ΝΕΟΦΥΤΟΣ Κ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3046/2014, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3046/2014 Μεταξύ: ΝΕΟΦΥΤΟΣ Κ. ΝΕΟΦΥΤΟΥ Ενάγοντας και
- CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
- Laiki Financial Services Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Ανδρέας Βγενόπουλος
- Νεοκλής Λυσάνδρου
- Ευθύμιος Μπουλούτας
- Χρίστος Στυλιανίδης
- Παναγιώτης Κουννής
- Βασίλειος Θεοχαράκης
- Στέλιος Στυλιανού
- Πλάτων Ε. Λανίτης
- Κωνσταντίνος Μυλωνάς
- Μάρκος Φόρος
- Fadel Al Ali
- Albdulrazaq Al Jassim
- Hesham Al Qassim
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας για Κυπριακή Δημοκρατία
- PRICEWATERHOUSE COOPERS LTD
- GRANT THORNTON (CYPRUS) LTD
- OMNIUM CORPORATE AND TRUSTEE SERVICES LTD Εναγομένων 28 Φεβρουαρίου 2017 Αίτηση ημερομηνίας 08.06.2016 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Εναγόμενο 7: κα Παπουή Για Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κος Μενελάου. ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Έχει καταχωρηθεί κλητήριο ένταλμα κατά του εναγόμενου 7 που είναι γενικά οπισθογραφημένο. Η διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο ένταλμα για το πρόσωπο του εναγόμενου 7 είναι Θησέως 67, Νέα Ερυθραία, 146 71 Ελλάδα. Στις 14 Απριλίου ο καθ' ου η αίτηση ενάγοντας αποτάθηκε με αίτηση μονομερώς όπως του δοθεί άδεια για την έκδοση και επίδοση ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός της Δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων, και στον εναγόμενο 7, στην Ελλάδα. Το πραγματικό πλαίσιο που συνόδευε την αίτηση και υποστήριζε το αίτημα του ενάγοντα σε σχέση με τον εναγόμενο 7 παρατίθεται στις παραγράφους 3, 4 ,5 και 6 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα προς υποστήριξη της αίτησης ως ακολούθως: «
- Οι Εναγόμενοι 5, 7, 10, 14, 15, 16 και 17 είναι κατάλληλοι και απαραίτητοι ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, το έτος 2011, και η αγωγή ηγέρθη ορθώς και δικαίως, βαρύνονται δε με την παράβαση σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και/ή με αστικά αδικήματα. Επισυνάπτω αντίγραφο μέρους του Ενημερωτικού Δελτίου που εξέδωσε η Εναγομένη 1 το 2011 και περιλαμβάνει τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου την επίδικη περίοδο τεκμήριο
- Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων είναι ως εξής: Α. Διάταγμα ακύρωσης των ομολόγων/Αξιογράφων Κεφαλαίου έκδοσης κατά ή περί το 2011 ως και παντός σχετιζομένου εγγράφου, απόκτησης των, ως και εξόφλησης, ως επίσης και παντός εγγράφου σχετιζομένου με τις πιο πάνω πράξεις και/ή την μετατροπή των σε Μετατρέψιμα Αξιόγραφα Ενισχυμένου Κεφαλαίου (ΜΑΕΚ) ή/και σε μετοχές και διάταγμα ακύρωσης λόγω απάτης/δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή λόγω άσκησης πίεσης/ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης και/ή λόγω απειλής/εκβιασμού/οικονομικής πίεσης κατά ή περί τον Ιούνιο του 211 και έπειτα. Β. Αποζημιώσεις δια απάτη και/ή δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή δια αμελείς παραστάσεις και/ή μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων και/ή σχέσης δικαιούχου/εμπιστευματοδόχου και/ή για αμέλεια και/ή συνομωσία και/ή αποζημιώσεις δυνάμει αρχών επιείκειας (equitable damages) για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των Εναγομένων σε σχέση με τα ανωτέρω κατά/ή περί τον Ιούνιο
- Γ. Αποζημιώσεις δια παράβαση προνοιών του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 μεταξύ άλλων άρθρων 38 - 46 και/ή των Προνοιών του Νόμου 114(Ι)/2005 περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, των Νόμων και Κανονισμών για το ΧΑΚ και/ή για την Κεφαλαιαγορά και/ή δυνάμει σχετικών προνοιών του Νόμου σε σχέση με την έκδοση αξιογράφων/ομολόγων κατά η περί τον Μάιο του 2011 δυνάμει Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και/ή Πρόσκλησης «Prospectus» και/ή Ενημερωτικού Δελτίου και/ή άλλως πως και εν συνεχεία δυνάμει Ενημερωτικού Δελτίου και/ή Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου κατά ή περί την 19.5.
- Δ. Αποζημιώσεις διά ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις στο εν λόγω Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο και/ή Πρόσκληση και/ή Έκθεση και/ή Ενημερωτικό Δελτίο και/ή δια παραλείψεις αποκάλυψης λεπτομερειών/γεγονότων/υλικού κατά παράβαση σχετικών προνοιών των Νόμων και Κανονισμών. Ε. Επιστροφή παντός καταβληθέντος ποσού στη «Λαϊκή Τράπεζα» Εναγόμενη 1 και/ήστους Εναγομένους μετά τόκων προς 7% από ημερομηνίας καταβολής του ποσού ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. ΣΤ. Αποζημιώσεις διά παραβίαση καθήκοντος (breach of statutory duty) και/ή διά παράλειψη καθήκοντος και ή το αδίκημα της παράνομης ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος (non-feasance, misfeasance) και ή δυνάμει του άρθρου 172 του Συντάγματος. Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε να αποδώσει. Η. Νόμιμον τόκον και έξοδα πλέον ΦΠΑ (ΑΜΕ 30012265Κ).
- Τα γεγονότα έχουν ως εξής: Α. Μου είχαν παραχωρηθεί από την εναγομένη 1, στεγαστικό δάνειο με αριθμούς 009-12-518243 για ποσό €308,000.00 και τρεχούμενος λογαριασμός με αρ. 009-12-519691 από τον οποίον πληρώνονταν οι δόσεις του δανείου μου. Στις 20/6/2011 επισκέφθηκα το κατάστημα της εναγομένης 1 στην Λακατάμεια και ζήτησα από την διευθύντρια του καταστήματος, να ενοποιηθούν οι ανωτέροι αναφερόμενοι λογαριασμοί μου, και αυτή μου ανέφερε ότι για να εγκριθεί το αίτημα μου αυτό έπρεπε να παράσχω περαιτέρω εξασφαλίσεις και να επιτευχθεί ενοποίηση των λογαριασμών μου. Εγώ αποφάσισα τότε να προχωρήσω στην υλοποίηση της ενοποίησης των λογαριασμών μου και να καταθέσω στον ενιαίο πλέον, λογαριασμό του δανείου μου, το ποσό των €30.000 τα μοναδικά λεφτά που είχα. Β. Η διευθύντρια όμως του ως άνω καταστήματος, και στην συνέχεια άλλη υπάλληλος του ιδίου καταστήματος με παρότρυναν, το ποσό των €30.000 αντί να το καταθέσω στο λογαριασμό του δανείου μου, να το διαθέσω στην αγορά αξιογράφων τα οποία προσφέρονταν με ψηλό επιτόκιο και ήταν σίγουρα και εγγυημένα. Περαιτέρω οι τόκοι που θα πληρώνονταν κάθε τριμηνία και όχι μια φορά τον χρόνο, θα κατατίθεντο στον λογαριασμό του δανείου μου. Επίσης μου ανέφεραν ότι τα αξιόγραφα του 2011 ήταν πενταετούς διάρκειας και ότι στην λήξη τους θα μου επιστεφόταν το κεφάλαιο ακέραιο. Γ. Άφησαν να νοηθεί ότι τα αξιόγραφα ήταν ένα καταθετικό σχέδιο για πέντε χρόνια με απόδοση τόκων7%, το οποίον ήταν σίγουρο και εγγυημένο, και οι τόκοι ανά τρίμηνο θα κατατίθοντο στο δάνειο. Επιπλέον με διαβεβαίωσαν ότι ήταν πρώτης τάξεως εξασφάλιση και ήταν προς το συμφέρον μου για σκοπούς της δανειοδότησης μου. Δ. Βάση των όσων αναφέρω πιο πάνω πείστηκα να αγοράσω αξιόγραφα αξίας €30.000 κυρίως λόγω του υψηλού επιτοκίου και της δυνατότητας αποπληρωμής μέρους των δόσεων του δανείου μου από τους τόκους. Ε. Ουδείς με ενημέρωσε ότι υπήρχε η πιθανότητα να μην πληρωθούν οι τόκοι και/ή αυτά τα λεφτά να χαθούν και/ή ότι αυτή η ενέργεια μου ενείχε κινδύνους και/ή ενείχε κινδύνους ως μια επενδυτική κίνηση. Παρουσίαζαν τα αξιόγραφα ως ένα άλλο είδος καταθετικό γραμμάτιο με ψηλό επιτόκιο. ΣΤ. Οι συμβουλές και/ή προτροπή αγοράς των αξιογράφων έγινε από άτομα που δεν κατείχαν τις γνώσεις και/ή τα αναγκαία προσόντα να προβαίνουν στην προώθηση αυτών και όπως φαίνεται έπαιρναν προμήθειες πάνω στις πωλήσεις των αξιογράφων εις βάρος των πελατών. Ζ. Δεν έγινε οποιαδήποτε έρευνα για διαπίστωση των επενδυτικών αναγκών μου και/ή διερεύνηση σε ποιο βαθμό θα ήμουν διευθετημένος να αναλάβω τον κίνδυνο ακόμα και την απώλεια της επένδυσης ή και των τόκων. Η. Καμία ανεξάρτητη οικονομική, νομική και/ή επενδυτική συμβουλή δεν με παρότρυναν να πάρω ως όφειλαν. Θ. Απέκρυψαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της Εναγομένης
- Όλοι οι Εναγόμενοι αρνούνται ευθύνη. Οι υπάλληλοι και/ή υπηρέτες της Εναγομένης 1 ενήργησαν βάση οδηγιών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης
- Το Διοικητικό Συμβούλιο ευθύνεται για τις παραβάσεις και/ή παραλείψεις που προκάλεσαν τις ζημίες και θεραπείες που αιτούμαι στην παρούσα αγωγή ». Στην συνέχεια εκδόθηκε διάταγμα ως ακολούθως: «ΕΞ ΠΑΡΤΕ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜ. 14.4.16 από ενάγοντα - αιτητή Της αιτήσεως των κ.κ. Χ. Ιωαννίδου & Μ. Μενελάου δικηγόρων εναγόντων - αιτητών, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ, αφού ανέγνωσε την ένορκο ομολογία η οποία κατατέθηκε υπό ή εκ μέρους του ενάγοντα - αιτητή, ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και δίδει άδεια για υποκατάστατο επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η επίδοση σε ότι αφορά τους εναγομένους αρ. 5, 7, 10 και 14 να γίνει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του ΕΚ 1393/
- ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως όσον αφορά τους εναγομένους αρ. 15, 16 και 17 η επίδοση να γίνει σύμφωνα με τους Θεσμούς και δια υποκατάστατης επίδοσης μέσω αγγελιοφόρων (courier service). Τα έγγραφα που θα επιδοθούν στους εναγόμενους 15, 16 και 17 όπως και το παρόν διάταγμα να συνοδευτεί από μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα. Οι Εναγόμενοι είναι ελεύθεροι να καταχωρήσουν εμφάνιση εντός 21 ημερών από την επίδοση. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως εάν οι εναγόμενοι παραλείψουν να καταχωρήσουν εμφάνιση, οιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση στην αγωγή θα θεωρείται ως επιδοθείσα εάν αναρτηθεί στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο οχτώ
(8)ημερών. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και επιδικάζει τα έξοδα της αίτησης υπέρων των εναγόντων αιτητών και εναντίον των εναγομένων 5, 7, 10, 14, 15, 16 και 17 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας». Ο αιτητής -εναγόμενος 7 έχει αποταθεί στο Δικαστήριο και ζητεί τον παραμερισμό επίδοσης που ακολούθησε την έκδοση του διατάγματος. Σύμφωνα πάντοτε με τον αιτητή παραδόθηκε φάκελος στην κεντρική γραμματεία της εταιρείας Marfin Investment Group, στην διεύθυνση Λεωφόρος Θησέως αρ. 67 Νέα Ερυθρέα 14671 Αθήνα. Ο φάκελος απευθυνόταν στον εναγόμενο 7 και περιείχε διάφορα έγγραφα, μεταξύ άλλων, το κλητήριο ένταλμα στο οποίο αναγράφεται ως διεύθυνση του εναγόμενου 7 η Λεωφόρος Λεμεσού 154 στην Λευκωσία καθώς και το διάταγμα ημερομηνίας 24 Απριλίου
- Είναι θέση του αιτητή ότι η επίδοση είναι παράτυπη και πρέπει να παραμερισθεί για τρεις κυρίως λόγους:.
- Είναι θέση του ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε με διεύθυνση για τον εναγόμενο στην Κύπρο συνεπώς, έπρεπε να είχε γίνει κανονική επίδοση στον εναγόμενο 7 και μόνο όταν δεν είχε ανευρεθεί να είχε ο ενάγοντας αποταθεί για υποκατάστατη επίδοση του εναγόμενου
- Το Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία στην προκειμένη περίπτωση να επιτρέψει επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος σε σχέση με τον εναγόμενο 7 με βάση μόνο των γεγονότων που εκτίθενται στην αίτηση ημερομηνίας 14.4.
- Η επίδοση είναι άκυρη επειδή έγινε με Courier Service και όχι σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/2007 ως ορίζεται στο λεκτικό του διατάγματος ημερομηνίας 24.4.
- Η θέση του καθ' ου η αίτηση/ενάγοντα είναι ακριβώς η αντίθετη ότι δηλαδή η επίδοση ήταν νομότυπη και ορθή. Σε αντίθεση με τον αιτητή προβάλλεται ως γεγονός ότι η διεύθυνση που καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε είναι διεύθυνση στην Ελλάδα και όχι στην Λευκωσία. Περαιτέρω, είναι ισχυρισμός του ενάγοντα καθ ου αίτηση ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με τον Κανονισμό ΕΚ1393/07 και το άρθρο 14 όπως προνοεί το Διάταγμα ημερομηνίας 24.04.2016 και δυνάμει του άρθρου 17 του προοιμίου του Κανονισμού.
- Κατά πόσο η αγωγή έπρεπε πρώτα να επιδοθεί στην διεύθυνση στην Λευκωσία. Ο εναγόμενος επικαλείται στην αίτηση του ότι τα έγγραφα που παρέλαβε η κεντρική γραμματεία της Marfin αφορούσαν, μεταξύ άλλων, κλητήριο ένταλμα στο οποίο αναγραφόταν διεύθυνση για τον εναγόμενο 7 στην Λευκωσία. Με την ένσταση του ο ενάγοντας αμφισβητεί αυτό τον ισχυρισμό και επικαλείται τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης όπου προκύπτει καθαρά ότι η διεύθυνση του εναγόμενου 7 είναι η Θησέως 67 Νέα Ερυθραία 14671 Ελλάδα. Ο αιτητής είχε το βάρος να αποδείξει ότι το κλητήριο ένταλμα που παρέλαβε κατέγραφε διεύθυνση για τον εναγόμενο 7 στην Λευκωσία και όχι την Ελλάδα. Αντίγραφο του εγγράφου που παραλήφθηκε στο φάκελο δεν καταχωρήθηκε ως τεκμήριο, αλλά και ούτε προσκόμισε άλλο αποδεικτικό υλικό για να αντικρούσει τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι η διεύθυνση που καταγράφεται είναι αυτή της Ελλάδας. Έχω διεξέλθει του δικογραφικού φακέλου της υπόθεσης και πράγματι η διεύθυνση που καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα είναι η Θησέως 67 Νέα Ερυθραία 146 71 Ελλάδα. Ενόψει αυτού του γεγονότος, και του γεγονότος ότι κατά το επίδικο διάστημα ο εναγόμενος 7 ζούσε στην Ελλάδα ορθά αποτάθηκε ο αιτητής για άδεια να επιδώσει ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, σκοπός της επίδοσης είναι να λάβει γνώση της αγωγής ο εναγόμενος 7, ώστε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα να εμφανισθεί και να υπερασπισθεί στην αγωγή. Μόνο στην περίπτωση που ο εναγόμενος 7 είναι κάτοικος του εξωτερικού τίθεται ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας και παραμερισμός της επίδοσης. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας δεν έχει εξασφαλίσει άδεια να επιδώσει την αγωγή εκτός της δικαιοδοσίας δυνάμει της Δ.6 πρόκειται για άκυρο δικονομικό μέτρο. Στην περίπτωση κατοίκου του εξωτερικού θα ήταν άκυρο δικονομικό μέτρο η κανονική οδός υποκατάστατης επίδοσης εκτός της δικαιοδοσίας ώστε να κληθεί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου κάτοικος του εξωτερικού. Αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει επί της ουσίας και όχι τυπικά κατά πόσο ενδείκνυται επίδοση κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό για να επιδοθεί στον εναγόμενο 7 ως αναγκαίο διάδικο στην αγωγή. Η διάκριση μεταξύ παράτυπου δικονομικού μέτρου και άκυρου δικονομικού μέτρου, έχει επεξηγηθεί με λεπτομέρεια στην υπόθεση Karl Heniz Wunderlich v Παναγιώτου[1]. Με την Δ.64 το Δικαστήριο έχει την διακριτική εξουσία να θεραπεύει μη θεμελιώδεις παραλείψεις της διαδικασίας. Υπάρχει η ευχέρεια διάσωσης δικονομικών μέτρων αλλά όχι βασικών ουσιωδών παραλείψεων ή παραβίαση βασικών αρχών όπως επί παραδείγματι, το δικαίωμα του εναγόμενου να λάβει με την επίδοση γνώση της αγωγής. Συνεπώς, δεν έχει σημασία κατά πόσο οι αιτητές είχαν πρώτα αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια υποκατάστατης επίδοσης με βάση την Δ.5 ή για άδεια για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Δ.
- Εκείνο που έχει σημασία είναι να είχαν εξασφαλίσει άδεια δυνάμει της Δ.6 στην περίπτωση που ο εναγόμενος ήταν κάτοικος του εξωτερικού. Ως τέτοιο πρόσωπο δεν υποτάσσεται χωρίς άδεια στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Την ίδια θεώρηση των πραγμάτων είχε και το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της πολιτικής έφεσης Φραγκέσκου ν Γρηγορίου[2] όταν ο ενάγοντας είχε αποταθεί για υποκατάστατη επίδοση του εναγόμενου σε αντιπρόσωπό του στην Κύπρο με βάση την Δ.5 ενώ ο εναγόμενος ήταν μόνιμος κάτοικος του εξωτερικού. Επειδή ο ενάγοντας είχε ήδη εξασφαλίσει άδεια να επιδώσει το κλητήριο ένταλμα εκτός της δικαιοδοσίας σε προγενέστερο στάδιο, το γεγονός της έκδοσης διαταγής δυνάμει του Κ.5, δεν ήταν άκυρο δικονομικό μέτρο. Στην τελική ανάλυση το ερώτημα για την εγκυρότητα της επίδοσης αφού εξασφαλιστεί άδεια για επίδοση στο εξωτερικό είναι κατά πόσο ο συγκεκριμένος και προσφερόμενος τρόπος επίδοσης θα θέσει κατά λογική προοπτική αν όχι την βεβαιότητα ότι το κλητήριον ένταλμα θα τεθεί υπόψη του εναγομένου. «Στο Supreme Court Practice 1999, σελ. 1293, υποδεικνύεται με αναφορά στην Western etc. Building Society v. Rucklidge[3] ότι: Κατά την έκδοση διατάγματος για υποκατάσταση επίδοση σε πρόσωπο εκτός δικαιοδοσίας το είδος της επίδοσης που διατάσσεται δεν περιορίζεται σε επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αλλά μπορεί να είναι υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, και με αναφορά στην Myerson (πιο πάνω), υποδεικνύεται - στην ίδια σελίδα - ότι η σχετική διακριτική ευχέρεια πρέπει να ασκείται με τρόπο που θα αποφεύγει σύγκρουση με τη Δ.11 θ.
- Στο Annual Practice, 1960, σελ. 1977, με αναφορά στις υποθέσεις Fry v. Moore[4], Wilding v. Bean [[5], De Bernales v. New York Herald[6]και Worcester City Banking Co. v. Firbank [7]υποδεικνύεται ότι: «αν ο εναγόμενος ήταν εκτός δικαιοδοσίας κατά το χρόνο έκδοσης του κλητηρίου εντάλματος και δεν είχε δοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση». Η Western etc Building Society (πιο πάνω) έτυχε εφαρμογής στην Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) στην οποία υποδείχθηκε (βλ. σελ. 40): «Όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις για υποκατάστατη επίδοση της διαδικασίας σε διάδικο εκτός δικαιοδοσίας αυτό μπορεί να συντελεσθεί και με επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εντός της δικαιοδοσίας (Βλ. Ford v. Shephard [1885] 34 W.R. 63 και Western etc., Building Society v. Rucklidge [1905] 2 Ch. D., 472)». Αναφορικά με το θέμα της υποκατάστατης επίδοσης στην Karim (πιο πάνω) υποδείχθηκε ότι: «το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου (Βλ. THE ANNUALPRACTICE, 1960, Vol. 1, p. 133-134). Όπως έχει ήδη αναφερθεί κύριο νομικό έρεισμα της εισήγησης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ήταν οι αποφάσεις στις υποθέσεις Philippou και Myerson (πιο πάνω). Έχουμε την σαφή άποψη ότι οι υποθέσεις εκείνες διακρίνονται από την παρούσα γιατί σ' εκείνες τις υποθέσεις δεν είχε προηγηθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Θεωρούμε ότι μόνο μετά την εξασφάλιση τέτοιας άδειας ένας διάδικος που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να υποβληθεί στη δικαιοδοσία των δικαστηρίων μας. Μετά από την εξασφάλιση τέτοιας άδειας είναι δυνατή και η υποκατάστατη επίδοση εντός δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις όπου πληρούνται οι προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη είχε εξασφαλίσει άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Είχαν, επομένως, θεμελιωθεί οι προϋποθέσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Σε τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να επιτευχθεί επίδοση με υποκατάστατη επίδοση τόσο εντός όσο και εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Western etc. Building Society και Karim, πιο πάνω)». Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση δεν σημειώνεται να υπάρχει παρατυπία στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ακόμη και εάν ο εναγόμενος κατά καιρούς έρχεται στην Κύπρο, για προσωρινή διαμονή, και εάν ακόμη είχε διορίσει κάποιο αντιπρόσωπό του στη Λευκωσία, για να παραλαμβάνει εκ μέρους του δικαστικά έγγραφα. Σημασία έχει ότι κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής ήταν κάτοικος του εξωτερικού, και ως τέτοιος όφειλε ο ενάγοντας να αποταθεί στο Δικαστήριο δεόντως να εξασφαλίσει ειδική άδεια να του επιδώσει εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος. Στη συνέχεια, εκείνο που θα είχε σημασία για την εγκυρότητα της επίδοσης, μετά την εξασφάλιση της άδειας για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος της επίδοσης θα είχε τη λογική προοπτική ή/και τη βεβαιότητα να ενημερώνει τον εναγόμενο 7 για την ύπαρξη της αγωγής, ώστε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα να υπερασπίσει τον εαυτό του. Εφόσον στην παρούσα περίπτωση η άδεια έχει δοθεί και έτσι δεν τίθεται ζήτημα ακυρότητας της διαδικασίας ή παραμερισμό της επίδοσης επειδή δεν προηγήθηκε επίδοση του εναγομένου 7 εντός της δικαιοδοσίας σε προσωπικό του αντιπρόσωπο ή με άλλο τρόπο υποκατάστατης επίδοσης.
- Κατά πόσο το Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση έχει δικαιοδοσία ώστε να επιτραπεί επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στον συγκεκριμένο εναγόμενο εκτός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, είναι αυτά που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 14.4.2016 και συγκεκριμένα τα γεγονότα των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης. Ο εναγόμενος 7 ενάγεται υπό την ιδιότητα του, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης
- Ο εναγόμενος 7 με την αίτησή του, έχει επικαλεσθεί ως γεγονός για να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ότι δεν ήταν εκτελεστικός διευθυντής του Διοικητικού Συμβουλίου. Όμως, αυτός είναι ισχυρισμός που θα αποδειχθεί ή όχι στα πλαίσια της αγωγής όταν διεξαχθεί η ακροαματική διαδικασία και το πραγματικό ζήτημα επιλυθεί μεταξύ των μερών. Δεν ενδιαφέρει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο ισχυρισμός του εναγομένου 7 ότι δεν ήταν εκτελεστικός διευθυντής. Εκείνο που ενδιαφέρει το Δικαστήριο για να διακρίνει κατά πόσο η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ήταν έγκυρο δικονομικό διάβημα είναι κατά πόσο διατυπώθηκαν στα πλαίσια της αίτησης τέτοια γεγονότα σε σχέση με τον ενάγοντα που να εκφράζεται ολοκληρωμένη αιτία αγωγής κατά του εναγομένου 7 σε σχέση με ζήτημα που εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης εκφράζουν αιτία αγωγής σε σχέση με παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης 1, η οποία πώλησε τα αξιόγραφα στον ενάγοντα και δεύτερο επίσης εκφράζεται αιτίας αγωγής σε σχέση με τη διάπραξη αστικών αδικημάτων κατά του ενάγοντα προκειμένου να πειστεί να αγοράσει τα συγκεκριμένα αξιόγραφα. Σε σχέση με την παράβαση της συμφωνίας, δεν υπάρχουν γεγονότα που να συνδέουν τον εναγόμενο 7, ως πρόσωπο που είναι υπεύθυνος για την παράβαση της συμφωνίας. Τα αξιόγραφα, τα πώλησε η εναγόμενη 1 που είναι ξεχωριστή νομική οντότητα από τον εναγόμενο
- Ο εναγόμενος 7 ήταν τότε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά δεν διατυπώνονται γεγονότα στην αίτηση ημερομηνίας 14.04.2017 από τα οποία να προκύπτει αιτία αγωγής κατά του εναγομένου 7 υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου σε σχέση με παράβαση της συμφωνίας. Ο εναγόμενος 7 δεν ήταν μέρος της συμφωνίας αλλά τα μέρη της συμφωνίας ήταν ο ενάγοντας και η εναγόμενη
- Στην υπόθεση Stroj-invest Ltd. v n.l. Nova Trade (offshore) Ltd[8] το Εφετείο επεξήγησε ότι διευθυντής δεν είναι αυτόματα υπεύθυνος σε σχέση με σύμβαση η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ της εταιρείας και άλλων ακόμη και εάν αυτός υπέγραψε την συμφωνία εκ μέρους της εταιρείας. «Βρίσκω ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε καθόλο τον ουσιώδη χρόνο αποκλειστικά σαν διευθυντής των εναγομένων 1 και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Εξάλλου και ο Μ.Ε.1 στη μαρτυρία του, ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητήσει την επί του προκειμένου θέση των εναγομένων όταν αυτή του τέθηκε στην αντεξέταση. Δοθέντος δε ότι η εταιρεία αποτελεί αυτοτελή νομική οντότητα ανεξάρτητη από τους μετόχους και διευθυντής της (Salomon v. Salomon [1897] A.C.22, και Bank of Cyprus Holdings v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 1883) o εναγόμενος 2 δεν υπέχει προσωπική ευθύνη με την ιδιότητα του πρωτοφειλέτη». Ως εκ τούτου ο ενάγοντας όφειλε να παραθέσει στην αίτηση του κάποια γεγονότα που να θεμελιώνουν την απαίτηση του ότι ο εναγόμενος πρέπει να βρεθεί υπεύθυνος προσωπικά, ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, για την συναλλαγή που διεξήχθη μεταξύ το ενάγοντα και της εναγομένης
- Τέτοια γεγονότα απουσιάζουν από την αίτηση και έτσι δεν υπάρχει πραγματική βάση στην αίτηση που να δικαιολογεί επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με παράβαση συμφωνίας εναντίον του εναγομένου
- Παραμένει προς εξέταση ο ισχυρισμός του ενάγοντα κατά του εναγόμενου 1 για διάπραξη αστικών αδικημάτων, του δόλου και την απάτη κατά την πώληση και διάθεση των αξιογράφων. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο, είναι το ζήτημα της δικαιοδοσίας σε σχέση με τη διαφορά μεταξύ των μερών. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που θα παραθέσω πιο κάτω το ζήτημα της επίδοσης ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν είναι ζήτημα υποκατάστατης επίδοσης αλλά είναι θέμα ουσιαστικό δικαίου και συγκεκριμένα ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιλύσει τη διαφορά, η επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας είναι άκυρο διάβημα που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Η αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη της Δ.6 θ.1 που αφορά επίδοση κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι το O.11 r.
- Στο Annual Practice Book του 1953 επεξηγείται ότι στην περίπτωση που εγείρεται αγωγή εναντίον προσώπου, το οποίο βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη ο ενάγοντας να πάρει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος όταν υπάρχει και άλλος διάδικος που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, με την επισήμανση ότι αυτό δεν θα επιδοθεί στο διάδικο που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Έπειτα ακολουθεί επίδοση του κλητηρίου στο πρόσωπο που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας τότε θα πρέπει να αποταθεί εκ νέου στο Δικαστήριο για την έκδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ or notice of writ) που θα επιδοθεί στον άλλο διάδικο ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώριση λόγω της ύπαρξης διαδίκων εκτός δικαιοδοσίας δεν ήταν αναγκαία, εφόσον στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζεται εναγόμενος εντός της δικαιοδοσίας. Όταν καταχωρείται αίτηση του ενάγοντα με την οποία ζητεί άδεια του Δικαστηρίου να σφραγίσει κλητήριο ένταλμα με σκοπό να το επιδώσει εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην ουσία αυτά που ζητεί είναι την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που καταχωρείται κλητήριο ένταλμα εις το οποίο εκφράζεται αιτία αγωγής εναντίον προσώπου που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, τότε ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο θα επεκτείνει τη δικαιοδοσία του για να επιδοθεί η αγωγή σε κάτοικο του εξωτερικού επειδή αυτός είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή. Στην περίπτωση που η αιτία αγωγής εναντίον του διαδίκου που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι πλασματική, με αποτέλεσμα αδικαιολόγητα να ακολουθήσει επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας για σφράγιση του κλητηρίου, είναι η κατάλληλη περίπτωση που να δικαιολογεί παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου που έγινε εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην Αγγλική απόφαση Commmissioners v Armement [9] ο Lord Du Parcq είχε να πει τα ακόλουθα σε σχέση με την δυνατότητα του Δικαστηρίου να επεκτείνει την δικαιοδοσία του και να δώσει άδεια στον ενάγοντα να επιδώσει την αγωγή σε διάδικο ο οποίος βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. «The foreiner is not to brought before our Courts , and so under a jurisdiction to which he is not normally subject, unless certain provisions are satisfied. If he is a necessary or proper party to an action brought against a defendant who is subject to the jurisdiction , there is obviously something to be said , on the ground of convenience, for allowing service on him. There would however be no sufficient safeguard for the foreigner , if the claim made against the resident defendant were not open to the scrutiny of the Court, and if the making of the claim were enough. The words 'properly brought' are introduced to provide such a safeguard». Στα ελληνικά ελεύθερη μετάφραση: «Ο αλλοδαπός διάδικος δεν πρέπει να υποβληθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εκτός εις τις περιπτώσεις όπου πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Εάν είναι αναγκαίος διάδικος σε σχέση με αγωγή η οποία έχει εγερθεί εναντίον εναγομένου ο οποίος βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα πρέπει λογικά να επιτραπεί η επίδοση του κλητηρίου στον αλλοδαπό εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όμως θα πρέπει πάντοτε να δίδεται η ευκαιρία στον αλλοδαπό διάδικο να αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στα πλαίσια αναθεώρησης της απόφασης για επίδοση του κλητήριου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν είναι αρκετή η καταχώρηση αγωγής εναντίον εναγόμενου εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου διά να δικαιολογεί την επέκταση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου στον αλλοδαπό διάδικο. Η περίληψη των λέξεων «αναγκαίος διάδικος στην αγωγή» στη σχετική διάταξη παρέχουν επαρκή προστασία στον αλλοδαπό διάδικο ο οποίος κακώς έχει κληθεί να εμφανισθεί στην διαδικασία». Συνεπώς, το γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα έχει επιδοθεί στον εναγόμενο χωρίς να προηγηθεί άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορεί να επιφέρει από μόνο του ακυρότητα στη διαδικασία εφόσον η αγωγή έχει εκ πρώτης όψεως νομίμως εγερθεί εναντίον διαδίκου ο οποίος βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Όμως η αναγκαιότητα εξασφάλισης άδειας για επίδοση του κλητήριου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι θέμα νόμου το οποίο ρυθμίζεται από το άρθρο 3 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Στην απόφαση Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd. v Fiat Auto S.P.A[10] επεξηγήθηκε ότι η αίτηση για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζεται με σχολαστική προσοχή στα πλαίσια του νόμου και των κανονισμών ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι δικαιολογείται η επέκταση της δικαιοδοσίας του με βάση την πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται προς υποστήριξη της αιτήσεως. Επίσης σε εκείνη την υπόθεση ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν». Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί καλή υπόθεση που να δικαιολογεί την επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας με αναφορά την αρχική μονομερή αίτηση των εναγόντων προς εξασφάλιση αυτής της άδειας. ( Βλ. Amathus Ltd. Concord Liners [11] και Her Brittanic Majesty's Sec of State v Lanitis Investments Ltd.[12] όπου λέχθηκε ότι η διαπίστωση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο που βρίσκεται εκτός της επικράτειας μπορεί να γίνει μόνο με βάση την μαρτυρία στην οποία ο ενάγων είχε στηριχθεί για του δοθεί άδεια να επιδώσει το κλητήριο εκτός δικαιοδοσίας). Ο ενάγων θα πρέπει να εκθέσει όλη τη μαρτυρία που να αποκαλύπτει ότι έχει καλή υπόθεση. Το κριτήριο με το οποίο το Δικαστήριο εξετάζει αυτή την μαρτυρία είναι αντικειμενικό υπό την έννοια ότι το Δικαστήριο δεν αποφασίζει αναφορικά με την αξία ή βαρύτητα που θα δοθεί στη μαρτυρία αλλά κατά πόσο εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία με βάση τα οποία υπάρχει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπόθεση που να δικαιολογεί την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με διάδικο που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν είναι αρκετό να ισχυρισθεί ο ενάγοντας ότι πιστεύει ότι έχει καλή υπόθεση εναντίον των εναγομένων. Το Δικαστήριο θα πρέπει με αντικειμενικά κριτήρια να προβεί στην διαπίστωση αυτή. Θα πρέπει αυτή η διαπίστωση να γίνεται πάντοτε με αντικειμενικά δεδομένα, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα ασκείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση την Δ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ανάλογα με το τι πιστεύει ο ενάγοντας για τις πιθανότητες επιτυχίας του. Στην Αγγλική υπόθεση The Brabo[13] το Αγγλικό Εφετείο επεσήμανε ότι τέτοια ερμηνεία των θεσμών θα είχε ως αποτέλεσμα να ασκείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με κάτοικο εξωτερικού ανάλογα με την υποκειμενική εκτίμηση του ενάγοντα. «If the bona fides of the applicant were the only test, then the less competent advice he received and the less his capacity of judging accurately for himself, the greater would be his opportunity of obtaining leave to serve a writ out of the jurisdiction, and , if his knowledge at the date of issue of a summons for leave is the vital question, then the greater his ignorance, the better his chance of success. Both these considerations , in my view point to the view that neither bona fides or personal knowledge is the true criterion». Στα ελληνικά ελεύθερη μετάφραση: «Εάν η πεποίθηση του ενάγοντα ήταν το μόνο κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου τότε η κακή νομική συμβουλή που έχει πάρει ο ενάγοντας από τον δικηγόρο του ή η κακή εκτίμηση των γεγονότων του ενάγοντα, θα είχαν ως αποτέλεσμα να αυξήσουν τις πιθανότητες του να πάρει άδεια για επίδοση του κλητήριου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Εάν η δική του γνώση των γεγονότων ήταν το ουσιώδη στοιχείο που θα λάμβανε υπόψη του το Δικαστήριο για αποφανθεί επί του θέματος, τότε η άγνοια του ενάγοντα σε σχέση με τα γεγονότα θα του εξασφάλιζε την μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας στην αίτησή του. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η πεποίθηση του ενάγοντα ότι έχει καλή υπόθεση δεν μπορεί να είναι το κριτήριο που πρέπει να λάβει υπόψη το Δικαστήριο». Επίσης Αγγλική απόφαση, η οποία είναι ενδεικτική σε σχέση με το πως αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της δικαιοδοσίας και στη δική μας νομολογία με βάση την αντίστοιχη διάταξη που υπάρχει και στους δικούς μας θεσμούς, είναι η Wilkinson v Barking Corporation [14] όπου λέχθηκε ότι οι περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει την δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης διαφέρουν από τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος επικαλείται παρατυπία στην επίδοση ή έκδοση του κλητηρίου εντάλματος για να παραμερίσει το κλητήριο ένταλμα. Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις όπου υπάρχει έλλειψη δικαιοδοσίας ο εναγόμενος δεν μπορεί να απεμπολήσει το δικαίωμα του να το εγείρει αργότερα αφού έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή και έχει προβεί σε άλλα διαβήματα (fresh steps)στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην πιο πάνω απόφαση η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται κάποια παρατυπία, δεν αλλοιώνεται με τις ενέργειες των διαδίκων στην αγωγή. «No act of the parties can create in the courts a jurisdiction which Parliament has said shall vest not in the courts.Nor again can a party submit to a jurisdiction which does not exist.The court may by statute lack juridiction to deal with a particular matter .but it has to decide whether or not it has jurisdiction to decide whether or not it has jurisdiction to deal with such matters. By entering a conditional appearance a party submits to the second of these jurisdictions (which exists) but not to the first (which does not)». Με βάση την Δ.6 κ.1 της Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με διάδικο που βρίσκεται στο εξωτερικό όταν η αγωγή αφορά σύμβαση η οποία έγινε ή εκτελέστηκε στην Κύπρο. Επίσης, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με διάρρηξη συμφωνίας που έγινε στην Κύπρο. Από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 14.04.2016 προκύπτει ότι ο ενάγοντας δεν έχει συμβατική σχέση με τον εναγόμενο 7 (privity of contract). Έχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί ο εναγόμενος 7 μέρος της συμφωνίας ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης
- Με βάση την Δ.6 κ.1 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με διάδικο υπεύθυνο για οποιοδήποτε αστικό αδίκημα έχει διαπραχθεί στην Κύπρο. Γεγονότα που εκφράζουν αιτία αγωγής σε σχέση με αμέλεια, δόλο και απάτη θα μπορούσαν να θεμελιώσουν απαίτηση βασιζόμενη σε αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε στην Κύπρο. Στο σώμα της αίτησης δεν διατυπώνονται γεγονότα που να αποδίδονται σε ενέργειες του εναγομένου 7 δηλαδή ότι ενήργησε αμελώς, με δόλο και ή απατηλά προσωπικά, ώστε να εξάγεται ως συμπέρασμα ότι είχε ευθύνη προσωπικά για την πώληση και/ή διάθεση των αξιογράφων. Η ευθύνη του για τη διάπραξη των αστικών αδικημάτων προκύπτει από την ευθύνη του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Στην παράγραφο 6 της αίτησης υπάρχει μία λιτή δήλωση ότι όλοι οι υπάλληλοι της εναγομένης 1 ενήργησαν βάση οδηγιών του Διοικητικού Συμβουλίου. Συγκεκριμένα οι παραλείψεις και ενέργειες των υπαλλήλων της εναγομένης 1 που καταγράφονται είναι ως εξής:
- Ψευδούς και παραπλανητικές δηλώσεις στο εμπιστευτικό πληροφοριακό μνημόνιο.
- Δηλώσεις των λειτουργών του καταστήματος που αφήναν να νοηθεί ότι τα αξιόγραφα ήταν καταθετικό σχέδιο με απόδοση τόκων 7% σίγουρο και εγγυημένο.
- Παράλειψη λειτουργών να αναφέρουν ότι υπήρχε πιθανότητα να μην πληρωθούν οι τόκοι και τα χρήματα της επένδυσης να χαθούν.
- Συμβουλές για την προτροπή αγοράς από πρόσωπα που δεν κατείχαν γνώσεις και προωθούν τέτοια προϊόντα.
- Δεν έγινε έρευνα των επενδυτικών αναγκών του ενάγοντα.
- Δεν δόθηκε ανεξάρτητη νομική και/ή επενδυτική συμβουλή προτού παροτρύνουν τον ενάγοντα να αγοράσει αυτά τα προϊόντα.
- Δεν απεκάλυψαν την πραγματική οικονομική κατάσταση της εναγομένης
- Ο ενάγοντας ισχυρίσθηκε ότι, όλα τα πιο πάνω έγιναν με την έγκριση και σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης. O ενάγοντας σε σχέση με κάθε μία από τις πιο πάνω ενέργειες και/ή παραλείψεις δεν διευκρίνισε κατά πόσο εκφράζεται αιτία αγωγής εναντίον του εναγομένου 7 σε σχέση με ψευδής και/ή παραπλανητική δήλωση και/ή παράλειψη, αμέλεια του καθήκοντος, απάτη και/ή δόλο. Σε σχέση με την απάτη και δόλο αυτή πρέπει να εκφράζεται ολοκληρωμένα με συγκεκριμένα γεγονότα και λεπτομέρειες. Γενικοί ισχυρισμοί όσο δυνατοί και να είναι, είναι ανεπαρκής ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα αιτία αγωγής που να βασίζεται στον δόλο και/ή την απάτη (Odgers on Pleading and Practice, Stevens and Sons 1971 20th edition Fraud pg.206). Αιτία αγωγής που βασίζεται σε ισχυρισμό για δόλο, απάτη ή ψευδείς παραστάσεις πρέπει να περιέχει συγκεκριμένα γεγονότα και να διατυπώνει καθαρά ότι το ένα μέρος της συναλλαγής προέβη σε ψευδή δήλωση κάποιου γεγονότος. Δεύτερο πρέπει να καταδειχθούν γεγονότα ότι ο εναγόμενος 7 γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι το συγκεκριμένο γεγονός ήταν ψευδής. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται η δήλωση του γεγονότος εν γνώσει του προσώπου που έκανε την δήλωση ότι ήταν ψέματα ή χωρίς πραγματικά να πιστεύει ότι ήταν η αλήθεια ή έκανε τη δήλωση τόσο απερίσκεπτα που αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να γνώριζε κατά πόσο η δήλωση ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Σε κάποιες περιπτώσεις, η παράλειψη τους ενός μέρους να αποκαλύψει ένα σημαντικό στοιχείο, που αφορά την συναλλαγή, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ψευδή παράσταση γεγονότος. Δηλαδή, μπορεί να αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος σκόπιμα δεν είχε αναφέρει στον ενάγοντα κάποιο γεγονός. Καταδεικνύεται η ψευδής παράσταση διότι στην περίπτωση που ο ενάγοντας γνώριζε το συγκεκριμένο σημαντικό γεγονός θα απέφευγε τη συναλλαγή. Ο δόλος, η απάτη και οι ψευδείς παραστάσεις, πρόκειται για αστικά αδικήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις θεωρούνται και παραπτώματα του ποινικού κώδικα. Σε σχέση μ' αυτά τα αδικήματα, η θεραπεία που ζητείται είναι αποζημιώσεις, σε αντίθεση με θεραπεία για απαλλαγή από την συμφωνία ή ακύρωση της συμφωνίας, που είναι θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο των συμβάσεων. Η αίτηση ημερομηνίας 14 Απριλίου 2016, δεν εκφράζει αιτία αγωγής στην βάση του δόλου, απάτη και ψευδών παραστάσεων, με ολοκληρωμένο τρόπο με τα στοιχεία που έχω αναλύσει πιο πάνω. Γίνεται αναφορά στην διάπραξη αστικών αδικημάτων, γενικά, χωρίς να διευκρινίζεται ποια αστικά αδικήματα διαπράχθηκαν και χωρίς να διευκρινίζεται ποια αστικά αδικήματα αφορούν τον εναγόμενο 7 ειδικά. Περαιτέρω, καταγράφονται κάποια γεγονότα στην παράγραφο 5 που ενδεχομένως να είναι τα ψευδή γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτηση του ενάγοντα για τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα. Όμως, για κάθε ένα από αυτά τα γεγονότα δεν διατυπώνεται ότι αυτό ήταν ουσιώδης γεγονός, που γνώριζαν οι εναγόμενοι ότι ήταν ψευδής ή που δεν είχαν λόγο να πιστεύουν ότι ήταν η αλήθεια στο οποίο προέβησαν για να ξεγελάσουν τον ενάγοντα και να τον παροτρύνουν να αγοράσει τα αξιόγραφα. Τέλος, δεν διευκρινίζεται σε ποια δήλωση βασίσθηκε ο ενάγοντας για να προβεί στην εν λόγω συναλλαγή. Στη συνέχεια υπάρχει μία λιτή καταγραφή στην παράγραφο 6 της αίτησης ημερ. 14.04.2016, ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβούλιου, εξέδωσαν οδηγίες για να γίνουν αυτές οι δηλώσεις, χωρίς να διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο. Ούτε και βέβαια ξεκαθαρίζεται στην αίτηση ότι ο ενάγοντας έχει απαίτηση για αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 7, ως συνέπεια της απάτης, του δόλου και/ή ψευδούς δήλωσης γεγονότος. Δεν έχω αμφιβολία ότι ένα δικόγραφο με τα ίδια στοιχεία, θα έπασχε εξαιτίας της γενικότητας και ασάφειας διότι δεν εκφράζεται με επάρκεια αιτία αγωγής που βασίζεται στο δόλο, απάτη και/ή ψευδή δήλωση γεγονότος. Εξίσου δύσκολο εγχείρημα ήταν να εντοπίσω στο σώμα της αίτησης ημερομηνίας 14 Απριλίου 2016, ολοκληρωμένη έκθεση απαιτήσεως βασιζόμενη στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Σε σχέση με την αμέλεια ο Λόρδος Denning στην Αγγλική απόφαση Shaw v Shaw[15] επεξήγησε ότι σε αγωγή για αμέλεια το δικόγραφο δεν θεωρείται ολοκληρωμένο όταν στο σώμα της απαίτησης δεν διατυπώνονται τα ουσιώδη γεγονότα, αναγκαία ώστε να επεξηγείται ποια ήταν η ευθύνη του εναγόμενου την οποία παραβίασε και ποιο ήταν το καθήκον του προς τον ενάγοντα, το οποίο και πάλι παραβίασε με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να υποστεί ζημιά. Είναι βέβαιο, ότι τα πιο πάνω στοιχεία απουσιάζουν από την αίτηση ημερ. 14.04.2016 ώστε να γίνει αντιληπτό ποιο ήταν το καθήκον του εναγόμενου 7 προς τον ενάγοντα, από την θέση του μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου και ποια ήταν η ευθύνη του έναντι του ενάγοντα, σε σχέση με την αγορά των επίδικων αξιογράφων. Ούτε επεξηγείται ποιο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραβιασθεί συνέπεια της αμέλειας του εναγομένου
- Παρόλο που τα στοιχεία που καταγράφονται στην αίτηση ημερομηνίας 14 Απριλίου 2016, απέχουν κατά πολύ από μία καλά εκφρασθείσα απαίτηση, βασιζόμενη σε γνωστό στο νόμο αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε στην Κύπρο, υπάρχουν κάποια γεγονότα στην αίτηση που έστω και αμυδρά φαίνεται να παραπέμπουν προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να γίνεται κατανοητό ότι ο ενάγοντας βασίσθηκε σε κάποιες συγκεκριμένες δηλώσεις και/ή παραλείψεις λειτουργών της εναγομένης 1, με αποτέλεσμα να πεισθεί να αγοράσει τα αξιόγραφα. Στην συνέχεια στην παράγραφο 6, αναφέρεται ότι αυτές οι δηλώσεις έγιναν με οδηγίες του Διοικητικού Συμβουλίου αποδίδοντας στην ουσία την ευθύνη γι' αυτές τις δηλώσεις στον εναγόμενο
- Εάν αποδειχθεί ότι έδωσε αυτές τις οδηγίες υπό την ιδιότητα του ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου πιθανόν να συνδεθεί ως υπεύθυνος για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων. Τέλος, υπάρχει αναφορά στην αίτηση ότι οι δηλώσεις ήταν ψευδείς και/ή δεν ήταν ακριβής και/ή υπήρχαν σκόπιμες πληροφορήσεις και παραλείψεις των λειτουργών της εναγομένης 1 σε σχέση με την αγορά των αξιογράφων. Το πλέγμα των γεγονότων δεν είναι ιδεώδη για μια καθαρά διατυπωμένη απαίτηση, σε σχέση με συγκεκριμένο αστικό αδίκημα αλλά υπάρχουν κάποια συγκεκριμένα γεγονότα, διατυπωμένα στην αίτηση, ειδικά σε σχέση με τν συμπεριφορά λειτουργών της εναγομένης 1, κατά την αγορά των αξιογράφων, που δυνατόν να εκφράζουν αιτία αγωγής σε σχέση με τη διάπραξη αστικού αδικήματος. Στην περίπτωση που ο ενάγοντας αναφέρει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο έδωσε οδηγίες γι' αυτές τις πρακτικές, ή γνώριζε γι' αυτές τις πρακτικές και δεν τις παρεμπόδισε ή εξουσιοδότησε την έκδοση εμπιστευτικού ενημερωτικού μνημονίου που ήταν ανακριβής, ή επέτρεψε την πώληση αυτών των αξιογράφων ενώ η οικονομική κατάσταση της εναγομένης δεν ήταν αυτή που είχε δηλωθεί, ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στον εναγόμενο 7 για τη διάπραξη αστικών αδικημάτων. Ως εκ τούτου, ο αιτητής έχει πετύχει να αποδείξει έστω και στο ελάχιστο επίπεδο, ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αστικό αδίκημα που διαπράχθηκε στην Κύπρο, πρέπει να επεκταθεί ώστε να επιδοθεί η αγωγή στον εναγόμενο 7 που βρίσκεται στο εξωτερικό ως αναγκαίο διάδικο στην αγωγή.
- Κατά πόσο η επίδοση με Courier μπορεί να κριθεί έγκυρη επίδοση. Ο αιτητής επικαλείται τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
- Αυτός ο κανονισμός έχει αυξημένη ισχύ έναντι ημεδαπού δικαίου. Στην υπόθεση Ironhold Estates Ltd. v Travelworld Vacation Ltd[16], το εφετείο επεξήγησε γιατί οι Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί έχουν αυξημένη ισχύ έναντι ημεδαπού δικαίου. Επεξήγησε ότι o κανονισμός είναι το δίκαιο που επικρατεί στο βαθμό που ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός καλύπτει συγκεκριμένο ζήτημα και αυτό αντικαθιστά (preempts) το ημεδαπό δίκαιο. Επεξήγησε ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός, έχει άμεση εφαρμογή χωρίς να είναι ανάγκη να ενσωματωθεί στο ημεδαπό δίκαιο. Το θέμα καλύπτεται από το Άρθρο 2 της Πράξης περί των Όρων Προσχωρήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων εννέα χωρών, Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε.L236 και το Άρθρο 2 της Συνθήκης Προσχώρησης. Αλλά και ο περί της Συνθήκης Προσχώρησης Νόμος του 2003 (Ν.35(ΙΙΙ)/2003), που δημοσιεύθηκε την 25.07.2003, επίσης ρητώς προνοεί ότι «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη έχουν άμεση ισχύ στη Δημοκρατία και υπερισχύουν κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης». Επί παραδείγματι ο Κανονισμός 44/2001, σύμφωνα και με τη νομολογία, έχει απ' ευθείας εφαρμογή («directly applicable») χωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσής του. Αναφορικά με το ζήτημα της υποκατάστατης επίδοσης η απόφαση Φραγκίσκου ν Χριστίνα Γρηγορίου [17] ξεκαθάρισε ότι σε περιπτώσεις όπου ζητείται άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση του κλητηρίου εκτός της δικαιοδοσίας δεν έχει εφαρμογή η Δ.5 των θεσμών αλλά η Δ.
- Επομένως, δεν δικαιολογείται επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας χωρίς να συντρέχουν ειδικοί λόγοι που να δικαιολογούν απόκλιση από τον τρόπο επίδοσης που προδιαγράφεται στην Δ.
- H Διαταγή 6 θ.6 και θ.7 προνοούν ως ακολούθως: «6.
- When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him. Such notice shall be in Form
- 6.
- Where leave is given by the Court or a Judge for service of a writ of summons or notice of such writ in any foreign country with which a convention relating to such service has been or shall be extended to Cyprus the following procedure shall, subject to any special terms in the convention, be adopted». Περαιτέρω το λεκτικό της Δ.6 θ. 7 είναι επιτακτικό: «Where leave is given by the court or a Judge for service of a writ of summons or notice of such writ in any foreign country with which a convention relating to such service has been or shall be extended to Cyprus the following procedure SHALL, subject to any special terms in the convention, be adopted». Επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει την διακριτική εξουσία να επιτρέψει υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου με άλλο τρόπο σε σχέση με την αποστολή συγκεκριμένων εγγράφων, αριθμό εγγράφων και μετάφραση των εγγράφων. Δεν υπάρχει πρόνοια στον κανονισμό 1393/07 που να αντικαθιστά (pre-empts) την πρόνοια για εκτός της δικαιοδοσίας επίδοση. Η επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας διέπεται από την Δ.6 θ. 6 (form 6). Στην απόφαση Consortia Europe Ltd. v Fregata Holdings Ltd[18],ο Δικαστής Ναθαναήλ επεξήγησε ότι ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός δεν αντικαθιστά τις ουσιώδεις πρόνοιες της Δ.6 θ.6, διότι ο Κανονισμός δεν καθορίζει τον τύπο ή την μορφή τον προς επίδοση εγγράφων. Σκοπός του Κανονισμού 1393/2007, είναι η διευκόλυνση στη διαβίβαση εγγράφων, ώστε η δικαστικές διαδικασίες να είναι πιο αποτελεσματικές και ταχύτερες με την καθίδρυση υπηρεσίας παραλαβής εγγράφων. Όμως, αυτή η υπηρεσία δεν αντικαθιστά την Δ.6.θ.6, απλά υποβοηθά και επιταχύνει την επίδοση εφόσον η διαβίβαση των εγγράφων δεν είναι ασύμβατη με τον θεσμό. Όμως, οι προϋποθέσεις της Δ.6 δεν καταργούνται και προπαντός δεν αφαιρείται το δικαίωμα του εναγόμενου να υπερασπίσει τον εαυτό του μετά την επέκταση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εκτός της επικράτειας της Κύπρου. Ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει ως αποδεικτό υλικό τα έγγραφα τα οποία έχει αποστείλει στον εναγόμενο 7 με Courier, ώστε να είναι γνωστό στο Δικαστήριο ότι αποστάληκαν στον εναγόμενο 7 τα έγγραφα, που έπρεπε να του είχαν αποσταλεί δυνάμει της Δ.6 θ
- Συγκεκριμένα, δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο κατά πόσο αποστάληκε στον εναγόμενο 7 ειδοποίηση κλητήριου εντάλματος στον Τύπο 6 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας . Ο αιτητής έχει επικαλεσθεί το άρθρο 14 του Κανονισμού 1393/07 για να τεκμηριώσει την θέση ότι επίδοση με Courier είναι επιτρεπτή με βάση των θεσμών. Όμως, μία προσεκτική ανάλυση του λεκτικού του θεσμού, φανερώνει ότι το άρθρο δεν δίδει αναφαίρετο δικαίωμα στον αιτητή να επιδώσει την ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος με Courier. To άρθρο 14 προνοεί ως ακολούθως: «Article 14 Service by postal services Each Member State shall be free to effect service of judicial documents directly by postal services on persons residing in another Member State by registered letter with acknowledgement of receipt or equivalent». Με την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης ο εναγόμενος 7 έχει προσκομίσει μαρτυρία, με την οποία ισχυρίζεται ότι η Ελλάδα έχει ενστεί στην επίδοση Δικαστικών εγγράφων απευθείας διά του ταχυδρομείου. Το άρθρου 14 δίδει την ευχέρεια σε κάθε κράτος να αποφασίσει εάν θα επιτρέψει την επίδοση δικαστικών εγγράφων απευθείας διά των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Εφόσον, ο εναγόμενος 7 έχει προσκομίσει πραγματική μαρτυρία ότι στην Ελλάδα αυτό δεν επιτρέπεται, τότε δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 14 για να επιτρέπεται εναλλακτικός τρόπος επίδοσης δικαστικών εγγράφων διά του ταχυδρομείου. Εφαρμογή για την επίδοση έχει στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 4 του Κανονισμού 1343/
- Το διάταγμα που εκδόθηκε στις 26.4.2016 προνοούσε ότι η επίδοση των Δικαστικών εγγράφων θα γινόταν με βάση τον κανονισμό 1393/
- Η διαβίβαση των εγγράφων θα πρέπει να είχε γίνει με βάση το άρθρο 4 του Κανονισμού 1393/
- Απουσιάζει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης η επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία θα πρέπει να είχε κοινοποιηθεί στους ενάγοντες ότι η διαδικασία της επίδοσης ολοκληρώθηκε δεόντως, σύμφωνα με τις διαδικασίες επίδοσης του κράτους μέλους όπου διαμένει ο εναγόμενος
- Ούτε υπάρχει γραπτή μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο εναγόμενος 7 αποδέχθηκε την επίδοση χωρίς να εγείρει ζήτημα αποδοχής της επίδοσης, ως ορίζει το άρθρο 8 του Κανονισμού. Η ορθή διαταγή για να δοθεί η θεραπεία που επιδιώκει ο εναγόμενος 7, αιτητής στην παρούσα αίτηση είναι η Δ.16 θ.
- Η αντίστοιχη Αγγλική διάταξη της Δ.16 κ.9 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας είναι το O. 12 r.30 η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional apperance, to take out a summons in the Queen's Bench Division and in any other Division take out a summons or serve or serve notice of motion to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorising such service». Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1958, ο εναγόμενος μπορεί να εγείρει θέματα δικαιοδοσίας ή παρατυπίας στην επίδοση του ή την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος προτού καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Αυτά τα θέματα μπορούν να εγερθούν με την καταχώρηση αίτησης διά κλήσεως, η οποία να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, εις την οποία να εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος. Εάν ο εναγόμενος δεν εμφανισθεί στην αγωγή ή καταχωρήσει εμφάνιση με διαμαρτυρία (conditional appearance), τότε του δίδεται το δικαίωμα να καταχωρήσει τέτοια αίτηση. Εάν το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αιτήσεως διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, τότε το αποτέλεσμα είναι να εκδοθεί διαταγή για τον παραμερισμό του κλητήριου εντάλματος. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v Ευθυβούλου[19] το εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δύναται να παραβλέψει ή να διορθώσει μία παράτυπη διαδικασία στην κατάλληλη περίπτωση, αλλά δεν έχει την εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδης παραλείψεις. Στην υπόθεση In re Hadjisoteriou[20], το Εφετείο δεν θεώρησε ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, στη νομική βάση της αίτησης ήταν δεν ουσιώδης σφάλμα που να οδηγούσε στην ακύρωση της διαδικασίας και λέχθηκε στα σχόλια της απόφασης ότι γενικά μη συμμόρφωση στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας θα πρέπει να θεωρηθεί παρατυπία στην διαδικασία που διορθώνεται. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω δεν φαίνεται να δημιουργείται πρόβλημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου με βάση των πραγματικών παραστάσεων που εμφαίνονται στην αίτηση και ένσταση. Η επίδοση όμως της αγωγής είναι παράτυπη και η παρατυπία είναι ουσιαστική έτσι που να είναι ικανοποιητικός λόγος να ακυρωθεί η διαδικασία και να παραμεριστεί η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1958 στην σελίδα 199 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με εμφάνιση του εναγόμενου υπό διαμαρτυρία: «A conditional appearance under protest is a complete appearance to the action for all purposes, subject only to the right reserved by the defendant to apply to set aside the writ or the service thereof , on any ground which he can sustain. A defendant has the right to appear conditionally where he has a bone fide intention to dispute the jurisdiction of the Court. The leave of the master is required merely to prevent such a proceeding from being abused e.g. where the condition is not inserted in good faith and merely for delay». Στα ελληνικά ελεύθερη μετάφραση: «Η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία είναι κανονική εμφάνιση στην διαδικασία υπό την επιφύλαξη που έχει θέσει ο εναγόμενος με την αίτηση του να παραμερίσει το κλητήριο ένταλμα ή την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Ο εναγόμενος έχει το δικαίωμα να εμφανισθεί υπό διαμαρτυρία εκεί όπου έχει καλή τι πίστη πρόθεση να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η άδεια του Δικαστηρίου χρειάζεται διά να μην επιτραπεί η κατάχρηση αυτής της διαδικασία εκεί όπου η διαμαρτυρία δεν έχει γίνει καλή τι πίστη και μόνο για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας». Η διαδικασία που προνοείται πιο πάνω διαφέρει από την δική μας διαδικασία επειδή στην Κύπρο δεν χρειάζεται ο εναγόμενος να εξασφαλίσει άδεια προτού καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Όμως θεωρώ ότι το πιο πάνω απόσπασμα είναι χρήσιμο διότι δείχνει ότι το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να παραμερίσει την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος για μία παρατυπία που διορθώνεται μόνο επειδή ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αίτηση για να παραμερισθεί η επίδοση. Έχω ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο ουσιαστικός λόγος καταχώρησης της αίτησης, ήτοι τη μη ύπαρξη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δεν ευσταθεί και έτσι απομένει μόνο το ζήτημα της επίδοσης που όπως εξήγησα πιο πάνω δεν φαίνεται να έγινε καθόλα νομότυπα και κανονικά. Δεν είμαι βέβαιη ποια έγγραφα αποστάληκαν στον εναγόμενο ταχυδρομικώς διά Courier αλλά και ούτε τηρήθηκαν οι ελάχιστες προϋποθέσεις που προνοεί το άρθρο 4 του Κανονισμού 1393/
- Δηλαδή, δεν συμπληρώθηκε το έντυπο 1 (Annex 1), που θα πληροφορούσε το Δικαστήριο ότι η επίδοση έγινε με τον τρόπο που επιτρέπεται από τον νόμο του κράτους μέλους στην οποία απευθύνεται η επίδοση και που θα πληροφορούσε το Δικαστήριο ακριβώς ποια έγγραφα είχαν επιδοθεί στον εναγόμενο
- Αυτή δεν είναι απλή παρατυπία αλλά παρατυπία ουσίας διότι δεν δικαιούται ο ενάγοντας να επιδώσει εκτός της δικαιοδοσίας έγγραφα που δεν συμμορφώνονται με το (έντυπο 6) ως η Δ.6 θ.6 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας. Επειδή δεν έχω αυτή την σημαντική πληροφόρηση δεν είμαι βέβαιη ότι ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση της αγωγής και ότι του έχει επιδοθεί η αγωγή με τρόπο που επιτρέπεται στην Ελλάδα. Στην υπόθεση E -Phillipidou Ltd. V Littner Hampton Ltd[21], επεξηγείται πλήρως γιατί πρέπει να δίδεται δικαίωμα στον εναγόμενο που βρίσκεται εκτός της επικράτειας της χώρας η ευκαιρία να εγείρει ζητήματα σε σχέση με την επίδοση της αγωγής. Σε εκείνη την περίπτωση ως προκύπτει από το πιο κάτω απόσπασμα η επίδοση παραμερίστηκε επειδή ο αιτητής που αποτάθηκε για άδεια για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προέβη σε λανθασμένη διατύπωση γεγονότος στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση για να επιδοθεί η αγωγή εκτός της δικαιοδοσίας. «Reverting now to the facts and circumstances of the present case the order of the Judge was to serve copy of the writ of E summons on a British national in London. This is not in compliance with r.6 of 0.6 as necessarily modified. A notice of the writ should have been served. By a notice a foreign national residing out of the jurisdiction is notified that an action was commenced against him in our Courts and he is required, after the receipt of the notice, to defend the said action, whereas a writ is a command on the defendant, after service of the writ, within the time specified to enter an appearance. There is a significant difference between a command and a courteous notice. Is this non-compliance an irregularity or a nullity? In Hewitson and Milner v. Fabre, [1888] 21 K.B. 6, the plaintiffs sued the defendant, who was a foreigner residing in France, for goods sold and delivered to him in England, and obtained a Judge's order for the service upon him of the writ out of the jurisdiction, the order being obtained upon an affidavit which stated erroneously that the defendant was a British subject. The writ was served upon the defendant in France, and judgment signed against him in default of appearance. It was held that the service of the writ instead of a notice was a nullity, and not a mere irregularity, and that the order for service of the writ arid all subsequent proceedings must be set aside. Field, J., said on pp. 8-9:- "But the evil is still greater in the case of foreign countries, the governments of which resent the service on their subjects without their leave of the process of the Courts of other nations, and for this reason the alteration has been made in the rule, and a specific distinction between serving the process itself and giving a courteous notice of it has been drawn by Order. XI., r.
- Under that rule, if thedefendant be a British subject residing abroad, the jurisdiction which the Courts of this country posse over British subjects wherever resident would authorize the service upon him of the writ; but if he be not a British subject notice only of the writ is to be given to him, so that he ma be under no compulsion to obey it, but may be able to exercise an option in that respect. It is important to consider whether this objection lies in the mouth of the individual himself. In my opinion it is plain that it does, and. that the very object of the rule was to enable him to lake such an objection, and I have no doubt whatever that a foreigner residing abroad is competent to complain of the service of British process upon him. ...The order having been made upon a misrepresentation (however innocent) of a material fact. I think it should be set aside. It must be remembered also that the defendant was not a party to the making of the order: it was obtained ex pane, and to hold that the defendant cannot now come forward and object to it would amount to a denial of justice. I do not think there is any ground for the contention that the defendant has not come here in proper time; he has come when the necessity arose in consequence of proceedings upon the judgment being taken against him in the French Courts. The proceedings here are void ab initio, and I think the defendant is entitled to the relief which he claims". Wills, J., in a terse language said:- "I am entirely of the same opinion. The language ofOrder XI., r.6, is perfectly clear and explicit. The defendant was a foreigner residing in a foreign country, and the writ was served upon him abroad. Such a service is no service at all, for it is forbidden by the rules, and unless some act amounting to an estoppel has been done by the defendant the service is wrong and wholly void." The service of the copy of the writ on a foreign national outside the jurisdiction is a nullity. It may be set aside ex debitojustitiae and we intend to do so. We shall set aside the orderfor service of the writ and the service of the writ on the defend ants. In view of our above conclusion we need not consider the rival submissions of counsel whether the two claims of the plaintiffs come within the ambit of 0.6, r. 1(e). In the result order for service of copy of the writ on the defendants out of the jurisdiction and the service thereof are hereby set aside». Το ίδιο ισχύει και στην παρούσα περίπτωση διότι έγινε επίδοση της αγωγής με τρόπο που απαγορεύεται να γίνει η επίδοση δικαστικών εγγράφων εντός της επικράτειας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Αυτό δεν είναι μια απλή παρατυπία αλλά πρόκειται για άκυρο διάβημα. Επίδοση που δεν έχει γίνει σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κανονισμού 1393/07, πρόκειται για άκυρο διάβημα στην περίπτωση που το Ελληνικό κράτος απαγορεύει την απευθείας επίδοση δικαστικών εγγράφων στους κατοίκους της διά του ταχυδρομείου. Περαιτέρω, η επίδοση απευθείας με Courier είναι άκυρη εάν δεν υπάρχει συμμόρφωση με την Δ.6 θ.6 και 7 καθότι είναι άγνωστο στο Δικαστήριο ακριβώς ποια δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν στον εναγόμενο
- Η ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος ως προνοεί το έντυπο 6 των θεσμών (form 6) σε αντιδιαστολή με το έντυπο 2 (form 2) δεν διατάζει τον εναγόμενο να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή αλλά τον πληροφορεί για το περιεχόμενο της αγωγής και τον ενημερώνει για τυχόν συνέπειες εάν δεν υπερασπίσει τον εαυτό του στην αγωγή. Η αντικανονικότητα στην επίδοση της αγωγής είναι ουσιαστική με τρόπο που επηρεάζει τα δικαιώματα του εναγομένου διότι με μόνο τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου στα πλαίσια της αίτησης δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα ότι είναι υπόχρεος να υποταχθεί στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Δεν γνωρίζω κατά πόσο είχε πλήρη επίγνωση του περιεχομένου της αγωγής με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου κατά το χρόνο της επίδοσης και εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως έγκυρο δικονομικό μέτρο επίδοση που θεωρείται από το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνθηκε η επίδοση ότι είναι άκυρο δικονομικό μέτρο. Σκοπός του Κανονισμού 1393/07, δεν ήταν για να στηθούν νέα εμπόδια στην διαβίβαση δικαστικών εγγράφων μεταξύ κρατών μελών αλλά η διευκόλυνση στην επίδοση εγγράφων μεταξύ κρατών μελών. Όμως εφόσον η απευθείας επίδοση δικαστικών εγγράφων απαγορεύεται στο Ελληνικό κράτος και δεν έχει τεθεί ενώπιον μου συμπληρωμένο έντυπο επίδοσης σύμφωνα με το άρθρο 4 που κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και που θα αποδείκνυε ότι ο εναγόμενος 7 κατανόησε το έγγραφο της επίδοσης αλλά και ότι έλαβε μέτρα αμέσως προς υπεράσπιση στην αγωγή κρίνω ότι η επίδοση αυτή πρέπει να παραμεριστεί ως άκυρο δικονομικό διάβημα. Αναφορικά με το ζήτημα της ανανέωσης του κλητηρίου εντάλματος θεωρώ ότι το κλητήριο ένταλμα δεν ανανεώνεται αυτόματα ή ως θέμα δικαίου από το Δικαστήριο αλλά ότι ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κατά την κρίση του Δικαστηρίου όταν χορηγείται η συγκεκριμένη θεραπεία. Δεν έχω αρμοδιότητα να κρίνω κατά πόσο Δικαστήριο άσκησε εύλογα την διακριτική του εξουσία. Συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο της επίδοσης το κλητήριο ήταν σε ισχύ και έτσι ο εναγόμενος 7, δεν μπορεί με την αίτηση να εγείρει τέτοιο ζήτημα για να υποστηρίξει το αίτημα του για παραμερισμό του διατάγματος της ανανέωσης ή παραμερισμός της επίδοσης. Συνεπώς, ακόμη και να μη έχει αποσταλεί τέτοιο έγγραφο στον εναγόμενο 7 δεν θα ήταν ουσιαστική παρατυπία διότι δεν θα μπορούσε να εγείρει τέτοιο ζήτημα στα πλαίσια αυτής της αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης., Εκδίδεται διαταγή με την οποία παραμερίζεται η επίδοση. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1Α ΑΑΔ 366
(1999)[2]
(2000)1Γ Α.Α.Δ 1765 [3] [1905] 3 Ch. 472 [4] [1889] 23 Q.B.D. 395 [5] [1891] 1 Q.B. 100 [6] [1893] 2 Q.B. 97 [7] [1894] 1 Q.Β. 784 [8]
(2007)1Α Α.Α.Δ 524 [9] 1 ALL ER 294 [1949] [10] Πολιτικη Εφεση 10369 ημερομηνία 27/3/00 [11] 1 ΑΑΔ
(1993)1032-1033 [12] Πολιτικη Εφεσφ 10113 ημερ. 25/6/99 [13]
(194)AC 326 [14] [1948] 1 KB 721 [15] [1954] 2 QB 429 441 [16] 1 ΑΑΔ 452
(2010)[17] Πολιτικη Εφεση 10712 ημερ. 3/11/00 [18] Πολιτική Έφεση 387/2011 ημερομηνίας 17 Οκτωβρίου 2014 [19] Πολιτική Έφεση 10196 ημερ. 23/3/99 [20] 1 CLR
(1986)429 [21]
(1984)1 CLR 716 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο