← Κύπρος

F.N.K. STEEL INDUSTRIES LTD ν. Ρ.Κ. PANAYI STEEL TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 4128/16, 16/2/2017

F.N.K. STEEL INDUSTRIES LTD ν. Ρ.Κ. PANAYI STEEL TRADING LTD, Αρ. Αγωγής: 4128/16, 16/2/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A88 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4128/16 Μεταξύ: F.N.K. STEEL INDUSTRIES LTD Ενάγοντες/ Αιτητές Και Ρ.Κ. PANAYI STEEL TRADING LTD Εναγόμενοι/ Καθ' ων η αίτηση Αίτηση ημερομηνίας 19/9/16 για Έκδοση Συνοπτικής Απόφασης Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες- Αιτητές: κος. Α.Χάσικος Για Εναγόμενους- Καθ΄ ων η Αίτηση: κος Σ.Αργυρού Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή Με αίτηση ημερομηνίας 19/9/2016 οι Ενάγοντες - Αιτητές («oι Ενάγοντες») αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση («οι Εναγόμενοι»). Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18, Θ1 - 2 και 9(α), στη Δ.48, Θ.Θ. 1-4 και

  1. Η Απαίτηση Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες απαιτούν από τους Εναγομένους το ποσό των €20,772,59 «δια συμφωνηθείσα και/ή εύλογο και/ή τρέχουσα αξία πωληθείσας και παραδοθείσας ποσότητας σωλήνων και/ή άλλων συναφών ειδών που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους και/ή κατ'εντολήν των Εναγομένων και/ή δυνάμει χρεωστικού λογαριασμού και/ή δυνάμει υπολοίπου τιμολογίων και/ή άλλως πως». Κατά τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες των Εναγόντων και οι τελευταίοι τους προμήθευαν με διάφορα είδη σωλήνων δικής τους κατασκευής. Οι Εναγόμενοι διατηρούσαν λογαριασμό με τους Ενάγοντες και οι τελευταίοι εξέδιδαν τιμολόγια μετά από κάθε παράδοση εμπορευμάτων. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν όπως οι Εναγόμενοι ταυτόχρονα με την παραλαβή των εμπορευμάτων και όχι σε περίοδο που ξεπερνούσε τις 60 ημέρες από την έκδοση των τιμολογίων να πληρώνουν την εκάστοτε οφειλή τους. Κατά την 22/8/2016 ο λογαριασμός που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι με τους Ενάγοντες έκλεισε και παρουσίαζε υπόλοιπο €20,772,
  2. Οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 19/7/2016 με την οποία καλούσαν σε εξόφληση των οφειλομένων τους Εναγόμενους αλλά οι τελευταίοι παρέλειψαν την πληρωμή του. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 13/9/2016 και υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 19/9/
  3. Η μαρτυρία των Ενάγοντων Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Χάρη Μίλλα προϊστάμενου του λογιστηρίου και υπεύθυνου για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών των Εναγόντων , ο οποίος δηλώνει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην υποστηρικτική της Αιτήσεως ένορκο δήλωση. Εξηγεί επί τούτου ότι στο λογιστήριο της εταιρείας φυλάττονται όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία είναι στην φύλαξη και τον έλεγχό του και έχει την ευθύνη της παρακολούθησης των λογαριασμών στους οποίους περιλαμβάνεται και αυτός των Εναγομένων. Επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων σε σχέση με τους όρους συνεργασίας των μερών και αναφέρει ότι για κάθε προμήθεια προϊόντων οι Ενάγοντες εξέδιδαν στους Εναγόμενους τιμολόγια. Σύμφωνα με τον ομνύοντα : i. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι οι Εναγόμενοι υποχρεούνται να πληρώνουν την εκάστοτε οφειλή τους εντός 60 ημερών από της εκδόσεως των τιμολογίων. ii. Οι Εναγόμενοι κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας δεν πλήρωσαν τα τιμολόγια των μηνών Απριλίου, Μαΐου και Ιουνίου 2016, εντός 60 ημερών από την έκδοση τους. Τα σχετικά τιμολόγια επισυνάπτονται ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση του ομνύοντα. iii. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 19/7/2016 ζήτησαν την άμεση εξόφληση τους αλλά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να το πράξουν. Η σχετική επιστολή επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση του ομνύοντα ως Τεκμήριο
  4. iv. Ο ομνύων επισυνάπτει περαιτέρω στην Ένορκη του Δήλωση την κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων ως Τεκμήριο
  5. Αναφέρει στην κατακλείδα του ότι περιορίζει την απαίτηση του κατά €1.000 τα οποία οι Εναγόμενοι πλήρωσαν έναντι του χρέους τους στους Ενάγοντες μετά την έγερση της αγωγής με επιταγή την οποία επίσης επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 στην Ένορκη του Δήλωση εκφράζοντας παράλληλα την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση από πλευράς Εναγομένων και ζητά την έκδοση απόφασης υπέρ των Εναγόντων με έξοδα. Ένσταση και μαρτυρία των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ειδοποίηση περί προθέσεως Ενστάσεως « η Ένσταση» στις 14/12/
  6. Οι συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης που προβάλουν είναι οι ακόλουθοι:
  7. Ο Ενάγων- Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής και κατά επέκταση της παρούσας αίτησης λόγω κωλύματος εξ υποσχέσεως (promissory estoppel) και/ή εκ της συμπεριφοράς αυτού (estoppel by conduct). Η αγωγή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, εκδικητική και κακόβουλη.
