← Κύπρος

Σταύρος Σταύρου κ.α. ν. Π. ΚΑΝΤΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1251/14, 15/3/2017

Σταύρος Σταύρου κ.α. ν. Π. ΚΑΝΤΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1251/14, 15/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1251/14 Μεταξύ:

  1. Σταύρος Σταύρου (ΑΔΤ 765757) εκ Λευκωσίας
  2. Νατάσα Σταύρου (ΑΔΤ 758799) εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Τ.Π. ΚΑΝΤΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ εκ Λευκωσίας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21/12/15 Αρ. Αγωγής: 1251/14 Μεταξύ:
  3. Σταύρος Σταύρου (ΑΔΤ 765757) εκ Λευκωσίας
  4. Νατάσα Σταύρου (ΑΔΤ 758799) εκ Λευκωσίας Εναγόντων και Π. ΚΑΝΤΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ εκ Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 15 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κα Πατσαλίδου Κ. για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: κα Καρή Δ., για C.D. Messios LLC. ---------------------------------------- Ενδιάμεση Απόφαση (Αίτηση ημερ. 23/11/2016 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση)
  5. Εισαγωγή - Ιστορικό Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 4.3.2014 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και με αυτήν οι ενάγοντες αξιούν από την εναγόμενη το ποσό των €29.428,95 δυνάμει τελικού πιστοποιητικού ημερ.13.9.2010, ή και ως ποσό οφειλόμενο έναντι των εκτελεσθεισών εργασιών και/ή εργασιών πιστοποιημένων από τον αρχιτέκτονα στο επίδικο υποστατικό και/ή το ίδιο πιο πάνω ποσό ως εύλογη αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία επί τη βάση του quantum meruit, πλέον τόκους και έξοδα. Μετά την επίδοση του ως άνω αναφερθέντος κλητηρίου εντάλματος στην εναγόμενη η οποία καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης, ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης, από πλευράς ενάγουσας για συνοπτική απόφαση (στο εξής καλούμενη «η κυρίως αίτηση»), συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, στην οποία η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Καντού. Ακολούθησε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου λόγω αλλαγής στο όνομα της εναγόμενης ενώ στη συνέχεια, με τη συναίνεση της εναγόμενης καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από την ενάγουσα 2 ημερ. 20.4.2016, καθώς και δύο ένορκες δηλώσεις από τον αρχιτέκτονα του έργου Γιάννη Αρμεύτη ημερομηνίας 20.4.2016 και 17.5.2016 αντίστοιχα. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 16.6.2016 υπεβλήθη αίτημα από πλευράς εναγομένης για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, στο οποίο οι ενάγοντες δεν έφεραν ένσταση. Το αίτημα εγκρίθηκε και στις 20.7.2016 καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κ. Παντελή Καντού. Αργότερα και συγκεκριμένα στις 26.7.2016, καταχωρήθηκε περαιτέρω ένορκη δήλωση, αυτή τη φορά από τον κ. Μαρίνο Παναγιωτίδη. Ακολούθησε αίτηση διαγραφής της ένορκης δήλωσης του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη από πλευράς εναγόντων, επί τω ότι καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, η οποία απερρίφθη για τους λόγους που εμφαίνονται στην αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 14.11.2016 και τους οποίους δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. Αρκεί να επισημανθεί ότι ο λόγος της απόρριψης αφορούσε αφενός στην απουσία νομικής βάσης στην αίτηση ικανής να στηρίξει το αίτημα, ενώ περαιτέρω κρίθηκε ότι δεν ετίθετο θέμα άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου για διαγραφή της εν λόγω ένορκης δήλωσης προς αποφυγή αδικίας ή και προς αποτροπή κατάχρησης, δεδομένου του ότι ακόμα και εάν η θέση των εναγόντων ήταν ορθή, δεν ετίθετο θέμα πρόκλησης αδικίας ή κατάχρησης με τη μη ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης, εφόσον σύμφωνα με τη σχετική με το θέμα νομολογία, ένορκη δήλωση η οποία καταχωρήθηκε χωρίς άδεια δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να ληφθεί υπόψη, χωρίς να προκύπτει η ανάγκη για λήψη μέτρων για διαγραφή της από το αντίδικο μέρος (βλ. Χριστάκης Αλεξάνδρου v. Τραπέζης Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφεση 109/2010 ημερ. 11/9/2013, Χριστάκης Αυγουστή κ.α. v. Γεώργιου Πίριλλου

(1997)Α.Α.Δ. 5, 10, Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. v. Mariala Construction Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 1129, 1135-1136, Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Δεδομένων δε των πιο πάνω, το ζήτημα του κατά πόσον η εν λόγω καταχωρηθείσα ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε με άδεια του Δικαστηρίου ή όχι, παρέμεινε να αποφασιστεί στα πλαίσια της κυρίως αίτησης για συνοπτική απόφαση. Μετά την έκδοση της πιο πάνω απόφασης η εναγόμενη/αιτήτρια, (στο εξής καλούμενη «η αιτήτρια») καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. 2. Η υπό κρίση αίτηση Με την υπό κρίση αίτηση η εναγόμενη/αιτήτρια, αιτείται ως ακολούθως: "(α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια και/ή να επιτρέπεται στον Μαρίνο Παναγιωτίδη, εκ Λεμεσού, να καταχωρίσει συμπληρωματική και/ ή απαντητική Ένορκη Δήλωση αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 5 της Ένορκης Δήλωσης του Γιάννη Αρμεύτη, ημερομηνίας 17/05/16, και/ ή με το επισυναπτόμενο στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση του Γιάννη Αρμεύτη Τεκμήριο 1, και/ ή αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων 4 (α), 23, 24, 26 (στ), 26 (ζ) της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης της Νατάσας Σταύρου, ημερομηνίας 20/04/16, και/ ή το επισυναπτόμενο στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση της Νατάσας Σταύρου Τεκμήριο 7, σε σχέση με την δια κλήσεως Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 10/07/14 για έκδοση συνοπτικής απόφασης. (β) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης." Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.39, Δ. 48
(1)
(2)
(3)
(4)
(1)
(2)και στις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Κωνσταντίνου Δαμιανού, ο οποίος ως αναφέρει εργάζεται στο Δικηγορικό Γραφείο Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους της αιτήτριας και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Ως ο ομνύσας αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, διότι την χειρίζεται προσωπικά και μέχρι προσφάτως την χειριζόταν μαζί με τον κ. Γιώργο Τεουλίδη, ο οποίος ωστόσο συνταξιοδοτήθηκε την 01.09.16 και συνεπώς τώρα δεν εργάζεται στο εν λόγω Δικηγορικό Γραφείο. Ως περαιτέρω αναφέρει ο ομνύσας, από το φάκελο του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση/ενάγοντες (στο εξής καλούμενοι «οι καθ' ων η αίτηση») καταχώρησαν δυο συμπληρωματικές και/ ή απαντητικές ένορκες δηλώσεις στο φάκελο του Δικαστηρίου σε σχέση με την δια κλήσεως αίτηση των τελευταίων ημερομηνίας 10.07.14 για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ήτοι (α) τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Νατάσας Σταύρου (Ενάγουσας 2), ημερομηνίας 20.04.16, και (β) την ένορκη δήλωση του Γιάννη Αρμεύτη, ημερομηνίας 17.05.
  1. Σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα σε σχέση με τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις η αιτήτρια αιτήθηκε προφορικώς, ως εδικαιούτο, όπως απαντήσει και διευκρινίσει ισχυρισμούς που περιέχονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις των καθ' ων η αίτηση. Ως αναφέρει σχετική με το εν λόγω αίτημα είναι η ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 3.10.16, η οποία συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης ίδιας ημερομηνίας σε ενδιάμεση αίτηση που καταχώρησαν οι ενάγοντες, και ιδιαίτερα η παράγραφος 11 αυτής. Ως περαιτέρω αναφέρει κατόπιν σχετικής έρευνας στο φάκελο του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 21.09.16, διαπίστωσαν ότι ναι μεν αναγράφεται σε πρακτικά του Δικαστηρίου ότι δόθηκε άδεια στην αιτήτρια για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης στις προαναφερθείσες στην παράγραφο 3 συμπληρωματικές/ απαντητικές ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, ωστόσο σε κανένα πρακτικό του Δικαστηρίου αναγραφόταν ρητώς η χορήγηση άδειας του Δικαστηρίου για καταχώρηση απαντητικής και/ ή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Μαρίνου Παναγιωτίδη, ως η καταχωρηθείσα στο φάκελο του Δικαστηρίου ένορκη δήλωση του εν λόγω Μ. Παναγιωτίδη ημερομηνίας 26.07.
  2. Περαιτέρω αναφέρει ότι δεδομένου του γεγονότος ότι το Δικαστήριο με τα ενώπιον του πρακτικά ενδεχομένως να μην λάβει υπόψη την ένορκη δήλωση του Μαρίνου Παναγιωτίδη, ημερομηνίας 26.07.16, η αιτήτρια με γνώμονα την εξυπηρέτηση της δικαιοσύνης και της ισότητας των όπλων, καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, ως αναφέρει με την καταχώρηση των προαναφερθεισών ενόρκων δηλώσεων οι οποίες καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, ήλθαν εις γνώση της αιτήτριας ισχυρισμοί στους οποίους η αιτήτρια μέσω του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη, ο οποίος γνωρίζει τα σχετικά γεγονότα εξ ίδιας γνώσης λόγω της προσωπικής εμπλοκής του ως επιμετρητής ποσοτήτων στο επίδικο έργο, επιθυμεί και προτίθεται να απαντήσει, αν το Δικαστήριο ήθελε επιτρέψει την παρούσα αίτηση. Συγκεκριμένα, ως αναφέρει, ο Μαρίνος Παναγιωτίδης, με την συμπληρωματική και/ ή απαντητική ένορκη δήλωση του, επιθυμεί όπως απαντήσει και διευκρινίσει τα πιο κάτω αναφορικά με την ένορκη δήλωση του Γιάννη Αρμεύτη ημερομηνίας 17.05.16 που καταχωρίστηκε εκ μέρους των εναγόντων:
  3. Τις αναφερόμενες στις υποπαραγράφους 4 (γ), 4 (ε) και 5 συνθήκες κάτω από τις οποίες εξεδόθη το επίδικο Τελικό Πιστοποιητικό ημερομηνίας 13.09.2010, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Γ. Αρμεύτη, και δη τις αναφορές του εν λόγω αρχιτέκτονα: I. στην παράγραφο 4 (γ) ότι το Τελικό Πιστοποιητικό εκδόθηκε με τον ίδιο τρόπο και κοινοποιήθηκε μέσω τηλεομοιότυπου σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, II. στην παράγραφο 4 (ε) ότι ο αρχιτέκτονας κοινοποιούσε λίστα που ετοίμαζε με τις διάφορες εκκρεμότητες όπως ελλείψεις, παραλείψεις, κακοτεχνίες για τις οποίες έκανε υποδείξεις στους εναγόμενους και την οποία λίστα κοινοποιούσε στον επιμετρητή και στους εναγόμενους και III. στην παράγραφο 5 ότι ο Τελικός Λογαριασμός εκδόθηκε βάσει της τελικής επιμέτρησης από τον επιμετρητή και στην εκεί περιγραφόμενη διαδικασία που κατ' ισχυρισμόν ακολουθήθηκε για την έκδοση του Τελικού Λογαριασμού, ο οποίος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην εν λόγω Ένορκο Δήλωση του Γ. Αρμεύτη, αλλά και το τελικό αποτέλεσμα αυτού. Πέραν των πιο πάνω, ο Μαρίνος Παναγιωτίδης, με την συμπληρωματική/απαντητική ένορκη δήλωση του, επιθυμεί όπως απαντήσει και διευκρινίσει τα πιο κάτω αναφορικά με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, ημερομηνίας 20.04.16: I. Τον στην παράγραφο 4 (α) της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας ισχυρισμό ότι η παρούσα υπόθεση βασίζεται στην έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού (Final Account) από τον Αρχιτέκτονα του έργου σε συνεργασία με τον επιμετρητή Ποσοτήτων. Ως δε ο ομνύσας αναφέρει η αιτήτρια προσδοκεί να απαντήσει και να διευκρινίσει την εν λόγω συνεργασία, στην οποία γίνεται πολλάκις αναφορά στην εν λόγω ένορκο δήλωση της ενάγουσας 2 (παραπέμπει συγκεκριμένα στις παραγράφους 23, 24, 26 (στ) και 26 (ζ) της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της Νατάσας Σταύρου ημερομηνίας 20.04.16, και το επισυναπτόμενο σε αυτή Τεκμήριο 7, Τελικό Λογαριασμό του εν λόγω Επιμετρητή, Μ. Παναγιώτου, ημερομηνίας 07.03.10, επί του οποίου ο αρχιτέκτονας κατ' ισχυρισμόν εξέδωσε το επίδικο τελικό πιστοποιητικό). ΙΙ. Τον στην παράγραφο 26 (α) της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας ισχυρισμό ότι το επίδικο έργο ουδέποτε διακόπηκε και τον στην παράγραφο 26 (γ) της ένορκης δήλωσης της ομνύουσας ισχυρισμό αναφορικά με την σχετική επιστολή του εν λόγω Μαρίνου Παναγιωτίδη, , και τις αναφερόμενες σε αυτή περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτή εστάλη από τον εν λόγω Μ. Παναγιωτίδη στους διαδίκους. Όπως αναφέρει οι πιο πάνω αναφερόμενοι ισχυρισμοί του εν λόγω Γιάννη Αρμεύτη και της Νατάσας Σταύρου που ήλθαν εις γνώση της αιτήτριας με την καταχώριση της ένορκης δήλωσης του εν λόγω αρχιτέκτονα και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 και αφορούν την προσωπική εμπλοκή που είχε ο αρμόδιος στο επίδικο έργο επιμετρητής ποσοτήτων, θα πρέπει να τύχουν διευκρινίσεων και απάντησης, κάτι που καθιστά αναγκαία την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του εν λόγω επιμετρητή ποσοτήτων, Μαρίνου Παναγιωτίδη. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει πως η ενδεχόμενη έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της αιτήτριας, χωρίς η ίδια να έχει το δικαίωμα να απαντήσει επί γεγονότων βάσει των οποίων ενδεχομένως να εκδοθεί εναντίον της απόφαση, συνιστά βάναυση καταπάτηση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και των αρχών της ισότητας των όπλων, αλλά και του δικαιώματος της αιτήτριας να ακουστεί. Εν τέλει αναφέρει ότι όπως αληθινά πιστεύει είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως δοθεί άδεια του Δικαστηρίου και επιτραπεί στον Μαρίνο Παναγιωτίδη, να καταχωρίσει συμπληρωματική και/ ή απαντητική ένορκη δήλωση και να αναφερθεί στα πιο πάνω θέματα, ούτως ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επισυνάπτει δε την προτιθέμενη συμπληρωματική/ απαντητική ένορκη δήλωση του Μαρίνου Παναγιωτίδη, ως Τεκμήριο
  4. Η ένσταση Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν τους κάτωθι λόγους ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή αβάσιμη και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή είναι ουσία και νόμο αβάσιμη. (β) Η παρούσα αίτηση είναι αντικανονική και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (γ) Η παρούσα αίτηση βασίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς. Εάν επιτραπεί η άρση της παρατυπίας από το Δικαστήριο θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και πρόκληση αδικίας στους Ενάγοντες που δεν ευθύνονται για τις παραλείψεις και λάθη των Εναγόμενων και των δικηγόρων τους. (δ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια προσκόμισης μαρτυρίας που αποτελείται από εκ των υστέρων σκέψεις των Εναγόμενων και των Δικηγόρων τους. Εάν εγκριθεί το αιτούμενο διάταγμα από το Δικαστήριο θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και πρόκληση αδικίας στους Ενάγοντες που δεν ευθύνονται για τις παραλείψεις και λάθη των Εναγόμενων και των δικηγόρων τους. (ε) Στην καταχωρηθείσα αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει δεν παρατίθεται κανένας βάσιμος λόγος με βάση τον οποίο το Δικαστήριο να μπορέσει να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης. (στ) Πλήγονται συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων με την αιτούμενη θεραπεία και συγκεκριμένα το δικαίωμα τους για εκδίκαση της δικαστικής διαφοράς εντός εύλογου χρόνου. (ζ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court). (η) Γενικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εξάσκηση της διακριτικής εξουσίας ή/και ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.θ.1-21 και Δ.48 θ.θ.1-9, Δ.57 Θ.2, Δ.50, Δ.51 και Δ.64, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 29 μέχρι 31, επί της νομολογίας, ως επίσης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Νατάσας Σταύρου, η οποία ως αναφέρει είναι η ενάγουσα 2 στην παρούσα αγωγή και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη και από τον ενάγοντα 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης των καθ' ων η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση. Ως η ομνύουσα αναφέρει γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης καθ' ότι τα χειρίζεται προσωπικά, ενώ επίσης έχει λάβει πληροφορίες από την κα Δώρα Καρή, δικηγόρο, που επίσης γνωρίζει τα γεγονότα αφού εμφανίζεται επανειλημμένα στο Δικαστήριο για την παρούσα υπόθεση. Ως επισημαίνει όπου γίνεται αναφορά σε θέματα τα οποία δεν αποτελούν προσωπική της γνώση αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης της. Η ομνύουσα απορρίπτει το αίτημα της αιτήτριας όσο και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, ενώ έχοντας μελετήσει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, αναφέρει ότι συμφωνεί απόλυτα με τους λόγους ένστασης που έχουν προβληθεί και τους υιοθετεί όλους. Πιο συγκεκριμένα, επί της ουσίας είναι κατ' αρχάς η θέση της ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, καθ' ότι η αιτήτρια δεν τήρησε την ορθή διαδικασία επίδοσης της αίτησης όπως προνοούν οι Διατάξεις της Πολιτικής Δικονομίας. Όπως υποστηρίζει σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.3 μια αίτηση δια κλήσεως η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, θα πρέπει να επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Όπως δε περαιτέρω αναφέρει η παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν έχει επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο, δικηγόρο και/ή άλλο αντιπρόσωπο των δικηγόρων τους. Επίσης, ως υποστηρίζει η παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν έχει επιδοθεί στην ίδια ή και στον ενάγοντα 1 σύζυγό της. Όπως δε αναφέρει στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από την κ. Δώρα Καρή δικηγόρο, συνεργάτη των δικηγόρων τους, η αίτηση εντοπίστηκε από δικηγόρο του γραφείου που τους αντιπροσωπεύει, στη Θυρίδα Δικαστηρίου που διατηρεί το γραφείο αυτό στο Δικαστήριο, ήτοι τη Θυρίδα
  5. Συγκεκριμένα το γραφείο έλαβε γνώση της αίτησης στις 28.11.16 όταν οι δικηγόροι τους άνοιξαν την θυρίδα τους στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εισηγείται πως και μόνο εκ του λόγου αυτού η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Εν πάση περιπτώσει, ως αναφέρει, είναι φανερό και από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει ένορκη δήλωση επίδοσης από ιδιώτη επιδότη που να ορκίζεται ότι έχει επιδόσει την παρούσα αίτηση και ένορκη δήλωση ημερομηνίας 23.11.
  6. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η αίτηση έχει συνταχθεί λανθασμένα, αφού δεν συμπεριλαμβάνει τον τροποποιημένο τίτλο που έχει τροποποιηθεί στις 21.12.
  7. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι η παρούσα αίτηση δεν συμπεριλαμβάνει τους ορθούς κανονισμούς έτσι ώστε να υποστηρίζει το αίτημα της αιτήτριας. Πιο συγκεκριμένα είναι η θέση της ότι η αίτηση αναφέρει τη Δ. 39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, χωρίς να καθορίζει τους συγκεκριμένους θεσμούς που να στηρίζουν το αίτημα της αιτήτριας. Ως δε αναφέρει εάν το Δικαστήριο προχωρήσει με διάταγμα άρσης της παρατυπίας, δηλαδή της μη στήριξης της αίτησης στους ορθούς κανονισμούς θα επηρεάσει δυσμενώς και θα προκαλέσει αδικία στους καθ' ων η αίτηση που δεν ευθύνονται για τα συνεχή λάθη και παραλείψεις των καθ' ων η αίτηση και των δικηγόρων τους. Σε σχέση με την ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση και τους ισχυρισμούς περί του ότι ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης από τον κ. Μαρίνο Παναγιωτίδη, αναφέρει στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από την κα Καρή, ότι ο κ. Δαμιανός ζήτησε προφορικά χρόνο για να καταχωρήσει απαντητική συμπληρωματική ένορκη δήλωση, χωρίς να διευκρινίσει από ποιο πρόσωπο θα καταχωρείτο αυτή η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως όμως υποστηρίζει, έστω και αν δεν είχε διευκρινίσει από ποιο πρόσωπο θα καταχωρείτο η συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, ήταν μόνο ο κ. Παντελής Καντού, σύμφωνα πάντα με το τι είχε καταχωρηθεί μέχρι τότε στο φάκελο της υπόθεσης από την αιτήτρια, που ήταν μόνο η ένσταση της αιτήτριας, η οποία συνοδευόταν από την ένορκη δήλωση του κ. Καντού. Συνεπώς, είναι η θέση της ότι ορθά καταχωρήθηκε η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Καντού. Περαιτέρω αναφέρει ότι από ότι έχει πληροφορηθεί από την κα Καρή, οι δηλώσεις των δικηγόρων των μερών που έγιναν στις 3.2.16, 22.3.16, 26.4.16, 25.5.16 και 16.6.16, βρίσκονται καταγραμμένες στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνων των ημερών, στο φάκελο της υπόθεσης και θα σχολιαστούν από τους δικηγόρους τους κατά τη δικάσιμο. Επιπρόσθετα αναφέρει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη την παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης του κυρίου Δαμιανού ημερομηνίας 3.10.16, καθ' ότι η εν λόγω άλλη και άσχετη ένορκη δήλωση, αφορούσε άλλη αίτηση και άλλη διαδικασία, η οποία έχει αποπερατωθεί. Η εν λόγω ένορκη δήλωση, συνεχίζει η αιτήτρια, μπορεί να βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην παρούσα υπόθεση. Οι ισχυρισμοί που μπορεί το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του είναι αυτοί που βρίσκονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν είτε την αίτηση, είτε την ένσταση. Έτσι, ως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, οι μόνοι ισχυρισμοί που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του στην παρούσα υπόθεση είναι ό,τι αναφέρεται στην αίτηση και ένορκη δήλωση που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο για να εκδικάσει. Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση της ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη ημερομηνίας 26.7.16 καταχωρήθηκε χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, αφού σε κανένα πρακτικό του Δικαστηρίου δεν ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση της. Σε κανένα από τα πρακτικά ημερομηνίας 3.2.16, 22.3.16, 26.4.16 και 25.5.16 δεν δόθηκε άδεια για καταχώρηση της εν λόγω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι δε η θέση της ότι οι δικηγόροι της αιτήτριας παραδέχονται τη θέση αυτή με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης του κ. Δαμιανού. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι οι δικηγόροι της αιτήτριας προσπαθούν με την παρούσα αίτηση να διορθώσουν τα λάθη τους κάτι που είναι ανεπίτρεπτο. Κανένας διάδικος δικαιούται δεύτερη δαγκωματιά του κερασιού λόγω λάθος του δικηγόρου του. Περαιτέρω και στη βάση νομικής συμβουλής των δικηγόρων της υποστηρίζει ότι είναι φανερό ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις της αιτήτριας και των δικηγόρων της, οι οποίες προέκυψαν μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 14.11.16 όπου το Δικαστήριο ανέφερε στη σελίδα 9 ότι: "...ακόμα και εάν η θέση των αιτητών είναι ορθή δεν τίθεται θέμα πρόκλησης αδικίας ή κατάχρησης με τη μη ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης εφόσον σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, ένορκη δήλωση η οποία λήφθηκε χωρίς άδεια δεν μπορεί ούτως ή άλλως να ληφθεί υπόψη, χωρίς να προκύπτει η ανάγκη για λήψη μέτρων για διαγραφή της από το αντίδικο μέρος." Είναι δε η θέση της, ότι έμμεσα ο κ. Δαμιανός παραδέχεται ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να μην λάβει υπόψη την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη και για αυτό καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση. Κατά συνέπεια είναι η θέση της ότι, η παρούσα αίτηση, αλλά και η αιτούμενη θεραπεία είναι καταχρηστική και κακόπιστη και το μόνο που προσθέτει είναι περισσότερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Πέραν των πιο πάνω υποστηρίζει ότι ο κ. Καντού με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 20.7.16 απάντησε σε όλους τους ισχυρισμούς που ανάφερε τόσο η ίδια η ομνύουσα στη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση, όσο και ο κύριος Γιάννης Αρμεύτης στην δική του συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Είναι φανερό ως αναφέρει, ότι μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Καντού, η αιτήτρια θέλοντας να περιπλέξει την υπόθεση θεώρησε ορθό να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη, την οποία και καταχώρησε χωρίς να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο. Όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι τους, τόσο οι ισχυρισμοί της ίδιας όσο και οι ισχυρισμοί του κύριου Αρμεύτη που συμπεριλαμβάνονται στις Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις που καταχώρησαν, ήταν ήδη γνωστοί στην αιτήτρια από την πρώτη φορά που είχαν καταχωρηθεί οι συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τους και συνεπώς δεν μπορεί ο κύριος Δαμιανού να ισχυρίζεται στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του ότι "...ήλθαν εις γνώση της Εναγομένης ισχυρισμοί στους οποίους η Εναγομένη μέσω του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη, ο οποίος γνωρίζει τα σχετικά γεγονότα εξ' ιδίας γνώσης λόγω της προσωπικής εμπλοκής του ως επιμετρητής ποσοτήτων στο επίδικο έργο....". Αν, συνεχίζει η ομνύουσα για τους καθ' ων η αίτηση, η αιτήτρια επιθυμούσε να ενισχύσει τη θέση της και να προβάλει ισχυρισμούς τότε θα έπρεπε να είχε ζητήσει άδεια από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κυρίου Μαρίνου Παναγιωτίδη και όχι απλά να την καταχωρήσει στο φάκελο της υπόθεσης έτσι απλά σαν να τοποθετούσε ένα αόριστο χαρτί στον φάκελο. Περαιτέρω απορρίπτονται από την ομνύουσα οι ισχυρισμοί του κ. Δαμιανού "...περί βάναυσης καταπάτησης των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και των αρχών της ισότητας των όπλων αλλά και του δικαιώματος της Εναγομένης να ακουστεί". Είναι δε η θέση της ότι είναι η αιτήτρια αυτή η οποία καταπάτησε την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης και την αρχή της ισότητας των όπλων, καταχωρώντας χωρίς άδεια τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Μαρίνου Παναγιωτίδη. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι οι καθ' ων η αίτηση σε καμία περίπτωση δεν στέρησαν από την αιτήτρια το δικαίωμα να ακουστούν. Κατά συνέπεια η παρούσα αίτηση και η αιτούμενη θεραπεία είναι καταχρηστική και κακόπιστη και το μόνο που προσθέτει είναι περισσότερη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Είναι εν τέλει είναι η θέση της ότι η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει κανένα λόγο που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος της. Αντίθετα έγκριση της παρούσας αίτησης θα είχε ως αποτέλεσμα την επιβράδυνση και αχρείαστη περιπλοκή της διαδικασίας, σε αντίθεση με το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Σύμφωνα δε με την ομνύουσα η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the court) την οποία η αιτήτρια και οι δικηγόροι της επιδεικνύουν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτείται την απόρριψη της αίτησης.
  8. Νομική Πτυχή Η παρούσα αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ. 39 αλλά και στη Δ.48 Κ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, η οποία όπως έχει τροποποιηθεί στις 23.12.99 προβλέπει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής µετά από αίτηση ή προφορικό αίτηµα, µπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συµπληρωµατικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γενονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουµένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39» Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται ακριβώς η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και επομένως η εισήγηση ότι η νομική βάση της αίτησης δεν είναι ορθή ή ότι βασίζεται σε λανθασμένους κανονισμούς, στερείται υποβάθρου και είναι συνεπώς απορριπτέα ως και ο σχετικός λόγος ένστασης (γ). Έπειτα προβάλλεται ως λόγος απόρριψης της αίτησης το γεγονός ότι η αίτηση δεν επεδόθη στους καθ' ων η αίτηση ως προβλέπουν οι θεσμοί. Έχω ανατρέξει στους λόγους ένστασης και τέτοιος λόγος ένστασης δεν αναφέρεται ούτε και εξειδικεύεται. Ούτε και θεωρώ ότι το ζήτημα αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτεται από τους γενικούς λόγους ένστασης (α) και (β) με τους οποίους εγείρεται ζήτημα ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή και αντικανονική ή και αντίθετη των κανονισμών, αφού εδώ με το εγειρόμενο ζήτημα ό,τι φαίνεται να απασχολεί τους καθ' ων η αίτηση δεν είναι αυτή καθ' εαυτή η αίτηση, αλλά οι ενέργειες της αιτήτριας που ακολούθησαν την καταχώρηση της αίτησης και αφορούν τη διαδικασία επίδοσης που ακολούθησε. Τέτοιο δε ζήτημα δεν εγείρεται με κανένα λόγο ένστασης. Είναι δε πέρα από σαφές ότι αποτελεί υποχρέωση κάθε ενιστάμενου προσώπου η συμμόρφωση με τις διατάξεις της Δ. 48 Θ. 4
(1)ως τροποποιήθηκε στις 23.12.1999 και η οποία προβλέπει ότι κάθε Ειδοποίηση Ένστασης θα πρέπει να είναι σύμφωνη με τον Τύπο 47 και «θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης». Όπως δε έχει νομολογηθεί οι πρόνοιες της διαταγής είναι επιτακτικές. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, είχε τονίσει τα εξής σχετικά: «... Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» Από τη σχετική με το θέμα νομολογία (βλ. επίσης και Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου v. Χρίστου Χαρίδη
(2011)1Β Α.Α.Δ 825) προκύπτει πως ο κάθε διάδικος που ενίσταται δεσμεύεται ως προς τους λόγους που θα προβάλει από την ένσταση του. Ακόμα δε και αν προκύπτουν λόγοι ένστασης μέσα από ισχυρισμούς γεγονότων, όπως στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους εξετάσει εάν δεν εγείρονται κατά τρόπο σύμφωνο προς τις επιτακτικές διατάξεις της Δ. 48 Θ.4
(1)(βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου v. Χρίστου Χαρίδη (ανωτέρω)). Στην προκειμένη περίπτωση ως έχω ήδη πει τέτοιο θέμα δεν εγείρεται με τους λόγους ένστασης και επομένως θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα εξέτασης του. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τέτοιο ζήτημα εγείρεται μέσα από τους γενικούς λόγους ένστασης (α) και (β), ή και ότι θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να εξεταστεί αφού ζήτημα επίδοσης αποτελεί ζήτημα τάξης, σημειώνω πως ούτως ή άλλως θα έκρινα αβάσιμο επί της ουσίας τέτοιο λόγο ένστασης. Και εξηγώ. Αδιαμφισβήτητα η επίδοση συνδέεται με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους καλείται στο Δικαστήριο, και την παροχή σε αυτόν δυνατότητας να υπερασπιστεί τον εαυτό του, δικαίωμα θεμελιώδες και συνταγματικά κατοχυρωμένο.[1] Σύμφωνα δε με τη Δ.48 Θ.3[2] η επίδοση, πρέπει να πραγματοποιείται 4 ημέρες πριν την ημέρα που καθορίστηκε ως ημέρα ακρόασης της αίτησης. Ανάγνωση βέβαια της πιο πάνω πρόνοιας σε συνάρτηση με την αμέσως επόμενη, ήτοι τη Δ.48 Θ.4
(1)[3], οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ο λόγος για τον οποίο απαιτείται όπως η επίδοση αίτησης γίνει 4 ημέρες πριν την ημερομηνία που αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση, είναι για να παρασχεθεί, στο αντίδικο μέρος, χρόνος δύο ημερών, ούτως ώστε να ετοιμάσει την ένσταση του και να αφήσει αντίγραφο αυτής στον αιτητή, δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία που η αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση. Στην προκειμένη περίπτωση η ημερομηνία ακρόασης της παρούσας αίτησης ορίστηκε ως η 16.12.2016 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη και η κυρίως αίτηση. Κατά την εν λόγω ημερομηνία η κα Καρή εμφανίστηκε για τους αιτητές στην κυρίως αίτηση και για τους καθ' ων στην υπό κρίση αίτηση και ανέφερε ότι δεν είχε ένσταση στο αίτημα για αναβολή της κυρίως αίτησης το οποίο υπεβλήθη από την πλευρά της εναγόμενης με σκοπό να ακουστεί η υπό κρίση αίτηση πρώτα και σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση περιορίστηκε στο να ζητήσει χρόνο για ένσταση, προφανώς διότι όπως φαίνεται από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, η πλευρά των εναγόντων είχε ήδη λάβει γνώση της υπό κρίση αίτησης από τις 28.11.2016 με τον τρόπο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην παρούσα και ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε. Δεδομένου δε του αιτήματος της συνηγόρου των εναγόντων για να της παρασχεθεί χρόνος για ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, εύλογα η άλλη πλευρά, αλλά και το Δικαστήριο εξέλαβε ότι δεν ετίθετο θέμα μη επίδοσης ή κακής επίδοσης της υπό κρίση αίτησης και έτσι, αφενός η άλλη πλευρά δεν ζήτησε νέα ημερομηνία για επίδοση της υπό κρίση αίτησης, το δε Δικαστήριο προχώρησε και ενέκρινε το αίτημα της συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση και έδωσε οδηγίες για την καταχώρηση ένστασης μέχρι 12.1.2017 και όρισε την αίτηση για ακρόαση στις 26.1.2017. Εν ολίγοις δηλαδή θεωρώ ότι ως εκ της στάσης τους, οι καθ' ων η αίτηση εμποδίζονται από το να εγείρουν τέτοιο ζήτημα, εφόσον οι ίδιοι στην ουσία απεμπόλησαν τα όποια δικαιώματα τους σε σχέση με αυτό το ζήτημα, εφόσον έχοντας λάβει γνώση της αίτησης με τον τρόπο που οι ίδιοι αναφέρουν και ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, αποδέχθηκαν την επίδοση με τον τρόπο που αυτή είχε διενεργηθεί και περιορίστηκαν στο να ζητήσουν περαιτέρω χρόνο για ένσταση, αίτημα το οποίο ικανοποιήθηκε εφόσον τους δόθηκε προθεσμία μέχρι τις 12.1.2017 για να το πράξουν. Αισθάνομαι δε την ανάγκη στα πλαίσια αυτά να πω, πως πραγματικά ξενίζει η σιγή τους κατά την 16.12.2016 και η έγερση του ζητήματος αυτού, με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, αναγάγοντας το μάλιστα σε μείζον θέμα και επιμένοντας στο ότι τούτο θα πρέπει να οδηγήσει και στην απόρριψη της αίτησης! Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί αντίθετα με τα πιο πάνω ότι υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης προς τους θεσμούς, θα έκρινα ως η θέση της αιτήτριας, ότι η παράλειψη αυτή θα έπρεπε να θεωρηθεί ως θεραπευσιμη παρατυπία και θα προχωρούσα να τη θεραπεύσω στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δυνάμει της Δ. 64, για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ. Η Δ.64, ως αυτή διαμορφώθηκε στις 24.2.1995 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων, καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, παρατυπία/αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί.[4] Έχοντας κατά νου ότι στην προκειμένη περίπτωση οι καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι έλαβαν γνώση της αίτησης από τις 28.11.2016 δηλαδή πέραν των 4 ημερών πριν από την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση, με την παρατυπία να περιορίζεται μόνο στον τρόπο της επίδοσης, έχω την άποψη ότι η παρατηρηθείσα παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα έπρεπε να θεωρηθεί θεραπεύσιμη και το μόνο ερώτημα που θα απέμενε θα ήταν το κατά πόσον το Δικαστήριο θα έπρεπε να προχωρήσει και να θεωρήσει την παρατυπία αυτή ως θεραπευθείσα ή να απορρίψει την αίτηση. Στην υπόθεση Φαλέκκου v. Χριστοφίδη Πολ.Έφεση 63/2010 ημερ. 17/12/2013, το ζήτημα τέθηκε στα πλαίσια αίτησης με την οποία ο Εφεσείων ζητούσε διάταγμα για απόρριψη του κλητηρίου, εξαιτίας του ότι ενώ στο κλητήριο διατυπώνονταν ισχυρισμοί για δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις κλπ, η αγωγή είχε εγερθεί σε ειδικώς αντί σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι ήταν ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η χρήση από τον Εφεσίβλητο του Τύπου 1 ήταν επιβεβλημένη, πλην όμως με δεδομένη τη διαπίστωση ότι η σημασία τυχόν μη συμμόρφωσης με τη Δ.2 θ.6
(4)δεν είναι πλέον τόσο σοβαρή και ουσιώδης, ώστε να μην θεωρηθεί θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.64, και εφόσον δεν επηρεάζονταν τα δικαιώματα του εφεσείοντος κατέληξε ότι ήταν ορθή η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτετο πλήρως από τη Δ.64 θ.1
(1)και
(3)και ότι η διαδικασία δεν έπρεπε να παραμεριστεί, αλλά το δικαστήριο θα έπρεπε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια ώστε να την θεραπεύσει. Αναφορικά με το λόγο έφεσης που αφορούσε το ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, αλλά θα έπρεπε να αφήσει τον Εφεσίβλητο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της παρανομίας, το Ανώτατο Δικαστήριο τον απέρριψε επισημαίνοντας ότι οι υποθέσεις Πέτριχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366, M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1Α ΑΑΔ 298, Αρέστη ν. Ερμογένους
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1844, δεν δημιουργούν τέτοιο άκαμπτο κανόνα και πως το Δικαστήριο στις πιο πάνω αποφάσεις με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία. Επεσήμανε βέβαια το Ανώτατο Δικαστήριο στην πιο πανω υπόθεση ότι δεν αποφάσιζε τελεσίδικα την εμβέλεια της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, καθότι τούτο δεν ήταν αναγκαίο για σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας. Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι επρόκειτο για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν διαπιστωνόταν λόγος γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο, σημειώνοντας βέβαια παράλληλα πως οι σχετικές παρατηρήσεις τους δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο. Στην πιο πρόσφατη απόφαση Ans Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.α. Πολ Έφ 362/2009 ημερ. 3/7/2014 το ζήτημα αφορούσε παράλειψη να σφραγιστεί το κλητήριο η οποία οφειλόταν στον Πρωτοκολλητή. Όπως ανέφερε μεταξύ άλλων το Ανώτατο Δικαστήριο: «Με τη νέα Διάταξη 64, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Διαδικαστικό Κανονισμό 2/95, η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντοτε να κλίνει υπέρ της διάσωσης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, ενώ προηγουμένως αυτό θα εθεωρείτο άκυρο. Ωστόσο, στη νομολογία τονίζεται ότι η Δ.64 δεν είναι πανάκεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις και ελαττώματα ασύνδετα προς αυτούς (βλ. Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 και Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω και Κυριάκου κ.α. ν. Φραντζίδη
(1999)1 ΑΑΔ 2035). Όμως δεν συμφωνούμε ότι η παρούσα είναι τέτοια. ... ...Επομένως η παρατυπία που διαπιστώνεται ήταν θεραπεύσιμη και ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο θεώρησε ότι ως αποτέλεσμα της ενώπιον του διαδικασίας και της κρίσης του επί αυτής, η παρατυπία θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι είχε θεραπευθεί χωρίς να χρειάζεται πρόσθετη αίτηση. Είναι γεγονός ότι στις υποθέσεις Olympic Designs (Properties) Ltd v. Unique UK Inc.
(2010)1B 1395 και Αρέστη ν. Ερμογένους (Κόκονα)
(2010)1Γ ΑΑΔ 1844, αποφασίστηκε ότι όπου διαπιστώνεται θεραπεύσιμη παρατυπία, αυτή θα πρέπει να θεραπευθεί «εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία». Δεν διαφωνούμε. Όμως τα δικαστήρια έχουν διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και να θεωρήσουν την παρατυπία που διαπιστώνεται ως θεραπευθείσα. Όμως αυτό θα πρέπει να γίνεται με φειδώ. Εάν όλες οι παρατυπίες θεραπεύονται αυτόματα, δεν θα υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο για το διάδικο που διαπράττει την παρατυπία να αποτείνεται στο δικαστήριο για να την θεραπεύσει (βλ. Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω). Αντίθετα, για να αποφύγει την πληρωμή τυχόν εξόδων, θα προτιμά να επαναπαύεται αναμένοντας τον αντίδικό του να κινηθεί και το δικαστήριο να ενεργήσει κατά τρόπο που να θεωρεί την παρατυπία ως θεραπευθείσα. Αυτό κατά την άποψή μας θα πρέπει να αποφεύγεται από τους δικηγόρους, καθότι δεν αποτελεί την καλύτερη πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις. ...» Κατά την κρίση μου ό,τι προκύπτει από τη νομολογία ως έχει διαμορφωθεί είναι ότι πρώτον η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια, αλλά δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ' όσον αυτές είναι βέβαια θεραπεύσιμες. Δεύτερον ότι ο ενδιαφερόμενος διάδικος παραμένει υπεύθυνος να λάβει τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα για να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα, ώστε να μη θεωρείται άκυρο. Τρίτον ότι η παρατυπία συνεχίζει να υπάρχει μέχρι την άρση της και τέταρτον ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση, να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να θεωρήσει την παρατυπία που διαπιστώνεται ως θεραπευθείσα παρά το ότι δεν έχει γίνει διορθωτική κίνηση από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, πράγμα που όμως θα πρέπει να γίνεται με φειδώ. Στην προκειμένη περίπτωση παρόλο ότι η επίδοση δεν διενεργήθηκε με επιδότη, εντούτοις περιήλθε εις γνώση των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση από τις 28.11.2016, δηλαδή σε χρόνο πολύ μεγαλύτερο των 4 ημερών από την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης που προνοούν οι θεσμοί, η οποία αίτηση θυμίζω ότι ήταν ορισμένη στις 16.12.
  1. Περαιτέρω δόθηκε επιπλέον χρόνος για την καταχώρηση ένστασης ως το αίτημα της κας Καρή, μέχρι τις 12.1.
  2. Υπό το φως των πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω τη φειδώ με την οποία πρέπει να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για θεραπεία παρατυπιών χωρίς την καταχώρηση σχετικής προς τούτο αίτησης, και λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης ως τις περιέγραψα και πιο πάνω και δη τη συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση οι οποίοι, έχοντας λάβει γνώση της αίτησης δεν ήγειραν ζήτημα κακής επίδοσης, αλλά περιορίστηκαν στο να ζητήσουν χρόνο για ένσταση, καθώς και το γεγονός ότι έλαβαν γνώση της αίτησης πέραν των 4 ημερών από την ημέρα που η αίτηση ήταν ορισμένη πρώτη φορά για ακρόαση, ενώ τους δόθηκε και περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση ένστασης στη συνέχεια και έχοντας κατά νου ότι εν πάση περιπτώσει οι καθ' ων η αίτηση δεν συγκεκριμενοποίησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό τους ότι με την άρση της παρατυπίας θα επηρεασθούν δυσμενώς και επειδή δεν διαπιστώνω να τίθεται θέμα δυσμενούς επηρεασμού των καθ' ων η αίτηση από την παρατυπία ή την έκδοση διατάγματος άρσης της, δεδομένου του ότι τους δόθηκε επαρκής χρόνος για να ετοιμάσουν την ένσταση τους και να προετοιμαστούν για την ακρόαση, θα έκρινα ότι η παρούσα θα ήταν κατάλληλη περίπτωση για τη θεραπεία, αυτεπαγγέλτως, της παρατηρηθείσας παρατυπίας, την οποία και δια της παρούσης θα θεωρούσα ως θεραπευθείσα. Προχωρώντας τώρα στο ότι η αίτηση είναι παράτυπη ή και αντικανονική (λόγοι ένστασης (α) και (β)) επί τω ότι δεν αναφέρεται σε αυτήν ο ορθός τίτλος, δηλαδή ο τίτλος της παρούσας αγωγής ως έχει τροποποιηθεί, σημειώνω ότι πράγματι σε σχέση με το ζήτημα αυτό, παρατηρείται παρατυπία. Με το ίδιο όμως σκεπτικό που ανέφερα αμέσως πιο πάνω, κρίνω ως θεραπεύσιμη την παρατυπία. Εν ολίγοις δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη ότι ως έχει αναφερθεί η Δ.64, ως αυτή διαμορφώθηκε στις 24.2.1995 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων, καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, παρατυπία/αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί, θεωρώ ότι η παρέλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς στην προκειμένη περίπτωση είναι τέτοιας φύσης που αφενός θα πρέπει να θεωρηθεί θεραπεύσιμη και αφετέρου θα πρέπει να θεραπευθεί αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Και τούτο διότι πρόκειται για παρατυπία που δεν επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο τους καθ' ων η αίτηση οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά από ποιο διάδικο καταχωρήθηκε η αίτηση και ποια ήταν τα μέρη στη διαδικασία, εξου και οι ίδιοι στην ένσταση που καταχώρησαν χρησιμοποίησαν τον ορθό τίτλο. Προέβαλαν δε τις θέσεις τους χωρίς να διαφαίνεται ότι έχουν επηρεαστεί καθ' οιονδήποτε τρόπο από την παρατυπία αυτή. Διαφορετική δε κατάληξη φρονώ, ότι θα ισοδυναμούσε με τυπολατρεία και το μόνο που θα προκαλούσε στην υπόθεση είναι αχρείαστη περαιτέρω καθυστέρηση και έξοδα. Επομένως η εν λόγω παρατυπία δια της παρούσης θα θεωρείται ως θεραπευθείσα. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της υπό κρίση αίτησης, κρίνω ορθό όπως επισημάνω την εξής ιδιομορφία που παρουσιάζει η υπό εξέταση αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση η συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε σχέση με την οποία ζητείται άδεια για να καταχωρηθεί, έχει ήδη καταχωρηθεί από τις 26.7.
  3. Εάν βέβαια η εν λόγω ένορκη δήλωση καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είναι προφανές ότι η παρούσα αίτηση στερείται αντικειμένου. Αν πάλι όχι, έπεται ότι υπάρχει έδαφος για την εξέταση της. Εξ ου και θα εξετάσω το ζήτημα αυτό πρώτα. Αρχίζω επισημαίνοντας ότι φαίνεται (βλ. ένδιάμεση απόφαση ημερ. 14.11.2016 επί της αιτήσεως ημερ.19.9.2016) ότι υπήρξε διάσταση μεταξύ των δύο πλευρών ως προς το τι διημήφθη κατά την 16.6.2016 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε άδεια για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης από την πλευρά της αιτήτριας στην παρούσα. Δεν χρειάζεται όμως να υπεισέλθω σε βάθος στους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι δύο πλευρές επί τούτου. Και τούτο διότι σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Σωτηριάδης ν. Βασιλείου
(1992)1 Α.Α.Δ 801,807, Μορφίτης ν. Δήμου Λεμεσού
(2002)2 Α.Α.Δ. 375) τα πρακτικά αποτελούν τη μόνη πηγή γνώσης ως προς τα διαδραματισθέντα κατά την εν λόγω ημερομηνία. Τα πρακτικά της σχετικής δικασίμου (16.6.2016) ευρίσκονται εντός του φακέλου και δεν έχει υποβληθεί αίτημα για τροποποίηση τους (βλ. Μορφίτης ν. Δήμου Λεμεσού ανωτέρω). Από το σχετικό πρακτικό της 16.6.2016 λοιπόν, φαίνεται ότι μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της ενάγουσας 2 ημερ. 20.4.2016 και των δύο ενόρκων δηλώσεων από τον κ. Γ. Αρμεύτη ημερ. 20.4.2016 και 17.5.2016, ζητήθηκε από τον κ. Δαμιανό χρόνος για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Μέχρι δε εκείνη τη στιγμή η μόνη ένορκη δήλωση που υπήρχε από πλευράς αιτήτριας ήταν η ένορκη δήλωση του κ. Παντελή Καντού, η οποία συνόδευε την ένσταση στην κυρίως αίτηση. Η δε πλευρά των εναγόντων συναίνεσε στο αίτημα. Ακολούθησε δε καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον κ. Παντελή Καντού στις 20.7.2016 επί της οποίας αναγράφεται ότι καταχωρήθηκε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ενώ στις 27.7.2016 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιαδήποτε άλλη δικάσιμος ή διάβημα καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση του Μαρίνου Παναγιωτίδη, στην οποία δεν υπάρχει ανάλογη αναφορά. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και κυρίως το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 16.6.2016 που σύμφωνα με τη νομολογία αποτελεί τη μόνη πηγή γνώσης για το τι διημήφθη κατά την εν λόγω δικάσιμο, καθώς και την κατάσταση πραγμάτων ως είχε κατά το χρόνο που υποβλήθηκε το αίτημα για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης και δόθηκε η συναίνεση της άλλης πλευράς, θεωρώ ότι στην απουσία οποιασδήποτε συγκεκριμενοποίησης από την πλευρά της εναγόμενης, αυτό στο οποίο συναίνεσαν οι καθ' ων η αίτηση και το οποίο ενέκρινε το Δικαστήριο ήταν μόνο η καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης από τον κ. Παντελή Καντού, ο οποίος ήταν ο μόνος που είχε μέχρι τότε προβεί σε ένορκη δήλωση, ήτοι αυτήν που συνόδευε την ένσταση. Επομένως κρίνω ότι η ένορκος δήλωση του κ. Παναγιωτίδη που καταχωρήθηκε κάποιες μέρες μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης του κ. Καντού, και χωρίς να έχει μεσολαβήσει άλλη δικάσιμος ή διάβημα, καταχωρήθηκε χωρίς άδεια. Εφόσον δε η πλευρά της αιτήτριας επιθυμεί όπως αυτή ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της κυρίως αίτησης, ορθώς προέβη στην υπό εξέταση αίτηση. Τούτου δοθέντος προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης. Επί της νομικής πτυχής του αιτήματος, θα πρέπει εν πρώτοις να σημειωθεί ότι με βάση την πιο πάνω Δ. 48 Θ.4
(2)ως τροποποιήθηκε δεν είναι δυνατή πλέον η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων, κατ' αντίθεση προς τα όσα ίσχυαν προ της τροποποίησης, εξαιρουμένου βέβαια του δικαιώματος αντεξέτασης που προβλέπεται από τη νέα διαταγή (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1377). Ως έχει δε έχει νομολογηθεί (βλ. Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α.
(2008)1Α Α.Α.Δ 510) το κατά πόσον θα επιτραπεί σ' ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η κατάδειξη καλού λόγου είναι το μοναδικό κριτήριο το οποίο θέτει η εν λόγω διάταξη. Εποµένως αυτό που θα πρέπει να εξετάζεται από το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο προβάλλεται καλός λόγος για να δικαιολογείται από το Δικαστήριο η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται στα πλαίσια αυτά. Ως προς το βάρος απόδειξης «καλού λόγου» τούτο εναποτίθεται στους ώμους του αιτητή. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» αυτή δεν καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Λαμβάνοντας όμως υπόψη το σκοπό της Δ.48 Κ.4
(2)αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση της αίτησης. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί παράμετροι οι οποίοι ποικίλουν και διαφέρουν σε κάθε περίπτωση. Τέτοιοι είναι μεταξύ άλλων το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, η φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, η σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης, αλλά και η ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Ως δε προκύπτει από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Λεωνίδα, Πολ. Έφ. 277/2007, ημερ. 18.2.10 για να καταδειχθεί «καλός λόγος» ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται είτε στην αναγκαιότητα απάντησης σε κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται ή στην παράθεση γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα και να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο μαρτυρικό υλικό, όχι όμως για να προβούν σε επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών ή για να περιλάβουν άσχετους με τα επίδικα ζητήματα ισχυρισμούς. Επίσης στην υπόθεση Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1),
(2012)1Α Α.Α.Δ 643, 646 επαναλήφθηκε ότι εκεί όπου αυτό που επιδιώκεται είναι η επανάληψη των ισχυρισμών που τέθηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση ή η προσθήκη επιχειρηματολογίας, δεν δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σχετική με το ζήτημα αυτό είναι και απόφαση του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε) στην αγωγή 8869/05 Matthew Shaw κ.α. ν Depfa Investment Bank Ltd, ημερομηνίας 28/02/2007,όπου αναφέρονται τα εξής: «Προσεκτική ανάγνωση και εξέταση του νέου θεσμού δείχνει, με αναφορά και στα όσα καταγράφονται στην παρ. 1 του θ.4, ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι η ολοκληρωμένη παρουσίαση της αίτησης ή της ένστασης αντίστοιχα ώστε αυτή να οδηγηθεί σε ακρόαση επί του πλήρους φάσματος της διαφοράς. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να αποτελέσει καλό λόγο για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αν ο αιτητής εύλογα αισθάνεται μετά από την καταχώριση της ένστασης, ότι πρέπει να προσθέσει στα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση του, ώστε να έχει δυνατότητα επιτυχίας. Άλλη περίπτωση είναι όπου το Δικαστήριο επί μονομερούς αιτήσεως, συνήθως για απαγορευτικό διάταγμα, εγείρει ερωτηματικά ως προς ορισμένα προαπαιτούμενα της έκδοσης απαγορευτικού διατάγματος, οπότε και ο αιτητής δυνατόν να ζητήσει από το Δικαστήριο πριν την τελειωτική εξέταση και απόφαση επί της αιτήσεως του, την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε να προσθέσει διάφορους ισχυρισμούς και γεγονότα που έχουν σχέση είτε με το επείγον του χρόνου είτε τη γνώση από πλευράς του αιτητή των γεγονότων που οδήγησαν στην διαφορά κ.τ.λ». Όπως δε προκύπτει από την πρακτική εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης αυτή εφαρμόζεται όταν, μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής εύλογα αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει, αντικρούσει ή αμφισβητήσει κάποια συγκεκριμένα θέματα που εγείρονται στην ένσταση, οπότε και ζητεί, είτε προφορικά, είτε με γραπτή αίτηση, όπως του επιτραπεί να καταχωρήσει απαντητική-συμπληρωματική ένορκη δήλωση (βλ. Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν Free Line Hairdressing & Beauty Salon (Larnaca) Ltd, Αρ. Αγ. 3008/2007 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 12/11/2010.) Περαιτέρω και δεδομένων των όσων έχουν πιο πάνω αναφερθεί σε σχέση με το ότι δεν είναι επιτρεπτή πλέον η προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων, αφού μετά τη σχετική τροποποίηση της Δ.48 η ακρόαση αιτήσεων διεξάγεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, θεωρώ ότι εκεί όπου η συμπληρωματική ένορκος δήλωση σκοπεί στο να απαντήσει ή να αντικρούσει αμφισβητούμενα γεγονότα, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται υπέρ του αιτητή, αφού αντίθετη προσέγγιση θα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης κατ' αναλογία των όσων έχουν αναφερθεί στην Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ 1858, η οποία αποφασίσθηκε με βάση τη Διάταξη ως αυτή ίσχυε προ της τροποποίησης. (βλ. επίσης και Iacovou Brothers ανωτέρω στη σελ. 1380 της απόφασης). Όπως έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο εξετάζοντας μια αίτηση της φύσεως της παρούσας θα πρέπει να εξετάζει όλες τις σχετικές παραμέτρους συμπεριλαμβανομένου και του γενικότερου πλαισίου εντός του οποίου υποβάλλεται το αίτημα, το είδος της ενδιάμεσης αίτησης, τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει, τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, τη σημασία που έχει η επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της αίτησης, αλλά και την ανάγκη αντίκρουσης, απάντησης ή αμφισβήτησης θεμάτων τα οποία εγείρονται στην ένσταση ή στη μαρτυρία του αντιδίκου. Στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα υποβάλλεται στα πλαίσια της κυρίως αίτησης με την οποία οι εκεί αιτητές (ενάγοντες) αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η αξίωση τους. Είναι δε καλά νομολογημένο (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Trans Middle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239) ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, δεδομένου του ότι ο καθορισμός των δικαιωμάτων των διαδίκων γίνεται χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης. Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι εφόσον οι προϋποθέσεις της Δ. 18 ικανοποιηθούν από την πλευρά των εναγόντων, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση, είτε να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Και είναι επίσης σαφές πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς (βλ. Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013), αλλά θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο τις υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. και Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Στην προκειμένη περίπτωση η κυρίως αίτηση στηρίζετο αρχικά, ως ήδη έχει λεχθεί, στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2, από την οποία προκύπτει ότι οι ενάγοντες βασίζουν ουσιαστικά την αξίωση τους σε συγκεκριμένο τελικό πιστοποιητικό που, ως ο ισχυρισμός τους, εξέδωσε ο Γιάννης Αρμεύτης, αρχιτέκτονας του έργου και το οποίο ως η θέση της ενάγουσας δεν αμφισβητήθηκε ως προβλέπεται στη συμφωνία. Ακολούθησε η ένσταση της εναγόμενης συνοδευόμενη από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγόμενης κ. Π. Καντού, με την οποία αρνείται την αξίωση και προβάλλει και ανταξίωση. Πιο συγκεκριμένα αμφισβητεί τόσο το ίδιο το Τελικό αυτό Πιστοποιητικό όσο και τις περιβάλλουσες την έκδοση του περιστάσεις προβάλλοντας συγκεκριμένους λόγους που αφορούν τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και η οποία, ως η θέση του, δεν συνάδει με την μεταξύ των μερών συμφωνία. Επίσης αμφισβητεί και το ότι το επίμαχο τελικό πιστοποιητικό κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη κατά το χρόνο που ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Όπως συγκεκριμένα ισχυρίζεται με τον τρόπο που ενήργησαν οι ενάγοντες και δη με την μη αποκάλυψη και γνωστοποίηση σχετικών οδηγιών και/ή καταλόγου ελαττωμάτων εκ μέρους του αρχιτέκτονα, αλλά και του διαταχτικού, δεν τέθηκαν εις γνώση της εναγομένης οι εναντίον της απαιτήσεις και δεν της δόθηκε ποτέ η δυνατότητα να τις αμφισβητήσει δυνάμει των σχετικών προνοιών της συμφωνίας ή να προβεί στις επιδιορθώσεις τυχόν ελαττωμάτων με δικά της έξοδα πριν εργοδοτηθούν από τους ενάγοντες τρίτα πρόσωπα για το σκοπό αυτό. Επίσης προβάλλει και ισχυρισμό ότι η εξέλιξη του έργου είχε διακοπεί υπό τις περιστάσεις που επεξηγεί και πως λόγω της διακοπής αυτής και κατόπιν προφορικής συνεννόησης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης, η αρχική συμφωνία έπαυσε να ισχύει, ενώ είναι η θέση του ότι έγινε πρόταση από τον Επιμετρητή για να γίνει μια νέα συμφωνία και εν τέλει είναι η θέση του ότι ο ίδιος εκ μέρους της εναγόμενης υπέβαλε νέα προσφορά για συνέχιση και ολοκλήρωση της κατοικίας την οποία αποδέχθηκαν οι ενάγοντες. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς του ο αρχιτέκτονας ουδέποτε επισκέφθηκε το έργο μετά τη σύναψη της δεύτερης συμφωνίας, αλλά υπάλληλος του γραφείου του επέβλεπε τις εργασίες και παρείχε συμβουλευτικής φύσεως υπηρεσίες. Τα δε διατακτικά εκδίδονταν από τον ίδιο εκ μέρους της εναγόμενης και εξοφλούνταν από τους ενάγοντες. Ως δε υποστηρίζει κατά ή περί την 16.3.2009 δόθηκε η πρώτη πληρωμή από τους ενάγοντες στην εναγόμενη για την εκτελεσθείσα με βάση τη δεύτερη συμφωνία εργασία. Μετά δε την αποπεράτωση του έργου εξέδωσε δύο διαταχτικά ένα για εκτελεσθείσες εργασίας δυνάμει της δεύτερης συμφωνίας και ένα για επιπρόσθετες εργασίες, συνολικού ύψους €20,949.50, τα οποία παρότι παρουσίασε στους ενάγοντες, αυτοί παρέλειψαν να τον εξοφλήσουν. Ακολούθησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας 2 καθώς και 2 ένορκες δηλώσεις από το Γ. Αρμεύτη (στην ουσία ταυτόσημες με τη δεύτερη να έχει επισυνημμένο και το επίμαχο πιστοποιητικό ως τεκμήριο). Με τις ενόρκους δηλώσεις του Γ. Αρμεύτη προβάλλεται μεταξύ άλλων ο ισχυρισμός ότι ο κ. Αρμεύτης ανάλογα με τις εργασίες που εκτελούσε η εναγόμενη και αφού ο επιμετρητής υπολόγιζε τη αξία της σταδιακής εργασίας τους, στη συνέχεια ετοίμαζε τα διαταχτικά πληρωμής τα οποία αφού έλεγχε και ενέκρινε, κοινοποιούσε σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός πως με αυτό τον τρόπο εκδόθηκε και το επίδικο τελικό πιστοποιητικό το οποίο κοινοποιήθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Επίσης προβάλλεται ισχυρισμός ότι το επίμαχο πιστοποιητικό ετοιμάστηκε βάση τελικής επιμέτρησης από τον επιμετρητή του έργου. Η δε ενάγουσα 2 προβάλλει ανάλογους ισχυρισμούς αναφορικά με τη συνεργασία των δύο πιο πάνω αναφερομένων, ενώ αμφισβητεί ότι το έργο διακόπηκε ως ο ισχυρισμός του διευθυντή της εναγομένης και ότι καταρτίστηκε νέα συμφωνία. Με την ένορκη δήλωση του Μαρίνου Παναγιωτίδη[5], επιμετρητή, που είχε ως φαίνεται προσωπική εμπλοκή στα επίδικα ζητήματα και αναφορά στον οποίο έγινε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση για πρώτη φορά με τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν, η αιτήτρια φαίνεται ότι επιθυμεί να απαντήσει στους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν από τον κ. Γιάννη Αρμεύτη και την ενάγουσα 2 και οι οποίοι σχετίζονται με τη συνεργασία του κ. Παναγιωτίδη με τον κ. Γιάννη Αρμεύτη για την έκδοση του επίμαχου πιστοποιητικού καθώς και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση του ως και για το κατά πόσον το επίμαχο πιστοποιητικό κοινοποιήθηκε στον ίδιο τον εν λόγω επιμετρητή. Επίσης φαίνεται να επιθυμεί να δώσει τη θέση του στη θέση της ενάγουσας 2 ότι το επίδικο έργο ουδέποτε διακόπηκε. Στα πλαίσια αυτά επιθυμεί ν' αναφερθεί στις ενέργειες του σε σχέση με τις εισηγήσεις του αναφορικά με την έκδοση των πιστοποιητικών πληρωμής 8, 9 και 10 και να προωθήσει μεταξύ άλλων τη θέση ότι η εισήγηση που απέστειλε στις 13.9.2010 μετά από οδηγίες του αρχιτέκτονα για έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής με αρ.10 διατηρούσε το ποσό της εκτελεσθείσας εργασίας στο ποσό των Λ.Κ. 147.229 μείον Λ.Κ. 13,500 (πλέον ΦΠΑ) για κακοτεχνίες. Υπό το φως των πιο πάνω, και έχοντας κατά νου αφενός τη δραστικότητα της φύσεως της κυρίως αίτησης η οποία στην ουσία μπορεί να οδηγήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς την πλήρη δίκη, και αφετέρου το βάρος που θα έχει η πλευρά της εναγόμενης (εάν και εφόσον η πλευρά των εναγόντων ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις της Δ. 18 στα πλαίσια της κυρίως αίτησης), για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης ή για να καταδείξει άλλο καλό λόγο για να της δοθεί άδεια να υπερασπιστεί, καθώς και τα επίδικα θέματα και τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων στην κυρίως αίτηση ως διαφαίνονται από τα ενώπιον μου στοιχεία, και δη το γεγονός ότι η εναγόμενη επικαλείται διακοπή της πρώτης συμφωνίας και σύναψη νέας δεύτερης συμφωνίας, ενώ αμφισβητεί τις περιστάσεις έκδοσης του επίδικου τελικού πιστοποιητικού, το ότι αυτό εκδόθηκε κατόπιν επιμέτρησης από τον επιμετρητή και ότι κοινοποιήθηκε δεόντως σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, και έχοντας κατά νου ότι το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων, μου φαίνεται ότι εύλογα η αιτήτρια αισθάνεται την ανάγκη να απαντήσει και να προβάλει τις θέσεις του κ. Παναγιωτίδη, προσώπου με προσωπική και άμεση εμπλοκή στην παρούσα, ως αυτές εμφαίνονται στο προσχέδιο της που επισυνάπτεται, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένα τις θέσεις των διαδίκων. Και τούτο διότι με την εν λόγω ένορκη δήλωση το εν λόγω πρόσωπο το οποίο είναι πρόσωπο που φέρεται να εμπλέκεται άμεσα στη διαδικασία έκδοσης του επίμαχου πιστοποιητικού, απαντά σε ουσιώδεις ισχυρισμούς που αφορούν τόσο το ζήτημα της διακοπής του έργου όσο και τη συνεργασία του ίδιου με τον αρχιτέκτονα και πιο συγκεκριμένα τις εισηγήσεις που υπέβαλε προς τον αρχιτέκτονα (και δη την τελευταία) για την έκδοση πιστοποιητικών πληρωμής από τον αρχιτέκτονα. Επομένως κρίνω ότι η αιτήτρια έχει καταδείξει καλό λόγο για την καταχώρηση της ένορκης δήλωσης ως το προσχέδιο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Τούτων λεχθέντων είναι προφανές ότι οι λόγοι ένστασης (δ), (ε) (η ) που σχετίζονται με το βάσιμο του αιτήματος της αιτήτριας επί της ουσίας, θα πρέπει να απορριφθούν. Ο δε λόγος ένστασης (ζ) με τον οποίο οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική διότι η αιτήτρια επιχειρεί να εισαγάγει ισχυρισμούς που αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της με σκοπό να περιπλέξει τη διαδικασία, είναι γενικός, αόριστος και παντελώς αστήρικτος και δεν προτίθεμαι να του δώσω οποιαδήποτε περαιτέρω σημασία. Ως προς τη θέση ότι αποτελεί κατάχρηση το γεγονός ότι καταχωρήθηκε χωρίς άδεια η επίμαχη ένορκος δήλωση, με την αιτήτρια να υποβάλλει το αίτημα όταν αντελήφθη ότι υπάρχει πιθανότητα να μην ληφθεί υπόψη, σημειώνω ότι οι ενέργειες της αιτήτριας, ως έχω ήδη εξάλλου αναφέρει και πιο πάνω, είναι απολύτως θεμιτές, αφού δεν θεωρώ κατάχρηση την προσπάθεια από κάποια πλευρά να νομιμοποιήσει κάποια δικονομική ενέργεια, ουσιώδη για την προώθηση των θέσεων της, αφότου γινει αντιληπτό ότι ενδεχομένως από λανθασμένη εντύπωση ή πεποίθηση, αυτή η ενέργεια να μην συνάδει με τις οδηγίες ή διαταγές του Δικαστηρίου ή και τους θεσμούς. Ως προς το λόγο ένστασης (στ) που σχετίζεται με το ζήτημα της καθυστέρησης, σημειώνω ότι και αυτός είναι παντελώς ανυπόστατος. Και τούτο διότι αφενός με δεδομένη την κατάληξη μου περί κατάδειξης καλού λόγου που δικαιολογεί την καταχώρηση της εν λόγω ένορκης δήλωσης, δεν θεωρώ ότι η μικρή σχετικά καθυστέρηση που προκαλείται στην υπόθεση από αυτή τη διαδικασία, η οποία ειρήσθω εν παρόδω καθυστέρησε περαιτέρω δεδομένης της ένστασης που προβλήθηκε, θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για την έκβαση της. Αφετέρου δε θεωρώ εντελώς οξύμωρο να θέτει θέμα καθυστέρησης η πλευρά των εναγόντων, η οποία ενώ από τις 30.10.2015 είχε υποβάλει αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στο οποίο η εναγόμενη δεν προέβαλε ένσταση, ακολούθως και αφότου μεσολάβησε αίτηση τροποποίησης του τίτλου, χρειάστηκε χρόνο από τις 3.2.2016 (οπόταν και η πιο πάνω διαδικασία τροποποίησης είχε ολοκληρωθεί), μέχρι και τις 17.5.2016 για να καταχωρήσει τις συμπληρωματικές ενόρκους δηλώσεις που επιθυμούσε. Πέραν δε τούτου καταχώρησε στη συνέχεια την εντελώς ανυπόστατη αίτηση ημερ. 19.9.2016 η οποία εν τέλει απερρίφθη, ενώ στη συνέχεια προέβαλε και ένσταση στην παρούσα, ως βέβαια είχε κάθε δικαίωμα να πράξει, χωρίς όμως να προβάλει οποιουσδήποτε βάσιμους λόγους, με αποτέλεσμα να καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την υπόθεση, έτσι που δεν θεωρώ ότι είναι εις θέση, δεδομένων όλων των ανωτέρω, να εγείρει ζήτημα καθυστέρησης. Για όλους δε τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι όλοι οι προβληθένετες λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέοι. Περαιτέρω καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος που δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης, η οποία και εγκρίνεται. Παρ' όλο δε που η επίμαχη ένορκος δήλωση ευρίσκεται καταχωρημένη στο φάκελο, κρίνω ορθό όπως δοθούν οδηγίες για να επανακαταχωρηθεί, ούτως ώστε να φέρει και τον ορθό τίτλο. Επόμενως η ένορκος δήλωση του Μ. Παναγιωτίδη ως το προσχέδιο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (με διαφοροποίηση βέβαια του τίτλου ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει και την τροποποίηση), να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Συνεπώς επιδικάζονται υπερ της αιτήτριας/εναγόμενης και εναντίον των καθ' ων η αίτηση/εναγόντων. ........................................... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 43 [2] « .. The service shall be effected at least four days before the day fixed for the hearing of the application.» [3] «4.
(1)Αν πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσής του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσής του.» [4] Βλ. μεταξύ άλλων Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323, 336-337, Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1(Α) ΑΑΔ 366, 376, Πολ. Έφ. 63/2010, Φαλέκκου ν. Χριστοφή, ημερ. 17.12.2013. [5] (προσχέδιο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση)

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.