D.E.K.S.A. LTD ν. VOUROS PROTEIN INDUSTRIES LTD, Αρ.Αγωγής: 5995/2008, 10/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 5995/2008 Μεταξύ: D.E.K.S.A. LTD Εναγόντων/Καθ'ων η Αίτηση και VOUROS PROTEIN INDUSTRIES LTD Εναγομένων/Αιτητών Αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρισης έφεσης Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2017 Για τους αιτητές/εναγόμενους: κος Α.Πολυδώρου Για τους καθ'ων η αίτηση/ενάγοντες: κος Κ.Κνώφος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται έκδοση διατάγματος που να παρατείνει το χρόνο καταχώρισης έφεσης. Εξ αρχής αναφέρω ότι πρόκειται για ένα ιδιαίτερο αίτημα και αυτό γιατί ενίοτε η αίτηση εξετάζεται από αυτό ακριβώς το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση που προσβάλλεται. Τούτη είναι η περίπτωση και εδώ. Νιώθω λοιπόν υποχρεωμένος να καταστήσω σαφές ότι σε προσωπικό επίπεδο δεν έχω κανένα λόγο να μην εγκρίνω το αίτημα, ώστε να δοθεί η ευχέρεια στο διάδικο να προωθήσει τις θέσεις του στον ύψιστο βαθμό, δηλαδή το Ανώτατο Δικαστήριο. Παρ'όλα αυτά η εξουσία που σε κάθε αίτημα περιβάλλει το δικαστήριο, το υπό κρίση μη εξαιρουμένου, δεν ασκείται κατά το δοκούν και υποκειμενικά. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται κατά τρόπο δικαστικό και πάντα με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης. Έχει βεβαίως νομολογηθεί ότι σε αίτημα ως το υπό κρίση η εξουσία του δικαστηρίου είναι ελεύθερη και αδέσμευτη, ενώ γνώμονας στην άσκηση τούτης είναι τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης (βλ. Ι&Α Φιλίππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1989)3Δ Α.Α.Δ.2385). Αντισταθμίζονται εν προκειμένω οι επιπτώσεις από την παράκαμψη των προθεσμιών, με τις συνέπειες που θα επιφέρει στον ενδιαφερόμενο η απόρριψη του αιτήματος (βλ. Ιωάννου ν. Κράνου
(2000)1Α Α.Α.Δ.7). Στην προκείμενη περίπτωση η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα Δ.35 κ.2, Δ.48 κκ.2,8
(1)
(2)και Δ.57 κ.
- Περιπλέον, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η Μαρία Βούρου, μια εκ των διευθυντών των αιτητών. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της ομνύουσας, η απόφαση που ενδιαφέρει, δηλαδή η απόφαση που οι αιτητές επιθυμούν να εφεσιβάλουν, εκδόθηκε την 27.4.2016, είναι σε βάρος των αιτητών και τους καλεί να καταβάλουν το ποσό των €20.763,96, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογισθούν και εγκριθούν. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι αφότου μελέτησαν την απόφαση, προφανώς εννοεί οι αιτητές, αποφάσισαν την καταχώριση έφεσης. Εν τούτοις, λόγω παραδρομής μόλις την τελευταία ημέρα της προβλεπόμενης προθεσμίας έδωσαν συναφείς οδηγίες στους δικηγόρους τους. Όταν δε ενημέρωσαν τους τελευταίους πως επιθυμούσαν την υποβολή έφεσης, ήταν ήδη αργά για τους δικηγόρους να καταχωρίσουν τούτη, καθ'ότι ήταν η τελευταία μέρα. Ακολούθως, πληροφορήθηκαν από τους δικηγόρους ότι θα ήταν ορθότερο να μελετήσουν την υπόθεση, προφανώς εδώ εννοεί οι δικηγόροι, και να ζητηθεί λίγος χρόνος, δηλαδή παράταση, για καταχώριση της έφεσης. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συναρτάται με άλλη μια αγωγή, εν προκειμένω την 5996/2008, η οποία επίσης εκδικάστηκε και ακολούθως εφεσιβλήθηκε, πάλι από τους αιτητές. Είναι η θέση των αιτητών πως η αξίωση των δύο υποθέσεων είναι κοινή και πως οι καθ'ων η αίτηση παραπλάνησαν το δικαστήριο, δηλαδή παρουσίασαν την υπό κρίση περίπτωση ως διαφορετική. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στη δήλωση της Μαρίας Βούρου, είναι ότι οι αιτητές θα κληθούν να καταβάλουν δύο φορές το ίδιο ποσό, που ούτως ή άλλως αμφισβητούν ότι το χρωστούν. Στον αντίποδα οι καθ'ων η αίτηση αμφισβητούν το εύλογο του αιτήματος. Μάλιστα επικαλούνται αριθμό λόγων ένστασης. Δεν είναι πρόθεσή μου να τους παραθέσω αυτολεξεί, επιχειρώντας όμως να συνοψίσω τούτους παρατηρώ πως οι καθ'ων η αίτηση διατείνονται, μεταξύ άλλων, πως: η αίτηση είναι αναιτιολόγητη· υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και μάλιστα χωρίς να επεξηγείται ο λόγος της καθυστέρησης· δεν εξυπηρετεί το συμφέρον της δικαιοσύνης· θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα των καθ'ων η αίτηση καθ'ότι θα τους αποστερήσει το προνόμιο της τελεσιδικίας, διαιωνίζοντας παράλληλα την εκκρεμοδικία· και τέλος, δεν συντρέχουν εκείνες οι ειδικές περιστάσεις που καθιστούν την παράταση δικαιολογημένη. Εν κατακλείδι, σημειώνω πως και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Τούτη τη δήλωση ορκίζεται ο Ιάκωβος Εοτζιουριάν. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ό,τι αναφέρει ο ομνύων, εφόσον το περιεχόμενο της δήλωσης δεν προσθέτει οτιδήποτε στα πραγματικά γεγονότα, παρά μόνο εξαντλείται σε νομικά επιχειρήματα. Τώρα, αξίζει να σημειωθεί ότι γεγονός είναι πως η απόφαση που ενδιαφέρει, δηλαδή αυτή που οι αιτητές επιθυμούν να εφεσιβάλουν, εκδόθηκε την 27.4.
- Οι δε θεσμοί και συγκεκριμένα ο κ.2 της Δ.35, αποκαλύπτει πως η προθεσμία υποβολής έφεσης σε τελική απόφαση, δηλαδή ως η υπό κρίση, είναι εκείνη των 6 εβδομάδων ή άλλως 42 ημερών. Εν ολίγοις, εάν οι αιτητές επιθυμούσαν να καταχωρίσουν έφεση, δεν μπορούσαν παρά να πράξουν τούτο μέχρι και τις 8.6.
- Από την άλλη, γεγονός είναι ότι η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε την 17.6.
- Έρχομαι τώρα στο δια ταύτα. Ευθύς και χωρίς περιστροφές αναφέρω πως η αίτηση είναι καθ'όλα αναιτιολόγητη και κατ'επέκταση ανυπόστατη. Είναι περιττό βεβαίως να υποδειχθεί πως καίτοι οι θεσμοί αποτελούν θεραπαινίδες του δικαίου, οι προθεσμίες που εκεί τάσσονται συνιστούν το πλαίσιο των διαδικασιών, καθ'ότι διασφαλίζουν ομοιομορφία και ισότητα στο χώρο του δικαίου, εφόσον η απόκλιση προάγει ανισότητα και ενδεχομένως αδικία. Αν βεβαίως χρειάζεται να αιτιολογηθεί ειδικά η υποχρέωση συμμόρφωσης με τις σχετικές προθεσμίες, αρκεί να παραπέμψω στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945,
- Εκεί μάλιστα η περίπτωση αφορούσε την παλαιά Δ.30 κ.1(b) και η εισήγηση ήταν ότι εκδόθηκε εκπρόθεσμα, δηλαδή αφότου παρήλθε ο προβλεπόμενος χρόνος από το κλείσιμο των δικογράφων. Το δε πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε πως τούτο ήταν θεραπεύσιμο δυνάμει της Δ.
- Εν τούτοις το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και ανέφερε πως· «Η άσκηση διακριτικής εξουσίας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει ο,τιδήποτε πέρα από το ότι η αιτήτρια επέμενε στην προώθηση μιας εκπρόθεσμης αίτησης. Δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τη διάσωση της αίτησης αυτής. Η αίτηση θα έπρεπε να είχε απορριφθεί ως εκπρόθεσμη.» Ο λόγος όμως που σφραγίζει την τύχη της αίτησης, είναι η αναφορά της ομνύουσας στην ένσταση σε παραδρομή. Έχω τη γνώμη ότι η παραπομπή σε λάθος και/ή παραδρομή, δίχως οιεσδήποτε λεπτομέρειες που να εξηγούν τι είναι εκείνο που οφείλεται διά το επικαλούμενο σφάλμα, δεν δικαιολογεί την καθυστέρηση. Θα ανέμενε κανείς πως σε τέτοια περίπτωση οι αιτητές θα ανέφερναν γεγονότα, φερ'ειπείν ασθένεια τούτων ή άλλου προσώπου που τους έκανε να εστιάσουν την προσοχή και τη σκέψη τους σε εκείνο το γεγονός, αντί στην έφεση ή τυχόν άλλο σημαντικό γεγονός που εκτάκτως παρενέβαλε στην καθημερινότητά τους και συνεπεία τούτου διέλαθε την προσοχή τους πως ο χρόνος έτρεχε με αποτέλεσμα η προθεσμία να εξαντληθεί. Από την άλλη, στεγνή επίκληση λάθους, δηλαδή δίχως λεπτομέρειες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως αιτιολόγηση της καθυστέρησης, όσο περιορισμένη και αν είναι τούτη. Γεγονός παραμένει ότι ο κανονισμός τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία, εύλογη μάλιστα, και όλοι όσοι επιθυμούν να εφεσιβάλουν μια απόφαση αναμένεται να συμμορφώνονται με αυτή την προθεσμία. Άλλωστε σκοπός της προθεσμίας είναι η τελεσιδικία, ώστε η τύχη μιας υπόθεσης να σφραγίζεται οριστικά. Όσο σημαντικό είναι στο δίκαιο το δικαίωμα για διεκδίκηση τούτου, εξίσου σημαντική είναι και η τελεσιδικία, η οποία ελευθερώνει τους διαδίκους από το άγχος της διαδικασίας και το άγνωστο του αποτελέσματος. Περιπλέον και το κοινό έχει συμφέρον, εφόσον όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Αντ. Χαραλάμπους ν. Μ. Χαραλάμπους
(2008)1Β Α.Α.Δ.1298,1302· «. η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium.» Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω προσθέτω ότι δεν νοείται επίκληση παραδρομής, είτε του διαδίκου είτε του δικηγόρου του, άνευ λεπτομερειών (βλ. Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1Β Α.Α.Δ.698,704). Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή αν ίσχυε κάτι τέτοιο, το δικαστήριο δεν θα καλείτο να ελέγξει το εύλογο και δικαιολογημένο του σφάλματος, αλλά μόνο να επικυρώσει την παράταση βάσει απροσδιόριστων λόγων. Αυτό γιατί ο χαρακτηρισμός περίστασης ως σφάλμα ή παραδρομή, συνιστά υποκειμενική κρίση και όχι γεγονός. Γεγονός είναι εκείνο που προκάλεσε το σφάλμα ή οδήγησε σε αυτό. Τούτο λοιπόν το γεγονός είναι που οφείλει ο μάρτυρας να παραθέσει και όχι την προσωπική και υποκειμενική του κρίση. Ο ρόλος του δικαστηρίου δεν είναι περιορισμένος. Αντιθέτως, είναι ουσιώδης και εξικνείται σε έλεγχο των ισχυρισμών που προβάλλονται, ώστε να καταστήσουν ευχερή και δικαιολογημένη την απόφαση του αιτήματος. Τούτο επιτυγχάνεται μόνο αν το δικαστήριο γνωρίζει τον πραγματικό λόγο που εμπόδισε τους αιτητές, ενώ η νομολογία που πιο κάτω παρατίθεται αποκαλύπτει ότι λόγος ικανός διά έγκριση του αιτήματος, είθισται να μην είναι συνήθης ανθρώπινη αδυναμία, αλλά περίσταση που εκφεύγει των τετριμμένων. Εφόσον στη δοσμένη περίπτωση οι αιτητές δεν πρόσφεραν οιεσδήποτε λεπτομέρειες γεγονότων και απλώς περιορίστηκαν σε χαρακτηρισμό παραδρομής, κρίνω πως η αίτηση είναι αναιτιολόγητη και συνεπώς ανυπόστατη. Πέραν όμως των πιο πάνω ορθή και εύστοχη είναι και η άλλη παρατήρηση των καθ'ων η αίτηση, πως η παραδρομή από μόνη της, δηλαδή δίχως άλλο, δεν δικαιολογεί παράταση των νενομισμένων προθεσμιών. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.793, όπου αναφέρθηκε ότι· «Στην περίπτωση που τώρα εξετάζουμε όχι μόνο δεν τηρήθηκαν οι προθεσμίες που τάσσουν οι Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας αλλά ούτε και η προθεσμία που έταξε το δικαστήριο. Νομίζουμε πως πρέπει να θεωρείται αυτονόητο ότι η τήρηση των προθεσμιών καθ΄ όσον αφορά τη λήψη διαδικαστικών μέτρων, συνδέεται με το δημόσιο συμφέρον εφόσον η τελεσιδικία των δικαστικών διαδικασιών άπτεται άμεσα των συμφερόντων των διαδίκων. Βλ. Ανδρέας Λυσιώτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364. Από την άλλη, το κατ' ισχυρισμό λάθος των δικηγόρων του εφεσείοντα ορθά δεν έγινε αποδεκτό ως βάσιμη αιτία παραμερισμού της απόφασης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης δεν άφηναν περιθώρια αποδοχής τέτοιου ισχυρισμού γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο θα δημιουργούσε «επικίνδυνο ρήγμα στην απονομή της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Βαρδιάνου ν. E. Richards
(1998)1 A.A.Δ. 698, η οποία υιοθετήθηκε στην Κυριάκου Α. Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2001)1 Α.Α.Δ. 184 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Ltd.v..Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since obedience to orders of the court is the foundation on which its authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης ν. Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης ν. Σταυρίδη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1348. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Περιπλέον, σχετική είναι και η υπόθεση Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ.Κ. Χρυσόστομος ν. Χριστάκη Σταύρου Χριστοφόρου
(1993)1 Α.Α.Δ.470,476, όπου το δικαστήριο πραγματεύτηκε εν εκτάσει τούτο το λόγο. Διαπίστωσε μάλιστα δύο τουλάχιστον υποθέσεις όπου τέτοιος λόγος κρίθηκε ικανός να υποστυλώσει αίτημα παράτασης χρόνου. Εν τούτοις, παρέπεμψε σε προηγούμενη υπόθεση, εν προκειμένω την Σολιάτης & Συνεργάται ν. Χριστοδουλίδης
(1990)1 Α.Α.Δ.1162 και υιοθέτησε το απόσπασμα που ακολουθεί, καταδεικνύοντας έτσι το πόσο δύσκολα μπορεί τούτος ο λόγος να δικαιολογήσει παράταση προθεσμίας. Αναφέρθηκε εκεί ότι· «Και στις δυο πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι απεριόριστη· ότι η άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης· και ότι η απροσεξία, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή είναι δυνατό να αποτελεί σε μερικές περιπτώσεις ικανοποιητικό λόγο για την παράταση της προθεσμίας. Είναι γεγονός ότι οι αρχές που έχουν εκτεθεί στις δύο αυτές υποθέσεις καθορίζουν μια πιο επιεική προσέγγιση σε μερικές περιπτώσεις που παρατηρείται λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή. Υιοθετούμε αυτή την προσέγγιση η οποία έχει τις ρίζες της σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου μας και στηρίζεται στην ερμηνεία που έδωσαν τα Αγγλικά Δικαστήρια στους αντίστοιχους θεσμούς που είναι όμοιοι με τους δικούς μας, σύμφωνα με την οποία λόγος που αναφέρεται σε λάθος ή παρεξήγηση του εφεσείοντα ή του δικηγόρου του είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως ικανοποιητικός λόγος για παράταση της προθεσμίας σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά αν θα γίνει δεκτός ή όχι εξαρτάται πάλιν από τα ιδιαίτερα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι υποθέσεις Ειρήνη Κώστα Χατζημιχαήλ ν. Μαρίας Καραμιχαήλ και δυο άλλων, (ανωτέρω) και Kerorkian v. Burney [1937] 4 All E.R.97, C.A."» Ανάλογη ήταν η κατάληξη και στην υπόθεση Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, πιο πάνω, δηλαδή ότι δεν υποδείχθηκε κανένας λόγος που να αποκαλύπτει αντικειμενική δυσκολία. Στην εν λόγω περίπτωση οι αιτητές διατείνονται ότι το ποσό της υπό κρίση απόφασης είναι το ίδιο με εκείνο της απόφασης στην υπόθεση 5996/2008 και πως γι'αυτό το λόγο θα κληθούν να το καταβάλουν δύο φορές. Με όλο το σεβασμό, φαίνεται να διαλανθάνει την προσοχή των αιτητών ότι και οι δύο υποθέσεις, η παρούσα και η 5996/2008, οδηγήθηκαν σε ακροαματική διαδικασία και οι εν λόγω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν. Περιττό δε να υποδειχθεί ότι η δικανική, πολιτική και ευρύτερη κουλτούρα της χώρας μας, έχει καταστήσει αξίωμα τη ρήση 'έστι δίκης οφθαλμός ος τα πανθ' ορά'. Συνεπώς, ας μην λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η αξίωση των καθ'ων η αίτηση είναι ανυπόστατη. Τουναντίον, ακριβώς το αντίθετο αποφασίστηκε μετά από τη νενομισμένη ακροαματική διαδικασία. Αυτή όμως η επισήμανση φανερώνει ότι πλην της παραδρομής οι αιτητές ουδέν άλλο επικαλούνται. Αν λοιπόν χρειάζεται να τοποθετηθώ ρητά και χωρίς περιστροφές, τότε αναφέρω πως ταυτίζομαι πλήρως με το λόγο (ratio), των υποθέσεων Καλλής και Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ.Κ. Χρισόστομος, πιο πάνω. Απλή και μόνο παραδρομή δεν είναι αρκετή διά παράταση της προθεσμίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Σκυροποιΐα Λεωνίκ Λτδ κ.ά.
(2013)1Α Α.Α.Δ.882,886· «Η βασική αρχή είναι ότι οι προθεσμίες πρέπει να τηρούνται. Δεν είναι δυνατό να τάσσονται προθεσμίες και ελαφρά τη καρδία το Δικαστήριο να παραχωρεί παράταση των προθεσμιών για λόγους που μπορεί να είναι συνήθεις ή παρεπόμενοι της κατάστασης. Πρέπει να υπάρχουν, όντως, ιδιαίτερες περιστάσεις για να δικαιούται ο αιτητής παράταση χρόνου για σκοπούς καταχώρησης έφεσης. Η λεπτομερής αναφορά που γίνεται στη νομολογία, στην οποία παραπέμπει η ευπαίδευτος συνήγορος για την Σκυροποιΐα Λεωνίκ Λτδ, επισημαίνει, εν πολλοίς, όλες τις παραμέτρους που διέπουν αυτή την αρχή και δείχνουν ακριβώς την πολιτική του νομοθέτη πίσω από την ανάγκη να τεθούν χρονικά περιθώρια αλλά και την πολιτική της νομολογίας στο να τηρούνται αυτά τα περιθώρια. Η άλλη, βεβαίως, διάσταση του πράγματος είναι ότι, ασφαλώς, αν η περίπτωση είναι τέτοια που να υπάρχουν καλοί λόγοι αναγόμενοι σε τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν μια εξαίρεση στον κανόνα, το Δικαστήριο δεν θα αποστεί από τη δυνατότητα, που καθίσταται και υποχρέωση του, να δώσει την παράταση αφού κανένας κανόνας δεν μπορεί να προνοήσει για όλες τις περιπτώσεις που μπορεί να παρουσιαστούν στην πολυπλοκότητα της εμπορικής ζωής.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Πρόεδρος και μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας Φαραώ Έλενα 24 ν. Καρασάββα
(2012)1 Α.Α.Δ.399, υποδείχθηκε ότι· «Στην υπόθεση Βούρια ν. Δασκάλου, ανωτέρω, τονίστηκε ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για παράταση της προθεσμίας για υποβολή έφεσης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στο διάδικο που επιδεικνύει αδιαφορία συνήθως το δικαστήριο αρνείται την έγκριση της αίτησης, αλλά εκεί που υπάρχει σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων του, η έγκριση της αίτησης γίνεται ευκολότερη. Οι προθεσμίες που τάσσονται από τους θεσμούς ή από το δικαστήριο θα πρέπει να τηρούνται. Παράτασή τους συνιστά εξαιρετικό διαδικαστικό μέτρο το οποίο θα πρέπει να δικαιολογείται από εξαιρετικές περιστάσεις (Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Χατζηνικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470 και Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1083, 1088).» [και πιο κάτω]· «Η μη συμμόρφωση με τις δικονομικές διατάξεις θα πρέπει να οφείλεται σε λόγο, η επέλευση του οποίου δεν οφείλεται στη συνήθη ανθρώπινη λειτουργία.» Με δεδομένο ότι στην υπό κρίση περίπτωση οι αιτητές δεν έχουν δικαιολογήσει το αίτιο ή τις περιστάσεις παραδρομής και περιπλέον, ότι ουδέν άλλο διαπιστώνεται να υποστηρίζει το αίτημα, καταλήγω ότι η παρούσα δεν είναι αρμόζουσα περίπτωση ώστε η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο