Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Χαραλάμπους ν. ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 8304/11, 21/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8304/11 Μεταξύ: Ανδρέας Χαραλάμπους Αιτητής και ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ Καθ' ης η αίτηση Αναφορικά με τον περί Δόλιων Μεταβιβάσεων (ακύρωση) Νόμου Κεφ.62 -και- Αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Χαραλάμπους Αιτητής -και-
- ΦΑΡΜΑ ΑΝΔΡΕΑ Π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΤΔ
- Ανδρέα Γεωργίου Καθ' ων η αίτηση Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για τον αιτητή: κ. Κούτρας, για Δ. Κούτρα & Σια Για τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2: κ. Ποσνακίδης, για Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε ---------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερ. 23/9/2016 για δόλια μεταβίβαση) Με την υπό εξέταση αίτηση ο αιτητής αιτείται ως ακολούθως: «Α. Την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή των οχημάτων υπ' αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 τα οποία έγινε από την καθ' ης η αίτηση 1 στον καθ' ου η αίτηση
- Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η επανεγγραφή των οχημάτων υπ' αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 στην καθ' ης η αίτηση 1 ως και η εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνση επί των εν λόγω οχημάτων. Γ Νόμιμο Τόκο. Δ Έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η εν λόγω αίτηση βασίζεται στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ.62, άρθρα 2-5, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4-9, 53-62 και 91Α - 91Δ, στον Περί ακίνητης ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, στο Νόμο 14/60, άρθρα 29, 31 και 32, στη Δ.1 - Δ48 Θ. 1-4 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στους κανόνες της επιείκειας ως και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης για τα οποία δύναται να ορκισθεί θετικά. Ως αναφέρει στις 26/3/2012 εξεδόθη απόφαση υπέρ του και εναντίον της εναγόμενης στην παρούσα αγωγή την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, για το ποσό των €95.054, πλέον τόκους και έξοδα. Ως περαιτέρω αναφέρει στις 14/7/16 εξεδόθη ένταλμα κινητών (βλ. Τεκμήριο 2) το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο, στο οποίο γινόταν αναφορά ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
- Είναι περαιτέρω η θέση του ομνύοντος ότι στις 16/9/2016 το Τμήμα Οδικών Μεταφορών τους ειδοποίησε ότι τα επίδικα οχήματα μεταβιβάσθηκαν από την καθ' ης η αίτηση εταιρεία 1 στον καθ' ου η αίτηση 2, ο οποίος είναι διευθυντής αυτής, με πρόθεση την καταδολίευση (βλ. Τεκμήριο 3). Είναι η θέση του ότι η καθ' ης η αίτηση 1 με δόλιο τρόπο και με πρόθεση την καταδολίευση, υπαιτίως αποξένωσε όλη την κινητή της περιουσία, την οποία μεταβίβασε στο διευθυντή της, καθ' ου η αίτηση αρ.
- Όπως αναφέρει στη βάση συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο του, το Δικαστήριο έχει εξουσία δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 62, να ακυρώσει τις δόλιες μεταβιβάσεις και να διατάξει την επανεγγραφή και/ή τη μεταφορά τους στο όνομα της καθ' ης η αίτηση αρ.1, προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης η οποία εξεδόθη εναντίον της. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν ένσταση, με την οποία προέβαλαν τους κάτωθι λόγους ένστασης τους οποίους παραθέτω αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς:
- Η Αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη.
- Η Αίτηση του Ενάγοντα-Αιτητή είναι παράτυπη και/ή δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων διαταγμάτων.
- Δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις έκδοσης των ζητούμενων Διαταγμάτων.
- Ο αιτητής δεν απέδειξε ότι έγινε επίδοση της δικαστικής απόφασης στην Καθ' ης
- Ο αιτητής δεν απέδειξε ότι υπήρξε πρόθεση καταδολίευσης από τους Καθ' ων η αίτηση καθ' ότι ουδέποτε τους επιδόθηκε η δικαστική απόφαση.
- Δεν πληρούνται και/ή δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Δεν είναι δυνατή η εκτέλεση επί των επίδικων οχημάτων εφόσον ήδη έγινε προσπάθεια εκτέλεσης επί της κινητής περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση 1 με ένταλμα κινητών το οποίο εξεδόθη στις 14/7/16 και επεστράφη ανεκτέλεστο, γεγονός το οποίο παραδέχεται ο αιτητής εφόσον είναι ο ίδιος που το αναφέρει στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του. Ο αιτητής αναφέρει επίσης ότι στο ένταλμα κινητών εγίνετο αναφορά ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτηση
- Ο αιτητής δεν δικαιούται σε οιανδήποτε θεραπεία καθ' ότι δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα κατά την αίτηση του για έκδοση προσωρινού διατάγματος τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου.
- Ο αιτητής δεν δικαιούται στις αιτούμενες με την αίτηση του θεραπείες, συγκεκριμένα δεν δικαιούται να εγγράψει το εξ αποφάσεως χρέος ως επιβάρυνση επί των επίδικων οχημάτων καθ' ότι αυτά δεν αποτελούν ακίνητη αλλά κινητή περιουσία. 10.Ελλείπει το πραγματικό ή/και το νομικό υπόβαθρο της αίτησης για την έκδοση ή/και διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος ή/και η αίτηση του αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική η/και καταχρηστική ή/και καταπιεστική ή/και ανεπαρκής ή/και αδικαιολόγητη. 11.Τα επίδικα οχήματα είναι γεωργικά οχήματα και ως εκ τούτου εμπίπτουν στην εκ του νόμου εξαιρούμενη περιουσία που δύναται να κατασχεθεί και/ή εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης και/ή για εξυπηρέτηση του εξ' αποφάσεως χρέους. 12.Τα επίδικα γεωργικά οχήματα είναι αναγκαία για την εργασία των Καθ' ων η αίτηση και ως εκ τούτου εμπίπτουν στην εξαιρούμενη περιουσία που δύναται να κατασχεθεί και/ή εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης και/ή για εξυπηρέτηση του εξ' αποφάσεως χρέους. 13.Το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας που ο αιτητής παρουσιάζει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση όπου η ενόρκως δηλούσα Δώρα Κούτρα δεν ήτο άτομο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα τα οποία ανέφερε στην ένορκη της δήλωση και ούτε αναφέρει την πηγή της γνώσης και των πληροφοριών της ειδικότερα όσο αφορά την αναφορά της ότι τα επίδικα οχήματα ήτο ιδιοκτησία της Καθ' ης η αίτηση
- 14.Η αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι το εξ' αποφάσεως ποσόν είναι εξασφαλισμένο καθώς επίσης υπάρχουν άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο Ενάγων-Αιτητής παρέλειψε να ακολουθήσει. 15.Ως εκ των πιο πάνω ζητούμε απόρριψη της Αίτησης του Ενάγοντα-Αιτητή με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.41 και Δ.48 Θ. 1 - 4, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 9 και 16, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 32, στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ.62, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο Κεφ.224, στους κανόνες της επιεικείας και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2, Ανδρέα Γεωργίου, ο οποίος αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τόσο προσωπικά, όσο και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Είναι δε ως αναφέρει δεόντως εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και γνωρίζει προσωπικά και πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, για τα δε νομικά θέματα έλαβε τη συμβουλή του δικηγόρου του. Ως ο ομνύσας αναφέρει έχει διαβάσει τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στην ένσταση, συμφωνεί με αυτούς και τους υιοθετεί. Ως περαιτέρω αναφέρει έχει διαβάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του αιτητή και αρνείται όλους μαζί και κάθε ένα χωριστά τους ισχυρισμούς του που περιέχονται σε αυτήν, εκτός από αυτούς τους οποίους ρητά παραδέχεται πιο κάτω. Όπως αναφέρει η αίτηση δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη. Επίσης αναφέρει, στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε από το δικηγόρο του, ότι η αίτηση είναι παράτυπη και δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης είναι η θέση του και πάλιν στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε, ότι δεν πληρούνται ούτε οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθ' ότι ουδέποτε η καθ' ης η αίτηση 1, είτε ο ίδιος έλαβαν γνώση της δικαστικής απόφασης, εφόσον αυτή εκδόθηκε ερήμην της καθ' ης 1 και η δικαστική απόφαση ουδέποτε επεδόθη είτε στον ίδιο είτε στην καθ' ης η αίτηση
- Τονίζει δε πως ο αιτητής δεν προσκόμισε οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι η δικαστική απόφαση επεδόθη στην καθ' ης η αίτηση
- Περαιτέρω είναι η θέση του ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει ότι υπήρξε πρόθεση καταδολίευσης είτε από την καθ' ης 1 είτε από τον ίδιο, εφόσον ούτε η καθ' ης 1, αλλά ούτε και ο ίδιος είχε γνώση ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση. Επίσης υποστηρίζει και πάλι στη βάση νομικής συμβουλής ότι ο αιτητής δεν δικαιούται στις θεραπείες που επιζητεί με την αίτηση του, δηλαδή δεν δικαιούται να εγγράψει το εξ αποφάσεως χρέος ως επιβάρυνση επί των επίδικων οχημάτων καθ' ότι αυτά δεν αποτελούν ακίνητη, αλλά κινητή περιουσία. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατή η εκτέλεση επί των επίδικων οχημάτων, εφόσον ήδη έγινε προσπάθεια εκτέλεσης επί της κινητής περιουσίας της καθ' ης η αίτηση 1 με ένταλμα κινητών το οποίο εξεδόθη στις 14/7/16 και επεστράφη ανεκτέλεστο, γεγονός το οποίο παραδέχεται ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, όπου επίσης αναφέρει ότι στο ένταλμα κινητών γινόταν αναφορά ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
- Όπως υποστηρίζει ο αιτητής για άγνωστους λόγους αποφεύγει να αναφέρει την ημερομηνία που επεστράφη ανεκτέλεστο το ένταλμα κινητών αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο η μεταβίβαση να έγινε μετά την μη εκτέλεση του εντάλματος κατάσχεσης κινητών, γεγονός που θα καθιστούσε μη δυνατή την εκτέλεση επί των επίδικων οχημάτων και ταυτόχρονα θα καθιστούσε την αίτηση του αιτητή άνευ αντικειμένου. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι τα επίδικα οχήματα είναι γεωργικά οχήματα και ως εκ τούτου εμπίπτουν στην εκ του νόμου εξαιρούμενη περιουσία που δύναται να κατασχεθεί και εκποιηθεί για εκτέλεση Δικαστικής απόφασης, εφόσον η αξία εκάστου των επίδικων οχημάτων δεν υπερβαίνει τις €20,
- Όπως επίσης ισχυρίζεται τα επίδικα γεωργικά οχήματα είναι αναγκαία για την εργασία του και τις εργασίες τις καθ' ης η αίτηση 1, και αποτελούν συναφώς περιουσία που δε δύναται, ως εκ του νόμου, να κατασχεθεί και εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης. Περαιτέρω προβάλλει διάφορες θέσεις που σχετίζονται με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ενώ παράλληλα ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία, εφόσον δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια δεδομένου του ότι απέκρυψε ουσιώδες γεγονός κατά την αίτηση του για έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου, ήτοι την ημερομηνία που το ένταλμα κινητών επεστράφη ανεκτέλεστο. Πέραν τούτου προβάλλει και τη θέση ότι η αίτηση του αιτητή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική, καταχρηστική καταπιεστική, ανεπαρκής και αδικαιολόγητη. Όπως επίσης αναφέρει στη βάση νομικής συμβουλής, το ένταλμα εκποίησης κινητής περιουσίας που ο αιτητής παρουσιάζει ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη του δήλωση στηρίχθηκε σε ένορκη δήλωση όπου η ενόρκως δηλούσα, Λώρα Κούτρα, δεν ήταν άτομο που θα μπορούσε να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα τα οποία ανέφερε στην ένορκη της δήλωση, εφόσον δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης και των πληροφοριών της, ειδικότερα όσον αφορά την αναφορά της ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
- Τέλος αναφέρει ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο και ότι περαιτέρω υπάρχουν άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο αιτητής παρέλειψε να ακολουθήσει. Η διαδικασία Κατά την ακρόαση της αίτησης και οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στη σχετική νομοθεσία και νομολογία και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Οι θέσεις που προέβαλαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και λαμβάνονται υπόψη, αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια εξέτασης της ουσίας της αίτησης και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, προς αποφυγή επαναλήψεων. Νομική Πτυχή Με τους λόγους ένστασης 1 και 2 προβάλλεται μεταξύ άλλων η θέση ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση ή και είναι παράτυπη. Όπως προκύπτει από το ίδιο το αιτητικό της αίτησης, με αυτή σκοπείται η ακύρωση κατ' ισχυρισμό δόλιας μεταβίβασης στην οποία προέβη η καθ' ης η αίτηση 1 που είναι εξ αποφάσεως χρεώστης του αιτητή και η οποία αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στο Κεφ. 62, άρθρα 2-
- Τα άρθρα 3 και 4 του Κεφ. 62 προβλέπουν τα εξής: 3.—
(1)Κάθε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του ή οποιοδήποτε από αυτούς να ανακτήσουν από αυτόν, τα χρέη αυτού ή αυτών, θα θεωρείται ότι είναι δόλια, και θα είναι άκυρη εναντίον του εν λόγω πιστωτή ή πιστωτών. και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε τέτοια δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση, η περιουσία που φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ή έτυχε μεταχείρισης κατά αλλο τρόπο δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση οποιουδήποτε χρέους από δικαστική απόφαση που οφείλεται από το πρόσωπο που προβαίνει στη δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση.
(2)Σε οποιαδήποτε αίτηση, βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού για ακύρωση μεταβίβασης ή εκχώρησης οποιασδήποτε περιουσίας που έγινε σε οποιοδήποτε γονιό, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή του δικαιοπάροχου ή εκχωρητή, όχι με χρηματικό αντάλλαγμα ή με αντάλλαγμα άλλη περιουσία ισοδύναμης αξίας ή με καλή αντιπαροχή, το βάρος απόδειξης ότι αυτή η μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε καλή τη πίστει και δεν έγινε με πρόθεση να παρεμποδίσει ή καθυστερήσει τους πιστωτές του θα έχει ο δικαιοπάροχος ή εκχωρητής και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η εν λόγω μεταβίβαση ή εκχώρηση.
(3)Καμιά πώληση, υποθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση που γίνεται με αντάλλαγμα χρημάτων ή άλλης περιουσίας ισοδύναμης αξίας δεν θα είναι ακυρώσιμη βάσει των διατάξεων του Νόμου αυτού, εκτός αν ο αγοραστής, ο ενυπόθηκος δανειστής, ο δικαιοδόχος ή εκδοχέας φανεί ότι έχει αποδεχτεί αυτή εν γνώσει του ότι η πώληση αυτή, υποθήκη, μεταβίβαση ή εκχώρηση έγινε από τον πωλητή, ενυπόθηκο οφειλέτη, δικαιοπάροχο ή εκχωρητή με πρόθεση να καθυστερήσει ή καταδολιεύσει τους πιστωτές του. 4. Οποιαδήποτε δωρεά, πώληση, ενέχυρο, υποθήκη ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής ή ακίνητης περιουσίας που θεωρείται ως δόλια βάσει των διατάξεων του άρθρου 3 του Νόμου αυτού η οποία έγινε πριν από ή μετά την έναρξη αγωγής ή άλλης διαδικασίας στην οποία το δικαίωμα για ανάκτηση του χρέους έχει αποδειχτεί, δύναται να ακυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου που εξασφαλίζεται με αίτηση οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή που γίνεται στην εν λόγω αγωγή ή άλλη διαδικασία, και στο Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αγωγή ή άλλη διαδικασία έχει ακουστεί ή εκκρεμεί. (η έμφαση δική μου) Έχοντας κατά νου αφενός τις ως άνω πρόνοιες καθώς και το αντικείμενο της αίτησης καταλήγω ότι η νομική βάση της αίτησης είναι ορθή. Όσον δε αφορά το ζήτημα του παράτυπου της αίτησης, τίποτε συγκεκριμένο προωθήθηκε για υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού. Εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι στην υπόθεση Ιωακείμ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ. 1)
(2003)1 Α.Α.Δ. 198, λέχθηκε ότι η αίτηση, δυνάμει του Κεφ. 62, ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Παρόλο δε που δικονομικά εντάσσεται στα πλαίσια της αγωγής, πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, «sui generis» η οποία κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών[1]. Εφόσον δε η αίτηση διαθέτει πρωτογενή χαρακτήρα ο τίτλος της αίτησης είναι ορθό να διαφοροποείται ανάλογα, όπως πράγματι διαφοροποιείται στην προκειμένη περίπτωση, για να σηματοδοτείται η νέα διαδικασία. (βλ. σχετικά Ιωακείμ κ.α. v Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1) )
(2003)1 Α.Α.Δ. 198). Επομένως και υπό το φως των πιο πάνω στο μέρος που οι λόγοι ένστασης 1 και 2 εισηγούνται ότι η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση ή και είναι παράτυπη δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Σχετικός είναι ο λόγος ένστασης 3 καθώς και το μέρος εκείνο των λόγων ένστασης 1 και 2 με τους οποίους οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι η αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με αυτούς σημειώνω τα εξής. Στην υπόθεση Adamou v. Kitsiou
(1978)1 J.S.C. 12, τονίστηκε πως σκοπός του Κεφ. 62 είναι να καταστήσει κάποια περιουσία, η οποία υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα ήταν διαθέσιμη, διαθέσιμη προς εκτέλεση με σκοπό την ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους[2]. Το άρθρο 3
(1)έχει παρατεθεί ήδη πιο πάνω και τούτο προνοεί μεταξύ άλλων πως κάθε δωρεά ή πώληση ή άλλη μεταβίβαση ή διάθεση οποιασδήποτε κινητής περιουσίας που γίνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο με πρόθεση να παρεμποδίσει τους πιστωτές του από το να ανακτήσουν τα χρέη τους από αυτόν, θα θεωρείται ότι είναι δόλια και θα είναι άκυρη έναντι του εν λόγω πιστωτή. Τέτοια περιουσία δύναται να κατασχεθεί και να πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Το άρθρο 3
(2)του Κεφ. 62 σχετίζεται με το βάρος απόδειξης, το οποίο σε συγκεκριμένες, ρητά καθοριζόμενες περιπτώσεις, εναποτίθεται στον δικαιοπάροχο ή εκχωρητή και το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ή εκχώρηση. Εκεί όπου το βάρος απόδειξης δεν μετατίθεται, ο αιτητής αφού αποδείξει ότι έγινε μεταβίβαση και τις λεπτομέρειες αυτής, θα πρέπει να αποδείξει ότι μεταβίβαση ήταν δόλια. Σύμφωνα δε με τη σχετική με το θέμα νομολογία για να λογίζεται κάποια διάθεση περιουσίας ως δόλια θα πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί ότι αυτή έγινε με πρόθεση παρεμπόδισης ή καθυστέρησης της ανάκτησης κάποιου χρέους από τον πιστωτή. Η πρόθεση του προσώπου, το οποίο κάνει τη διάθεση είναι λοιπόν το κύριο στοιχείο. Συγκεκριμένα παραπέμπω στην Mailos v. Constantinides & others
(1979)1 J.S.C. 242 όπου λέχθηκαν τα εξής: «The law of Cyprus as stated in the sections cited above makes the intent of the transferor the crucial test for deciding whether the transfer or disposal is to be deemed to be "fraudulent". The fraud contemplated is not what has been called "moral fraud"; but consists in the intention of the transferor to "hinder" or "delay" (that is something less than "prevent") his creditors. Whether or not that intention exists, must be decided as an inference of fact from considering all the circumstances of the case". Στην ίδια γραμμή είναι και τα νομολογηθέντα στην A.N. Vasiliades v. A.N. Vasiliades and another 18 C.L.R. 10. Στην Lymperopoulou v. Christodoulou a.ο.
(1957)Vol. 22 C.L.R. 184[3], αποφασίστηκε ότι μια δόλια μεταβίβαση είναι άκυρη εναντίον πιστωτή ή πιστωτών τους οποίους, ο μεταβιβάζων και ο δεχόμενος τη μεταβίβαση είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν ή να καθυστερήσουν να ανακτήσουν τα χρέη τους. Δόλια μεταβίβαση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 3
(1)του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 μπορεί ν' ακυρωθεί μόνον εάν ο πιστωτής, που υποβάλλει την αίτηση ακύρωσης, συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών που ο μεταβιβάζων (χρεώστης), κατά το χρόνο της μεταβίβασης, είχε πρόθεση να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει, στην ανάκτηση του οφειλόμενου, προς αυτόν, χρέους του. Ο Νόμος δεν παρέχει θεραπεία για «μεταγενέστερο πιστωτή», δηλαδή πιστωτή ο οποίος δεν βρισκόταν στη σκέψη του χρεώστη κατά το χρόνο της δόλιας μεταβίβασης. Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκε ότι πιστωτές, όπως διαφαίνεται από το άρθρο 2 του νόμου, είναι οι εξ αποφάσεως πιστωτές και τα πρόσωπα που έχουν αποδείξει το δικαίωμα τους να κατατάσσονται ως πιστωτές, κατά τη διανομή της περιουσίας πτωχεύσαντος ή αφερέγγυου προσώπου. Κρίσιμος δε χρόνος για τη διαπίστωση της ύπαρξης ή απουσίας δόλου, καλής πίστης και νόμιμης αντιπαροχής είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έλαβε χώρα η μεταβίβαση ή εκχώρηση (βλ. Kotsapas v. The Official Receiver
(1966)1 C.L.R. 119). Με βάση τις πιο πάνω αρχές και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν αμφισβητείται ότι ο αιτητής έχει εξασφαλίσει απόφαση στις 26/3/2012 εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ως το Τεκμήριο 1 το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη του δήλωση του αιτητή, και είναι συνεπώς εξ αποφάσεως πιστωτής, θα πρέπει να αποφασιστούν τα εξής ζητήματα:
- Υπήρξε διάθεση περιουσίας;
- Ποια περιουσία μεταβιβάστηκε και σε ποιον;
- Καταδεικνύεται η ύπαρξη πρόθεσης του χρεώστη να παρεμποδίσει ή να καθυστερήσει τους πιστωτές του;
- Εάν το ερώτημα 3 απαντηθεί καταφατικά, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον υπήρξε αντάλλαγμα και αν ναι κατά πόσον ήταν ισοδύναμης αξίας για να αποφασιστεί θέμα τυχόν ενεργοποίησης των προνοιών του άρθρου 3
(3)του Νόμου (ανωτέρω). Εξετάζοντας τα πιο πάνω ερωτήματα και αρχίζοντας από τα πρώτα δύο, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής ισχυρίζεται επικαλούμενος μεταξύ άλλων και το Τεκμήριο 3 (επιστολή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών) ότι η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν ιδιοκτήτρια κάποιων οχημάτων μεταξύ των οποίων και τα οχήματα με αρ. εγγραφής ΚWQ646 και ΚΜΕ719, τα οποία σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, μεταβιβάστηκαν στον καθ' ου η αίτηση 2 την 1/9/
- Συγκεκριμένα στην εν λόγω επιστολή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών προς τον κ. Κούτρα ημερομηνίας 16/9/2016 αναφέρονται τα εξής: «Θέμα: Οχήματα τα οποία είναι εγγεγραμμένα στο αρχείο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και βρίσκονται στην ιδιοκτησία της Φάρμα Ανδρέα Γεωργίου Λτδ Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερομηνίας 15/9/2016 σχετικά με το πιο πάνω θέμα και σας επισυνάπτονται τα στοιχεία που έχετε ζητήσει. Τα οχήματα με αριθμό εγγραφής KWQ646 και KME719 έχουν μεταβιβαστεί την 1/9/2016 στον Ανδρέα Γεωργίου.» Οι καθ' ων η αίτηση πουθενά στην ένσταση τους δεν αρνούνται ξεκάθαρα ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 1, αμέσως πριν τη μεταβίβαση τους στον καθ' ου
- Περιορίζονται στο να ισχυριστούν ότι η κα Κούτρα η οποία προβαίνει στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για έκδοση εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του αιτητή) και η οποία στην ένορκη δήλωση στην οποία προέβη στα πλαίσια εκείνα με την οποία ισχυρίζετο ότι η εναγόμενη ήταν ιδιοκτήτρια μεταξύ άλλων και των πιο πάνω δύο αναφερθέντων οχημάτων, δεν ήταν άτομο που θα μπορούσε να ορκισθεί θετικά περί του ότι τα επίδικα οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση
- Παρά όμως τον πιο πάνω ισχυρισμό τους, τον αιτητή ο οποίος επεσύναψε και τη σχετική επιστολή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (βλ. Τεκμήριο 3) με το πιο πάνω περιεχόμενο, από το οποίο εμμέσως πλην σαφώς προκύπτει ότι τα εν λόγω οχήματα ήταν ιδιοκτησία της καθ' ης η αίτηση 1 αμέσως πριν από τη μεταβίβαση τους στον καθ' ου η αίτηση 2 την 1/9/2016, δεν ζήτησαν να τον αντεξετάσουν, αλλά ούτε και πουθενά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αρνήθηκαν ρητώς το γεγονός της ιδιοκτησίας των εν λόγω οχημάτων από την καθ' ης η αίτηση
- Η μη αμφισβήτηση ισχυρισμών που περιέχονται σε ένορκες δηλώσεις καθιστά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς μη αμφισβητούμενους και κατ' επέκταση αποδεκτούς (βλ. Αναφορικά με την αίτησης της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013, Favero General Trading Ltd v. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12/11/2012). Στην υπόθεση Αρκτίνος (ανωτέρω) υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν έτυχαν αντεξέτασης παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Υπό το φως λοιπόν του ότι ο αιτητής δεν αντεξετάστηκε από τους καθ' ων η αίτηση σε σχέση με το Τεκμήριο 3, ο ισχυρισμός του[4] περί του ότι η κα Κούτρα η οποία προέβη στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη του αιτήματος για έκδοση εντάλματος για την εκποίηση κινητής περιουσίας δεν είχε προσωπική γνώση του εάν η καθ' ης η αίτηση 1 ήταν ιδιοκτήτρια οχημάτων, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι τα εν λόγω οχήματα δεν ήταν ιδιοκτησίας της εναγόμενης εταιρείας, καθ' ότι ως έχω ήδη αναφέρει το Τεκμήριο 3 το οποίο καλύπτει το ζήτημα αυτό, παρέμεινε αδιαμφισβήτητο από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση. Επομένως προκύπτει ότι έγινε μεταβίβαση των δύο πιο πάνω αναφερόμενων οχημάτων από την καθ' ης η αίτηση 1 στον καθ' ου 2 διευθυντή της, κατά την 1/9/2016. Απομένει λοιπόν τώρα να αποφασιστεί κατά πόσον η μεταβίβαση των δύο αυτών επίδικων οχημάτων έγινε με πρόθεση την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση στην ανάκτηση του χρέους από τον πιστωτή. Η υπό εξέταση περίπτωση δεν εμπίπτει στις αναφερόμενες στο άρθρο 3
(2)εξαιρέσεις. Συνεπώς, στην πορεία εξέτασης της παρούσας αίτησης στη βάση των προνοιών του Κεφ.62, θα λαμβάνεται ως δεδομένο ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών περί δόλιας μεταβίβασης το φέρει ο αιτητής. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου στον οποίο το Δικαστήριο δύναται να ανατρέξει (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1936,1943) η απόφαση εκδόθηκε στις 26/3/2012, αφού προηγουμένως η αγωγή είχε δεόντως επιδοθεί στην εναγόμενη εταιρεία η οποία και έλαβε γνώση περί της ύπαρξης της παρούσας διαδικασίας (βλ. ένορκη δήλωση επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 7/1/2012 που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου). Η απόφαση αυτή ουδέποτε αμφισβητήθηκε ή παραμερίστηκε. Στις 28/6/2012 φαίνεται ότι ο Ανδρέας Γεωργίου (καθ' ου 2), προσήλθε προσωπικά στο Δικαστήριο και υπέβαλε σχετική αίτηση (certification) με αρ. 336908, την οποία και υπέγραψε ο ίδιος (γράφοντας το όνομα του ολογράφως) καταβάλλοντας και το νενομισμένο αντίτιμο, με την οποία ζητούσε να προβεί σε έρευνα του φακέλου. Η αίτηση αυτή εντοπίζεται στο φάκελο του Δικαστηρίου στο δεξιό μέρος αυτού. Eπίσης στο φάκελο του Δικαστηρίου εντοπίζεται και επιστολή ημερ. 2/7/2012, από το δικηγορικό γραφείο Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε. προς τον Πρωτοκολλητή με την οποία τον ενημερώνουν ότι η εναγόμενη εταιρεία τους έχει διορίσει δικηγόρους όσον αφορά το χειρισμό της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και ότι προτίθενται να προβούν σε έρευνα του φακέλου. Την ίδια δε μέρα φαίνεται να υποβλήθηκε αίτηση (certification) με αρ. 337038 και να πληρώθηκε το αντίτιμο για λήψη κάποιων αντιγράφων από το φάκελο. Υπό το φως των πιο πάνω, η θέση που προβλήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση ότι αυτοί δήθεν δεν γνώριζαν για την παρούσα αγωγή ή για την έκδοση απόφασης σε αυτήν εκβαραθρώνεται. Η δε επίμονη και εντελώς παραπλανητική προσπάθεια του καθ' ου η αίτηση 2 να καταδείξει ότι η επίδικη απόφαση δεν επεδόθη ούτε στον ίδιο ούτε στην η καθ' ης η αίτηση 1, και ότι αυτοί συνεπώς δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της και επομένως δεν μπορούσαν να έχουν πρόθεση να ενεργήσουν δόλια σε σχέση με τον αιτητή[5], ενώ προφανέστατα καταδεικνύεται ενώπιον του Δικαστηρίου από τις ίδιες τις ενέργειες των καθ' ων η αίτηση, ότι γνώριζαν για το γεγονός αυτό και μάλιστα ο καθ΄ ου 2 από προσωπική γνώση αφού διενήργησε σχετική έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου, δημιουργεί εύλογα την πεποίθηση για ανυπαρξία καλής πίστης από πλευράς των καθ' ων η αίτηση. Το γεγονός δε ότι ενώ γνώριζαν πολύ καλά ότι εκδόθηκε εναντίον της εναγόμενης εταιρείας απόφαση, η οποία επίσης προφανώς γνώριζαν ότι δεν εξοφλήθηκε (αφού η μεν καθ΄ης 1 είναι η ίδια οφειλέτης, ο δε καθ' ου 2 διευθυντής της), προέβησαν στη μεταβίβαση οχημάτων από την καθ' ης η αίτηση 1 στον καθ' ου η αίτηση 2 και ακολούθως προσπάθησαν να αποκρύψουν το γεγονός ότι γνώριζαν την ύπαρξη της απόφασης από το Δικαστήριο, δημιουργεί επίσης πολύ εύλογα την πεποίθηση ότι οι ενέργειες τους ήταν δόλιες, συντονισμένες και αποσκοπούσαν πράγματι στο να καθυστερήσουν ή και να παρεμποδίσουν τον αιτητή από το να εισπράξει το οφειλόμενο χρέος, και ακολούθως μεθοδευμένα να αποκρύψουν όλα τα πιο πάνω από το Δικαστήριο. Επομένως θεωρώ πως ο αιτητής απέσεισε το σχετικό βάρος που έφερε. Οι δε λόγοι ένστασης 4 και 5 υπό το φως των πιο πάνω είναι προφανές ότι κρίνονται ανεδαφικοί και συνεπώς απορριπτέοι. Τούτων δε δοθέντων και στην απουσία μαρτυρίας ως προς το αν υπήρξε αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση, και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώση του καθ' ου η αίτηση 2 για την όλη συναλλαγή, τη φύση της οποίας περιέγραψα πιο πάνω, είναι πρόδηλο πως δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 3
(3)του Νόμου. Ως προς τον ισχυρισμό που προβάλλεται με τους λόγους ένστασης 11 και 12, ότι δηλαδή τα επίδικα οχήματα είναι γεωργικά οχήματα τα οποία είναι αναγκαία για την εργασία της καθ' ης η αίτηση 1 και ως εκ τούτου εμπίπτουν στην εξαιρούμενη περιουσία που δύναται να κατασχεθεί και/ή εκποιηθεί για εκτέλεση της Δικαστικής απόφασης, σημειώνω ότι εκ μόνου του λόγου της μεταβίβασης αυτών στον καθ' ου 2 το επιχείρημα αυτό καταρρέει, χωρίς να χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε περισσότερο, εφόσον εάν πράγματι ήταν τόσο αναγκαία τα εν λόγω οχήματα για την καθ' ης η αίτηση 1, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί τα αποξένωσε μεταβιβάζοντας τα στον καθ' ου
- Ως προς το λόγο ένστασης με αρ. 14 με τον οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθ' ότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο και ότι εν πάση περιπτώσει υπάρχουν άλλα μέτρα εκτέλεσης τα οποία ο ενάγων παρέλειψε να ακολουθήσει, σημειώνω κατ' αρχάς ότι ουδεμία μαρτυρία συγκεκριμένη προσκομίστηκε που να δεικνύει με ποιο ακριβώς τρόπο το εξ αποφάσεως χρέος, το οποίο από το 2012 παραμένει ανεξόφλητο, είναι εξασφαλισμένο, με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός αυτός να παραμένει γενικός και αόριστος και ως τέτοιος έκθετος σε απόρριψη. Ως προς τον ισχυρισμό ότι υπάρχουν και άλλα μέτρα εκτέλεσης που δεν λήφθηκαν, σημειώνω πως δεν είναι προϋπόθεση για επιτυχία μιας τέτοιας αίτησης, η εξάντληση οποιωνδήποτε άλλων μέτρων εκτέλεσης. Συναφώς και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Ως προς τους εναπομείναντες λόγους ένστασης 6, 8 και 10 οι οποίοι σχετίζονται με το μονομερώς εκδοθέν, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας προσωρινό διάταγμα, σημειώνω ότι με δεδομένο ότι το εν λόγω διάταγμα κατόπιν ακρόασης οριστικοποιήθηκε, δεν μπορεί πλέον οτιδήποτε σε σχέση με αυτό να είναι επίδικο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Ο δε λόγος ένστασης με αρ. 15 δεν αποκαλύπτει στην ουσία οποιοδήποτε λόγο ένστασης αφού με αυτόν, οι καθ' ων η αίτηση αιτούνται απλά την απόρριψη της αίτησης. Επομένως κρίνω ότι ο αιτητής έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του Κεφ. 62 και επομένως δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως η παρ. Α της αίτησης καθώς και διάταγμα ως η παρ. Β στο μέρος που με αυτήν ζητείται η επανεγγραφή των οχημάτων με αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 επ' ονόματι της καθ' ης η αίτηση
- Σε σχέση με το αίτημα της παρ. Β της αίτησης όπως το εξ αποφάσεως χρέος εγγραφεί ως επιβάρυνση επί των εν λόγω οχημάτων, οι καθ' ων η αίτηση με τον λόγο ένστασης με αρ. 9 ισχυρίζονται ότι ο αιτητής δεν δικαιούται να εγγράψει το εξ αποφάσεως χρέος ως επιβάρυνση επί των επίδικων οχημάτων, καθ' ότι αυτά δεν αποτελούν ακίνητη αλλά κινητή περιουσία. Επί τούτου οι καθ' ων η αίτηση φαίνεται να έχουν δίκαιο αφού, εν πάση περιπτώσει από τις πρόνοιες του Κεφ. 62 και δη του άρθρου 3
(1)και του άρθρου 4 δεν φαίνεται να παρέχεται τέτοια ευχέρεια στο Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω ακόμη και εάν η πιο πάνω κατάληξη μου για την έκδοση διατάγματος ως η παρ. Α και Β (στο μέρος αυτής που αναφέρθηκε ανωτέρω), ήθελε κριθεί εσφαλμένη σημειώνω ότι η αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 91A-91Δ του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το άρθρο 91Α προβλέπει τα εξής: «
(1)Πράξεις καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών συνιστούν, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθες ενέργειες από ή εκ μέρους του εξ αποφάσεως οφειλέτη— (α) Οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ή (β) οποιαδήποτε μετακίνηση, απόκρυψη ή άλλη αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εφόσον αυτές γίνονται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη.
(2)Οι ενέργειες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1)τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής.» Στο δε άρθρο 91Γ του Κεφ. 6, καθορίζεται η εξουσία του Δικαστηρίου να κηρύξει άκυρη οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως: «
(1)Οποιαδήποτε καταδολιευτική μεταβίβαση, επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση περιουσιακού στοιχείου η οποία γίνεται από οποιοδήποτε οφειλέτη δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης οποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη, λαμβανομένων προσηκόντως υπόψη των συμφερόντων οποιουδήποτε καλόπιστου τρίτου. Προς το σκοπό αυτό το Δικαστήριο δύναται, κατά την κρίση του, να διατάξει όπως η αίτηση επιδοθεί επίσης σ΄ οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δυνατό να έχει οποιοδήποτε συμφέρον επί του περιουσιακού στοιχείου που αποτελεί το αντικείμενο της αίτησης.
(2)Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται, εκδίδοντας το ακυρωτικό διάταγμα, να διατάξει όπως (α) Το περιουσιακό στοιχείο κατασχεθεί και πωληθεί προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους, ή (β) εάν το περιουσιακό στοιχείο υπόκειται δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης σε εγγραφή ή επιβάρυνση, ακυρωθεί η εν λόγω εγγραφή ή επιβάρυνση και επανεγγραφεί στο όνομα του οφειλέτη, ή (γ) εάν το περιουσιακό στοιχείο είναι ακίνητη περιουσία, η ακύρωση της εγγραφής και επανεγγραφή στο όνομα του οφειλέτη συνοδεύεται ταυτόχρονα με εγγραφή του εξ αποφάσεως χρέους ως επιβάρυνσης επί της εν λόγω ακίνητης περιουσίας με τις ίδιες συνέπειες ως εάν επρόκειτο περί εγγραφής δυνάμει των Άρθρων 53 μέχρι 62.» Ως λέχθηκε και στην Χριστοφόρου ν. Σ.Π.Ε. Ακακίου
(2008)1Α Α.Α.Δ 708, σκοπός των προνοιών του Κεφ. 6 «είναι η διασφάλιση της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, ύψιστο βέβαια ζήτημα που αφορά καίρια την απονομή της δικαιοσύνης γιατί αν οι αποφάσεις των Δικαστηρίων δεν εκτελούνται τότε η δικαιοσύνη θα απονέμεται επί ματαίω». Το άρθρο 91Γ του Κεφ. 6 ερμηνεύθηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χριστοφόρου όπου λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι σε αίτηση με την οποία ζητείται διάταγμα για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων θα πρέπει να καθορίζεται επακριβώς το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που έχει με οποιοδήποτε τρόπο μεταβιβαστεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη με σκοπό να καταδολιεύσει τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Σύμφωνα δε με τις πιο πάνω διατάξεις του Κεφ. 6 λογίζεται ως πράξη καταδολίευσης πιστωτή η οποία δύναται να ακυρωθεί, η οποιαδήποτε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση προς όφελος τρίτου οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του εξ αποφάσεως οφειλέτη, εφόσον αυτή γίνεται με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του οφειλέτη. Το δε εδάφιο 2 του άρθρου 91Α δημιουργεί μαχητό τεκμήριο (μέχρι δηλαδή αποδείξεως του αντιθέτου), ότι οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως αν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της οποίας επιδιώκεται η εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση προσδιορίζονται με ευκρίνεια οι μεταβιβάσεις που ζητούνται να ακυρωθούν στο αιτητικό Α της αίτησης. Επίσης είναι σαφές σύμφωνα και με τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν στα πλαίσια ανάλυσης των προνοιών του Κεφ. 62, ότι διενεργήθηκε μεταβίβαση των επίδικων οχημάτων από την καθ΄ ης η αίτηση 1 στον καθ' ου 2 την 1/9/2016. Είναι επίσης σαφές αφού προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε 16/12/2011 και εκδόθηκε απόφαση 26/3/2012. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα κατά την κρίση μου ενεργοποιείται το τεκμήριο που θέτει το άρθρο 91Α
(2). Επομένως το βάρος μεταφέρεται στους ώμους των καθ' ων η αίτηση να αποδείξουν ότι οι μεταβιβάσεις δεν έγιναν με σκοπό την καταδολίευση, βάρος το οποίο όμως σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι απέσεισαν. Και τούτο διότι αυτό το οποίο ισχυρίστηκαν στην προσπάθεια τους να πείσουν περί του ότι η μεταβίβαση δεν ήταν δόλια, είναι στην ουσία ότι οι ίδιοι δεν είχαν γνώση περί της επίδικης απόφασης και επομένως δεν θα μπορούσαν να είχαν πρόθεση να παρεμποδίσουν, καθυστερήσουν ή άλλως πως καταδολιεύσουν τον πιστωτή τους, θέση η οποία όμως για τους λόγους που πιο πάνω επεξήγησα με αναφορά στο περιεχόμενο του φακέλου καταρρέει και δεν δύναται επ' ουδενί λόγο να γίνει πιστευτή. Οι δε λοιποί λόγοι ένστασης που προβάλλονται είναι απορριπτέοι και στα πλαίσια εξέτασης των προνοιών του Κεφ. 6 για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια ανάλυσης των προνοιών του Κεφ.
- Επομένως κρίνω πως δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως η παρ. Α της αίτησης καθώς και διάταγμα ως η παρ. Β στο μέρος που με αυτήν ζητείται η επανεγγραφή των οχημάτων με αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 στην καθ' ης η αίτηση 1 και στη βάση των ως άνω προνοιών του Κεφ.
- Σε σχέση όμως με το αίτημα της παρ. Β της αίτησης όπως το εξ αποφάσεως χρέος εγγραφεί ως επιβάρυνση επί των οχημάτων, σημειώνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση τέτοιου διατάγματος ούτε δυνάμει των διατάξεων του Κεφ. 6, αφού σύμφωνα με το άρθρο 91Γ διάταγμα επιβάρυνσης μπορεί να εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 91Γ
(2)(γ) σε σχέση με ακίνητη περιουσία και επί τούτου ο λόγος ένστασης 9 ευσταθεί σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Υπό το φως των πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης και περαιτέρω διάταγμα ως η παρ. Β στο μέρος που με αυτήν ζητείται η επανεγγραφή των οχημάτων με αρ. εγγραφής KWQ 646 και ΚΜΕ 719 στην καθ' ης η αίτηση 1. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση ως 1 και 2 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .............................................................. Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Κατά τη γνώμη μας η αίτηση κάτω από τις διατάξεις του Κεφ. 62 ανήκει στην κατηγορία αιτήσεων που έχουν πρωτογενή χαρακτήρα. Και για την οποία ισχύει η προθεσμία καταχώρησης έφεσης των έξι εβδομάδων. Παρόλο που δικονομικά τέτοια αίτηση είναι ενταγμένη στο πλαίσιο της αγωγής, εντούτοις ο ομφάλιος λώρος με αυτή έχει αποκοπεί. Πρόκειται για αυτόνομη διαδικασία, που στοχεύει σε άλλης μορφής θεραπεία και που κατατάσσεται, όπως προελέχθη, για το σκοπό που συζητούμε, στην ευρύτερη κατηγορία των αγωγών.» [2] Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: "The object of the provisions of Cap.62 is to make property, otherwise not so available, available in execution for the satisfaction of a judgment-debt. It presupposes the existence of a judgment-debt. It is, in the final analysis, a mode of execution. Any doubt on the subject should be removed on a consideration of the procedure laid down in s.4, Cap.62, for the avoidance of a fraudulent transfer that can only be achieved by application after judgment in the cause of the action where judgment is given." [3] Η οποία υιοθετήθηκε πιο πρόσφατα στην Pambos Zenios Trading Ltd κ.α. v. Μιχάλης Χατζηπαύλου & Υιος Λτδ κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2322, και στην Σταυρούλλα Τζιέπρα v. Χαράλαμπου Σάββα κ.α.
(2013)1Γ Α.Δ.Δ. 241. [4] Καθώς και ο σχετικός λόγος ένστασης 13 [5] (βλ. παρ.6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση)