Tουμέρ Χαλίλ ν. PAMBOUKKAS CONSTRUCTION LTD, Αρ. Αγωγής: 8143/11, 14/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8143/11 Μεταξύ: Tουμέρ Χαλίλ Ενάγοντα - Αιτητή και PAMBOUKKAS CONSTRUCTION LTD Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση ------------- Αίτηση δια κλήσεως, ημερ. 9.9.2016, υπό του Ενάγοντος για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ---------------- 14 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Ενάγοντας - Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Στ. Μιχαηλίδου ------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγων ζητά από το Δικαστήριο τα κάτωθι: «1) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ως αναφέρεται πιο κάτω και όπως η Τροποποιημένη ΄Εκθεση Απαίτησης καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από την σύνταξη και παράδοση του τυχόν Διατάγματος Τροποποίησης. 2) Ο Ενάγων όταν διαπίστωσε την παράνομη λατόμευση στο επίδικο τεμάχιο 12/271, Φ/σχ. 30/48 W1 τεμάχιο και ως ιδιοκτήτης του 5/6 μεριδίου επικοινώνησε με την Εταιρεία Panayides Construction αφού είχαν πραγματοποιήσει /πραγματοποιούσαν έργα διαχωρισμού οικοπέδων στα διπλανά τεμάχια. Ωστόσο πληροφορήθηκε από αυτούς ότι την υπό εργολαβία διαχωρισμού οικοπέδων την είχαν παραχωρήσει στην Εναγομένη εταιρεία. Από τις πιο πρόσφατες αεροφωτογραφίες που διαθέτει το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας στο αρχείο του φαίνεται ξεκάθαρα ότι το τεμάχιο ήταν άθικτο μέχρι και τη χρονιά πριν ξεκινήσουν τα έργα διαχωρισμού οικοπέδων που γειτνίαζαν με το πιο πάνω τεμάχιο. 3) Μετά τη διευκρίνιση αυτή ο Ενάγων επικοινώνησε με την Εναγομένη εταιρεία και μίλησε με τον κ. Παντελή Πάμπουκκα ο οποίος είναι και ένας από τους Διευθυντές αλλά και Γραμματέας της Εναγόμενης Εταιρείας. Συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί συνάντηση στο επίμαχο τεμάχιο όπου έγινε η παράνομη λατόμευση. 4) Στις 25.2.2010 η Εναγομένη εταιρεία έστειλε στο χώρο ως εκπρόσωπο τον πολιτικό Μηχανικό και τεχνικό Διευθυντή Μάριο Ερωτοκρίτου. Η παραδοχή ότι ήταν η εναγομένη εταιρεία που προχώρησε στην παράνομη λατόμευση και πρόκληση γενικής ζημιάς στο μορφολογικό σχήμα του επίμαχου τεμαχίου ήταν άμεση καθώς επίσης μετά την άμεση παραδοχή ακολούθησε και η απολογία εκ μέρους της Εναγομένης. 5) Με την άμεση παραδοχή της εναγομένης εταιρείας συμφωνήθηκε να γίνει ένας προκαταρκτικός υπολογισμός του λατομικού υλικού που αφαίρεσαν παράνομα και της καταστροφής της περιουσίας και να εισηγηθούν ένα ποσό που θα πλήρωναν ως αποζημίωση. 6) Η Εναγομένη στις 11.3.2016 με επιστολή που έστειλε με τηλεομοιότυπο έκανε παραδοχή ότι κατέκλεψε 3 χιλιάδες 200 κυβικά λατομικού υλικού και πρότεινε να πληρώσει ως αποζημίωση 3 χιλιάδες ευρώ. 7) Ο Ενάγων αρνήθηκε αφού τα ποσοστά δεν ανταποκρινόντουσαν στην πραγματικότητα και συμφωνήθηκε να γίνει μια τοπική καταμέτρηση για να εξακριβωθούν τα ποσοστά του λατομικού υλικού που αφαιρέθηκαν παράνομα. 8) Στις 24.3.2010 στις 1.00 μ.μ. πραγματοποιήθηκε εκ νέου συνάντηση με τον πολιτικό Μηχανικό και τεχνικό Διευθυντή Μάριο Ερωτοκρίτου στο επίμαχο τεμάχιο όπου έγιναν μετρήσεις και υπολογίστηκαν οι ποσότητες του λατομικού υλικού που αφαιρέθηκε. 9) Στις 16.4.2010 μέρα Παρασκευή ώρα 3.00 μ.μ. πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία της εναγομένης. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης με τον πολιτικό Μηχανικό και τεχνικό Διευθυντή Μάριο Ερωτοκρίτου συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η ποσότητα που λατόμευσαν παράνομα. Η ποσότητα που συμφωνήθηκε ήταν 12 χιλιάδες κυβικά μέτρα. 10) Μετά την κατάληξη πάνω στις ποσότητες πραγματοποιήθηκαν δύο διαδοχικές συναντήσεις με τον κ. Παντελή Πάμπουκκα ο οποίος είναι και ένας από τους Διευθυντές της Εναγομένης Εταιρείας όπως αναφέρεται και πιο πάνω. Στην τελευταία συνάντηση έγιναν χειραψίες και συμφωνήθηκε όπως η Εναγομένη καταβάλει το ποσό των 15 χιλιάδων ευρώ στους ιδιοκτήτες του επίμαχου τεμαχίου. 11) Ετοιμάστηκαν οι συμφωνίες μεταξύ των δύο πλευρών. Αντί αυτού, δηλαδή να προχωρήσουν όπως είχε συμφωνηθεί, η Εναγομένη επανήλθε στην αρχική του τοποθέτηση δια μέσου του δικηγόρου τους που έστειλε επιστολή ότι δηλαδή είναι πρόθυμοι να πληρώσουν μόνο 3 χιλιάδες ευρώ ή να επανατοποθετήσουν πίσω το λατομικό υλικό. 12) Μετά την αρνητική εξέλιξη αυτή και αφού η Εναγομένη δεν ήταν πλέον πρόθυμη να συνεργαστεί, πραγματοποιήθηκε στις 23.10.12 ώρα 9.00 π.μ. συνάντηση με τον πρόεδρο της εργοληπτικής εταιρείας Παναγίδης κ. Σταύρο Θεοδοσίου. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης ο κ. Σταύρος Θεοδοσίου είχε πει: «γιατί δεν τους το είχα πει πρωτύτερα έτσι που να απόκοπταν το ποσό αυτό από τα οφειλόμενα προς την εναγόμενη και να μου τα δώσουν». Στο διάλογο που ακολούθησε τους αναφέρθηκε ότι αυτό που έκαναν ήταν/είναι κλεπταποδοχή έτσι ο κ. Θεοδοσίου προσπάθησε να ανασκευάσει την αρχική του τοποθέτηση. Μετά το πέρας της συνάντησης ο κ. Σταύρος Θεοδοσίου είχε συμβουλέψει τον Ενάγων όπως πάρει από την εναγόμενη τα λεφτά που συμφωνήθηκαν και ότι θα μεσολαβούσε ο ίδιος προς την Εναγομένη για να διευθετηθεί το θέμα. 13) Ωστόσο την άμεση παραδοχή ότι το υλικό που κλάπηκε από το επίμαχο τεμάχιο χρησιμοποιήθηκε στα έργα που διεκπεραιώνονταν για λογαριασμό τους και ότι είχαν πληρώσει την εναγομένη ότι είχε κάνει και ο Αντιπρόεδρος της εργοληπτικής εταιρείας Παναγίδης ο κ. Βαγγέλης Γεωργίου όπου είχε πραγματοποιηθεί συνάντηση του ιδίου και του Ενάγων στις 22.10.12 ώρα 1.30 μ.μ. δηλαδή μια μέρα πριν τη συνάντηση με τον πρόεδρο της εργοληπτικής εταιρείας Παναγίδης κ. Σταύρο Θεοδοσίου. 14) Εν συνεχεία των διαβουλεύσεων και των συναντήσεων με όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές και την όλη καλή διάθεση που επέδειξε ο ενάγων για συνεργασία και διευθέτηση του όλου θέματος χωρίς να χρειαστεί να πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης όλες οι πόρτες έκλεισαν χωρίς να αφήσουν το παραμικρό περιθώριο συνεργασίας και διαλόγου με το θέμα να παίρνει το δρόμο της δικαιοσύνης. 15) Η υπηρεσία Μεταλλείων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος επιβεβαίωσε την παράνομη λατόμευση αυτή.» Η αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ1 -5, Δ.48 θθ.1, 2, 3 και 9, στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα ο οποίος αναφέρει σ΄ αυτήν ότι μετά που ανέγνωσε την ΄Εκθεση Απαίτησης παρατήρησε ότι μέσα σ΄ αυτήν υπάρχουν αρκετές παραλείψεις σοβαρής μορφής. Δεν αναφέρονται γεγονότα τα οποία είναι καθοριστικά και άκρως σημαντικά σημεία που θα κρίνουν την υπόθεση. Οι παραλείψεις αυτές δικαιολογούν το αίτημά του για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης ειδάλλως θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι δεν θα μπορέσει να θέσει στο Δικαστήριο σημαντικές πτυχές της υπόθεσής του. Από την πρώτη στιγμή η Εναγομένη καλέστηκε να αναλάβει ευθύνες και ανταποκρίθηκε χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές. Η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση την οποία βάσισε στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-4, 8, 9, 13, Δ.25, στη Νομολογία και στις συμφυείς και αναφέρετες εξουσίες και γενικές αρχές του Δικαστηρίου. Καταγράφει αριθμό λόγων ένστασης και υποστηρίζει την ένστασή της με ένορκη δήλωση της Σταυρούλας Μιχαηλίδη στην οποία η ενόρκως δηλούσα λέει ότι όλα τα γεγονότα ήταν εις γνώση του Ενάγοντα πριν την καταχώριση της ΄Εκθεσης Απαίτησης και τα όσα προσπαθεί να εισάξει με την Αίτησή του είναι μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσής του και δεν μπορούν να εισαχθούν με τροποποίηση δικογράφων. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της Εναγομένης. Δεν εξηγεί ούτε δικαιολογεί την καθυστέρηση που παρατηρείται στην υποβολή της Αίτησης. Όλα τα γεγονότα ήταν γνωστά στον ίδιο πριν την καταχώριση της αγωγής. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο Ενάγων πριν την καταχώρηση της Αίτησης εκπροσωπείτο από δικηγόρο, μέχρι τις 13.5.16. Καταχώρησε ο ίδιος την Αίτηση. Νομική Πτυχή. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας να αποδειχθεί η αιτούμενη θεραπεία με γνώμονα τον επακριβή καθορισμό των επίδικων θεμάτων, ώστε το Δικαστήριο στο τέλος της ημέρας να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Οι αρχές αυτές λέχθηκαν στις αποφάσεις Eteria Skepi Ltd v. loannis Th. Kaitis and Another
(1983)1 Α.Α.Δ. 231, Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 και Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Σιακόλα Πολιτική Έφεση 10341 ημερ. 19.1.99. Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 162 επιβεβαιώθηκε ότι: «Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Είναι γνωστή επίσης η αρχή που έχει λεχθεί κατά κόρο σε υποθέσεις όπως την Αντρέας Ευριπίδου και άλλοι ν. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24 και Andreas Mahattou v. Viceroy Shipping Co Ltd and another
(1979)1 Α.Α.Δ. 542 με υιοθέτηση αποσπασμάτων από την γνωστή Αγγλική υπόθεση Tildesley v. Harper 10 Ch. D. 393, ότι η τροποποίηση εγκρίνεται κατά κανόνα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας φτάνει να μην υπάρχει κακοπιστία από πλευράς του αιτούμενου την τροποποίηση και από την άλλη ο αντίδικος να μπορεί να ικανοποιηθεί με την καταβολή σε αυτόν των εξόδων του. Ακόμα και προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσω αιτήσεως τροποποίησης εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής ΄Αννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ σελ.
- Επομένως όσο αμελής ή καθυστερημένη και να είναι η παράλειψη που οδηγεί στην αναγκαιότητα της τροποποίησης, αυτή θα πρέπει να εγκρίνεται εκτός αν πράγματι ο αντίδικος τοποθετείται σε χειρότερη θέση από ότι θα ήταν αν η προτεινόμενη τροποποίηση εισαγόταν εξ αρχής στην αγωγή. Αυτό αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1973 στα σχόλια της Αγγλικής Δ.20 Θ.5 σελ.
- Περαιτέρω στην Πρακτική του 1958 στα σχόλια της Δ.28 Θ.1 σελ. 624, αναφέρεται ότι η εισαγωγή ακόμη και νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατά ανάγκη την απόρριψη σχετικής αίτησης για τροποποίηση, εκτός ίσως αν έχει την εκ μέρους του εναγόμενου συνέπεια απώλειας της υπεράσπισης της παραγραφής. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.» Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 223 ειπώθηκαν τα εξής: «Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης.» Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.12.
- Επιδόθηκε στην Εναγόμενη στις 11.2.2012 και αυτή καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 2.3.
- Στις 14.9.2012 καταχώρησε υπεράσπιση. Καταχωρήθηκε απάντηση στις 28.9.12 και την ίδια ημέρα υποβλήθηκε αίτημα ορισμού της υπόθεσης, η οποία ορίστηκε για οδηγίες στις 21.11.
- Ορίστηκε για ακρόαση στις 23.4.
- Στη συνέχεια αναβλήθηκε πέντε φορές, 12.11.13, 12.6.14, 17.2.15, 2.10.15 και στις 28.3.16, λόγω ελλείψεως χρόνου του Δικαστηρίου για να ακούσει την υπόθεση. Στις 13.5.2016 έγινε ήδη αλλαγή δικηγόρου. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν είναι δικηγόρος. Χειρίζεται ο ίδιος την υπόθεσή του. Ουδεμία ευθύνη φέρει για την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσής του. Παρόλο που δεν είναι δικηγόρος αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι μετά που ανέγνωσε την έκθεση απαίτησης παρατήρησε ότι σ΄ αυτή υπάρχουν αρκετές παραλείψεις σοβαρής μορφής, δεν αναφέρονται γεγονότα τα οποία είναι καθοριστικά και άκρως σημαντικά που θα κρίνουν την όλη έκβαση της υπόθεσης, όπως αναφέρει. Επίσης, λέγει, οι αιτούμενες τροποποιήσεις αν δεν γίνουν δεκτές θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά γιατί δεν θα μπορέσει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ σημαντικές πτυχές της υπόθεσής του. Από την πρώτη στιγμή που η Εναγομένη εταιρεία καλέστηκε να αναλάβει ευθύνες, ανταποκρίθηκε χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές. Ο Ενάγων ζητά με την Αίτησή του να εισαγάγει ισχυρισμούς για παραδοχή από μέρους της Εναγομένης για παράνομη λατόμευση και πρόκληση γενικής ζημίας στο μορφολογικό σχήμα του επίμαχου τεμαχίου και έκφραση απολογίας από μέρους της Εναγομένης. Συμφωνήθηκε, κατά τον Ενάγοντα, η ποσότητα που λατόμευσαν παράνομα και συμφωνήθηκε ποσό το οποίο να καταβληθεί στους ιδιοκτήτες του τεμαχίου. Η εισαγωγή των ισχυρισμών αυτών επιδιώκεται μετά από μελέτη της υπόθεσης από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (ανωτέρω) έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Τέτοια ζημιά δεν υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Στην απόφαση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σοφοκλή Τ. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ. 19 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Ο θ. 4 περιέχει τον πιο θεμελιακό: "Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved, ... ... " Η έννοια του ουσιαστικού (material) συσχετίζεται εδώ με ότι είναι απαραίτητο. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712, ελέχθη ότι: "The word "material" means necessary for the purpose of formulating a complete cause of action;.." Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196, 207. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: Στην απόφαση Yiannis N. Erimoudis Estates Limited και άλλοι ν. Ρίτσας Χριστοδουλίδου και άλλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 926 αναφέρθηκαν τα εξής: «Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Homeros Courtis and Others v. Panos Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 836, 839).» Στην υπόθεση Παπαγεωργίου v. Louis Clappas Investments Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24(*), επαναλαμβάνεται ότι οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το κατ' αντιπαράθεση σύστημα δίκης που ισχύει στο δικό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος κάθε διάδικου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Στην ίδια υπόθεση τονίζεται ότι όπως η πρωτόδικη διαδικασία, έτσι και η έφεση δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τα δικόγραφα. Ενόψει όλων των πιο πάνω θα πρέπει να επιτραπεί στον Ενάγοντα η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης για να εισαχθούν σ΄ αυτή οι ισχυρισμοί του για αναγνώριση και παραδοχή από μέρους της Εναγομένης της παράνομης λατόμευσης, της πρόκλησης ζημιάς, της συμφωνηθείσας ποσότητας λατομικού υλικού που αφαίρεσε η Εναγόμενη καθώς και συμφωνηθέντος ποσού που θα κατέβαλλε η Εναγομένη στους ιδιοκτήτες του επίμαχου τεμαχίου. Η τροποποίηση είναι αναγκαία για να προσδιοριστούν τα επίδικα θέματα και να δυνηθεί ο Ενάγων να προσκομίσει την κατάλληλη μαρτυρία στο στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης. Παραχωρείται άδεια για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ως οι παράγραφοι 4, 5, 8, 9, 10 και 11 της Αίτησης. Οι παραγράφοι αυτοί να προστεθούν μετά την παράγραφο 10 της έκθεσης απαίτησης και να γίνει αναρίθμηση των παραγράφων. Η Αίτηση όσον αφορά τις υπόλοιπες παραγράφους απορρίπτεται καθότι το περιεχόμενο τους αποτελεί μαρτυρία και σύμφωνα με την νομολογία, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Το τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από σήμερα. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από της παράδοσης στην Εναγομένη του τροποποιημένου κλητηρίου. Απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση, εάν υπάρχει, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της παράδοσης της τροποποιημένης υπεράσπισης. Επιδικάζονται τα έξοδα της Αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, υπέρ της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΣΓ