Επί τοις αφορώσι την Aegis Insurance Co. Limited, Αρ. Αίτησης: 398/2002, 30/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 398/2002 Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Επί τοις αφορώσι την Aegis Insurance Co. Limited ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.2.2017 για Καταχώρηση Συμπληρωματική Ένορκης Δήλωσης 30 Μαρτίου,
- Για τους Αιτητές: κ. Σατσιάς για Λ. Δημητριάδη Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κα Πιερή για κ. Ποιητή Για τον Έφορο Ασφαλίσεων: κα Κοτσώνη για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η εν τίτλω εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.7.
- Στα πλαίσια της εκκαθάρισης ο Αιτητής, την 13.11.2015, καταχώρησε Αίτηση με την οποία επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Ανδρέα Χαραλαμπίδη, Εκκαθαριστή, να δώσει λογαριασμούς και πλήρη απολογισμό για το τι έπραξε μέχρι σήμερα σχετικά με την εκκαθάριση και επιπρόσθετα, διάταγμα που να διατάσσει την μετακίνηση του Εκκαθαριστή και το διορισμό στη θέση αυτού της κας Φούλλας Χατζηνικολή, δικηγόρου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ο Αιτητής είναι συνεισφορέας, μέτοχος και πιστωτής κατά το χρόνο εκκαθάρισης της εταιρείας, γιατί έχει να λαμβάνει διάφορα ποσά από πέντε υποθέσεις. Στην ουσία αφορά δικηγορικά έξοδα του συνεταιρισμού Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία. Μετά το διορισμό του, ο Εκκαθαριστής δεν έδωσε κανένα λογαριασμό για τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές επικοινωνίες του Αιτητή με αυτόν. Είναι επίσης η θέση του ότι ο Εκκαθαριστής ουδέποτε συγκάλεσε συνέλευση πιστωτών, ούτε και πληροφόρησε ή έδωσε λογαριασμούς στους πιστωτές. Σύμφωνα με την ομνύουσα, είναι φανερό ότι ο Εκκαθαριστής επιδεικνύει ασύγγνωστη αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του και ως εκ τούτου η παραμονή του στη θέση του Εκκαθαριστή δεν είναι προς το συμφέρον της εταιρείας. Η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί δεν μπορεί να συνεχιστεί και συνεπώς θα πρέπει να γίνει αντικατάσταση του Εκκαθαριστή. Ο Εκκαθαριστής και το Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (ΤΑΜΟ) καταχώρησαν ένσταση. Ο Εκκαθαριστής που ορκίζεται στην ένσταση, αναφέρει ότι ο διορισμός του έγινε μετά από σχετικό αίτημα της Εφόρου Ασφαλίσεως, ο οποίος επικυρώθηκε από το Δικαστήριο, μετά από ένσταση των μετόχων της εταιρείας. Παραδέχεται ότι η εταιρεία οφείλει στον Αιτητή το ποσό των €27.000,73 που αφορά έξοδα νομικών εργασιών, αποδεχόμενος ότι η απαίτησή του εμπίπτει στους πιστωτές της ελεύθερης περιουσίας της εταιρείας και διανέμονται pari passu. Είναι η θέση του ότι δεν συγκάλεσε συνέλευση πιστωτών και συνεισφορέων, γιατί ο μεγαλύτερος πιστωτής, κατά 80%, είναι το ΤΑΜΟ. Είναι επίσης η θέση του ότι τόσο τηλεφωνικά όσο και γραπτώς απάντησε στον Αιτητή και καταχωρεί στον Έφορο Εταιρειών εξαμηνιαίους λογαριασμούς για τη μέχρι σήμερα εργασία και διανομή που έχει γίνει. Όπως αναφέρει, η εκκαθάριση μιας ασφαλιστικής εταιρείας παίρνει χρόνο, γιατί θα πρέπει να εκδικαστούν όλες οι σχετικές απαιτήσεις που απορρέουν από εγχώρια ασφαλιστήρια. Σύμφωνα επίσης με τον Εκκαθαριστή, υπήρχε ακίνητη περιουσία προς εκποίηση, η οποία όμως βρισκόταν υπό την παράνομη κατοχή των πρώην ιδιοκτητών της εταιρείας Aegis και μόλις το 2013 του παραδόθηκε. Λόγω δε της κρίσης στα ακίνητα δεν θεώρησε πρέπον να προχωρήσει στην πώλησή του, αλλά έχει προβεί σε σχετική διευθέτηση να υπάρξει ρευστό για άμεση διανομή στους δικαιούχους. Η ελεύθερη περιουσία ανέρχεται περίπου σε €300.000, υπάρχουν όμως αποφάσεις υπέρ της εταιρείας και εναντίον πρώην ασφαλιστικών πρακτόρων της Aegis, οι οποίες καταχωρήθηκαν πριν την εκκαθάριση, αλλά έχουν εκδοθεί διατάγματα πτώχευσης εναντίον των ασφαλιστών και η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη. Αμφισβητεί τις γνώσεις και την ικανότητα της προτεινόμενης προς διορισμό υπό του αιτητή Εκκαθαρίστριας. Στα πλαίσια της διαδικασίας καταχωρήθηκε επίσης ένσταση από την Έφορο Ασφαλίσεων, εκπροσωπουμένης από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει γίνεται αναφορά στο ιστορικό της εκκαθάρισης, επεξηγείται η διαδικασία επί εκκαθάρισης ασφαλιστικής εταιρείας και στο ότι για την εκκαθάριση μιας ασφαλιστικής απαιτείται αρκετός χρόνος, γιατί υπάρχουν πολλές υποθέσεις αποζημιώσεων που εκκρεμούν στα Δικαστήρια. Στη συνέχεια γίνεται αναφορά στις διάφορες ενέργειες που έκαμε ο Εκκαθαριστής, καθώς και στις ενημερώσεις που προβαίνει αναφορικά με την εκκαθάριση στην Έφορο Ασφαλίσεων, και τέλος αναφέρεται ότι η εκκαθάριση οδεύει προς το τέλος της και επομένως είναι ακατάλληλη η χρονική στιγμή για την αντικατάσταση του Εκκαθαριστή. Προκύπτει από το φάκελο ότι ο Αιτητής εξασφάλισε διάταγμα για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στις αντίστοιχες ενστάσεις. Στη συνέχεια ο Εκκαθαριστής, την 16.2.2017, υπέβαλε αίτηση για να δοθεί άδεια για να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του. Στο αίτημα έφερε ένσταση ο Αιτητής και η Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση, χωρίς την αντεξέταση των εκατέρωθεν ομνυόντων, με γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Η κα Κοτσώνη εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δήλωσε ότι δεν έχει ένσταση και θα ακολουθήσει την απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο το οποίο επιδιώκεται να καταχωρηθεί διά της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του εκκαθαριστή, σύμφωνα με το προσχέδιο, το οποίο και επισυνάπτεται στην Αίτηση, είναι ότι από την ημερομηνία της καταχώρησης της ένορκης δήλωσης - της ένστασης - μεσολάβησαν ορισμένες σημαντικές εξελίξεις που αφορούσαν την προώθηση της εκκαθάρισης. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ολόκληρο το ποσό του καταπιστεύματος, ήτοι €5,125,844 έχει διανεμηθεί στους δικαιούχους οι οποίοι εξακολουθούν να διεκδικούν €404,942 από την ελεύθερη περιουσία της εταιρείας μαζί με άλλους πιστωτές. Επίσης ότι από την ελεύθερη περιουσία, την 1.12.2016, διένειμε μέρισμα σε ποσοστό 18,50%. Ο Αιτητής ο οποίος δικαιούται μόνο από την ελεύθερη περιουσία πληρώθηκε €5,008.52 και παραμένει υπόλοιπο €22,064.
- Περαιτέρω, αναφέρει ότι διορίστηκε παραλήπτης των πτωχευσάντων πρώην ασφαλιστικών πρακτόρων της Aegis, ο οποίος έχει προβεί σε δημοσίευση για την πώληση ακινήτου περιουσίας των πτωχευσάντων ασφαλιστών, το δικαστικό χρέος των οποίων ανέρχεται σε €210,308.33 πλέον τόκους, το οποίο και θα διατεθεί στους πιστωτές της Aegis, συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή. Τέλος, αναφέρει ότι άρχισε ήδη η βελτίωση της αγοράς ακινήτων και θα προχωρήσει στην πώληση ενός καταστήματος της εταιρείας. Ως λόγος ένστασης προβάλλεται ότι τα γεγονότα που επιδιώκει ο Εκκαθαριστής να αναφέρει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αφορούν τη χρονική περίοδο μετά την 9.5.2016 και είναι συνεπώς άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Στη συνέχεια προβάλλονται διάφοροι λόγοι που συνιστούν ουσιαστικά απάντηση επί της ουσίας του περιεχομένου του προσχεδίου της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις αγορεύσεις των δύο πλευρών και έχει υπόψη του το σύνολο των ισχυρισμών που περιέχονται στην προτεινόμενη προς καταχώριση ένορκης δήλωσης. Το αίτημα έχει ως δικονομική βάση της Δ.48, Θ.4
(2)η οποία παρέχει διακριτική εξουσία στο δικαστήριο, εφόσον καταδειχθεί καλός λόγος, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Προκύπτει από την πιο πάνω διαταγή ότι ο καλός λόγος θα πρέπει να αντικριστεί αλλά και να αναζητηθεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι σε συνάρτηση με το αίτημα που προβάλλεται στην κυρίως αίτηση, που στην παρούσα υπόθεση επιζητείται από τον αιτητή διάταγμα που να διατάσσει τον Ανδρέα Χαραλαμπίδη, Εκκαθαριστή, να δώσει λογαριασμούς και πλήρη απολογισμό για το τι έπραξε μέχρι σήμερα σχετικά με την εκκαθάριση και επιπρόσθετα διάταγμα που να διατάσσει την μετακίνηση του Εκκαθαριστή. Καθοδήγηση ως προς την έννοια και την προσέγγιση μέσα από την οποία μπορεί να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, μπορεί να αντληθεί και από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ 195, που παραπέμπουν και οι δύο πλευρές. . «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Ομοίως, σχετική είναι και η υπόθεση Κόκκινου ν. Κόκκινου, Πολ. Έφεση 29/2014, ημερ.3.11.16, αναφορικά με τις αρχές που αφορούν την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Παρόλο που αφορούσε διαδικασία ενδιαμέσου διατάγματος κρίνεται ως κατατοπιστική επί του ζητούμενου. Αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων». Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αποκαλύπτεται καλός λόγος τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Δε μπορεί βεβαίως να γίνει απαρίθμηση των λόγων που θα μπορούσαν εκ προοιμίου να συνιστούν καλό λόγο για τέτοιο αίτημα. Εναπόκειται στον αιτητή κάθε φορά να εξηγήσει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, είτε αυτός αφορά τα γεγονότα, είτε αναφέρεται σε άλλους παράγοντες ανεξάρτητους, ως για παράδειγμα ότι περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του στοιχεία ή γεγονότα. Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί και από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979. Αφορά βέβαια τη O.59 r. 6
(2)των Αγγλικών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως ως εξηγείται, για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ' ων η αίτηση. Προκύπτει από τη νομολογία που έχει παρατεθεί, ότι το δικαστήριο θα πρέπει να έχει μια ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων, χωρίς από την άλλη αυτό να σημαίνει ότι κατά την εξέταση τέτοιου αιτήματος, το δικαστήριο θα αξιολογήσει το περιεχόμενο και την αποδεικτική εμβέλεια και βαρύτητα της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αυτό είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στο τέλος, αν επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Κατά συνέπεια η θέση του καθ' ου η αίτηση και οι αιτιάσεις του ως προς την επί της ουσίας των επιχειρούμενων να καταχωρηθούν ισχυρισμών, δεν είναι του παρόντος να αξιολογηθούν. Το ζητούμενο είναι αν ο αιτητής προβάλλει τέτοιο λόγο που θα μπορούσε να κριθεί ως καλός, ώστε να δικαιολογεί το αίτημα για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Και ο καλός λόγος εντοπίζεται και κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, άρρηκτα συνυφασμένων με τη φύση του επιδίκου θέματος στην αρχική αίτηση. Υπάρχει επίσης ακόμα μια παράμετρος η οποία θα πρέπει να συνυπολογιστεί, η οποία εντοπίζεται στο γεγονός ότι ο αιτητής εξασφάλισε διάταγμα αντεξέτασης του εκκαθαριστή. Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν η επιδιωκόμενη να καταχωρηθεί ένορκη δήλωση, επηρεάζεται από το διάταγμα αντεξέτασης. Αποτελεί γεγονός ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορά γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της ένστασης του εκκαθαριστή. Επιδιώκεται, με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου μεταγενέστερες εξελίξεις αναφορικά με την πορεία και την προώθηση της εκκαθάρισης. Το κατά πόσο αυτές οι εξελίξεις είναι άσχετες ή όχι, όπως προβάλλει ο καθ' ου η αίτηση, δεν είναι του παρόντος να κριθούν και να αξιολογηθούν. Γεγονός παραμένει ότι, με βάση όσα εκτίθενται, αποτελούν μεταγενέστερες εξελίξεις, όμως άμεσα σχετικές με τις αιτούμενες θεραπείες που επιδιώκει και αξιώνει από το δικαστήριο ο αιτητής στην κυρίως αίτηση του. Κατά συνέπεια και στα πλαίσια της παράθεσης εκ μέρους του εκκαθαριστή ολοκληρωμένης, σφαιρικής και πλήρους εικόνας όλων των γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, τα οποία προέκυψαν εκ των υστέρων, κρίνεται ότι εντάσσονται εντός της εμβέλειας εφαρμογής της Δ.48, Θ.4
(2)και ως εκ τούτου συνιστούν καλό λόγο για να επιτραπεί καταχώριση τους. Αντίθετα, αν δεν επιτραπεί η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, θα στερήσει τον εκκαθαριστή να θέσει ενώπιον του δικαστηρίου όλη την εικόνα των ενεργειών και των πράξεών του, που στο τέλος της ημέρας αυτό είναι το ζητούμενο με την κυρίως αίτηση. Δεν παραγνωρίζεται επίσης ότι πρόκειται για διαδικασία επί εκκαθάρισης εταιρείας και ότι οι εταιρικές αιτήσεις εκδικάζονται δια των ενόρκων δηλώσεων, εκτός αν το δικαστήριο δώσει άδεια για την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση, ή την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το γεγονός ότι ο εκκαθαριστής θα αντεξεταστεί επί της αρχικής ένορκης δήλωσης του, κρίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα ή εμπόδιο προς έγκριση του παρόντος αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του, αφού σε αυτή προβάλλονται γεγονότα μεταγενέστερα εκείνων επί των οποίων εκδόθηκε το διάταγμα αντεξέτασης. Στην βάση συνεπώς όλων των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αξιολογηθεί και αναλυθεί, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, αποκλίνει υπέρ του αιτήματος του αιτητή. Ως αποτέλεσμα το αίτημα εγκρίνεται. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση εκκαθαριστή, Ανδρέα Χαραλαμπίδη, να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση εκκαθαριστή και θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος της υπόθεσης. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Πρ.Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