← Κύπρος

DMITRY GERASIMENKO κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 353/17, 22/2/2017

DMITRY GERASIMENKO κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 353/17, 22/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A96 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 353/17 Μεταξύ:

  1. DMITRY GERASIMENKO
  2. RED OCTOBER INTERNATIONAL S.A.
  3. TYNBEX CORPORATION Εναγόντων και ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25.1.17 εκ μέρους των Εναγόντων για Έκδοση Διατάγματος Τύπου Norwich Pharmacal κλπ. Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου,
  4. Εμφανίσεις: Για Αιτητές - Ενάγοντες: κα Ν. Νικολάου για Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και Ν. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους: κ. Ν. Κουρσάρης για Χρυσαφίνη και Πολυβίου ΔΕΠΕ (κα Θ. Καουτζιάνη για να ακούσει απόφαση). Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που κατέθεσαν στις 25.1.17, αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τις ακόλουθες θεραπείες: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη όπως εντός δέκα

(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος: 1. Ετοιμάσει, καταχωρήσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο της Εναγομένης, η οποία θα: (
  1. i)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν, και/η επαρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι ήταν και/η είναι και/η παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη ότι είναι οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών της Briesten Holdings Ltd, αρ. εγγρ. 270703, Loseth Holdings Ltd, αρ. εγγρ. 274157, Murlance Enterprises Ltd, αρ. εγγρ. 343803 και MIF Holdings Ltd, αρ. εγγρ. 311523, οι οποίες συστάθηκαν δυνάμει των νόμων της Κύπρου. (
  2. ii)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει τα έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται από την Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων - (αλλά χωρίς περιορισμό) - αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), αποφάσεων (resolutions) διευθυντών ή μετοχών της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd και οποιωνδήποτε άλλων εντύπων, αιτήσεων ή εγγράφων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή υπογράφηκαν και/ή παρουσιάσθηκαν και/ή ζητήθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών και εγγράφων που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν από την Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας που υιοθετήθηκε από την Εναγόμενη προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος KYC (Know Your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου). (iii) Αποκαλύπτει και αναφέρει τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd, που διατηρούντο και/η διατηρούνται με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνσης των προσώπων που υπογράφουν (signatories) και/ή διαχειρίζονται τους εν λόγω λογαριασμούς. (
  3. iv)Αποκαλύπτει και αναφέρει όλες τις μεταφορές και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή έγιναν για κάθε λογαριασμό που καλύπτεται από την υποπαράγραφο Α
(1)(iii) ανωτέρω από το άνοιγμα αυτών μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd για να δικαιολογήσει ή υποστηρίξει τέτοιες χρεώσεις ή πιστώσεις ή μεταφορές και/ή πληρωμές εκτός των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), συμβάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, επιστολών, πληρεξουσίων, γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου σχετικού εγγράφου. (ν) Αποκαλύπτει και αναφέρει για κάθε πληρωμή ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις που έγιναν ή πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd που διατηρούντο και/ή που διατηρούνται με την Εναγόμενη, όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη για να υποστηρίξει και/ή δικαιολογήσει τις σχετικές πληρωμές ή συναλλαγές ή μεταφορές ή χρεώσεις ή πιστώσεις συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό με κανένα τρόπο) των γραπτών οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη για να διεκπεραιώσει ή υλοποιήσει τέτοιες πληρωμές ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που έδωσαν ή απέστειλαν τέτοιες γραπτές οδηγίες, ως επίσης και τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που υπέγραψαν τέτοιες οδηγίες ή έγγραφα εκ μέρους της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd. 2. Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εναγόμενης που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο A
(1)(
  1. i)έως (ν) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων (resolutions) διευθυντών, αποφάσεων (resolutions) μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που είναι στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης, σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α(
  2. ii)και (iii) ανωτέρω, ως επίσης και τις πιστώσεις ή χρεώσεις ή μεταφορές ή πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(iv) και (ν) ανωτέρω. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών από την Εναγόμενη, δυνάμει του διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη αγωγής ή αγωγών που θα εγερθούν στην Κύπρο ή και στην αλλοδαπή. Γ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε θεωρήσει ορθό και πρέπον να εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Δ. Νομίμους Τόκους. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Την ίδια ημέρα καταχώρισαν και Μονομερή Αίτηση (την υπό εκδίκαση) με την οποία αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων τα ακόλουθα διατάγματα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Εναγόμενη όπως εντός δέκα
(10)ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος: 3. Ετοιμάσει, καταχωρήσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο της Εναγομένης, η οποία θα: (
  1. i)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν, και/η επαρουσιάσθηκαν στην Εναγόμενη ότι ήταν και/η είναι και/η παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη ότι είναι οι τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των μετοχών της Briesten Holdings Ltd, αρ. εγγρ. 270703, Loseth Holdings Ltd, αρ. εγγρ. 274157, Murlance Enterprises Ltd, αρ. εγγρ. 343803 και MIF Holdings Ltd, αρ. εγγρ. 311523, οι οποίες συστάθηκαν δυνάμει των νόμων της Κύπρου. (
  2. ii)Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει τα έγγραφα που παρουσιάσθηκαν και/ή καταχωρήθηκαν ή παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη για το άνοιγμα του τραπεζικού λογαριασμού και/ή τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούντο και/ή διατηρούνται από την Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων - (αλλά χωρίς περιορισμό) - αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), αποφάσεων (resolutions) διευθυντών ή μετοχών της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd και οποιωνδήποτε άλλων εντύπων, αιτήσεων ή εγγράφων τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή υπογράφηκαν και/ή παρουσιάσθηκαν και/ή ζητήθηκαν και/ή κατατέθηκαν στην Εναγόμενη για σκοπούς ανοίγματος των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων όλων των πληροφοριών και εγγράφων που συλλέχθηκαν ή διατηρήθηκαν από την Εναγόμενη στα πλαίσια της διαδικασίας που υιοθετήθηκε από την Εναγόμενη προς συμμόρφωση της Πολιτικής ή του καθήκοντος KYC (Know Your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου). (iii) Αποκαλύπτει και αναφέρει τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd, που διατηρούντο και/η διατηρούνται με την Εναγόμενη, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνσης των προσώπων που υπογράφουν (signatories) και/ή διαχειρίζονται τους εν λόγω λογαριασμούς. (
  3. iv)Αποκαλύπτει και αναφέρει όλες τις μεταφορές και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν ή έγιναν για κάθε λογαριασμό που καλύπτεται από την υποπαράγραφο Α
(1)(iii) ανωτέρω από το άνοιγμα αυτών μέχρι σήμερα, καθώς επίσης και τα δικαιολογητικά έγγραφα που παρουσιάστηκαν από την Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd για να δικαιολογήσει ή υποστηρίξει τέτοιες χρεώσεις ή πιστώσεις ή μεταφορές και/ή πληρωμές εκτός των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό), συμβάσεων, τιμολογίων, προτιμολογίων, επιστολών, πληρεξουσίων, γραπτών οδηγιών και οποιουδήποτε άλλου σχετικού εγγράφου. (ν) Αποκαλύπτει και αναφέρει για κάθε πληρωμή ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις που έγιναν ή πραγματοποιήθηκαν από την Εναγόμενη από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd που διατηρούντο και/ή που διατηρούνται με την Εναγόμενη, όλα τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν στην Εναγόμενη για να υποστηρίξει και/ή δικαιολογήσει τις σχετικές πληρωμές ή συναλλαγές ή μεταφορές ή χρεώσεις ή πιστώσεις συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς περιορισμό με κανένα τρόπο) των γραπτών οδηγιών που δόθηκαν στην Εναγόμενη για να διεκπεραιώσει ή υλοποιήσει τέτοιες πληρωμές ή μεταφορές ή πιστώσεις ή χρεώσεις και/ή τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που έδωσαν ή απέστειλαν τέτοιες γραπτές οδηγίες, ως επίσης και τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας του προσώπου ή των προσώπων που υπέγραψαν τέτοιες οδηγίες ή έγγραφα εκ μέρους της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd. 4. Να παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Εναγόντων, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο της Εναγόμενης που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο A
(1)(
  1. i)έως (ν) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό) αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, αποφάσεων (resolutions) διευθυντών, αποφάσεων (resolutions) μετόχων, αιτήσεων, εντύπων, συμφωνιών, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, προτιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που είναι στην κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη της Εναγόμενης, σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που αναφέρονται στις παραγράφους Α(
  2. ii)και (iii) ανωτέρω, ως επίσης και τις πιστώσεις ή χρεώσεις ή μεταφορές ή πληρωμές που αναφέρονται στην παράγραφο Α
(1)(iv) και (ν) ανωτέρω. B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Ενάγοντες και/ή στους Δικηγόρους αυτών από την Εναγόμενη, δυνάμει του διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη αγωγής ή αγωγών που θα εγερθούν στην Κύπρο ή και στην αλλοδαπή. Γ. Ενδιάμεσο διάταγμα (Gagging order) το οποίο θα απαγορεύει και εμποδίζει την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της να ειδοποιήσουν ή ενημερώσουν με οποιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης (αλλά χωρίς περιορισμό) της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd ή τους αξιωματούχους και/ή τους μετόχους και/ή τους δικαιούχους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του παροχέα υπηρεσιών (SERVICE PROVIDER) της Briesten Holdings Ltd, Loseth Holdings Ltd, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd σχετικά με την έναρξη της παρούσας αγωγής και/ή διαδικασιών με τον ως άνω τίτλο και αριθμό, μέχρι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών, που καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω, από την Εναγομένη στους Ενάγοντες και/ή στους δικηγόρους αυτών και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της ακρόασης της παρούσας αγωγής. Δ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή οδηγίες ήθελε θεωρήσει ορθό και πρέπον να εκδώσει το Σεβαστό Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις. Ε. Νομίμους Τόκους. ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Η Νομική Βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 - Θ.Θ. 1,2, 3, 8 και 9, στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 στα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας, στις νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου NORWICH PHRMACAL, και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Volodymyr Bogatyr, από την Ουκρανία, ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος εκ μέρους των Εναγόντων για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Έχω θέσει ενώπιον μου το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης και θα σταθώ σε αυτό όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το Δικαστήριο εξέδωσε με Μονομερή Αίτηση το υπό (Γ) διάταγμα και έδωσε οδηγίες όπως η Αίτηση σε σχέση με το (Α) και (Β) επιδοθεί. Αφού επεδόθηκε, η Εναγόμενη καταχώρισε στις 13.2.17 Ένσταση, η οποία βασίζεται σε 9 λόγους τους οποίους παραθέτω: «1. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το σχετικό διάταγμα αναφορικά με λογαριασμούς τρίτων προσώπων χωρίς την συγκατάθεση τους. 2. Οι αιτητές δεν προσδιορίζουν καθόλου λόγους και/ή επαρκείς λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. 3. Οι καθ' ων η αίτηση/εναγόμενοι δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο, και η παρούσα αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του άρθρου 29
(2)του Νόμου 66
(1)/97 (Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου).
  1. Τα αιτούμενα διατάγματα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από τους ενάγοντες/αιτητές, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνεται σε όλους τους λογαριασμούς τρίτων προσώπων για μεγάλη χρονική περίοδο. Επιπλέον είναι γενικά και αόριστα.
  2. Η αίτηση των εναγόντων/αιτητών είναι πρόωρη. Έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και πριν την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, δηλαδή πολύ πριν την αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων.
  3. Η αίτηση ως είναι διαμορφωμένη, με την μορφή και το περιεχόμενο που έχει ζητηθεί δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Τουναντίον η σχετική αίτηση από τους ενάγοντες/αιτητές έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση των εναγόντων στην προώθηση της υπόθεσης τους, και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο.
  4. Δεν υπάρχουν και δεν συντρέχουν και/ή δεν απεκαλύφθησαν εξαιρετικοί λόγοι και/ή εξαιρετικές περιστάσεις (exceptional circumstances) σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας για να δικαιολογήσουν και/ή καταστήσουν αναγκαία την παρούσα αίτηση τόσο νωρίς στη διαδικασία και δη πριν την καταχώρηση των εγγράφων προτάσεων.
  5. Τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους εναγομένους τόσο λόγω του περιεχομένου των, συμπεριλαμβανομένης της γενικότητας των όσο και λόγω του περιορισμένου χρόνου που αναφέρεται σε αυτό, ήτοι δέκα ημερών.
  6. Τα αιτούμενα διατάγματα όπως είναι διαμορφωμένα είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των εναγόντων όπως εμφαίνονται στο οπισθογραφημένο κλητήριον τους, και επομένως τυχόν διάγνωση τους θα καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου, σχετικά με τους εναγομένους.» Σημειώνεται εδώ ότι το εκδοθέν υπό «Γ» διάταγμα έγινε απόλυτο στις 3.2.
  7. Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Τεύκρου Κούμα, ο οποίος δηλώνει ότι κατέχει τη θέση του «Head of Transactions Review» στη Μονάδα Διεθνών Δραστηριοτήτων (International Business Unit, I.B.U.) και ότι είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ουσιαστικά με την ένορκη του δήλωση υιοθετεί τους λόγους Ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών με την εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση τους, έκαναν αναφορά στην επίδικη διαφορά, στη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων και παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη Νομολογία που υπάρχει σε σχέση με την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Ο κ. Κουρσάρης υιοθέτησε τους λόγους Ένστασης. Επειδή η αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, θεωρώ σκόπιμο στο παρόν στάδιο, να παραπέμψω στην υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Οι Ενάγοντες θεωρούν ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αποκάλυψης για τους ακόλουθους λόγους (παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση): «12. Εξ όσων γνωρίζω, αληθώς πιστεύω και ως έχω πληροφορηθεί από τους Κύπριους Δικηγόρους των Εναγόντων, η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης δικαιολογείται για τους ακόλουθους λόγους: (α) Το Σεβαστό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία στη βάση των αρχών της επιείκειας να εκδώσει τα ζητούμενα διατάγματα. (β) Χωρίς την αποκάλυψη των αιτούμενων εγγράφων και την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών, οι Ενάγοντες δεν θα είναι ικανοί να αποδείξουν και να δικογραφήσουν την υπόθεση τους είτε να ταυτοποιήσουν άλλους αδικοπραγούντες και δεν θα είναι σε θέση να ταυτοποιήσουν πλήρως και να ανιχνεύσουν τα περιουσιακά στοιχεία του Sienko και των εν λόγω εταιρειών του που βρίσκονται στην Κύπρο ή ελέγχονται και διευθύνονται από την Κύπρο, προς βοήθεια της εκτέλεσης και ικανοποίησης οποιασδήποτε Απόφασης εκδοθεί και εκτελεστεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής την οποία οι Ενάγοντες θα καταχωρήσουν στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. (γ) Η Εναγομένη εταιρεία είναι η Τράπεζα - (για την οποία οι Ενάγοντες έχουν έγκυρους λόγους να πιστεύουν) - η οποία άνοιξε και διατήρησε τραπεζικούς λογαριασμούς της Briesten, Loseth, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd, οι οποίες αποτελούν εταιρείες οι οποίες οι Ενάγοντες έχουν έγκυρους λόγους να πιστεύουν ότι ανήκουν και διευθύνονται από το Sienko. (δ) Η Εναγόμενη τράπεζα αθώα ή όχι έχει αναμειχθεί με τις αδικοπραξίες του Sienko και των εν λόγω εταιρειών του και σύμφωνα με τις αρχές της επιείκειας είναι υποχρεωμένη να βοηθήσει τους Ενάγοντες να δικογραφήσουν και αποδείξουν την υπόθεση τους και να ταυτοποιήσουν άλλους αδικοπραγούντες καθώς και να ανιχνεύσουν περιουσιακά στοιχεία των αδικοπραγούντων. (ε) Υπό την ιδιότητα της ως Τραπεζίτης των εν λόγω Κυπριακών εταιρειών, η Εναγόμενη τράπεζα έχει υπό την κατοχή της και υπό τον έλεγχο της όλες τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα που είναι το αντικείμενο της παρούσας αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία. (στ) Το Σεβαστό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να χορηγήσει τα αιτούμενα διατάγματα, διότι όλες οι προϋποθέσεις του νόμου πληρούνται. (ζ) Οι Ενάγοντες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τις αιτούμενες σημαντικές πληροφορίες και μαρτυρία οποιαδήποτε άλλη πηγή ή πρόσωπο.» Για τη φύση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, θα αρκεστώ να παραπέμψω στην υπόθεση Avila Management Services κ.ά ν. Stepanek κ.ά
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403. Στις σελίδες 1415-1417 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ' αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου. Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625, όπου λέχθηκε ότι: «(
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
  4. b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Σε μετάφραση: «(
  5. i)πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (
  6. ii)πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας.» Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν, με πιο συνοπτικό τρόπο, και στην Αγωγή 7494/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας μεταξύ OJSC TNK-BP HOLDING ν. Hellenic Bank Public Company Limited κ.ά, Απόφαση ημερομηνίας 20.12.12 του τότε Π.Ε.Δ, κ. Α. Ρ. Λιάτσου. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης με αριθμό 3 ότι η Εναγόμενη δεσμεύεται από το τραπεζικό απόρρητο, και ο οποίος κρίνεται αβάσιμος, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην απόφαση του κ. Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε, που εκδόθηκε στις 21.3.11, στην Αγωγή 10046/10, μεταξύ REXEL LUXEMBOURG S.A. ν. 1. SEPI S.A.R.L. 2. ALPHA BANK CYPRUS LTD. Στις σελίδες 9 - 13 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Διατάγματα λοιπόν της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, το οποίο όπως έγινε εισήγηση απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της εταιρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η)-- Η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Υιοθετώντας επί του προκειμένου τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών παρατηρώ αφενός μεν ότι δυνάμει του άρθρου 29
(1)η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ιδίο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα και αφετέρου δεν ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό, αλλά για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω απ' αυτό και κατά την άποψη μου υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων η αιτήτρια ισχυρίζεται -εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη (βλ. Tournier v. National Privincial and Union Bank of England
(1923)All E.R.550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet
(1990)J.L.R. 294:- "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacol case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. Ο 'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary...". Κατ' ακολουθία των πιο πάνω η θέση της τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι (η αιτήτρια) έχει δικαίωμα να αναζητήσει το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος της χωρίς η τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη της για να της δώσει τις πληροφορίες που ζητά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Beige Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank · see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it".» Στην Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω), τονίστηκε για άλλη μια φορά ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη ή πελάτη-παροχέα υπηρεσιών. Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης με αριθμό 8, ότι τα αιτούμενα διατάγματα προκαλούν αδικία και είναι καταπιεστικά στους Εναγομένους, θα αρκεστώ να παραπέμψω και πάλι στην υπόθεση Rexel (πιο πάνω) όπου στις σελίδες 18 και 19 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Πράγματι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο ωστόσο δεν ταυτίζεται και με απαγόρευση (βλ. Κώστα ν. Χ"Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169) και έχω την άποψη ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι η αιτήτρια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία ότι έπεσε θύμα σοβαρής απάτης και αφετέρου χωρίς τις πληροφορίες που ζητά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως φαίνεται την εξαπάτησαν, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης σε «επιθυμητό» και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και η άλλη θέση, ότι δηλαδή η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει στην Τράπεζα αδικία και οι 5 ημέρες που προβλέπει το αιτητικό για αποκάλυψη είναι λίγες. Το τι αδικία θα της προκαλέσει η έκδοση του διατάγματος δεν το έχω αντιληφθεί και σε σχέση με το χρόνο μέσα στον οποίο ζητείται η αποκάλυψη είναι αρκετό να παρατηρήσω ότι αν οι 5 ημέρες γίνουν από το Δικαστήριο 10 τότε η ισχυριζόμενη «καταπίεση» θα παύσει εν πάση περιπτώσει να υφίσταται.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε σχέση με τον λόγο Ένστασης ότι η Αίτηση είναι πρόωρη, επειδή έχει καταχωριστεί πριν από την συμπλήρωση των δικογράφων, θα πω μόνο πως σε τέτοιες περιπτώσεις οι Ενάγοντες οφείλουν να προσφεύγουν στα Δικαστήρια χωρίς καθυστέρηση, αφού η καθυστέρηση ενδεχομένως να μην τους επιτρέψει να εξασφαλίσουν τέτοιες θεραπείες (Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 577). Ως εκ τούτου, ο πιο πάνω λόγος Ένστασης επίσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Στην παρούσα υπόθεση, οι τρεις προϋποθέσεις που τέθηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, 518, ικανοποιούνται αφού έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη ή τουλάχιστον η εκ πρώτης όψεως διάπραξη αδικοπραξιών εις βάρος των Εναγόντων - Αιτητών, (β) ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες για να είναι σε θέση να προωθήσουν τα συμφέροντά τους ως λεπτομερώς περιγράφονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση και (γ) η Εναγόμενη - Τράπεζα μπορεί ή ενδεχομένως να μπορεί να προμηθεύσει τους Αιτητές με τις πληροφορίες που αξιώνονται αφού φέρεται να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει αδικοπραξίες εις βάρος των Εναγόντων, αφού φέρεται να έχει ανοίξει και να διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα των Briesten, Loseth, Murlance Enterprises Ltd και MIF Holdings Ltd, Εταιρείες οι οποίες φέρονται να ανήκουν και να διευθύνονται από τον Sienko, ο οποίος φέρεται να έχει εξαπατήσει τους Ενάγοντες. Περαιτέρω, ικανοποιούνται και οι τρείς προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία οι Αιτητές έχουν καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση, που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν εις βάρος τους αδικοπραξίες, (β) ότι έχουν ορατή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπείες και (γ) ότι οι η Εναγόμενη - Τράπεζα είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, τις οποίες οι Αιτητές χρειάζονται για να προωθήσουν τις απαιτήσεις τους εναντίον των αδικοπραγούντων και/ή για να ταυτοποιήσουν όλους τους αδικοπραγούντες και/ή για να εντοπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία των αδικοπραγούντων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω): «Το πολύπλοκο των συναλλαγών η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς με δοσοληψίες και μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων σε τρίτες εταιρείες, όπως εδώ στην Κύπρο, με διαφορετικά συστήματα, επιτάσσουν και προβάλλουν την αναγκαιότητα της χρήσης του διατάγματος Norwich ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Κατά συνέπεια βρίσκω πως χωρίς τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ως γνωστό, η διακριτική ευχέρεια των Κυπριακών Δικαστηρίων για έκδοση διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εν κατακλείδι αφού έθεσα ενώπιον μου όλους τους λόγους Ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση, βρίσκω ότι αυτοί είναι αβάσιμοι και ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι και δίκαιη και πρόσφορη αφού η έκδοσή τους ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από τη μη έκδοσή τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Εκδίδεται εναντίον της Εναγομένης - Τράπεζας διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της Αίτησης. Επειδή η Τράπεζα αναφέρει στην Ένστασή της ότι ο χρόνος συμμόρφωσης των 10 ημερών που αναφέρεται στην Αίτηση είναι λίγος, ορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης 20 ημέρες από την επίδοση του διατάγματος. Το διάταγμα εκδίδεται υπό τον όρο ότι οι Αιτητές-Ενάγοντες θα προκαταβάλουν στην Εναγομένη το συμφωνηθέν ποσό των €2.500 πλέον ΦΠΑ ως έξοδα, τέλη ή ζημιές συνεπεία της συμμόρφωσής τους με το εκδοθέν διάταγμα, και υπό τον όρο ότι θα αναλάβουν εγγράφως την υποχρέωση να μην χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και πληροφορίες ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια του πιο πάνω διατάγματος, για σκοπό άλλο από την υποστήριξη αγωγής ή αγωγών που θα εγερθούν στην Κύπρο ή και στην αλλοδαπή σε σχέση με τις πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραξίες (δες υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL (C.A)
(1982)1 QB 558 και Penderhill Holdings Ltd (πιο πάνω)). Το αιτούμενο υπό (Β) διάταγμα έχει καλυφθεί με τους όρους που έχουν τεθεί στο εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα. Όσον αφορά στα έξοδα, αφού έλαβα υπόψη την επιτυχία της Αίτησης αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Τράπεζα έχει καταστεί διάδικος, και αφού βρίσκω ότι δικαιολογημένα καταχώρισε Ένσταση για να αποφύγει τυχόν απαιτήσεις από τους πελάτες της σε περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδά της, και εκδίδεται ανάλογη διαταγή. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.