  8. Διαζευκτικά, ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν εκθέτει όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώ τα γνωρίζει και /ή οφείλει να τα Θέσει ενώπιων του Δικαστηρίου δεν παρέχει τα απαραίτητα γεγονότα για τη Θεμελίωση της Απαίτησης και/ή δεν αποκαλύπτουν και/ή ότι έχει πληρωθεί μεγάλο μέρος του αιτούμενου ποσού και/η ότι δεν υπάρχει παράβαση οιουδήποτε συμβατικού όρου.
  9. Η καθ' ης η αίτηση έχει προβεί σε εξόφληση και/ή έχει υπάρξει συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι στον Ενάγοντα — Αιτητή.
  10. Η καθ' ης η αίτηση έχει καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα Υπεράσπιση, την οποία δικαιούται να προβάλει κατά τον δέοντα τρόπο στην ακρόαση της Αγωγής.
  11. Η καθ' ης η αίτηση έχει καλή Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών Θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του διευθυντή της, κ. Παναγιώτη Παναγή και σε καμία περίπτωση δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης.
  12. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια δεν είναι νομικά και ουσιαστικά επαρκή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  13. Η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση.
  14. Η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά, καταπιέστηκα, με μοναδικό σκοπό να στερήσει την Εναγόμενη να υπερασπιστεί τη Θέση της. Η Ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Θ.1-Θ.6 και 9(α), Δ.48, ΘΘ.1-9, επί του Άρθρου 30 του Κυπριακού Συντάγματος, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 Α. 19, 24 και του Μέρους ΧΙ, Άρθρο 2 και 7 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαικού Κοινοβουλίου αι του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις επί του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, επί των αρχών του δικαίου της επιείκειας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Παναγιώτη Παναγή, διευθυντή των Εναγομένων και δεόντως εξουσιοδοτημένου ατόμου να προβεί στην υποστηρικτική της Ενστάσεως Ένορκη Δήλωση. Ο ομνύων, υιοθετεί τους λόγους Ένστασης ενώ παραδέχεται τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 7 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα οι Εναγόμενοι με τους Ενάγοντες έχουν συνεργασία από το 1992 και οι Ενάγοντες προμήθευαν τους Εναγόμενους με προϊόντα δικής τους κατασκευής. Υπήρχε συνήθης πρακτική μεταξύ των διαδίκων οι πληρωμές στους Ενάγοντες να γίνονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και ως αναφέρει ουδέποτε πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ζητήθηκε η καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού που οι Εναγόμενοι όφειλαν στους Ενάγοντες. Αρνείται τα όσα αναφέρει ο ομνύων στην Αίτηση περί υποχρέωσης εξόφλησης των τιμολογίων εντός 60 ημερών από της εκδόσεως τους και αναφέρει ότι ήταν συνεπής στις πληρωμές του επί μηνιαίας βάσης αλλά πάντα υπήρχε υπόλοιπο με τους Ενάγοντες το οποίο σε κάποια στιγμή ξεπέρασε τις 300.000,00 (Τριακόσιες χιλιάδες ευρώ). Προς υποστήριξη της θέσης του καταθέτει ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη του Δήλωση Δέσμη καταστάσεων του λογαριασμού των Εναγομλένων. Αναφέρει ότι το οφειλόμενο ποσό μειώθηκε κατά €2.500,00 από την καταχώρηση της αγωγής με την πληρωμή ποσού €1000,00 με επιταγή η οποία πληρώθηκε την 19/9/2016 και περαιτέρω με την πληρωμή 3 δόσεων €500 εκάστης στις 3/10/16, 07/11/2016 και 5/12/2016, για τα οποία οι Ενάγοντες εξέδωσαν αποδείξεις τις οποίες επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 στην Ένορκη του Δήλωση. Εκφράζει δε την πεποίθηση ότι τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτίθενται από τον προϊστάμενο Λογιστηρίου που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων αποτελούν προϊόν και/ή μεθοδευμένη και/ή εκβιαστική ενέργεια εκ μέρους των Εναγόντων, με σκοπό να αποσπάσουν το οφειλόμενο ποσό εφάπαξ σε μία προσπάθεια να δημιουργήσουν οικονομικό πρόβλημα αφού, ως αναφέρει, γνωρίζουν ότι η δουλειά των Εναγομένων είναι επί πιστώσει με όλους τους εμπόρους. Επισημαίνει δε ότι η σχέση των Εναγομένων με τους Ενάγοντες κλονίσθηκε ισχυρά τόσο στο παρελθόν όσο και πρόσφατα ένεκα της αντίδρασης των Εναγομένων, οι οποίοι εξέφρασαν την δυσαρέσκεια τους στους Ενάγοντες ως προς τη τιμολόγηση και τις υπηρεσίες που τους παρείχαν. Αναφέρει δε ότι προέβηκε σε ενέργειες για να διευθέτηση του χρέους των Εναγομένων μετά την λήψη της επιστολής των Εναγόντων ημερομηνίας 19/07/2016, ενέργειες τις οποίες οι Ενάγοντες αγνόησαν επιδεικτικά και εκδικητικά καταχωρώντας την παρούσα Αγωγή, αποκρύπτοντας από Δικαστήριο ότι οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε πληρωμές τις οποίες αποδέχονται αφού έτσι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους. Περαιτέρω αναφέρει επικουρικά ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να καταχωρήσουν ανταπαίτηση για ζημιές που υπέστηκαν στην φήμη και την πελατεία τους επειδή δεν μπόρεσαν να τους προμηθεύσουν συμφωνηθέντα προϊόντα. Εξηγεί δε ότι κατά την τελευταία φορά που μετέβηκε όχημα των Εναγομένων για να φορτώσει συμφωνηθέντα προϊόντα από τις αποθήκες των Εναγόντων τον Ιούνιο του 2016, οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να τους προμηθεύσουν με την δικαιολογία ότι δεν αγοράζουν τις ποσότητες που αγοράζαν στο παρελθόν και τους ανέφεραν ότι δεν θα προμηθεύσουν ξανά προϊόντα τους στους Εναγόμενους. Επί τούτου, ο ομνύων εκφράζει την θέση ότι αποτελεί δικαίωμα της κάθε επιχείρησης να μειώνει ή να αυξάνει τις αγορές της από τους προμηθευτές της ανάλογα με τις ανάγκες της και τις τιμές των προϊόντων. Εκφράζει δε την θέση ότι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι μείωσαν τις αγορές τους από τους Ενάγοντες , αυτό δεν έδινε δικαίωμα στους τελευταίους να σταματήσουν να τους προμηθεύουν χωρίς καμιά προειδοποίηση. Στην κατακλείδα του εκφράζει την πεποίθηση ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εκδώσουν συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων, ότι οι τελευταίοι έχουν καλή Υπεράσπιση στην αγωγή και ζητά από Δικαστήριο πρέπει να επιτρέψει στους Εναγομένους να καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους και την Ανταπαίτηση τους και να ακουστούν επί των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης τα οποία οι Ενάγοντες απέκρυψαν κάτι που ως αναφέρει θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε αρμονία με το άρθρο 30 του Συντάγματος και τις σχετικές αρχές της ΕΣΔΑ. Ακρόαση Η αίτηση οδηγήθηκε αναπόφευκτα σε ακρόαση με τα μέρη να καταθέτουν και να υιοθετούν γραπτές αγορεύσεις με αναφορά στην νομολογία και τα περιστατικά της υπόθεσης. Η κάθε πλευρά αναλύει τα γεγονότα μέσα από την δική της οπτική γωνιά με αποτέλεσμα να καταλήγει σε εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα. Δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν σε αυτό το στάδιο οι ισχυρισμοί των δύο πλευρών. Αναφορά σε αυτούς θα γίνει όπου είναι απαραίτητο. Θα αναφέρω όμως ότι μελέτησα με μεγάλη προσοχή τις προβληθείσες θέσεις και επιχειρηματολογία αμφότερων των συνήγορων των μερών. Εδώ να αναφέρω ότι κατά την ημέρα της Ακρόασης η απαίτηση των Εναγόντων περιορίστηκε κατά €2.500,00 αφού έγινε παραδεκτό ότι από την καταχώρηση της αγωγής πληρώθηκαν τα ποσά των €1000,00 την 19/9/2016, των €500 την 3/10/16, των €500 την 07/11/2016 και των €500 την 5/12/
  15. Νομική Πτυχή Η Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που δεσπόζει σε τέτοιες περιπτώσεις, διαλαμβάνει ως εξής: «(α) Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land, (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Από τις πιο πάνω πρόνοιες προκύπτουν τρεις προκαταρτικές προϋποθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να εκπληρωθούν για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Πρωτίστως, το κλητήριο ένταλμα θα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο συμφώνως της Δ.2 θ.
  16. Δεύτερο, ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης και τρίτο, η αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος ή σε περίπτωση νομικού προσώπου από κάποιον, ο οποίος να είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης και ο οποίος να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα, το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι κατά την πεποίθηση του, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επισημαίνω, ότι, η παράλειψη ενός Ενάγοντα να εκπληρώσει κατά τρόπο αυστηρό τις πιο πάνω προϋποθέσεις, αφαιρεί παντελώς από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Δημητρίου v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ. 782 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417). Αν όμως ο Ενάγοντας καταφέρει να αποσείσει αυτό το βάρος, τότε το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά του Εναγομένου, ο οποίος οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή τουλάχιστον να αποκαλύψει τέτοια στοιχεία και γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην καταχωρηθείσα εναντίον του αγωγή (βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Αυγουστή κ.α v. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22 και Μεττή κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Λτδ (πιο πάνω)). Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817). Είναι μείζονος σημμασίας να λεχθεί ότι προς ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης, δεν αρκεί ο Εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης
(1983)1 CLR 333 ) Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον Ενάγοντα να πετύχει απόφαση εναντίον του Εναγομένου, χωρίς χρονοτριβή και χωρίς την ανάγκη αναμονής σε μελλοντικό χρόνο μιας επίπονης ακροαματικής διαδικασίας, νοουμένου όμως ότι ο Εναγόμενος δεν είναι σε θέση να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, άξιον εξέτασης σε μια κανονική και εφ' όλης της ύλης ακροαματική διαδικασία (βλ. Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051). Στόχο έχει η συνοπτική απόφαση την αποφυγή κωλυσιεργίας, σκοπιμοτήτων και καθυστερήσεων από ένα Εναγόμενο, στοιχεία τα οποία αντιστρατεύονται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην προκειμένη περίπτωση έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει τις προκαταρκτικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πιο συγκεκριμένα, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και καταχωρήθηκε στις 1.9.2016. Η εναγομένη καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 13.9.2016 και η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση πληροί πράγματι τις προϋποθέσεις της Δ.18, αφού υπάρχει επιβεβαίωση, από αρμόδιο άτομο,με άμεση και θετική γνώση για τα προαπαιτούμενα της συγκεκριμένης διάταξης, στην οποία επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης. Μετά την απόσειση αυτού του βάρους, το σκηνικό μεταφέρεται στην πλευρά των Εναγόμενων .Σχετική ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο Εναγόμενος είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (σελ. 1080 -1081 απόσπασμα από το Annual Practice 1967): «Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279). Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone,
(1894)A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co.
(1901)85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)». Προσεκτικότερη ανάλυση των ισχυρισμών γεγονότων που κατ' ισχυρισμόν συνθέτουν την Υπεράσπιση των Εναγομένων με οδηγεί στο συμπέρασμα να μην μπορώ να την αποδεχθώ ως αποκαλύπτουσα καλή υπεράσπιση. Οι λόγοι που με οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα είναι οι ακόλουθοι꞉ (
  1. i)Το υπόλοιπο του χρέους των Εναγόμενων δυνάμει των τιμολογίων δεν αμφισβητείται. (
  2. ii)Oι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει ενώπιον μου υπογεγραμμένα από τους πελάτες (εδώ τους Εναγόμενους) τιμολόγια (βλ. τη δέσμη ως το Τεκμήριο 1), τα οποία περιλαμβάνουν αναλυτική τιμή χρέωσης για κάθε είδος εμπορεύματος που παραδίδετο. (iii) Η παραλαβή των εμπορευμάτων που αναφέρονται στα τιμολόγια δεν αμφισβητείται από τους Εναγόμενους. (
  3. iv)H ορθότητα του περιεχομένου των τιμολογίων δεν αμφισβητείται. (
  4. v)Τα τιμολόγια είναι υπογραμμένα από τους υπαλλήλους των Εναγομένων που παραλάμβαναν τα εμπορεύματα, θέμα που επίσης δεν αμφισβητείται. Στρεφόμενη τώρα στην ουσία των ισχυρισμών των Εναγομένων φαίνεται να παρουσιάζουν ως βασική γραμμή Υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες κωλύονται εκ συμπεριφοράς να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Αναφέρουν ότι δεν ήταν όρος μεταξύ των μερών τα εκδοθέντα τιμολόγια να εξοφλούνται εντός 60 ημερών από της εκδόσεως τους ως είναι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων. Παρά ταύτα όμως είναι η θέση των Εναγομένων ότι επειδή επιθυμούσαν να είναι τυπικοί στις υποχρεώσεις τους προέβαιναν ανελλιπώς σε πληρωμή των τιμολογίων προτού παρέλθουν 60 ημέρες. Επισυνάπτουν επί τούτου ως Τεκμήριο 1 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση δέσμη καταστάσεων του λογαριασμού των Εναγόμενων με τους Ενάγοντες από το 2011 για να υποστηρίξου την θέση τους. Το Τεκμήριο όμως που επισυνάπτουν οι Εναγόμενοι δεν υποστηρίζει την θέση τους περί εξοφλήσεως των τιμολογίων εντός 1 μηνός από εκδόσεως τους. Αυτό που καταδεικνύει είναι ότι πληρώνονταν έναντι του χρέους τους διάφορα ποσά ανα τακτά χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση δείχνει ότι οι πωλήσεις των Εναγόντων στους Εναγομένους σταματούν περί τον Ιούνιο του 2016 και δείχνοντας υπόλοιπο της τάξης των €20,772.59. Στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 3 -κατάσταση λογαριασμού, η οποία ομοίως με τα τιμολόγια δεν αμφισβητείται αναγράφεται ότι «Οποιοδήποτε υπόλοιπο πέραν των εξήντα ημερών θα πρέπει να εξοφλείται». Πέραν τούτου είναι θέση των Εναγομένων ότι από την στιγμή που οι Ενάγοντες έχουν αποδεκτεί την καταβολή ποσών «έναντι του λογαριασμού» έχουν προβεί σε τέτοιες παραστάσεις και έχουν μεταβάλει την θέση τους και ως εκ τούτου κωλύονται να διεκδικήσουν όλο το ποσό καθώς και τα συμβατικά τους δικαιώματα. Ακόμα και να αποδεκτώ την θέση των Εναγομένων ότι υπάρχει κώλυμα εκ συμπεριφοράς (το οποίο οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι βασίζεται σε προφορική συμφωνία) είναι αδιαμφισβήτητο ότι η συνεργασία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων έχει λήξει (θέμα μάλιστα για το οποίο παραπονιούνται οι Εναγόμενοι ότι τους έπληξε οικονομικά) και ως εκ τούτου δεν δύναται να επιτύχει επιχείρημα ότι παρά τη λήξη της συνεργασίας υπάρχει συμφωνία που την διέπει. Οι λοιποί λόγοι Ένστασης που προβάλλονται είναι αόριστοι και γενικοί. Η δε έντονη θέση που εκφράζεται ότι η αγωγή καταχωρήθηκε καταχρηστικά για να ασκηθεί οικονομική πίεση στους Ενάγοντες δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Από τη στιγμή που το χρέος των Εναγομένων στους Ενάγοντες παραμένει αδιαμφισβήτητο δεν θεωρώ ότι μπορεί να πετύχει η προβληθείσα θέση των Εναγομένων. Η αποδοχή μιας τέτοιας θέσης θα ήταν μάλλον επικίνδυνη για το Δικαστήριο αφού στην ουσία θα κατέληγε ότι δεν έχουν οι Ενάγοντες δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Τελικώς η θέση των Εναγομένων ότι δεν έχουν αποκαλυφθεί στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας ουσιώδη γεγονότα δεν βρίσκει νομολογιακό έρεισμα στην παρούσα αίτηση και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επί της ουσίας ουδείς ισχυρισμός έχει προβληθεί στο Δικαστήριο για να καταδείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης από πλευράς Εναγομένων. Ερχόμενη στο θέμα που θίγεται ακροθιγώς από τους Εναγόμενους, αυτό της ύπαρξης ανταπαίτησης πρέπει να τονίσω ότι δεν δίνονται καθόλου εξηγήσεις για τον κατ'ισχυρισμόν τρόπο που οι Εναγόμενοι επλήγησαν οικονομικά καθώς και το ύψος της ζημιάς που υπέστηκαν. Όταν δεν καταδεικνύεται υπεράσπιση στην απαίτηση αλλά συζητήσιμη ανταπαίτηση που δεν είναι για μικρότερο ποσό από αυτό της απαίτησης, μπορεί να εκδοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα με έξοδα η εκτέλεση της οποίας να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της ανταπαίτησης (βλ. Supreme Court Practice 1999 σελ 178 και 179[1], Anglo-Italian Bank v. Wells & Davies
(1978)38 L.T. 197, Rotherham v. Priest
(1879)41 L.T. 558, Annual Practice 1961 σελ. 267 και Chitty's Queen's Bench Forms, 18 ed, 1956, σελ 141). Στην προκειμένη περίπτωση όμως οι Εναγόμενοι γενικολογούν για την ύπαρξη ανταπαίτησης. Όφειλαν να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με περισσότερες λεπτομέρειες. Καταλήγω, ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποτύχει να αποσείσουν το βάρος που έχουν στους ώμους τους για απόδειξη ότι έχουν κάποια καλόπιστη υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, έχουν αποτύχει να αποκαλύψουν με την ένορκη δήλωση που καταχώρισαν τέτοια γεγονότα επί της ουσίας της υπόθεσης, τα οποία θα μπορούσαν θεωρηθούν υπό το φως των καλά εμπεδωμένων νομολογιακών αρχών ικανοποιητικά, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τους επιτρέψει να καταχωρίσουν Υπεράσπιση. Η γενικότητα, ασάφεια και αοριστία των προβαλλόμενων εκ μέρους τους ισχυρισμών σε συνδυασμό με τα γεγονότα που οι ίδιοι παραθέτουν και κυρίως το γεγονός ότι η το ποσό απαίτησης δεν αμφισβητείται με κανένα τρόπο από τους Εναγόμενους, κρίνω ότι επιτρέπουν στο Δικαστήριο να παράσχει με ασφάλεια τη δυνατότητα στους Ενάγοντες να πάρουν συνοπτική απόφαση χωρίς τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η οποία θα οδηγήσει σε απονομή δικαιοσύνης και θα δώσει τέλος στην προβληματική κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε στις σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Η νομολογία μας επιτάσσει την αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αναπόδραστα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται απόφασης και έτσι προχωρώ στην έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €18,222,59 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. πλέον νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής δηλαδή από 1.09.2016 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της Παρούσας αίτησης καθώς και τα έξοδα της αγωγής μέχρι την ημέρα ακρόασης της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των Ενάγοντων και εναντίον των Εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής [1] Σελ. 179 - '(c) Where there is no defence to the claim but a plausible counterclaim of not less than the claim is set up, judgment should be for the plaintiff on the claim with costs, stayed until the trial of the counter-claim'. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.