικό φυλλάδιο να μην είχε ακριβώς τη λέξη «ανακάλυψη», αλλά το νόημα ήταν αυτό της αποκάλυψης μιας συγκαλυμμένης στο Σχέδιο Ανάν συνωμοσίας των Άγγλων για την υφαλοκρηπίδα, είπε ο Εναγόμενος 1 κατά την αντεξέτασή του. Κατά την εξέλιξη της αντεξέτασης του Ενάγοντος επ' αυτού του θέματος από τη συνήγορο της Εναγομένης 3 (βλ. τα πρακτικά της δικασίμου ημερ. 4.3.2016), ο Ενάγων επανέλαβε τη θέση του όπως την είχε εκφράσει κατά την αντεξέτασή του από το συνήγορο του Εναγόμενου 1, ότι δηλαδή η αλήθεια είναι ότι δεν αποκάλυψε αυτός πρώτος το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, παρά μόνον «πρωτοστάτησε να αποκαλυφθεί»! Το Δικαστήριο, σε αυτό το σημείο, υπέβαλε στον Ενάγοντα την εξής διευκρινιστική ερώτηση꞉ «Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Κύριε μάρτυρα, για να αντιληφθώ, αν σας δινόταν το δικαίωμα να παρέμβετε [στην εκπομπή], ήταν για να πείτε ότι δεν το ανακάλυψα, αλλά πρωτοστάτησα;» Και η απάντηση του Ενάγοντος στην ερώτηση του Δικαστηρίου ήταν ότι꞉ «Α. Ουδέποτε είπα ότι το ανακάλυψα, πρωτοστάτησα στα ΜΜΕ για να τεκμηριωθεί αυτή η συνωμοσία.». Κρίνω πως εύστοχα η συνήγορος της Εναγομένης 3 υπέβαλε στον Ενάγοντα ότι αυτός είχε δημοσιεύσει επωνύμως στις 19.5.2006 στην εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» ένα άρθρο στο οποίο δήλωνε ότι εκείνος προσωπικά «αποκάλυψε» το θέμα της υφαλοκρηπίδας και του υπέβαλε ότι «προσωπικά αποκαλύπτω σημαίνει ότι πρώτος εσείς έχετε αποκαλύψει αυτό». Το συγκεκριμένο άρθρο τιτλοφορείται «Εκλογές και Σχέδιο Ανάν» (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Δ») φέρει σε πλαϊνή στήλη τη φωτογραφία του Ενάγοντος με ρητή αναφορά στο όνομά του ως του συγγραφέα του άρθρου και με έντονα γράμματα η εξής αναφορά꞉ «Στο σχέδιο υπήρχαν καλά κρυμμένα γεωπολιτικά συμφέροντα και ατομικά κίνητρα». Παραθέτω απόσπασμα από το κυρίως σώμα του άρθρου, το οποίο παρουσιάζει ενδιαφέρον για την παρούσα υπόθεση꞉ «ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ Ανάν, γνωστό ως «Η Θεμελιώδης Συμφωνία» αποτελείται

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.