WAVES FURNITURE CO LIMITED ν. Μιχαλης Ποράκος κ.α., Αρ. Αγωγής 3928/2015, 24/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3928/2015 Μεταξύ: WAVES FURNITURE CO LIMITED, εκ Λευκωσίας Ενάγοντες -και-
- Μιχαλης Ποράκος
- Αννα Μιχαήλ Ποράκου Εναγόμενοι Ημερομηνία: 24 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές /Ενάγοντες : κα Ειρήνη Μπριάνα για Παπαντωνίου &Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ'ων η Αίτηση/Εναγόμενους: κος Χριστόδουλος Ταραμουντάς ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24/11/2016 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Η Αίτηση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει: Η Αίτηση παρουσιάζει δικονομικό ενδιαφέρον καθότι το Δικαστήριο καλείται να εφαρμόσει την Διαταγή 25 ως τροποποιήθηκε πρόσφατα. Με την αίτηση τους οι Ενάγοντες / Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές») εξαιτούνται Άδεια τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, με την οποία να επιτρέπεται: (α) η προσθήκη στο τέλος της υφιστάμενης παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης, της ακόλουθης πρότασης: « έναντι νόμιμού ανταλλάγματος, ήτοι προς εξώδικη διευθέτηση, της Αγωγής υπ' αρ. 6775/13 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας» Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, ιδία Ο.4 και Ο.13, Δ.25, ιδία: Ο.1-5, Δ.48 Θ.1-4 καθώς και στη πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται στην ένορκο δήλωση του Στέφανου Σάββα, Δικηγόρου και συνεργάτη στο Δικηγορικό Γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Ο ομνύων αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από προσωπική του γνώση όσο και από πληροφόρηση που έλαβε από τον διευθυντή των Αιτητών από τους οποίους είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην υποστηρικτική της Αιτήσεως Ένορκη Δήλωση. Αναφέρει επί της ουσίας ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από μελέτη των δικογράφων και της έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε. Θεωρεί ότι θα ήταν βοηθητικό και ορθό υπό τις περιστάσεις όπως γίνει τροποποίηση της Αγωγής και συγκεκριμένα, της υφιστάμενης παραγράφου 1, ώστε αφενός να καταστεί σαφές ότι το εν λόγω γραμμάτιο-έγγραφο αναγνώρισης χρέους ημερομηνίας 19/01/16 υπεγράφη στα πλαίσια εξώδικης διευθέτησης και έναντι νόμιμου ανταλλάγματος, και αφετέρου να καθοριστούν επακριβώς οι συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και 2 και/ή οι όροι του εν λόγω γραμματίου και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους, καθότι εκ παραδρομής και/ή λόγω καλόπιστου λάθους δεν δικογραφήθηκε ο λόγος που υπεγράφει το γραμμάτιο κατά την καταχώρησης της Αγωγής. Εκφράζει την πεποίθηση ότι η ζητούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και δεν υποβάλλεται κακόπιστα ή καταχρηστικά και δεν αποσκοπεί στην καθυστέρηση της διαδικασίας. Τονίζει δε ότι δεν επιδιώκεται η προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή διαφοροποίηση της υφιστάμενης αγωγής. Παρά ταύτα η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία καθότι σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η τροποποίηση βλάπτονται άμεσα τα συμφέροντα των Αιτητών, οι οποίοι κινδυνεύουν σε απόρριψη της Αγωγής τους εξαιτίας ενός λάθους στη σύνταξη της . Αντίθετα η θέση των Καθ'ων η Αίτηση δεν βλάπτεται με οποιονδήποτε τρόπο από την τροποποίηση ή με τρόπο ο οποίος δεν μπορεί να επανορθωθεί με έκδοση κατάλληλης διαταγής για έξοδα. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει: Η αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση των Ενάγομένων/ Καθ'ών η Αίτηση (στο εξής «οι Καθ'ών η Αίτηση»)οι οποίοι καταχώρησαν Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»). Οι συγκεκριμένοι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή καθότι δεν αποδεικνύεται εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας .
- Η τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή καθότι δεν αποδεικνύονται νέα γεγονότα και νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά την λήψη οδηγιών για την έγερση της αγωγής
- Η Αίτηση αποσκοπεί στην παροχή δεύτερης ευκαιρίας στους Αιτητές να εκδικάσουν την υπόθεση των .
- Η Αίτηση θα καθιστούσε νέα Θέματα ως επίδικα που θα οδηγήσει σε επανακλήτευση μαρτύρων , ανατροπή της μέχρι σήμερα πορείας της υπόθεσης και επανάληψη της διαδικασίας εξ υπαρχής .
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.
- Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Η Ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 Θεσμός 4, Δ.20 Θεσμοί 1 ,2 και 3, Δ.25 Θεσμοί 1 έως 6, Δ.30 Θεσμοί 1, 2 και 3 , Δ.39 θεσμοί 1 έως 21, Δ.48 θεσμοί 1 έως 4, 8 και 9, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και/ή σύμφυτη δικαιοδοσία και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Καθ'ού η Αίτηση 1 οποίος προβαίνει στην υποστηρικτική της Ένστασης Ένορκη Δήλωση και για λογαριασμό της Καθ'ης η Αίτηση 2 κατ' εξουσιοδότηση της. Απορρίπτει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Αναφέρει ότι πληροφορείται από τον δικηγόρο του η τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή καθότι δεν αποδεικνύεται εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας αφού κατά παραδοχή του ομνύοντα στην Ένσταση η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από μελέτη της μαρτυρίας που έχει ήδη κατατεθεί στον φάκελο . Κατά τον ομνύοντα η έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση , σύμφωνα με την νέα διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εξαρτάται από την απόδειξη σφάλματος στην σύνταξη του δικογράφου δηλαδή να αποδεικνύεται εκτυπωτική πλημμέλεια και το λάθος πρέπει να συναρτάται με την σύνταξη του δικογράφου γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει στην υπό κρίσιν αίτηση. Κατά τον ομνύοντα, τα όσα ο ομνύων στην Αίτηση αναφέρει δεν συνιστούν καλόπιστο σφάλμα , ούτε και αφορούν την σύνταξη του δικογράφου ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση των δικογράφων σε αυτό το στάδιο που ήδη έχουν εκδοθεί κλήσεις για οδηγίες και έχουν κατατεθεί (ακουσθεί ) οι μαρτυρίες και των δύο πλευρών . Πληροφορείται περαιτέρω από τον Δικηγόρο του ότι η τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή καθότι δεν αποδεικνύονται νέα γεγονότα και νέα δεδομένα που δεν ήταν υπήρχαν κατά την έγερση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει επιτρεπτή με βάση την Νέα Διαταγή 25 ως έχει τροποποιηθεί. Εκφράζει περαιτέρω την πεποίθηση ότι η Αίτηση αποσκοπεί στην παροχή δεύτερης ευκαιρίας στους Αιτητές να εκδικάσουν την υπόθεση τους αφού τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καταστήσει νέα θέματα ως επίδικα που θα οδηγήσει σε επανακλήτευση μαρτύρων επιφέροντας ανατροπή της μέχρι σήμερα πορείας της υπόθεσης και επανάληψη της διαδικασίας εξ υπαρχής γεγονός το οποίο οδηγεί σε κακοδικία και αδικία εις βάρος των Καθ'ων η Αίτηση. Στην κατακλείδα του ο ομνύων ισχυρίζεται ότι η Αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού οι Αιτητές αντλώντας υλικό και ισχυρισμούς από την μαρτυρία του ιδίου που έχει κατατεθεί επιδιώκουν την αναπροσαρμογή της υπόθεσης τους για να διασώσουν την τύχη της Αγωγής κάτι που ο ίδιος ορίζει ως δικονομικά απαράδεκτο και παράτυπο ζητώντας την απόρριψη της Αίτησης. Ακρόαση: Αμφότεροι οι συνήγοροι ετοίμασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο Γραπτές Αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος αρχές τις οποίες αντιπαρέβαλαν σε σχέση με τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπό εξέταση αίτησης. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις εισηγήσεις των μερών, αναφορά σε τούτες θα γίνει όπου δει. Θα αναφέρω όμως ότι μελέτησα με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγούνται δια των Γραπτών Αγορεύσεων τους στο Δικαστήριο. Το ιστορικό της υπόθεσης: Ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 31/7/
- Της επίδοσης της αγωγής ακολούθησε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. Καταχωρήθηκε κοινή Υπεράσπιση για τους Εναγόμενους 1 και 2 Μετά το κλείσιμο των δικογράφων καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν κλήσεις για οδηγίες . Στις 18/4/16 εκδόθηκαν εκατέρωθεν διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και όταν αμφότερες πλευρές συμμορφώθηκαν με αυτά σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε η μαρτυρία των Εναγόντων στις 14/6/2016 και των Εναγομένων στις 13/9/
- Καμία πλευρά δεν αιτήθηκε την αντεξέταση μάρτυρα. Η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 25/10/2016 και εκ νέου για Ακρόαση στις 12/12/
- Στις 24/11/2016 οι Αιτητές κατέθεσαν την υπό εξέταση Αίτηση. Νομική Πτυχή Με το καθεστώς που ίσχυε πριν την τροποποίηση της Δ.25 το νομολογιακό πλαίσιο είχε διαμορφώσει μια φιλελεύθερη τάση και ευρεία αποδοχή αιτημάτων τροποποίησης. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αναφορά σε αυτές εκτός από το να λεχθεί γενικά ότι η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί την αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. [1] Είναι νομολογιακά καλά εμπεδωμένη η αρχή γνωστή επίσης η αρχή ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει αφενός κακοπιστία από πλευράς του διαδίκου που αιτείται την τροποποίηση και αφετέρου ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. [2] Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τούτων λεχθέντων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια και ασκείται με φειδώ όταν υποβάλλεται αίτημα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Στην τελευταία περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο με την τροποποίηση θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά αναφέρεται σε ζημιά που δεν μπορεί να θεραπευθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράληψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξ αρχής στην αγωγή. [3] Οι καλά εμπεδωμένες αρχές επιβεβαιώθηκαν πρόσφατα στην απόφαση του Εφετείου Πολιτική Έφεση 51/2012 Ανδριανή Αρακελιάν -ν- Ταμείου Πρόνοιας του Προσωπικού της MARFIN Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών (11/2/2016) όπου λέχθηκαν τα ακλόλουθα: «Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάξη της νομολογίας, επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.» Με τους περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014, περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015 και περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2015, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26/09/2014, 06/02/2015 και 13/05/2015 αντίστοιχα η Δ.30 των Θ. Π. Δ., «επανασχεδιάστηκε». Οι τροποποιήσεις της κρίθηκαν αναγκαίες και διαφαίνεται να στοχεύουν στην ταχύτερη εκδίκαση μίας υπόθεσης με το χαμηλότερο δυνατό κόστος. Η εισαγωγή της Δ.30 έχει διπλό στόχο. Ο πρώτος είναι η μείωση ενδιάμεσων αιτήσεων που «ταλαιπωρούν» τις αγωγές και καθυστερούν την εκδίκαση τους και ο δεύτερος να παράσχουν στο Δικαστήριο τον ρόλο διαχείρισης της υπόθεσης ως προς τον τρόπο εκδίκασης της υπόθεσης. Αν και μπορεί να επιχειρηματολογηθεί ότι ο σκοπός της διαδικασίας έκδοσης οδηγιών από το Δικαστήριο δυνάμει της Δ.30 ήταν ανέκαθεν ο ίδιος , η εξειδίκευση του μέσα από το νέο λεκτικό της Διαταγής έχει εισάξει την δικονομική πειθαρχία που απαιτείτο και προηγουμένως. Ταυτοχρόνως της τροποποίησης της Δ.30 τροποποιήθηκε και η Δ.25 που αφορά την τροποποίηση των Δικογράφων αντικαθιστώντας το προηγούμενο της λεκτικό με νέο. Είναι φανερό ότι η τροποποίηση της Δ.25 κρίθηκε τόσο αναγκαία όσο και επικουρική για να διασφαλίσει την καλύτερη εφαρμογή της Δ.30 αλλά και να εξυπηρετήσει την στόχευση (overriding principle) της διαχείρισης των υποθέσεων σύντομα, αποτελεσματικά με το μικρότερο δυνατό κόστος (cost effectiveness). Συνεπώς και αναλογικά περιορίστηκε και η εμβέλεια της δυνατότητας για τροποποίηση. Ο κανονισμός 1 της Δ.25 αντικαταστάθηκε πλήρως με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του
- Το κείμενου της παλαιάς Δ.25, κ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαβάζεται ως ακολούθως: The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. Σε ελεύθερη μετάφραση: To Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων. Ο Κ.1 αντικαταστάθηκε από τον Δ.25 Κ.1
(3)ο οποίος προνοεί ότι: Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκόψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. Ως εκ τούτου είναι εμφανές από την παράθεση του αυτούσιου λεκτικού του ισχύοντος πλαισίου , δεν χωρεί πλέον οποιαδήποτε επιχειρηματολογία ότι το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τροποποίηση σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή για οποιονδήποτε λόγο. Αυτή η πρόνοια έχει διαγραφεί. Έχει εν ολίγοις εισαχθεί μια νέα τάξη πραγμάτων η οποία κατά την κρίση μου έχει περιορίσει σε πολύ συγκεκριμένο βαθμό την ευρεία πάλαι ποτέ διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Είναι επάναγκες για να λειτουργήσει το νέο δικονομικό πλαίσιο και για να μην παραπέσει σε αχρηστία η Διαταγή 25 να επανακαθοριστούν τα πλαίσια μέσα στα οποία μπορεί να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου. Ο καθορισμός της διαδικασίας αυτής πρέπει κατά την κρίση μου να γίνει στα αρχικά στάδια εφαρμογής του νέου δικονομικού πλαισίου για να αποφευχθούν οι οποιεσδήποτε ρωγμές που θα ανατρέψουν συνθέμελα το οικοδόμημά της με αποτέλεσμα να μην επιφέρει ουσιαστική αλλαγή η τροποποίηση της , κάτι που εμφανώς ήταν και πρόθεση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου που αποφάσισε τον ανασχεδιασμό της. Έχει από καιρό επισημανθεί η σημαντικότητα του καθορισμού των διαδικασιών και της τήρησης τους Η πλειοψηφία της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γεώργιος Μαυρογένη ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ. α. (Αρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 49 . εισήγαγε το σκεπτικό το οποίο νομίζω ότι εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση «ο καθορισμός των διαδικασιών για την πρόσφορη απονομή της δικαιοσύνης ανάγεται στη Δικαστική Εξουσία ως συλλογικό (κολλεγιακό) σώμα (collegiate body). Η τήρηση των θεσμοθετημένων διαδικασιών ενέχει μεγάλη σημασία, όπως υποδεικνύεται στην ίδια απόφαση, για την απονομή της δικαιοσύνης. Η εκ των προτέρων γνώση της πρακτικής και διαδικασιών του δικαστηρίου, και γενικά η προκαθορισμένη πορεία της δικαιοσύνης, ώστε ο κάθε διάδικος να μπορεί με βεβαιότητα να ετοιμάζει και να παρουσιάζει την υπόθεση του ενώπιον του δικαστηρίου, είναι ύψιστης σπουδαιότητας για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης». Στην βάση ακριβώς αυτού του σκεπτικού και με δεδομένες τις πρόνοιες της Δ.25 ως τροποποιήθηκε και έχει πλέον εισαχθεί στην δικονομία μας από το Ανώτατο Δικαστήριο, τον σκοπό τους και το πρίσμα υπό το οποίο αυτή πρέπει να αντικρίζεται και να εφαρμόζεται το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που τίθενται στον Κανονισμό. Στην περίπτωση που έχει εκδοθεί κλήση για οδηγίες , όπως είναι η παρούσα, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται εκτός εάν υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό, το λόγω παραδρομής καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας ή να έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας . Η τελευταία εκ των δύο περιπτώσεων είναι πολύ συγκεκριμένη και αφορά σε νέα στοιχεία και νέα δεδομένα που δεν ήταν εις γνώση του Αιτητή κατά την προετοιμασία της Δικογραφίας του . Οι Αιτητές δεν προβάλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό περί νέου δεδομένου με εναπομείναντα οχυρό για αυτούς την υποστήριξη της θέσης τους ότι πρόκειται για καλόπιστο λάθος. Η έννοια του «καλόπιστου λάθους» είναι ευρεία και όχι άγνωστη στην νομολογία. Το καλόπιστο λάθος (αγγλιστί "mistake in good faith") έχει ευρέως χρησιμοποιηθεί στην νομική γλώσσα. Ο ορισμός όμως της έννοιας «καλόπιστο» δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί με παραδείγματα μέσα από την νομολογία αλλά έχει παραμείνει κάπως αόριστη για να μπορεί να προσαρμόζεται και να ερμηνεύεται στα πλαίσια της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Αυτό που έχει τεθεί μέσα από παλαιά αγγλική νομολογία ως ερμηνεία του όρου έχει λεχθεί στην υπόθεση Mogridge v. Clapp
(1892)3 Ch.382 C.A. στη σελίδα 391) «What does "good faith" mean? What is meant by those two English words which are the exact equivalent in every sense of the expression which is perhaps more commonly used, though not more correctly or properly bona fides? I think that the best way of defining the expression so far as it is necessary or safe to define it is by saying that it is the absence of bad faith of mala fides» Περαιτέρω στην υπόθεση Associated Leisure Ltd & Others v. Associated Newspaper Ltd
(1970)1 All E.R. 754, έγινε επανάληψη των όσων αναφέρθηκαν στην παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D.700 (σελ. 710-711): " I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace .. It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter or right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right".». (Οι υπογραμμίσεις δικές μου). Σε σχέση με τις αιτήσεις για τροποποίηση η έννοια του καλόπιστου λάθους και της καλόπιστης αίτησης συνάδει με την ευρεία ερμηνεία του όρου ο οποίος δια της εις άτοπο απαγωγής θεωρεί ως καλόπιστο ότι δεν είναι κακόπιστο, θέτοντας μάλιστα πολύ υψηλά τον πήχη για την απόδειξη κακοπιστίας. Στην United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou
(1980)1 CLR 510 σελ. 515 αναφέρθηκαν τα εξής: «The general principles as to when leave to amend should be given are stated by L.J. Bramwell in the case of Tildesley v. Harper, 10 Ch.D. 393 at page 396: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". Περαιτέρω στην υπόθεση SABA & Co. ( T.M.P ) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 λέχθηκε ότι: «δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή..» Αυτός ο γενικός ορισμός καθιστά σχεδόν αδύνατη την απόδοση ενός λάθος ως κακόπιστο. Όπως και αν εξετάσει κανείς τα πιο πάνω είναι αδύνατο να μην διαπιστώσει ότι η παράλειψη την οποία προσπαθούν να εισάγουν οι Αιτητές δεν συνιστά καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Εξ'αλλου μέσα από την εγχώρια νομολογία προκύπτει ότι για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ
- Η παρούσα Αίτηση: Η πλευρά των Καθ'ων η Αίτηση θέτει ευθέως ότι το καλόπιστο λάθος δεν τυγχάνει καθολικής αποδοχής αλλά πρέπει να συνδεθεί με την απόδειξη σφάλματος στην ετοιμασία του Δικογράφου, κάτι που δεν μπορεί να ισχύσει την παρούσα αφού ο ομνύων στην αίτηση δεν αναφέρεται στην σύνταξη του Δικογράφου αλλά την μελέτη της μαρτυρίας και των δικογράφων, θεωρώντας ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την κατάθεση της μαρτυρίας του Εναγόμενου
- Συνεπώς κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο στην ουσία μόνο τυπογραφικά λάθη επιτρέπονται. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την προσέγγιση. Η έννοια όμως του καλόπιστου λάθους δεν έχει αλλοιωθεί με τον τρόπο που διατυπώνεται το λεκτικό στο κείμενο του τροποποιημένου Κ.1 της Δ.
- Κατά την κρίση μου εάν διάδικος παραλείψει να αναφερθεί σε γεγονός ή ισχυρισμό στην δικογραφία του κατά τρόπο που η μετέπειτα τροποποίηση δεν αλλοιώνει την βάση αγωγής αυτό το λάθος είναι καλόπιστο. Εάν υιοθετηθεί η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ'ών η Αίτηση θα καταλήξουμε σε απόλυτη στροφή 180˚ και θα είναι σχεδόν αδύνατο να επιτραπεί οποιαδήποτε τροποποίηση με ελάχιστες εξαιρέσεις. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι προς όφελος της απονομής της δικαιοσύνης. Η παρούσα Αίτηση αποσκοπεί στο να εισάξει ισχυρισμό ότι το επίδικο Γραμμάτιο υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1 με εγγύηση της Εναγομένης 2 έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος με αναφορά σε συμβιβασμό συγκεκριμένης υπόθεσης. Συνεπώς είναι η κατάληξη μου ότι η παράλειψη εισαγωγής της φράσης την οποία οι Αιτητές επιδιώκουν να εισάξουν με την παρούσα αίτηση αποτελεί καλόπιστο λάθος στην σύνταξη της δικογραφίας και συνεπώς μπορεί να επιτραπεί με βάση τον Κ.1 της Δ.25 όπως έχει τροποποιηθεί. Πέραν τούτου υπάρχει ακόμα ένα θέμα το οποίο χρήζει επισήμανσης και σχολιασμού. Μαζί με την έγγραφη μαρτυρία των Εναγόντων κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 η επίδικη αναγνώριση χρέους, γραμμάτιο χωρίς να προβληθεί ένσταση από πλευράς Εναγομένων ούτε να ζητηθεί αντεξέταση επί τούτου. Η θέση των Εναγομένων όπως εκφράζεται στην παράγραφο 7 της Έγγραφης μαρτυρίας του Εναγόμενου 1 είναι ότι οι ισχυρισμοί που αναγράφονται στις παραγράφους 4-8 δεν μπορούν να ληφθούν υπ'όψην από το Δικαστήριο καθότι προβάλλουν μαρτυρία που δεν δικογραφείται. Επί της παραγράφου 3 όμως ουδεμία αναφορά κάνουν. Περαιτέρω δεν διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου και τούτο πρέπει να λεχθεί ότι πέραν της θέσης των Εναγομένων ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν αποτελεί ανάληψη χρέους ή γραμμάτιο με βάση το Κεφ. 292, υπάρχει και ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι δεν υπέγραψαν το εν λόγω γραμμάτιο το οποίο σαφώς και αποτελεί την βασική τους θέση, η οποία φυσικά και δεν κλονίζεται από την εισαγωγή της αιτούμενης τροποποίησης. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι στο ίδιο το Τεκμήριο 1 που έχει κατατεθεί από τους Ενάγοντες αναφέρεται ρητώς ότι η οφειλή προς τους Εναγόντες αφορά την ποινική υπόθεση 8397/14 Επ.Δικ.Λευκωσίας καθώς και την Ποιν. Αγωγή με αριθμό 6775/
- Συνεπώς η αιτούμενη θεραπεία μπορεί να θεωρηθεί ότι ζητείται και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και πληρότητα οι θέσεις των Εναγόντων κατά τρόπο συνάδον με την ήδη προσαχθείσα χωρίς ένσταση μαρτυρία ως έχω εξηγήσει ανωτέρω. Κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό τόσο δικονομικά όσο και νομολογιακά ακόμα και στο στάδιο των Αγορεύσεων. Αυτό το κάμνει απόλυτα σαφές το εξής απόσπασμα από το Annual Practice
(1958)σελ. 625: "Where the amendment has become necessary by reason of a variance between the statement of claim and the evidence given at the trial, it should be asked for at the conclusion of the plaintiff's case (Rainy v. Bravo, L.R. 4 P.C. 287)." (βλ. επίσης Περικτιόνη Χρίστου v. Αντρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 όπου υιοθετήθηκε ανάλογη προσέγγιση) Στρεφόμενη τώρα στο χρόνο τον οποίο ζητείται η τροποποίηση, αποτελεί θέση των Καθ'ων η Αίτηση ότι το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση, αυτό των τελικών αγορεύσεων δεν επιτρέπει την έγκριση της Τροποποίησης. Η παρούσα διαδικασία με βάση την Δ.30 ως τροποποιήθηκε πρόσφατα εμπίπτει στις αγωγές «ταχείας εκδίκασης» και η ακρόαση διεξάγεται με κατάθεση γραπτής μαρτυρίας. Η μαρτυρία έχει κατατεθεί από όλα τα μέρη και ως εκ τούτου η υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο των αγορεύσεων. Σε αυτό το προχωρημένο στάδιο, είναι γεγονός ότι το στενό πλαίσιο ευχέρειας που δίνεται στο Δικαστήριο να εγκρίνει αιτήματα γίνεται στενότερο αφού όλη η υπόθεση πλέον έχει παρουσιασθεί και το μόνο που απομένει είναι οι καταληκτικές αγορεύσεις και η έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου. Ακόμα όμως και σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο πέραν του καθήκοντος που έχει να διασφαλίζει τάξη στην αστική δικαστική διαδικασία, καθήκον διαχείρισης της οποίας έχει, ώστε αυτή να διεκπεραιώνεται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος έχει καθήκον διασφάλισης της δίκαιης δίκης για κάθε διάδικο (βλ. Κολλάτου v Παναγιώτου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 895, Παναγιώτης Λουκά Λτδ ν Ηλία Ονουφρίου
(2004)1 Α.Α.Δ. 582, Sabine Zehil v Neil Roberts
(2009)1Α Α.Α.Δ. 678 και Θεοπίστη Τουμαζή ν Vandita Dixit, Πολιτική Έφεση Αρ. 274/2010, απόφαση ημερομηνίας 05/05/2015). Θεωρώ ότι ακόμα και εάν επιτραπεί η τροποποίηση , η καθυστέρηση που αναπόφευκτα θα προκληθεί δεν θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό της διαδικασίας ώστε αυτή να μην διεκπεραιωθεί εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Θα οδηγήσει όμως κατά την κρίση μου σε πρόκληση αδικίας και δεν θα διασφαλίσει την διεξαγωγή της δίκαιης δίκης εάν δεν επιτραπεί η τροποποίηση. Κατάληξη: Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτηση ημερομηνίας 24/11/2016. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί και αντίγραφο να δοθεί στο συνήγορο των Εναγομένων/ Καθ'ων η Αίτηση 1& 2 εντός 7 ημερών από σήμερα. Να ακολουθήσει τροποποιημένη υπεράσπιση στην τροποποιηθείσα έκθεση απαίτησης εντός 7 ημερών. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς και τα έξοδα της αίτησης τροποποίησης ημερομηνίας 24/11/2016 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση 1 & 2 / Εναγομένων 1 & 2 και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών και θα είναι εισπραχθέντα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Eteria Skepi Ltd v. loannis Th. Kaitis and Another
(1983)1 Α.Α.Δ. 231, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19.1.99. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 [2] Αντρέας Ευριπίδου και άλλοι ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 , Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393 [3] Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο