ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΣΕΛΕΠΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγωγής: 1665/09, 9/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A2 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1665/09 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΤΣΕΛΕΠΟΥ Ενάγοντα και ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένου ----------------- 9 Iανουαρίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Ευσταθίου Για τον Εναγόμενο: κα Χ. Καραολίδου ------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγων με την παρούσα αγωγή ζητά από το Δικαστήριο την επιδίκαση προς όφελος του και σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας των ακολούθων ποσών: «Α. Απώλεια μηνιαίων απολαβών από 01.08.2005 μέχρι 20.12.2005 ήτοι (Λ.Κ.4224.67) €7218 Χ 3 2/3 = €26.466,00.- Β. €69766,00 - (Λ.Κ.40.832,00) φιλοδώρημα - εφ΄ άπαξ ποσό το οποίο θα έπρεπε να του καταβληθεί με τη λήξη της θητείας του. Γ. Συσσωρευμένη άδεια απουσίας που δεν χρησιμοποιήθηκε ενενήντα εργάσιμων ημερών η οποία αντιστοιχεί με τεσσερισήμισι μηνιαίες απολαβές ήτοι (Λ.Κ.4224.18-) €7218 Χ 4,5 = €32.481,00-. Δ. Απώλεια και/ή μη καταβολή 13ου €7218,00- (ΛΚ.Κ.4224,00). Ε. Συνταξιοδοτικά δικαιώματα εκ €1495,00- (Λ.Κ.875,00-) μηνιαίως.» Η αξίωση του Ενάγοντα βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση και/ή άρνηση της Εναγόμενης να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα, σε σχέση με τους όρους διορισμού του Ενάγοντα στη θέση του Προέδρου της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού και/ή με βάση τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας ένεκα της οποίας συμπεριφοράς υπέστη την πιο πάνω απώλεια και ζημιά. Πριν ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία, οι διάδικοι, εδήλωσαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: «
- Ο Ενάγων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου από το Σεπτέμβριο του 1979 και διατηρούσε γραφείο στην Πάφο.
- Κατά ή περί την 28.06.1998, μετά από απόφαση του τότε Υπουργικού Συμβουλίου διορίσθηκε πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού (Ε.Π.Α.) δυνάμει του Νόμου Περί Προστασίας του Ανταγωνισμού 207/
- Στις 20.12.2000, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, επαναδιορίστηκε πρόεδρος της Ε.Π.Α. δυνάμει του τροποποιητικού Νόμου 155(Ι)/2000, για περίοδο πέντε ετών υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
- Κατά ή περί την 23.12.2004, ο τηλεοπτικός σταθμός ΑΝΤ1, ο οποίος ήταν ενδιαφερόμενος σε διαδικασία αίτησης εξαίρεσης, ΚΟΠ και LUMIER, δυνάμει του άρθρου 5 του Νόμου 207/89, με επιστολή μέσω του δικηγορικού γραφείου Λ. Παπαφιλίππου & Σία, κατήγγειλε τον ενάγοντα και τα μέλη της Ε.Π.Α. προς το Υπουργικό Συμβούλιο ότι για τη συγκεκριμένη διαδικασία ενώπιον της Ε.Π.Α. έγινε κατάχρηση της θέσης τους και απαιτούσε την παύση τους για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
- Το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρία του ημερομηνίας 07.07.2005 εξέτασε την καταγγελία του ΑΝΤ1 και απέστειλε την ίδια μέρα στον Ενάγοντα επιστολή με την οποία τον καλούσε να απαντήσει και να δώσει λόγους για να μην παυθεί δυνάμει του άρθρου 10(στ) του Νόμου 207/
- Την 01.08.2005, σε συνεδρία του το Υπουργικό Συμβούλιο αποφάσισε την παύση του ενάγοντα για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
- Εναντίον του Ενάγοντα, καταχωρήθηκε για τα ίδια γεγονότα, ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 10866/05, του Επαρχιακού Δικαστηρίου, στην οποία εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση για την δεύτερη κατηγορία την 19.06.
- Ακολούθησε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης με αριθμό 153/2007, η οποία παραμέρισε την καταδικαστική απόφαση με απόφαση Εφετείου ημερ. 03/07/
- Με βάση τον τροποποιητικό Νόμο 155(Ι)/2000 η αντιμισθία του Προέδρου της ΕΠΑ θα ορίζεται με τον Νόμο 67(Ι)/
- Όλα δε τα άλλα ωφελήματα, άδειες απουσίας κτλ θα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Με βάση τον Νόμο 155(Ι)/2000, η αντιμισθία του Προέδρου της Ε.Π.Α. θα έπρεπε να καθορισθεί με ειδική Νομοθεσία, πράγμα που έγινε με τον Νόμο 67(Ι)/
- Με βάση το άρθρο 9Δ του Ν.155(Ι)/2000, όλα τα άλλα ωφελήματα που δεν προβλέποντο στον σχετικό Νόμο π.χ. άδεια απουσίας, φιλοδώρημα κατά τη λήξη της θητείας του, συνταξιοδοτικά δικαιώματα κτλ, δύναντο να εκαθορίζοντο στη βάση συμβολαίου που στο τέλος θα εγκρίνετο από το Υπουργικό Συμβούλιο.
- Ο Ενάγοντας μετά το διορισμό του και σε συνάντηση που είχε με τον τότε Υπουργό Οικονομικών, συζήτησε και συμφώνησε το ύψος των απολαβών του, όπως επίσης και τα λοιπά ωφελήματα. Με σχετική δήλωση ημερομηνίας 06/03/2009, εφοδίασε ο τότε Υπουργός Οικονομικών τον Ενάγοντα. Το περιεχόμενο της οποίας αμφισβητείται από τους Εναγόμενους, οι οποίοι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αντεξετάσουν.
- Γίνεται παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας διορίστηκε στη θέση του Προέδρου της ΕΠΑ στις 20.12.2000 και διατήρησε τη θέση του μέχρι τις 03/08/
- Η περίοδος απασχόλησης του ήταν 55 μήνες και 15 μέρες. Ο μαθηματικός τύπος με τον οποίο θα υπολογιζόταν η σύνταξη σε περίπτωση που θα κριθεί από το Δικαστήριο ότι ο ίδιος δικαιούται σε συνταξιοδοτικά ωφελήματα ανάλογα με αυτά στα οποία δικαιούται ο Επίτροπος Διοίκησης με βάση τις πρόνοιες του ΄Αρθρου 14 του Ν.3/1991 είναι ο ακόλουθος: Ετήσιες Συντάξιμες απολαβές κατά την ημερομηνία απόλυσης .......... €77.597,91 Υπολογισμός Ετήσιας Σύνταξης σύμφωνα με τον περί Συντάξεων του Προέδρου και των Μελών της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο Ετήσιες απολαβές * Μήνες υπηρεσίας / 400 (€77.597,91 * 55,5/400) .......... €10.766,71 Μηνιαίο ποσό σύνταξης κατά την ημερομηνία της απόλυσης το οποίο θα αρχίσει να καταβάλλεται αναθεωρημένο με τις εκάστοτε γενικές και τιμαριθμικές αυξήσεις, την επόμενη της συμπλήρωσης του 60ου έτους της ηλικίας του .............. € 897,23 Εφάπαξ ποσό: Ετήσια σύνταξη * 14/3 .. €50.244,65» Επίσης στις 26/5/16 έκαμαν παραδεκτό γεγονός ότι οι άδειες ανάπαυσης στις οποίες θα δικαιούται ο κ. Τσιέλεπος συμφωνούνται σε 70 μέρες εργάσιμες που είναι ο μέγιστος αριθμός μεταφερομένων αδειών των δημοσίων υπαλλήλων. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι σε συνάντησή του με τον τότε Υπουργό Οικονομικών, με σκοπό να του επεξηγηθούν τα επιπλέον ωφελήματα πέραν της μισθοδοσίας, του ελέγχθη και προφορικά συμφωνήθηκε, ότι τα επιπλέον ωφελήματα θα ήταν ανάλογα με τα ωφελήματα που απολάμβαναν οι λοιποί κρατικοί αξιωματούχοι όπως π.χ. ο Επίτροπος Διοικήσεως και προς τον σκοπό τούτο θα ετοιμάζετο σχετικό συμβόλαιο που θα τα προνοούσε. Ο Εναγόμενος στην υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας μετά τον διορισμό του στις 20.12.2000 κλήθηκε στο γραφείο του τότε Υπουργού Οικονομικών με τον οποίο συζητήθηκαν και συμφωνήθηκαν το ύψος των οικονομικών του απολαβών, μισθοδοσία και λοιπά ωφελήματα, τα οποία θα ήταν ανάλογα με άλλους κρατικούς αξιωματούχους και συγκεκριμένα της Επιτρόπου Διοικήσεως. Με βάση το Νόμο 155(Ι)/2000 η μισθοδοσία του προέδρου της ΕΠΑ θα έπρεπε να καθοριστεί με ειδική νομοθεσία, πράγμα που έγινε με το Νόμο 67
(1)/
- Όλα τ΄ άλλα ωφελήματα που δεν προβλέποντο από τον Νόμο, π.χ. άδεια απουσίας, φιλοδώρημα κατά τη λήξη της θητείας του, συνταξιοδοτικά δικαιώματα κ.λ.π. θα εκαθορίζοντο με συμβόλαιο που στο τέλος θα εγκρίνετο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Αναφορικά με την αναλογία επί του 13ου μισθού του Ενάγοντα για την περίοδο Ιανουαρίου - Ιουλίου του 2005 ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι αυτή κατεβλήθη στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι ο Ενάγοντας δικαιούται συνταξιοδοτικά δικαιώματα και εφάπαξ ποσό - φιλοδώρημα εκ €69,766 κατά τη λήξη της θητείας του. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το συμβόλαιο αναφορικά με τα ωφελήματα που δεν προβλέπονται από το Νόμο, Ν.67(Ι)/2001, όπως είναι η άδεια απουσίας, δεν ετοιμάστηκε και δεν τέθηκε προς έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο λόγω αμφισβήτησης και διαφωνιών ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού διαφόρων ωφελημάτων. Ο Εναγόμενος αμφισβήτησε το είδος και το ύψος των ωφελημάτων. Ο Ενάγων ίσως να δικαιούτο κάποια ωφελήματα εάν η θητεία του έληγε κανονικά και δεν επαύετο από το Υπουργικό Συμβούλιο με την απόφαση του ημερ. 1.8.
- Ο Ενάγοντας απώλεσε τα οποιαδήποτε τυχόν δικαιώματά του εξαιτίας της παύσης του με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Για υποστήριξη των θέσεών του ο Ενάγοντας κατέθεσε ο ίδιος ως μάρτυρας και κάλεσε ακόμα ένα μάρτυρα τον Τάκη Κληρίδη, πρώην Υπουργό κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Ενάγων κατέθεσε γραπτή μαρτυρία ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Αναφέρει σ΄ αυτή ότι, μετά το διορισμό του εκλήθηκε στο γραφείο του τότε Υπουργού Οικονομικών κ. Τάκη Κληρίδη και στην παρουσία του νυν Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, κ. Χρίστου Πατσαλίδη, τότε ανώτερου λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών, για σκοπούς συζήτησης προς καθορισμό της μισθοδοσίας του και των λοιπών ωφελημάτων και/ή δικαιωμάτων. Κατά την συζήτηση, εσυμφωνήθηκε το ύψος της μισθοδοσίας του η οποία καθορίστηκε μεταγενέστερα με τον Νόμο 67(Ι)/
- Επίσης συμφωνήθηκε πέραν της μισθοδοσίας, τα ωφελήματα και δικαιώματα του θα ήταν ανάλογα με τα δικαιώματα και/ή ωφελήματα της Επιτρόπου Διοικήσεως και τα οποία θα εκαλύπτοντο με ειδική σύμβαση την οποία θα ετοίμαζαν με βάση τα συμφωνηθέντα οι αρμόδιοι φορείς του κράτους. Το συγκεκριμένο συμβόλαιο δεν ετοιμάστηκε αλλά κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του απολάμβανε όλα τα ωφελήματα και/ή δικαιώματα κατ΄ αναλογία με την Επίτροπο Διοικήσεως. Μετά από συνάντηση που είχε με τον Υπουργό Οικονομικών κ. Μ. Κεραυνό για το συγκεκριμένο θέμα κατά τον Αύγουστο του 2004, του ζήτησε να τον ενημερώσει και γραπτώς και ανταλλάγηκαν οι επιστολές ημερ. 27.8.2004, 30.6.2005 και 13.7.
- Ακολούθησε η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 1.8.2005, με την οποία παύθηκε ο Ενάγοντας για λόγους δημοσίου συμφέροντος χωρίς να του αποδοθούν το φιλοδώρημα, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα του και η συσσωρευμένη άδεια απουσίας. Ο Γενικός Εισαγγελέας ανέλαβε να προωθήσει το θέμα του στους αρμόδιους φορείς και στις 6.11.08 τον πληροφόρησε ότι το αίτημα του είχε απορριφθεί. Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, ουδέποτε εξήντλησε την άδεια απουσίας του μετ΄ απολαβών. Αντεξεταζόμενος είπε ότι ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού από το
- Μετά την τροποποίηση του Νόμου έγινε νέος διορισμός, η θέση ήταν για πλήρη απασχόληση ενώ πριν δεν ήταν για πλήρη απασχόληση. Γι΄ αυτό και μετά τον διορισμό του κλήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και είχε την συνάντηση με τον Υπουργό Οικονομικών για τη μισθοδοσία και όλα τα υπόλοιπα. Ο κ. Χρ. Πατσαλίδης ο οποίος του εξήγησε όλα τα ωφελήματα, ως έμπειρος λειτουργός του Υπουργείου Οικονομικών, και μετά την κατάληξη αποδέχτηκε τον διορισμό με τους όρους που του έθεσαν. Τις λεπτομέρειες τις καθόρισαν με τον Υπουργό Οικονομικών στην παρουσία του Χρ. Πατσαλίδη. Εάν αυτά που ήθελε δεν γίνονταν αποδεκτά, είχε το δικαίωμα να μην δεχτεί τον διορισμό του. Τον δέχτηκε και ολοκληρώθηκε από την διαβεβαίωση του ίδιου του Υπουργού Οικονομικών σε πιο επίσημο επίπεδο. Υπήρξε μια συμφωνία με τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης, τον πλέον αρμόδιο, τον Υπουργό Οικονομικών και υπάρχει και η γραπτή του δήλωση και μια συμφωνία, που παρόλο ότι δεν είναι γραπτή, είναι προφορική, δεσμεύει. Εδώ ήταν μια νεοσύστατη υπηρεσία και έπρεπε να καθοριστούν τα ωφελήματα. Δεν υπήρχε προηγούμενο για να ακολουθηθεί. Ο Νόμος δεν αναφέρει για άδεια, ούτε για εφάπαξ. Όλα τα άλλα καθορίζονται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δικαιούται τα ωφελήματα με τη συγκατάθεση του αρμόδιου Υπουργού. Συμφώνησε με τον ίδιο τον Υπουργό και υπάρχει και η γραπτή του δήλωση. Θεωρεί ότι ένας υπουργός, αρμόδιος για τα οικονομικά, ασφαλώς δεσμεύει και θα πρέπει να δεσμεύει ο εκάστοτε Υπουργός τα Υπουργικά Συμβούλια. Αλοίμονο αν γίνεται μια συμφωνία με έναν Υπουργό για οποιοδήποτε θέμα και επειδή καθυστέρησαν να κάμουν το έγγραφο, να ανατρέπεται η συμφωνία ή να μην τηρείται. Δεν ήταν ευθύνη δική του να ετοιμάσει τη συμφωνία. Ασφαλώς ήταν εξουσιοδοτημένος από το Υπουργικό Συμβούλιο, ως ο πλέον αρμόδιος Υπουργός και έδωσε γραπτή δήλωση για τα όσα συμφώνησαν. Του είχαν πει από προηγουμένως με ποιο καθεστώς θα προσλαμβάνετο. ΄Οταν ρώτησε με ποιο καθεστώς θα διοριστεί, του είπαν ότι τα ωφελήματα θα είναι ανάλογα με της Επιτρόπου Διοικήσεως. Ο ΜΕ2 Τάκης Κληρίδης, είπε στη μαρτυρία του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο 99 - 2003 ήταν Υπουργός Οικονομικών. Υιοθέτησε τη δήλωσή του η οποία γράφηκε για το λόγο των απολαβών της αμοιβής του κ. Τσιέλεπου. Η δήλωσή κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ΄Ενδειξη Β. Η τελευταία παράγραφος αναφέρεται στα ωφελήματα του κ. Τσιέλεπου και ήταν απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, είπε, θα ήταν παρόμοια ωφελήματα με άλλες επιτροπές, οπότε θα ήταν όπως της Επιτρόπου Διοικήσεως. Λέγει, ακόμα, στη δήλωσή του αυτή, ότι μετά τον διορισμό, κάλεσε στο γραφείο του τον κ. Τσιέλεπο με τον οποίο συζήτησαν και συμφώνησαν το ύψος των οικονομικών του απολαβών, μισθοδοσία και λοιπά ωφελήματα, τα οποία θα ήταν ανάλογα με άλλους κρατικούς αξιωματούχους και συγκεκριμένα της Επιτρόπου Διοίκησης. Αυτό που περιέχεται στη δήλωσή του είναι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και σε κατοπινό στάδιο αφού θα περνούσε κάποια ειδική νομοθεσία για το θέμα προστασίας του ανταγωνισμού, θα εγκρινόταν. Η νομοθεσία αυτή πέρασε το 2001, 1 χρόνο μετά. Όμως έπρεπε να επικυρωθεί το συμβόλαιο από το Υπουργικό Συμβούλιο πράγμα το οποίο δεν έγινε. Η Δημόσια Υπηρεσία (Διοίκησης και Προσωπικού) δεν του ανέφερε ότι υπάρχει αυτή η εκκρεμότητα για να εγκριθεί και αυτός ήταν πολύ δύσκολο να θυμάται αυτό το πράγμα. Η υπηρεσία έπρεπε να το είχε φέρει εις γνώση του. θα ήταν παρόμοια τα ωφελήματα του κ. Τσιέλεπου, όπως της Επιτρόπου Διοικήσεως. Το θέμα ήταν τυπικό εφόσον υπήρχε η απόφαση ήδη. Τα καθήκοντα και τα ωφελήματα θα ήταν τα ίδια με της Επιτρόπου Διοικήσεως. Αντεξεταζόμενος είπε ότι οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα θα καθορίζοντο από το Υπουργικό Συμβούλιο, βάσει της του Ν.155(Ι)/
- Θα έπρεπε να πάρει κάποια ωφελήματα. Δεν μπορούσε να διοριστεί χωρίς να καθοριστούν τα ωφελήματά του. Η απόφαση ήταν τα ωφελήματα να ήταν παρόμοια με της Επιτρόπου Διοικήσεως όμως δεν τον υπενθύμισε η Υπηρεσία Διοίκησης και Προσωπικού ότι υπήρχε αυτή η εκκρεμότητα για να εγκριθεί. Όλα τελούσαν υπό την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου. Η συμφωνία με τον κ. Τσιέλεπο θα έπρεπε να εγκριθεί τυπικά από το Υπουργικό Συμβούλιο. ΜΥ1 κατέθεσε ο Σωτήρης Κωνσταντίνου. Είπε στη μαρτυρία του ότι εργάζεται στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου από τον Ιούλιο
- Κατέθεσε την εξουσιοδότηση για να καταθέσει στο Δικαστήριο, Τεκμήριο
- Κατά τα έτη 2000 - 2005 είχε την ευθύνη για την ετοιμασία προσχεδίων των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου τα οποία αφού επικυρώνοντο από το Υπουργικό Συμβούλιο, στέλλοντο στις διάφορες υπηρεσίες για υλοποίηση. Στην υπόθεση του Τσιέλεπου ήταν από τα άτομα που είχαν συντάξει το προσχέδιο για την απόφαση. Στο Τεκμήριο 7 φαίνεται η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για διορισμό του κ. Τσιέλεπου. Οτιδήποτε αφορά το διορισμό, όπως μισθοδοσία και ωφελήματα, καταγράφονται στην απόφαση εκτός αν εξουσιοδοτηθούν οι αρμόδιοι υπουργοί να διαβουλευτούν με τον ενδιαφερόμενο ή τους ενδιαφερόμενους αλλά το αποτέλεσμα θα το φέρουν για λήψη απόφασης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Και στην απόφαση αναγράφεται: «εξουσιοδοτείται είτε ο Υπουργός Οικονομικών, είτε ο αρμόδιος Υπουργός, να ετοιμάσει συμφωνία και να παρουσιαστεί για έγκριση στο Υπουργικό Συμβούλιο.» Και το Υπουργικό Συμβούλιο συνήθως εξουσιοδοτεί τον αρμόδιο Υπουργό να την υπογράψει εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει ρητή εξουσιοδότηση, η εξουσία διορισμού είναι στο Υπουργικό Συμβούλιο. Είχαν εξουσιοδοτηθεί οι Υπουργοί Εμπορίου και Οικονομικών να διαβουλευτούν με τον κ. Τσιέλεπο και να ενημερώσουν το Υπουργικό Συμβούλιο για το τι κατέληξαν, τι ωφελήματα θα δώσουν στον κ. Τσιέλεπο και ήρθαν με τη συνεδρία - Τεκμήριο 12 και καθόρισαν το μισθό του, τα έξοδα παραστάσεως και το υπηρεσιακό του όχημα. Αν το Υπουργικό Συμβούλιο επιθυμούσε να δώσει κάποια ωφελήματα στον εκάστοτε αξιωματούχο αυτά θα καθορίζονταν στις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Άρα αφού τέτοια πρόνοια δεν υπήρχε, άρα τέτοια πρόθεση δεν υπήρχε από το Υπουργικό Συμβούλιο. Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει αποφασίσει μόνο αυτά που ανέφερε. Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου όσον αφορά τον κ. Τσιέλεπο, για τα ωφελήματα, τους μισθούς και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα ήθελε να του δώσει είναι αυτά που καθορίζονται στο Τεκμήριο 12; Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε ότι μετά τις 5.12.2000 οι δύο υπουργοί συμφώνησαν τα της μισθοδοσίας του κ. Τσιέλεπου. Εκείνο που δεσμεύει τον Εναγόμενο είναι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Επανεξεταζόμενος είπεν ότι τα ωφελήματα για τον κάθε κρατικό αξιωματούχο, είναι βάσει των όρων σύμβασης του καθενός. Υπάρχουν διαφορετικά δεδομένα για τον καθένα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο ΜΕ2 Τάκης Κληρίδης μέσα στη δήλωση του ημερ. 16.3.2009 λέγει: «Μετά το διορισμό, κάλεσα στο γραφείο μου τον κ. Τσιέλεπο με τον οποίο συζητήσαμε και συμφωνήσαμε το ύψος των οικονομικών του απολαβών, μισθοδοσία και λοιπά ωφελήματα, τα οποία θα ήταν ανάλογα με άλλους κρατικούς αξιωματούχους και συγκεκριμένα της Επιτρόπου Διοίκησης.» Η δήλωση αυτή έγινε στις 16.3.2009, ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής. Τεσσεράμισι χρόνια πριν και όταν τα γεγονότα ήταν νωπά και ενώ ήταν στην υπηρεσία ο Ενάγων, ο ίδιος ο Ενάγων αποτάθηκε γραπτώς στον Υπουργό Οικονομικών, επιστολή ημερ. 27.8.04, Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρει: «Μετά το διορισμό μου ζήτησα από τον τότε Υπουργό όπως καθοριστούν τα επιπρόσθετα δικαιώματα και ωφελήματα μου και μου ελέγχθηκε ότι θα ετοιμαζόταν συμβόλαιο με ανάλογα δικαιώματα άλλων κρατικών αξιωματούχων, π.χ. του Προέδρου της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας και της Επιτρόπου Διοικήσεως». Ο Κληρίδης λέγει: «συζητήσαμεν και συμφωνήσαμεν», και αυτό με την καταχώρηση της αγωγής για να τεθεί το υπόβαθρο ότι δήθεν έχει συμφωνηθεί κάτι με τον τότε υπουργό Οικονομικών και να αποτελέσει μαρτυρία στο Δικαστήριο ενώ ο Ενάγων χρόνια πριν που ήταν πρόσφατα, νωπά, τα γεγονότα λέγει ότι ζήτησε από τον τότε Υπουργό όπως καθοριστούν τα επιπρόσθετα δικαιώματα και ωφελήματά του. Ο διορισμός του Ενάγοντος έγινε στις 20.12.2000 και η δήλωση του μάρτυρα 9 χρόνια μετά. Ούτε παρουσίασε πρακτικό ή οποιοδήποτε έγγραφο πάνω στο οποίο να βασίστηκε ή να φρέσκαρε τη μνήμη του για να συντάξει τη δήλωση. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε Τεκμήριο, πρακτικό, επιστολή ή δημόσιο έγγραφο, στο οποίο να φαίνεται οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ Υπουργού Οικονομικών και Ενάγοντα. Φαίνεται όμως, ώσπου περνούν τα χρόνια ο μάρτυρας του Ενάγοντα, Κληρίδης, σκαρφίζεται νέα γεγονότα. Είπε στην προφορική του μαρτυρία ότι: «έπρεπε να επικυρωθεί το συμβόλαιο από το Υπουργικό Συμβούλιο, πράγμα το οποίο δεν έγινε.» Που φαίνεται ότι έγινε συμβόλαιο; Πουθενά. Εφόσον δεν υπήρχε συμβόλαιο, πως θα επικυρωνόταν; Συνεχίζει να λέγει ότι η Δημόσια Υπηρεσία (Διοίκησης και Προσωπικού) δεν του ανέφερε ότι υπάρχει αυτή η εκκρεμότητα για να εγκριθεί και αυτός ήταν πολύ δύσκολο να θυμάται αυτό το πράγμα. Η υπηρεσία, συνεχίζει, έπρεπε να το είχε φέρει εις γνώση του, το θέμα ήταν τυπικό εφόσον υπήρχε η απόφαση ήδη. Ποια απόφαση υπήρχε; Είχεν δώσει, ως υπουργός, οδηγίες σε οποιονδήποτε υπάλληλο για να προωθήσει την δήθεν απόφαση του; ΄Εδωσε σε κάποιον υπάλληλο οδηγίες να ετοιμάσει σχετικό συμβόλαιο; Ούτε απόφαση υπήρχε για τα ωφελήματα του Ενάγοντα, ούτε συμφωνία, ούτε το παραμικρό θέμα για προώθηση υπήρχε. Ούτε εξουσιοδότηση από το Υπουργικό Συμβούλιο εδόθη για να συμφωνήσει ο Υπουργός Οικονομικών με τον Ενάγοντα οποιαδήποτε ωφελήματα. Η μόνη εξουσιοδότηση που εδόθη, σύμφωνα με τον ΜΥ1 Σωτήρη Κωνσταντίνου, είναι αυτή που εδόθη στους Υπουργούς Εμπορίου και Οικονομικών για να διαβουλευτούν με τον Ενάγοντα και να ενημερώσουν το Υπουργικό Συμβούλιο για το τι κατέληξαν, τι ωφελήματα θα δώσουν στον Ενάγοντα και πήγαν στη συνεδρία, Τεκμήριο 12 και καθόρισαν τον μισθό του, τα έξοδα παραστάσεως και το υπηρεσιακό του όχημα, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο καθορισμός των ωφελημάτων αυτών με Νόμο, Ν.67(Ι) του
- Τίποτε άλλο συμφώνησαν ή ήταν εξουσιοδοτημένοι να συμφωνήσουν. Ο Ενάγων στη μαρτυρία του λέγει ότι ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Ανταγωνισμού από το
- Μετά την τροποποίηση του Νόμου έγινε νέος διορισμός, η θέση ήταν για πλήρη απασχόληση ενώ πριν δεν ήταν για πλήρη απασχόληση. Γι΄ αυτό, λέγει, μετά τον διορισμό του κλήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και είχε την συνάντηση με τον Υπουργό Οικονομικών για τη μισθοδοσία και όλα τα υπόλοιπα. Η μισθοδοσία θα καθοριζόταν με ειδική νομοθεσία που αναφέρει στη μαρτυρία του. Όλα τα υπόλοιπα, εφόσον συζήτησαν με τον Υπουργό στην παρουσία του κ. Χρ. Πατσαλίδη, ο οποίος του εξήγησε, λέγει, όλα τα ωφελήματα ως έμπειρος λειτουργός του Υπουργείου Οικονομικών και μετά την κατάληξη αποδέχτηκε τον διορισμό με τους όρους που του έθεσαν. Ο Ενάγων στην επιστολή του ημερομηνίας 27.8.2004, τοποθετεί την συνάντηση που είχε με τον Υπουργό Οικονομικών να έγινε μετά τον διορισμό του. Στην επιστολή αυτή δεν γίνεται λόγος για παρουσία στην συνάντηση και του Χρ. Πατσαλίδη. Ενθυμείτε την παρουσία του κ. Πατσαλίδη στην συνάντηση που έγινε το 2000, 16 χρόνια μετά και τον οποίο αποκαλεί έμπειρο λειτουργό. Γιατί τότε ο Υπουργός Οικονομικών δεν έδωσε οδηγίες σε ένα έμπειρο λειτουργό του Υπουργείου του να προωθήσει την ετοιμασία συμβολαίου με τα δικαιώματα του Ενάγοντα όπως τα ζητά με την αγωγή του. Δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες διότι απλώς ο ίδιος δεν είχε τέτοιαν εξουσιοδότηση για να συζητήσει με τον Ενάγοντα τα συνταξιοδοτικά ωφελήματά του ή το εφάπαξ ποσό (φιλοδώρημα). Είναι πολύ απλό το θέμα, το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε με Νόμο να καθορίσει τα δικαιώματα του Ενάγοντα στη θέση που κατείχε. Καθόρισε τρία σοβαρά δικαιώματα με το Νόμο 67(Ι)/2001: (α) Το ετήσιο βασικό μισθό, με τις γενικές αυξήσεις και το τιμαριθμικό επίδομα. (β) ΄Εξοδα παραστάσεως €200 το μήνα. (γ) Δικαίωμα χρήσης υπηρεσιακού οχήματος. Ο Νόμος αυτός ψηφίστηκε στις 4.5.2001 και εδόθη αναδρομική ισχύς, από 20.12.2000, ημερομηνία διορισμού του Ενάγοντα στη θέση από το Υπουργικό Συμβούλιο. Εάν το Υπουργικό Συμβούλιο ήθελε να παραχωρήσει με νόμο δύο εξίσου σοβαρά ωφελήματα με τη μισθοδοσία, αυτό του φιλοδωρήματος, εφάπαξ ποσού, με τη λήξη της θητείας του και σύνταξη, θα το έπραττε. Δεν θα παραχωρούσε δικαίωμα χρήσης υπηρεσιακού οχήματος και έξοδα παραστάσεως €200 τον μήνα με Νόμο και να άφηνε το εφάπαξ ποσό, ένα αρκετά μεγάλο ποσό €50.244 να καθοριστεί με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ή με συμβόλαιο όπως ισχυρίζεται ο ΜΕ2 και ο Ενάγων. Ούτε την σύνταξη που είναι εξίσου σοβαρό ποσό θα άφηνε να καθοριστεί με συμβόλαιο. Αυτό που άφησε να καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο, άρθρο 9Δ του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμος του 1989 ως ετροποποιήθη από τον Ν.155(Ι)/2000 είναι την άδεια απουσίας και την αναρρωτική άδεια και άλλα ωφελήματα. ΄Αλλα ωφελήματα, όμως, ίσης σοβαρότητας, επιπέδου και αξίας ως η άδεια απουσίας και η αναρρωτική άδεια. Ο Ενάγων στη μαρτυρία του ισχυρίζεται ότι ο Υπουργός Οικονομικών τον κάλεσε για να συζητήσουν τα ωφελήματα του. Ενώ, επαναλαμβάνω και πάλιν, στην επιστολή του ημερ. 27.8.2004 προς τον Υπουργό Οικονομικών λέγει ότι: «μετά τον διορισμό μου ζήτησα από τον τότε Υπουργό όπως καθοριστούν τα επιπρόσθετα δικαιώματα και ωφελήματά μου και μου ελέχθηκε ότι θα ετοιμαζόταν συμβόλαιο..». ΄Αρα ούτε τον κάλεσε ο Υπουργός για να συζητήσουν οτιδήποτε και ούτε συμφώνησαν. Ο ίδιος συνάντησε τον Υπουργό και του ζήτησε να καθοριστούν τα δικαιώματά του. Ο Ενάγων λέγει στη μαρτυρία του, στην αντεξέταση, ότι δικαιούται τα ωφελήματα με την συγκατάθεση του αρμόδιου Υπουργού. Τελικά που βασίζει την απαίτησή του ο Ενάγων; Στην ισχυριζόμενη συμφωνία με τον Υπουργό ή στο ότι δικαιούται τα ωφελήματα με την συγκατάθεση του αρμόδιου Υπουργού; Έναν είναι το σίγουρο. Ότι ο μάρτυρας του Ενάγοντα, Τάκης Κληρίδης, δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. ΄Ηρθε στο Δικαστήριο να ισχυριστεί ύπαρξη συμφωνίας με τον Ενάγοντα για να τον βοηθήσει να πετύχει στην αγωγή του. Ούτε συμφωνία υπήρξε, ούτε συγκατάθεση του αρμόδιου υπουργού. Ο ΜΥ1 Σωτήρης Κωνσταντίνου είπε στο Δικαστήριο αυτά που περιέπεσαν στην αντίληψή του ασκώντας τα καθήκοντα του στη Γραμματεία του Υπουργικού Συμβουλίου και από τα έγγραφα που έχει υπό τη φύλαξή του. Βρίσκω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Νομική Πτυχή Είναι εύρημα του Δικαστηρίου μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και της Δημοκρατίας για χορήγηση σ΄ αυτόν φιλοδωρήματος - εφάπαξ ποσού το οποίο θα έπρεπε να του καταβληθεί με τη λήξη της θητείας του ούτε και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Το άρθρο 9Α του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου του 1989, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.155(Ι)/2000, προβλέπει: «9Α. Η αντιμισθία του Προέδρου της Επιτροπής ορίζεται με νόμο και δεν μπορεί να μεταβληθεί δυσμενώς για τον Πρόεδρο μετά το διορισμό του.» Πράγματι για τον καθορισμό του μισθού του Προέδρου της Επιτροπής θεσπίστηκε ο Ν.67(Ι)/2001 ο οποίος προβλέπει: «
- Η αντιμισθία και τα άλλα ωφελήματα του Προέδρου της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού καθορίζονται ως πιο κάτω: (α) Ετήσιος βασικός μισθός ΛΚ8.
- Στο μισθό αυτό θα προστίθενται οι οποιεσδήποτε γενικές αυξήσεις που έχουν εγκριθεί ή θα εγκριθούν με νομοθεσία. Επιπλέον θα καταβάλλεται τιμαριθμικό επίδομα σύμφωνα με τους όρους και τα ποσοστά που εγκρίνονται από την Κυβέρνηση από καιρό σε καιρό. (β) ΄Εξοδα παραστάσεως ΛΚ200 το μήνα. (γ) Δικαίωμα χρήσης υπηρεσιακού οχήματος πάνω στην ίδια βάση που παραχωρούνται παρόμοια οχήματα στους Γενικούς Διευθυντές και σε άλλους αξιωματούχους του κράτους.» Εκτός από το μισθό του Προέδρου ο νομοθέτης πρόβλεψε και 2 άλλα ωφελήματα. Του χορήγησε δύο ωφελήματα, ΛΚ200 το μήνα έξοδα παραστάσεως και δικαίωμα χρήσης υπηρεσιακού οχήματος, δίνοντας μάλιστα και αναδρομική ισχύ στο Νόμο. Εάν ο Νομοθέτης ήθελε να δώσει στον Πρόεδρο περισσότερα ωφελήματα όπως εφάπαξ ποσού με τη λήξη της θητείας του ή συνταξιοδοτικά ωφελήματα θα τα προέβλεπε σ΄ αυτό το Νόμο ή σε άλλο Νόμο. Στο άρθρο 9Δ του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου Ν.207/89όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.155(Ι)/2000, προβλέπεται: «9Δ. Στον Πρόεδρο της Επιτροπής μπορεί να χορηγείται άδεια απουσίας, αναρρωτική άδεια και άλλα ωφελήματα, όπως καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο». Η χορήγηση άδειας απουσίας, αναρρωτικής άδειας και άλλων ωφελημάτων είναι δυνητική. Δεν υποχρεούται το Υπουργικό Συμβούλιο να δώσει τέτοια ωφελήματα. Τα δε ωφελήματα είναι ισάξια ή τέτοιας σπουδαιότητας ως η άδεια απουσίας και αναρρωτικής άδειας. Δεν είναι εν πάση περιπτώσει ωφελήματα τέτοιας σπουδαιότητας ως η αντιμισθία του Προέδρου, τα έξοδα παραστάσεως ΛΚ200 μηνιαίως και το δικαίωμα χρήσης υπηρεσιακού οχήματος. Εάν ο Νομοθέτης ή η Πολιτεία διά νόμου ήθελε να δώσει στον Πρόεδρο της Επιτροπής συνταξιοδοτικά ωφελήματα ή εφάπαξ ποσό, κατά τη λήξη της θητείας του, θα το προέβλεπε με Νόμο και μάλιστα στο Νόμο 67(Ι)/
- ΄Αφησε ο νομοθέτης διακριτική ευχέρεια να χορηγήσει ή να καθορίσει το Υπουργικό Συμβούλιο άλλα ωφελήματα, ήσσονος σημασίας, όπως επίσης και την άδεια απουσίας και την αναρρωτική άδεια. Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν θα είναι ως προς το εάν δικαιούται ο Πρόεδρος τέτοια άδεια ή όχι αλλά τον αριθμό των ημερών. Η παράλειψη του Υπουργικού Συμβουλίου να χορηγήσει άδεια απουσίας, αναρρωτική άδεια και άλλα ωφελήματα προσβάλλεται με προσφυγή κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Δεν μπορεί το Επαρχιακό Δικαστήριο, δεν έχει δικαιοδοσία ή αρμοδιότητα, να αποφασίσει εάν παράνομα το Υπουργικό Συμβούλιο δεν χορήγησε τέτοια ωφελήματα ή άδεια απουσίας ή αναρρωτική άδεια στον Πρόεδρο της Επιτροπής. Η παράλειψη διοικητικού οργάνου προσβάλλεται με προσφυγή κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος, στο Διοικητικό Δικαστήριο. Η άρνηση της διοίκησης να χορηγήσει τέτοια δικαιώματα συνεχίζεται και με την επιστολή της 13.7.2005, Τεκμήριο 3: «΄Εχω οδηγίες από τον Υπουργό Οικονομικών να αναφερθώ στις σχετικές με το πιο πάνω θέμα επιστολές σας με αρ. 13.12.01 και ημερομηνίες 27.8.04 και 30.6.05 και, ως προς το αίτημα σας για εκ των υστέρων καθορισμό ωφελημάτων, όπως άδεια απουσίας, αναρρωτική άδεια κλπ να σημειώσω ότι, κατά το διορισμό σας, το τότε Υπουργικό Συμβούλιο δεν έκρινε και, ως εκ τούτου, δεν άσκησε τη δυνητική εξουσία που το άρθρο 9Δ του Νόμου 151(Ι)/2001 του παρείχε για χορήγηση τέτοιων ωφελημάτων.
- Σημειώνεται ότι το θέμα της αντιμισθίας σας, όπως ο πιο πάνω Νόμος προβλέπει, διευθετήθηκε με το Νόμο 67(Ι)/2001, σύμφωνα με τον οποίο μάλιστα σας παραχωρήθηκαν, επιπλέον, έξοδα παραστάσεως ΛΚ200.- το μήνα και δικαίωμα χρήσης υπηρεσιακού οχήματος.
- Ενόψει και μόνο της λήξης της θητείας σας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενδεδειγμένη η προώθηση θέματος παροχής πρόσθετων ωφελημάτων. Τούτο θα έπρεπε να γίνει στον κατάλληλο χρόνο, δηλαδή κατά το χρόνο διορισμού σας ως Προέδρου της Επιτροπής.» Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου να μην χορηγήσει πρόσθετα ωφελήματα είναι διοικητική πράξη και μόνον κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να προσβληθεί, με Αίτηση ακυρώσεως. Απόφαση ή παράλειψη διοικητικού οργάνου να λάβει απόφαση, είναι εκτελεστή εφόσον είναι καθοριστική για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διοικουμένου, ο οποίος μπορεί να την προσβάλει με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο, εφόσον πλήττεται δυσμενώς το έννομο του συμφέρον (βλ. Πρόδρομος Χατζόγλου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου κ.ά.
(2001)3Β Α.Α.Δ. 687). Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, στην προκειμένη περίπτωση, να μην χορηγήσει τα πιο πάνω ωφελήματα, έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και μόνον με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο μπορεί ο Ενάγων να προσφύγει. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει τέτοια δικαιοδοσία, να αποφασίσει την νομιμότητα της πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου. Το Υπουργικό Συμβούλιο δεν εκχώρησε την εξουσία του αυτή στον συγκεκριμένο Υπουργό των Οικονομικών ούτε τον εξουσιοδότησε να συμφωνήσει οτιδήποτε σε σχέση με τα ωφελήματα κάτω από το άρθρο 9Δ του Ν.207/89. Αυτό, δηλαδή η έλλειψη εξουσιοδότησης, όχι μόνο προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ1 αλλά και μέσα από τη μαρτυρία, γενικά, που προσκόμισε ο Ενάγοντας. Το άρθρο 3 του περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Ν.23 του 1962 προβλέπει τα εξής: «3
(1)Οσάκις δυνάμει Νόμου ή διοικητικής πράξεως γενομένης κατ΄ εξουσιοδότησιν Νόμου το Υπουργικόν Συμβούλιον κέκτηται εξουσίαν ενασκήσεως οιωνδήποτε εξουσιών απορρεουσών εκ τινός Νόμου, το Υπουργικόν Συμβούλιον, εκτός εάν διά Νόμου ρητώς απαγορεύεται τούτο, δύναται διά της επί τούτω αποφάσεως να εξουσιοδοτήση τον αρμόδιον Υπουργόν ή τον αρμόδιον Ανεξάρτητον Αξιωματούχον της Δημοκρατίας ή ετέραν αρμοδίαν αρχήν εν τη Δημοκρατία, όπως ενασκή τας τοιαύτας εξουσίας εκ μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, υπό τοιούτους όρους, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως το Υπουργικόν Συμβούλιον ήθελεν εν τη τοιαύτη αποφάσει καθορίσει.» Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία, δυνάμει του πιο πάνω άρθρου να εκχωρεί τις εξουσίες του. Επίσης, στην περίπτωση που ορισμένες εξουσίες χορηγούνται σε Υπουργό, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτός πρέπει να ενεργεί σε κάθε περίπτωση προσωπικά, αλλά οι εξουσίες αυτές μπορούν να ασκηθούν και από λειτουργούς του Υπουργείου του (βλ. ΓΑΛΑΤΕΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΗ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1992)4Γ Α.Α.Δ. 2021). Υπήρχε στη συνάντηση του Ενάγοντα με τον Υπουργό Οικονομικών λειτουργός του Υπουργείου του, ο Χρ. Πατσαλίδης και εάν είχε εξουσιοδότηση ο Υπουργός από το Υπουργικό Συμβούλιο για συζήτηση και λήψη απόφασης για τα συνταξιοδοτικά ωφελήματα και το φιλοδώρημα, θα ανέθετε στο λειτουργό αυτό να χειριστεί το θέμα. Ο Υπουργός όμως δεν είχε τέτοιαν εξουσιοδότηση. Δεν φαίνεται οπουδήποτε, ούτε προέκυψε μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στην υπόθεση να εκχωρήθηκε οποιαδήποτε εξουσία στον Υπουργό Οικονομικών για συζήτηση και απόφαση αναφορικά με τα ωφελήματα του Ενάγοντα κατά την λήξη της υπηρεσίας του σαν Πρόεδρος της ΕΠΑ, και ειδικά για φιλοδώρημα (εφάπαξ ποσού) και συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Όχι μόνον δεν προσκομίστηκε από τον Ενάγοντα τέτοια μαρτυρία αλλά και ο ΜΥ1 είπε ξεκάθαρα στη μαρτυρία του ότι τέτοια εξουσιοδότηση δεν δόθηκε. Όσον αφορά την απαίτηση του Ενάγοντα παρ. 16Γ της Απαίτησης για καταβολή ποσού €32.481 το οποίο αντιπροσωπεύει αποζημίωση για συσωρευμένη άδεια απουσίας έχει γίνει παραδεκτό γεγονός ότι οι άδειες ανάπαυσης στις οποίες θα δικαιούται ο Ενάγοντας έχουν συμφωνηθεί σε 70 μέρες εργάσιμες, που είναι ο μέγιστος αριθμός μεταφερόμενων αδειών των δημοσίων υπαλλήλων. Επίσης σχετικό είναι και το απόσπασμα από την επιστολή του Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Οικονομικών ημερομηνίας 1.8.2005, Τεκμήριο 4, όπου αναφέρονται τα εξής: «. οι κρατικοί αξιωματούχοι, κατά πάγια πρακτική, δικαιούνται άδεια ανάπαυσης και άδεια ασθενείας όπως οι μόνιμοι δημόσιοι υπαλλήλοι.» Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι έχει συσσωρευμένη άδεια ενενήντα ημερών. Όχι μόνο δεν απέδειξε τον αριθμό αυτό των 90 ημερών συσσωρευμένης άδειας αλλά αντιθέτως περιόρισε τον αριθμό στις 70 μέρες ως παραδεκτό γεγονός. Από την άλλη η πλευρά του Εναγομένου δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδείξει ότι ο Ενάγοντας εξαντλούσε τον αριθμό των ημερών της άδειας ανάπαυσης που δικαιούτο κάθε έτος. Ο Ενάγων κατόρθωσε να αποδείξει την απαίτηση του για συσσωρευμένη άδεια εβδομήντα (αρ. 70) εργάσιμων ημερών που αντιστοιχεί σε μισθούς 3 μηνών και μίας εβδομάδας. Ο Ενάγων δικαιούται απόφασης για ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε μισθούς τριών μηνών και μίας βδομάδας, ακαθάριστων απολαβών, δηλαδή ΛΚ4.084,67 Χ 3 = ΛΚ12.254 πλέον αναλογία της μίας βδομάδας ΛΚ1.020, σύνολον ΛΚ13.274 ήτοι €22.680,00. Η Απαίτηση του, υπό στοιχείο Α στην έκθεση απαίτησης, για απώλεια απολαβών από 1.8.2005 μέχρι 20.12.2005 ήτοι €26.466, δεν απεδείχθη και δεν δικαιολογείται. Σύμφωνα με το λεξικό του Γεώργιου Δ. Μπαμπινιώτη, Δεύτερη ΄Εκδοση, 2008, δεδουλευμένα σημαίνει χρηματική αμοιβή που δικαιούται κάποιος για την εργασία του. Ο Ενάγων δεν δικαιούται να διεκδικήσει δεδουλευμένα για το πιο πάνω χρονικό διάστημα αφού από 1.8.2005 επαύθη από τα καθήκοντα του για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Όσον αφορά την απαίτηση, παράγραφος Δ, για μη καταβολή 13ου μισθού, φαίνεται να έχει εγκαταληφθεί από τον Ενάγοντα. Ούτε σχετική μαρτυρία για απόδειξη του μέρους αυτού της απαίτησης έχει προσκομιστεί. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €22.680,00 που αντιπροσωπεύει την αμοιβή του για συσσωρευμένη άδεια, με νόμιμο τόκο από 16.3.2009, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, μέχρι εξόφλησης. Η υπόλοιπη απαίτηση του Ενάγοντα απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στη σχετική κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και των τόκων. (Υπ.) Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο