← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την αίτηση της Χρυστάλλας Μαλαή Κίκα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Κίκα, από τη Λευκωσία, για Διάλυση της ΦΑ

Επί τοις αφορώσι την αίτηση της Χρυστάλλας Μαλαή Κίκα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Κίκα, από τη Λευκωσία, για Διάλυση της ΦΑΡΜΑΣ ΡΕΝΟΣ Χ"ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ ν. Επί τοις αφορώσι την ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ Χ"ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ, Αρ. Αίτησης Διάλυσης: 693/2012, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης Διάλυσης: 693/2012 ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΩΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ.25.11.15 ΚΑΙ 11.10.16 Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Επί τοις αφορώσι την ΦΑΡΜΑ ΡΕΝΟΣ Χ"ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ και Επί τοις αφορώσι την αίτηση της Χρυστάλλας Μαλαή Κίκα ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Κώστα Κίκα, από τη Λευκωσία, για Διάλυση της ΦΑΡΜΑΣ ΡΕΝΟΣ Χ"ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ 28 Φεβρουαρίου, 2017. Για την Αιτήτρια: κα Ε. Νικολάου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Ν. Χατζηϊωάννου Παρούσα η κα Τίκκου γρ. Α. Τριανταφυλλίδης, η οποία παρακολουθεί τη διαδικασία για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και για τους πιστωτές DDB Cyprus Advertising Ltd Α Π Ο Φ Α Σ Η H Αιτήτρια επιδιώκει διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει όπως η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία «διαλυθεί και εκκαθαριστεί». Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Κώστα Κίκα, αποβιώσαντα, βασιζόμενη σε απόφαση του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, Τεκμήριο «Α» στην ένορκη δήλωση, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε απόφαση υπέρ του και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση για το ποσό των €18,541.74, πλέον έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Επιστολή του Δικαστικού επιδότη, με την οποία ένταλμα εκτέλεσης κινητής περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση, επιστράφηκε ανεκτέλεστο, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο «Β» στην ένορκη δήλωση. Η Αίτηση έχει ως νομικό βάθρο τα άρθρα 209, 211 (ε) και (στ), 212 (β), 213

(1), 214 και 333 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, καθώς και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, προβάλλοντας 14 λόγους για τους οποίους η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση διευθυντή της εταιρείας. Η Αίτηση οδηγήθηκε για ακρόαση, χωρίς να αντεξεταστεί οποιοσδήποτε από τους ομνύοντες, με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των συνηγόρων των δύο πλευρών. Κρίνεται ως προεξάρχον λόγος ένστασης ο υπ΄ αριθμόν 6, σύμφωνα με τον οποίο η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι προγενέστερη της καταχώρησης της κυρίως Αίτησης. Ο λόγος αυτός προωθείται και με τη γραπτή αγόρευση της κας Χατζηϊωάννου και κρίνεται ως σημαντικός, γιατί αν κριθεί ότι η ένορκη δήλωση προηγείται της καταχώρησης της κυρίως Αίτησης, στην ουσία η Αίτηση είναι ανυποστήρικτη. Από το φάκελο του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι η Αίτηση για την Εκκαθάριση της εταιρείας καταχωρίστηκε στις 5.9.2012, ενώ η υποστηρικτική ένορκη δήλωση μαζί με τα συνημμένα τεκμήρια, φέρει ημερομηνία 25.6.2012, είναι δηλαδή, δυόμισι περίπου μήνες προγενέστερη της καταχώρησης της Αίτησης. Είναι η θέση της κας Χατζηϊωάννου ότι η διαφορά που προκύπτει μεταξύ των δύο ημερομηνιών είναι τέτοια, που καθιστά την Αίτηση άνευ μαρτυρίας που να την υποστηρίζει, αφού η ένορκη δήλωση έγινε επί ανυπάρκτου αιτήσεως. Παραπέμπει σε σχετική νομολογία και συγγράμματα, ενώ η πλευρά της Αιτήτριας ουδέν αναφέρει περί του θέματος αυτού. Εγείρεται συνεπώς θέμα εγκυρότητας της ένορκης δήλωσης, δεδομένου ότι προηγείται χρονικά της Αίτησης κατά δυόμισι περίπου μήνες. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Φωτεινή Ίβρου και
  1. Ελένης Μαυροκωνσταντή κ.ά., Πολιτική Έφεση Ε126/2013, ημερομηνίας 1.2.
  2. Τέθηκε το εξής ερώτημα: «Το Εφετείο κατά την ημέρα ακρόασης της αίτησης, ζήτησε τις θέσεις των διαδίκων αναφορικά με την εγκυρότητα της Ένορκης Δήλωσης, ενόψει του ότι αυτή προηγείται χρονικά της αίτησης και σ΄ αυτήν γίνεται αναφορά σε ανύπαρκτη αίτηση, κατά τον χρόνο που αυτή έγινε, όπως επίσης κατά πόσο αυτή η αίτηση καταχωρίστηκε σε υφιστάμενο πλαίσιο Διαδικασίας.» Υπεδείχθη, στην Ίβρου ανωτέρω, η διαφορά μεταξύ ενδιάμεσων αιτήσεων που καταχωρούνται σε υφιστάμενο πλαίσιο διαδικασίας, από αυτές οι οποίες καταχωρούνται πριν την έναρξη της διαδικασίας, ως για παράδειγμα αγωγής. Στο σημείο αυτό κρίνεται ως απαραίτητη παρεμβολή η διευκρίνηση της ακριβούς φύσης της διαδικασίας εκκαθάρισης εταιρείας. Σύμφωνα με το άρθρο 213 του Περί Εταιρειών Νόμου η έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης μιας εταιρείας γίνεται με Petition. Ανάλογη πρόνοια υπάρχει και στον κανονισμό 5 των Companies Rules. (Δες ομοίως Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, σελ.1022 επ.). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αγωγή σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα (writ), είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που καθορίζεται από οποιοδήποτε Νόμο ή θεσμών του Δικαστηρίου. Στον όρο δε αιτία (cause), περιλαμβάνεται οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη πρωτογενής διαδικασία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου. Άμεσα σχετικό είναι και το άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, σύμφωνα με το οποίο «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα, ή κατά τoιoύτov άλλoν τρόπov ως καθoρίζεται υπό διαδικαστικoύ καvovισμoύ. Το άρθρο αυτό έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα
(1994)1 Α.Α.Δ. 87, καθόσον αφορούσε αίτηση πτώχευσης, με την υπόδειξη ότι περιλαμβάνεται στον όρο «αγωγή», δεδομένου ότι η διαδικασία πτώχευσης συνιστά πολιτική διαδικασία, η έγερση της οποίας προβλέπεται από τους Περί Πτωχεύσεως Θεσμούς. Στην υπόθεση Τ. & Μ Οικονόμου και Υιός Λτδ
(2013)1 Α.Α.Δ. 140 υπεδείχθη ότι η αίτηση εκκαθάρισης εμπίπτει στην πολιτική εν γένει διαδικασία, η οποία να σημειωθεί η έγερση της προβλέπεται από τον Περί Εταιρειών Νόμο. Κατά συνέπεια η διαδικασία εκκαθάρισης εταιρείας δυνάμει του Αρ.213 του Κεφ.113, που άρχεται με Αίτηση - Petition - ως είναι η παρούσα, αποτελεί πρωτογενή εναρκτήρια διαδικασία (original proceeding) εν τη εννοία του Νόμου και των Θεσμών. Σύμφωνα με τον Odgers On Pleading And Practice, 20η έκδοση, σελ.360, υπό τον τίτλο, Petitions, επεξηγείται ότι: « A petition is a written application, in the nature of a pleading, setting out a party's case in detail . now it is originating only .It is only available where the rules or a statute expressly prescribe this method of procedure» Στην συνέχεια επεξηγείται ο τύπος και το περιεχόμενο του Petition και κατά τα λοιπά, ως προς την διαδικασία εκδίκασης της, παραπέμπει στην διαδικασία που εφαρμόζεται στις πρωτογενείς αιτήσεις (originating summons). Ειδικότερα και καθόσον αφορά εδώ, ότι η μαρτυρία δίνεται με ένορκες δηλώσεις που ακολουθούν την καταχώριση της Αίτησης (Petition). Παρεμβάλλεται εδώ ότι σύμφωνα με τον Buckley ανωτέρω σελ. 29, αλλά και άλλα συγγράμματα που παραπέμπει και η κα Χατζηϊωάννου, όπως για παράδειγμα στον Palmer's Company Law, 20th Edition, p.705 και Halsbury's Laws of England, 3th Edition, Volume 6, p. 547, para. 1054, υποδεικνύεται ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης προς Εκκαθάριση (petition): «.. shall be sworn after and filed within four days after the petition is presented, and such affidavit shall be sufficient prima facie evidence of the statements in the petition.» ( ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Η πιο πάνω ένορκη δήλωση, η οποία στα συγγράμματα χαρακτηρίζεται ως "statutory affidavit", αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία για το περιεχόμενο της Αίτησης, η οποία αν δεν είναι επαρκής, στη συνέχεια μπορεί, με την άδεια του Δικαστηρίου, να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Και τούτο γιατί ως εξηγείται (δες Buckley ανωτέρω σελ. 29): «The meaning of the rule is that an affidavit as in the rule mentioned is always necessary, not that it is in all cases necessarily sufficient". Επεξηγείται περαιτέρω (Buckley σελ.1030), ότι δεν απαγορεύεται η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση να έχει διαφορετικό περιεχόμενο από το «statutory affidavit», όπως για παράδειγμα εδώ, που στην παρούσα υπόθεση επισυνάπτονται και τεκμήρια. Συνάγεται συνεπώς ότι επί Αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας, τα γεγονότα καταγράφονται στο σώμα αυτής, που επέχει θέση δικογράφου, και υποστηρίζονται ή πιστοποιούνται με ένορκη δήλωση που καταχωρείται τουλάχιστον ταυτόχρονα με την καταχώριση της αίτησης. Αν χρειαστεί, με την άδεια του δικαστηρίου, μπορεί να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση, τηρουμένου πάντοτε του δικαιώματος αντεξέτασης των εκατέρωθεν ενόρκως δηλούντων. Οι πιο πάνω αρχές στις οποίες έχει γίνει αναφορά, συνάδουν και με την Κυπριακή Νομολογία, σε σχέση με την σημασία της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει μια τέτοια αίτηση, όπως για παράδειγμα η υπόθεση Τόσκας ν. BNP Paribas (Cyprus) Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1962, που αφορούσε πτωχευτική διαδικασία, στην οποία υπεδείχθη ότι η επιβεβαίωση της αίτησης πτώχευσης, με την έννοια που της αποδίδει ο Νόμος, καθιστά την ένορκη δήλωση «αποδεικτικό μέσο» και όχι δικόγραφο. Τηρουμένων των αναλογιών, η αρχή αυτή εφαρμόζεται και επί εταιρικών αιτήσεων. Προκύπτει συνεπώς από την υπόθεση Ίβρου ανωτέρω, καθώς και από την σχετική νομολογία που παραπέμπεται σε αυτή, ότι ένορκη δήλωση που συναρτάται με αγωγή που είναι ανύπαρκτη κατά το χρόνο που γίνεται η όρκιση, είναι εκτός δικονομικού πλαισίου και μη θεραπεύσιμη με την Δ.64. Υπεδείχθη επίσης ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις το Δικαστήριο δύναται να δεχθεί μια τέτοια ένορκη δήλωση, με ανάληψη υποχρέωσης για επαναόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης - μέσα στο ορθό πλαίσιο. Η εταιρική συνεπώς αίτηση, περιλαμβανόμενη στην έννοια του όρου «αγωγή», δεν αποτελεί ενδιάμεση αίτηση επί υφιστάμενης διαδικασίας, αλλά εξ υπαρχής αυτόνομη αγωγή με την μορφή ή τον τύπο της πρωτογενούς εναρκτήριας διαδικασίας (Petition). Η ένορκη δήλωση που επιβεβαιώνει ή άλλως υποστηρίζει την Αίτηση, αποτελεί το αποδεικτικό υλικό επί του οποίου θα στηριχθεί το δικαστήριο και να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις. Η σημασία της ένορκης δήλωσης ως αποδεικτικό υλικό, έγκειται ακριβώς και στο γεγονός ότι επισυνάπτονται σε αυτή διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, όπως εδώ η απόφαση του Εργατικού Δικαστηρίου και η σχετική επιστολή του επιδότη, επί των οποίων στην παρούσα περίπτωση η Εταιρεία, καθ' ης η αίτηση, ενιστάμενη προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Στην υπόθεση Choon v. Tahansan SDN, BHD.
(1987)1 W.L.R. 413, 418-419, με αναφορά στον τρόπο εκδίκασης τέτοιων αιτήσεων εκκαθάρισης εταιρείας επεξηγήθηκε ότι διενεργείται μέσω των αντιστοίχων ενόρκων δηλώσεων. Υποδεικνύεται ότι: « At the end of the day the judge must decide the petition on the evidence before him» Ιδιαίτερα κατατοπιστική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Sofroniou & Charalambides (Supermarket) Ltd, Εταιρική Αίτηση 92/78, ημερ.22.5.79, στην οποία γίνεται εκτεταμένη ανάλυση του τρόπου εκδίκασης, δια των ενόρκων δηλώσεων, αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας. Εκ της αναλύσεως που έχει γίνει, προκύπτει ότι η προγενέστερη της Εταιρικής Αίτησης ένορκη δήλωση είναι αντικανονική, γενόμενη επί ανυπάρκτου διαδικασίας και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ως συνακόλουθο αποτέλεσμα και στην απουσία άλλης μαρτυρίας, η Αίτηση παρέμεινε χωρίς το απαιτούμενο μαρτυρικό υλικό και συνεπώς αναπόδεικτη και υποκείμενη σε απόρριψη. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν έχει ζητηθεί, αλλά ούτε και έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία τέτοια, που όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ίμβρου ανωτέρω, να εντάσσουν την περίπτωση σε εξαιρετική, ώστε το δικαστήριο να μπορούσε να δώσει άδεια για επαναόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Σημειώνεται πάντως και ο έντονος προβληματισμός του δικαστηρίου για την ομολογουμένως μεγάλη χρονική διαφορά μεταξύ της ημερομηνίας όρκισης με την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης, ώστε και να υπήρχε τέτοιο αίτημα, στο κατά πόσο, τελικά, το Δικαστήριο θα έδινε τέτοια άδεια για επαναόρκιση. Θα μπορούσε όμως, στην βάση των αρχών της Δ.48, Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που τυγχάνουν εφαρμογής σε εταιρικές αιτήσεις, σχετική προς τούτο είναι η υπόθεση KMC Motors Ltd v. Jorephanco Trading
(1984)1 C.L.R 390, και της αλλαγής που επήλθε με τον θάνατο του αιτητή, με την επιδιωχθείσα ανάλογη τροποποίηση του τίτλου, να ζητηθεί άδεια από το δικαστήριο για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η εξέταση των πλείστων άλλων θεμάτων και λόγων ένστασης που προβάλλει η Καθ΄ ης η Αίτηση εταιρεία. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τον πιστωτή καθώς και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, από τον φάκελο του δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν καταχώρισαν ένσταση, ούτε και έλαβαν μέρος στην διαδικασία, και απλώς παρακολουθούσαν την υπόθεση. Κρίνεται συνεπώς δίκαιο να μην εκδοθεί καμιά διαταγή για έξοδα αναφορικά με αυτούς. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Πρ. Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.