← Κύπρος

Μαρίας Χριστοφή ν. Σχολικής Εφορίας Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς, Αρ.Αγωγής: 7460/2010, 14/2/2017

Μαρίας Χριστοφή ν. Σχολικής Εφορίας Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς, Αρ.Αγωγής: 7460/2010, 14/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 7460/2010 Μεταξύ: Μαρίας Χριστοφή Ενάγουσας και Σχολικής Εφορίας Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς Εναγομένης Ημερομηνία: 14.02.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ.Δ.Καλλής για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κ.Οικονόμου για Μάριος Χ.Μυλωνάς & Συνεργάτες Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα διεκδικεί από την Εναγόμενη ποσό €25.000 (ως περιορίσθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία), ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Εναγόμενη τον Ιούνιο του 2008 προκήρυξε προσφορές για την εκμετάλλευση του κυλικείου του Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς και στις 27.06.2008 η Ενάγουσα υπέβαλε προσφορά η οποία απορρίφθει, ενώ με επιστολή της Εναγόμενης, ημερομηνίας 20.08.2008, η Ενάγουσα πληροφορήθηκε για τους λόγους απόρριψης της προσφοράς της. Η Ενάγουσα καταχώρησε την υπ΄αριθμό αγωγή 1517/2008 προσφυγή κατά της πιο πάνω απόρριψης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, με απόφασή του ημερομηνίας 30.04.2010, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συνέπεια της απόφασης της Εναγομένης έχει υποστεί ζημιά (εντός της έννοιας) του Συντάγματος γιατί είχε στερηθεί την δυνατότητα να εκμεταλλευθεί το εν λόγω κυλικείο, για την περίοδο της προσφοράς της. Με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 11.05.2010, προς την Εναγόμενη, η οποία παρελήφθηκε 17.05.2010, η Ενάγουσα αξιούσε ποσό €207.144, για τις ζημιές τις οποίες υπέστη και στις παραγράφους 11-14 αναφέρεται αναλυτικά στα ποσά που απώλεσε. Η Εναγόμενη παρέλειψε να απαντήσει σ΄αυτή και στις 15.08.2010 η Εναγόμενη με επιστολή της, πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι θα προχωρούσε στην επανεξέταση των προσφορών και ζήτησε από την Ενάγουσα ορισμένα στοιχεία. Η Ενάγουσα με επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 31.08.2010, αφού επιφύλαξε τα δικαιώματα της, που πηγάζουν από το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, ζήτησε παράταση χρόνου να πληροφορήσει την Εναγόμενη για τη νομική πτυχή του θέματος. Η Εναγόμενη, με επιστολή της ημερομηνίας 03.09.2010, πληροφόρησε τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι έδιδε παράταση 10 ημερών για να προσκομισθούν τα στοιχεία που ζητούσε. Στις 07.09.2010 οι συνήγοροι της Ενάγουσας ζήτησαν, εκτός των άλλων, να πληροφορηθούν από την Εναγόμενη ποια χρονική περίοδο θα αφορούσε η τραπεζική εγγυητική επιστολή. Η Εναγόμενη πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι η Τραπεζική εγγυητική επιστολή θα αφορούσε περίοδο από 01.09.2008 μέχρι 15.07.2011 και στις 13.09.2010 η Ενάγουσα έδωσε τα στοιχεία που ζητούσε η Εναγόμενη με την επιστολή της 19.08.2010. Η Εναγόμενη με την Υπεράσπιση της αρνείται την απαίτηση της Ενάγουσας και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, στις 30.07.2008, η Ενάγουσα απροειδοποίητα προσήλθε από μόνη της στα γραφεία της Εναγόμενης και ζήτησε να της επιστραφεί, όπως και έγινε, η Τραπεζική εγγύηση την οποία είχε υποβάλει με τη προσφορά της. Παραδέχεται ότι η Ενάγουσα, με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 11.05.2010, αξίωσε ποσό €207.144, για ισχυριζόμενες ζημιές, τις οποίες κατ΄ισχυρισμό υπέστη, τις οποίες αρνείται. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 11.11.2010 κατά τη διάρκεια συνεδρίας για επανεξέταση των προσφορών προέβει σε συνέντευξη της Ενάγουσας, ως είχε δικαίωμα, βάσει των όρων προσφοράς, όπου εκεί διαπιστώθηκε ότι δεν είχε πείρα σε κυλικείο παρά μόνο κάποιες ώρες όταν αυτή ήταν μαθήτρια και επίσης ανέφερε ότι προτιμά αποζημιώσεις, παρά να αναλάβει το κυλικείο του Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς και ότι επιμένει στο πρώτο όρο της επιστολής των δικηγόρων της, ημερομηνίας 31.08.2010, δηλαδή στη διεκδίκηση αποζημιώσεων. H Eναγόμενη στη συνέχεια αφού αποχώρησε από την συνεδρία, λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων ότι η Ενάγουσα δεν είχε πείρα και η άρνηση της να αναλάβει το κυλικείο προχώρησε και επανακατακύρωσε τη προσφορά στη δεύτερη καλύτερη προσφοροδότη. Αναφέρει επίσης ότι δεν απάντησε την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας γιατί πληροφορήθηκε ότι στις 01.09.2010 κατεχωρήθη η παρούσα αγωγή. Eπίσης με τη παράγραφο 10 εγείρει επιπρόσθετα ότι η Ενάγουσα δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα για αξίωση αποζημιώσεων ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί (α) η ακύρωση της απόφασης της Εναγόμενης δεν θεμελιώνει αφ΄αυτής δικαίωμα της Ενάγουσας για αξίωση αποζημιώσεων,(β) από το λεκτικό της απόφασης του Ανωτάτου, απέρρεε υποχρέωση της Εναγομένης για επανεξέταση των Προσφορών σύμφωνα με τα άρθρα 146.5 και 146.6 του Συντάγματος. Η Εναγόμενη προχώρησε σε επανεξέταση των προσφορών συμμορφούμενη με τους τρεις λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης, με την προσφυγή 1517/2008, απόφασης. (γ) H Εναγόμενη άρχισε να λαμβάνει διορθωτικά μέτρα προς συμμόρφωση με την απόφαση του Ανωτάτου, ήτοι την επανεξέταση των προσφορών, πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής από την Ενάγουσα. (δ) Η Ενάγουσα κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής δεν γνώριζε ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της επανεξέτασης των προσφορών από την Εναγόμενη. (ε) Η Ενάγουσα κατά ή περί την 11.11.2010 σε συνέντευξη που είχε από την Εναγόμενο για σκοπούς επανεξέτασης δήλωσε ότι προτιμά και επιμένει στον συμβιβασμό και διεκδίκηση αποζημιώσεων παρά να αναλάβει το κυλικείο. (στ) Ο έλεγχος της νέας της απόφασης είναι αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (ζ) Mε την επανεξέταση των προσφορών και την έκδοση νέας απόφασης από την Εναγόμενη έχει αποκατασταθεί η νομιμότητα και η Ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά από την ακυρωθείσα απόφαση, ούτως ώστε να δικαιούται σε αξίωση αποζημιώσεων. Τέλος, ότι η Ενάγουσα έχει υποστεί τις ζημιές τις οποίες περιγράφει στη Έκθεση Απαίτησης της και ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε αποζημιώσεις βάσει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. H Eνάγουσα με την Απάντηση της στη Υπεράσπιση αρνείται όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά από τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης που αντιβαίνουν προς την Έκθεση Απαιτήσεως και εμμένει στους ισχυρισμούς της. Ως προς το ισχυρισμό για παραλαβή της τραπεζικής εγγύησης ισχυρίζεται ότι στα γραφεία της Εναγόμενης προσήλθε και παρέλαβε την τραπεζική εγγύηση κατόπιν παρακλήσεως της Εναγόμενης και επίσης αρνείται ότι υπήρχε υποχρέωση της Εναγόμενης για επανεξέταση και ισχυρίζεται ότι από το λεκτικό της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν απέρρεε υποχρέωση της Εναγόμενης για επανεξέταση των προσφορών. Διαζευκτικά η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι και σε περίπτωση που υπήρχε υποχρέωση να επανεξεταστούν οι προσφορές εκ νέου δεν θα μπορούσαν να εκπληρωθούν οι όροι της προσφοράς και η εκμετάλλευση του κυλικείου για το λόγο ότι η Ενάγουσα δεν θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί το κυλικείου αφού παρήλθαν ήδη δύο σχολικές χρονιές και 3 μήνες από την τρίτη σχολική χρονιά και το μόνο θέμα που απέμεινε να συζητηθεί και διευθετηθεί μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης ήταν το θέμα των αποζημιώσεων που πηγάζουν από την ακύρωση της απόφασης, σύμφωνα με τα άρθρα 146

(6)του Συντάγματος. Επίσης αρνείται ότι η Εναγόμενη ήτο δεόντως συγκροτημένη κατά ή περί την 11.11.2010 κατά την διάρκεια συνεδρίας για επανεξέταση των προσφορών και ισχυρίζεται ότι παρανόμως υπήρξε επανεξέταση των προσφορών, ή οποιαδήποτε εξέταση και ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με δημοσιεύσεις της στον ημερήσιο τύπο στις 21.05.2010 στην Εφημερίδα Σημερινή και στις 27.05.2010 στην Εφημερίδα ΧΑΡΑΥΓΗ, ζήτησε προσφορές για την περίοδο από 01.09.2010 μέχρι 31.08.2013 και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από την ίδια ζητήθηκε να υποβάλει νέα επιπρόσθετα στοιχεία από αυτά που αναφέρονταν στην αρχική προκήρυξη της προσφοράς, για επανεξέταση της προσφοράς της και εάν ήταν επιτυχούσα να της ανατεθεί το κυλικείο για την σχολική περίοδο 2010-2011 ενώ από τους υπόλοιπους προσφοροδότες δεν ζητήθηκαν οποιαδήποτε νέα στοιχεία και ότι της ζητήθηκε να αναλάβει το κυλικείο μέχρι το τέλος της σχολικής περιόδου του 2011 και να αποσύρει την αγωγή της για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων πράγμα το οποίο δεν αποδέχτηκε. Η Ενάγουσα αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, για επανεξέταση και ισχυρίζεται ότι αποτελεί αιτιάσεις της Εναγόμενης τα όσα ισχυρίζεται αφού κατά την διάρκεια της συνάντησης τους η μόνη έγνοια και σκοπός της Εναγόμενης ήταν να εκφοβίσουν και να παρασύρουν την Ενάγουσα στο να αποσύρει την αγωγή 7460/2010 που καταχώρησε εναντίον τους προσφέροντας της το κυλικείο μέχρι το τέλος της σχολικής περιόδου του 2010-2011, αντί να παραμείνουν στον σκοπό για τον οποίο είχε γίνει η συνάντηση τους και για τα πιο πάνω οι δικηγόροι της Ενάγουσας, με επιστολή τους ημερομηνίας 12.11.2010, προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, διαμαρτυρήθηκαν για την συμπεριφορά των μελών της Εναγόμενης και τα όσα αναφέρονται από τη Εναγόμενη είναι άσχετα προς το θέμα διεκδίκησης αποζημιώσεως από πλευράς της Ενάγουσας που απορρέουν από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραδέχεται ότι οι δικηγόροι της, με επιστολή τους ημερομηνίας 12.01.2011, απάντησαν στην επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 31.08.2010, πληροφόρησε την Εναγόμενη ότι θα προχωρούσε με την καταχώρηση αγωγής για αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6. του Συντάγματος, όπου η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 03.09.2010 πληροφόρησε τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι θα απαντούσαν στους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 31.08.2010. Επίσης η Ενάγουσα αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς της Εναγόμενης που εμφαίνονται στην Έκθεση Υπεράσπισης. Κατά τη ακροαματική διαδικασία η Ενάγουσα στηρίχθηκε σε παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1-23, καθώς επίσης στη μαρτυρία του συζύγου της Παναγιώτη Ανδρέου (Μ.Ε.1) του Κούλλη Τραχίλη (ΜΕ2) και του Θανάση Γιασίτη (ΜΕ3), μαρτυρία η οποία κατά κύριο λόγο περιστράφηκε στις ισχυριζόμενες ζημιές, απώλειες και διαφυγόν κέρδος που προέκυψαν λόγω μη κατακύρωσης της επίδικης προσφοράς στη Ενάγουσα. Οι συνήγοροι μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, με τις εμπεριστατωμένες γραπτές τους αγορεύσεις, υποστήριξαν τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 1. Η Εναγόμενη κατά ή περί τον Ιούνιο του 2008 προκήρυξε προσφορές για την εκμετάλλευση του κυλικείου του Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς, για την περίοδο από 01.09.2008 - 31.08.2011. 2. Η Ενάγουσα στις 27.06.2008 υπέβαλε νομότυπα προσφορά αφού κατέθεσε προς την Εναγόμενη τα σχετικά έγγραφα που προνοούσε η προσφορά. Αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται. (βλ.Τεκμήριο 1) 3. Στις 06.08.2008 η Ενάγουσα με επιστολή των Δικηγόρων της ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους απόρριψης της προσφοράς της. (βλ.Τεκμήριο 2). 4. Η Εναγόμενη στις 20.08.2008 με επιστολή της πληροφόρησε την Αιτήτρια για τους λόγους απόρριψης της προσφοράς με κοινοποίηση της επιστολής και προς τους Δικηγόρους της Ενάγουσας. (βλ.Τεκμήριο 3) 5. Η Ενάγουσα καταχώρησε την προσφυγή υπ' αρ. 1517/2008 κατά της πιο πάνω απόρριψης. 6. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 30.04.2010 αποδέκτηκε την προσφυγή της Ενάγουσας και ακύρωσε την απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα προφορικά στις 30/07/2008 και ακολούθως γραπτώς στις 20.08.2008. (βλ. Μαρία Χριστοφή ν. Σχολική Εφορεία Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς, Προσφυγή 1517/2008, 30.04.2010) λόγω κακής συγκρότησης των Καθ'ων η Αίτηση και έλλειψης δέουσας έρευνας. (βλ.Τεκμήριο 4) 7. Με επιστολή των Δικηγόρων της ημερομηνίας 11.05.2010 προς την Εναγόμενη η οποία παρελήφθηκε την 17.05.2010 και κατ' επίκληση του Αρ. 146.6 του Συντάγματος η Ενάγουσα αξίωσε το ποσό των €207,144 για τις ζημιές τις οποίες υπέστη. (βλ.Τεκμήριο 5) 8. Η Εναγόμενη παρέλειψε και ή αμέλησε να απαντήσει στην επιστολή των Δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 11.05.2010. 9. Στις 19.08.2010 η Εναγόμενη με επιστολή της η οποία παραλήφθηκε στις 27.08.2010 από την Ενάγουσα πληροφόρησε την Ενάγουσα ότι θα προχωρούσε σε επανεξέταση των προσφορών ως η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.04.2010 και ζήτησε από την Ενάγουσα να της επισυνάψει ορισμένα στοιχεία. (βλ.Τεκμήριο 6) 10. Στις 31.08.2010 με επιστολή της η Ενάγουσα μέσω των Δικηγόρων της πληροφόρησε την Εναγόμενη τα ακόλουθα: (
