← Κύπρος

PANIMA LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5040/10, 31/3/2017

PANIMA LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5040/10, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5040/10 Μεταξύ:-

  1. PANIMA LTD, εκ Λευκωσίας
  2. Μιχαήλ Ιωαννίδης, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΊΑ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση για συμπληρωματική ένορκη ημερομηνίας 5.1.17 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.3.17 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Γεωργίου Για Εναγόμενη- Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την αγωγή τους επιδιώκουν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων για την εξάλειψη των υποθηκών με αριθμό Υ.10263/94 και Υ4284/93 και την διαγραφή του ισχυριζόμενου προς τους εναγομένους χρέους τους επί διαφόρων λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένης και μιας συναλλαγματικής. Επιζητούν επίσης αποζημιώσεις. Η αγωγή καταχωρήθηκε την 15.6.10 επί γενικής οπισθογραφήσεως και την 17.9.10 καταχωρήθηκε η έκθεση απαιτήσεως. Η εναγόμενη καταχώρισε υπεράσπιση την 4.1.
  3. Εκκρεμούσης της αγωγής, την 9.8.13 οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση για την αναστολή της διαδικασίας εκποίησης των πιο πάνω υποθηκών. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση και την 21.3.14 εκδόθηκε η ενδιάμεση - απορριπτική - απόφαση του δικαστηρίου. Την 8.7.15 καταχωρήθηκε νέα αίτηση εκ μέρους των εναγόντων με ίδιο αίτημα, για την αναστολή δηλαδή της πώλησης των πιο πάνω υποθηκών. Προκύπτει περαιτέρω από τον φάκελο της υπόθεσης, ότι την 17.3.16 υπεβλήθη αίτηση με την οποία επιζητείτο άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η εναγόμενη καταχώρισε και στις δυο αιτήσεις ένσταση και τελικά την 23.6.16 και οι δυο αιτήσεις απεσύρθησαν με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των αιτητών. Ακολούθησε νέα αίτηση, την 5.7.16 με το ίδιο ακριβώς αίτημα. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση και στην συνέχεια, την 5.1.17, υπεβλήθη αίτηση εκ μέρους των αιτητών, για άδεια του δικαστηρίου για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Πρόκειται για την υπό κρίση αίτηση επί της οποίας η εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση έφερε ένσταση. Εκείνο που ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η επισύναψη έκθεσης εμπειρογνώμονα αναφορικά με την εγκυρότητα των υποθηκών σε σχέση με τις χρεώσεις των λογαριασμών από την εναγομένη τράπεζα, η οποία σύμφωνα με τον ομνύοντα αποτελεί ουσιώδη μαρτυρικό υλικό το οποίο και επιθυμεί να καταθέσει ως τεκμήριο. Η πλευρά της τράπεζας θεωρεί, με τους λόγους ένστασης που προβάλλει, ότι πρόκειται περί καταχρηστικής αίτησης γιατί οι αιτητές γνώριζαν και ήταν σε γνώση τους όλα τα γεγονότα που επιχειρούν να εισάξουν και ουσιαστικά δεν προβάλλουν καλό λόγο ως προς την αναγκαιότητα καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι δυο πλευρές προχώρησαν στην ακρόαση της αίτησης με γραπτές αγορεύσεις, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις αντίστοιχα προβαλλόμενες εισηγήσεις των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του. Η Δ.48 θ.4

(2), που αποτελεί το νομικό βάθρο της αιτούμενης θεραπείας, προνοεί ότι:
(2)Το Δικαστήριο ή Δικαστής, µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39. Το αίτημα για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να αντικρυστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι, στον καλό λόγο σύμφωνα με το θ.4
(2)της Διαταγής 48, σε συνάρτηση με το αίτημα που προβάλλεται στην κυρίως αίτηση, που στην παρούσα υπόθεση ως λέχθηκε σχετίζεται με την ακύρωση της διαδικασίας πώλησης υποθηκών των εναγόντων εκ μέρους των εναγομένων. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αποκαλύπτεται καλός λόγος τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Δε μπορεί βεβαίως να γίνει απαρίθμηση των λόγων που θα μπορούσαν εκ προοιμίου να συνιστούν καλό λόγο για τέτοιο αίτημα. Εναπόκειται στον αιτητή κάθε φορά να εξηγήσει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, είτε αυτός αφορά τα γεγονότα, είτε αναφέρεται σε άλλους παράγοντες ανεξάρτητους, ως για παράδειγμα ότι περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του στοιχεία ή γεγονότα. Καθοδηγητική κρίνεται η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979. Αφορά βέβαια τη O.59 r. 6
(2)των Αγγλικών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως ως εξηγείται για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ' ων η αίτηση. Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί και από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ 195, που παραπέμπουν και οι δύο δικηγόροι. «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να επιτραπεί για λόγο που εντοπίζεται και κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, άρρηκτα συνυφασμένων με τη φύση των επιζητούμενων αξιώσεων στη βασική αίτηση. Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είναι σαφές και διάχυτο ότι επιδιώκεται να καταχωρηθεί έκθεση εμπειρογνωμόνων η οποία από την ημερομηνία σύνταξης της, ήτοι τον Ιανουάριο του 2017, εξάγεται ότι αποκτήθηκε πολύ μεταγενέστερα της καταχώρισης της αίτησης για αναστολή της πώλησης. Υπενθυμίζεται ότι η αίτηση καταχωρήθηκε τον Ιούλιο του 2016 και κατά την αντίληψη του δικαστηρίου, δικαίως η πλευρά των καθ' ων η αίτηση προβάλλει ότι οι αιτητές όφειλαν να εφοδιαστούν με το απαραίτητο μαρτυρικό υλικό πριν την καταχώριση της κυρίως αίτησης τους. Κυρίως και θα πρέπει να σημειωθεί αυτό, όταν είναι η τρίτη στη σειρά αίτηση που υποβάλλεται με το ίδιο ακριβώς επίδικο θέμα και αιτητικό. Συνάγεται συνεπώς ότι δεν πρόκειται για γεγονότα που ήλθαν στην γνώση των εναγόντων μετά την καταχώριση της αίτησης ή ακόμα της ένστασης των εναγομένων, αλλά από άποψη ουσίας της επιδιωκόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το θέμα χρονολογείται εδώ και χρόνια, αφού σε κάθε περίπτωση ανατρέχει από τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Στην υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολ. Έφεση 29/2014, ημερ.3.11.16, αναφορικά με τις αρχές που αφορούν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων». Η αγωγή καταχωρήθηκε το 2010 και η κρινόμενη αίτηση προς έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αναστολής είναι η τρίτη στη σειρά που καταχωρήθηκε, ανεξάρτητα από την πορεία και την τύχη που είχε η κάθε μια από τις προηγούμενες αιτήσεις. Γεγονός όμως παραμένει ότι οι ενάγοντες, στα πλαίσια της παρούσης αίτησης, εκ των υστέρων αποφάσισαν να προσφύγουν σε εμπειρογνώμονα, που μόνο του δεν μπορεί να καταταχθεί ως καλός λόγος για τους δοθεί το δικαίωμα να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Η διαπίστωση του δικαστηρίου είναι ότι οι αιτητές επιχειρούν να εισάξουν μαρτυρία όχι εις απάντηση ισχυρισμών των καθ' ων η αίτηση, ή επί γεγονότων που προκύπτουν από την ένορκη τους δήλωση, ούτε και πρόκειται συναφώς για νέα γεγονότα, αλλά αποτελεί εκ των υστέρων μαρτυρία που θα έπρεπε να είχε εισαχθεί εκ μέρους τους εξ αρχής. Η εκ των υστέρων εισαγωγή μαρτυρίας εκφεύγει από την εμβέλεια εφαρμογής της Δ.48, Θ.4
(2)και ως εκ τούτου δεν συνιστά καλό λόγο. Στην βάση συνεπώς όλων των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν αποκλίνει υπέρ του αιτήματος των αιτητών. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων - αιτητών και υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Πρ. Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.