THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD ν. HAJDIEFSTATHIOU BROS TOURIST ENTERPRISES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 10837/2010, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A113 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10837/2010 Μεταξύ: THE PERFORMING RIGHT SOCIETY LTD Εναγόντων και
- HAJDIEFSTATHIOU BROS TOURIST ENTERPRISES LIMITED
- ΜΑΡΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Εναγομένων 28 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Λ. Βραχίμης. Για Εναγόμενη 1: κος Μανώλη. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης εταιρείας είναι για το ποσό των €10.908,89 που αφορά δικαιώματα για τη χρήση μουσικής συνθέτων μελών της ενάγουσας εταιρείας. Από την 1 Μαρτίου 2004 μέχρι 30 Νοεμβρίου 2010 το τουριστικό συγκρότημα Akti Beach Tourist Village στην Χλώρακα Πάφο έκανε χρήση μουσικών συνθετών μελών της ενάγουσας τόσο στα δωμάτια του ξενοδοχείου με δορυφορική σύνδεση όσο και σε κοινόχρηστους χώρους του συγκροτήματος όπως στην αίθουσα «Καραόκη». Εκ μέρους του τουριστικού συγκροτήματος, υπέβαλε αίτηση για την αίτηση άδειας της ενάγουσας εταιρείας για τη χρήση μουσικής συνθετών των μελών ο Γενικός Διευθυντής του τουριστικού συγκροτήματος. Όπως εξήγησε η ΜΕ1, Λιάνα Μηλέα, υπεύθυνη για την έκδοση αδειών της ενάγουσας εταιρείας, (η ενάγουσα εταιρεία ιδρύθηκε στην Αγγλία αλλά διεξήγαγε εργασίες στην Κύπρο, με έδρα την Λευκωσία από το 1931), σκοπός της εταιρείας είναι η προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων των μελών της, ο αριθμός των οποίων υπερβαίνει τους 1.500.000 παγκοσμίως. Η εταιρεία αυτή ασχολείται με την έκδοση αδειών μετάδοσης εκτέλεσης ή εκπομπής στους χρήστες. Τα μέλη της ενάγουσας εκχωρούν τα δικαιώματά τους στην ενάγουσα εταιρεία, και στη συνέχεια αυτή εκδίδει τις άδειες μετάδοσης της μουσικής εισπράττοντας για λογαριασμό των μελών της τα τέλη για την έκδοση της ετήσιας άδειας. Σε σχέση με την επίδικη τουριστική μονάδα στην Πάφο, η ΜΕ1 διευθέτησε συνάντηση με τον γενικό διευθυντής της τουριστικής μονάδας, Μάριο Βασιλείου, στις 21.06.
- Αυτός συμπλήρωσε αίτηση για την έκδοση της άδειας μετάδοσης ήτοι το τεκμήριο
- Υπέγραψε την αίτηση εκ μέρους του δικαιούχου της άδειας, που όπως εξήγησε η ΜΕ1 θα επέτρεπε τη δημόσια μετάδοση μουσικής στο συγκεκριμένο τουριστικό συγκρότημα. Ως δικαιούχος της άδειας συμπληρώθηκε η εταιρεία με το όνομα «Hadjiestathiou Bros» όμως δεν συμπληρώθηκε στην αίτηση όλο το όνομα της εταιρείας. Κατά συνέπεια στην άδεια μετάδοσης που εκδόθηκε αργότερα τεκμήριο 9Α οι λέξεις «Tourist Enteprises» που είναι μέρος του ονόματος της εναγομένης εταιρείας δεν αναφέρονται πουθενά. Παρόλο τούτου ως προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν τίθεται ζήτημα η άδεια να εκδόθηκε επ' ονόματι άλλου δικαιούχου ή λανθασμένου δικαιούχου εφόσον δεν υπάρχει άλλη εταιρεία με το όνομα «Hadjefstathiou Bros». Υπάρχει μόνο ένα νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο με αυτές τις λέξεις στο όνομά του και αυτή είναι η εναγομένη εταιρεία, η οποία τυγχάνει να είναι και ιδιοκτήτρια του τουριστικού συγκροτήματος, όπου δόθηκε άδεια να μεταδίδονται τα έργα των προσώπων που κατέχουν τα συγκεκριμένα πνευματικά δικαιώματα για τα συγκεκριμένα μουσικά έργα. Δηλαδή, δεν εκδόθηκε η άδεια σε άλλο νομικό πρόσωπο ή λανθασμένο νομικό πρόσωπο διότι η εναγόμενη εταιρεία είναι αυτή που διαχειρίζεται το συγκεκριμένο τουριστικό συγκρότημα που επωφελήθηκε της μετάδοσης της μουσικής με βάση την άδεια μετάδοσης. Εξάλλου όπως υπέδειξε η ΜΕ1 τα πρώτα χρόνια μετά την έκδοση της άδειας στάληκε τιμολόγιο στο τουριστικό συγκρότημα και ο πρώην εναγόμενος 2, εξουσιοδότησε την πληρωμή της ετήσιας άδειας μετάδοσης. Μάλιστα, στις πλείστες περιπτώσεις, ως προκύπτει και από την απόδειξη πληρωμής, τεκμήριο 12, η άδεια πληρώθηκε με επιταγή της εναγόμενης εταιρείας. Κατά την μαρτυρία της ΜΕ1 κατατέθηκε και ως τεκμήριο 21, έρευνα του Εφόρου Εταιρειών που δείχνει ότι υπάρχει μόνο μία εταιρεία εγγεγραμμένη που συμπεριλαμβάνει στην επωνυμία της, τις λέξεις «Hadjiestathiou Bros». Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αμφισβητηθεί αυτό το γεγονός, συνεπώς, είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι το νομικό πρόσωπο που είναι δικαιούχος της άδειας, είναι η εναγομένη εταιρεία ασχέτως ότι στο τεκμήριο 9Α καταγράφεται λάθος και/ή μη συμπληρωμένη η επωνυμία της εταιρείας. Tα μόνα επίδικα θέματα που εγέρθηκαν με την υπεράσπιση είναι πρώτον, κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να εκδικάσει και να επιλύσει την παρούσα διαφορά που βασίζεται σε μία σύμβαση και δεύτερο, κατά πόσο η εναγόμενη εταιρεία δεσμεύεται να πληρώσει την άδεια ως το πραγματικό συμβαλλόμενο μέρος. O διευθυντής της εναγομένης εταιρείας Ανδρέας Χ'Ευτυχίου δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν φανερό ότι η εκδοχή του ότι ο Διευθυντής του Ξενοδοχείου κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (τεκμήρια 9 και 9Α) ο κ. Βασιλείου, δεν ήταν εξουσιοδοτημένος από την εναγομένη εταιρεία να υπογράφει τέτοιες συμφωνίες, ήταν σκέψη εκ των υστέρων για να αποφύγει την πληρωμή της οφειλής για την οποία συμβλήθηκε το ξενοδοχείο. Μία είναι η εταιρεία η οποία είναι ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου «Ακτή» στην Χλώρακα και αυτή είναι η εναγομένη εταιρεία. Αυτός που επωφελήθηκε των πνευματικών δικαιωμάτων των καλλιτεχνών που έχουν συμβληθεί με την ενάγουσα εταιρεία είναι η εναγομένη εταιρεία ως ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου. Οι άδειες που προσκόμισε ο ΜΥ1 για να δείξει ότι η εταιρεία ποτέ δεν συναλλάσσεται με τη χρήση επωνυμίας «Hadjiestathiou Bros» δεν είναι σχετικές και δεν αποδεικνύουν τίποτε σε σχέση με προθέσεις των μερών κατά τον επίδικο χρόνο, καθότι αφορούν άδειες που εκδόθηκαν το
- Ήταν σωστή η επισήμανση του κ. Βραχίμη ότι ίσως σκόπιμα ο μάρτυρας δεν προσκόμισε άδειες λειτουργίας ή άλλες συναλλαγές που έγιναν κατά τον επίδικο χρόνο, παρά μόνο επέλεξε έγγραφα τα οποία θα βοηθούσαν να προωθήσει την εκδοχή του ότι ο κ. Βασιλείου δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να προβεί σε συμφωνία εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας κατά τον επίδικο χρόνο. Το τεκμήριο 22.6 που είναι συμφωνία αξίας ΛΚ440.000 δεν είναι αντιπροσωπευτικό δείγμα των συναλλαγών της εποχής ώστε να τεκμηριωθεί η εκδοχή του ότι όλες τις συναλλαγές του ξενοδοχείου τις επικύρωνε μόνο ο ίδιος και όχι ο διευθυντής του ξενοδοχείου που κατά κανόνα είναι υπεύθυνος για την διεύθυνση και καθημερινή λειτουργία του ξενοδοχείου. Επίσης, παράλογη και μη πιστευτή είναι η εκδοχή του ότι παρέλαβε το πρώτο τιμολόγιο που του απέστειλαν οι ενάγοντες, και απλά αποφάσισε να το αγνοήσει δηλώνοντας στο προσωπικό του λογιστηρίου να μην το πληρώσουν. Πραγματικά δεν έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι ενώ οι ενάγοντες έστελναν τιμολόγια κάθε χρόνο, για εννέα συναπτά έτη, θέση του ήταν ότι απλά τα αγνοούσε ή αγνοούσε την ύπαρξή τους. Ο ΜΥ1 ήταν αμήχανος κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του και ήταν φανερό ότι εκείνη την ώρα πρόσθετε νέες λεπτομέρειες στην κατασκευασμένη του εκδοχή των γεγονότων, ώστε να αποφύγει ακόμη και την υστάτη την πληρωμή των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης εταιρείας. Του υπέδειξε ο κ. Βραχίμης ότι ήταν άκρως ανεύθυνη η συμπεριφορά του να μην πληρώσει το τιμολόγιο και/ή να μην επικοινωνήσει με τους ενάγοντες, αφού θέση του ήταν ότι ουδέποτε είχε εγκρίνει την υποχρέωση που είχε αναλάβει ο κ. Βασιλείου εκ μέρους του ξενοδοχείου. Απάντησε ότι είχε νομική συμβουλή να πράξει έτσι. Όμως όταν ζητήθηκε να κατονομάσει τους δικηγόρους και την συμβουλή που του έδωσαν, ήταν αμήχανος, και αρνήθηκε να δώσει εκείνες τις λεπτομέρειες και στοιχεία ώστε να διασταυρωθεί ο ισχυρισμός ότι πήρε τέτοια νομική συμβουλή. Τα έγγραφα που παρουσίασε για να στηρίξει την εκδοχή του ήταν ελλιπής, ελάχιστα και επιλεκτικά. Επί παραδείγματι, δεν παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού του λογιστηρίου του ξενοδοχείου ή τραπεζικό έγγραφο ή άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο για να αντικρούσει τη θέση των εναγόντων ότι για τα πρώτα δύο χρόνια που εκδόθηκε τιμολόγιο η εναγόμενη εταιρεία αναγνώρισε την οφειλή και πλήρωσε την αξία του τιμολογίου. Για όλους τους λόγους πους ανέφερα πιο πάνω, τον κρίνω αναξιόπιστο μάρτυρα και απορρίπτω εξ' ολοκλήρου την μαρτυρία του. Βασίζομαι εξ ολοκλήρου στη μαρτυρία της ΜΕ1 για την εξαγωγή πραγματικών συμπερασμάτων της υπόθεσης. Κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Αναφορικά με το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας κρίνω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα με το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου να εκδικάσει και να επιλύσει την εν λόγω διαφορά παρόλο που η συμφωνία έγινε στην Επαρχία Πάφου. Η παράβαση της συμφωνίας έγινε στην Επαρχία Λευκωσίας, διότι από τη συμφωνία προέκυψε συγκεκριμένη οφειλή, και στην απουσία ρητής πρόνοιας για τον τρόπο και τον τόπο της πληρωμής, η εναγομένη είχε την υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή της στην Λευκωσία, όπου είναι η έδρα της ενάγουσας εταιρείας. Το ζήτημα για το που είναι η έδρα της ενάγουσας εταιρείας είναι πραγματικό. Υπάρχει θετική και αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1, ότι η εταιρεία αυτή που συστάθηκε στην Αγγλία δραστηριοποιήθηκε στην Κύπρο το 1930, δυνάμει του άρθρο 347, του περί Εταιρειών Νόμου, και ο τόπος που διεξάγει τις εργασίες της στην Κύπρο σύμφωνα με το τεκμήριο 1.4 είναι στην Λευκωσία. Επομένως, η έδρα της εταιρείας στην Κύπρο