← Κύπρος

Στυλιανός Αργυρίδης ν. Ευθύμιος Μπουλούτας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3095/2015, 14/3/2017

Στυλιανός Αργυρίδης ν. Ευθύμιος Μπουλούτας κ.α., Αρ. Αγωγής: 3095/2015, 14/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3095/2015 Μεταξύ: Στυλιανός Αργυρίδης Ενάγοντας -και-

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd 2.Laiki Financial Services) Ltd 3.Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου 4.Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου 5.Ανδρέας Βγενόπουλος 6.Ευθύμιος Μπουλούτας 7.Παναγιώτης Κουννής 8.Χρίστος Στυλιανίδης 9.Ελευθέριος Χιλιαδάκης 10.Pricewaterhouse Coopers Ltd 11.Grant Thornton 12Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 14 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές /Εναγόμενους 6 και 9: κος Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ'ού η Αίτηση/Ενάγοντα: κα Νικολάου για Φοίβος , Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 6 & 9 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 29/7/2016 Η Αίτηση και η Ένορκ1η Δήλωση που την συνοδεύει Με την Αίτηση τους οι Εναγόμενοι 6 & 9 Αιτητές στην παρούσα (στο εξής «οι Αιτητές») ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
  2. Διάταγμα του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της εν τω τίτλω αγωγής σε σχέση με τους Αιτητές επί τω ότι οι Αιτητές οι οποίοι είναι Έλληνες υπήκοοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους, δηλαδή της Ελλάδας, και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τον Ενάγοντα η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων.
  3. Διάταγμα του δικαστηρίου για απόρριψη και διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης περί του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης κατά των Εναγομένων 6 και 9/Αιτητών και/ή ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 10/02/2016 επί τω ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9/Αιτητές οι οποίοι είναι Έλληνες υπήκοοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους, δηλαδή της Ελλάδας, και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση η δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. Επικουρικά:
  4. Διάταγμα του δικαστηρίου ότι ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum, η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) για το λόγο ότι προκαλεί αδικία στους Εναγόμενους 6 και 9/Αιτητές, δεν είναι αναγκαία και/ή είναι σκανδαλώδης και/ή διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς, να παρενοχλήσει, διαταράξει, φέρει σε αδιέξοδο ή καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής Εναλλακτικά προς το 1 και/ή 2 και/ή 3 ανωτέρω:
  5. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 10/02/2016 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στην Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος εκτός Δικαιοδοσίας Κύπρου με σκοπό να επιδοθεί στους Εναγόμενους 6 και 9/Αιτητές εκτός δικαιοδοσίας.
  6. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 10/02/2016 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 6 και 9/ Αιτητές.
  7. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 6 και 9/Αιτητές ως παράτυπη και/ή ως αντικανονική και/ή ως μη διενεργηθείσα δεόντως και/ή ως διενεργηθείσας με την μη ενδεδειγμένη διαδικασία επίδοσης.
  8. Εναλλακτικά προς το 4 και/ή 5 και/ή 6 ανωτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 6 και 9/Αιτητές ως διενεργηθείσας κατά τρόπο που δεν συνάδει με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/2/2016 για υποκατάστατη επίδοση στους Αιτητές. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρο 3, 9, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ΔΔ.1-2, Δ.4
  9. 1 και 2, Δ.4 1 και 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6 Θ 1 -9, Δ.
  10. 8.9, Δ.27, Δ.39, Δ.48, Θ.1-4,8,8

(4), 9, 13 Δ.51, Δ.57 Θ.2, Δ.64, στο άρθρο 3 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις άρθρα 1 - 81, στον Νόμο 35 (ΙΙΙ) του 2003 που κυρώνει την Συνθήκη Προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στον Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο (Ν. 127
(1)/2006 δια του οποίου κατοχυρώνεται η υπεροχή του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στα άρθρα 10 ΕΚ και 249 ΕΚ , στα άρθρα 1-26 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, στην Σύμβαση Νομικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου Νόμος αρ. 55/84 άρθρα 1-34, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στο Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2008 και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. στην νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου σύμφωνα με την οποία το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπερισχύει έναντι του δικαίου των χωρών κρατών μελών, στην Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση στηρίζεται στα γεγονότα όπως φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στο κλητήριο, στον φάκελο δικογραφίας αλλά και στην Ένορκη δήλωση της Μαρίας Πέτρου από την Λευκωσία. Η ομνύουσα, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές, αναφέρει ότι είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Αιτητές να προβεί στην υποστηρικτική της Αιτήσεως Ένορκη Δήλωση για λογαριασμό τους καθ'ότι είναι Έλληνες υπήκοοι και διαμένουν και εργάζονται μόνιμα στην Ελλάδα. Έλαβε , ως αναφέρει πληροφορίες από τον Κωνσταντίνο Ρίζο Έλληνα δικηγόρο ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά γραφεία της MARFIN INVESTMENT GROUP Α.Ε ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ, ότι στις 10/05/2016 θυροκολλήθηκαν στην Λεωφόρο Θησέως 67, Νέα Ερυθραία, 146 71 ,Ελλάδα τα ακόλουθα έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο:
  1. Επιστολή ημερομηνίας 10/03/2016 των δικηγόρων του Ενάγοντα
  2. Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2,1).
  3. Διάταγμα Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/02/2016 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατη επίδοση.
  4. Μονομερής αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση ημερομηνίας 27/01/2016 στην βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 10/02/2016 η οποία υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα («στο εξής η Ε/Δ Αργυρίδη») και στην οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο και η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα / Καθ'ου η Αίτηση ο (στο εξής «ο Καθ'ου η Αίτηση»). Η ομνύουσα εκφράζει την πεποίθηση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο για τους ακόλουθους λόγους:
  5. Οι Αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος σε γνωστή διεύθυνση.
  6. Οι πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου που επικαλείται ο Καθ' ου η Αίτηση δεν εφαρμόζονται διότι υποχωρούν έναντι του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1215/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις («ΕΚ 1215/2012»). Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επικαλείται πρόνοιες ευρωπαϊκού δικαίου, οι οποίες υπερισχύουν αυτών του Κυπριακού δικαίου, σχετικά με την δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. Ο κανονισμός 1215/2012 επιβάλλει στο Δικαστήριο να διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του Κανονισμού.
  7. Οι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε συμπεριφορά των Αιτητών που θα θεμελίωνε αιτία αγωγής εναντίον τους στην Κύπρο και/ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον τους.
  8. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει κατάρτιση σύμβασης με τους Αιτητές.
  9. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει σύμβαση με τους Αιτητές η οποία καταρτίσθηκε και/ή παραβιάσθηκε στην Κύπρο.
  10. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει συγκεκριμένες άδικες πράξεις του Αιτητή και/ή πράξεις για τις οποίες ευθύνεται ο Αιτητής και/ή πράξεις αιτιωδώς συνδεόμενες με την κατ' ισχυρισμόν ζημία.
  11. Ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει άδικες πράξεις των Αιτητών και/ή πράξεις για τις οποίες ευθύνονται οι Αιτητές και/ή πράξεις αιτιωδώς συνδεόμενες με την κατ' ισχυρισμόν ζημία οι οποίες έλαβαν χώρα στην Κύπρο.
  12. Η Ε/Δ Αργυρίδη που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης και/ή έκδοσης ειδοποίησης περί του κλητηρίου αλλά και η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής εναντίον των Αιτητών μετά των οποίων αποδεδειγμένα ο Ενάγοντας δεν είχε καμία απολύτως επαφή.
  13. Επικουρικώς, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ως αυτοί διαλαμβάνονται στην Ε/Δ Αργυρίδη που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης και/ή έκδοσης ειδοποίησης περί του κλητηρίου αλλά και στην έκθεση απαίτησης, δεν επαρκούν για την διαπίστωση ότι υφίσταται εν προκειμένω τόσο στενή συνάφεια, ώστε συντρέχει κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που Θα μπορούσε να προκύψει από τη χωριστή εκδίκαση στα Δικαστήρια της Κύπρου και αυτά του τόπου κατοικίας των Αιτητών, δηλαδή της Ελλάδας. Στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης η ομνύουσα αναφέρει ότι οι Αιτητές θεωρούν ότι σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου έχουν ανακύψει τα ανωτέρω ζητήματα, θα πρέπει να παραπέμψει τα ζητήματα αυτά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποφανθεί επ' αυτών νοουμένου ότι θεωρήσει, ότι τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει επαρκώς κατά την κρίση του από την μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω η ομνύουσα αναφέρει ότι το διάταγμα ημερομηνίας 10/02/2016 και/ή επίδοση που πραγματοποιήθηκε δυνάμει αυτού θα πρέπει να παραμεριστούν και/ή απορριφθούν για τους ακόλουθους λόγους: I. Δεν στοιχειοθετούνται και/ή ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με την Δ.6.Θ. 1 και
  14. II. Με την Ε/Δ Αργυρίδη δεν καταδεικνύεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση έχει εκ πρώτης όψεως (prima facie) καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Αιτητή. III. Κατά παράβαση των Θεσμών πολιτικής δικονομίας δεν υπάρχει αναφορά στην Ε/Δ Αργυρίδη κατά πόσο οι Αιτητές είναι ή όχι Κύπριοι Υπήκοοι. IV. Ο Καθ' ου η Αίτηση κακόπιστα και/ή εσκεμμένα και/ή άλλως πως απέκρυψε από το Δικαστήριο όταν εξασφάλιζε μονομερώς το διάταγμα ημερομηνίας 10/02/2016 ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non disclosure) και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση της να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faίth) με επιμέρους αναφορά σε γεγονότα που απέκρυψε και συγκεκριμένα: 1) απέκρυψε από το Δικαστήριο και/ή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι στο Τεκμήριο 6 υπάρχει ρητή αναφορά στο ότι τα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και ο Καθ' ου η Αίτηση δεν επεξήγησε γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός αυτό εν όψει των όσων αναφέρει στην Ε/Δ Αργυρίδη ήτοι ότι «Οι Εναγόμενοι και/ή υπάλληλοι τους σκόπιμα δεν μου ανέφεραν ότι τα αξιόγραφα Θα είχαν οποιαδήποτε συσχέτιση με το Χρηματιστήριο» 2) ενώ στην Ε/Δ Αργυρίδη υπάρχει αναφορά ότι «Το Διοικητικό Συμβούλιο ευθύνεται για τις παραβάσεις και/ή παραλείψεις που προκάλεσαν τις ζημιές και θεραπείες» ο Καθ' ου δεν εξηγεί ως όφειλε γιατί τότε η παρούσα αγωγή στρέφεται μονάχα ενάντια σε 5 από τα 14 μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1 ως προκύπτει από το Τεκμήριο 5 της Ε/Δ Αργυρίδη. 3) απέκρυψε από το Δικαστήριο και/ή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι το ενημερωτικό δελτίο Τεκμήριο 5 στην Ε/Δ Αργυρίδη εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την κάλυψη των αναγκών πληροφόρησης του επενδυτικού κοινού όπως αυτές καθορίζονταν με βάση τον Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου και του Κανονισμού 809/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και το οποίο ενημερωτικό δελτίο αφενός προειδοποιούσε ότι πιθανή επένδυση σε αξιόγραφα εμπεριέχει κινδύνους οι οποίοι περιγράφονται και αφετέρου παρέπεμπε για διευκρινήσεις ή/και επεξηγήσεις στον Ανάδοχο Υπεύθυνο Σύνταξης, άλλους επαγγελματίες χρηματιστές, τραπεζίτες, λογιστές, δικηγόρους ή συμβούλους επενδύσεων. 4) Ενώ στην Ε/Δ Αργυρίδη (παράγραφος 5γ) υπάρχει αναφορά ότι υπάλληλοι της Εναγομένης 1 παρότρυναν τον Καθ' ου η Αίτηση να μετατρέψει όλες τις καταθέσεις του σε αξιόγραφα ο Καθ' ου δεν εξηγεί ως όφειλε και/ή δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι είχε αιτηθεί την αγορά αξιογράφων ύψους €100.000 αλλά εγκρίθηκε μόνο η αγορά αξιογράφων ύψους €83.
  15. 5) Ο Καθ' ου η Αίτηση παρέλειψε να αναφέρει και/ή αποκαλύψει στο Δικαστήριο το ύψος των τόκων που έλαβε για την περίοδο 2008 - 2012 σε σχέση με τα αξιόγραφα του ενώ δεν εξηγεί επίσης γιατί, αφού σύμφωνα με τον ίδιο από το 2009 δεν είχε πλέον εμπιστοσύνη στην Εναγόμενη 1 (παράγραφος 5(κ) Ε/Δ Αργυρίδη), συνέχιζε να λαμβάνει κανονικά και αδιαμαρτύρητα τους τόκους. V. Η Ε/Δ Αργυρίδη που υποστηρίζει την μονομερή αίτηση του Καθ' ου η Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο με δεδομένο ότι για ουσιώδη γεγονότα δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του Καθ' ου η Αίτηση και/ή για άλλα ουσιώδη γεγονότα η πηγή γνώσης του Καθ' ου η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αποκάλυψης της πηγής των πληροφοριών του. VI. Η επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 10/02/2016 δεν έγινε στους Αιτητές ως η πρόνοια του σχετικού διατάγματος. Για όλους τους λόγους που εκτίθενται στην Ένορκη της Δήλωση ζητά όπως το Δικαστήριο εγκρίνει την αίτηση και εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η Ένσταση και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει Η Αίτηση αναπόφευκτα προσέκρουσε στην Ένσταση του Καθ'ου η Αίτηση ο οποίος καταχώρησε Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η Ένσταση»). Οι συγκεκριμένοι λόγοι της Ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  16. Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική, καταχωρήθηκε με πολλή καθυστέρηση και η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα, η οποία δε μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Οι Αιτητές έχουν δεχθεί και υπαχθεί την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  17. Η αίτηση δεν συνοδεύεται με την απαραίτητη Ένορκη Δήλωση που να την δικαιολογεί. Παραπομπή σε έγγραφα στο φάκελο της υπόθεσης και/ή σε άλλες Ένορκες Δηλώσεις δεν επιτρέπεται σε αιτήσεις. Μόνο σε εναρκτήριες. Άρα η αίτηση πάσχει δικονομικά αφού παραπέμπει σε έγγραφα στο φάκελο που εν πάση περιπτώσει δεν συνοδεύουν και δεν επισυνάπτονται στη παρούσα αίτηση.
  18. Προδικαστικά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το διάταγμα του Δικαστηρίου του οποίου επιδιώκεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός, για να κριθεί η εγκυρότητα και ή η νομιμότητα του και συνεπώς το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης το απαραίτητο υλικό για τη λήψη απόφασης. Ελλείπει το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο καθότι παραπομπή επίσης στο φάκελο και/ή σε άλλες Ένορκες Δηλώσεις που δεν επισυνάπτονται δεν επαρκεί, είναι άκυρη, άνευ αποτελέσματος και ανεπίτρεπτη δικονομικά.
  19. Ο Ενάγοντας έχει αποδείξει καλή Βάση αγωγής, ο δε στόχος της επίδοσης σύμφωνα με τη νομολογία είναι να περιέλθει εις γνώση των διαδίκων η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Τούτο έγινε στη παρούσα περίπτωση. Το Δικαστήριο είχε κάθε δικαίωμα να διατάξει την υποκατάστατη επίδοση ως το σχετικό διάταγμα και συνεπώς η αίτηση είναι καταχρηστική. Η επίδοση είναι καθόλα νομότυπη.
  20. Το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται στην εφαρμογή των δικονομικών Θεσμών οι οποίοι Θεσπίστηκαν και/ή υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει προνοιών του Συντάγματος και συγκεκριμένα του άρθρου 163, 188 από του να εκδίδει διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και από του να επιτρέπει τέτοια επίδοση.
  21. Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης με Βάση την Ευρωπαϊκή Εθνική Νομοθεσία αφού η Βάση της αγωγής προέκυψε εντός της Κύπρου και δυνάμει της σύμβασης αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, τα Ελληνικά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία με Βάση τον Ε. Κ.44/
  22. Οι Αιτητές δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και Βάσιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και απέτυχαν να αποσείσουν το Βάρος απόδειξης που τους βαρύνει.
  23. Η επίδοση στους Αιτητές επιτεύχθηκε ως οι πρόνοιες του Διατάγματος και συνεπώς ουδεμία παρατυπία και / ή αντικανονικότητα υφίσταται.
  24. Η επίδοση στους Αιτητές έγινε Βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. 10.Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση της διαδικασίας και συνεπώς η αίτηση τους είναι καταχρηστική. 11.Πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι απαραίτητο πλέον σε χώρες κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιδίδεται η Ειδοποίηση του Κλητήριου Εντάλματος, μπορεί να επιδίδεται η ειδοποίηση ή το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Εν πάση περιπτώσει βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα της Δ.6 θ.6 δεν είναι ανάγκη να επιδίδεται το Κλητήριο ένταλμα αλλά μπορεί να επιδίδεται η Ειδοποίηση ή το Κλητήριο ένταλμα. Το Δικαστήριο με το σχετικό διάταγμα του επέτρεψε την επίδοση της ειδοποίησης του Κλητήριου εντάλματος και ή του Κλητήριου εντάλματος και συνεπώς ουδεμία παρατυπία υφίσταται. 12.Το διάταγμα δεν προνοούσε για επίδοση στους Αιτητές αλλά διά επίδοση μέσω του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 και των αρμοδίων αρχών Κυπριακής Δημοκρατίας και Ελληνικής Δημοκρατίας, διά της παράδοσης στις διευθύνσεις που ενέκρινε. 13.Καμία παρατυπία δεν υφίσταται ή αντικανονικότητα στις Ενόρκους Δηλώσεις που συνοδεύουν τη αίτηση η οποία κάθε άλλο παρά γενική και αόριστη είναι. 14.Η Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι καθόλα νομότυπη και σύμφωνη με τους διαδικαστικούς θεσμούς και τους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς. Η Ένσταση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς και συγκεκριμένα στη Δ.9 Θ2 και Θ10, Δ.12, Δ.25, Θ1 Θ5, Δ.35 Θ1­32, Δ.48, 81 - 89, Δ.64, 0.1-2, στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν14/1960, στα άρθρα 30 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Ψάλτη δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Καθ'ού η Αίτηση. Η ομνύουσα αναφέρει ότι ο λόγος που προβαίνει στην υποστηρικτική της Ενστάσεως Ένορκη Δήλωση είναι λόγω του ότι τα θέματα που προκύπτουν είναι καθαρά νομικά. Η ομνύουσα συμφωνεί με την παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και επιβεβαιώνει ότι αναφέρει ότι οι Αιτητές έλαβαν το Κλητήριο Ένταλμα, το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας καθώς επίσης και μονομερή αίτηση από την οποία εκδόθηκε το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση. Η ομνύουσα εκφράζει την πεποίθηση ότι η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει επαναλαμβάνοντας ένα προς ένα τους λόγους ένστασης τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση του Καθ'ού η Αίτηση. Αναφέρει περαιτέρω ότι η επίδοση έγινε δεόντως βάσει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 μέσω των αρμοδίων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας και Ελληνικής Δημοκρατίας επισυνάπτοντας προς τούτο τα σχετικά έγγραφα και ζητά την απόρριψη της Αίτησης. Αμφότεροι οι συνήγοροι ετοίμασαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο Γραπτές Αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο στις εφαρμοστέες επί του ζητήματος αρχές τις οποίες αντιπαρέβαλαν σε σχέση με τα συγκεκριμένα περιστατικά της υπό εξέταση αίτησης. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τις εισηγήσεις των μερών, αναφορά σε τούτες θα γίνει όπου δει. Θα αναφέρω όμως ότι μελέτησα με προσοχή τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγούνται δια των Γραπτών Αγορεύσεων τους στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Η αίτηση των Αιτητών χωρίζεται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος αφορά την κατ'ισχυρισμόν αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να επιληφθεί την αγωγής λόγω του ότι οι Αιτητές δεν ενάγονται στα Δικαστήρια του τόπου κατοικίας τους λόγος για τον οποίο ζητείται και ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος, της έκθεσης απαίτησης καθώς και ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 10/2/
  25. Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την κατ' ισχυρισμόν ακαταλληλότητα του forum των Κυπριακών Δικαστηρίων η οποία ανάγεται σε κατάχρηση της Διαδικασίας. Ο τρίτος πυλώνας της αίτησης ζητά ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος για έκδοση και επίδοση της Ειδοποίησης , του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός της Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος 10/2/2016 για υποκατάστατο επίδοση της Ειδοποίησης και του Κλητηρίου Εντάλματος και εναλλακτικά παραμερισμό την επίδοσης ως αντικανονική ή ως μη συνάδουσα με το Διάταγμα ημερομηνίας 10/2/
  26. Σε ότι αφορά το τρίτο πυλώνα , θεωρώ ότι αυτός πρέπει να εξεταστεί πρωτίστως αφού τυχόν επιτυχία του θα σφραγίσει την τύχη της Αίτησης. Στην αγόρευση τους οι Αιτητές κάνουν λόγο για αντικανονική επίδοση και επίδοση που δεν συνάδει με το διαταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10/2/
  27. Η θέση τους αυτή δεν έχω αντιληφθεί που στηρίζεται. Εξετάζοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό σχετικό είναι το λεκτικό του διατάγματος το οποίο έχει ως ακολούθως: «Δια του παρόντος διατάττει και δίδει άδεια για έκδοση και επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός Δικαιοδοσίας Κύπρου στους Εναγόμενους 5, 6 και 9 δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις μέσω των υπηρεσιών διαβίβασης και παραλαβής του ΕΚ 1393/2007και/ή μέσω του Υπουργείου Δημοκρατίας και Δημόσιας Τάξης. Και το Δικαστήριο τούτο περαιτέρω διατάττει και δίδει άδεια για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός Δικαιοδοσίας Κύπρου μετά πιστού αντιγράφου του παρόντος Διατάγματος στους Εναγόμενους 5,6 και 9 στις πιο κάτω διευθύνσεις: . (β)Για τον Εναγόμενο αρ.6 Ευθύμιο Μπουλούτα εξ Ελλάδος, Λεωφ.Θησέως 67, Νέα Ερυθραία, 14671, Ελλάδα. (γ) Για τον Εναγόμενο αρ.9 Ελεύθεριο Χιλιαδάκη, εξ Ελλάδος, Λεωφ. Θησέως 67, Νέα Ερυθραία, 14671, Ελλάδα/ Με παράδοση στη πιο πάνω διεύθυνση μέσω των υπηρεσιων διαβίβασης και παραλαβής του ΕΚ 1393/2007 και/ή μέσω του Υπουργείου Δημοκρατίας και Δημόσιας Τάξης.» Δεν έχω διαπιστώσει απόκλιση από το εκδοθέν διάταγμα σε ότι αφορά την επίδοση του, ούτε έχουν προσφερθεί συγκεκριμένες θέσεις επί τούτου από τους Αιτητές. Συνεπώς προκύπτει ότι η επίδοση έγινε σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά την θέση των Αιτητών ότι η επίδοση δεν έγινε συμφώνως με το ΕΚ1397/07 και πάλιν αδυνατώ να αντιληφθώ την θέση τους. Στην δε γραπτή τους αγόρευση κάνουν λόγο περί παράδοσης των εγγράφων μέσω υπηρεσίας ταχυμεταφοράς ενώ στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση κάνουν λόγο για θυροκόλληση των εγγράφων στις αναφερόμενες στο διάταγμα διευθύνσεις. Επιπλέον στην Γραπτή τους Αγόρευση κάνουν λόγο για επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ενώ στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση αναφέρεται ότι επιδόθηκε το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα βασιστεί στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, στην οποία αναφέρεται ότι επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα συνεπώς όλες οι αναφορές περί του αντιθέτου απορρίπτονται ως αβάσιμες. Επιπλέον δεν παρέχεται καμία εξήγηση για την μη τήρηση του διατάγματος (πέραν των ισχυρισμών περί παράδοσης των εγγράφων με ταχυμεταφορέα (courier), κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση) και ως εκ τούτου και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος. Επικουρικά να αναφέρω ότι ο ΕΚ 1393/2007 διέπει τα περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Με τον κανονισμό αυτό επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με την «καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων μεταξύ των κρατών μελών (βλ. παράγραφος 2 προοιμίου). Το Ανώτατο Δικαστήριο στις αποφάσεις Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senk Dau κ.α., Πολ. Εφ. Ε23/13, ημερ. 13.9.2013 έχει αναγνωρίσει ότι ο εν λόγω Κανονισμός «θέτει ως ύψιστη προτεραιότητα την καλύτερη, ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διαβίβαση δικαστικών εγγράφων, μεταξύ των κρατών μελών». Στην υποθέσεις Alpha Bank Cyprus Ltd (ανωτέρω) ως προς την εφαρμογή του Ε.Κ. 1397/2007 αναφέρθηκαν από το Εφετείο τα εξής: «Ο δεύτερος Κανονισμός (ΕΚ 1393/2007) είναι πιο εξειδικευμένος και αφορά ευθέως στον τρόπο επίδοσης και κοινοποίησης δικαστικών (judicial) και εξωδίκων (extra-judicial) «πράξεων» (documents) σε αστικές υποθέσεις, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο του Κανονισμού, παρ.
(1):- «
(1)Η Ένωση επιδιώκει τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και προς τούτο θεσπίζει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.» Για διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς επιδιώκεται με τον ΕΚ 1393/2007 «η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση» μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων εγγράφων (πράξεων) (παράγραφος 2 προοιμίου). Για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ΕΚ, προβλέπεται ότι η άρνηση της επίδοσης θα πρέπει να είναι δυνατή «σε εξαιρετικές μόνο καταστάσεις» (παράγραφος 10 προοιμίου) και ότι θα πρέπει να παρέχεται τυποποιημένη ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί «εφόσον η πράξη (το έγγραφο) δεν έχει συνταχθεί σε γλώσσα κατανοητή από τον παραλήπτη.» (παράγραφος 12 προοιμίου). Επίσης στην παράγραφο 23 αναφέρεται ότι ο Κανονισμός «υπερισχύει άλλων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη». Όμως αναφέρεται ότι «ο Κανονισμός δεν εμποδίζει τη διατήρηση ή τη σύναψη από τα κράτη μέλη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό την επιτάχυνση ή την απλούστευση των διαβιβάσεων των πράξεων, εφόσον συνάδουν με τις διατάξεις του». Η διαβίβαση δικαστικών εγγράφων και βεβαιώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)του ΕΚ, γίνεται «με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο», εφόσον το περιεχόμενο των εγγράφων που παραλήφθηκε συμπίπτει με τα έγγραφα που στάληκαν και «όλες οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες είναι ευανάγνωστες». ......... Είναι φανερό από τα πιο πάνω, ότι εκείνο που προσπαθεί ο ΕΚ 1393/2007 να εξισορροπήσει, είναι τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (βλ. Weiss und Partner GbR v.Industrie- und Handelskammer Berlin Case C-14/07,
(2008)ECR 1-3367 και γνωμάτευση Γενικού Εισαγγελέως κ. Υ. Bot στην Alder ν. Orlowski
(2012)EUECJ, C-325/11 (ημερ. 20.9.2012), καθώς και την απόφαση του ΔΕΕ στην ομώνυμη υπόθεση C-325/11, ημερ. 19.12.2012).» Το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση έκρινε επίσης ότι τα παράπονα των εφεσιβλήτων για κακή επίδοση στις υποθέσεις εκείνες, ήταν τυπολατρικά και τυχόν αποδοχή τους θα ερχόταν σε αντίθεση όχι μόνο με το όλο πνεύμα του ΕΚ 1393/2007 αλλά και με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον σημασία έχει το κατά πόσο το κλητήριο και/ή η ειδοποίηση, που αποτελούσαν τα εναρκτήρια έγγραφα της διαδικασίας, περιήλθαν σε γνώση των Εφεσιβλήτων. Όπως συνάγεται, από τα πιο πάνω, το κύριο ζήτημα που εγείρεται σε κάθε περίπτωση επίδοσης και υποκατάστατης επίδοσης, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος, θα θέσει το κλητήριο ένταλμα υπόψη των Εναγομένων. Στην παρούσα υπόθεση μετα την επίδοση των σχετικών εγγράφων οι Αιτητές έλαβαν γνώση για την αγωγή που καταχωρήθηκε εναντίον τους και προχώρησαν σε διαδικασίες αμφισβήτησης των δικαστικών διαδικασιών που προηγήθηκαν. Περαιτέρω , αν και το θέμα έχει θιγεί ακροθιγώς και κάπως αβέβαια από τους Αιτητές, να αναφέρω ότι στο άρθρο 23 του προοιμίου ορίζεται ότι ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, η σχετική ευχέρεια των οποίων περιορίζεται στη διατήρηση ή τη σύναψη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό και πάλι την επιτάχυνση ή την απλούστευση της διαβίβασης των πράξεων, εφόσον, όμως, συνάδουν με τις διατάξεις του.Αλλωστε η πάγια νομολογιακή αρχή περί υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, η οποία έχει ενσωματωθεί και στο Άρθρο 1Α του Συντάγματος. (βλ. Ironhold Estates Ltd , v. Travelworld Vacation Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 452). Καταληκτικά φαίνεται ότι το εκδοθέν διάταγμα ακολούθησε τις πρόνοιες του 1393/2007 και δεν έχει τεθεί οποιουδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου σχετική με την υπό κρίση υπόθεση που να στοιχειοθετηθεί παρατυπία στην επίδοση και ως εκ τούτου το εν λόγω αιτητικό απορρίπτεται. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των Αιτητών ότι (α) δεν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας και επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με την Δ.6 Θ.1 και 4 (β) ότι το πραγματικό νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζετο η αίτηση του Καθ΄ ου η αίτηση ημερομηνίας 27/1/2016 δεν δικαιολογούσε την έκδοση διατάγματος ημερομηνίας 10.2.16, (γ) η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη γιατί δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του ενόρκως δηλούντος, είναι γενική, αόριστη και δεν ικανοποιεί την εν λόγω προϋπόθεση ούτε αναφέρει ότι οι Αιτητές είναι κάτοικοι εξωτερικού και (δ) με την εν λόγω ένορκη δήλωση δεν καταδεικνύεται ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση έχει εκ πρώτης όψεως καλό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Αιτητών. Η Διαταγή 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στη οποία μεταξύ άλλων στηρίζετο η αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφέρει τα ακόλουθα: «επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίηση του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (η) της Δ.6, Θ.1 και ο Αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και είναι κατάλληλη για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. Δ.6 Θ.4)». Όπως προκύπτει από τη νομολογία όπου υπάρχουν Εναγόμενοι εκτός δικαιοδοσίας, μόνο μετά από εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.6 θ.1 μπορούν να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων (βλ. Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1ΓΑ.Α.Δ.1765,ANS Secretaries Ltd v. Orianda Management κ.α., Πολ. Έφ. 362/09, ημερ. 3.7.2014). Δεν αρκεί η πίστη των ενόρκως δηλούντων για ύπαρξη καλής υπόθεσης αλλά επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία και το Δικαστήριο για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6 θ.1, θα πρέπει να προσφέρεται πλήρης και λεπτομερής ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (βλ. επίσης υπόθεση Ναυτοδικείου Amathus Ltd ν. Concord Liners κ.α.
(1993)1 A.A.Δ 1030 στη σελ. 1034). Εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση (βλ. υπόθεση Her Brit. Maj. Seer, of State for Defence v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ 995) και το ζήτημα κατά πόσο αποκαλύπτεται βάση αγωγής κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας αίτησης και εξετάζοντας κατ΄ αρχήν τον ισχυρισμό ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη γιατί ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή γνώσης του και δεν αναφέρει ότι οι Αιτητές είναι κάτοικοι εξωτερικού δεν με βρίσκει σύμφωνη. Όπως προκύπτει η ένορκος δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 27.01.2016 έγινε από τον Ενάγοντα, τον καταλληλότερο υπό τας περιστάσεις κατά την κρίση μου ομνύοντα και γνώστη των γεγονότων. Διαπιστώνω περαιτέρω ότι στην παράγραφο 6 της Ένορκης Δήλωσης αναφέρεται ευθέως ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 (Αιτητές) είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού, το οποίο σαφώς και προκύπτει και από το αιτητικό της υπό αναφορά αίτησης στο οποίο γίνεται αναφορά ότι αυτοί έχουν μόνιμη διεύθυνση στην Ελλάδα. Ανατρέχοντας περαιτέρω στο κείμενο της Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 27/1/2016 κρίνω ότι σ΄ αυτή περιέχονται, στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο της αίτησης για έκδοση και επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, αναφορές στις αστικές ευθύνες που καταλογίζονται στους Αιτητές , ενώ από τα στοιχεία και Τεκμήρια που παρατίθενται παραπέμπουν σε ισχυρισμό του Καθ'ού η Αίτηση για εμπλοκή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, μέλη του οποίου ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και οι Αιτητές στην έκδοση εμπιστευτικού ενημερωτικού δελτίου το οποίο ήταν ανακριβές και παραπλανητικό , επιτρέποντας την πώληση των αξιογράφων. Σε κάθε περίπτωση εάν ο Καθ'ού η Αίτηση αποδείξει τους ισχυρισμούς του ως αναφέρονται στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης ευθύνη ενδεχομένως να μπορεί να αποδοθεί τους Αιτητές και ως εκ τούτου ορθά κατά την κρίση του το Δικαστήριο που επιλήφθηκε την υπόθεση, με άλλη σύνθεση, επέτρεψε την Δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επεκταθεί ώστε να επιδοθεί το Κλητήριο Ένταλμα στους Αιτητές που βρίσκονται στο εξωτερικό. Επί του τρίτου πυλώνα της Αιτήσεως ήταν περαιτέρω η θέση των Αιτητών ότι ο Καθ΄ου η αίτηση απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, επειδή απέκρυψε ότι στο Τεκμήριο 6 υπάρχει ρητή αναφορά στο ότι τα αξιόγραφα θα εισάγονταν στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και δεν επεξήγησε γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός αυτό. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι ο Ενάγων παρέλειψε να επεξηγήσει γιατί στρέφετο εναντίον πέντε από τα δεκατέσσερα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 αλλά και αναφορές σε παραλείψεις για το ύψος έγκρισης αγοράς των αξιογράφων. Περαιτέρω επισημαίνεται παράλειψη υπόδειξης ότι το Τεκμήριο 5 που συνοδεύει την Ένορκη Δήλωση εγκρίθηκε από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Διαφωνώ με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Ο Καθ΄ου η αίτηση στη ένορκο δήλωση του ημερομηνίας 27/01/2016 επεσύναψε τόσο το Τεκμήριο 5 όσο και το Τεκμήριο 6 συνεπώς ουδέν απέκρυψε από το Δικαστήριο. Το παράπονο των Αιτητών ενδεχομένως να είχε έρεισμα εάν αυτα τα έγγραφα δεν αποκαλύπτονταν. Περαιτέρω η μη συμπερίληψη όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγόμενης 1 ως Εναγόμενους, δεν διαφοροποιεί, με οποιοδήποτε τρόπο ότι, με τα όσα αναφέρθηκαν από τον Καθ'ού η Αίτηση, δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον των Αιτητών και ως εκ τούτου δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί για απόκρυψη γεγονότων από τον Ενάγοντα που να δικαιολογεί μάλιστα το δραστικό μέτρο ακύρωσης του εν λόγω διατάγματος. Ο Ενάγοντας είναι ελεύθερος να επιλέξει τους Εναγόμενους εναντίον των οποίων θα κινηθεί και η επιλογή του να αποκλείσει συγκεκριμένους Εναγόμενους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δύναται να του στερήσει το δικαίωμα να ενάγει άλλα απρόσωπα. Αυτό το επιχείρημα είναι παντελώς αβάσιμο. Με αυτά τα δεδομένα ο τρίτος πυλώνας της Αίτησης ως έχει αναλυθεί ανωτέρω απορρίπτεται συλλήβδην. H Δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων Θα προχωρήσω να εξετάσω τον πρώτο πυλώνα της Αίτησης σε σχέση με την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την υπό αναφορά υπόθεση. Στο στάδιο αυτό ότι θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία για εκδίκαση της παρούσας αγωγής με δεδομένο ότι Αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι που διαμένουν μόνιμα στην Ελλάδα η οποία είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης . Με δεδομένη την εμπλοκή, ως Εναγομένων, προσώπων τα οποία φέρεται να έχουν την κατοικία τους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, ευλόγως εγείρεται ζήτημα εφαρμογής του ΕΚ 1215/12 ο οποίος διέπει τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Ο ΕΚ 1215/12 έχει αντικαταστήσει τον ΕΚ 44/01, και ο πρώτος τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση καθότι η παρούσα Αγωγή καταχωρίστηκε μετά τις 10.1.15, και συγκεκριμένα στις 29.6.15. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω ο ΕΚ 1215/12, όπως και όλοι οι Ευρωπαικοί κανονισμοί, έχει επαυξημένη νομική ισχύ έναντι των διατάξεων του εθνικού δικαίου με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 1Α του Συντάγματος (βλ. υπόθεση Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd (πιο πάνω) Σημειώνεται δε πως σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κανονισμού 1215/12, πρόσωπα τα οποία έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο με βάση τους κανόνες των άρθρων 2-7 του ίδιου Κανονισμού. Το άρθρο 7 του Κανονισμού 1215/12 κάτω από τον τίτλο «Ειδικές Δικαιοδοσίες» προνοεί τα ακόλουθα: α)ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: — εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, — εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)· 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός· 3) σε περιπτώσεις αγωγής αποζημίωσης ή αγωγής αποκατάστασης της προτέρας κατάστασης που θεμελιώνεται σε αξιόποινη πράξη, ενώπιον του δικαστηρίου όπου ασκείται η ποινική δίωξη, κατά το μέτρο που σύμφωνα με το δίκαιό του το δικαστήριο αυτό μπορεί να επιληφθεί της πολιτικής αγωγής· Το εν πιο πάνω άρθρο 7.2 είναι αντικατάσταση του άρθρου 5.3 του ΕΚ44/2001 τον οποίο ο ΕΚ1215/12 αντικατέστησε. Το άρθρο 5.3. του ΕΚ44/2001 προνοούσε τα ακόλουθα: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1. .. 2. .. 3. ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός» Το άρθρο 5.3 του ΕΚ44/2001 έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση Powertools Electro Srl v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε., Πολ. Έφ. 320/09, ημ. 23.10.13, ως εξής: «Το άρθρο 5
(3)προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης αγωγής σε άλλο κράτος μέλος ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιωνεί (sic) αδικοπραξίας ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου επεσυνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Στο βαθμό λοιπόν που η αγωγή βασίζεται σε αδικοπραξίες, δικαιοδοσία έχει η χώρα στην οποία έγινε ή δημιουργήθηκε η αδικοπραξία, με αποτέλεσμα πρόσωπο που κατοικεί σε έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στην υπόθεση C-189/97, Athanasios Kalfelis v. Bankhaus Schroder
(1988)ECR 5565 αποφασίστηκε, με την τότε σε ισχύ Συνθήκη των Βρυξελλών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ότι οι λέξεις "matters, relating to a tort, delict or quasi-delict" άρθρο 5
(3), καλύπτει όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές. . Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ) ημερ. 16.7.2009, Αρ. C-189/08, Zuid-Chemie BV κατά Philippo΄s Mineralenfabriek NV/SA, την οποία παρέθεσε ο κ. Αγγελίδης, αποφασίστηκε ότι: «23. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση κατά την οποία ο τόπος όπου έλαβε χώρα το γεγονός που δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου το γεγονός αυτό προκάλεσε ζημία, η περιλαμβανόμενη στο άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο του αιτιώδους γεγονότος, οπότε ο εναγόμενος δύναται να εναχθεί, κατ΄ επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου τόπου (Τονισμός Δικός μου.)» Περαιτέρω ο ΕΚ1215/12 προνοεί για Αποκλειστική Δικαιοδοσία σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Σχετικό είναι το άρθρο 24 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Τα ακόλουθα δικαστήρια κράτους μέλους έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία των διαδίκων: 1) σε υποθέσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα δικαστήρια του κράτους μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου. Πάντως, σε υποθέσεις μισθώσεων ακινήτων που συνάπτονται για προσωρινή ιδιωτική χρήση μέγιστης διάρκειας έξι συνεχών μηνών, έχουν επίσης διεθνή δικαιοδοσία τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εφόσον ο μισθωτής είναι φυσικό πρόσωπο και ο ιδιοκτήτης και ο μισθωτής έχουν την κατοικία τους στο ίδιο κράτος μέλος· 2) σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο το κύρος της σύστασης, ακυρότητας ή λύσης εταιρειών ή άλλων νομικών προσώπων ή ενώσεων φυσικών ή νομικών προσώπων ή το κύρος αποφάσεων των οργάνων τους, τα δικαστήρια του κράτους μέλους στο οποίο η εταιρεία, το νομικό πρόσωπο ή η ένωση έχουν την έδρα τους. Προκειμένου να καθορισθεί η έδρα, το δικαστήριο εφαρμόζει τους ιδιωτικού διεθνούς δικαίου κανόνες του·» Τονισμός δικός μου. Υπάρχει μια περαιτέρω πρόνοια στον Κανονισμό 1215/12 και συγκεκριμένα στο άρθρο 8 που προνοεί για τον κίνδυνο έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων. Το λεκτικό του άρθρου έχει ως ακολούθως: «Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους·" (Τονισμός Δικός μου) Στην υπόθεση Sevegep Ltd v. United Transport κ.α.
(1989)1 ΑΑΔ 729, λέχθηκε ότι το θέμα της δικαιοδοσίας κρίνεται στη βάση της έκθεσης απαίτησης και των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάσταση επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (βλ. επίσης Demstar Ltd v. Zim Navigation Co Ltd
(1996)1 AAD 597, Sait Electonic S.A. από Βρυξέλλες ν. The Ship "Dominique" and 2 others
(1989)1(E) AAΔ 365 ). Εντός του φακέλου του Δικαστηρίου υπάρχει μόνο το κλητήριο ένταλμα που είναι γενικά οπισθογραφημένο και η έκθεση απαίτησης του Καθ'ού η Αίτηση που καταχωρήθηκε στις 8/4/14 και επομένως ουσιαστικά μόνο από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης του Καθ'ού η Αίτηση και την ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση για υποκατάσταση επίδοση εκτός δικαιοδοσίας το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει και να αποφασίσει το θέμα δικαιοδοσίας. Επομένως το θέμα της δικαιοδοσίας θα εξεταστεί με βάση τις σχετικές πρόνοιες του ΕΚ 1215/12 ενόψει της αίτησης αλλά και ως θέμα δημόσιας τάξης, στο στάδιο αυτό που εγείρεται από τους Αιτητές και με βάση το υλικό που υπάρχει στη διάθεση του Δικαστηρίου. Η έκθεση απαίτησης του Καθ'ού η Αίτηση είναι ένα πολυσέλιδο έγγραφο που περιγράφει με λεπτομέρεια την βάση της αγωγής του. Πρόκειται για ισχυρισμούς για δόλο και απάτη, ψευδών παραστάσεων και μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων έναντι της Εναγομένης 1 και μεταξύ άλλων των Αιτητών ως αξιωματούχων της. Περαιτέρω ο Καθ'ού η Αίτηση αποδίδει στην Εναγόμενη 1 και μεταξύ άλλων στους Αιτητές συμπεριφορά ανεπίτρεπτου επηρεασμού (undue influence). Στις παραγράφους 26 και 27 επίσης αναφέρεται ευθύνη της Eναγομένης 1 και των Αιτητών για αμέλεια σε σχέση με τις συμβουλές που του έδωσαν ως Σύμβουλοι της. Στην παράγραφο 33 της έκθεσης απαίτησης υπάρχουν ισχυρισμοί περί συνομωσίας. Οι παράγραφοι 34 και 35 επίσης αναφέρουν ως βάση αγωγής έναντι των Εναγομένων, μεταξύ των οποίων και των Αιτητών, ψευδείς παραστάσεις, παραβίαση νόμιμων καθηκόντων, μη αποκάλυψη γεγονότων και έκδοση παραπλανητικών εγγράφων και μνημονίων και στην παράγραφο 41 της έκθεσης απαίτησης ο Καθ'ού η Αίτηση εξειδικεύει τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί. Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα πάντα με την έκθεση απαίτησης, έλαβαν χώρα εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Περαιτέρω και επικουρικά με τα πιο πάνω υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης επίκληση σύμβασης που έγινε στην Κύπρο μεταξύ Καθ'ού η Αίτηση και Εναγομένης 1 της οποίας οι Αιτητές ήταν διοικητικοί σύμβουλοι και αξιωματούχοι κατά τον επίδικο χρόνο. Περαιτέρω υπάρχουν ισχυρισμοί και σε ότι αφορά τις αποφάσεις που λήφθηκαν από την εναγομένη 1 που είναι πρόσωπο νομικό με έδρα την Κύπρο και της οποίας είναι ισχυρισμός του ενάγοντα ότι οι Αιτητές ως αξιωματούχοι της έχουν ευθύνη. Υπάρχει επίσης σαφής ισχυρισμός ότι συνεπεία της αμέλειας που με λεπτομέρεια περιγράφεται στην έκθεση απαίτησης μεταξύ άλλων και των Αιτητών ως αξιωματούχων της εναγομένης 1, ο Καθ'ού η Αίτηση υπέστη ζημιά στην Κύπρο. Σημειώνω, επίσης ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Καθ'ού η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 27/1/2016 υπάρχει σαφής αναφορά ότι η αξίωση του εναντίον μεταξύ άλλων των Αιτητών είναι για παράβαση σύμβασης που υπεγράφη στην Κύπρο και αστικά αδικήματα και ότι οι Αιτητές ως εκτελεστικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 1 την επίδικη περίοδο είναι αναγκαίοι διάδικοι. Θεωρώ από τα πιο πάνω ολοφάνερο ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΕΚ 1215/12 με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία στο στάδιο που ζητείται από τους Αιτητές η διαπίστωση δικαιοδοσίας, έχει αποδειχθεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής σε ότι τους αφορά. Εδώ πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι θα μπορούσε γίνει επίκληση της Αποκλειστικής Δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων με βάση το άρθρο 24 του ΕΚ1215/12 εφόσον με την παρούσα αγωγή υπάρχει, έστω και εμμέσως αμφισβήτηση της ορθότητας της απόφασης της Εναγομένης 1 να δημοσιεύσει ενημερωτικό δελτίο και πρόσκληση για εγγραφή για την αγορά αξιογράφων κεφαλαίου και εισαγωγή τους στο ΧΑΚ, με δεδομένο 'οτι η Εναγομένη 1 έχει την έδρα της στην Κύπρο. Σε τέτοια δε περίπτωση που τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, νοείται ότι δεν χρειάζεται να αποδειχθεί οτιδήποτε άλλο. Περαιτέρω είναι η θέση μου ότι μπορούν να επικληθούν και οι πρόνοιες του άρθρου 8 του ΕΚ 1215/12 σύμφωνα με το οποίο πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί ενώπιον Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους αφού υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους. Όπως φαίνεται από το φάκελο η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον 12 Εναγομένων, οι πλείστοι εκ των οποίων είναι στην Κύπρο. Τα θέματα που εγείρει η παρούσα αγωγή αφορούν και τους 12 Εναγόμενους, είναι κοινά, και επομένως θεωρώ ότι με βεβαιότητα μπορεί να λεχθεί ότι ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως οι αγωγές εναντίον όλων των Εναγομένων για να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από ξεχωριστή εκδίκασή τους. Αποτελεί κοινό έδαφος πως οι Αιτητές έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα. Είναι εν κατακλείδι η θέση μου ότι η βάση αγωγής του Καθ'ού η Αίτηση ότι σύμφωνα με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης του αποκαλύπτει ότι υπάρχει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή με βάση τον ΕΚ 1215/12. Προκύπτει σαφώς ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού μπορεί να ενταθεί κάτω από πολλά άρθρα του νέου Κανονισμού 1215/12 αφού η Έκθεση Απαίτησης η οποία συνθέτει και τα γεγονότα της απαίτησης του Ενάγοντα κάνει λόγο σε ότι αφορά τους Αιτητές σε σχέση με τις αποφάσεις που έλαβαν ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 1, εταιρείας που έχει την έδρα της στην Λευκωσία , συνεπώς δύναται να ερμηνευθεί ότι εμπίπτει κάτω από τις διατάξεις του άρθρου 24 το οποίο δίνει αποκλειστική δικαιοδοσία στα Δικαστήρια του κράτους Μέλους όπου η εταιρεία έχει την έδρα της, στην παρούσα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας . Το θέμα όμως της δικαιοδοσίας δεν τελειώνει εδώ , αφού εάν διαπιστωθεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, εκτός από την περίπτωση που τίθεται θέμα αποκλειστικής δικαιοδοσίας, θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι το κατάλληλο forum για να εκδικαστεί η παρούσα αγωγή ή κατά πόσο οι αρχές που διέπουν το θέμα εξέτασης και διαπίστωσης του forum conveniens δείχνουν ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια είναι το κατάλληλο forum, το οποίο μας οδηγεί στην εξέταση του δεύτερου πυλώνα της Αίτησης. Μελετώντας την επιχειρηματολογία των Αιτητών δε έχω διαπιστώσει κανένα ισχυρισμό από μέρους των Αιτητών για ικανοποίηση του Αιτήματος τους ή ισχυρισμό που να μπορεί να στοιχειοθετήσει της θέσης τους περί καταλληλότερου ή αρμοδιότερου Δικαστηρίου Σύμφωνα με την νομολογία η ύπαρξη καταλληλότερης δικαιοδοσίας αποφασίζεται στη βάση διαφόρων παραγόντων μεταξύ των οποίων το στοιχείο του εφαρμοστέου δικαίου στην διαφορά, αριθμό και προέλευση μαρτύρων, τη δικαιοδοσία με την οποία η αγωγή έχει το στενότερο αλλά και πλέον αποτελεσματικό σύνδεσμο, την δικαστική δαπάνη και την ευχέρεια διεξαγωγής της δίκης. Η πλήρης διασταση της Νομολογίας αναλύθηκε στην αναθεωρητική έφεση Zeeland Navigation Company Ltd v. Banque Worms
(2000)1(B) ΑΑΔ 707 όπου έγινε μια συνοπτική παρουσίαση των κανόνων αυτών για την εφαρμογή του forum non conveniens. Η πιο κάτω περικοπή είναι σχετική: «Α. Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των δικαστηρίων δυο τουλάχιστον χωρών στο καθένα από τα οποία είναι δυνατή η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής. Αναπόφευκτα, ο ενάγων έχει τον πρώτο λόγο και πιθανότατα η επιλογή του συναρτάται με τα δικά του ελατήρια. Όμως είναι εδώ που διαδραματίζει το ρόλο της η παραπάνω αρχή, που διατυπώνεται ως εξής στη Spiliada, ανωτέρω, σελ. 854: "The basic principle is that a stay will only be granted on the ground of forum non conveniens where the court is satisfied that there is some other available forum, having competent jurisdiction, which is the appropriate forum for trial of the action, ie in which the case may be tried more suitably for the interests of all the parties and the ends of justice." Β.Ο εναγόμενος σε κάθε περίπτωση βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το δικαστήριο ότι επιβάλλεται αναστολή. Πρέπει πρόσθετα να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum, αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο. Παραδείγματα ύπαρξης της προϋπόθεσης αυτής είναι οι υποθέσεις: The Atlantic Star
(1973)2 All E.R. 175 (Βέλγιο), McShannon v. Rockware Glass Ltd.
(1978)1 All E.R. 625 (Σκωτία), Trendex Trading Corporation v. Credit Suisse
(1981)3 All E.R. 520 (Ελβετία), The Αbidin Daver
(1984)1 All E.R. 470 (Tουρκία) και Μuduroglu v. TC Ziraat Bankasi
(1986)3 All E.R. 682 (Τουρκία). Στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο, ύστερα από εξονυχιστική επισκόπηση της προηγούμενης νομολογίας, επεξήγησε ότι οι κανόνες που καθιέρωσε η νομολογία δεν θεωρούνται και δεν πρέπει να ερμηνεύονται με την αυστηρότητα εφαρμογής νομοθετικών προνοιών. Χρήσιμη αναφορά στο θέμα μπορεί να γίνει στους Cheshire "Private International Law", 12η έκδοση, 223 και 224. Γ. Προτού σχηματίσει την κρίση του για το κατάλληλο forum, το δικαστήριο έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Σημαντικός παράγων είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. Όπως και η ύπαρξη εχέγγυων στο εναλλακτικό forum για καλή απονομή της δικαιοσύνης. Άλλοι παράγοντες αφορούν τους μάρτυρες, την ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης, ή συνδέονται με τις δαπάνες που συνεπάγεται. Δεν υπάρχει όμως εξαντλητικός κατάλογος των κριτηρίων όπως παρατηρεί το δικαστήριο στη Spiliada. O Λόρδος δικαστής Templeman, στη σελ. 846 αναφέρει: "Τhe factors which the court is entitled to take into account in considering whether one forum is more appropriate are legion. The authorities do not, perhaps cannot, give any clear guidance as to how these factors are to be weighed in any particular case...." Στη συνέχεια, στην ίδια υπόθεση, απαριθμούνται μερικοί παράγοντες: "the availability of witnesses......, the law governing the relevant transaction ....., the places where the parties respectively reside or carry on business, and whether the plaintiff "can obtain justice in the foreign jurisdiction." To σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι, πρέπει να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο με το οποίο "η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο (that with which the action has the most real and substantial connection.). Βλ. απόφαση του Λόρδου Keith στην Abidin Daver, ανωτέρω, σελ. 479.» Περαιτέρω στο σύγγραμμα Cheshire "Private International Law", 12η έκδοση, 223 και 224., αναφέρονται στα κριτήριαμε βάση τα οποία σχηματίζεται η κρίση του δικαστηρίου: "In ascertaining whether there is a clearly more appropriate forum abroad, the search is for the country with which the action has the most real and substantial connection. The court will look for connecting factors "and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction ....., and the place where the parties respectively reside or carry on business." Στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές στους οποίους μετατοπίζεται το βάρος απόδειξης να αποδείξουν ότι υπάρχει καταλληλότερο forum αλλού, εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη καταλήξει ότι υπάρχει δικαιοδοσία στα κυπριακά δικαστήρια να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή δεν το έχουν αποσείσει και ομοίως με τα προηγούμενα αιτητικά τους το Αιτητικό τους υπ'αριθμόν 3 απορρίπτεται. Κατάληξη Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο απόκλισης της αρχής ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα συνεπώς τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 6 & 9 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν ΦΠΑ, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής (Υπ). ................. Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.