ORLI TRADING LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ.Αγωγής: 8559/2010, 20/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 8559/2010 Μεταξύ: ORLI TRADING LTD Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου ------------ Ημερομηνία: 20 Φεβρουαρίου 2017 Για τους ενάγοντες: κος Μ.Κυριακίδης Για τον εναγόμενο: κα Θ.Κουμή Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα η απαίτηση των εναγόντων ανέρχεται σε €5.894,00, ποσό που αξιώνεται ως υπόλοιπο διά την αξία πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Παρ'όλα αυτά δεν εξυπηρετεί τους σκοπούς της απόφασης να επεκταθώ περαιτέρω στο περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων. Αυτό γιατί οι δύο πλευρές προέβησαν σε παραδεκτά γεγονότα και περιπλέον, εκ συμφώνου κατάθεση αριθμού εγγράφων. Τούτα τα παραδεκτά γεγονότα τέθηκαν γραπτώς και το σχετικό έγγραφο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Εν όψει των πιο πάνω αρμόζει, πριν οτιδήποτε άλλο, να συνοψισθούν τα παραδεκτά γεγονότα σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, ώστε να αναδειχθεί το ζητούμενο της υπόθεσης. Είναι εν προκειμένω παραδεκτό ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κύπρο (βλ. τεκμήριο 1). Από την άλλη η εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα οφείλεται στην ιδιότητά του ως ο κατά νόμω υπεύθυνος διά τις πράξεις και/ή παραλείψεις της πολιτείας. Όπως θα διαφανεί στη συνέχεια η διαφορά των εναγόντων δεν είναι με τον Γενικό Εισαγγελέα αφ'εαυτού, αλλά με το Υπουργείο Άμυνας. Συνεπώς εξαρχής διευκρινίζεται ότι στη συνέχεια όπου γίνεται αναφορά σε εναγόμενο θα εννοείται το Υπουργείο Άμυνας, έστω και αν η αγωγή ορθά και νομότυπα στρέφεται κατά του Γενικού Εισαγγελέα. Περαιτέρω, συνιστά παραδεκτό γεγονός ότι την 9.9.2009 το Υπουργείο Άμυνας προκήρυξε διαγωνισμό με διακριτικά στοιχεία ΥΠΑΜ 3/2009 (ΤΡ/ΥΠ), αντικείμενο του οποίου ήταν η εξασφάλιση ειδών ξηράς τροφής για την κάλυψη των αναγκών των εθνοφρουρών για την περίοδο 1.2.2010 έως 31.1.
- Ο διαγωνισμός αφορούσε προϊόντα περισσότερα του ενός είδους, για ό,τι όμως αφορά την υπό κρίση υπόθεση η προσοχή επικεντρώνεται στη χορήγηση εγκυτιωμένου χοιρινού κρέατος (chopped ham). Ως εκ τούτου, στη συνέχεια όπου γίνεται λόγος για προσφορά και συμφωνία, τούτη θα εννοεί μόνο την προσφορά εγκυτιωμένου κρέατος, εκτός εάν άλλως πως αναφέρεται. Οι ενάγοντες έλαβαν μέρος στο σχετικό διαγωνισμό και υπέβαλαν προσφορά την 13.11.
- Την 24.11.2009 το συμβούλιο προσφορών του Υπουργείου Άμυνας αποδέχθηκε και κατακύρωσε την προσφορά των εναγόντων και με επιστολή του γενικού διευθυντή του υπουργείου, επιστολή ημερομηνίας 25.11.2009, ανακοινώθηκε στους ενάγοντες η ανάθεση της σύμβασης. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο 13, ενώ αξίζει να υποδειχθεί ότι με αυτή πληροφορούνταν οι ενάγοντες πως μέχρι εκείνου του σημείου η απόφαση του υπουργείου δεν ήταν οριστική. Μόλις την 7.12.2009 πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες την οριστική ανάθεση της σύμβασης. Σχετική είναι η επιστολή του υπουργείου, τεκμήριο
- Η σχετική σύμβαση μεταξύ εναγόντων και υπουργείου υπεγράφη την 30.12.
- Αντικείμενο τούτης ήταν, όπως έχει ήδη αναφερθεί, η προμήθεια εγκυτιωμένου κρέατος (chopped ham) 20.000 κιλών. Αυτούσια η σύμβαση, δηλαδή το έγγραφο που εν τέλει υπεγράφη από τα μέρη, δεν παρουσιάστηκε στο δικαστήριο. Ό,τι παρουσιάστηκε είναι το κείμενο της συμφωνίας που στάληκε στους ενάγοντες από το υπουργείο. Το περιεχόμενο τούτου είναι το ίδιο με αυτό που υπέγραψαν τα μέρη. Το έγγραφο αυτό είναι το τεκμήριο
- Παρεμβάλλω εδώ ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός (βλ. 12η παράγραφο εγγράφου Α-παραδεκτών γεγονότων) πως η σύμβαση των διαδίκων δεν εξαντλείται σε ένα και μόνο έγγραφο. Πέραν του κειμένου της συμφωνίας (τεκμήριο 9), τη σύμβαση απαρτίζουν και τα ακόλουθα έγγραφα· το παράρτημα ΙΙ: όροι εντολής-τεχνικές προδιαγραφές (βλ. τεκμήριο 10), το παράρτημα Ι: γενικοί όροι σύμβασης προμηθειών (βλ. τεκμήριο 11), η προσφορά του αναδόχου ημερομηνίας 13.11.2009 (αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 6) και η αλληλογραφία της αναθέτουσας αρχής και του αναδόχου, δηλαδή οι επιστολές του γενικού διευθυντή του υπουργείου ημερομηνίας 7.12.2009 και 25.11.2009 (βλ. τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα). Περαιτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι την 10.8.2010 οι ενάγοντες παρέδωσαν στον εναγόμενο 19.200 κιλά χοιρινού κρέατος. Σχετικό εν προκειμένω είναι το τεκμήριο 14, δηλαδή το πιστοποιητικό παραλαβής. Ακολούθως, την ίδια ημερομηνία [10.8.2010] οι ενάγοντες απέστειλαν στον εναγόμενο επιστολή, με την οποία τον πληροφορούσαν για την παράδοση που διενεργήθηκε (βλ. τεκμήριο 2). Εν τούτοις, την 15.9.2010 ο εναγόμενος απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες με την οποία τους πληροφορούσε πως η παράδοση του κρέατος διενεργήθηκε καθυστερημένα, σύμφωνα με τον εναγόμενο η παράδοση όφειλε να διενεργηθεί μέχρι 31.5.2010 και ως εκ τούτου θα απέκοπτε από τη συμφωνηθείσα αποζημίωση ποσό αντίστοιχο του 10% της αξίας των παραδοθέντων εμπορευμάτων, συμφώνως της παραγράφου 7.4 της συμφωνίας, δηλαδή του τεκμηρίου
- Η προαναφερθείσα επιστολή του εναγομένου είναι το τεκμήριο
- Οι ενάγοντες δεν έμειναν αδρανείς στην επιστολή του εναγομένου. Την 21.9.2010 απάντησαν τούτην μέσω του δικηγόρου τους και μάλιστα δήλωσαν ότι δεν δέχονται την απόφαση του υπουργείου. Η επιστολή των εναγόντων είναι το τεκμήριο
- Εν τούτοις, ο εναγόμενος επανήλθε με νέα επιστολή, επιστολή ημερομηνίας 22.9.2010, και επανέλαβε πως η παράδοση του προϊόντος από τους ενάγοντες διενεργήθηκε καθυστερημένα και αυτός είναι ο λόγος που το υπουργείο αποφάσισε την αποκοπή του ποσού των €5.894,00 (βλ. τεκμήριο 5). Εν κατακλείδι, οι ενάγοντες εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο (βλ. τεκμήριο 7) και ζήτησαν από τον εναγόμενο να τους καταβάλει το σύνολο της αξίας του κρέατος που παραδόθηκε, ήτοι €56.582,
- Καίτοι ο εναγόμενος προέβη στην πληρωμή, στάθηκε πιστός στις θέσεις του και από την εν λόγω πληρωμή απέκοψε το ποσό που είχε αποφασίσει, δηλαδή €5.894,
- Η πληρωμή που έκανε ο εναγόμενος διενεργήθηκε διά εμβάσματος την 27.9.
- Σχετικό, εν προκειμένω, είναι το τεκμήριο 8, το οποίο δεικνύει ότι στο λογαριασμό των εναγόντων κατατέθηκε το ποσό €56.582,
- Πέραν των παραδεκτών γεγονότων οι ενάγοντες κάλεσαν και ένα μάρτυρα. Τούτος είναι ο Ανδρέας Λέανδρος Γιάλλουρος, διευθυντής των εναγόντων. Από την άλλη, ο εναγόμενος δεν κάλεσε μάρτυρα. Είμαι της γνώμης ότι δεν εξυπηρετεί εν εκτάσει παράθεση της μαρτυρίας του μάρτυρα των εναγόντων. Όπως πιο κάτω αποκαλύπτεται, το πρωταρχικό ζήτημα που απασχολεί και ενδεχομένως καθορίζει την τύχη της αγωγής, είναι νομικό και όχι πραγματικό. Σημειώνω λοιπόν ότι ζητούμενο είναι η ερμηνεία της σύμβασης και συγκεκριμένα σε σχέση με το κατά πόσο είχε προκαθοριστεί ημερομηνία παράδοσης του προϊόντος που συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα τροφοδοτούσουν τον εναγόμενο. Επί του προκειμένου η πλευρά του εναγομένου διατείνεται πως τούτη η παράδοση έπρεπε να διενεργηθεί τον Μάιο του 2010, από την άλλη η πλευρά των εναγόντων υποστηρίζει πως η παράδοση του κρέατος προϋπέθετε παραγγελία από μέρους του εναγομένου, πράγμα που δεν έγινε πριν τον Ιούλιο του
- Αυτό είναι που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, υπεισερχόμενο βεβαίως στους όρους της συμφωνίας, δηλαδή των τεκμηρίων 6 και 9 έως
- Με γνώμονα το επίδικο ζήτημα σπεύδω να παραθέσω τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα, δηλαδή του Ανδρέα Λέανδρου Γιάλλουρου. Η κυρίως εξέταση τούτου εξαντλείται στο έγγραφο Β, δηλαδή γραπτή δήλωση που υιοθετήθηκε ως μέρος της μαρτυρίας του. Μεγάλο μέρος τούτης καλύπτεται από τα παραδεκτά γεγονότα και ως εκ τούτου δεν επαναλαμβάνεται. Επί της ουσίας ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να θέσει παραγγελία πριν τις αρχές Ιουλίου
- Τότε ήταν [αρχές Ιουλίου 2010] που εκπρόσωπος του εναγομένου επικοινώνησε με τους ενάγοντες και υπέβαλε προφορική παραγγελία, δηλαδή παράδοση ολόκληρης της ποσότητας. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες τήρησαν όλους τους όρους της συμφωνίας και ιδιαίτερα ότι δεν καθυστέρησαν στην παράδοση του προϊόντος. Στην αντεξέταση ο μάρτυρας δέχτηκε ότι οι ενάγοντες συνεργάστηκαν αρκετές φορές με τον εναγόμενο. Σε ερώτηση όμως που του υποβλήθηκε ότι η προηγούμενη συμφωνία υλοποιήθηκε χωρίς να υποβληθεί παραγγελία, απάντησε ότι η κάθε συμφωνία είναι ξεχωριστή και πως η συγκεκριμένη ήταν σύμβαση παραγγελίας και γι'αυτό ακριβώς το λόγο έπρεπε να υποβληθεί γραπτή παραγγελία για ποσότητα, ημερομηνία και τρόπο παράδοσης. Εν κατακλείδι, αρνήθηκε ότι το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας του με τον εκπρόσωπο του εναγομένου, τον Ιούλιο του 2010, ήταν πως παρέλειψε να παραδώσει το προϊόν το Μάιο του 2010, ενώ σε σχέση με το έμβασμα πληρωμής και την υποβολή του εναγομένου ότι αποδέχθηκε τούτη αδιαμαρτύρητα, απάντησε ότι ο δικηγόρος του ανέλαβε τις σχετικές διαδικασίες. Παρακολούθησα το Μ.Ε.1, μοναδικό μάρτυρα στην υπόθεση, ενόσω κατάθετε ενόρκως. Κριτήριο αξιολόγησης είναι βεβαίως τα εγγενή στοιχεία της μαρτυρίας του, δηλαδή πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ.333). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.316 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ.614). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Μ.Ε.1 είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Με αυτό δεν εννοώ ότι αποδέχομαι την ερμηνεία που έδωσε στη σύμβαση, ενώ παρεμβάλλω εδώ ότι γεγονός είναι πως τέτοια ερμηνεία παρεισέφρησε κατά την αντεξέταση. Ο Μ.Ε.1 είναι μάρτυρας γεγονότων και σε αυτό είναι που πρέπει να περιοριστεί η μαρτυρία του. Η δε ερμηνεία της σύμβασης είναι έργο του δικαστηρίου και προϋποθέτει εφαρμογή δικανικών αρχών. Υπό αυτή την έννοια δεν έχει σημασία ποια είναι η άποψη του μάρτυρα. Από την άλλη, η θετική εικόνα του Μ.Ε.1 δεν οφείλεται απλώς στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυρίας του, δηλαδή τον αυθορμητισμό, τη σταθερότητα και την απουσία αντιφάσεων. Έτι περαιτέρω αξιοσημείωτο είναι το περιεχόμενο αυτής. Και εξηγώ· ο μάρτυρας υποστήριξε ότι μόλις τον Ιούλιο του 2010 επικοινώνησε μαζί του ο εναγόμενος. Τούτο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ό,τι όμως υποβλήθηκε στο μάρτυρα είναι πως ο λόγος που ο εναγόμενος επικοινώνησε με τους ενάγοντες, ήταν για να τους ενημερώσει ότι καθυστέρησαν. Αυτό ο μάρτυρας το απέρριψε και η σχετική αντεξέταση της υπεράσπισης δεν κατόρθωσε να πλήξει το αξιόπιστο τούτης της θέσης. Από την άλλη η υπεράσπιση δεν πρόσφερε καμία μαρτυρία και συνεπώς η υποβολή που έθεσε στο Μ.Ε.1 έμεινε μετέωρη και χωρίς υπόβαθρο γεγονότων να την υποστηρίζει. Εν όψει όλων των πιο πάνω και με δεδομένο ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 δεν αντικρούστηκε, δέχομαι ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Ως εκ τούτου, δέχομαι την ουσία της μαρτυρίας του, δηλαδή πως ο εναγόμενος επικοινώνησε με τους ενάγοντες τον Ιούλιο του 2010 και όχι ενωρίτερα και αυτό όχι για να τους αναφέρει ότι καθυστέρησαν, αλλά για να παραγγείλει, πράγμα που έκανε προφορικά. Σειρά έχει τώρα να δούμε πως εφαρμόζονται οι πάρα πάνω πραγματικές διαπιστώσεις στο δικανικό πλέγμα της υπόθεσης. Όπως έχω αναφέρει ήδη, η πεμπτουσία της υπόθεσης συνίσταται στο πως θα ερμηνευτεί η σύμβαση των διαδίκων. Κατ'επέκταση επιβάλλεται, πριν οτιδήποτε άλλο, να παρατεθούν οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου σύγκειται στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον αυτές οι λέξεις εκλαμβάνεται ότι αποδίδουν και αποκαλύπτουν τις προθέσεις των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώθηκε στη σύμβαση και δη ότι αυτή υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C.114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ.168,173. Λέχθηκε εκεί ότι. «The question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions». Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες, στην άλλη πλευρά, προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Όπως υποδεικνύεται στη Χ'Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ
(2012)1Β Α.Α.Δ.989,993, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω κριτής του εγγράφου είναι το δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο δεν είναι άλλο από την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ.407,413). Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές στρέφω την προσοχή μου σε αυτή καθ'εαυτή τη σύμβαση των διαδίκων. Έχει αναφερθεί ήδη ότι η σύμβαση των μερών δεν είναι ένα και μόνο έγγραφο. Πέραν τούτου όμως το τεκμήριο 9, δηλαδή το έγγραφο που τιτλοφορείται «Συμφωνία-Ειδικοί Όροι Σύμβασης», υποδεικνύει ότι· η επίδικη σύμβαση απαρτίζεται από αριθμό εγγράφων, καθώς ότι σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ των προνοιών των εν λόγω εγγράφων θα ακολουθείται συγκεκριμένη σειρά προτεραιότητας (βλ. άρθρο 1 τεκμηρίου 9). Τούτη η σειρά έχει ως εξής· αυξημένη ισχύ λαμβάνει το τεκμήριο 9 και ακολουθούν, το τεκμήριο 10, το τεκμήριο 11 και τέλος, το τεκμήριο
- Με αυτό ως πραγματικό στοιχείο είναι περιττό να ειπωθεί ότι η διερεύνηση μεταξύ των διαφόρων εγγράφων είναι διασταυρούμενη, με απώτερο σκοπό να διαπιστωθεί εκείνο που πραγματικά συμφώνησαν τα μέρη. Τέλος, στοιχείο που καθορίζει τη διερεύνηση είναι οι εκατέρωθεν θέσεις· με τους ενάγοντες να θέλουν τη σύμβαση να εξαρτάται από παραγγελία και τον εναγόμενο να διατείνεται πως ο χρόνος παράδοσης ήταν προκαθορισμένος. Τώρα, είναι γεγονός ότι στο τεκμήριο 6, δηλαδή την αλληλογραφία των μερών και συγκεκριμένα στο έντυπο 7 που προηγήθηκε της κατακύρωσης της προσφοράς - το έντυπο 7 είναι ημερομηνίας 13.11.2009 - αναγράφεται «Παράδοση: Μάιο 2010». Αυτή η αναγραφή είναι ό,τι υποδεικνύεται από την πλευρά της υπεράσπισης, προς υποστήριξη της θέσης ότι ήταν υποχρέωση των εναγόντων να παραδώσουν άνευ παραγγελίας. Ομολογώ ότι δεν συμμερίζομαι τη θέση της υπεράσπισης. Η απλή και μόνο αναγραφή Μάιος 2010, δεν αποκαλύπτει κάτι. Ούτε και συνάδει με τη λογική εξήγηση του εγγράφου, υπό την εξής έννοια· ποια από τις 31 ημέρες του Μαΐου θα γίνει η παράδοση. Τι ώρα θα επιτευχθεί τούτη η παράδοση, σε ποιον θα γίνει και βεβαίως, που θα διενεργηθεί, ενώ όπως πιο κάτω επεξηγείται, μεταβλητή είναι και η ποσότητα που θα παραδοθεί καθώς και οι τυχόν επιπτώσεις καθυστέρησης. Όλα τούτα δεν απαντώνται από την απλή και μόνο σημείωση στο τεκμήριο 6· Μάιος του
- Τέλος, περιττό να επαναληφθεί ότι το τεκμήριο 6 είναι τελευταίο σε σειρά προτεραιότητας μεταξύ των εγγράφων που απαρτίζουν τη συμφωνία και συνεπώς υπερισχύουν, σε περίπτωση σύγκρουσης, τα υπόλοιπα έγγραφα και ιδιαίτερα το τεκμήριο
- Εν τούτοις δεν είναι μόνο τα πιο πάνω εκείνα που καταρρίπτουν τη θέση της υπεράσπισης και επιβεβαιώνουν τη θέση των εναγόντων. Το σπουδαιότερο έγγραφο της συμφωνίας, εν προκειμένω το τεκμήριο 9, στο άρθρο 2, το οποίο τιτλοφορείται «Αντικείμενο Σύμβασης», αναφέρει πως η επίδικη σύμβαση είναι «Σύμβαση Παραγγελιών» και πως ο ανάδοχος, δηλαδή οι ενάγοντες, προβαίνουν σε παράδοση μετά τη λήψη παραγγελιών. Περιπλέον, διά επεξήγηση των σχετικών όρων παραπέμπει στο τεκμήριο 11, όπου στο άρθρο 1 ο όρος «Σύμβαση Παραγγελιών» επεξηγείται ως ακολούθως· «η Σύμβαση με την οποία ο Ανάδοχος αναλαμβάνει την υποχρέωση παράδοσης όλων ή μέρους των προϊόντων μετά τη λήψη σχετικών Παραγγελιών και στην οποία οι επιμέρους και οι συνολικές ποσότητες προϊόντων των Εγγράφων Διαγωνισμού είναι ενδεικτικές και μπορεί να αποδειχθούν μεγαλύτερες ή μικρότερες αυτών που θα προκύψουν από τις Παραγγελίες». Ο δε όρος «Παραγγελία» ορίζεται ως ακολούθως· «το έγγραφο που συντάσσεται και υπογράφεται από τον Υπεύθυνο Συντονιστή, σε περίπτωση Σύμβασης Παραγγελιών, με το οποίο δίδεται Οδηγία στον Ανάδοχο για την παράδοση συγκεκριμένων ως προς το είδος και την ποσότητα προϊόντων, σε συγκεκριμένους χώρους παράδοσης και εντός συγκεκριμένης προθεσμίας». Θα έλεγε κανείς ότι τα πιο πάνω φανερώνουν πως η εκτέλεση της σύμβασης εξαρτάται από υποβολή παραγγελίας. Εν πάση όμως περιπτώσει, η διερεύνηση συνεχίζεται και αποκαλύπτει ότι πλέον καθοριστικό είναι και το λοιπό περιεχόμενο του τεκμηρίου
- Κατ'αρχάς το 4ο άρθρο τούτου θέλει διορισμό υπεύθυνου συντονιστή, δηλαδή προσώπου που εποπτεύει την εξέλιξη της συμφωνίας (ο ορισμός αποδίδεται στο άρθρο 1 του τεκμηρίου 11). Το ίδιο άρθρο [άρθρο 4 τεκμηρίου 9] φανερώνει ότι καθήκον του συντονιστή είναι η σύνταξη και υπογραφή των παραγγελιών, καθώς και η παράδοση τούτων στον ανάδοχο, εν προκειμένω τους ενάγοντες. Ακολούθως, το 5ο άρθρο του τεκμηρίου 9 αποκαλύπτει ότι η σύμβαση έχει διάρκεια 12 μηνών, δηλαδή από 1.2.2010 μέχρι και 31.1.
- Σε αυτή δε την περίοδο υποβάλλονται ενδιάμεσες παραγγελίες. Μάλιστα το άρθρο 3 του τεκμηρίου 9 μεριμνά για την περίπτωση που παραδίδεται ποσότητα μικρότερη ή μεγαλύτερη από την καθορισθείσα. Ο δε τρόπος διαπίστωσης τούτου είναι βάσει των παραγγελιών. Και όλα αυτά με δεδομένο ότι η αναθέτουσα αρχή, δηλαδή ο εναγόμενος, έχει δικαίωμα να απαιτήσει ποσότητα κατά 30% μεγαλύτερη ή μικρότερη της συμφωνηθείσας. Τέλος, τυχόν καθυστέρηση στην παράδοση έχει κυρώσεις, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 7 του τεκμηρίου
- Όπως υποδεικνύεται στο άρθρο 18 του τεκμηρίου 11, κάτω από τον τίτλο «Παράδοση προϊόντων»· «2.Σε περίπτωση Σύμβασης παραγγελιών, η παράδοση όλων ή μέρους των προϊόντων που περιλαμβάνονται στον Κατάλογο Προϊόντων, γίνεται στους τόπους και εντός του χρόνου που καθορίζεται στις παραγγελίες, εντός του πλαισίου που καθορίζεται στους Όρους Εντολής». Το δε τεκμήριο 10, είναι αυτό που αναφέρεται στο τεκμήριο 11 πιο πάνω, διαγράφει το χρονοδιάγραμμα παράδοσης ως εξής (βλ. σελίδα 58 τεκμηρίου 10)· «3.2.Χρονοδιάγραμμα παράδοσης 3.2.1.Η παράδοση των ειδών ξηρής τροφής θα γίνεται από 1/2/10 έως 31/1/11 όπως αναφέρεται στο έντυπο 7 του Προσαρτήματος». Σημειώνω εδώ πως καίτοι το χρονοδιάγραμμα παράδοσης παραπέμπει στο έντυπο 7 του τεκμηρίου 6, στο οποίο αναγράφεται, όπως έχει ήδη αναφερθεί, Μάιος 2010, κρίνω πως δεν σημαίνει ότι η σύμβαση είχε καθορισμένη ημερομηνία. Η φράση Μάιος του 2010, πόρρω απέχει συγκεκριμενοποίησης. Εν κατακλείδι, οι επιπτώσεις τυχόν καθυστέρησης αναφέρονται στο άρθρο 7 του τεκμηρίου
- Ό,τι ενδιαφέρει είναι οι παράγραφοι 7.1, 7.
- και 7.4 των οποίων το περιεχόμενο μεταφέρεται αυτούσιο· «7.Ρήτρες καθυστέρησης ή απόρριψης εφοδίων 7.1.Σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης των υπό προμήθεια προϊόντων της Σύμβασης ή μέρους αυτών σε υπαιτιότητα του Αναδόχου, επιβάλλεται Ρήτρα Καθυστέρησης Παράδοσης. 7.2.Η ρήτρα, για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης, ανέρχεται σε ποσοστό μισό επί τοις εκατό (0,5%) της Συμβατικής Αξίας των προϊόντων για τα οποία καθυστερεί η παράδοση. . 7.4.Σε περίπτωση υπέρβασης των οριζόμενων χρόνων παράδοσης για την οποία θα έχουν υποβληθεί συνολικά ρήτρες καθυστέρησης που ανέρχονται σε ποσοστό δέκα επί τοις εκατό (10%) της Συμβατικής Αξίας, η Αναθέτουσα Αρχή δύναται να κηρύξει τον Ανάδοχο έκπτωτο και να τερματίσει τη Σύμβαση, εφαρμοζόμενων των ειδικά αναφερόμενων στο Παράρτημα Ι. Γενικοί Όροι Σύμβασης. .». Έρχομαι όμως στο δια ταύτα. Τί είναι εκείνο που προκύπτει από όλα τα πιο πάνω; Χωρίς αμφιταλαντεύσεις απαντώ ότι η σύμβαση, την οποία τα μέρη χαρακτήρισαν ως Σύμβαση Παραγγελιών, είναι ακριβώς αυτό, δηλαδή προμήθεια προϊόντων στη βάση παραγγελιών. Έχει διάρκεια ζωής 12 μηνών και σε αυτό το χρόνο ο συντονιστής, δηλαδή το αρμόδιο πρόσωπο που κατονομάζεται στη συμφωνία, υποβάλλει παραγγελίες. Η ποσότητα που συμφώνησαν τα μέρη, εν προκειμένω 20.000 κιλά, είναι ενδεικτική μόνο, δοθέντος ότι η αναθέτουσα αρχή - εδώ το υπουργείο - διατήρησε δικαίωμα να παραγγείλει κατά 30% μεγαλύτερη ή μικρότερη. Συνεπώς αν η ποσότητα ήταν μεταβλητή, τι θα παραδίδετο από τους ενάγοντες δίχως υποβολή παραγγελίας; Και τι αξία όμως θα είχε ο διορισμός συντονιστή, αν όχι διά να υποβάλλει παραγγελίες σε χρόνο που ο ίδιος θεωρούσε πρέπον, πάντα όμως εντός της συμφωνηθείσας περιόδου. Είναι αντιληπτό ότι αν υπήρχε προκαθορισμένη ημερομηνία παράδοσης συγκεκριμένης ποσότητας, ο συντονιστής δεν θα είχε ρόλο να διαδραματίσει. Τέλος, το άρθρο 7.4 της βασικής συμφωνίας (τεκμήριο 9), δηλαδή η παράγραφος που το υπουργείο επικαλέστηκε ώστε να αποκόψει ποσό ίσο με €5.894,00 από την αξία του κρέατος που παραδόθηκε, δεν παρέχει δικαίωμα για κάτι τέτοιο. Μάλιστα μπορεί κανείς να εισηγηθεί ότι η παράγραφος 7.4 δεν είναι ουσιαστικά αυθύπαρκτη, εφόσον επίκληση και εφαρμογή τούτης προϋποθέτει ότι επιβλήθηκε ποινή δυνάμει της παραγράφου 7.2 του τεκμηρίου
- Εν ολίγοις, η προβλεφθείσα στη σύμβαση ποινή σε περίπτωση καθυστέρησης, είναι εκείνη της παραγράφου 7.2, δηλαδή 0,5% της αξίας των προϊόντων των οποίων καθυστερεί η παράδοση, ενώ η παράγραφος 7.4 και το 10% που εκεί αναφέρεται, συνιστά επάλληλο δικαίωμα του υπουργείου, εν προκειμένω εκείνο του τερματισμού της συμφωνίας όταν το σύνολο των ποινών συμποσούται σε 10% της συμβατικής αξίας. Σε τέτοια περίπτωση η αναθέτουσα αρχή έχει δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Και ερωτώ, αν η σύμβαση δεν προϋπέθετε παραγγελία ή ακόμη καλύτερα ο χρόνος παράδοσης ήταν καθορισμένος και αφορούσε μια μόνο ποσότητα, δηλαδή το σύνολο της συμφωνηθείσας, τότε τι είναι εκείνο που εξυπηρετούν οι πρόνοιες της συμφωνίας διά τμηματική παράδοση κατόπιν παραγγελίας και έτι περισσότερο, ποινή επιβληθείσα στη βάση της αξίας της παραγγελθείσας ποσότητας; Και πως είναι δυνατό να συσσωρευτούν διάφορες όταν μια είναι η ημερομηνία παράδοσης; Απ'όλα τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι η συμφωνία των διαδίκων εξαρτάτο από παραγγελία και γι'αυτό δεν είχε συγκεκριμενοποιηθεί χρόνος παράδοσης. Αυτό, δηλαδή η συγκεκριμενοποίηση του χρόνου και όλων των συναφών, ήταν ευθύνη του συντονιστή. Μάλιστα στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες δεν ειδοποιήθηκαν πριν τον Ιούλιο του
- Τότε, Ιούλιο του 2010, ήταν που έλαβαν σχετική παραγγελία και ανταποκρίθηκαν κατά πως προνοείται στην επίδικη συμφωνία, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ότι παρέδωσαν την παραγγελθείσα ποσότητα τον Αύγουστο του
- Συμφώνως των πιο πάνω καταλήγω ότι ο εναγόμενος δεν δικαιούταν να εφαρμόσει τις πρόνοιες του άρθρου 7 του τεκμηρίου 9 και αυτό γιατί οι ενάγοντες δεν καθυστέρησαν να παραδώσουν τη συμφωνηθείσα ποσότητα. Ημερομηνία παράδοσης δεν ήταν ο Μάιος του 2010, αλλά εκείνη που θα συμφωνούσαν τα μέρη. Εδώ τούτη η ημερομηνία συμφωνήθηκε μετά τον Ιούλιο του 2010, όταν οι ενάγοντες δέχτηκαν τηλεφώνημα από τον εναγόμενο. Αυτός ήταν και ο λόγος που προέβησαν στην παράδοση την 10 Αυγούστου 2010, δηλαδή όπως συμφωνήθηκε προφορικά στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν. Ένεκα της πιο πάνω κατάληξης κρίνω πως η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος δεν απέδειξε οιανδήποτε ζημιά και συνεπώς δεν δικαιούται την αποκοπή και από την άλλη η θέση της υπεράσπισης ότι ισχύουν οι πρόνοιες του άρθρου 34 του νόμου περί Λογιστικής και Δημοσιονομικής Διαχείρισης και περί του Χρηματοοικονομικού Ελέγχου της Δημοκρατίας, Ν.38(Ι)/2014δεν χρειάζεται να εξεταστούν. Ό,τι απομένει πλέον να εξεταστεί είναι η θέση της υπεράσπισης πως οι ενάγοντες απεμπόλησαν το όποιο δικαίωμα τους λόγω συμπεριφοράς. Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Βογαζιάνος κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (αρ.1)
(2011)1Α Α.Α.Δ.253,262, στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν το ζήτημα. Αναφέρεται εκεί ότι· «Έχουμε εξετάσει με προσοχή τις θέσεις των μερών, δε συμφωνούμε, όμως, με την κατάληξη πρωτοδίκως. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καίτοι καθοδηγήθηκε ορθά σε σχέση με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, δεν το εφάρμοσε ορθά στα γεγονότα της υπόθεσης. Στην Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτή-σεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1522, σε σχέση με το κώλυμα, διαβάζουμε τα εξής:- (σελ.1527-1528). "Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes 'Introduction to Evidence', 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912). Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1)Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2)Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3)Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). Σύμφωνα με τον κανόνα του Κωλύματος λόγω συμπεριφοράς, Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή'. (Hadjiyiannis v. Attorney-General of the Republic
(1970)1 C.L.R.32). Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του (i)Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598). (ii)Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και (iii)Περιουσιακού Κωλύματος".» Δεν είναι πρόθεση μου να μακρηγορήσω. Εφαρμογή των πιο πάνω στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, φανερώνει πως δεν δικαιολογείται συμπέρασμα κωλύματος. Οι ενάγοντες δεν υποσχέθηκαν και δεν δήλωσαν οτιδήποτε, ούτε και με τη συμπεριφορά τους άφησαν να νοηθεί ότι συναινούσαν στην απόφαση του εναγομένου και περιπλέον, ο εναγόμενος δεν ενήργησε βάσει τέτοιας διαβεβαίωσης και μάλιστα σε βλάβη του. Υπενθυμίζω ότι η θέση της υπεράσπισης πως ο εναγόμενος τηλεφώνησε στους ενάγοντες για να τους πληροφορήσει ότι καθυστέρησαν την παράδοση, έχει απορριφθεί. Διαπίστωση του δικαστηρίου είναι πως ουδέν σχετικό ανέφεραν και ότι τον Ιούλιο του 2010 ήταν που προέβησαν σε παραγγελία. Όταν δε στη συνέχεια και συγκεκριμένα την 15.9.2010 ανέφεραν στους ενάγοντες ότι καθυστέρησαν και γι'αυτό θα απέκοπταν ποσοστό 10% της συμβατικής αξίας (τεκμήριο 3), οι ενάγοντες ρητά και χωρίς περιστροφές δήλωσαν ότι δεν συμφωνούσαν με τούτη τη θέση (τεκμήριο 4). Ενδεικτική είναι η τελευταία παράγραφος του τεκμηρίου 4, δηλαδή της επιστολής που έστειλε στον εναγόμενο ο συνήγορος των εναγόντων, στην οποία αναφέρεται ότι· «Η αποκοπή, συνιστά παράβαση του συμβολαίου για την οποία οι πελάτες μου θα καταχωρήσουν αγωγή και θα διεκδικήσουν όχι μόνο το ποσό της αποκοπής αλλά και αποζημιώσεις. Εκτός εάν το αποκοπέν ποσό τους πληρωθεί εντός 7 ημερών από της ημερομηνίας αυτής της επιστολής». Το γεγονός ότι στη συνέχεια οι ενάγοντες επωφελήθηκαν από το τραπεζικό έμβασμα, δηλαδή δεν επέστρεψαν την κατάθεση που έγινε στο λογαριασμό τους, δεν βλέπω πως συνιστά κώλυμα. Καταλήγω συνεπώς ότι ούτε αυτή η θέση της υπεράσπισης ευσταθεί και έτσι απορρίπτεται. Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι πως οι ενάγοντες δικαιούνται ανάκτηση του ποσού που αδικαιολόγητα και ανομιμοποίητα τους στέρησε ο εναγόμενος. Και κάτι τελευταίο· το τεκμήριο 7 είναι το τιμολόγιο που οι ενάγοντες εξέδωσαν την 10.8.2010. Το εν λόγω τιμολόγιο είναι υπογεγραμμένο από όλους τους εμπλεκόμενους και αφορά το ποσό των €56.582,40. Μάλιστα σε αυτό αναγράφεται ο εξής όρος· «Οποιοδήποτε τιμολόγιο που δεν εξοφλείται σε 30 ημέρες θα επιβαρύνεται με τόκο 9%». Είναι βάσει τούτου που οι ενάγοντες διεκδικούν τόκο προς 9%. Έχει νομολογηθεί ότι τόκος και δη πέραν του νόμιμου, δεν μπορεί παρά να αποδεικνύεται ως ειδική ζημιά (βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1Γ Α.Α.Δ.1671). Στη δοσμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε. Παρεμβάλλω ότι το τιμολόγιο (τεκμήριο 7), όπου και αναγράφεται η πρόνοια διά 9%, δεν είναι η συμφωνία των μερών. Πρόκειται απλώς για σημείωση σε σχέση με την εκτέλεση των συμφωνηθέντων. Όπως έχει υποδειχθεί, η συμφωνία των μερών είναι τα τεκμήρια 6, 9, 10 και 11 και εκεί δεν αναφέρεται κάτι σχετικό για την περίπτωση μη πληρωμής του αναδόχου. Εν ολίγοις, δεν αναφέρεται οτιδήποτε για τόκο. Συνεπώς καταλήγω ότι ο τόκος που δικαιούνται οι ενάγοντες δεν μπορεί να είναι άλλος από νόμιμος, από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €5.894,00, πλέον νόμιμο τόκο από 13.10.2010. Περιπλέον, υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο