← Κύπρος

Ευριπίδης Νεοκλέους ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 6283/09, 13/1/2017

Ευριπίδης Νεοκλέους ν. Liberty Life Insurance Public Company Ltd, Αρ. Αγωγής: 6283/09, 13/1/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2017:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6283/09 Μεταξύ: Ευριπίδης Νεοκλέους Ενάγοντας - και - Liberty Life Insurance Public Company Ltd Εναγομένης ----------------- Αίτηση δια κλήσεως ημερ. 31.10.2016, για τροποποίηση της Υπεράσπισης 13 Iανουαρίου 2017 Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Στ. Χούρη μαζί με κα Μ. Κωνσταντίνου για Μαρκίδης & Σία, Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντα - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου, Δ.Ε.Π.Ε. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να τροποποιείται η τελευταία υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την προσθήκη νέων παραγράφων όπως αυτές αναφέρονται στην αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 31.10.2016, που είναι η παρούσα αίτηση. Ουσιαστικά αυτό που θέλουν να εισάξουν με την τροποποίηση είναι ότι το ποσό το οποίο καταβάλλετο στο ασφαλιστικό συμβόλαιο του Ενάγοντα, καταβάλλετο από την εταιρεία. Το ποσό αυτό επενδυόταν ολόκληρο στο εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο χωρίς να γίνονται αποκοπές για τις οποιεσδήποτε φορολογικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα σε σχέση με το εν λόγω «ωφέλημα» ή «εισόδημα» το οποίο ελάμβανε από την Εναγόμενη εταιρεία κατά παράβαση των προνοιών του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου με αποτέλεσμα να υπάρχει ρητή ή εξυπακουόμενη παράβαση Νόμου η οποία καθιστά τη σύμβαση άκυρη. Τις υποχρεώσεις αυτές τις γνώριζε τόσο ο Ενάγοντας όσο και η Εναγομένη και ενήργησαν κατά παράβαση συγκεκριμένων προνοιών του Νόμου. Η Εναγομένη πίστωσε στο εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο μονάδες τις οποίες ο Ενάγοντας δεν δικαιούταν. Η πίστωση των επενδυτικών μονάδων στο ασφαλιστικό συμβόλαιο του Ενάγοντα χωρίς την αποκοπή της απαραίτητης φορολογίας έγινε λόγω πλάνης του Νόμου. Με την εν λόγω τροποποίηση, βασιζόμενη στις πιο πάνω φορολογικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα, ανταξιεί διάφορα ποσά. Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ1, 2 και Δ.48, θθ.1, 2, 3, 4 και 8 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μιχαλάκη Ιωαννίδη, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης ο οποίος λέγει ότι πρόσφατα περιήλθαν στην αντίληψή του γεγονότα τα οποία επηρεάζουν ουσιωδώς την έκβαση της υπόθεσης και ουσιαστικά θέμα το οποίο αφορά τις φορολογικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα οι οποίες δεν αποκόπτονταν από το ασφαλιστήριο έγγραφο το οποίο διατηρούσε ο Ενάγων με την Εναγόμενη εταιρεία. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα το ποσό το οποίο επενδυόταν ως μονάδες υπέρ του Ενάγοντα να είναι περισσότερο από όσο ο Ενάγοντας δικαιούται. Ο Ενάγοντας προέβη σε αναλήψεις από τον εν λόγω ασφαλιστήριο, ποσά τα οποία δεν δικαιούτο. Πρόσφατα πληροφορήθηκε ότι από τις εν λόγω πληρωμές δεν γινόταν η απαραίτητη αποκοπή για το Φόρο Εισοδήματος. Μόλις διεπίστωσε τα πιο πάνω έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους τους να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση τροποποίησης. Η παρούσα τροποποίηση ζητείται καλόπιστα με σκοπό την προώθηση της ορθής θέσης της Εναγόμενης. Ο χρόνος που παρήλθε για την καταχώρηση της παρούσας αίτησης ήταν ο απαραίτητος για να συλλέξουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη σύνταξή της. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την οποία βάσισαν στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ1-6, Δ.48 θ1-9, Δ.64, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις γενικές συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην Ειδοποίηση ΄Ενστασης καταγράφεται αριθμός λόγων για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι αυτοί είναι ότι, η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα, οι Αιτητές δεν έχουν αιτιολογήσει επαρκώς την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, δεν αναφέρουν πότε διαφάνηκε η ανάγκη για τροποποίηση, με την αιτουμένη τροποποίηση εισάγεται νέος ισχυρισμός και νέα βάση υπεράσπισης και η αιτουμένη τροποποίηση σε αυτό το στάδιο θα επιφέρει βλάβη στον Καθ΄ ου η Αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα, στην οποία λέγει ότι η εν λόγω Αίτηση καταχωρήθηκε σε προχωρημένο στάδιο και μετά που έκλεισε την υπόθεση του και οι Αιτητές ουδεμία πειστική δικαιολογία έδωσαν για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Το ασφαλιστήριο έγγραφο ήταν στην κατοχή της Αιτήτριας από το έτος 1997, υπογράφηκε 19 χρόνια πριν και ήταν αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών σε δύο αγωγές, στις 4326/03 και 7282/05. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων, σε προηγούμενη Αίτηση τροποποίησης, στην ένορκη δήλωση που τη συνόδευε, το ασφαλιστήριο έγγραφο έτυχε της δέουσας εξέτασης. Το πρόσωπο που έδωσε μαρτυρία για τους Εναγόμενους, Μιχαλάκης Ιωαννίδης, είναι το ίδιο πρόσωπο που ορκίζεται στην ένορκη δήλωση με την οποία υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης και δεν δίνει καμία εξήγηση για το πότε συγκεκριμένα έλαβε την υποτιθέμενη ενημέρωση για την ισχυριζόμενη φορολογία επί των μονάδων. Σε συνάντησή του με τον Ιωαννίδη στις 31.1.11 (Τεκμήριο 72) του ανακοίνωσε, ο Ιωαννίδης, τις νέες θέσεις της εταιρείας μεταξύ των οποίων και ότι πρέπει να αφαιρεθεί φόρος για την πληρωμή ΛΚ17400 στο συνταξιοδοτικό, καταλήγοντας στο ότι δικαιούται κάπου 6.500 μονάδες και όχι 11.361 που αναφέρεται στην Υπεράσπιση. Στη συνέχεια διευθετήθηκε συνάντηση στην παρουσία των δικηγόρων των δύο πλευρών όπου ο αναλογιστής της Εναγόμενης μετέφερε τις θέσεις του Ιωαννίδη. Τις απαντήσεις και εξηγήσεις του, τις κοινοποίησε στον Ιωαννίδη (Τεκμήριο 73). Την μεν μείωση των μονάδων την εισήξε η Εναγομένη με την πρώτη τροποποίηση, τη δε θέση της για φορολόγηση των ΛΚ17.400 και όλων των προηγούμενων ασφαλίστρων (1995-2001) επιχειρεί να την εισάξει με την παρούσα αίτηση. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση εισάγει νέα βάση υπεράσπισης η οποία συνίσταται στο ότι αποπειρώνται οι Αιτητές να εισάξουν ισχυρισμούς περί λανθασμένου υπολογισμού των μονάδων γεγονός για το οποίο εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου. Για τα ποσά που ανταπαιτούνται δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ένορκη δήλωση του Ιωαννίδη και ούτε γίνεται λόγος γιατί ανταπαιτείται το ποσό αυτό. Η Εναγομένη ουδεμία υποχρέωση είχε να αποκόψει φόρο δυνάμει του σχετικού νόμου ούτε και πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό προς τον Φόρο Εισοδήματος σχετιζόμενο με τις πληρωμές προς το συνταξιοδοτικό σχέδιο. Το ότι δεν θα αποκόπτετο οποιοδήποτε ποσό από τις πληρωμές στο συνταξιοδοτικό σχέδιο ήτο γνωστό στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας το οποίο ενέκρινε τόσο τις αναλογιστικές μελέτες όσο και την πρόταση για προσθήκη ασφαλιστικής κάλυψης βάσει των οποίων επενδυόταν ολόκληρο το ποσό. Αυτό το γνώριζε και το επόμενο Διοικητικό Συμβούλιο. Το ότι δεν αποκοπτόταν φόρος το γνώριζαν οι εκάστοτε λογιστές, οικονομικοί διευθυντές και οι ελεγκτές της Εναγομένης οι οποίοι είχαν την ευθύνη να εφαρμόζουν τους φορολογικούς νόμους και ουδέν έπραξαν. Νομική Πτυχή. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί η αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι αρχές αυτές λέχθηκαν στις αποφάσεις Eteria Skepi Ltd v. loannis Th. Kaitis and Another
(1983)1 Α.Α.Δ. 231, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19.1.99. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 επιβεβαιώθηκε ότι: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Είναι γνωστή επίσης η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Αντρέας Ευριπίδου και άλλοι ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής ΄Αννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ.
  1. Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράλειψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξ αρχής στην αγωγή. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ.
  2. Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση, εκτός ίσως αν έχει την εκ μέρους του εναγόμενου συνέπεια απώλειας της υπεράσπισης της παραγραφής. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 ειπώθηκαν τα εξής: «Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Στην απόφαση Πάνος Βαρδιάνος ν. Edwin John Thomas Richards
(1998)1B A.A.Δ. 698 ειπώθηκαν τα εξής: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992.» Στην απόφαση 1. JAMAL Y. KHAN κ.ά. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(2011)1 Α.Α.Δ. 1211 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με βάση τη Διαταγή 25, θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών το δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων κατά τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους, με σκοπό τον καθορισμό των πραγματικών επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Στη Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι τα δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν η ανάγκη για μια τέτοια τροποποίηση οφείλεται σε αμέλεια ή καθυστέρηση νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με εκείνη που διατυπώθηκε στην Associated Leisure Ltd a.o. v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συνοψίζονται στη Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33 και επαναλαμβάνονται στην εκκαλούμενη απόφαση. Στην πρωτόδικη απόφαση γίνεται αναφορά στην καθυστέρηση ως σχετικού παράγοντα σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων με παραπομπή στη νομολογία που διέπει το συγκεκριμένο θέμα. (Βλ. Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. v. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη v. Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 364, Union Alimentario Sanders S.A. v. Spain
(1989), §35, Series A, no. 157; [1990] 12 E.H.R.R. 24, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου K. Σιακόλα
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 44, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου K. Σιακόλα
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 223, Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Αρ. 1)
(1996)1(A) Α.Α.Δ. 162, Evripidou a.o. v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R.
  1. ........................................................ Έχουμε τη γνώμη πως η μεγάλη καθυστέρηση η οποία έχει παρατηρηθεί στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση, η φύση και η έκταση των τροποποιήσεων που ζητούνται και που ουσιαστικά συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων, η εκκρεμοδικία της υπόθεσης η οποία υφίσταται περισσότερο από μια δεκαετία, ο ορατός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, ο δυσμενής επηρεασμός δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος λόγω της πρόσθετης καθυστέρησης που θα υπάρξει και της ανάγκης κλήτευσης και επανακλήτευσης μαρτύρων, αποφαινόμαστε ότι ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια και δεν έδωσε άδεια για τροποποίηση.» Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.10.
  2. Επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 16.11.2009 και καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 18.11.
  3. Στις 17.3.2010 έγινε αλλαγή δικηγόρου των Εναγομένων. Στις 15.9.2010 καταχώρησαν υπεράσπιση. Στις 26.10.2010 υποβλήθηκε αίτημα ορισμού της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε για οδηγίες στις 18.11.
  4. Ξαναορίστηκε για οδηγίες στις 28.1.2011 και στο μεταξύ έγινε αποκάλυψη εγγράφων. Κατά την ημερομηνία αυτή ορίστηκε, μετά από αίτημα των διαδίκων, για ακρόαση στις 13.4.
  5. Στη συνέχεια, αναβλήθηκε η υπόθεση σε διάφορες ημερομηνίες, για ακρόαση, για διάφορους λόγους την κάθε φορά. Τελικά η ακρόαση της υπόθεσης ξεκίνησε στις 2.2.
  6. Κατέθεσε ο Ενάγοντας, η μαρτυρία του οποίου συνεχίστηκε και στις 8.2.
  7. Κατά την ημερομηνία αυτή ζητήθηκε αναβολή από τους Εναγόμενους για να τους δοθεί η ευκαιρία να υποβάλουν Αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής τους. Πράγματι την 1.3.2016 υποβλήθηκε Αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης, καταχωρήθηκε ένσταση και μετά από ακρόαση το Δικαστήριο επέτρεψε στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν τροποποιημένη υπεράσπιση με απόφαση του ημερ. 22.4.
  8. Στην τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση, η οποία καταχωρήθηκε, μετά από παράταση του χρόνου που εδόθη με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22.4.2016, στις 13.5.2016, στις παραγράφους 22 και 23 αναφέρονται τα εξής: «
  9. Η Εναγόμενη κατέβαλε επιπλέον από τα οφειλόμενα δυνάμει της απόφασης ποσά, το ποσό των €36.659,86 το οποίο ανταπαιτεί. Το εν λόγω ποσό καταβλήθηκε στο Φόρο Εισοδήματος δυνάμει επιταγής υπ΄ αρ. 98650119, ημερ. 8.10.2008 εκ €31.124 και δυνάμει επιταγής υπ΄ αρ. 99763474 για το ποσό των €5.535,86 ημερ. 16.9.
  10. Η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι από το ποσό το οποίο απαιτεί ο Ενάγοντας θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €36.659,86 καθότι με την καταβολή αυτού ο Ενάγοντας καθίσταται πλουσιότερος και/ή έχει επωφεληθεί ποσού μεγαλύτερου από τα επιδικασθέντα στις αποφάσεις ποσά, ποσό το οποίο και η Εναγομένη ανταπαιτεί. Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης από το ποσό το οποίο οφειλόταν στον Ενάγοντα, δυνάμει των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων θα γίνονταν αποκοπές για το Φόρο Εισοδήματος τον οποίο όφειλε ο Ενάγοντας. Ως εκ τούτου η Εναγομένη εταιρεία κατέβαλε για λογαριασμό του Ενάγοντα τα εν λόγω ποσά, τα οποία απαίτησε ο Φόρος Εισοδήματος. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικώς καταβλήθηκαν ποσά στο Φόρο Εισοδήματος, εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους, περισσότερα από τα ποσά τα οποία η Εναγόμενη όφειλε δυνάμει των προαναφερόμενων αποφάσεων του Δικαστηρίου.» Συνεχίστηκε η μαρτυρία του Ενάγοντα στις 14.6.
  11. Ολοκληρώθηκε κατά την ημερομηνία αυτή και η αντεξέταση του και αναβλήθηκε η υπόθεση για συνέχιση της ακρόασης την 1.7.
  12. Κατά την ημερομηνία αυτή η πλευρά των Εναγομένων εδήλωσε ότι δεν θα επιμένει για το ποσό των €31.124,38 το οποίο ανταπαιτούσε ως μέρος του ποσού που κατέβαλαν οι Εναγόμενοι στο Φόρο Εισοδήματος. Δεν ακούστηκε μαρτυρία κατά την ημερομηνία αυτή και η υπόθεση, μετά από αίτημα των Εναγομένων, παρέμεινε μετά τις διακοπές του καλοκαιριού, στις 14.9.2016 για συνέχιση της ακρόασης. Οι Εναγόμενοι και πάλιν ζήτησαν αναβολή, η υπόθεση ορίστηκε στις 20.9.2016 και πρώτος μάρτυρας κατάθεσε ο Μιχαλάκης Ιωαννίδης. Δεν ολοκληρώθηκε η μαρτυρία του και αναβλήθηκε η υπόθεση για συνέχιση στις 17 και 19.10.
  13. Στις 7.10.2016 ζητήθηκε αλλαγή των ημερομηνιών αυτών επειδή ο Μιχαλάκης Ιωαννίδης θα απουσίαζε στο εξωτερικό και ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 1.11.2016 και 4.11.
  14. Στις 31.10.2016 καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στη μια από τις παραγράφους που ζητούν να εισαγάγουν οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους λέγουν: «(ε). Ο Ενάγοντας καθόλον τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν Διευθύνων Σύμβουλος της Εναγόμενης. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, το ποσό το οποίο καταβάλλετο στο ασφαλιστικό συμβόλαιο του Ενάγοντα καταβάλλετο από την εταιρεία. Το ποσό αυτό επενδυόταν ολόκληρο στο εν λόγω ασφαλιστήριο έγγραφο χωρίς να γίνονται αποκοπές για τις οποιεσδήποτε φορολογικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα σε σχέση με το εν λόγω ωφέλημα ή εισόδημα το οποίο ελάμβανε από την Εναγόμενη εταιρεία, κατά παράβαση των προνοιών του Περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου με αποτέλεσμα να υπάρχει ρητή ή εξυπακουόμενη παράβαση Νόμου η οποία καθιστά την σύμβαση άκυρη.» Οι Αιτητές τροποποίησαν την υπεράσπιση τους την πρώτη φορά και πρόσθεσαν ανταπαίτηση βασισμένη πάνω στις φορολογικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα. Εγκαταλείπουν μετά από την μαρτυρία του Ενάγοντα την ανταπαίτησή τους και μετά από 3 μήνες ζητούν να τροποποιήσουν την υπεράσπιση και να προσθέσουν ανταπαίτηση πάνω στην ίδια βάση, δηλαδή τις φορολογικές υποχρεώσεις του Ενάγοντα, δηλαδή στην πίστωση των επενδυτικών μονάδων στο ασφαλιστικό συμβόλαιο του Ενάγοντα χωρίς την αποκοπή της απαραίτητης φορολογίας λόγω πλάνης του Νόμου. Συνεπώς τα γεγονότα που επικαλείται ο Μιχαλάκης Ιωαννίδης ότι πρόσφατα περιήλθαν στην γνώση του, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Διαπιστώνω ότι η συμπεριφορά αυτή των Αιτητών αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και μόνου του λόγου τούτου η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η Αίτηση. ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Η τροποποίηση που επιδιώκεται είναι ουσιαστική και αν επιτραπεί θα έχει ως αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Οι λόγοι που εκτίθενται στην ένορκη ομολογία που υποστηρίζει την αίτηση για τροποποίηση είναι ασαφείς (βλ. Στέλιος Φοινιώτης ν.
  15. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33). ΄Εχω τη γνώμη ότι η μεγάλη καθυστέρηση η οποία έχει παρατηρηθεί στην υποβολή της Αίτησης, τα γεγονότα ήταν γνωστά στους Αιτητές αν όχι από την καταχώρηση της Αγωγής, τουλάχιστον από της καταχώρησης της πρώτης Αίτησης για τροποποίηση, η φύση και η έκταση των τροποποιήσεων που ζητούνται και που ουσιαστικά συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων ζητημάτων, σίγουρα θα υποχρεωθεί ο Ενάγων να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, η εκκρεμοδικία της υπόθεσης η οποία υφίσταται περισσότερο από 7 χρόνια, ο ορατός κίνδυνος ανεπανόρθωτης βλάβης, ο δυσμενής επηρεασμός δικαιωμάτων του Ενάγοντα συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου παραβίασης του άρθρου 30.2 του Συντάγματος λόγω της πρόσθετης καθυστέρησης που θα υπάρχει και της απρόβλεπτης εξέλιξης της υπόθεσης ως προς την ανάγκη κλήτευσης και επανακλήτευσης μαρτύρων αφού ο Ενάγων έκλεισε την υπόθεση του και καταθέτει, όπως φαίνεται, ο κυριότερος μάρτυρας των Εναγομένων, καταλήγω, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, στο ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Καθ΄ ου η Αίτηση - Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.