← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελευθέριος (Λευτέρης) Χατζηνικόλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 8222/05, 28/2/2017

Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελευθέριος (Λευτέρης) Χατζηνικόλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 8222/05, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8222/05 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντα - και -

  1. Ελευθέριος (Λευτέρης) Χατζηνικόλας, (ΑΤ 0657219)
  2. Βάλω Χατζηνικόλα, (ΑΤ 0674045)
  3. Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, (ΑΤ 0573637) Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Kαθ΄ ων η Αίτηση: κ.κ. Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.. Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κ. Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Στις 4.11.2005, η εν τω πιο πάνω τίτλω αναφερόμενη ενάγουσα (στο εξής «η ενάγουσα»), καταχώρησε την παρούσα αγωγή, με την οποία αξίωνε απόφαση εναντίον των εν τω πιο πάνω τίτλω αναφερομένων εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των ΛΚ26.171,60σ., πλέον τόκο προς 13% από 21.9.2005 επί ποσού των ΛΚ25.410,01σ., μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο και συγκεκριμένα κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, καθώς επίσης και έξοδα πλέον Φ.Π.Α., και έξοδα επίδοσης. Εκ μέρους όλων των εναγομένων καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από το δικηγορικό γραφείο Χρ. Κιτρομηλίδης & Σια. Στις 24.1.2006, η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον όλων των εναγομένων, η οποία αρχικά ορίστηκε στις 21.2.2006, και ακολούθως στις 27.3.
  4. Κατ' εκείνη την ημέρα, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων, ως η πιο πάνω αναφερόμενη αξίωση της ενάγουσας. Προβλέφθηκε δε ότι, στην περίπτωση που οι εναγόμενοι 1, 2 και 3, καταβάλουν συγκεκριμένο ποσό μέχρι και την 1.10.2006, τότε ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος θα θεωρείται ως εξοφληθέν. Αποτελεί κοινό τόπο ότι, το συμφωνηθέν ποσό, δεν καταβλήθηκε μέχρι την πιο πάνω, ειδικώς προσδιορισθείσα, αναφερόμενη ημερομηνία. Η υπό εξέταση αίτηση Στις 22.9.2015, οι εναγόμενοι 1 και 2, καταχώρησαν αίτηση με την οποία εξαιτούνται όπως εκδοθεί «διάταγμα και/ή διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι το ποσό το οποίο δύναται να ανακτηθεί ως καθυστερημένος τόκος εκ του εξ αποφάσεως χρέους στην παρούσα αγωγή δεν θα υπερβεί το αρχικό ποσό της απόφασης ημερ. 27/03/2006 ήτοι 26.171,60ΛΚ εν σχέση προς την οποία ο τοιούτος τόκος είναι πληρωτέος και το συνολικό ποσό εξ αποφάσεως οφειλής των Εναγομένων δεν θα υπερβαίνει τις 26.171,60ΛΚ». Από μια πρώτη ανάγνωση της μόλις πιο πάνω, αυτουσίως, παρατεθείσας αιτούμενης θεραπείας, διαφαίνεται μια ασάφεια σε σχέση με το τι ακριβώς επιζητείται από τους εναγόμενους 1 και 2, με την υπό εξέταση αίτηση. Αν όμως ανατρέξει κάποιος στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση (βλ. παράγραφος 7 τούτης), αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου τους (βλ. 2η παράγραφος της τελευταίας σελίδας), αυτό που στην πραγματικότητα ζητούν, είναι, το Δικαστήριο, είτε μέσω διατάγματος του, είτε μέσω διακήρυξης του, να αποφασίσει ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εισπράξει, στα πλαίσια της εκτέλεσης της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης, οποιοδήποτε ποσό, πέραν του ποσού των ΛΚ26.171,
  5. Και τούτο γιατί, κατά τους εναγόμενους 1 και 2, στο ποσό αυτό, περιλαμβάνονται, ήδη, πέραν του διπλάσιου του αρχικού χρέους, τόκοι. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.11, Δ.48 Θ.1-4, στον περί τόκου Νόμο του 1997[1] άρθρα 3 και 6

(1)και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 33
(1)και 33
(3). Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της κας Βάσως Χατζηνικόλα (εναγόμενη 2). Η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τον εναγόμενο 1 να προβεί στην ένορκη δήλωσή της. Ακολούθως, αναφέρεται στην έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 27.3.2006 και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή εδράζετο επί συμφωνίας, μεταξύ της ενάγουσας και μιας εταιρείας, για το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού στο όνομα της ρηθείσας εταιρείας, για τις ευθύνες της οποίας, οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέγραψαν σχετική συμφωνία εγγύησης. Έπειτα, η εναγόμενη 2, ισχυρίζεται ότι η τελευταία χρονικά συμφωνία για μεταβολή του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού, υπογράφτηκε στις 10.4.1996, και αφορούσε στην έγκριση του ορίου των ΛΚ8.000,
  1. Κατά την εναγόμενη 2, συνεπεία της ημερομηνίας υπογραφής της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης σύμβασης, οι όροι της, υπόκειντο στις πρόνοιες του Νόμου 2/
  2. Τούτο, πάντα κατά την ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, έχει ως αποτέλεσμα, να μην είναι δυνατή η χρέωση τόκου πέραν του αρχικού χρέους και κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν, να εισπραχθεί από την ενάγουσα, μέσω της εκτέλεσης της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 27.3.2006, ποσό μεγαλύτερο των ΛΚ26.171,60, μιας, και στο εν λόγω ποσό, περιλαμβάνεται τόκος, υπερδιπλάσιος, του αρχικού χρέους (το οποίο, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, το προσδιορίζει στις ΛΚ8.000,00). Ως προς το γεγονός ότι η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου, η εναγόμενη 2, ισχυρίζεται ότι τούτο επεσυνέβη γιατί, κατά την ημέρα έκδοσης της ρηθείσας απόφασης, δεν γνώριζαν (οι εναγόμενοι 1 και 2) τις πρόνοιες του Νόμου (Ν.2/77), για τις οποίες έλαβαν γνώση, από τον σημερινό συνήγορό τους, κύριο Παύλο Αγγελίδη, όταν τον επισκέφθηκαν στα γραφεία του. Επικαλούμενη ότι τυχόν έγκριση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα συμφέροντα της ενάγουσας και ότι μια τέτοια εξέλιξη θα είναι προς όφελος της δικαιοσύνης, αλλά και γενικά του νομοθέτη, αφού θα συμβαδίζει με τις σχετικές πρόνοιες του Ν.2/77, ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή διακήρυξης. Ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωσή της, η εναγόμενη 2, καταθέτει τα εξής: (α) αντίγραφο της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 27.3.2006 (τεκμήριο 1), (β) αντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψαν οι εναγόμενοι 1 και 2 στις 3.12.1992 (τεκμήριο 2), (γ) αντίγραφο έγκρισης της ενάγουσας προς την εταιρεία, της οποίας την ευθύνη εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 1 και 2, για αναθεώρηση του ορίου τρεχούμενου λογαριασμού σε όριο, πλέον, ΛΚ8.000,00, ημερομηνίας 29.3.1996 (τεκμήριο 3), και, (δ) αντίγραφο επιστολής της ενάγουσας ημερομηνίας 17.8.2004 που αποστέλλεται, μεταξύ άλλων, και στους εναγόμενους 1 και 2, με την οποία ενημερώνονται ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που χορηγήθηκαν στη συγκεκριμένη εταιρεία, έχουν τερματισθεί (τεκμήριο 4). Η ένσταση Η ενάγουσα, καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης στην αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής η ένσταση). Ως λόγους ένστασης, στο κυρίως σώμα της, προβάλλει τους ακόλουθους:
  3. H νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλιπής καθότι δεν περιλαμβάνονται τα άρθρα 98 και 99 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), τα άρθρα 71, 80 και 81 του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμο (ΚΕΦ. 224), στην Δ.40 ΘΘ1 και 7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί και στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός Πωλήσεως Νόμο) Ν.82(Ι)/
  4. Οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση εφεξής («οι Εναγόμενοι 1 και 2») δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και/ή επαρκείς λόγους και/ή εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  5. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι ελλείπει το στοιχείο της καλής πίστης και είναι καθόλα ενοχλητική και καταπιεστική.
  6. Η αίτηση είναι πρόωρη.
  7. Τα αιτούμενα διατάγματα θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες. Η αναστολή της διαδικασίας της πώλησης των ακινήτων δυνάμει της εγγραφής δικαστικής απόφασης (ΜΕΜΟ) μέχρι την εκδίκαση της αίτησης Διακήρυξης τελικού οφειλόμενου ποσού θα οδηγούσε κατάφωρη αδικία εις βάρος των Εναγόντων παρεμποδίζοντας τους από το να εισπράξουν το λαβείν τους από την προς όφελος τους εκδοθείσα απόφαση ημερ. 27.3.
  8. Η παρούσα αίτηση έχει ως μόνο σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και/ή κωλυσιεργίας της όλης διαδικασίας.
  9. Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης.
  10. Τα αιτούμενα διατάγματα θα έπλητταν την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθούν υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ.1, 7(α), 7(β), 10 και 11, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στα άρθρα 4, 5, 6, 9, 14, 22-71, 97 και 98 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), στα άρθρα 71, 80 και 81 στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (περιορισμός Πωλήσεως Νόμο) Ν.82(Ι)/2002στη νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Φαίδρας Λουκά, ημερ. 7.1.2016, η οποία, στα αρχικά στάδια της, αναφέρει ότι εργάζεται στην ενάγουσα και συγκεκριμένα στην υπηρεσία προβληματικών λογαριασμών (Recoveries) και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από την εργοδότρια της για να προβεί στην ένορκή της δήλωση. Ακολούθως, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους ένστασης. Ακροαματική διαδικασία Αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας το περιεχόμενό τους, ενώ καμία εκ των ενόρκως δηλουσών δεν αντεξετάστηκε. Για τους σκοπούς που θα διαφανούν κατωτέρω, κρίνεται ορθότερο, στο σημείο αυτό, να παρατεθεί η νομική πτυχή που σχετίζεται με δικαιοδοτικά ζητήματα. Αν κατόπιν σχετικής κρίσης αποφασισθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, θα προσδιοριστεί και η, επί της ουσίας του ζητήματος, σχετική νομική πτυχή. Όπως αβίαστα προκύπτει, τόσο από το κυρίως σώμα της αίτησης, όσο και από την αγόρευση του συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2, η επίδικη αίτηση, ως δικαιοδοτική για το Δικαστήριο νομική βάση, έχει τις πρόνοιες της Δ.40 θ.
  11. Ως δε υπεδείχθη ανωτέρω, αυτό που στην ουσία επιζητούν οι εναγόμενοι 1 και 2, με την αιτούμενη τους θεραπεία, είναι να εκδοθεί διάταγμα και/ή να διακηρυχθεί από το Δικαστήριο, ότι η ενάγουσα, στα πλαίσια της εκτέλεσης της εκ συμφώνου υπέρ της απόφασης, δεν μπορεί να εισπράξει ποσό, μεγαλύτερο του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η ρηθείσα εκ συμφώνου απόφαση, και δη του ποσού των ΛΚ26.171,
  12. Εκείνο όμως που θα προκύψει αν το Δικαστήριο αποδώσει την αιτούμενη θεραπεία, είναι, στην ουσία, να ακυρωθεί μέρος της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης και δη το μέρος που ακολουθεί του αναγραφόμενου επί της απόφασης ποσού Λ.Κ.26.171,
  13. Πρόκειται στην ουσία για την εξής φράση «.πλέον τόκο 13% από 21/9/05 επί ποσού των Λ.Κ.25.410,01σ. μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές ετησίως στις 30.6 και 31.12.». Και αυτό γιατί, αυτό που ζητούν οι εναγόμενοι 1 και 2, είναι η ενάγουσα να εισπράξει μόνο το ποσό των Λ.Κ.26.171,60, χωρίς επί του εν λόγω ποσού να είναι δυνατή η επιβολή οποιουδήποτε τόκου, ο οποίος, όμως, τόκος, προνοείται ειδικά από το σαφέστατο σχετικό λεκτικό της εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης. Μόνο κατόπιν ακύρωσης και/ή μεταβολής της ρηθείσας εκ συμφώνου απόφασης, είναι δυνατόν να αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία Με τούτα ως δεδομένα, καθίσταται επάναγκες, να παρατεθεί η νομική πτυχή, που αφενός, σχετίζεται με τη φύση των θεραπειών που είναι δυνατό να αποδοθούν από ένα Δικαστήριο επί τη βάσει των προνοιών της Δ.40 θ.11, και αφετέρου, του κατά πόσο, στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης αίτησης, που καταχωρείται στο φάκελο και υπό τον τίτλο και αριθμό της αγωγής στην οποία εκδόθηκε μια εκ συμφώνου απόφαση, είναι δυνατόν να εκδοθεί διάταγμα, που στην ουσία, να ακυρώνει εν όλω, ή έστω εν μέρει, και/ή να μεταβάλλει τη ρηθείσα εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση. Η πρόνοιες της Δ.40 θ.11, έτυχαν ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Nicos Stavrou and Another v. Fereos Christopoulos
(1985)1 CLR 449 και Αντώνης Θ. Ιωσηφάκης, ν. Χαράλαμπου Αριστοδήμου
(1990)1 ΑΑΔ 284). Με βάση τα όσα αναφέρθησαν στις μόλις πιο πάνω αποφάσεις, οι πρόνοιες της Δ.40 θ.11 δεν παρέχουν «ευχέρεια αναστολής διαδικασίας άλλης από εκείνη η οποία αποτελεί το αντικείμενο έφεσης.» Δεν παραγνωρίζω ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, εισηγούνται ότι, οι πρόνοιες της Δ.40 θ.11[2] δεν αφορούν, αποκλειστικά και μόνο θέματα αναστολής εκτέλεσης μιας εκδοθείσας απόφασης. Είναι ακριβώς η θέση τους ότι, η συμπερίληψη της φράσης «or other relief» που ακολουθεί την φράση «stay of execution» είναι υποστηρικτική της προβαλλόμενης θέσης τους και είναι επί αυτής της ερμηνείας που θεωρούν ότι η αιτούμενη θεραπεία είναι δυνατόν να δοθεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης με νομική βάση τις πρόνοιες της Δ.40 θ.11. Δεν θα διαφωνήσω με τη θέση των εναγομένων 1 και 2 ότι, η φράση or other relief, είναι αβίαστα προσδιοριστική της πρόθεσης του νομοθέτη, οι πρόνοιες της Δ.40 θ.11, να είναι δυνατόν να τύχουν επίκλησης και για θεραπεία άλλη από την αναστολή της εκτέλεσης μιας εκδοθείσας απόφασης. Αυτό όμως δεν μεταβάλλει τη δεδομένη και ξεκάθαρα διακηρυχθείσα θέση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι, οι πρόνοιες της συγκεκριμένης Διάταξης, είναι δυνατόν να τύχουν επίκλησης για θεραπεία, έστω και άλλη από την αναστολή εκτέλεσης, πλην όμως για διαδικασία που αποτελεί το αντικείμενο έφεσης. Στην υπό εξέταση υπόθεση, η απόφαση για την οποία επιζητείται, με βάση τις πρόνοιες της Δ.40 θ.11, η αιτούμενη θεραπεία, όχι απλά δεν αμφισβητείται με οποιαδήποτε έφεση, αλλά τουναντίον εκδόθηκε εκ συμφώνου. Επομένως, είμαι της γνώμης ότι με δεδομένη την απουσία οποιασδήποτε εκκρεμούσας έφεσης, οι πρόνοιες της Δ.40 θ.11, δεν παρέχουν δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο για να εξετάσει την επίδικη αίτηση επί της ουσίας της. Η μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης. Παρά την ακριβώς πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου, κρίνω ορθό να σημειώσω ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί και επί ενός άλλου, δικαιοδοτικού επίσης, λόγου. Και τούτος αφορά στο ότι, δεν είναι δυνατή η ακύρωση ή η οποιαδήποτε μεταβολή μιας εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης μέσω ενδιάμεσης αίτησης που καταχωρείται στο φάκελο της υπόθεσης, στα πλαίσια της οποίας (υπόθεσης), τούτη (η εκ συμφώνου απόφαση), εκδόθηκε. Όπως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία, (βλ Παναγιώτης Ανδρέου ν. P. & D. Crystal Lime Co Ltd
(2001)1AAΔ 1521 και σύγγραμμα Haulsbury΄s Laws of England 3rd edition, vol. 22, par. 1672, p.792[3]), ακύρωση ή μεταβολή μιας εκ συμφώνου εκδοθείσας απόφασης είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο στα πλαίσια μιας νέας αγωγής που θα καταχωρηθεί από το πρόσωπο που επιθυμεί την ακύρωση ή τη μεταβολή της και η οποία (νέα αγωγή), σκοπό θα έχει ακριβώς την έκδοση ενός τέτοιου σχετικού διατάγματος ακύρωσης και/ή μεταβολής της. Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, αν αποδοθεί η αιτούμενη θεραπεία, τότε, στην ουσία, ακυρώνεται, τουλάχιστον μέρος της, και/ή, εν πάση περιπτώσει, μεταβάλλεται ουσιωδώς η εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση, πράγμα, που με βάση τη μόλις παρατεθείσα νομολογία, είναι εντελώς ανεπίτρεπτο να επιτευχθεί μέσω της υπό εξέταση, ενδιάμεσης, αίτησης. Επομένως, και για τους δύο πιο πάνω αναφερόμενους δικαιοδοτικούς λόγους, η επιζητούμενη θεραπεία δεν είναι δυνατό να αποδοθεί στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, με αποτέλεσμα να κρίνεται απαράδεκτη η οποιαδήποτε περαιτέρω, ενασχόληση μου με την ουσία της αίτησης. Όσον αφορά στο θέμα των εξόδων, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής και, συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται στα έξοδα της. Επομένως, τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των εναγόμενων 1 και 2 και υπέρ της ενάγουσας, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.A.Σ. [1] Πρόκειται προφανώς, για λανθασμένη χρονολογία. Ο περί τόκου Νόμος, θεσπίστηκε το 1977 (Ν.2/1977). [2] Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or judge may give such relief and upon such terms as may be just. [3] «Α judgment given or an order made by consent may, in a fresh action brought for the purpose, be set aside on any ground which would invalidate a compromise not contained in a judgment or order. Compromises have been set aside on the ground that the agreement was illegal as against public policy, or was obtained by fraud or misrepresentation, or non-disclosure of a material fact which there was an obligation to disclose, or by duress, or was concluded under a mutual mistake of fact, ignorance of a material fact or without authority. ................................................. The court may refuse to set aside a compromise when the party seeking to set it aside is guilty of delay in questioning it. Unless all the parties agree, a consent order, when entered, can only be set aside by a fresh action, and an application cannot be made to the court of first instance in the original action to set aside the judgment or order, except, apparently, in the case of an interlocutory order; nor can it be done by way of appeal.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.