  1. i)ότι επιφύλλατε πλήρως τα δικαιώματα της που επήγαζαν από την ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή 15.07.2008 και ότι επροτίθετο να καταχωρήσει αγωγή για αποζημιώσεις δυνάμει του αρ. 146.6 του Συντάγματος. (
  2. ii)ότι η επιστολή της Εναγόμενης ημερομηνίας 19.08.2010 παραλήφθηκε καθυστερημένα και ότι ήταν αδύνατο η Ενάγουσα να ανταποκριθεί στα όσα ζητούσε η Εναγόμενη και εάν τις εδίδετο εύλογη παράταση θα την εφοδίαζε με τα ζητηθέντα στοιχεία. (iii) και πληροφορούσε την Εναγόμενη για την νομική πτυχή του θέματος. 11. Η Ενάγουσα καταχώρησε την 01.09.2010 Αγωγή αξιώνοντας αποζημιώσεις έναντι της Εναγόμενης ύψους €207.144,00 για τις ζημιές τις οποίες υπέστη. 12. Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 03.09.2010 (Τεκμήριο 8) πληροφόρησε τους Δικηγόρους της Ενάγουσας ότι έδιδε παράταση 10 ημερών στην Ενάγουσα για να προσκομίσει τα στοιχεία τα οποία ζητούσε με την επιστολή της ημερομηνίας 19.08.2010 και αρνήθηκε τους λοιπούς ισχυρισμούς των δικηγόρων της Ενάγουσας και τους πληροφόρησε ότι θα λάμβαναν σχετική απάντηση από τους δικηγόρους τους τις επόμενες ημέρες. 13. Στις 07.09.2010 οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή τους προς την Εναγόμενη (Τεκμήριο 9) ζήτησαν εκτός των άλλων που αναφέρονταν στην επιστολή τους να πληροφορηθούν από την Εναγόμενη ποια χρονική περίοδο θα αφορούσε η Τραπεζική Εγγυητική επιστολή. 14. Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 10.09.2010 (Τεκμήριο 10) πληροφόρησε τους Δικηγόρους της Ενάγουσας ότι η Τραπεζική Εγγυητική επιστολή θα αφορούσε την χρονική περίοδο από 01.09.2008 μέχρι την 15.07.2011 και επιφύλαξε και πάλι το δικαίωμα της να απαντήσει στους ισχυρισμούς της επιστολής ημερομηνίας 31.08.2010 των Δικηγόρων της Ενάγουσας μέσω των Δικηγόρων τους. 15. Στις 13.09.2010 η Ενάγουσα με επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 11) απέστειλε στην Εναγόμενη τα στοιχεία που ζητούσε με την επιστολή της ημερ. 19.08.2010 με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της που πηγάζουν από την Προσφυγή 1517/2008. 16. Η Εναγόμενη υπέβαλε την Αιτήτρια σε συνέντευξη που πραγματοποιήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 2010, και τελικώς αποφάσισε να επανακατακυρώσει την προσφορά σε άλλο πρόσωπο. Η Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της, εξέφρασε τη διαμαρτυρία της για τον τρόπο με τον οποίο είχε αντιμετωπιστεί κατά το στάδιο της συνέντευξης. Οι καθ' ων η αίτηση με επιστολή τους ημερομηνίας 4 Ιανουαρίου 2011 (Τεκμήριο 12) πληροφόρησαν την Αιτήτρια για την απόφαση τους. Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερομηνίας 12 Ιανουαρίου 2011 (Τεκμήριο 12Α) εξέφρασε τη δική της διαμαρτυρία και τελικώς καταχωρήθηκε η προσφυγή 266/2011 με την οποία αμφισβητείτο η απόφαση της Εναγόμενης 17. Το Ανώτατο Δικαστήριο με απόφαση του ημερομηνίας 26.10.2012 (Τεκμήριο 13) αποδέκτηκε την Προσφυγή της Ενάγουσας και ακύρωσε την απόφαση για επανακατακύρωση της προσφοράς η οποία κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα με επιστολή στις 04.01.2011 λόγω εσφαλμένης σύνθεσης των Καθ'ων η Αίτηση δυνάμει εσφαλμένης κλήσης των μελών αυτών (Βλ. Μαρία Χριστοφή v. Σχολική Εφορεία Περιφερειακού Γυμνασίου Κοκκινοτριμιθιάς Προσφυγή 266/2011, 26.10.2012). 18. Η αρχική προσφορά αφορούσε την περίοδο από 01.09.2008 μέχρι 31.08.2011. 19. Η απόφαση για επανεξέταση ως αποτέλεσμα της ακυρωτικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.4.2008 λήφθηκε στις 19.8.2010 και η επανεξέταση έλαβε χώραν στις 11.11.2010. Κατατέθηκαν επίσης τα εξής Τεκμήρια: Τεκμήριο 1 Προσφορά Ενάγουσας Τεκμήριο 2 Eπιστολή ημερομηνίας 06.0.2008 Τεκμήριο 3 Eπιστολή ημερομηνίας 20.8.2008 Τεκμήριο 4 Aπόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 30.04.2010 στη προσφυγή 1517/2008 Τεκμήριο 5 Eπιστολή ημερομηνίας 11.05.2010 Τεκμήριο 6 Eπιστολή ημερομηνίας 19.08.2010 μαζί με αντίγραφο φακέλου Τεκμήριο 7 Eπιστολή ημερομηνίας 31.08.2010 Τεκμήριο 7Α Aπόδειξη παραλαβής φαξ της επιστολής Τεκμήριο 7 Τεκμήριο 8 Eπιστολή ημερομηνίας 03.09.2010 Τεκμήριο 9 Eπιστολή ημερομηνίας 07.09.2010 Τεκμήριο 9Α Aπόδειξη παραλαβής φαξ της επιστολής Τεκμήριο 9 Τεκμήριο 10 Eπιστολή ημερομηνίας 10.0.2010 Τεκμήριο 11 Δέσμη 7 εγγράφων Τεκμήριο 12 Δέσμη 3 επιστολών Τεκμήριο 12Α Aπόδειξη παραλαβής φαξ Τεκμήριο 13 Aπόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 26.10.2012 στη προσφυγή 266/11 Τεκμήριο 14 Kατάλογος τροφίμων και ποτών Τεκμήριο 14Α Tιμοκατάλογος, Τεκμήριο 15 Eπιστολή ημερομηνίας 27.04.2011 Τεκμήριο 16 Επιστολή ημερομηνίας 06.05.2011 Τεκμήριο 17 Δημοσίευση προσφορών ημερομηνίας 21.05.2010 Τεκμήριο 18 Δημοσίευση προσφορών ημερομηνίας 22.05.2010 Τεκμήριο 19 Δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 20 Συμφωνία εκμετάλλευσης κυλικείου Λυκείου Ακρόπολις Τεκμήριο 21 Συγκεντρωτική κατάσταση κινήσεως λογαριασμού από 01.10.2009 μέχρι 30.11.2009 Τεκμήριο 21Α Συγκεντρωτική κατάσταση κινήσεως λογαριασμού από 01.10.2011 μέχρι 30.11.2011 Τεκμήριο 21Β Συγκεντρωτική κατάσταση κινήσεως λογαριασμού από 01.10.2010 μέχρι 30.11.2010, Τεκμήριο 21Γ Συγκεντρωτική κατάσταση κινήσεως λογαριασμού από 01.10.2009 μέχρι 30.11.2009, Τεκμήριο 22 Το Τεκμήριο 14 με καταγραφές του Μ.Ε.2, Τεκμήριο 23 Κατάσταση αναφορικά με πωλήσεις που έκαμε η εταιρεία Χαραλαμπίδης-Κρίστης για τα έτη 2009-2011. Σημειώνεται ότι τα Τεκμήρια 14-16 και 20-23 δεν έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική αξία αφού η Ενάγουσα μείωσε το ποσό της απαίτησης της, παρά τη προσφερθείσα μαρτυρία, στο ποσό των €25.000, ως δίκαια και εύλογη αποζημίωση και από πλευράς Εναγόμενης δεν αμφισβητήθηκε αυτό με άλλη μαρτυρία. Με βάση τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αλλά και το γεγονός ότι δεν έχει αμφισβητηθεί το ποσό των €25.000 ως δίκαια και εύλογη αποζημίωση, σε περίπτωση που αποφασισθεί ότι η Ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση, με βάση το άρθρο 146.6 του Συντάγματος, η μαρτυρία των μαρτύρων της Ενάγουσας Μ.Ε1, Μ.Ε.2 και ΜΕ3 που αφορούσε κατά κύριο λόγο τη ζημιά και το διαφυγόν κέρδος που είχε η Ενάγουσα από τη μη εκμετάλλευση του κυλικείου δεν προσθέτει οτιδήποτε περισσότερο στη υπόθεση. Τα όσα επίσης ανέφερε ο ΜΕ1, Παναγιώτης Ανδρέου σύζυγος της Ενάγουσας, για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε προ της επανεξέτασης της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης από τη Εναγόμενη ή κατά τη επανεξέταση δεν είναι σχετικά με τη παρούσα αγωγή αφού αφορούσαν γεγονότα που έγιναν μεταγενέστερα της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης και είναι σχετικά με την επανεξέταση της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης και δεν μπορούν να ελεχθούν από το παρών Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρος ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα και απορρίπτεται. Ως εκ των ανωτέρω το μόνο επίδικο θέμα προς επίλυση είναι αν η Ενάγουσα, με βάση τα παραδεκτά γεγονότα της παρούσας, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου δικαιούται αποζημίωση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτού εξετάσω τους ισχυρισμούς των δυο πλευρών, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις πρόνοιες του άρθρου 146.6. του Συντάγματος που δημιουργεί το αγώγιμο δικαίωμα καθώς και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορά την ερμηνεία του. Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος έχει ως ακολούθως: «Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ΄όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ού πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί των τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ήν το δικαστήριο έχει την εξουσίαν να παράσχη» Από τη νομολογία προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα που δημιουργείται είναι ιδιόμορφο (cause sui generis) και οι προϋποθέσεις γένεσής του καθώς και οι κανόνες καθορισμού του ύψους των αποζημιώσεων είναι ιδιαίτεροι (Frangoulides ν. Republic
(1982)1 C.L.R 462). Στην υπόθεση Savvas & Leonidas Motors Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας, συνοψίζονται οι προϋποθέσεις που δίνουν δικαίωμα αποζημίωσης ως ακολούθως: «(α) Να έχει υπέρ του ακυρωτική απόφαση. (β) Να έχει απευθυνθεί στην Διοίκηση για ικανοποίηση του αιτήματος και συμμόρφωση προς τη ακυρωτική απόφαση. (γ) Αν δεν ικανοποιηθεί τότε μπορεί να εγείρει αγωγή. (δ) Η ζημιά που διεκδικείται πρέπει να προκύπτει άμεσα από την απόφαση που ακυρώθηκε». Εφ΄ όσον διαπιστωθεί η συνδρομή αυτών των προϋποθέσεων, εξετάζεται η βασιμότητα των αξιώσεων του Ενάγοντος. Οι αξιώσεις είναι βάσιμες εφ΄ όσον αποδειχθεί, ότι ο Ενάγων υπέστη ζημιά από την ακυρωθείσα διοικητική απόφαση ή υπέστηκε ζημιά ως άμεση συνέπεια της απόφασης αυτής. Εφ' όσον δε αποδειχθεί πως η ακυρωθείσα διοικητική απόφαση υπήρξε ζημιογόνος, επιδικάζεται δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Στην υπόθεση Εγγλεζάκη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1992)1 ΑΑΔ 697, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «1) Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει, και η νομολογία βεβαιώνει, η ακύρωση διοικητικής απόφασης δε θεμελιώνει αφ' εαυτής δικαίωμα για αποζημίωση από πολιτικό δικαστήριο. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται εφ΄ όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιηθή υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου. 2) Η αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας, όπως διαπιστώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση, αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου διοικητικού οργάνου στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Παράλειψη αποκατάστασης της νομιμότητας με την εξαφάνιση της πράξης, συνιστά παράλειψη εκπλήρωσης υποχρέωσης που θέτει το άρθρο 146.5 του Συντάγματος που επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, και συνιστά παράλειψη υποκείμενη σε αναθεώρηση βάσει του άρθρου 146.1. Στην προκείμενη περίπτωση, η Διοίκηση συμμορφώθηκε με την εξαφάνιση της πράξης και την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης. Η μη αμφισβήτηση της νέας απόφασης, σε συνδυασμό με το τεκμήριο της νομιμότητας, επισφραγίζουν το πλαίσιο της νομιμότητας αναφορικά με τη διοικητική λειτουργία. Δικαίωμα για αποζημίωση εγείρεται αν, παρά την αποκατάσταση της νομιμότητας, προέκυψε ζημία, η οποία δεν είχε ικανοποιηθεί, από την αρμόδια διοικητική αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση δεν προέκυψε καμιά ζημιά γιατί οι εφεσείουσες δεν ήταν, βάσει του γραπτού διαγωνισμού, μεταξύ των εισακτέων φοιτητών». Στην υπόθεση Μαυρονύχης ν. Αρχής Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)1 Α.Α.Δ. 612, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαίωμα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Τίθεται ζήτημα αποζημίωσης μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. (Βλ. Attorney-General ν. Andreas Marcoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Costas Tsakkistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Kambis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Christofides v. Attorney-General (ανωτέρω), Frangoullides v. Republic (ανωτέρω) Πελαγίας Εγγλεζάκης και Άλλοι ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 697 και Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ν. Χάρης Θεοδωρίδης
(1993)1 Α.Α.Δ. 420). Αν η μεταγενέστερη απόφαση για κατάργηση της θέσης προκάλεσε ζημιά και ποιά, ήταν ζήτημα ασύνδετο προς την απόφαση που ακυρώθηκε. Το παράδειγμα της αδυναμίας ικανοποίησης απολυθέντος υπαλλήλου λόγω κατάργησης της θέσης που επικαλέστηκε ο εφεσείων με αναφορά στο έργο του Φ. Βεγλερή - Η συμμόρφωσις της Διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σελ. 117, δεν υποστηρίζει το συλλογισμό του. Εκεί υπήρχε δικαίωμα αποζημίωσης ακριβώς επειδή η αξίωση του απολυθέντος για επάνοδο στην υπηρεσία ως κατ' ευθείαν συνέπεια της εξαφάνισης της απόλυσής του με την ακυρωτική απόφαση, δεν μπορούσε πλέον να ικανοποιηθεί. Εδώ η ζημιά εμφανίζεται να προεκλήθη όχι λόγω της ακυρωθείσας απόφασης αλλά λόγω της μεταγενέστερης απόφασης για κατάργηση της θέσης. Το κατά πόσο η διοίκηση εκπλήρωσε ή όχι την υποχρέωσή της προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση με εξαφάνιση των συνεπειών του παράνομου διορισμού και επανεξέταση του θέματος δεν είναι ζήτημα που συνάπτεται προς την ίδια την ακυρωτική απόφαση. Σημειώνουμε όμως πως, όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Frangoulides v. Republic (ανωτέρω), παράλειψη της διοίκησης για άρση κάθε πτυχής της άκυρης απόφασης και λήψη της κατάλληλης ενέργειας προς συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση, αντιμετωπίζεται με νέο αναθεωρητικό έλεγχο. Εφόσον δε το επιχείρημα του εφεσείοντα στηρίζεται στην αντίληψη, λανθασμένη ή όχι δεν το εξετάζουμε, ότι ήταν ολωσδιόλου αδύνατη η επανεξέταση μετά την ακυρωτική απόφαση επειδή μεσολάβησε η κατάργηση τις θέσης, θα είχε ίσως τη θέση του το πιο κάτω απόσπασμα από το Φ. Βεγλερή (ανωτέρω) σελ. 103, το οποίο υιοθετήθηκε στην υπόθεση Christofides ν. Attorney-General (ανωτέρω)꞉ «Αλλ' η Διοίκησις υποχρεούται εν ταις ενεργείαις η δι επαναφοράν των πραγμάτων εις την προτέραν των κατάστασιν να σεβασθή τας μεταγενεστέρως η εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως νομίμως δημιουργηθείσας κατάστασης. Η απαγγελθείσα ακύρωσις δεν έχει επιρροήν επί των καταστάσεων αίτινες έλαβον ύπαρξιν μεταγενεστέρως της εκδόσεως της ακυρωθείσης πράξεως επί τη βάσει νομίμων καθ' εαυτάς πράξεων της Διοικήσεως. Η επίδρασις της ακυρώσεως δεν εκτείνεται, πράγματι, πέραν των πράξεων και των καταστάσεων, αίτινες έχουν ως άμεσον έρεισμα την ακυρωθείσαν πράξιν και μετέχουν συνεπώς των ελαττωμάτων και της ακυρότητας εκείνης». Όπως προκύπτει, από τη πιο πάνω νομολογία, η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτει την, εκ μέρους της διοίκησης, αποκατάσταση των πραγμάτων, στην κατάσταση που ευρίσκοντο πριν από την ακυρωτική απόφαση, καθώς και την επανεξέταση του ζητήματος, επί τη βάσει των ευρημάτων του ακυρωτικού Δικαστηρίου, όσον αφορά στα γεγονότα. Εκεί όπου η πράξη ακυρώνεται για τυπικούς λόγους π.χ. λόγω έλλειψης αιτιολογίας ή αναρμοδιότητας ή δέουσας έρευνας η Διοίκηση μπορεί να επαναλάβει την πράξη με το να τηρήσει τους παραλειφθέντες τύπους (Βλ. «Αι Συνέπειαι της Ακυρώσεως Διοικητικής Πράξεως» του 1988 της Δήμητρας Κοντογιώργα-Θεοχαροπούλου σελ. 42): «Επί ακυρώσεως δι΄ εξωτερικής παρανομίαν, ήτοι δια τυπικούς λόγους (παράβασιν κανόντων αρμοδιότητος ή τύπου διατεταγμένου περί την ενέργειαν της πράξεως), η απαγόρευσις προς την Διοίκησιν συνίσταται εις το ότι δεν δύναται να επιχειρήση εκ νέου την πράξιν με την αυτήν παράβασιν αρμοδιότητος ή τύπου. Δηλαδή, εν προκειμένω δεν είναι δυνατόν να εκδοθή εκ νέου η πράξις κατά την αυτήν π.χ. πλημμελή διαδικασίαν όπως και η ακυρωθείσα ή υπό του αναρμοδίου επίσης οργάνου όπως η ακυρωθείσα ή με την αυτήν παράλειψιν αιτιολογίας ή ειδικής αιτιολογίας (απαιτούμενης εκ του νόμου) ως και η ακυρωθείσα. Αντιθέτως δεν εμποδίζεται η Διοίκησις να επαναλάβη την πράξιν, τηρούσα αυτήν την φοράν τους σχετικούς κανόνας περί αρμοδιότητος ή τύπου. Η επανέκδοσις τοιαύτης πράξεως δεν συνιστά οποίαν ακριβώς πράξιν προς την ακυρωθείσαν και συνεπώς ούτε παραβίασιν του κριθέντος ζητήματος υπό του ακυρωτικού δικαστού». Η ακύρωση μιας διοικητικής πράξης γίνεται βάση του άρθρου 146.4(β) του Συντάγματος, δηλαδή με την κήρυξη της απόφασης άκυρης και «εστερημένης οποιουδήποτε αποτελέσματος». Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 146 του Συντάγματος, η εν λόγω απόφαση δεσμεύει κάθε Δικαστήριο, όργανο ή αρχή της Δημοκρατίας και υποχρεούνται σε ενεργόν συμμόρφωση προς αυτή. Η επανεξέταση θα πρέπει να γίνει βάση των ευρημάτων του ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η Διοίκηση πρέπει να επανεξετάσει το ζήτημα και να λάβει νέα απόφαση λαμβάνοντας υπ' όψιν τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση, εφαρμόζοντας τα ευρήματα του ακυρωτικού Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα και συμμορφούμενη προς τις υποδείξεις του. Στη παρούσα υπόθεση η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώθηκε λόγω τυπικών λόγων δηλαδή: (α) της κακής συγκρότησης της Εναγόμενης (β) ότι έλαβε υπόψη στοιχεία τα οποία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και (γ) δεν προέβη στη δέουσα έρευνα και η Εναγόμενη θα μπορούσε να επανεξετάσει και να εκδώσει νέα διοικητική πράξη τηρώντας τους τύπους περί αρμοδιότητας και δέουσας έρευνας. Ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης μετά την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης έγινε επανεξέταση από τη Εναγόμενη της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης και εκδόθηκε νέα διοικητική πράξη στις 11.11.2010 με την οποία επανακατακυρώθηκε η προσφορά στη δεύτερη προσφοροδότη. Ως εκ των ανωτέρω η παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε προγενέστερα της επανεξέτασης της διοικητικής πράξης ενώ η Ενάγουσα είχε πληροφορηθεί από τη Εναγόμενη την πρόθεση της να επανεξετάσει τη ακυρωθείσα διοικητική πράξη είναι πρόωρη αφού μεσολάβησε νέα διοικητική πράξη και η παρούσα Αγωγή δεν στηρίζεται στη ακυρωτική απόφαση στη προσφυγή 266/11 που αφορούσε τη νέα διοικητική πράξη ημερομηνίας 11.11.2010. Στην υπόθεση Gremona Advertising Ltd v. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2201)1 ΑΑΔ αποφασίστηκε πως το γεγονός ότι οι Αιτητές προχώρησαν αμέσως μετά την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης να ζητήσουν αποζημιώσεις από την αναθέτουσα αρχή, χωρίς να ολοκληρωθεί η διαδικασία συμμόρφωσης της αναθέτουσας αρχής με το ακυρωτικό αποτέλεσμα, καθιστούσε εκ των πραγμάτων αβάσιμη την αγωγή. Με βάση τα πιο πάνω η παρούσα δεν μπορεί να επιτύχει. Ήταν η θέση του κ.Καλλή ότι στη παρούσα υπόθεση δεν ετίθετο θέμα επαναξέτασης λόγω του ότι παρήλθε το μέγιστον του χρόνου που αφορούσε τη προσφορά και θα πρέπει να περιοριζόταν η Εναγόμενη στη απόδοση χρηματικής αποζημίωσης προς την Ενάγουσα. Δεν συμφωνώ με τη πιο πάνω εισήγηση. Στο σύγγραμμα της Κοντόγιωργα-Θεοχαροπούλου «Αι συνέπειαι της ακυρώσεως διοικητικής πράξεως έναντι της Διοικήσεως», σελ.285 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η in natura αποκατάστασης των πραγμάτων εις την προτέραν των θέσιν, είναι αδύνατος. Τούτο παρατηρείται οσάκις η εκτέλεσις της ακυρωθείσης πράξεως ή παραλείψεως επέφερεν υλικήν αλλοίωσιν ανεπανόρθωτον, όπως π.χ. εις περίπτωσιν παρανόμου κατεδαφίσεως ως αυθαιρέτου κτίσματος (οικίας, περιπτέρου, λυομένου κτίσματος), ή εις περίπτωσιν που ο χρόνος καθ' ον ίσχυσεν η ακυρωθείσα περιέλαβεν ολόκληρον το διάστημα εις το οποίον αφεώρα η ακυρωθείσα, όπως π.χ. εις την περίπτωσιν αρνήσεως χορηγήσεως αδείας κυκλοφορίας αυτοκινήτου δι' ωρισμένην ημέραν, ή συγκροτήσεως διαδηλώσεως καθ' ωρισμένην ημέραν, Οσάκις υπάρχει η ως άνω αντικειμενική αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως in natura, η έννοια της αποκαταστάσεως θα πρέπει να περιορίζεται εις χρηματικήν αποζημίωσιν, όταν όμως υπάρξη ζημία και εφ' όσον συντρέχουν αι λοιπαί προϋποθέσεις προς αποζημίωσιν. Ο χαρακτήρ της αποζημιώσεως αυτής είναι επανορθωτικός υπό την έννοιαν ότι αυτή ισοδυναμεί με αποκατάστασιν (retroactive par equivalence) και αντιδιαστέλλεται της αποζημιώσεως ως κυρώσεως διά την μη εκτέλεσιν της ακυρωτικής αποφάσεως». Σημειώνεται ότι στη παρούσα υπόθεση δεν είχε παρέλθει ολόκληρη η χρονική περίοδος που αφορούσε τη εκμετάλλευση του κυλικείου. Εάν από την νέα διοικητική πράξη, σε περίπτωση κατακύρωσης της προσφοράς στη Ενάγουσα, ετίθετο θέμα αποζημιώσεων λόγω απώλειας διαφυγόντος κέρδους επειδή δεν είχε δοθεί η εκμετάλλευση του κυλικείου για όλο το χρονικό διάστημα που αφορούσε η προσφορά τότε η Ενάγουσα θα μπορούσε να ζητήσει αποζημιώσεις για την απωλεσθείσα χρονική περίοδο. Εν πάση περιπτώσει, το παρών Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στη ουσία του εν λόγω ισχυρισμού δηλαδή ως προς το κατά πόσον υπήρχε εκ των πραγμάτων αδυναμία επανεξέτασης ή/και εκτελέσεως της ακυρωτικής απόφασης, γιατί στη παρούσα υπόθεση έγινε επανεξέταση και θα μπορούσε να αποφασισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Αναθεωρητικής του Εξουσίας στη προσφυγή με αρ. 266/11 και όχι από το παρών Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σημειώνεται επίσης ότι η οποιαδήποτε απώλεια δυνατό να δημιουργήθηκε με τη έκδοση της ακυρωτικής απόφασης στη προσφυγή με αρ. 266/11 θα μπορούσε να εξετασθεί στα πλαίσια Αγωγής που θα καταχωρείτο και θα στηρίζετο στη εν λόγω ακυρωτική απόφαση και όχι στη παρούσα Αγωγή. Προκύπτει επίσης από τα γεγονότα ότι η Ενάγουσα κατεχώρησε τη παρούσα Αγωγή την 01.09.2010 χωρίς να δώσει στην Εναγόμενη τον αναγκαίο χρόνο να ενεργήσει προς συμμόρφωση και αποκατάσταση της νομιμότητας αφού η επιστολή που απέστειλε ήταν ημερομηνίας 31.8.2010 και τη επομένη καταχώρησε την υπό εκδίκαση Αγωγή. Επίσης στη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ 342, κρίθηκε ότι η παράλειψη εξάλειψης της ακυρωθείσας πράξης δεν τεκμηριώνει αφ΄ εαυτής ζημιά, καθότι η ζημιά πρέπει να αποδειχθεί και συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη, την οποία ο ενάγων υφίσταται, λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα. Στην υπόθεση Νίκολας ν. Δημοκρατίας
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 983 αναφέρθηκε ότι ζήτημα αποζημίωσης τίθεται μόνο εφόσον η ζημιά προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπειά της. Έτσι ο Εφεσείων για να μπορούσε να επιτύχει στην αξίωσή του έπρεπε να είχε αποδείξει ότι θα εξασφάλιζε διορισμό αν δεν παρεμβαλλόταν η ακυρωθείσα πράξη και επειδή δεν προσφέρθηκε τέτοια μαρτυρία η απαίτηση του δεν μπορούσε να επιτύχει. Στη παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάσθηκε μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι θα κατακυρωνόταν η επίδικη Προσφορά στη Ενάγουσα γεγονός που οδηγεί και για αυτό το λόγο στην απόρριψη της αξίωσης της. Ενόψει των πιο πάνω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται και τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ της Εναγόμενης. (Υπ) ............ Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.