← Κύπρος

USB BANK PLC ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD, Αρ.Αγωγής: 2682/2014, 23/2/2017

USB BANK PLC ν. UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD, Αρ.Αγωγής: 2682/2014, 23/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2682/2014 Μεταξύ: USB BANK PLC Ενάγουσα και UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD Εναγομένη ----------- Ημερομηνία: 23 Φεβρουαρίου 2017 Για την ενάγουσα: κος Κυπραίος Για την εναγομένη: κα Λοϊζίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια το ζήτημα που απομένει να αποφασιστεί είναι αμιγώς νομικό και αυτό γιατί τα όποια παρεμφερή πραγματικά ζητήματα δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Επιβεβαιώνεται τούτο από το γεγονός ότι την 2.2.2017, πρώτη ημερομηνία ακροάσεως, οι συνήγοροι προέβησαν σε παραδεκτά γεγονότα και με αυτή την ενέργεια συγκεκριμενοποίησαν το πραγματικό πλαίσιο της αγωγής. Η δήλωση που ετοίμασαν κατατέθηκε και σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Σπεύδω συνεπώς να συνοψίσω τα παραδεκτά γεγονότα, διεργασία η οποία θα αναδείξει εκείνο που αφορά η αγωγή, αλλά και το επίδικο ζήτημα. Πρωταγωνιστής στη διαδικασία δεν είναι οιοσδήποτε των διαδίκων, αλλά τρίτο πρόσωπο. Είναι τούτο η αποβιώσασα Γιώτα Κωμοδρόμου (στη συνέχεια η αποβιώσασα). Λογικά βεβαίως διερωτάται κανείς· πως τρίτο πρόσωπο και δη αποβιώσας, μπορεί να καταστεί πρωταγωνιστής στη νομική διένεξη άλλων προσώπων. Η απάντηση προκύπτει από τα ακόλουθα· η αποβιώσασα, η οποία ήτο κάτοχος του δελτίου ταυτότητος με αριθμό 658002, ενόσω ήταν εν ζωή έλαβε διάφορα δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις από την ενάγουσα. Σημειώνεται ότι για το χρόνο που αφορά η αγωγή, οι εν λόγω διευκολύνσεις είναι εκείνες που οφείλονται για τη δημιουργία χρεωστικών υπολοίπων που υπερβαίνουν το ποσό των €250.000,

  1. Μάλιστα για αυτά τα υπόλοιπα η ενάγουσα καταχώρισε την αγωγή με αριθμό 2712/2014 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Η αγωγή είναι το τεκμήριο
  2. Από το δικόγραφο της αγωγής αυτής [τεκμήριο1], διαπιστώνεται ότι στρέφεται εναντίον του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης, καθώς και των εγγυητών της στις διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε από την ενάγουσα. Παρεμβάλλω εδώ ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η ενάγουσα είναι τραπεζικός οργανισμός και πως κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, διεξήγαγε και εξακολουθεί και σήμερα να διεξάγει τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο, με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία. Για να συμπληρωθεί η εικόνα σε ό,τι αφορά τους διαδίκους, προσθέτω πως και η εναγομένη είναι εταιρεία, εν προκειμένω ασφαλιστική εταιρεία, και διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες, καθώς επίσης παρέχει ασφαλιστικές καλύψεις, μεταξύ άλλων στον κλάδο ζωής, σε ολόκληρη την Κύπρο. Τώρα, τρία είναι τα γεγονότα που πυροδότησαν την υπό κρίση αγωγή. Το πρώτο είναι, δυστυχώς, ο αδόκητος χαμός της αποβιωσάσης, γεγονός που έλαβε χώρα την 31.8.
  3. Περί της ημερομηνίας σχετικό είναι το πιστοποιητικό θανάτου, τεκμήριο
  4. Το δεύτερο γεγονός, το οποίο μάλιστα συνιστά και την πρωταρχική αιτία για το συναπάντημα των διαδίκων στην εν λόγω διαδικασία, είναι η ασφάλεια ζωής που είχε κάνει η αποβιώσασα και την οποία εκχώρησε στην ενάγουσα. Το τρίτο και τελευταίο, είναι η άρνηση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό της ασφάλειας, εκτός αν ικανοποιούσε συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, βάσει της χρονολογικής σειράς που εντοπίζονται. Την 30.9.1998 άρχισε να τρέχει η ασφαλιστική κάλυψη που συμφωνήθηκε μεταξύ αποβιωσάσης και εναγομένης. Τα σχετικά έντυπα τούτης της ασφάλειας είναι η πρόταση της εναγομένης προς την αποβιώσασα (τεκμήριο 2), η αίτηση της τελευταίας για ασφάλεια ζωής (τεκμήριο 3), το ασφαλιστήριο που εκδόθηκε (τεκμήριο 4) και το παράρτημα τούτου (τεκμήριο 5). Το εν λόγω ασφαλιστήριο έλαβε διακριτικό αριθμό 1-087923-
  5. Η δε ασφαλιστική κάλυψη που συμφωνήθηκε ήταν για ποσό £27.000,00, ισάξιο με €46.132,
  6. Σε κάποιο χρόνο μετά τη συνομολόγηση της ασφάλειας ζωής και συγκεκριμένα την 24.1.2000, η αποβιώσασα προχώρησε και εκχώρησε τούτη την ασφάλεια προς όφελος της ενάγουσας. Το έγγραφο εκχώρησης είναι το τεκμήριο
  7. Οι διάδικοι συμφωνούν πως η εκχώρηση ήταν απόλυτη, παράλληλη και συνεχής εξασφάλιση για τις οφειλές της αποβιωσάσης προς την ενάγουσα, για τα δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις που προαναφέρθηκαν. Ομονοούν περαιτέρω ότι η εκχώρηση της ασφάλειας κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την 8.2.2000 και η τελευταία συνυπέγραψε το σχετικό έγγραφο και πληροφόρησε την ενάγουσα ότι δεν υπήρχε άλλη επιβάρυνση επί του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ας σημειωθεί εδώ ότι η σχετική πιστοποίηση της εναγομένης διαπιστώνεται και από το περιεχόμενο του εγγράφου, δηλαδή το τεκμήριο
  8. Αναφέρθηκε ήδη ότι η αποβιώσασα απεδήμησε την 31.8.
  9. Ακολούθως, την 21.11.2012, χορηγήθηκαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας της στους Γιώργο Σαξατέ και Ανδρέα Στεφάνου. Τούτο έγινε στο πλαίσιο της αίτησης διαχείρισης 292/12 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Την 17.9.2012 η εναγομένη απέστειλε στην ενάγουσα επιστολή (βλ. τεκμήριο 8), με την οποία την πληροφορούσε ότι ενημερώθηκε για το θάνατο της αποβιωσάσης, καθώς ότι η τελευταία είχε εκχωρήσει τα ωφελήματα της ασφάλειας στην ενάγουσα. Εν τούτοις πληροφόρησε την ενάγουσα ότι για να εξετάσει την απαίτηση που προέκυψε λόγω του θανάτου της αποβιωσάσης, δηλαδή καταβολή του εκχωρημένου ωφελήματος, θα έπρεπε να της προσκομιστούν διάφορα έγγραφα, μεταξύ άλλων και συγκατάθεση του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος για πληρωμή του ποσού των €46.132,
  10. Πέραν από την ενάγουσα η εναγομένη πληροφόρησε και το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος για το θάνατο της αποβιωσάσης. Περιπλέον, πληροφόρησε τούτο ότι το εν λόγω ασφαλιστήριο ήταν εκχωρημένο προς όφελος της ενάγουσας (βλ. επιστολή ημερομηνίας 17.9.2012, τεκμήριο 9). Συνιστά παραδεχτό γεγονός ότι η ενάγουσα δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της εναγομένης στο τεκμήριο 8 και ειδικότερα να εξασφαλίσει συγκατάθεση από τον Έφορο Φόρου Εισοδήματος. Περί τούτου οι δύο πλευρές ομονοούν ότι η ενάγουσα, ως εκδοχέας, δεν είχε εξουσία να προβεί σε ενέργειες που μόνο οι διαχειριστές της περιουσίας θα μπορούσαν να προβούν. Εν τούτοις, την 7.11.2012 η ενάγουσα απαίτησε από την εναγομένη να της καταβάλει το ωφέλημα του επίδικου ασφαλιστηρίου. Η σχετική επιστολή που απέστειλε η ενάγουσα είναι το τεκμήριο 10, ενώ αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η επιστολή συνοδευόταν από φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού θανάτου, του ασφαλιστηρίου και βεβαίως του εκχωρητηρίου. Η εναγομένη απάντησε την απαίτηση της ενάγουσας (βλ. επιστολή ημερομηνίας 21.11.2012, τεκμήριο 11) και εμμένοντας στην αρχική της θέση ανέφερε ότι για να προβεί σε διευθέτηση της απαίτησης, προϋπόθεση είναι να της προσκομιστούν τα έγγραφα που ζήτησε. Συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι ενεργώντας καλή τη πίστη η ενάγουσα επικοινώνησε τόσο με το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, όσο και με τους διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης. Στόχος τούτης της επικοινωνίας ήταν η προσπάθεια εξασφάλισης της σχετικής απαλλαγής του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος. Εν τούτοις μάταια, εφόσον μέχρι και σήμερα δεν εξασφαλίστηκε τούτη. Οι προειρημένες επιστολές που έστειλε η ενάγουσα είναι τα τεκμήρια 12 και
  11. Μετά τις πιο πάνω άκαρπες ενέργειες, και συγκεκριμένα την 17.4.2014, η ενάγουσα απέστειλε μέσω των συνηγόρων της νέα επιστολή (βλ. τεκμήριο 14). Αυτή τη φορά παραλήπτης της επιστολής δεν ήταν μόνο η εναγομένη, αλλά και ο διευθυντής του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, ως επίσης οι διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης. Σκοπός της επιστολής ήταν να πληροφορηθούν οι παραλήπτες πως τα δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις της αποβιωσάσης, υπερβαίνουν κατά πολύ το ασφαλισμένο ποσό. Ως εκ τούτου καλούσε την εναγομένη να της καταβάλει το ασφαλισμένο ποσό και εξέφραζε την άποψη ότι εφόσον είχε εκχωρηθεί, δεν αποτελεί μέρος της περιουσίας. Παρ'όλα αυτά, αρνητική ήταν και πάλι η απάντηση της εναγομένης. Με επιστολή που απέστειλε μέσω των συνηγόρων της (βλ. τεκμήριο 15), επανέλαβε την απαίτηση για παρουσίαση συγκατάθεσης του διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων. Περιπλέον, πληροφόρησε την ενάγουσα ότι στο πλαίσιο της αγωγής 1885/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα σε βάρος των διαχειριστών της περιουσίας της αποβιωσάσης που τους καλούσε να μην αποξενώσουν και/ή διαθέσουν, καθ'οιονδήποτε τρόπο, τα περιουσιακά στοιχεία της διαχείρισης. Το διάταγμα αποτελεί μέρος του τεκμηρίου
  12. Όλα τα πιο πάνω είναι όσα οι δύο πλευρές δήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα. Κατ'επέκταση καθίστανται διαπιστώσεις του δικαστηρίου. Πέραν των πιο πάνω η πλευρά της ενάγουσας κλήτευσε και ένα μάρτυρα. Η εναγομένη δεν παρουσίασε οιανδήποτε μαρτυρία. Ο μάρτυρας που κλήτευσε η ενάγουσα είναι ο Γιώργος Σαξατές, μοναδικός σήμερα διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης. Όπως ανέφερε· το επίδικο ασφαλιστήριο εκχωρήθηκε νόμιμα και απόλυτα στην ενάγουσα, ως εξασφάλιση των οφειλών της αποβιωσάσης. Ανέφερε ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που έλαβε η αποβιώσασα από την ενάγουσα, αντικείμενο πλέον της αγωγής 2712/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, ξεπερνούν το ασφαλισμένο ποσό και περιπλέον, κάθε μία εξ αυτών εξασφαλίζεται από το εν λόγω ασφαλιστήριο ζωής. Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι η εκχώρηση έγινε με καλή πίστη και νόμιμη αντιπαροχή και πως η διαχείριση ουδεμία απαίτηση έχει από το ωφέλημα του ασφαλιστηρίου αυτού. Τέλος, ανέφερε πως τον Ιούλιο του 2013 υπέβαλε, με τη βοήθεια λογιστικού γραφείου, όλα τα αναγκαία έγγραφα στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, αλλά έκτοτε το θέμα εξετάζεται. Στην αντεξέταση δέχθηκε ότι στα πιο πάνω έγγραφα συμπεριέλαβε και το υπό κρίση ασφαλιστήριο ζωής, για να διευκρινίσει όμως, στην επανεξέταση, ότι ανέφερε στο φόρο πως τούτο, δηλαδή το ασφαλιστήριο, ήταν εκχωρημένο. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα, οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγόρευση. Υποδεικνύεται όμως ότι η πλευρά της εναγομένης δεν αγόρευσε με σθένος, δηλαδή να υποστηρίξει ότι η αξίωση δεν ευσταθεί. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος για την υπεράσπιση, η εναγομένη θα σεβαστεί την απόφαση του δικαστηρίου όποια και αν είναι αυτή, με δεδομένο πάντα ότι δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στο ωφέλημα της ασφάλειας. Απλώς μέχρι σήμερα, ανέφερε η συνήγορος, η εναγομένη ήταν της γνώμης ότι το ασφαλιστήριο εμπίπτει στην περιουσία της διαχείρισης και πως γι'αυτό το λόγο επιβάλλεται η συγκατάθεση του διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, όπως προνοείται από τη σχετική νομοθεσία. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας, ο οποίος έκανε αναφορά στον περί Περιουσίας Αποθανόντων Προσώπων (Φορολογικές Διατάξεις) Νόμο, Ν.78(Ι)/2000, για να ισχυριστεί όμως ότι οι διατάξεις τούτου διέπουν μόνο την περιουσία αποβιώσαντος προσώπου, ενώ περιουσία που εκχωρήθηκε δεν είναι τέτοια, δηλαδή δεν είναι ιδιοκτησία του αποβιώσαντος. Προτού εγκύψω στα ιδιαίτερα νομικά σημεία που εγείρονται, οφείλω να πω δύο λόγια για το μοναδικό μάρτυρα που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Το λοιπόν· η μαρτυρία του εξετάστηκε κατά πως η νομολογία επιτάσσει, δηλαδή όχι μόνο ατομικά και στην όψη της, αλλά διεισδυτικά και σε συνάρτηση με το λοιπό μαρτυρικό υλικό. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας Σαξατές είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τη σταθερότητα και σαφήνεια του λόγου του, αλλά και από το γεγονός ότι δεν δίστασε να δεχθεί πως στα έγγραφα που υπέβαλε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, συμπεριέλαβε και το ωφέλημα της ασφάλειας ζωής, αναφέροντας όμως ότι είναι εκχωρημένο. Περιπλέον, η μαρτυρία του μάρτυρα Σαξατέ, είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με τα παραδεχτά γεγονότα. Ως εκ των πιο πάνω δέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας του Σαξατέ ως ορθό και αληθή. Σε σχέση με εκείνο που απασχολεί ομολογώ ότι η γνώμη μου συμπίπτει με αυτή της ενάγουσας. Ας δούμε όμως το γιατί. Αφετηρία είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το ωφέλημα της ασφάλειας της αποβιωσάσης, εκχωρήθηκε απόλυτα, νόμιμα και με αντιπαροχή, προς όφελος της ενάγουσας. Η νομολογία και τα συγγράμματα αποκαλύπτουν ότι στα μάτια του νόμου ο εκδοχέας (assignee) είναι το πρόσωπο που δικαιούται να κινήσει δικαστική διαδικασία, ώστε να διεκδικήσει την περιουσία που εκχωρήθηκε. Δικονομικά το ζήτημα ρυθμίζεται από τον κ.12 της Δ.19 ο οποίος αντιστοιχεί στον παλαιό αγγλικό κανονισμό 14 της Δ.
  13. Τούτο τον κανονισμό πραγματεύεται το Annual Practice του 1958, στη σελίδα
  14. Μεταξύ άλλων αναφέρεται εκεί ότι· «It must allege an absolute assignment in writing of the chose in action, and notice in writing to the defendant of such assignment; otherwise the plaintiff would have no title to sue». Η ουσία του πράγματος επεξηγήθηκε στην υπόθεση Λουκά ν. Eurolife Ltd

(2009)1Β Α.Α.Δ.1524,1531, όπου αναφέρθηκε ότι· «Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ.479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ.487: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R.10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R.392]. Στην υπόθεση Weddell v. J.A.Pearce & Major
(1987)3 All E.R.624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10". Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England
(1995)4 All E.R.312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: "Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity. ." ....... Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action). Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. Mε βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ'εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι'αυτό το λόγο». Δυνάμει των ανωτέρω συνάγεται ότι ο εκχωρητής (assignor) δεν έχει αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει εκείνο που εκχώρησε. Εξαρτάται εν προκειμένω, από τη βούληση του εκδοχέα (assignee), τον οποίο χρειάζεται να καταστήσει διάδικο και να αποκαλύψει την ιδιαίτερη αυτή νομική σχέση. Από την άλλη, ο εκδοχέας δύναται, μόνος του ή με τον εκχωρητή, να διεκδικήσει το προϊόν της εκχώρησης. Επιβεβαίωση των πιο πάνω είναι όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Mac Gillivray & Parkington on Insurance Law, 6η έκδοση, παράγραφος 1809 ότι· «Assignment of the right of recovery. If the insured validly assigns his right to recover under the policy, the assignee becomes the payee of the proceeds, and the insurer will pay the assignor at his peril». Πιο κάτω στην παράγραφο 1811 αναφέρεται ότι˙ «After an assignment has taken place, the assignor drops out of the picture and the assignee becomes the insured. If, therefore, the insurers wish to cancel the policy for non-payment of premiums and notice to the insured is required, that notice must be given to the assignee. The assignor can no longer sue even if he becomes interested in the subject-matter again; thus a mortgagor, who executes a transfer of the property and an assignment of the insurance policy and later repays the debt and obtains the property again, cannot recover under the policy unless the policy is re-assigned at the time of the reconveyance». Είναι λοιπόν φανερό ότι δικαιούχος εκείνου που εκχωρήθηκε, εδώ του ωφελήματος της ασφάλειας, είναι ο εκδοχέας, εδώ η ενάγουσα, και όχι ο εκχωρητής, δηλαδή η αποβιώσασα. Ιδιαίτερα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Mac Gillivray & Parkington on Insurance Law, πιο πάνω, αποκαλύπτουν πως αν η ασφάλεια ήθελε πληρώσει τους διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης, θα έπραττε τούτο ιδίω κινδύνω, εφόσον ο εκδοχέας, εδώ η ενάγουσα, δεν απεμπολεί το δικαίωμά της να στραφεί εναντίον της ασφάλειας και να διεκδικήσει το λαβείν της, ασχέτως του ότι το ποσό καταβλήθηκε στους διαχειριστές. Είναι φανερό ότι οι διαχειριστές δεν νομιμοποιούνται να εκδώσουν οιανδήποτε απαλλαγή, εφόσον στην ουσία η περιουσία δεν τους ανήκει. Βάσει αυτής της δικανικής, πλέον, διαπίστωσης, μπορεί κανείς με ασφάλεια να καταλήξει περαιτέρω ότι το υπό κρίση ωφέλημα από την ασφάλεια ζωής της αποβιωσάσης, δεν είναι περιουσία της διαχείρισης, καθ'ότι από τη στιγμή που εκχωρήθηκε έπαυσε να είναι περιουσία αυτής ακόμη της αποβιωσάσης. Ας μου επιτραπεί δε να προσθέσω ότι αυτό επιτάσσει και η λογική του πράγματος. Η ασφάλεια ζωής συνάπτεται ώστε να παρέχει στον ασφαλιζόμενο σιγουριά και εξασφάλιση πως τη μοιραία εκείνη ώρα οι κληρονόμοι του δεν θα βρεθούν άκληροι. Όταν όμως η ασφάλεια εκχωρείται, ο σκοπός είναι δισυπόστατος. Ο μεν ασφαλιζόμενος και εκχωρητής μεριμνά διά εξόφληση υποχρεώσεων του, ώστε να μην επιβαρυνθούν οι κληρονόμοι του, ο δε εκδοχέας εξασφαλίζει πως η πιστωτική διευκόλυνση που παρείχε θα ικανοποιηθεί και πως ο οφειλέτης θα τιμήσει την υπόσχεσή του, ακόμη και μετά θάνατον. Αν λοιπόν με το θάνατο η εκχωρηθείσα περιουσία θεωρείτο μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντος, αυτό δεν θα ήταν εξασφάλιση αλλά παλινδρόμηση που πλήττει το δίκαιο και βεβαίως τις εμπορικές συναλλαγές. Αυτοί είναι οι λόγοι που το δίκαιο εφηύρε την εκχώρηση και την ανέπτυξε κατά τον τρόπο που πιο πάνω αναφέρεται. Σκοπός τούτης είναι η ανεξάρτητη και αδιαφιλονίκητη προστασία του εκδοχέα, ώστε να νιώθει σιγουριά πως θα εισπράξει το λαβείν του. Τα πιο πάνω διέπουν και τα αναφερόμενα στο άρθρο 5
(1)του Ν.78(Ι)/2000. Αναφέρεται εκεί ότι· «5.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), οι φόροι οι οποίοι είναι πληρωτέοι από τους νόμιμους αντιπροσώπους αποτελούν, κατά σειρά προτεραιότητας, την πρώτη επιβάρυνση στο καθένα από τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία ο αποθανών είχε στην κατοχή του κατά το θάνατο του ή τα οποία αυτός μπορούσε να διαθέσει κατά το θάνατο του και η επιβάρυνση αυτή δύναται να οδηγήσει σε καταναγκαστική πώληση κινητής ή ακίνητης περιουσίας και στη διάθεση οποιωνδήποτε χρημάτων ή τίτλων για την είσπραξη όλων ή μέρους των φόρων αυτών». Ό,τι ξεχωρίζει είναι η αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία που ο αποβιώσας μπορούσε να διαθέσει κατά το θάνατό του. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί· περιουσία η οποία εκχωρήθηκε δεν είναι στη διάθεση του εκχωρητή, αλλά του εκδοχέα. Συνεπώς για σκοπούς του νόμου, τέτοια περιουσία δεν μπορούσε να διατεθεί από την αποβιώσασα, αλλά βεβαίως ούτε και να οδηγηθεί σε καταναγκαστική πώληση, κατά πως προνοείται στο άρθρο 5
(1), πιο πάνω. Με δεδομένο ότι η ενάγουσα περιόρισε την απαίτηση της στην παράγραφο Β της αγωγής και μάλιστα χωρίς τόκο, καταλήγω ότι η αξίωση είναι βάσιμη και εύλογη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €46.132,00. Περαιτέρω, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Γι'αυτό το τελευταίο κρίνω πως δεν είναι ορθό να αποκλίνω από τη βασική αρχή ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται τα έξοδα του. Το γεγονός ότι η εναγομένη ένιωθε δεσμευμένη με βάση τη νομοθεσία, ως η ίδια την ερμήνευσε, δεν αφορά την ενάγουσα. Πόσω δε μάλλον τη στιγμή που η ερμηνεία αυτή δεν ήταν ορθή, ως πιο πάνω εξηγήθηκε. Συνεπώς, τα έξοδα, όπως αναφέρθηκε, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας. (Υπ.) ........ Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.