← Κύπρος

Δώρου Κακουλλή ν. Διογένη Διογένους, Αρ. Αγωγής: 3676/10, 13/2/2017

Δώρου Κακουλλή ν. Διογένη Διογένους, Αρ. Αγωγής: 3676/10, 13/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χρ. Ρασπόπουλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3676/10 Μεταξύ: Δώρου Κακουλλή Ενάγοντος και Διογένη Διογένους Εναγόμενου Ημερομηνία: 13 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: Ο κύριος Κακουλλής αυτοπροσώπως Για Εναγόμενο: Ο κύριος Διογένους αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει εύλογη και/ή συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους Λ.Κ. 900.00 (€1,539.00), πλέον έξοδα επίδοσης για υπηρεσίες που πρόσφερε στον Εναγόμενο. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο Ενάγοντας ήταν εγγεγραμμένος δικηγόρος και ασκούσε το εν λόγω επάγγελμα στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος ανέθεσε στον Ενάγοντα την υπεράσπιση του στην ποινική υπόθεση αριθμός 17442/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των διαδίκων, ότι ο Εναγόμενος θα πλήρωνε τον Ενάγοντα, σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών και/ή το ποσό που θα συμφωνείτο ότι αποτελεί την εύλογη αμοιβή του Ενάγοντα. Κατά τις 11.7.2007 και μετά το πέρας της διαδικασίας στην ποινική υπόθεση αρ. 17442/06, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η εύλογη αμοιβή του Ενάγοντα και/ή η αμοιβή που προβλέπεται σύμφωνα με την κλίμακα των Δικαστικών Θεσμών ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.900.00 (€1,539.00). Ο Εναγόμενος δεσμεύθηκε ότι θα κατέβαλλε το συμφωνηθέν ποσό στον Ενάγοντα μέχρι και τις 31.7.2007 κάτι που δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Με την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε ο Εναγόμενος, παραδέχεται κατ' αρχήν ότι ο Εναγόμενος είναι εγγεγραμμένος δικηγόρος και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ασκούσε το επάγγελμα του στην Λευκωσία. Ο Εναγόμενος παραδέχεται επίσης ότι ανέθεσε στον Ενάγοντα την υπεράσπιση του στην ποινική υπόθεση αριθμός 17442/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας. Επιπροσθέτως, δε, ισχυρίζεται ότι ούτος ήτο ο πρώτος κατηγορούμενος μεταξύ τριών άλλων, ήτοι των, NELLY KHACHIKYAN, του K.M. RAZON και της εταιρείας XENTRON ROBOTICS LTD. Αρνείται ότι έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ενάγοντα εν σχέση με την αμοιβή του και αντιτείνει ότι η συμφωνία μεταξύ των ως άνω τεσσάρων κατηγορούμενων και του Ενάγοντος αφορούσε εις το ποσόν των Λ.Κ.500.00, ποσόν το οποίον έχει ήδη εξοφληθεί προς τον Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι εντός του δικαστικού φακέλου υπάρχουν δύο έγγραφα τα οποία φέρουν ως τίτλο «Έκθεση Υπεράσπισης». Η πρώτη έχει καταχωρηθεί στις 23.3.2011. Η δεύτερη Έκθεση Υπεράσπισης έχει καταχωρηθεί στις 17.2.2015 κατόπιν τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Ειδικότερα, είχε εκδοθεί διάταγμα ημερομηνίας 29.10.2014 το οποίο εξουσιοδοτούσε την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και κατ' επέκταση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Είναι νομολογημένο ότι η υπεράσπιση έχει δικαίωμα τροποποίησης του δικογράφου της σε κάθε περίπτωση που ο ενάγων εξασφαλίζει διάταγμα τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης. Η εξυπακουόμενη αυτή εξουσιοδότηση και το δικαίωμα καταχώρισης νέου δικογράφου που του δίδεται όμως περιορίζεται σε ότι είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί και σε σχέση μόνο με τα σημεία που τροποποιήθηκε η Έκθεση Απαίτησης ή που επηρεάζονται από την τροποποίηση που προηγήθηκε. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Έγκωμης v. Ι. Ιωακείμ και Α. Λοϊζιά

(1999)3 Α.Α.Δ.596, 599 λέχθηκε ότι «η τροποποίηση που βγαίνει έξω από τα όρια της εξουσιοδότησης διατάγματος παρέχει αντέρεισμα διαγραφής της.» Στην υπόθεση Williams Glyn's Bank ν. "Ship ""Maria""",
(1992)1 Α.Α.Δ. 309, το εναγόμενο πλοίο στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ξέφυγε από τα "επιτρεπτά" πλαίσια. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εάν επιθυμούσε να έκανε περισσότερες τροποποιήσεις από ότι ήταν απαραίτητο, θα έπρεπε να είχε κάνει σχετική αίτηση. Όμως το θέμα είναι τι έπρεπε να έκαναν οι ενάγοντες βλέποντας αυτή την εκτροπή. Σίγουρα θα έπρεπε να έκαναν αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. Σχετικά το Annual Practice
(1982)Volume, στη σελίδα 394, 20/9/1 αναφέρει: "If the party who has obtained an order to amend makes amendments which are not authorised by the order, the proper course is for his oponent to apply to have the amendments disallowed with costs. It is true that r. 4, relied on in Bourne v. Coulter, 50 L.T. 321, applies only to amendments made without leave under r. 3 of this Order. But there is, it is submitted, an inherent power in the Court to set aside, at the cost of the offending party, any alteration or amendment of any proceeding in an action which is made by either party without authority, or in excess of any authority which has been given." .. .. .. .. εδώ δεν υπάρχει ρητή διαταγή, ούτε χρειάζεται ρητή διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρισε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η "εξουσιοδότηση" που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιό βαθμό. Έτσι δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η τελευταία εισήγηση των εναγόντων στο θέμα το οποίο έθεσε το εναγόμενο πλοίο, δε μπορεί να ευσταθήσει γιατί θεωρώ ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση του πλοίου, παρόλο που έγινε κατόπιν εκτροπής από τους θεσμούς, εντούτοις, επειδή όπως είπα αυτή θεωρείται απλή παρατυπία (ακυρώσιμη όχι άκυρη), και λόγω του ότι οι ενάγοντες έκαναν στη συνέχεια διαβήματα στη διαδικασία, η παρατυπία αυτή θεωρείται ότι θεραπεύτηκε και έτσι παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο.' Στην παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι η πλευρά του Ενάγοντος αποποιήθηκε του δικαιώματος της να αποταθεί για ακύρωση της παρατυπίας. Προχώρησε σε επόμενα διαδικαστικά διαβήματα χωρίς να εγείρει το ζήτημα, το οποίο ήγειρε για πρώτη φορά κατά το στάδιο αντεξέτασης του Εναγομένου. Καταχώρησε μάλιστα και Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση. Όταν μια πλευρά θεωρεί ότι η τροποποίηση του δικογράφου είναι ασύμβατη με το διάταγμα που εκδόθηκε και προτίθεται να την αμφισβητήσει, τότε οφείλει να πράξει τούτο το συντομότερο δυνατό. Τούτο δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Έτσι θεωρώ ότι η παρατυπία έχει θεραπευθεί και η Έκθεση Υπεράσπισης που λαμβάνεται υπόψη στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτή που έχει καταχωρηθεί στις 17.2.2015, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε στην αρχή της παρούσας απόφασης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος. (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερ. 22/5/2015). Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του, το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη μου, προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο. Για την πλευρά του Ενάγοντος κατέθεσε μόνο ο ίδιος. Για τον Εναγόμενο κατέθεσε ο ίδιος και ένα επιπρόσθετος μάρτυρας υπεράσπισης (Μ.Υ.). Μαρτυρία Ενάγοντα Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ασκεί ανελλιπώς το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1988 μέχρι και σήμερα και είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο δικηγόρων το οποίο τηρείται σύμφωνα με τον Νόμο και τους Κανονισμούς. Διατηρεί δικηγορικό γραφείο στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος που είναι κάτοικος Λευκωσίας, περί το τέλος Αυγούστου του 2006, επισκέφθηκε το γραφείο του και του ανάθεσε την υπεράσπιση του στην ποινική υπόθεση αριθμός 17442/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του από τον Αστυνομικό διευθυντή Λευκωσίας. Κατά την ως άνω επίσκεψη ο Ενάγoντας συμφώνησε ρητά με τον Εναγόμενο ότι η αμοιβή του για την υπεράσπιση του στην εν λόγω υπόθεση θα γινόταν σύμφωνα με τις κλίμακες των Δικαστικών Θεσμών. Μετά από 12 εμφανίσεις του Ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στις 11.7.2007 και μετά το πέρας της διαδικασίας στην αναφερόμενη ποινική υπόθεση, συναντήθηκε με τον Εναγόμενο και συμφώνησαν ότι ο τελευταίος θα πλήρωνε το ποσό των Λ.Κ. 900.00- (€1539.00-) ως εύλογη αμοιβή. Ο Εναγόμενος δεσμεύθηκε ότι θα κατέβαλλε το συμφωνηθέν ποσό μέχρι και τις 31.7.
  1. Από τις 31.7.2007 μέχρι και τον Απρίλιο του 2010 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο δεκάδες φορές και ο τελευταίος πάντα υποσχόταν ότι θα πλήρωνε το συμφωνηθέν ποσό, χωρίς ποτέ να αρνηθεί την οφειλή του. Ο Εναγόμενος κράτησε την ίδια στάση, δηλαδή να υπόσχεται ότι θα διευθετήσει την αμοιβή και σε κοινό φίλο των διαδίκων. Ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει μέχρι και σήμερα οποιοδήποτε ποσό. Αντεξεταζόμενος, ο Ενάγοντας ανάφερε ότι η ποινική υπόθεση 17442/06 αφορούσε το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπών. Σε αυτήν κατηγορούμενοι ήταν 4 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο Εναγόμενος και η εταιρεία XENTRON ROBOTICS LTD. Ο Εναγόμενος υπέβαλε στον Ενάγοντα ότι ήταν ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της εταιρείας αλλά ο ρόλος του ήταν βοηθητικός. Ο Ενάγοντας ανέφερε ότι από την εταιρεία την οποία επίσης εκπροσώπησε στην ως άνω ποινική υπόθεση, έλαβε το ποσό των Λ.Κ.100 με επιταγή που του παρέδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Δεν γνωρίζει όμως ποιος υπέγραψε την εν λόγω επιταγή. Η θέση του Εναγομένου ήταν ότι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη στην καταβολή της αμοιβής του Ενάγοντα, αλλά ολόκληρη η ευθύνη βάρυνε την εταιρεία. Υποστήριξε δε ότι η συμφωνία αφορούσε την υπεράσπιση τόσο του ιδίου όσο και της εταιρείας, αλλά η πληρωμή θα γινόταν από την εταιρεία. Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι ο ισχυρισμός ότι η πληρωμή θα γινόταν από την Εταιρεία δεν είναι δικογραφημένος. Αυτό που ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στην υπεράσπιση του είναι ότι η συμφωνία ήταν μεταξύ των τεσσάρων κατηγορούμενων στην ποινική υπόθεση αφενός, και του Ενάγοντος αφετέρου και αφορούσε το ποσόν των Λ.Κ.500.
  2. Τα δικόγραφα είναι αυτά που καθορίζουν το πλαίσιο διεξαγωγής της δίκης. Στην υπόθεση Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 182 τα δικόγραφα έχουν παρομοιαστεί με τις γραμμές του τρένου πάνω στις οποίες κινείται η διαδικασία και πρέπει να περιέχουν μια περίληψη όλων των σημαντικών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζεται είτε για την Απαίτηση του, είτε για την Υπεράσπιση του. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR.134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Συνεπώς μαρτυρία και θέσεις οι οποίες εκφεύγουν των δικογράφων δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση απαντώντας στις υποβολές του Εναγομένου, ο Ενάγοντας συμφώνησε ότι η υπεράσπιση στην ποινική υπόθεση αφορούσε τόσο τον Εναγόμενο όσο και την εταιρεία, εντούτοις αρνήθηκε ότι είχε συμφωνήσει ότι η πληρωμή θα γινόταν από την εταιρεία. Ανέφερε ότι κατά την διάρκεια της διαδικασίας λάμβανε διαβεβαιώσεις από τον Εναγόμενο ότι με το πέρας της δίκης θα κατέβαλλε την αμοιβή του. Στηριζόμενος στις υποσχέσεις του Εναγομένου, δεν αποσύρθηκε από την εκπροσώπηση του τελευταίου. Μετά το πέρας της δίκης, η χρέωση έγινε με βάση του κανόνες που ισχύουν για την αμοιβή δικηγόρων που εκπροσωπούν Κατηγορουμένους δυνάμει νομικής αρωγής. Δεν έκρινε αναγκαίο να εξετάσει την οικονομική κατάσταση του Εναγομένου πριν να προβεί στην χρέωση. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι επρόκειτο για εύκολη υπόθεση για αυτό και η αμοιβή θα ήταν 400 Λ.Κ. Και πάλιν πρόκειται για ισχυρισμούς που εκφεύγουν της δικογραφίας αφού στην Έκθεση Υπεράσπισης γίνεται αναφορά για συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους Λ.Κ.
  1. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι επρόκειτο για πολύ σοβαρή υπόθεση για την οποία ο Εναγόμενος, σε περίπτωση καταδίκης, κινδύνευε με ποινή φυλάκισης. Ο Ενάγων μου άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Ήταν σαφής και κατανοητός στα όσα ανέφερε. Ήταν επίσης ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Επιπρόσθετα δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Απεναντίας ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σε αυτές μέχρι τέλους. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μετά το πέρας της υπόθεσης του Ενάγοντα, πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος. Ο τελευταίος κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο επισκέφθηκε το γραφείο του Ενάγοντα σαν διευθυντής της εταιρείας με σκοπό την ανάθεση σε αυτόν υπόθεσης σε σχέση με αδίκημα που διέπραξε η εταιρεία και στην οποία κατηγορείτο ο ίδιος ως διευθυντής της. Κατά τον Εναγόμενο, έγινε σαφές στον Ενάγοντα ότι την οικονομική ευθύνη για την υπόθεση θα είχε η Εταιρεία και πληρώθηκαν κάποια χρήματα αρχικά. Στην πορεία της διαδικασίας, το μόνο επιπρόσθετο ποσό που ζήτησε ο Ενάγοντας ήταν το ποσό των Λ.Κ.100 το οποίο εισέπραξε από την εταιρεία. Έκτοτε και μέχρι το πέρας της υπόθεσης δεν μίλησαν με τον Ενάγοντα και δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη συζήτηση για την οικονομική πτυχή της υπόθεσης, ούτε ζήτησε οποιοδήποτε ποσό ο Ενάγοντας από την εταιρεία. Το 2010 και αφού η εταιρεία ήταν υπό διάλυση, ο Ενάγοντας αποτάθηκε στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος υποστήριξε ότι ουδέποτε συμφώνησε με τον Ενάγοντα να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό προσωπικά για την ποινική υπόθεση. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του ανέφερε ότι η θέση του στην εταιρεία ήταν επουσιώδης και θα ήταν αφελής να επωμιστεί ευθύνη της εταιρείας. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν ο Κατηγορούμενος υπ' αρ. 1 στην ποινική υπόθεση 17442/
  2. Η εταιρεία ήταν η Κατηγορούμενη υπ' αρ.
  3. Παραδέχτηκε ότι είναι εσφαλμένη η αναφορά του στην Έκθεση Υπεράσπισης ότι ο Ενάγοντας εκπροσωπούσε και τους 4 κατηγορουμένους. Ο Ενάγοντας εκπροσωπούσε μόνο τον ίδιο και την εταιρεία. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι η διάσταση της μαρτυρίας με τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγομένου είναι κάτι το οποίο προσμετράται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία για την διαπίστωση της αξιοπιστίας του Εναγομένου (βλ. Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Γενικά, ο Εναγόμενος δεν μου άφησε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Συνυπολογίζοντας και εκτιμώντας τόσο την συνολική παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα όσο και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κρίνω ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με μόνο σκοπό την αποποίηση των ευθυνών του. Τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αντιστρατεύονται προς την κοινή λογική. Ήταν βασική θέση του εν λόγω μάρτυρα ότι την αποκλειστική ευθύνη για την ποινική υπόθεση, έφερε η εταιρεία καθότι αυτή ήταν που εργοδότησε τους αλλοδαπούς. Ο Εναγόμενος έχει προφανώς μπερδέψει το ζήτημα του κατά πόσον ήταν αθώος στην ποινική υπόθεση με το ζήτημα της εκπροσώπησης του ιδίου ως φυσικού προσώπου στην ποινική υπόθεση. Καλώς ή κακώς η κατηγορούσα αρχή επέλξε να του προσάψει τις κατηγορίες για τις οποίες κατηγορείτο στην ποινική υπόθεση. Προς υπεράσπιση του διόρισε, ως ο ίδιος ανέφερε, τον Ενάγοντα. Ως ανέφερε ο Ενάγων και δεν αμφισβητήθηκε, υπήρχε σοβαρός κίνδυνος φυλάκισης του Εναγομένου, σε περίπτωση καταδίκης του στο αδίκημα που αντιμετώπιζε ως 1ος Κατηγορούμενος. Δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι είχε γίνει συμφωνία μόνο μεταξύ του Ενάγοντα και της εταιρείας όσον αφορά την αμοιβή του 1ου ενώ ο ίδιος ο Εναγόμενος να μην υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη. Ο Ενάγοντας εμφανίστηκε στο Δικαστήριο εκπροσωπόντας τόσο τον Εναγόμενο όσο και την εταιρεία σε 12 διαφορετικές δικασίμους. Κίνδυνος φυλάκισης υπήρχε μόνο για τον 1ο Κατηγορούμενο και όχι για την Εταιρεία αφού εξ αντικειμένου η τελευταία δεν μπορεί να τύχει εγκλεισμού. Έστω κι αν γινόταν δεκτή η θέση ότι δεν συμφωνήθηκε οποιοδήποτε ποσό αρχικά τότε θα ίσχυε η αρχή ότι όπου πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες σε άλλο υπό περιστάσεις που δείχνουν ότι θα το έπραττε επ' αμοιβή, αν και δεν έχει συμφωνηθεί συγκεκριμένο ύψος αμοιβής, τεκμαίρεται ότι υπάρχει υπόσχεση πληρωμής εύλογου ποσού. (βλ. Χ'Παναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1Α Α.Α.Δ 173). Ο Εναγόμενος προσπαθώντας να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης, προσπάθησε να πείσει ότι ο εκάστοτε διευθυντής εταιρείας δεν είναι υπόλογος για οτιδήποτε πράξει υπό την ιδιότητα του αυτή. Η θέση τούτη εκτός του ότι δεν υποστηρίζεται νομικά, αντιστρατέυεται κάθε λογικής. Τα νομικά πρόσωπα διοικούνται από φυσικά πρόσωπα τα οποία μπορεί σε πολλές περιπτώσεις να θεωρούνται υπόλογα για πράξεις ή παραλείψεις υπό την ιδιότητα τους ως αξιωματούχοι μιας εταιρείας. Εν πάση περιπτώση, η υπεράσπιση ενός φυσικού προσώπου σε ποινική διαδικασία γίνεται πάντοτε υπό την προσωπική ιδιότητα του προσώπου που κατηγορείται. Ούτε και μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του ότι η θέση του στην εταιρεία ήταν επουσιώδης. Πέραν του ότι όσα ανέφερε ο Εναγόμενος δεν προβάλλονται στην Υπεράσπιση του και κατά συνέπεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, δείχνουν επίσης και την προσπάθεια του να κρυφτεί πίσω από το νομικό πρόσωπο της εταιρείας για να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης του. Ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν διευθυντής της Εταιρείας. Ερωτούμενος πως μπορούσε να δεσμεύσει την εταιρεία αφού ο ρόλος του ήταν επουσιώδης, ανέφερε ότι έλαβε εντολή από την εταιρεία να χειριστεί το όλο ζήτημα. Είναι εμφανής η αντιφατικότητα στις θέσεις του Εναγομένου. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος προσπάθησε να πείσει ότι ολόκληρη την ευθύνη πίσω από την Εταιρεία είχε ο γιός του ο οποίος κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα εργαζόταν στις Κεντρικές Φυλακές και προφανώς δεν μπορούσε να μετέχει σε επιχειρηματική δραστηριότητα. Όταν όμως ερωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην Αστυνομία το γεγονός ότι δεν εργοδότησε ο ίδιος τους αλλοδαπούς αλλά ο γιός του απάντησε ότι δεν ήθελε να εμπλέξει τον υιό του. Σήμερα όμως που καλείται να λογοδοτήσει για δικές του οφειλές εμπλέκει τον υιό του ο οποίος δεν είχε καμία εμπλοκή στην συναλλαγή με τον Ενάγοντα. Για όλους του πιο πάνω λόγους και λαμβάνοντας υπόψη μου την συνολική παρουσία του Εναγομένου στο εδώλιο του μάρτυρα καταλήγω στο να μην αποδεχτώ την μαρτυρία του. Ως μάρτυρας υπεράσπισης για τον Εναγόμενο κατέθεσε ο Βλαδίμηρος Διογένους, υιός του Εναγομένου, ο οποίος κατά το έτος 2006 ήταν ο κύριος μέτοχος της εταιρείας Xentron Robotics Ltd, κατέχοντας το 90% των μετοχών. Ήταν επίσης ένας εκ των διευθυντών. Ως εκ της θέσης του είχε την ευθύνη προσλήψεως προσωπικού στην εταιρεία. Ο ρόλος του Εναγομένου στην εταιρεία ήταν καθαρά βοηθητικός, ήτοι κάποιες μικροδουλειές στο εργοστάσιο. Αντεξεταζόμενος από τον Ενάγοντα, ο Μ.Υ. ανέφερε ότι αγόρασε την εταιρεία όταν, δούλευε στο τμήμα Κεντρικών Φυλακών. Αγοράζοντας την εταιρεία δήλωσε και την παραίτηση του στο υπεύθυνο τμήμα στις Κεντρικές Φυλακές. Σε σχέση με την ποινική υπόθεση που ήταν κατηγορούμενος ο πατέρας του, ο ίδιος δεν κλήθηκε καθότι διευθυντής ήταν ο πατέρας του στον οποίο ο Μ.Υ έδωσε οδηγίες να αναλάβει την ευθύνη μέσω της εταιρείας, και όχι προσωπικά. Προσπάθησε να υποστηρίξει ότι η εργοδότηση των αλλοδαπών ήταν καθαρά θέμα της εταιρείας η οποία τους εργοδότησε. Ο εν λόγω μάρτυρας με τη μαρτυρία του προσπάθησε να βοηθήσει την υπόθεση του πατέρα του. Ο μόνος λόγος για τον οποίον παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ήταν για να αναφέρει ότι ο ρόλος του πατέρα του στην εταιρεία ήταν βοηθητικός και ότι ο πραγματικός υπεύθυνος των επιχειρήσεων της Εταιρείας ήταν ο ίδιος. Δεν έδωσε όμως καμία εξήγηση γιατί δεν κλήθηκε ο ίδιος να λογοδοτήσει σε σχέση με την υπόθεση για την οποία κατηγορήθηκε ο πατέρας του. Η μοναδική προσπάθεια του ήταν να πείσει ότι την οικονομική ευθύνη για την πληρωμή της αμοιβής του Ενάγοντα είχε η εταιρεία. Παραδέχτηκε όμως ότι ουδέποτε μίλησε κατ' ιδίαν με τον Ενάγοντα. Συνεπώς, η απόλυτη του γνώμη στηρίζεται μόνο στην προσωπική του αντίληψη ως προς τις ευθύνες που έχει μια εταιρεία και όχι ως προς το τι πραγματικά έγινε. Συνυπολογίζοντας την συνολική παρουσία του εν λόγω μάρτυρα στο εδώλιο και αξιολογόντας περαιτέρω το περιεχόμενο της μαρτυρίας του καταλήγω να μην αποδεκτώ την μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Βάση της αγωγής του Ενάγοντα αποτελεί η παροχή υπηρεσιών προς όφελος του Εναγομένου και η παράλειψη εκ μέρους του τελευταίου, να καταβάλει την συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αμοιβή του πρώτου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε δικονομική ρύθμιση των δικηγορικών εξόδων για εκπροσώπηση σε ποινικές διαδικασίες και το θέμα φαίνεται να ρυθμίζεται με την μεταξύ των μερών ιδιωτική συμφωνία. Σύμφωνα με πάγια νομολογία η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο εκάστοτε Ενάγων, αυτός πρέπει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά όχι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Έχοντας υπόψη τα δικόγραφα, το σύνολο της μαρτυρίας τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής και δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Ο Ενάγοντας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δικηγόρος και ασκούσε το επάγγελμα του στη Λευκωσία. Ο Εναγόμενος ανέθεσε στον Ενάγοντα την υπεράσπιση του στην ποινική υπόθεση αριθμός 17442/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία καταχωρήθηκε εναντίον του από τον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας. O Ενάγoντας συμφώνησε ρητά με τον Εναγόμενο ότι η αμοιβή του για την υπεράσπιση του τελευταίου στην εν λόγω υπόθεση θα γινόταν σύμφωνα με τις κλίμακες των κανονισμών. Στα πλαίσια αυτά εμφανίσθηκε εκπροσωπώντας αυτόν σε 12 δικασίμους ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την κατηγορία που αντιμετώπιζε. Κατά τις 11.7.2007 και μετά το πέρας της διαδικασίας στην ποινική υπόθεση αρ. 17442/06, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η αμοιβή του Ενάγοντα ανήρχετο στο ποσό των Λ.Κ.900.00 (€1,539.00). Ο Εναγόμενος δεσμεύθηκε ότι θα κατέβαλλε το συμφωνηθέν ποσό στον Ενάγοντα μέχρι και τις 31.7.2007 κάτι που δεν έχει πράξει μέχρι σήμερα. Προκύπτει δε σαφώς από τα πιο πάνω ευρήματα ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν προφορική και το νόημα της ήταν σαφές. Ο Ενάγοντας προσέφερε τις υπηρεσίες του στον Εναγόμενο έναντι αμοιβής η οποία μετά το πέρας της παροχής των υπηρεσιών καθορίστηκε και συμφωνήθηκε σε συγκεκριμένο ποσό. Ως εκ των πιο πάνω κρίνεται ότι ο Ενάγοντας απέδειξε την Απαίτηση του στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1,539.00, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Νοείται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται δικηγορικά έξοδα μόνο στον βαθμό που εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Για όσες δικασίμους επέλεξε να εκπροσωπήσει ο ίδιος τον εαυτό του δικαιούται μόνον επίδομα για τις εμφανίσεις του στο Δικαστήριο όπως καθορίζεται στο Μέρος ΙΙ του Παραρτήματος Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. (βλ. Γρηγορίου Ανδρέας ν Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1996)1 CLR 1111) Τα έξοδα ως ανωτέρω να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............................ Χρ. Ρασπόπουλος, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.