είναι στην Λευκωσία. Στην υπόθεση Σωτήρης Πιττής v. Progress Electronics Co Ltd[1], το Εφετείο επεξήγησε ότι στην περίπτωση που δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στην συμφωνία για τον τόπο καταβολής οφειλόμενου ποσού και του τρόπου καταβολής της οφειλής της συμφωνίας θα εξυπακούεται ότι υπάρχει υποχρέωση στον οφειλέτη να πληρώσει τον πιστωτή του στον τόπο εργασίας του ή στη διαμονή του. Το άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίου Νόμου 14/1960, προνοεί ότι σε περίπτωση συμφωνίας τοπική δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο στην Επαρχία όπου έγινε η σύναψη συμφωνίας, η εκτέλεση και ή διάρρηξη της συμφωνίας εν όλη ή εν μέρει. Δηλαδή, μέρος της εκτέλεσης της συμφωνίας είναι η πληρωμή, και επειδή ο χρεώστης οφείλει να αναζητήσει τον πιστωτή στον τόπο διαμονής του, θεωρείται ότι η συμφωνία εν μέρει ή εξ ολοκλήρου έχει εκτελεσθεί ή παραβιασθεί στην επαρχία διαμονής η εργασίας του πιστωτή. Σε εκείνη την υπόθεση διαπιστώθηκε πρωτοδίκως ότι η συμφωνία πώλησης τηλεόρασης διαλάμβανε όρο ότι η παράδοση της συσκευής θα γινόταν στο κατάστημα του εφεσείοντα στο Δάλι και ότι ο εφεσείων θα πήγαινε αργότερα στη Λεμεσό για να πληρώσει. Παρέλειψε να πληρώσει και ορθά κρίθηκε ότι η αθέτηση της συμφωνίας επήλθε στη Λεμεσό, στοιχείο καθοριστικό της κατά τόπον αρμοδιότητας του δικαστηρίου. Η πιο πάνω διαπίστωση προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του διευθυντή, παρόλο που αυτός ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν καλυπτόταν από τη δικογραφία εφόσον στην έκθεση απαίτησης δεν υπήρχε ανάλογος ισχυρισμός. Σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα αυτό ήταν το σκεπτικό του Δικαστηρίου για την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου: «Ενδείκνυται το θέμα της τοπικής δικαιοδοσίας να εξετάζεται με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στα δικόγραφα γιατί είναι οι ισχυρισμοί των γεγονότων αυτών που θεμελιώνουν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και είναι τα γεγονότα αυτά τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου (βλ. Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd. v. Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ[2] και Χρίστος Ιωαννίδης ν. Μάριου Κρητικού[3]), χωρίς όμως να ακολουθεί εξ αυτού ότι οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις είναι οπωσδήποτε άνευ σημασίας (βλ. Interamerican Insurance Co Ltd v. Άντρης Μακρίδου[4])». Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, το δικαστήριο ορθά θεώρησε ότι είχε αρμοδιότητα και μπορούσε να αναλάβει δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην έκθεση απαίτησης διευκρινίζεται ότι οι εφεσίβλητοι/πιστωτές είναι από τη Λεμεσό χωρίς όμως να διευκρινίζεται πού ήταν πληρωτέο το ποσό της οφειλής. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, θεωρούμε, σε συμφωνία με το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι υπήρχε ασφαλές υπόβαθρο για τον καθορισμό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ως του κατά τόπον αρμόδιου δικαστηρίου για την επίλυση της διαφοράς, εφόσον ο εφεσείων/χρεώστης, είχε υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή στο χώρο εργασίας ή διαμονής του για να πληρώσει το χρέος του. Βλ. Theophanous v. Georghiou [5], Stefanidou v. Pirgoti [6], Πουγιούκα ν. Πουγιούκα[7], Χριστοφόρου κ.ά. ν. Paneuropean Insurance Co Ltd[8], Κ. Κυριάκου κ.ά. ν. Ιωάννου[9] και Θεοχάρους ν. Παστελλή[10]». Στην παρούσα περίπτωση γίνεται αναφορά στην Έκθεση Απαιτήσεως ότι οι ενάγοντες διεξήγαγαν εργασίες στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 347 του περί Εταιρειών Νόμου. Περαιτέρω, η ταυτότητα τους καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα και μέρος της ταυτότητας τους είναι και η διεύθυνση Αγαπήνορως 27 στην Λευκωσία που καταγράφεται στο κλητήριο ένταλμα. Περαιτέρω, στη συνέχεια και κατά την μαρτυρία της υπόθεσης διαπίστωσα ότι η έδρα αυτών των εργασιών είναι στην Λευκωσία. Οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν καμία μαρτυρία για να αμφισβητήσουν αυτόν τον ισχυρισμό. Ενόψει των πιο πάνω υπάρχει ασφαλές υπόβαθρο ώστε να κρίνω ότι έχω κατά τόπο αρμοδιότητα να επιλύσω αυτή την διαφορά. Η συμφωνία είναι σιωπηλή σε σχέση με τον τόπο της πληρωμής και οι εναγόμενοι ως χρεώστες μίας οφειλής είχαν την υποχρέωση να αναζητήσουν τους πιστωτές τους, εκεί που είναι η έδρα τους προς εξόφληση της οφειλής. Στην υπόθεση SARTAS IMPORTERS-DISTRIBUTORS LTD ν ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΡΟΥΛΛΗ[11] στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Βραχίμης, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την απαίτηση των εναγόντων επειδή απέτυχαν να αποδείξουν με θετική μαρτυρία, ότι η ενάγουσα εταιρεία διεξήγαγε τις εργασίες της στην Λάρνακα. Το Εφετείο παρενέβη στα ευρήματα αυτά αφού εντόπισε μαρτυρία στο δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, ακόμη και έγγραφη μαρτυρία, από την οποία μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα ότι η εταιρεία είχε την έδρα της την Λάρνακα, και πρόσθεσε ότι στοιχεία σε σχέση με την ταυτότητα του ενάγοντα μπορούν να εξαχθούν ακόμη και από το κλητήριο ένταλμα όπου καταγράφεται η διεύθυνση του ενάγοντα και ο τόπος εργασίας ώστε να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για οντότητα που υπάρχει και διεξάγει εργασίες. Το Εφετείο επανέλαβε την ίδια αρχή σε σχέση με την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Στην απουσία ρητής πρόνοιας, ο χρεώστης έχει την υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή στον τόπο διαμονής του ή στην εργασία του για να αποπληρώσει την οφειλή. Στην υπόθεση Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα[12] το Εφετείο επεξήγησε ότι οι λέξεις «βάσις αγωγής» που διατυπώνονται στο άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, θα πρέπει να ερμηνευθούν ως ακολούθως στην περίπτωση που η συμφωνία είναι σιωπηλή για το ζήτημα του τόπου πληρωμής της οφειλής: «Το Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, μεταξύ άλλων προβλέπει ότι σε πολιτικές υποθέσεις κατά τόπο αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της Επαρχίας του οποίου (α) «η βάσις της αγωγής» έχει προκύψει είτε εν μέρει είτε καθ' ολοκληρίαν και (β) βρίσκεται η κατοικία ή ο χώρος του εναγομένου κατά την έγερση της αγωγής. Ο όρος «βάσις της αγωγής» ορίζεται στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Νόμου 14/60 ως εξής:- ««Βάσις της αγωγής» περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού.» Στην προκειμένη περίπτωση, ορθά κατά την άποψή μας ο ευπαίδευτος Πρόεδρος θεώρησε ότι ανεξάρτητα από τον τόπο που ο ίδιος έθεσε την υπογραφή του επί της αιτήσεως, αυτή εγκρίθηκε στη Λευκωσία και ως εκ τούτου ορθά κρίθηκε ότι εκεί συνομολογήθηκε. Επομένως, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας είχε δικαιοδοσία. Συντρέχουσα δικαιοδοσία φαίνεται να είχε και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, λόγω της κατοικίας του Εφεσείοντος. Όμως υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, όλες οι πράξεις αγοραπωλησίας μετοχών γίνονταν στη Λευκωσία, όπου έγινε και η παράβαση. Πέραν τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και πάλιν θα είχε κατά τόπο αρμοδιότητα, αν ληφθεί υπόψη η υποχρέωση του Εφεσείοντος, ως χρεώστη, να αναζητήσει για εξόφληση τον πιστωτή του στην έδρα του, που ήταν η Λευκωσία». Σε εκείνη την περίπτωση όπως και στην δική μας υπάρχει εξυπακουόμενη υποχρέωση του οφειλέτη να αναζητήσει και να ξοφλήσει τον πιστωτή της οφειλής του στην έδρα του, ήτοι την Λευκωσία. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Τα άρθρα 48 και 49 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 έχουν εφαρμογή γενικά για όλες τις συμβάσεις στις οποίες δεν έχει ορισθεί ο κατάλληλος χρόνος και τόπος εκτέλεσης της υπόσχεσης της συμφωνίας. Αυτά τα άρθρα δεν είναι αντίθετα στη γενική αρχή ως αυτή εξελίχθηκε στη νομολογία ότι στην περίπτωση χρέους δανειστής πρέπει να αναζητήσει τον πιστωτή στον τόπο διαμονής του ή στον χώρο της εργασίας του. Κατά πόσο ο διευθυντής του ξενοδοχείου δέσμευσε την εταιρεία με την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της άδειας Η εναγόμενη εταιρεία δεσμεύεται από την υπογραφή του κ. Βασιλείου. Ο κ. Βασιλείου ήταν κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντής του ξενοδοχείου. Ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου ήταν κατά τον επίδικο χρόνο η εναγομένη εταιρεία. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1, προκύπτει ότι η άδεια εκδόθηκε προς όφελος της εν λόγω ξενοδοχειακής μονάδας και αυτή που επωφελήθηκε των πνευματικών δικαιωμάτων που εξασφάλιζε η άδεια ήταν η εναγόμενη εταιρεία που ήταν ιδιοκτήτρια της ξενοδοχειακής μονάδας. Ιδιοκτήτρια της τουριστικής μονάδας ήταν η εναγόμενη εταιρεία και η επωνυμία αυτής της εταιρείας αναγράφεται τόσο στην αίτηση όσο και στην εκδοθείσα άδεια. Η επωνυμία της εναγομένης εταιρείας είναι στην άδεια αλλά καταγράφεται λανθασμένα καθότι δεν υπάρχει έτερη εταιρεία εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών με το όνομα «Hadjiestathiou Bros». Περαιτέρω, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 εκδόθηκαν τα πρώτα δύο τιμολόγια τα οποία πληρώθηκαν από την εναγομένη εταιρεία. Έχω εξηγήσει πιο πάνω γιατί έχω απορρίψει την μαρτυρία του ΜΥ1 ως αναξιόπιστη. Ο κ. Βασιλείου παρουσιάσθηκε ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο εκ μέρους της ξενοδοχειακής μονάδας, προς υποβολή της αίτησης και της έκδοσης της σχετικής άδειας τεκμήρια 9 και 9Α. Στη συνέχεια η ξενοδοχειακή μονάδα έλαβε όλα τα οφέλη από την εν λόγω άδεια και στη συνέχεια απέστειλε τιμολόγια και τα πρώτα δύο πληρώθηκαν. Συνεπώς, οι ενάγοντες είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι ιδιοκτήτες της ξενοδοχειακής μονάδας ήταν η εναγόμενη εταιρεία και ότι είχαν νόμιμα συμβληθεί μαζί τους για την έκδοση της άδειας, από την οποία προκύπτει η υποχρέωση πληρωμής της οφειλής. Όλα τα πιο πάνω δείχνουν ότι ο κ. Βασιλείου όταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγομένων δυνάμει του άρθρου 197 του Κεφ. 149 (ostensible or apparent authority). Όλα όσα επιχείρησαν να καταδείξουν οι εναγόμενοι με την μαρτυρία του ΜΥ1 πολύ καθυστερημένα και μετά την αποστολή τιμολογίων για τα έτη που έχουν περάσει και μετά που επωφελήθηκαν τα πνευματικά δικαιώματα των μελών των εναγόντων για επτά συναπτά έτη χωρίς να πληρώσουν, ήταν σκέψεις εκ των υστέρων, είναι εύρημά μου ότι ο κ. Βασιλείου δέσμευσε την εναγομένη εταιρεία με την υπογραφή του. Ο κ. Βασιλείου, ως προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα είχε πραγματική εξουσιοδότηση να προβεί στην εν λόγω συναλλαγή εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας. Τα όσα επιχείρησαν να καταδείξουν οι εναγόμενοι διά της αναξιόπιστης μαρτυρίας του ΜΥ1 κρίνονται σκέψεις εκ των υστέρων ώστε να αποφύγουν πληρώσουν την οφειλή. Προκύπτει αβίαστα από τις πράξεις τους ότι η συμφωνία είχε επικυρωθεί από την εταιρεία, καθότι, πρώτον, τα πρώτα τιμολόγια πληρώθηκαν και δεύτερο, επωφελήθηκαν τα πνευματικά δικαιώματα των μελών της ενάγουσας εταιρείας και μετέδιδαν απρόσκοπτα τα μουσικά έργα στο τουριστικό συγκρότημα, χωρίς να υποστούν οποιεσδήποτε κυρώσεις. Τέλος, εάν δεν είχαν επικυρώσει αυτή τη συναλλαγή δεν θα παρέμειναν σιωπηλοί χρόνο με τον χρόνο όταν οι ενάγοντες τους απέστελλαν τιμολόγια προς αποπληρωμή. Φυσιολογικό θα ήταν ότι θα υπήρχε άμεση διαμαρτυρία στην περίπτωση που ο κ. Βασιλείου είχε υπερβεί την εξουσία του. Επομένως, κρίνω ότι οι εναγόμενοι είχαν εγκρίνει την συναλλαγή. Όμως, ακόμη και στην περίπτωση που δεν υπήρχε πραγματική εξουσία στον κ. Βασιλείου να συνάψει την συμφωνία είναι περίπτωση που θα πρέπει οι ενάγοντες να δικαιωθούν με βάση την αρχή της φαινομενικής πληρεξουσιότητας προς τρίτους, αφού υπήρχαν θετικές παραστάσεις προς αυτούς να πιστεύουν ότι είχαν να κάνουν με εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και δεν είχαν κανένα λόγο να πιστεύουν στα χρόνια που μεσολάβησαν από την έκδοση της άδειας τεκμήριο 9Α ότι δεν είχαν συνάψει μία έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία. Οι πρόνοιες του άρθρου 197 του Περί συμβάσεων Νόμου είναι ως ακολούθως: «Ευθύνη αντιπροσωπευόμενου που εξωθεί τρίτους να πιστεύουν ότι ο αντιπρόσωπος ενεργούσε εντός της πληρεξουσιότητας του 197. Αν ο αντιπρόσωπος, χωρίς πληρεξουσιότητα, διενέργησε πράξεις ή ανέλαβε υποχρεώσεις έναντι τρίτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από τις πράξεις ή υποχρεώσεις αυτές, αν προφορικά ή με τη συμπεριφορά του εξώθησε τους τρίτους να πιστεύουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας του αντιπροσώπου». Στην υπόθεση Paneuropean Insurance Co. Ltd. V Νικου Χειμάρη[13] το Εφετείο επεξήγησε ότι οι συνέπειες από την φαινόμενη πληρεξουσιότητα προς τρίτους δεσμεύουν την εναγομένη εταιρεία. Ο κ. Βασιλείου είχε παραστήσει στους ενάγοντες ότι ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των δικαιούχων της άδειας, διαφορετικά οι ενάγοντες δεν θα συναλλάσσονταν μαζί του και δεν θα εξέδιδαν άδεια στο ξενοδοχειακό συγκρότημα. Στη συνέχεια για χρόνια ολόκληρα οι εναγόμενοι δεν έκαναν οτιδήποτε για να καταρρίψουν την εντύπωση των εναγόντων ότι είχαν συμβληθεί νόμιμα με την εναγομένη εταιρεία. Αντιθέτως επικύρωσαν τη συμφωνία με την πληρωμή των δύο πρώτων τιμολογίων. Οπότε ακόμη και εάν θέση των εναγομένων είναι ότι ο κ. Βασιλείου υπερέβη την εξουσία που του χορήγησε η εναγόμενη εταιρεία με τη σύναψη της συμφωνίας, αυτή η θέση πρέπει να απορριφτεί ενόψει του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία ότι προέβησαν σε θετικές παραστάσεις κατά τον επίδικο χρόνο σε σχέση με την εξουσία του κ. Βασιλείου να συνάψει την συμφωνία. Κρίνω ότι έχει εφαρμογή το άρθρο 197 του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, διότι ο κ. Βασιλείου εξώθησε τους ενάγοντες να πιστεύουν με την συμπεριφορά του και ως εκ της θέσης του ως διευθυντής του Ξενοδοχείου ότι η εναγομένη εταιρεία, ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, τον είχε εξουσιοδοτήσει και ότι είχε επικυρώσει τη συμφωνία με την οποία εκδόθηκε η άδεια μετάδοσης, τεκμήριο 9Α. «Οι συνέπειες από τη φαινομενική πληρεξουσιότητα βρίσκουν έρεισμα κατά τα επικρατούντα, στις αρχές του κωλύματος (estoppel) που αποτελούν μέρος του δικαίου μας κατά το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν. 14/60, αφού δεν μπορεί να θεωρηθεί, ούτε βέβαια προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός, ότι αποκλείονται από τις διατάξεις του Κεφ. 149. (βλ. σχετικά Παΐκκος ν. Κοντεμενιώτη[14]): Βρίσκεται στον πυρήνα της δέσμευσης η εμφάνιση των πραγμάτων όπως αυτή μπορεί να συνδεθεί προς παράσταση, ρητή ή με τη συμπεριφορά. Κωλύεται εκείνος που παριστά ή που επιτρέπει με αυτό τον τρόπο να παρίσταται άλλος ως αντιπρόσωπός του, να αρνηθεί δέσμευση όταν ο τρίτος, στηριγμένος σ' αυτή την παράσταση, ενεργεί προς βλάβη του ή, ακόμα ευρύτερα, διαφοροποιεί τη θέση του.» Συνεπώς, για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η συναλλαγή ήταν έγκυρη και οι εναγόμενοι κωλύονται τόσο καθυστερημένα και κακόβουλα να την αποποιηθούν, επικαλούμενοι το επιχείρημα ότι ο κ. Βασιλείου δεν ήταν εξουσιοδοτημένος. Ενόψει της εγκυρότητας της συναλλαγής και την απόδειξη της οφειλής ως προκύπτει από την άδεια και τα τιμολόγια που κατέθεσε η ΜΕ1 και που παραμένουν απλήρωτα, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 ως η Παράγραφος Α και Β της Έκθεσης Απαιτήσεως. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον της εναγομένης όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ 50
(2005)[2]
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059 [3]
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 828 [4]
(2000)1 A.A.Δ. 1586 [5]
(1969)1 C.L.R. 203 [6]
(1975)1 C.L.R. 100 [7]
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 2014 [8]
(2002)1 Α.Α.Δ. 1644 [9]
(1990)1 Α.Α.Δ. 479 [10]
(1993)1 Α.Α.Δ. 240 [11]
(2003)1Γ ΑΑΔ [12] 1 ΑΑΔ
(2010)1238 [13] 1Β ΑΑΔ 713
(2004)[14]
(1989)1 C.L.R. 50 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο