Επί τοις αφορώσι τον ΒΙΚΤΩΡΑ ΚΑΡΗ, Ειδοποίηση Πτώχευσης 25/16, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης 25/16 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ Επί τοις αφορώσι τον ΒΙΚΤΩΡΑ ΚΑΡΗ, από Λευκωσία Ημερομηνία: 31 Mαρτίου, 2017. Εμφανίσεις: Για Αιτητή ‑ Χρεώστη: κ. Α. Γεωργίου Για την Καθ' ης η Αίτηση ‑ Πιστωτή: κα Ζαχαρίου Ενδιάμεση Απόφαση H Andreas Zacharia Furnishings Ltd (στο εξής «οι πιστωτές ή «οι καθ΄ ων η αίτηση»), στις 22/10/2014 εξασφάλισε απόφαση εναντίον του Βίκτωρα Καρή (στο εξής «ο χρεώστης» ή «ο αιτητής») στα πλαίσια της αγωγής υπ΄ αριθμό 3333/10, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, για το ποσό των €19.980,08, πλέον τόκους και επιδικασθέντα έξοδα. Στις 22/6/2016, ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εξέδωσε ειδοποίηση πτώχευσης προς τον χρεώστη, μετά από αίτημα των πιστωτών, πάντα σε σχέση με την οφειλή του πρώτου, ως τούτη προέκυψε από την εναντίον του, πιο πάνω αναφερόμενη εκδοθείσα απόφαση. H Eιδοποίηση Πτώχευσης, επιδόθηκε στο χρεώστη στις 7/7/2016, ο οποίος αντέδρασε διά της καταχώρησης της επίδικης αίτησης, ημερομηνίας 11/7/2016, με την οποία επιζητεί τον «Παραμερισμό της αίτησης ειδοποίησης πτώχευσης ημερομηνίας 22/06/2016». Η αίτηση βασίζεται στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, Άρθρα 3
(3), 5, 6, 7, 8, 16, 91, 93 και 97, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, Κανονισμοί 2, 16, 18, 38 ‑ 42, 50, 59 και 188, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ. 48, θ. 4 και Δ. 64 στον περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ. 2 και επί της Νομολογίας και πρακτικής της, και επί της σύμφυτης εξουσίας και διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Προς υποστήριξη της αίτησης, ο αιτητής προέβη σε ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει τούτη και επί της οποίας επισυνάπτει διάφορα τεκμήρια. Σ' αυτήν, προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς, με μοναδικό, εν τέλει, επίδικο ενώπιον του Δικαστηρίου, τον ισχυρισμό ότι, ο ίδιος έχει ανταπαίτηση από τους πιστωτές, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η έκδοση της αιτούμενης, από αυτόν, θεραπείας. Ως προς τον, μόλις πιο πάνω αναφερόμενο περιορισμό των επίδικων ζητημάτων, παρεμβάλω στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, ο συνήγορος του αιτητή, με σχετική δήλωση του, κατά την ημέρα των αγορεύσεων, περιόρισε τα επίδικα ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήματα, εις τρόπον ώστε, το μόνο επίδικο ζήτημα να αφορά στο κατά πόσο έχει ή όχι γνήσια ανταπαίτηση εναντίον των πιστωτών, για ποσό, ίσο ή μεγαλύτερο του ποσού της οφειλής του. Τούτο, εξ άλλου, προκύπτει αβίαστα και από το περιεχόμενο της τελικής του αγόρευσης που ακολούθησε της εν λόγω δήλωσής του. Όσον δε αφορά στο γεγονός ότι ο αιτητής εφεσίβαλε την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 3333/10, τούτο προβάλλεται, όχι ως αυτόνομος και ξεχωριστός λόγος για τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης, αλλά ως επικουρικός της θέσης ότι το χρέος τελεί υπό αμφισβήτηση για λόγους, μάλιστα, άρρηκτα συνδεδεμένους με την ισχυριζόμενη ανταπαίτησή του από τους καθ' ων η αίτηση. Επί του προκειμένου, ο συνήγορος του αιτητή, κατά την αγόρευσή του, παρέπεμψε σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να υποδείξει το αναγκαίο της καταχώρησης έφεσης εναντίον της απόφασης, επί της οποίας βασίζεται μια πτωχευτική διαδικασία. Επανερχόμενος στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την επίδικη αίτηση και έχοντας κατά νου τη μοναδική επίδικη ισχυριζόμενη βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, παραθέτω, ευθύς αμέσως, αυτουσίως, τις σχετικές με το ζήτημα αναφορές του αιτητή: «2...................................................................................................................... (α)...................................................................................................................... (β)...................................................................................................................... (γ)...................................................................................................................... (δ) Έχω ανταπαίτηση κατά της εταιρείας Andreas Zacharia Furnishings Ltd την οποία και επικαλέστηκα στην αγωγή 3333/2010 και προς τούτο επισυνάπτω την έκθεση υπεράσπισης μου στην εν λόγω υπόθεση. (ε) Για λόγους όμως υγείας, αφού ήμουν κλινήρης αλλά και για αδυναμία του δικηγόρου μου να ανταποκριθεί κατά την ημερομηνία, δεν μπόρεσε να προωθηθεί η ανταπαίτηση μου. Επισυνάπτω σχετική ιατρική βεβαίωση ως Τεκ.2 που δείχνει την κατάσταση της υγείας μου κατά τον επίδικο χρόνο, αλλά και επιστολή του δικηγόρου μου (Τεκ.3) που δείχνει τις δυσκολίες προώθησης της ανταπαίτησης μου. (ζ) Έχω δώσει οδηγίες στους δικηγόρου μου να καταχωρίσουν αγωγή εναντίον της Andreas Zacharia Furnishings Ltd για παραβίαση συμφωνίας και διεκδίκηση αποζημιώσεων σε κλίμακα €50.000 ‑ €100.000 .........................................................................................................................» Οι πιστωτές - καθ' ων η αίτηση, στις 16/9/2016, καταχώρησαν Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»), παραθέτοντας, επί του κυρίως σώματός της, τους εννέα πιο κάτω, αυτουσίως παρατεθέντες, λόγους ένστασης: «1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. 2. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες. 3. Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. 4. Τα γεγονότα που αναφέρονται δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 5. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική. 6. Η αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για απόδειξη των ισχυρισμών του αιτητή. 7. Ο αιτητής προβάλλει άσχετους ισχυρισμούς με τα επίδικα θέματα σε πτωχευτική διαδικασία. 8. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη. 9. Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη και ελλιπή νομική βάση.» Η ένσταση βασίζεται στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 άρθρα 1, 2, 3, 3
(1)(ζ), 3(α) και (β) και
(7), 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11
(1),
(2), 87, 90, 93, 93
(3)και 102, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ. 48 Θ. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς άρθρα 1, 2, 3, 4, 5
(1)(δ) και 2, 7
(1)και
(2), 9, 10,11, 16, 17, 18, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 187, 188, 190, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στη σχετική Νομολογία. Ως προς την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και στον βαθμό που το περιεχόμενο της αφορά στο μοναδικό επίδικο ζήτημα, με αυτήν, ο ομνύοντάς της, Αντρέας Ζαχαρίου, διευθυντής των καθ' ων η αίτηση, ισχυρίζεται ότι η επικαλούμενη από τον αιτητή ανταπαίτηση προωθήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου και απερρίφθη. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και αφού αμφότερες οι πλευρές έκριναν ότι καθίστατο ανάγκη να διευκρινιστούν περαιτέρω κάποια ζητήματα, ζήτησαν και έλαβαν άδεια από το Δικαστήριο, και έκαστη πλευρά καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, ο αιτητής, επισυνάπτει αντίγραφο της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του στην αγωγή 3333/2010 (παρά τη σχετική αναφορά στην αρχική του ένορκη δήλωση, εντούτοις, δεν επισυνάφθηκε επ' αυτής η εν λόγω Υπεράσπισή του), καθώς επίσης και αντίγραφο κλητηρίου εντάλματος, γενικώς οπισθογραφημένο, της αγωγής 4192/2016, το οποίο αφορά σε αγωγή που, στο μεταξύ, ο ίδιος καταχώρησε εναντίον των καθ' ων η αίτηση επί της κλίμακας €50.000 ‑ €100.000. Οι καθ' ων η αίτηση, μέσω διαφορετικού ομνύοντα, καταχώρησαν τη δική τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση, με την οποία αποσύρουν τη βασική τους θέση περί του ότι η ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του αιτητή προωθήθηκε και εν τέλει απερρίφθη στα πλαίσια της αγωγής 3333/2010, αναφορά την οποία αποδίδουν σε λάθος και/ή παραδρομή του ομνύοντα της αρχικής ένορκου δηλώσεως, και προβάλλουν τη θέση ότι, ο αιτητής, είχε δικαίωμα και δυνατότητα να προωθήσει την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του στα πλαίσια της αγωγής 3333/2010, πράγμα το οποίο δεν έπραξε και τούτο χωρίς καμιά νόμιμη δικαιολογία, με αποτέλεσμα η επίδικη αίτηση να είναι έκθετη σε απόρριψη. Νομική πτυχή Το βάρος απόδειξης ισχυρισμού για ύπαρξη ανταπαίτησης και/ή ανταγωγής βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του χρεώστη. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5, καθώς και του Κανονισμού 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών (βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 JSC 93). Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο χρεώστης εγείρει ως λόγο παραμερισμού την ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταγωγής ή συμψηφισμού, πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει γνήσια ανταπαίτηση. Απλοί ισχυρισμοί για οποιαδήποτε ανταπαίτηση δεν αρκούν (βλ. Re Debtor
(1958)2 Ch. 81). Ειδικότερα, στο σύγγραμμα Williams on Bankruptcy (18η έκδοση) στις σελίδες 43-44 αναφέρεται ότι ο χρεώστης θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκη δήλωση που να δείχνει σε εύλογο βαθμό λεπτομέρειας, τη φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης για να ικανοποιήσει το λεκτικό του Bankruptcy Rule 139 της Αγγλίας, το οποίο είναι παρόμοιο με τον Κανονισμό 41 των κυπριακών Κανονισμών, με εξαίρεση τη χρήση της φράσης «sufficient cause is shown». Στη σελίδα 34 του συγγράμματος Williams on Bankruptcy (16η έκδοση) αναφέρεται ότι για να παραμεριστεί ειδοποίηση πτώχευσης στη βάση ύπαρξης ανταπαίτησης, θα πρέπει ο χρεώστης να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει δικαίωμα για ανταπαίτηση και συμψηφισμό, το οποίο να είναι «effective and capable of being enforced" κατά τον χρόνο της αίτησης παραμερισμού. Στο δε σύγγραμμα Williams and Muir Hunter "The Law and Practice on Bankruptcy" (19η έκδοση) στη σελίδα 37 αναφέρεται ότι η απαίτηση του χρεώστη θα πρέπει να είναι τέτοια που να μπορεί, κατά το χρόνο εξέτασης του αιτήματος παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, να προωθηθεί μέσω αγωγής. Στην απόφαση In Re A Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte the Debtor v. National Westminster Bank Plc
(1984)1 W.L.R. 353, λέχθηκαν τα εξής σχετικά με το βάρος απόδειξης που φέρει ένας χρεώστης που ισχυρίζεται ότι έχει ανταπαίτηση από τον πιστωτή του: «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case. Secondly, the affidavit or affidavits must show that the cross-demand could not have been set up in the action in which the judgment relied on by the creditor was obtained. Thirdly, the affidavit or affidavits must show that the cross-demand equals or exceeds the amount of the judgment debt. For that purpose the cross-demand need not be for a liquidated sum or even for a sum of money at all. But it must be capable of being quantified in terms of money and the affidavit or affidavits must quantify it». Πάντα σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ενός αιτητή που επιζητεί τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης επί της βάσει ισχυριζόμενης ανταπαίτησης, ανταξίωσης και/ή συμψηφισμού, στην Μιχαλάκης Αλωνεύτης ν. Alpha Bank Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 475, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην περίπτωση αίτησης όπως η παρούσα (επρόκειτο για αίτηση ως η υπό εξέταση), το βάρος απόδειξης δεν μπορεί να είναι διαφορετικό η μεγαλύτερο από το βάρος που ο χρεώστης φέρει στην περίπτωση που καταχωρεί ένορκη δήλωση ισχυριζόμενος ότι είχε ανταπαίτηση ή ανταξίωση που ισούται ή υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό και η οποία ένορκη δήλωση επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης (Καν. 1 των Πτωχευτικών Κανονισμών). Εκείνο όμως που ο χρεώστης οφείλει να δείξει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας είναι τη φύση καθώς και το ποσό της ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή και συμψηφισμού, τα οποία θα πρέπει να είναι γνήσια, προβληθέντα καλή τη πίστει και με μια εύλογη πιθανότητα επιτυχίας. Στο τέλος της ημέρας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπό το φως της ολότητας της προσαχθείσας μαρτυρίας εγείρεται όντως γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, οπότε και η πτωχευτική ειδοποίηση υπόκειται σε ακύρωση.» Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, επί του θέματος, δες επίσης τα όσα αναφέρθησαν στην Άννα Χατζηρωτή ν. Βαλεντίνος Πιερίδης Πολ. Εφ. 130/2011, ημερομηνία απόφασης 12.1.2017 και Παναγιώτης Αδάμου ν. Βίκτωρα Κυριακίδη
(2004)1 Α.Α.Δ. 1919. Ακροαματική διαδικασία Αμφότεροι οι Συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, παραπέμποντας σε σχετική Νομολογία, αντίγραφα της οποίας παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Κανένας εκ των ομνυόντων που υποστήριξαν αίτηση και ένσταση δεν αντεξετάστηκε. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Όπως σημειώθηκε και ανωτέρω, μοναδικό επίδικο ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτημα παραμένει το κατά πόσο, ο ισχυρισμός του αιτητή περί του ότι έχει ανταπαίτηση από τους καθ' ων η αίτηση, δικαιολογεί τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Επί αυτού του ερωτήματος η θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι, η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική, για τρεις λόγους. Πρώτο, γιατί, για να είναι δυνατή η επίκληση της ανταπαίτησης, θα πρέπει, ο αιτητής, να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε τη δυνατότητα να προβάλει τούτην στα πλαίσια της αγωγής 3333/2010, που κατά τους καθ' ων η αίτηση, την είχε, δεύτερο, γιατί, η οποιαδήποτε, σχετική με το θέμα της ανταπαίτησης, μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής, είναι εντελώς γενική, αόριστη και δεν παρέχει στο Δικαστήριο εκείνες τις λεπτομέρειες και στοιχεία, ώστε να εξεταστεί το γνήσιο ή μη της ανταπαίτησης και οι όποιες πιθανότητες επιτυχίας της, και τρίτο, γιατί, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να διαφωτίζει, στον απαραίτητο βαθμό, το ύψος της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης, ώστε να διαφανεί κατά πόσο τούτη, ισούται και/ή είναι μεγαλύτερη της οφειλής του αιτητή προς τους καθ' ων η αίτηση. Για σκοπούς δομής της παρούσας απόφασης, κρίνω ορθότερο να εξετάσω πρώτα τη δεύτερη πιο πάνω εισήγηση των καθ' ων η αίτηση και μόνο στην περίπτωση που τούτη απορριφθεί, να προχωρήσω και να εξετάσω, αφενός το δικαιολογημένο ή μη της μη προώθησης της ανταπαίτησης στα πλαίσια της αγωγής 3333/2010, και αφετέρου της απόδειξης ή μη (στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο) του ύψους της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης. Είναι γεγονός ότι, οι οποιεσδήποτε αναφορές του αιτητή, ως τούτες προβάλλουν μέσα από το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεών του, αλλά και των επισυναπτόμενων, σ' αυτές, τεκμηρίων, πάντα σε σχέση με την ισχυριζόμενη ανταπαίτησή του, είναι εντελώς γενικές και αόριστες. Στην ουσία, με τις σχετικές με το θέμα παραγράφους 2(δ) και 2(ζ) της αρχικής ένορκης δήλωσής του, εκείνο που απλά προβάλλει ο αιτητής, είναι τη θέση του ότι έχει ανταπαίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση και ότι, για το λόγο αυτό, έδωσε οδηγίες να καταχωρηθεί αγωγή. Το δε περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, που συνοδεύει την εν λόγω ένορκη δήλωσή του (πρόκειται για επιστολή που απεστάλη στον ίδιο από τον τότε δικηγόρο του), δεν διαφωτίζει, κατά πολύ, αναφορικά με το ζητούμενο, παρά μόνο ότι, για σκοπούς προώθησης της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης του, είναι αναγκαίος ο διορισμός κάποιου πραγματογνώμονα, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται η φύση της πραγματογνωμοσύνης του. Ερχόμενος τώρα στο περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του, τούτο, επίσης δεν κρίνεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο διαφωτιστικό. Όσον αφορά στο αντίγραφο της υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στην αγωγή 3333/10 (τεκμήριο 1 στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του αιτητή) και στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής 4192/2016 (τεκμήριο 2 της ρηθείσας συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής), από το περιεχόμενο τους προκύπτει ότι, ο αιτητής, ως βάση για την ανταπαίτηση του, ισχυρίζεται την πρόκληση ζημιάς προς αυτόν, συνεπεία (α) καθυστέρησης εκτέλεσης εργασιών (από πλευράς των καθ' ων η αίτηση) και (β) εκτέλεση (από πλευράς των καθ' ων η αίτηση), εργασιών χωρίς την έγκριση του, οι οποίες εργασίες δεν ήταν σύμφωνες με το δείγμα και/ή την περιγραφή που δόθηκε, από τους καθ' ων η αίτηση προηγουμένως. Οι εργασίες στις οποίες αναφέρεται ο αιτητής, και για την καθυστέρηση και/ή το ασυμβίβαστο (με το προγενέστερο δείγμα και/ή περιγραφή), των οποίων, παραπονείται και ισχυρίζεται ότι έχει ανταπαίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση, είναι οι εργασίες, για τις οποίες οι τελευταίοι καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμό 3333/10, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση υπέρ τους και εναντίον του αιτητή, και επί της οποίας βασίζεται και η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης. Και αυτές, όμως, οι αναφορές του αιτητή (ως προκύπτουν από τα δύο επισυναπτόμενα στη συμπληρωματική ένορκη του δήλωση δικόγραφα - τεκμήριο 1 και τεκμήριο 2), δεν μπορούν να κριθούν ως ικανοποιητικές για σκοπούς επιτυχίας της υπό εξέταση αίτησης. Παραμένουν εντελώς γενικές και αόριστες, αφού καμιά λεπτομέρεια και/ή στοιχεία δεν δίδονται στο Δικαστήριο αναφορικά (α) με την ακριβή φύση της ανταπαίτησης, (β) τον χρόνο που θα έπρεπε να υλοποιηθούν οι εργασίες και τον χρόνο που εν τέλει υλοποιήθηκαν, (γ) το είδος της ζημιάς, αλλά και του τρόπου που τούτη επήλθε ως αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης καθυστέρησης, (δ) την ισχυριζόμενη προγενέστερη περιγραφή και/ή δείγμα, σε αντιδιαστολή με τις εργασίες που εν τέλει εκτελέστηκαν και (ε) το γιατί η ισχυριζόμενη αυτή παράβαση της προγενέστερης περιγραφής και/ή δείγματος, επέφερε ζημιά και ποιου ύψους, στον αιτητή, ώστε να εξεταστεί, στο βαθμό που τούτο είναι δυνατό, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, το βάσιμο και γνήσιο του ισχυρισμού της ανταπαίτησής του. Ούτε το περιεχόμενο της Ειδοποίησης Έφεσης (τεκμήριο 1 στην αρχική ένορκή του δήλωση), κρίνεται, καθ' οιονδήποτε τρόπο, βοηθητικό για το ζητούμενο, μιας και όλοι, ανεξαιρέτως οι λόγοι έφεσης, σχετίζονται και/ή αφορούν σε θέματα άσχετα με την ισχυριζόμενη ανταπαίτησή του από τους καθ' ων η αίτηση. Επομένως όλη η σχετική, με την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του αιτητή μαρτυρία που προσκόμισε ο τελευταίος, είναι εντελώς γενική και αόριστη, σε τέτοιο βαθμό, που δεν είναι δυνατό, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, να ικανοποιήσουν την απαίτηση που επιβάλλει η πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία, όπως, κάθε αιτητής που επιδιώκει τον παραμερισμό ειδοποίησης πτώχευσης επί τη βάση ισχυριζόμενης ανταπαίτησης, να παρουσιάζει στο Δικαστήριο ισχυρισμούς συνοδευόμενους από ικανοποιητικές λεπτομέρειες και στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξετάσει το γνήσιο ή μη της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης του. Η μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Είμαι δε της άποψης ότι, συνεπεία της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου, δεν καθίσταται πλέον αναγκαία η εξέταση των έτερων προβαλλόμενων λόγων απόρριψης της αίτησης από πλευράς των καθ' ων η αίτηση. Επιγραμματικά, σημειώνω ότι, το Τεκμήριο 2 της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή, είναι δυσανάγνωστο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να έχει οποιασδήποτε χρησιμότητας για την υπό εξέταση αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, στον βαθμό που είναι δυνατό να εξαχθεί κάποιο γενικό συμπέρασμα από το περιεχόμενο του, τούτο δεν είναι διαφωτιστικό της δυνατότητας ή μη του αιτητή να επιδείξει ενδιαφέρον για την αγωγή 3333/10 και να προωθήσει περαιτέρω ενέργειες για σκοπούς προβολής της ενδεχόμενης ανταπαίτησης του. Το δε περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή, αν έχει κάτι να προσφέρει για το υπό συζήτηση θέμα, είναι ότι 4 ολόκληρα χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής 3333/2010, ο συνήγορος του αιτητή, επικαλούμενος παράληψη από πλευράς του ιδίου και του αιτητή να καταχωρήσουν το δικόγραφο της Υπεράσπισης, αναφέρει ότι για αποφυγή έκδοσης απόφασης εναντίον του αιτητή, καταχωρήθηκε μια «πρόχειρη» υπεράσπιση, χωρίς να διαφωτίζει, επαρκώς, για το δικαιολογημένο ή μη, της μη, μέχρι τότε, προώθησης της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης. Και πάλι, αυτό που παρατηρείται είναι ότι, οι σχετικές με τη δυνατότητα ή μη προώθησης της ισχυριζόμενης ανταπαίτησης στα πλαίσια της αγωγής 3333/10, αναφορές του αιτητή, κρίνονται εντελώς αόριστες και γενικές, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κρίση ως προς το γνήσιο του ισχυρισμού του, περί αδυναμίας του να προωθήσει την ισχυριζόμενη ανταπαίτηση του στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής. Το ίδιο, ισχύει και αναφορικά με το κατά πόσο με τη μαρτυρία που προσκόμισε ο αιτητής, δόθηκαν στο Δικαστήριο εκείνες οι λεπτομέρειες και στοιχεία αναφορικά με το ύψος της ισχυριζόμενης ανταπαίτησής του. Μοναδική, επί του προκειμένου, μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, αφορά στην κλίμακα της αγωγής 4192/16 και τίποτε άλλο. Καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να διαφωτίζει έστω και γενικά, ως προς το ύψος της επικαλούμενης ζημιάς και κατ' ακολουθία, το ύψος της ισχυριζόμενης ανταπαίτησής του, κάτι, που με βάση την πιο πάνω σχετική νομολογία, αποτελεί προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί από πλευράς του αιητή που επιζητεί τον παραμερισμό μιας ειδοποίησης πτώχευσης. Συνεπεία των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η επίδικη αίτηση απορρίπτεται και μη έχοντας οποιονδήποτε καλό λόγο για να παρεκκλίνω του γενικού κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, τα έξοδα της παρούσας αγωγής, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η δε πράξη πτώχευσης, θεωρείται ότι διαπράττεται με την έκδοση της παρούσας απόφασης. (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ.