Κύπρου Πηλακούτα ν. Μαρίας Αντωνιάδου, Αρ.Αγωγής: 2239/2014, 28/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2239/2014 Μεταξύ: Κύπρου Πηλακούτα Ενάγοντα και Μαρίας Αντωνιάδου Εναγομένης ----------- Αίτηση για περαιτέρω αποκάλυψη ημερομηνίας 11.10.2016 Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου 2017 Για τον αιτητή/ενάγοντα: κα Γ.Ζαχαρίου Για την καθ'ης η αίτηση/εναγομένη: κος Δ.Παυλίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση που εδώ ενδιαφέρει υποβλήθηκε από τον ενάγοντα. Αντικείμενο τούτης είναι η έκδοση διατάγματος «που να επιτρέπει την καταχώρηση περαιτέρω ένορκης δήλωσης αποκάλυψης για να αποκαλυφθούν έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή του ενάγοντα μετά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης.» Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα· Δ.19 κ.κ.4 έως 9, Δ.28 κ.κ.1 έως 15 και Δ.48 κ.κ.1 έως 3 και 7 έως 9. Περιπλέον, επικαλείται και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται και από ένορκη δήλωση που ορκίζεται ο ενάγων. Στον αντίποδα η ένσταση της εναγομένης προτάσσει αριθμό λόγων διά τους οποίους το δικαστήριο θα πρέπει, σύμφωνα με την υπεράσπιση, να απορρίψει την αίτηση. Δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω. Άλλωστε, η αίτηση επιλύεται, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, επί άλλης βάσεως παρά εκείνη που αναφέρεται στην ένσταση. Σημειώνεται ωστόσο ότι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει η εναγομένη. Εν τούτοις το περιεχόμενο της δήλωσης αυτής δεν προσθέτει οτιδήποτε στα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα, παρά μόνο συνιστά επανάληψη των λόγων ένστασης. Πριν οτιδήποτε άλλο αρμόζει να συνοψισθούν όσα γεγονότα διαπιστώνονται από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, διαδικασία καθ'όλα επιτρεπτή και δικαιολογημένη (βλ. συναφώς Δ.48 κ.1 Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1B Α.Α.Δ.808,814). Διαπιστώνεται συναφώς ότι την 4.2.2015 το δικαστήριο διέταξε αμφότερες τις πλευρές να προβούν σε ένορκη αποκάλυψη εντός 30 ημερών από τη διαταγή. Ας σημειωθεί ότι η σχετική διαταγή του δικαστηρίου εκδόθηκε μετά από κοινό αίτημα των διαδίκων. Ο ενάγων συμμορφώθηκε την 11.2.2015 και η εναγομένη την 7.4.2015, αφότου προηγουμένως αιτήθηκε και έλαβε παράταση του χρόνου αποκάλυψης. Εν συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις ακόλουθες ημερομηνίες· 8.12.2015, 5.2.2016, 28.9.2016 και 24.3.
- Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 11.10.2016, δηλαδή αφότου η υπόθεση αναβλήθηκε την 28.9.
- Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι πρόσφερε στην εναγομένη ασφαλιστική κάλυψη διά την περίοδο 16.11.2009 μέχρι και 15.11.
- Εν τούτοις η εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει το οφειλόμενο ασφάλιστρο και έτσι την 11.9.2013 όφειλε στον ενάγοντα το ποσό των €1.504,
- Επεξηγεί ο ενάγων ότι το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε από τον ίδιο στις ασφαλιστικές εταιρείες που εκπροσωπούσε, εξ ου και διεκδικεί ο ίδιος τούτο το ποσό από την εναγομένη. Στον αντίποδα η λιτή υπεράσπιση της εναγομένης απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντα και στην ουσία περιορίζεται σε μια μόνο προδικαστική ένσταση. Τούτη είναι πως ο ενάγων δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής, καθ'ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται πως η εναγομένη συμβλήθηκε με τον ενάγοντα για συγκεκριμένη ασφαλιστική κάλυψη. Τώρα, είναι η θέση του ενάγοντα πως ενόσω η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο συνήγορος του του ζήτησε διευκρινήσεις σχετικά με τα έγγραφα που υπογράφονται κατά τη σύναψη νέας σύμβασης ασφαλιστικής κάλυψης και τότε αντιλήφθηκε ότι κάποια έγγραφα δεν τα είχε αποκαλύψει και αυτό γιατί βρίσκονταν στην κατοχή της ασφαλιστικής εταιρείας. Τούτα τα έγγραφα, αναφέρει ο ενάγων, αφορούν τη σύναψη ασφαλιστικής κάλυψης, αλλά και απαίτηση της εναγομένης διά αποζημίωση τρίτου προσώπου στο οποίο προκάλεσε ζημιά. Αν δεν επαναλαμβάνω τις αγορεύσεις των συνηγόρων είναι γιατί πιστεύω πως αποκαλύπτονται από τη διερεύνηση που ακολουθεί και όχι διά οιονδήποτε άλλο λόγο. Αν είναι όμως κάποιο σχόλιο που αρμόζει να ειπωθεί, με όλο πάντα το σεβασμό σε αμφότερους τους συνηγόρους, είναι πως η αγόρευσή τους δίνει την αίσθηση ότι παρερμηνεύουν τις δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Και εξηγώ· η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων ρυθμίζεται δικονομικά από τη Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο κ.1 της Δ.28, που ας σημειωθεί ότι αντιστοιχεί στον παλαιό αγγλικό r.12 της Ο.31, εμπερικλείει την πεμπτουσία της σχετικής διαταγής. Αναφέρεται εκεί ότι· «Any party may, without filing any affidavit, apply to the Court or a Judge for an order directing any other party to any cause or matter to make discovery on oath of the documents which are or have been in his possession or power relating to any matter in question therein. On the hearing of such application the Court or Judge may either refuse or adjourn the same, if satisfied that such discovery is not necessary, or not necessary at that stage of the cause or mater, or make such order, either generally or limited to certain classes of documents, as may, in the Court's or Judge's discretion, be through fit: provided that discovery shall not be ordered when and so far as the Court or Judge shall be of opinion that it is not necessary either for disposing fairly of the cause or matter or for saving costs. If an order is made for discovery, such order shall specify the time within which the party directed to make discovery shall file his affidavit». Στην προκείμενη περίπτωση οι διάδικοι προέβησαν σε αποκάλυψη. Ό,τι απασχολεί πλέον είναι το κατά πόσο επιτρέπεται να προβούν σε πρόσθετη αποκάλυψη. Η μεν πλευρά του ενάγοντα διατείνεται ότι είναι δικαίωμά της, η δε πλευρά της εναγομένης υποστηρίζει ότι δεν δικαιούται και αυτό γιατί παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων, διαπιστώνεται καθυστέρηση και παράλληλα κατάχρηση της διαδικασίας και τέλος, ότι με αυτό τον τρόπο επιχειρείται να καλυφθούν κενά που ανεδείχθησαν με την υπεράσπιση. Αυτές ακριβώς οι θέσεις των διαδίκων είναι εκείνο που αναδεικνύει παρερμηνεία των συναφών νομολογιακών αρχών. Η ένορκη αποκάλυψη εγγράφων συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς της διαδικασίας. Εξυπηρετεί εν προκειμένω ύψιστες αρχές δικαίου, όπως η ισότητα των όπλων και η ακριβοδικεία της διαδικασίας, ενώ παράλληλα σκοπεί στην εξακρίβωση της αλήθειας, εφόσον θέτει υποχρέωση στους ώμους των διαδίκων για ένορκη αποκάλυψη του συνόλου των εγγράφων που κατέχουν ή μπορούν εύλογα να εντοπίσουν. Η αποκάλυψη λοιπόν είναι υποχρέωση και όχι δικαίωμα και εδώ είναι που και οι δύο πλευρές λανθάνονται. Όπως προσφάτως υποδείχθηκε στην αγωγή ναυτοδικείου Mercegaglia SpA v. του Πλοίου «Vysokogorsk», υπ'αριθμό 31/2013, ημερομηνίας 31.5.2016· «Δεν νοείται άδεια του Δικαστηρίου για να ασκήσει ο διάδικος την υφιστάμενη υποχρέωσή του.» Με αυτό το δικανικό δεδομένο, δηλαδή ότι η αποκάλυψη συνιστά υποχρέωση, εγείρεται το ερώτημα· τί μέλλει γενέσθαι όταν διάδικος δεν αποκαλύπτει, είτε εξολοκλήρου είτε δεόντως. Η απάντηση προκύπτει και πάλι από την υπόθεση Mercegaglia SpA, πιο πάνω. Υποδεικνύεται εκεί ότι η αποκάλυψη είναι συνεχής υποχρέωση και είτε το έγγραφο γεννήθηκε μετά την ολοκλήρωση της αποκάλυψης, δηλαδή είναι νεοσύστατο, είτε απλώς εντοπίστηκε εκ των υστέρων, δηλαδή καίτοι ήταν υφιστάμενο δεν εντοπίστηκε ώστε να αποκαλυφθεί, δεν διαφοροποιεί ποσώς την υποχρέωση του διαδίκου. Το σχετικό απόσπασμα της απόφασης έχει ως εξής· «Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co
(1884)1 Cab & El 215 [1886-90] All ER Rep 449 (HL), της οποίας αναφορά γίνεται στην υπόθεση Vernon v. Bosley (No. 2) [1997] 1 All ER 613, ελέχθησαν τα ακόλουθα: "Now, in my opinion, a party, who, after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which Ι think is the proper course, or at least by notice; and he has no right to keep back all knowledge of the newly-discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery". Στο Supreme Court Practice 1987, vol. 1, para 24/1/2 γίνεται η ακόλουθη αναφορά µε παραπομπή στην υπόθεση Mitchell: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O. 24, r.1 may suggest that discovery need be given only of documents which have come into a party΄s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party's obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party's possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cf. O.18, rr. 8 and 9), and that he must not, by whithholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true (Mitchell v. Darley Main Colliery Co (
(1884)Cab & El 215)). An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay any costs occasioned by the failure to give discovery promptly". Επίσης, στα Halsbury's Laws of England, 3rd Ed., Vol. 12, para 43, σελ. 30, αναφέρονται τα ακόλουθα, µε αναφορά και πάλιν στην Mitchell: "Subsequent discovery of the other document. If after the affidavit of documents has been filed a document is discovered of which the opposite party has a right to have inspection, it is the duty of the party filing the affidavit to give information to his opponent of the fact, either by supplementary affidavit or by notice". Πρόκειται, συνεπώς, για συνεχή υποχρέωση την οποία ο διάδικος οφείλει να ασκήσει χωρίς καθυστέρηση µε συµπληρωµατική ένορκη δήλωση (ή ειδοποίηση) προς τον αντίδικο, χωρίς να χρειάζεται άδεια ή παρέµβαση του ∆ικαστηρίου». Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν εκείνο που ενωρίτερα αναφέρθηκε· δεν είναι στο δικαστήριο να επιτρέψει νέα καταχώρηση ένορκης αποκάλυψης, εφόσον αυτό συνιστά υποχρέωση του διαδίκου και συνεπώς οφείλει να την ικανοποιήσει ευθύς μόλις την αντιληφθεί και μάλιστα χωρίς άδεια. Έχοντας διαγράψει το δικανικό πλαίσιο του αιτήματος, οφείλω να παρατηρήσω ότι ξενίζει η στάση της υπεράσπισης. Δοθέντος ότι η αποκάλυψη συνιστά υποχρέωση, θα ανέμενε κανείς ότι πρώτη η υπεράσπιση θα ήταν εκείνη που θα απαιτούσε δέουσα συμπλήρωση της αποκάλυψης. Αυτό δε θα εξυπηρετούσε και την ίδια να διαγνώσει τη σε πραγματικό επίπεδο βάση της άλλης πλευράς και ως εκ τούτου να προετοιμαστεί δεόντως. Είναι γι'αυτό ακριβώς το λόγο που οι θεσμοί, συγκεκριμένα ο κ.11 της Δ.28, παρέχουν θεσμικό πλαίσιο εξαναγκασμού της άλλης πλευράς σε συμμόρφωση. Περί τούτου σχετική είναι η υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.ά. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.ά.
(2001)1Α Α.Α.Δ.
- Λέχθηκε εκεί ότι· «Ο δικαστής είπε στο προκείμενο ότι είναι άλλοι οι στόχοι της Δ.28, θ.
- Η άποψη του, με λίγα λόγια, είναι ότι ο θ. 11 χρησιμοποιείται εφόσο η προηγηθείσα διαταγή για γενική αποκάλυψη δεν απέληξε στην αποκάλυψη και συγκεκριμένων εγγράφων που, με έρεισμα πλέον το θ. 11, μπορεί ο διάδικος να ζητήσει για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Επικροτούμε αυτή την προσέγγιση. Η Δ.28, θ.11 ταυτίζεται με την αγγλική Δ.19 Α
(3). Από τα παρακάτω αποσπάσματα της απόφασης του Tomlin Δ., στην Astra-Nat Production v. Neo-Art Productions [1928] W.N. 218, διαφαίνεται ο σκοπός της διάταξης και παράλληλα η κοινή αντιμετώπιση: "The present application was one under Order XXXI, rule 19 A
(3), which gave power to the Court to order discovery of a particular document or class of documents where a prima facie case was made out that the original affidavit of documents of the party against whom the application was made was insufficient." . . . . . . . . . . . . . .. . . . . . ............ .... In his Lordship's opinion, upon an application under the Order and rule, it was necessary for the applicant to displace the oath of the party on the other side, at any rate to this extent, by making a prima facie case that there were in existence some documents which were relevant to the matters in issue in the action which had not been included in the other party's affidavit of documents." Από την ίδια απόφαση προέρχεται ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας των εγγράφων προς τα επίδικα θέματα (βλ. Δ.28, θ.1), που υιοθετείται στην υπόθεση The National Bank of Greece SA. v. Mitsides & Anor
(1962)C.L.R. 40, 42 και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: '"Relevant' meant something which contained information either directly or indirectly enabling the party seeking discovery either to advance his own case or to damage that of his adversary, or which might fairly lead to a train of inquiry which might have either of those consequences"». Ολοκληρώνοντας θα ήθελα να προσθέσω και κάτι ακόμα· το ημεδαπό θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει παρουσίαση και κατάθεση ακόμη και εγγράφου που δεν είχε αποκαλυφθεί προηγουμένως. Μάλιστα τούτο αποφασίζεται στο πλαίσιο της ακρόασης, αφότου όμως επεξηγηθεί ο λόγος που οφείλεται διά τη μή αποκάλυψη του εγγράφου. Επί του προκειμένου σχετικός είναι ο κ.3 της Δ.28 ο οποίος αναφέρει ότι· «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do, he shall not afterwards be at liberty to put in evidence on his behalf in the action any document he failed to discover or to allow to be inspected, unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing, in which case the Court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may think fit.» Στη δε υπόθεση Mercegaglia SpA, πιο πάνω, αναφέρθηκε ότι· «Άλλο είναι το ζήτημα της δικαστικής ευχέρειας για να επιτραπεί ή όχι η κατάθεση ως τεκμηρίου ενός εγγράφου που δεν αποκαλύφθηκε ή που δεν αποκαλύφθηκε εγκαίρως, ζήτημα που στα πλαίσια των Κυπριακών Θεσμών διέπεται από τη Δ.28, κ.3.» Εν ολίγοις, αν για κάποιο λόγο ο διάδικος δεν αποκαλύψει, δεν αποκλείεται από το να ζητήσει, εκκρεμούσης πλέον της διαδικασίας, άδεια να παρουσιάσει το έγγραφο αυτό. Προϋπόθεση όμως διά θετική άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, είναι να πείσει ότι είχε επαρκή λόγο διά την αποτυχία του να αποκαλύψει. Εν τούτοις τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η αποκάλυψη επιτρέπεται ακόμη και την υστάτη. Αν λοιπόν επιτρέπεται τούτο, τότε γιατί να απαγορεύεται η πρόσθετη αποκάλυψη; Τέλος, η σχετικότητα ενός εγγράφου δεν εξετάζεται, τουλάχιστον αυστηρά, σε τούτο το στάδιο. Ό,τι προέχει είναι η αποκάλυψη και ακολούθως οτιδήποτε άλλο. Όλα τα πιο πάνω καθιστούν σαφές ότι δεν είναι στο δικαστήριο να επιτρέψει ή να απαγορεύσει ικανοποίηση της υποχρέωσης που βαρύνει τον ενάγοντα. Δεν νοείται έκδοση διατάγματος για κάτι που ούτως ή άλλως ο διάδικος υποχρεούται να κάνει. Κατ'επέκταση, η αίτηση είναι αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Νοείται βεβαίως ότι ο ενάγων είναι ελεύθερος να προχωρήσει σε αποκάλυψη, εφόσον αυτό είναι υποχρέωσή του. Εν όψει της απόρριψης της αίτησης κρίνω ορθό να μην αποκλίνω από τη βασική αρχή, δηλαδή ότι τα έξοδα βαρύνουν την πλευρά που αποτυγχάνει. Ανάλογη άλλωστε ήταν η προσέγγιση και στη σχετική υπόθεση Mercegaglia SpA, πιο πάνω. Συνεπώς τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εις βάρος του ενάγοντα, πληρωτέα βεβαίως με την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο