L.A.G. TRADING LTD ν. N.G.P. CAP ENTERTAINMENT LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3526/10, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3526/10 L.A.G. TRADING LTD, από τη Λάρνακα Εναγόντων και N.G.P. CAP ENTERTAINMENT LTD, από τη Λευκωσία. ΝΙΚΟΣ ΚΕΤΤΗΡΟΣ, από τη Λάρνακα. Εναγομένων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Τσάρκατζιης. Για τους Εναγόμενο 2: κα. Χριστοδουλίδου ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τoν ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, καταχωρήθηκε στις 27/4/
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Εναγόμενη 1 ενάγετο υπό την ιδιότητα της ως οφειλέτης της Ενάγουσας, λόγω παράβασης συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, ενώ ο Εναγόμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής της Εναγόμενης 1, για τις ευθύνες της τελευταίας σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία μίσθωσης. Αποτελεί κοινό τόπο, καθώς επίσης προκύπτει και από τις σαφείς σχετικές πρόνοιες της, ότι, η συμφωνία μίσθωσης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγόμενης 1, αφορούσε στη μίσθωση συγκεκριμένου εξοπλισμού ψυχαγωγίας και θεματικών πάρκων από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1 για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έναντι του συνολικού ποσού των €30.
- Στην εν λόγω σύμβαση, προνοείτο και η μέθοδος καταβολής της πιο πάνω χρηματικής αντιπαροχής, η οποία θα καταβάλλετο με τρεις ισόποσες δόσεις εκ ποσού €10.
- Κοινό τόπο, αποτελεί επίσης, ότι, η Εναγόμενη 1 κατέβαλε προς την Ενάγουσα τις δύο πρώτες αυτές δόσεις, ενώ το υπόλοιπο των €10.000 δεν κατεβλήθη ποτέ, με αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο. Στις 25.6.2010, εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €10.000, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα της αγωγής, πλην όμως, παρά τις μέχρι τώρα προσπάθειες για εκτέλεση της εν λόγω απόφασης, κανένα ποσό δεν έχει, έναντι της, εισπραχθεί. Ως εκ των ανωτέρω, η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μόνο αναφορικά με το μέρος της αγωγής που στρέφεται εναντίον του Εναγόμενου
- Όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά δικόγραφα των διαδίκων, εκείνα που τελούν υπό αμφισβήτηση, είναι, (α) το κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 υπέχει την επικαλούμενη από την Ενάγουσα ιδιότητα του εγγυητή της Εναγόμενης 1, πάντα σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη οφειλή της τελευταίας και (β) αν το έγγραφο επί των προνοιών του οποίου εναποθέτει η ενάγουσα τις ελπίδες της να αποδείξει ότι ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την εναγομένη 1, σχετίζεται ή όχι με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού. Ως προς το (α) ανωτέρω, κατά τον Εναγόμενο 2, το έγγραφο που υπέγραψε, επί του περιεχομένου του οποίου η Ενάγουσα βασίζει τη θέση της ότι δικαιούται σε απόφαση εναντίον του, δεν είναι δεσμευτικό για τον ίδιο, καθότι, όταν έθετε επ΄ αυτού την υπογραφή του, πίστευε δικαιολογημένα ότι υπέγραφε ως μάρτυρας της υπογραφής έτερου προσώπου που θα υπέγραφε επί του εν λόγω εγγράφου ως εγγυητής. Ως προς το (β) ανωτέρω, ο Εναγόμενος 2 προβάλλει τη θέση ότι, το περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου δεν είναι δυνατό να συσχετιστεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, μιας και η επ' αυτού αναφερόμενη αντιπαροχή για την οποία δίδεται η εγγύηση, αφορά σε ενοικίαση «υποστατικού» και όχι «εξοπλισμού». Για να γίνουν πιο σαφή τα ανωτέρω, σημειώνω τα ακόλουθα γεγονότα, τα οποία επίσης αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών και/ή, εν πάση περιπτώσει, προκύπτουν αβίαστα από την αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Κατά τις 3.11.2009, ο Μ.Ε.1, Λάμπρος Αντωνίου (διευθυντής της Ενάγουσας), ο Νίκος Παπαδόπουλος (διευθυντής της Εναγόμενης 1) και ο Εναγόμενος 2, συναντήθηκαν στα γραφεία εταιρείας συμφερόντων του Εναγόμενου 2, όπου και υπεγράφη, από τους δύο πρώτους, υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, αντίστοιχα, η συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού. Πρόκειται για το Τεκμήριο 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Επί της ρηθείσας συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, ως μάρτυρας υπογραφών, στη δεύτερη σελίδα τούτης, υπέγραψε ο Εναγόμενος
- Πέραν της υπογραφής του, ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε ολογράφως, κάτω από τον τίτλο «ΜΑΡΤΥΡΕΣ» το ονοματεπώνυμο του και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του, επί ειδικώς προβλεφθέντων, από την όψη και τύπο της συμφωνίας μίσθωσης, σημείων. Το περιεχόμενο της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού αναγνώστηκε από όλους τους παρευρισκόμενους πριν την υπογραφή του. Την ίδια μέρα, πλην όμως υπό συνθήκες και/ή περιστάσεις που οι διάδικοι διαφωνούν, υπεγράφη, από τον εναγόμενο 2, και έτερο μονοσέλιδο έντυπο που φέρει τίτλο «ΕΓΓΥΗΣΗ". Η εικόνα και γενικά ο τύπος και περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, κρίνονται πολύ σημαντικά, και είναι για αυτό το λόγο που θα το αποτυπώσω, αυτουσίως, ευθύς αμέσως: «ΕΓΓΥΗΣΗ Εγώ ο .....[1] Α.Δ.Τ. ..[2] εγγυούμαι προσωπικώς, αλληλεγγύως και κεχωρισμένως μετά του Ενοικιαστού την τήρηση του παρόντος Εγγράφου στο σύνολο του και / ή την τήρηση όλων των όρων αυτού, μέχρι και της παράδοσης του Υποστατικού από τον Ενοικιαστή στον Ιδιοκτήτη και μέχρι την πλήρη και τελεία εξόφληση όλων των οφειλομένων ποσών δυνάμει της παρούσης συμφωνίας. Περαιτέρω δηλώ ότι ο Ιδιοκτήτης δύναται να δίδει παραστάσεις στον Ενοικιαστή χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς τούτο προς εμέ, θα εξακολουθώ δε να είμαι υπεύθυνος ως εγγυητής μέχρι τελείας εξοφλήσεως. Ο δε Ιδιοκτήτης δύναται να προβεί σε οποιαδήποτε μέτρα προς εφαρμογή και πληρωμή της παρούσας εγγύησης ανεξαρτήτως λήψεως ή μη οποιωνδήποτε μέτρων εναντίον άλλου εγγυητή και / ή του Ενοικιαστή, ούτε η ευθύνη μας θα επηρεάζεται, εν λόγω ή εν μέρει, από οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή εγγυήσεις που τυχόν έχει ο Ιδιοκτήτης είτε εν τω παρόντι είτε εν τω μέλλοντι. Εγγυητής Υπ. ..........[3] ΜΑΡΤΥΡΕΣ 1................[4]
- ................» Το εν λόγω έντυπο, αποτελεί, επίσης, μέρος του Τεκμηρίου
- Ως αναφέρεται και στις πιο κάτω υποσημειώσεις, κάτω από την λέξη «Εγγυητής» και δίπλα από την συντομογραφία «Υπ.», ο εναγόμενος 2 έθεσε την υπογραφή του. Επίσης, κάτω από την λέξη «ΜΑΡΤΥΡΕΣ», δίπλα από τον αριθμό 1, ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε ολογράφως το ονοματεπώνυμο του. Ο σχετικός χώρος δίπλα από τον αριθμό 2, που βρίσκεται δεξιότερα του ονοματεπωνύμου του Εναγόμενου 2, δεν συμπληρώθηκε από κανέναν. Οι δύο κενοί χώροι στην πρώτη γραμμή του κυρίως κειμένου του ρηθέντος εντύπου, συμπληρώθηκαν με την καταγραφή του ονοματεπωνύμου και του αριθμού δελτίου ταυτότητας του Εναγόμενου 2, αντίστοιχα, από τον Μ.Ε.1, υπό συνθήκες, που οι δύο πλευρές διαφωνούν. Για όλα τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Με δεδομένα τα μόλις πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω, στο σημείο αυτό, αναγκαίο, να παραθέσω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των δύο πλευρών, ώστε να διαφανούν τα σημεία στα οποία παρατηρείται η διαφωνία τους. Κατά την Ενάγουσα (με βάση τη μαρτυρία του ΜΕ1), κατά την ημέρα που υπεγράφη η συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, η εν λόγω συμφωνία καθώς επίσης και το έντυπο εγγύησης, ήταν συνδεδεμένα ως μια δέσμη, αντίγραφο της οποίας είχε δοθεί, τόσο προς τον διευθυντή της Εναγόμενης 1, όσο και προς τον Εναγόμενο 2, οι οποίοι ανέγνωσαν το περιεχόμενο της (δέσμης), προτού τεθεί οποιαδήποτε υπογραφή επί των εν λόγω εγγράφων. Όταν υπεγράφη η συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, ο Μ.Ε.1, ρώτησε ποιος εκ των δύο άλλων παρευρισκόμενων, φυσικών, προσώπων θα υπέγραφε ως εγγυητής της Εναγόμενης 1, και ο Εναγόμενος 2, επικαλούμενος την ιδιότητα προσώπου που εμπλέκεται στη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού (ο εναγόμενος 2 και ο συνέταιρος του θα διαχειρίζονταν, συνεταιρικά με την εναγόμενη 1, τις παραμυθουπόλεις, στις οποίες θα τύγχανε χρήσης ο ενοικιασθείς εξοπλισμός), δήλωσε ότι θα υπογράψει ως εγγυητής. Συνεπεία της ρηθείσας δήλωσης του Εναγόμενου 2, ο Μ.Ε.1 συμπλήρωσε τα δύο κενά της πρώτης γραμμής του εντύπου εγγύησης με την καταγραφή του ονοματεπωνύμου και του αριθμού δελτίου ταυτότητας του Εναγόμενου 2 και ακολούθως, παρέδωσε το έντυπο στον Εναγόμενο 2, ο οποίος, εν γνώση του ότι υπέγραφε ως εγγυητής της Εναγόμενης 1, υπέγραψε στη θέση κάτω από τη λέξη Εγγυητής και κατέγραψε, κάτω από τη λέξη ΜΑΡΤΥΡΕΣ το ονοματεπώνυμο του. Ακολούθως, στο σημείο κατέφθασε και ο συνέταιρος του εναγομένου 2 και έπειτα, αποχώρησαν, τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και ο Νίκος Παπαδόπουλος από τον χώρο. Αναφορικά δε με το περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η αναγραφόμενη, στην τρίτη γραμμή τούτου, λέξη «Υποστατικού», πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους, το οποίο αποδίδει στον λογιστή της, ο οποίος συνέταξε, τόσο τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, όσο και το έντυπο εγγύησης. Κατά την Ενάγουσα, ήταν ξεκάθαρο σε όλους τους παρευρισκόμενους, μεταξύ των οποίων και στον Εναγόμενο 2, ότι το συγκεκριμένο έντυπο εγγύησης αφορούσε σε εγγύηση που θα διδόταν προς την Ενάγουσα αναφορικά με τις ευθύνες της Εναγόμενης 1, πάντα σε σχέση με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού και όχι σε σχέση με οποιοδήποτε υποστατικό. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ της και εναντίον του εναγόμενου 2, υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής, για το συνολικό ποσό των €10.000 με νόμιμο τόκο πλέον τα έξοδα της αγωγής. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος 2 προβάλλει τη θέση ότι, ο Μ.Ε.1, εκ μέρους της ενάγουσας, τον παραπλάνησε και/ή διά δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων, κατάφερε να αποσπάσει την υπογραφή του επί του εντύπου εγγύησης, δημιουργώντας του την πίστη ότι υπέγραφε επί του εν λόγω εντύπου ως μάρτυρας της υπογραφής τρίτου προσώπου και όχι ως εγγυητής. Ο εναγόμενος 2 στην ουσία προβάλλει ότι, ήταν ξεκάθαρο, κατά τη ρηθείσα συνάντηση τους στα γραφεία του, ότι, η οποιαδήποτε υπογραφή του επί των εγγράφων, θα ήταν υπό την ιδιότητα του ως μάρτυρας υπογραφών και όχι υπό οποιανδήποτε άλλη ιδιότητα και ότι ουδέποτε ρωτήθηκε, αλλά ούτε και εξέφρασε ποτέ πρόθεση να υπογράψει ως εγγυητής. Ήταν επιπροσθέτως η θέση του ότι, ο Μ.Ε.1, αλλά και ο διευθυντής της εναγόμενης 1, γνώριζαν ότι η πρόθεση του εναγόμενου 2 ήταν να υπογράψει μόνο ως μάρτυρας υπογραφών και τίποτα περισσότερο. Όσον δε αφορά στο περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι, τούτο ουδέποτε ανεγνώσθη από τον οποιονδήποτε και ότι το εν λόγω έγγραφο του παρεδόθη, υπό συνθήκες και με τρόπο που ο ίδιος να μην αντιληφθεί ότι θα υπέγραφε επί τούτου ως εγγυητής. Με δεδομένη την αναφορά στο συγκεκριμένο έντυπο, στην τρίτη γραμμή, της λέξης «υποστατικού» και της απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς σε αυτό σε μίσθωση εξοπλισμού, ο εναγόμενος 2, επικαλείται και την υπεράσπιση ότι, το συγκεκριμένο έντυπο, δεν είναι δυνατό να αποτελέσει τη βάση για να εκδοθεί εναντίον του η απαιτούμενη απόφαση. Έτσι, από τη μια ζητά την απόρριψη της αγωγής, και ανταπαιτητικά, ζητά την έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ο ίδιος, ουδεμία εγγύηση και/ή έγκυρη εγγύηση έχει παράσχει προς την εναγόμενη 1 και ότι, κατ' επέκταση, η ενάγουσα ουδεμία απαίτηση και/ή αξίωση δύναται να έχει εναντίον του. Διαζευκτικά, και πάντα υπό μορφή ανταπαίτησης, επιδιώκει την έκδοση απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο, η εγγύηση που υπέγραψε, να κηρύσσεται άκυρη. Νομική Πτυχή Εξ αρχής, σημειώνεται ότι, ως είναι συνταγμένη η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εναγομένου 2, (στις 18.7.2014, κατόπιν εγκρίσεως σχετικής αίτησης, το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του εναγόμενου 2, τροποποιήθηκε), ο τελευταίος, προς υπεράσπισή του, προβάλλει, (α) την εφαρμογή του δόγματος του Non-Est-Factum, (β) την υπεράσπιση της απόσπασης της υπογραφής του δια δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων (παραθέτοντας δε σχετικές λεπτομέρειες σε σχέση με τη ρηθείσα υπεράσπιση), και (γ) τη θέση ότι, στην περίπτωση που ήθελε το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτος υπέγραψε επί του εντύπου εγγυήσεως, ως εγγυητής, ότι η εν λόγω εγγύηση, καμία σχέση έχει (συνεπεία του περιεχομένου της) με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού που υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης
- Ως προκύπτει, ωστόσο, από το περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου του εναγομένου 2, η διαζευκτική υπεράσπιση του δόλου, και/ή των ψευδών παραστάσεων και απάτης, ως ανεξάρτητη αυτοτελής υπεράσπιση, φαίνεται να εγκαταλείπεται και οι σχετικοί με αυτή ισχυρισμοί του εναγομένου 2, αλλά και τα σχετικά με αυτή (την υπεράσπιση) επιχειρήματα της συνηγόρου του, προωθήθηκαν, πλέον, ως επικουρικά της υπεράσπισης του Non-Est-Factum. Στην αγόρευση της, η συνήγορος του εναγομένου 2, απλά επικαλείται ότι, η ισχυριζόμενη απάτη, δόλος και ψευδείς παραστάσεις, αποτελούν συνθήκες που δικαιολογούν την εφαρμογή του δόγματος του Non-Est-Factum. Η ανάγκη να διευκρινιστούν τα ανωτέρω, προκύπτει συνεπεία των όσων αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δημητράκης Φακοντή ν. Νικόλα Παύλου Βρυώνη
(2004)1ΑΑΔ 1404, όπου η συμφωνία των μερών ήταν γραπτή, και αναγνωρίστηκε (από το Ανώτατο Δικαστήριο) δικαίωμα επίκλησης της Υπεράσπισης του δόλου, ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης, ανεξάρτητα και έξω από τα πλαίσια των Αρχών του Νοn-Εst-Factum. Πρέπει φυσικά, στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην εν λόγω απόφαση του, με παραπομπή στο σύγγραμμα Chitty on Contract 27η έκδοση, παράγραφος 5 - 032, παρατηρεί ότι «στις περισσότερες φορές που έγινε επιτυχής επίκληση του δόγματος του "non-est-factum" το λάθος είχε προκληθεί με δόλο». Επανερχόμενος στο περιεχόμενο της αγόρευσης της συνηγόρου του εναγομένου 2, παρατηρώ ότι η μόνη, σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του εντύπου εγγύησης, παραπομπή σε αυθεντίες (συγγράμματα και αποφάσεις), αφορά στο ρηθέν δόγμα. Είναι δε κάτω από το εν λόγω δόγμα και στα πλαίσια των αρχών που το διέπουν που γίνεται και η επίκληση των προνοιών των άρθρων 13, 14, 100 και 101 του περί συμβάσεων νόμου, Κεφ. 149, επί τω ότι, συνεπεία των πράξεων και/ή παραλείψεων του Μ.Ε.1, ο εναγόμενος 2, τελούσε υπό την πλάνη ότι, υπέγραφε υπό εντελώς διαφορετική ιδιότητα από αυτήν που του αποδίδει το έντυπο εγγύησης. Τούτων δοθέντων, η πιο κάτω νομική πτυχή, θα περιοριστεί αφενός, στο εν λόγω δόγμα και αφετέρου, στη θέση του εναγόμενου 2 ότι, συνεπεία του περιεχομένου του, το έντυπο εγγύησης δεν είναι δυνατό να συσχετισθεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού. Non-Est-Factum Το δόγμα του non-est-factum, αποτελεί μια ειδική υπεράσπιση, η οποία αναγνωρίστηκε από το Κοινοδίκαιο σε μια προσπάθεια να προσδιοριστούν εξαιρέσεις στον αυστηρό κανόνα, που εφαρμόζεται σε σχέση με την εκτέλεση γραπτών συμβάσεων. Αν και αρχικά, με το εν λόγω δόγμα, αναγνωρίστηκε, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα προσώπου με ειδική ανικανότητα, όπως ενός αναλφάβητου ή ενός τυφλού (βλ. Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704) να επικαλεστεί τη φυσική του ανικανότητα για να αποφύγει τις ευθύνες του που προκύπτουν από μια γραπτή σύμβαση στην οποία έθεσε την υπογραφή του ως συμβαλλόμενος, μετέπειτα, (βλ. Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004) αναγνωρίστηκε ότι, το δόγμα αυτό, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής και να επενεργήσει σε όφελος προσώπων, που είτε μονίμως, είτε προσωρινώς, πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε δική τους ευθύνη, καθίστανται ανίκανοι να αντιληφθούν το σκοπό ενός συγκεκριμένου εγγράφου, το οποίο και υπογράφουν. Τονίστηκε ωστόσο ότι, η συγκεκριμένη υπεράσπιση πρέπει να περιοριστεί σε πολύ στενά πλαίσια για αποφυγή ενδεχόμενου κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινού στις συνήθεις συναλλαγές, αλλά και στην εγκυρότητα των γραπτών συμβάσεων, ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιπτώσεις που ελλείπει οποιοσδήποτε δόλος ή οποιοσδήποτε άλλος καλός λόγος που να επιβάλλει την ακυρότητα κάποιου εγγράφου. Στη Saunders (ανωτέρω), η Βουλή των Λόρδων, έθεσε τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιήσει αυτός που επικαλείται, προς υπεράσπιση του, το δόγμα του non-est-factum. Το πιο κάτω, αυτουσίως παρατιθέμενο, απόσπασμα, αλλά και οι σχετικές παρατηρήσεις του συγγραφέως του συγγράμματος Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Τόμος Α, σελίδα 387 και 388, είναι αρκούντως διαφωτιστικά των όσων ισχύουν για σκοπούς εφαρμογής του συγκεκριμένου δόγματος. « (
- i)Πρώτον, για να μπορέσει κάποιο πρόσωπο να επικαλεστεί την υπεράσπιση non est factum θα πρέπει να εμπίπτει εντός μιας προστατευόμενης κατηγορίας, δηλαδή είτε πρόσωπα που είναι τυφλά ή δεν μπορούν να διαβάσουν ή που έχουν κάποια προσωρινή ή μόνιμη ανικανότητα που τους εμποδίζει να κατανοήσουν τι υπογράφουν, είτε πρόσωπα που έχουν τύχει παραπλάνησης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος και έχουν υπογράψει κάποιο έγγραφο τελούντα υπό πλάνη σε σχέση με το χαρακτήρα του εγγράφου. Είναι πολύ σπάνια που την υπεράσπιση θα μπορούν να επικαλεστούν πρόσωπα που δεν εμπίπτουν σε κάποια εξειδικευμένη κατηγορία που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας. (
- ii)Δεύτερον, η οποιαδήποτε πλάνη θα πρέπει να αφορά όχι στο περιεχόμενο αλλά στο χαρακτήρα του εγγράφου. Θα πρέπει το πρόσωπο που υπογράφει να πιστεύει ότι υπογράφει κάτι ολότελα διαφορετικό, υπό την έννοια ότι το έγγραφο που νομίζει ότι υπογράφει και το έγγραφο που υπογράφει να ανήκουν σε διαφορετικές νομικές κατηγορίες. Όπως ανέφερε ο Δικαστής Reid στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society, «There must I think be a radical difference between what he signed and what he thought he was signing - or one could use the words 'fundamental' or 'serious' or 'very substantial'.' But what amounts to a radical difference will depend on all the circumstances». (iii) Εν πάση περιπτώσει, η επίκληση της υπεράσπισης non est factum δεν επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο. Κάθε πρόσωπο, πριν υπογράψει κάποιο έγγραφο, έχει την υποχρέωση να πληροφορηθεί για τη φύση του εγγράφου που υπογράφει. Εάν κάποιος είναι έτοιμος να υπογράψει κάποιο έγγραφο απλώς και μόνο διότι το έγγραφο τέθηκε ενώπιον του, χωρίς να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ή τουλάχιστον χωρίς να προβαίνει σε οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου και εξακρίβωσης του τι υπέγραφε, τότε ο νόμος δεν του επιτρέπει να επικαλείται την υπεράσπιση non est factum. Ο Δικαστής Reid έθεσε το θέμα επιγραμματικά στην υπόθεση Saunders v. Anglia Building Society: «The plea cannot be available to anyone who was content to sign without taking the trouble to try to find out at least the general effect of the document». Όπως η πιο πάνω αρχή διατυπώθηκε πιο εκτενώς από το Δικαστή Wilberforce στην ίδια υπόθεση: «A person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests on him, i.e. to prove that he acted carefully and not on the third party to prove the contrary». Συμπερασματικά, η υπεράσπιση του non est factum, στο σύγχρονο δίκαιο, είναι ιδιαίτερα περιορισμένης εμβέλειας. Το βάρος απόδειξης ότι εφαρμόζεται βρίσκεται στους ώμους του προσώπου που την επικαλείται και για να επιτύχει τούτο θα πρέπει να αποδείξει πρώτον ότι πίστευε ότι αυτό που υπέγραψε ήταν ολότελα διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά υπέγραψε και δεύτερον ότι είχε επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια πριν υπογράψει το επίδικο έγγραφο». Πάντα σε σχέση με το συγκεκριμένο δόγμα, ο Lord Wilberforce, στο λόγο του στη Saunders (ανωτέρω), σημείωσε επίσης ότι, «In other words it is the lack of consent that matters not the means by which this result was brought about. Fraud by itself may do no more than make the Contract Voidable». Και τούτο για να υποδείξει ότι, δεν αποτελεί προϋπόθεση, για να μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος, να αποδοθεί δόλια συμπεριφορά στον άλλο συμβαλλόμενο. Διευκρινίστηκε ωστόσο, εκ νέου, ότι, δεν είναι δυνατή η επίκληση του δόγματος από οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή προτού υπογράψει ένα συγκεκριμένο έγγραφο. Στην Lewis v. Clay
(1898)67 L.J.Q.B. 224, o εκεί εναγόμενος, κατάφερε να πείσει περί της εφαρμογής του δόγματος του non est factum αφού κατάφερε να αποδείξει ότι εξωθήθηκε (induced), στο να υπογράψει ένα έγγραφο, από κάποιο που για χρόνια ήταν φίλος του, ο οποίος, αρχικά, κάλυψε το ουσιαστικό μέρος του εγγράφου και προέβη σε παραστάσεις προς τον εκεί εναγόμενο, ότι θα υπέγραφε το εν λόγω έγγραφο υπό την ιδιότητα του μάρτυρα υπογραφών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις ήταν δυνατή η επίκληση του εν λόγω δόγματος. Πιο πρόσφατα, στην Beardsley Theobalds Retirement Benefit Scheme Trustees v. Yardley [2011] ΕWHC 1380 (QB), το Δικαστήριο, αποδεχόμενο πλήρως τη μαρτυρία του εκεί εναγομένου, έκρινε ότι, υπό τις περιστάσεις που ο εναγόμενος υπέγραψε συγκεκριμένη συμφωνία ενοικιάσεως ακινήτου, ως εγγυητής του ενοικιαστή, ήταν δυνατή η επίκληση του εν λόγω δόγματος. Σ' εκείνη την περίπτωση, και για σκοπούς αιτιολόγησης της κρίσης του περί εφαρμογής του δόγματος, το Δικαστήριο σημείωσε το γεγονός ότι ο διευθυντής και μέτοχος της ενοικιάστριας εταιρείας (εργοδότριας του εκεί εναγομένου), άμεσα προϊστάμενος του εναγομένου, προέβη προς τον τελευταίο σε ψευδείς παραστάσεις, οι οποίες συνίσταντο στο γεγονός ότι έθεσε το συγκεκριμένο έγγραφο ενώπιον του, ως μέρος μιας δέσμης εγγράφων, επί των οποίων, ο εναγόμενος, γνώριζε ότι θα υπέγραφε υπό την ιδιότητα του μάρτυρα υπογραφών. Έθεσε δε τούτο (το επίδικο έγγραφο αποτελείτο από 29 σελίδες), εις τρόπον που να είναι ορατή προς τον εναγόμενο μόνο η 29η (τελευταία) σελίδα του, ζητώντας του να υπογράψει επί συγκεκριμένου σημείου που βρισκόταν δίπλα από το ήδη, επί του εν λόγω εγγράφου, καταγραμμένο ονοματεπώνυμο του (εναγομένου). Από το περιεχόμενο της σελίδας 29, δεν προέκυπτε η ιδιότητα υπό την οποία θα υπέγραφε ο εναγόμενος (ελλείπει οποιαδήποτε, προσδιοριστική της ιδιότητας, αναφορά), ενώ σε σημείο, άνωθεν του σημείου που υπέγραψε, είχαν τεθεί ήδη οι υπογραφές των δύο διευθυντών της εταιρείας, εργοδότριας του, με τέτοιο τρόπο, που ήταν εύλογο να θεωρήσει ο εναγόμενος ότι, θέτοντας την υπογραφή του, μαρτυρούσε για τη γνησιότητα των υπογραφών των εν λόγω προσώπων. Τέλος, το Δικαστήριο θεώρησε επίσης σημαντικό το γεγονός ότι, κατά την πολυετή εργοδότηση του εναγομένου υπό τις οδηγίες του συγκεκριμένου διευθύνοντα συμβούλου της εργοδότριας του, εταιρείας, συχνά πυκνά, του ζητείτο να υπογράφει επί εγγράφων υπό την ιδιότητα του μάρτυρα των υπογραφών του εν λόγω διευθύνοντα συμβούλου. Υπό αυτές τις συνθήκες και έχοντας ήδη κρίνει το Δικαστήριο ότι ο διευθυντής της εργοδότριας του εναγομένου, ενήργησε δόλια και με σκοπό να ξεγελάσει τον τελευταίο, έκρινε ότι η εν λόγω περίπτωση ήταν μια εκ των εξαιρετικών περιπτώσεων που τύγχανε εφαρμογής το δόγμα του non est factum, σε πρόσωπο που δεν αντιμετώπιζε κάποιας μορφής φυσική ανικανότητα. Σημειώνεται επίσης, και τούτο για σκοπούς πληρότητας και μόνο ότι, η υπεράσπιση του non-est-factum, δεν ήταν η μόνη που πέτυχε στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, μιας και προηγουμένως, έγινε δεκτή και η υπεράσπιση της δόλιας εξαπάτησης του εναγομένου από τον διευθύνοντα σύμβουλο της ρηθείσας εταιρείας. Επί ενός άλλου ζητήματος, πλην όμως πάντα σε σχέση με το υπό συζήτηση δόγμα, στην περίπτωση του προσώπου που θέτει την υπογραφή του (επί εγγράφου) εν λευκώ και/ή επί εγγράφου, που τα ουσιαστικά στοιχεία της συναλλαγής στην οποία αφορά, δεν είναι συμπληρωμένα, είναι δυνατόν, το εν λόγω πρόσωπο, αν οι συμπληρώσεις έγιναν κατά τρόπο διαφορετικό από ότι είχε συμφωνηθεί πριν θέσει την υπογραφή του, να επικαλεστεί την εφαρμογή του δόγματος του non est factum. Παρά ταύτα, μια τέτοια υπεράσπιση, δυνατόν να αποτύχει, αν η συναλλαγή στην οποία αφορά το έγγραφο μετά τη συμπλήρωση των στοιχείων, δεν θεωρηθεί ουσιαστικώς διαφορετική από τη συναλλαγή που συμφωνήθηκε, μεταξύ των μερών, πριν την υπογραφή του (βλ. United Dominions Trust Limited v. Western [1976] Q.B. 513). Εν πάση όμως περιπτώσει, και σ' αυτή την περίπτωση για να είναι δυνατή η επίκληση του υπό συζήτηση δόγματος, αυτός που το επικαλείται θα πρέπει να αποδείξει ότι, κατά το χρόνο που υπέγραφε το επίδικο έγγραφο, ήταν επιμελής και ενήργησε προσεκτικά. Στην περίπτωση που θα αποτύχει να αποδείξει ότι ενήργησε ως ανωτέρω, δεν θα αποφύγει τη δέσμευση που του επιβάλλουν οι όροι του εγγράφου (βλ. Chitty on Contracts volume I, 31st edition, σελ. 544 και 545, παρ. 5-
- Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε επίσης, Chitty On Contract General Principles, 24th edition, par. 300 - 304, σελίδες 142 - 144, και Ewan Mckendrick, Contract Law Text, Cases, and Materials, 6th edition, σελίδα 568 -
- Διόρθωση Εγγράφου ή Ερμηνεία Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, ο εναγόμενος 2, επικαλούμενος την αναφορά στην τρίτη γραμμή του εντύπου εγγύησης σε «υποστατικού» αντί «εξοπλισμού», ισχυρίζεται ότι το έντυπο εγγύησης δεν είναι δυνατό να αποτελέσει τη βάση για να αποδοθεί στον ίδιο ευθύνη καταβολής χρημάτων που οφείλονται από την εναγόμενη 1 προς την ενάγουσα με βάση τους όρους της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού. Εκείνο που ειδικότερα προβάλλει είναι ότι, το έντυπο εγγύησης, ως έχει, ερμηνεύεται σαφώς και αφορά σε έντυπο που σχετίζεται με υποχρέωση παράδοσης ενός υποστατικού, το οποίο φαίνεται να ενοικιάστηκε προς κάποιο και όχι με την ενοικίαση οποιουδήποτε εξοπλισμού, που όντως ενοικιάστηκε από την ενάγουσα προς την εναγόμενη
- Επειδή δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι, η λέξη «υποστατικό», γραμματικά, δεν είναι δυνατό (εν απουσία ισχυρισμού που να περιγράφει τον εν λόγω εξοπλισμό εις τρόπον που να είναι δυνατόν να του αποδοθεί μια τέτοια ερμηνεία), να ερμηνευθεί ως «εξοπλισμός» θεματικών πάρκων, καθίσταται επάναγκες να εξεταστεί το κατά πόσο, θα έπρεπε, η ενάγουσα, που επιδιώκει την ανάγνωση του εντύπου εγγύησης εις τρόπον που να σχετίζεται και να αφορά στη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, να επιζητούσε, αρχικά, τη διόρθωση (rectification) του εγγράφου δια της αντικαταστάσεως της λέξης «υποστατικού» με τη λέξη «εξοπλισμού», και ακολούθως να απαιτούσε από τον εναγόμενο 2 την καταβολή της οφειλή της εναγόμενης 1, ή, κατά πόσο, είναι δυνατή η ρηθείσα διόρθωση, να επιτευχθεί μέσω της ερμηνευτικής οδού και δη στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Για να είναι δυνατή η διόρθωση (rectification) ενός εγγράφου, θα πρέπει, το πρόσωπο που επιζητεί την εν λόγω θεραπεία, να αποδείξει ότι το γραπτό κείμενο, μέρος του οποίου επιδιώκεται να διορθωθεί, δεν αντικατοπτρίζει τις πραγματικές θέσεις των συμβαλλομένων και δη τα όσα συμφώνησαν και κατέληξαν πριν τη σύνταξη του εγγράφου. Είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας της διόρθωσης, η απόδειξη ότι τα μέρη έχουν καταλήξει σε πλήρη συμφωνία για συγκεκριμένο θέμα με συγκεκριμένους όρους και ότι, η εν τέλει μετατροπή της προφορικής συμφωνίας σε γραπτό κείμενο, δεν αντικατοπτρίζει τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα. Είναι δε επίσης αναγκαίο να αποδειχθεί ότι, η επικαλούμενη διαφορά μεταξύ συμφωνηθέντων και περιεχομένου γραπτής συμφωνίας, δεν είναι το αποτέλεσμα πλάνης αναφορικά με το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, αλλά εσφαλμένης καταγραφής των συμφωνηθέντων (βλ. τα ανωτέρω αναφερόμενα συγγράμματα Chitty on Contract (σελ. 144 - 152) Ewan Mckendrick Contract Law (σελ. 562 - 567), και Πολύβιος Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων (σελ. 389 - 394)) Σύμφωνα πάντα με τα όσα σημειώνονται στα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα συγγράμματα, οι σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της ερμηνείας εγγράφων και γενικά των συμβάσεων, είχαν ως αποτέλεσμα, διάφορες διαφωνίες των συμβαλλομένων επί του περιεχομένου μιας σύμβασης, που στο παρελθόν θα μπορούσαν να επιλυθούν μόνο στα πλαίσια διαδικασίας διόρθωσης του κειμένου (rectification), να επιλύονται, πλέον, μέσω της ερμηνευτικής οδού, στα πλαίσια της δίκης που διεξάγεται σε σχέση με την ουσιαστική διαφορά των μερών. Ενδεικτική της ρηθείσας εξέλιξης είναι και η εξής σχετική αναφορά του Mckendrick (σελ. 563): «These more relaxed rules of Interpretation are likely to incline modern course to use Lord Hoffmann's fourth and fifth principles (αναφέρεται στις πέντε αρχές τις οποίες έθεσε ο Λόρδος Hoffman στα πλαίσια του λόγου του στην υπόθεση Investors Compensation Scheme Ltd v. WestBronwich Building Society [1998] 1 WLR 896), rather than Rectification. Indeed it is possible to go further and to argue that in the light of changes in the Law relating to the interpretation of contracts, rectification has been rendered «largely superfluous at least in the context of the rectification of contracts for mistakes of fact .». Ωστόσο, ο Mckendrick αναγνωρίζει ότι, η διαδικασία της διόρθωσης, συνεχίζει να υπέχει χρήσιμου ρόλου, ιδιαίτερα σε εκείνες τις περιπτώσεις που η διαφωνία του περιεχομένου του εγγράφου με τα όσα συμφωνήθηκαν από τα μέρη πριν τη σύνταξη του, εκφεύγει της δυνατότητας διόρθωσης μέσω της ερμηνευτικής οδού («beyond "corrective interpretation"»). Ένας από τους λόγους που συνεχίζει να υφίσταται ο διαχωρισμός του τρόπου με τον οποίο είναι δυνατό να επέλθει η διόρθωση του περιεχομένου ενός εγγράφου (μέσω διόρθωσης ή ερμηνείας), είναι γιατί, σημαντικά γεγονότα που δυνατό να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου όταν ενώπιον του βρίσκεται αίτημα για διόρθωση (rectification), είναι και οι προγενέστερες της σύμβασης διαπραγματεύσεις των μερών, που κατά γενικό κανόνα, αποτελούν μη αποδεκτή μαρτυρία, για σκοπούς ερμηνείας ενός εγγράφου στα πλαίσια της δίκης που διεξάγεται για την ουσιαστική διαφωνία των μερών, εν αντιθέσει με τη διαδικασία διόρθωσης, όπου μια τέτοια μαρτυρία, όχι απλά είναι αποδεκτή, αλλά ίσως αποτελεί και την ουσιαστικότερη μαρτυρία για σκοπούς κρίσης επί του ζητούμενου. Ένας άλλος λόγος, είναι και το γιατί, οι κανόνες που εφαρμόζονται όταν εξετάζεται αίτηση για διόρθωση, είναι διαφορετικοί από τους κανόνες που ισχύουν κατά τη διαδικασία ερμηνείας, λόγω του γεγονότος ότι, η διόρθωση (rectification) αποτελεί θεραπεία που βασίζεται στο Δίκαιο της Επιείκειας (equity). Ο Πόλυς Πολυβίου, στο πιο πάνω αναφερόμενο σύγγραμμα του, με αναφορά στην υπόθεση Cherry Tree Investments Ltd v. Landmain Ltd [2013] 2 WLR 481, σημειώνει μια εκ των περιπτώσεων, που η διάσταση του περιεχομένου του εγγράφου με τα όσα τα μέρη συμφώνησαν πριν τη σύνταξη του, δεν ήταν δυνατό να θεραπευθεί μέσω της ερμηνευτικής οδού. Προβαίνει δε στην εξής καταληκτική αναφορά: «Kαταληκτικά, είναι σαφές ότι στο σύγχρονο δίκαιο των συμβάσεων δεν είναι δυνατό να επιλυθούν όλα τα προβλήματα μέσω της ερμηνευτικής οδού. Η ερμηνεία απαιτεί την ύπαρξη συζητήσιμου θέματος, το οποίο συνήθως συνδέεται με την ασάφεια κάποιου όρου της σύμβασης ή και του γενικού περιεχομένου της. Εκεί που οι όροι και το περιεχόμενο της σύμβασης είναι απόλυτα σαφής, δεν είναι δυνατό το Δικαστήριο να επικαλεστεί ερμηνευτικούς κανόνες για να ικανοποιήσει το ένα μέρος αντί του άλλου. Ούτε ανήκει στο Δικαστήριο το έργο της αναμόρφωσης ή ακόμα και βελτίωσης συμβάσεων, το περιεχόμενο των οποίων είναι σαφές και όχι αμφιλεγόμενο. Γι' αυτό ακριβώς, η «διόρθωση» εγγράφων θα παραμείνει ένα εργαλείο στα χέρια των Δικαστηρίων, για επίκληση όταν το επιτρέπουν οι ειδικές προϋποθέσεις που έχουν διαμορφωθεί μέσω της Νομολογίας για το σκοπό αυτό». Τέλος στο Chitty on Contract 31st edition Volume II par. 44-064, με αναφορά στην υπόθεση Vodafone Ltd v. GNT Holdings U.K. [2004] All E.R. (D) 194 (Mar) και στην εκεί λανθασμένη καταγραφή του ονόματος της εταιρείας, που εξασφαλιζόταν από τη συμφωνία εγγύησης (καταγράφηκε επί της συμφωνίας εγγύησης, ότι η εταιρεία Α εγγυάτο τις υποχρεώσεις της θυγατρικής της, εταιρείας Β, προς εξασφάλιση της εταιρείας Γ, ενώ η μόνη εταιρεία που συμβλήθηκε με την εταιρεία Β και προς εξασφάλιση της οποίας θα διδόταν η εγγύηση, ήταν η εταιρεία Δ, η οποία άνηκε στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την εταιρεία Γ), παραθέτει την εξής αναφορά από το κείμενο της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης υπόθεσης. «Something went wrong with the drafting of the [guarantee] letter . Τo construe it literally would be a commercial nonsense», προχωρώντας, το Δικαστήριο, κατόπιν της πιο πάνω κρίσης του, στην ερμηνεία της συμφωνίας εγγύησης εις τρόπον που να εννοείτο ότι η εταιρεία Α με τη συγκεκριμένη εγγύηση της, παρείχε εξασφάλιση προς την εταιρεία Δ και όχι τη Γ, επιλύοντας έτσι την εκεί διαφορά, μέσω της ερμηνευτικής οδού. Ακροαματική διαδικασία Η ενάγουσα, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες, ενώ ο εναγόμενος 2, ένα. Πρόκειται, εκ μέρους της ενάγουσας, για τους Λάμπρο Αντωνίου, διευθυντή της (ΜΕ1) και Γεώργιο Παπαδόπουλο, γραμματέα και μέτοχο της εναγόμενης 1 (υιό του Νίκου Παπαδόπουλου, που υπέγραψε εκ μέρους της εναγομένης 1 τη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού - ΜΕ2), ενώ για τον εναγόμενο 2, κατέθεσε ο ίδιος προσωπικά. Και οι τρεις αυτοί μάρτυρες έτυχαν αντεξέτασης από τον/την συνήγορο που εκπροσωπούσε την άλλη, από αυτή που τους κάλεσε, πλευρά. Αξιολόγηση μαρτυρίας Για σκοπούς δομής της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ορθότερο να ασχοληθώ αρχικά με τη μαρτυρία του (ΜΥ2), και τούτο, για να σημειώσω ότι, εν πολλοίς, δεν ήταν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, βοηθητική για το Δικαστήριο. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, τα ουσιαστικά επίδικα για την κρίση της παρούσας αγωγής ζητήματα, σχετίζονται με τις συνθήκες ετοιμασίας και σύνταξης της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού και του εντύπου εγγύησης, καθώς επίσης και των συνθηκών κάτω από τις οποίες τούτα υπεγράφησαν. Η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν ήταν βοηθητική επί του προκειμένου, μιας και ουδεμία σχέση είχε με τη σύνταξη των εγγράφων ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες τούτα υπεγράφησαν. Στο βαθμό που με τη μαρτυρία του η ενάγουσα επιθυμούσε να αποδείξει ότι, τα συμφέροντα του εναγόμενου 2 θα επηρεάζονταν από την εξέλιξη της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (επί τω ότι, τον ενοικιασθέντα εξοπλισμό θα τον εκμεταλλεύονταν, συνεταιρικά, η εναγόμενη 1 με τον εναγόμενο 2 και το συνέταιρο του), τούτο επιτεύχθηκε, με κάθε σαφήνεια. Εν πάση περιπτώσει, τούτο, με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω. Επίσης, και ο εναγόμενος 2 αποδέχθηκε το γεγονός αυτό. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του ΜΥ2 δεν κρίνεται σχετική και/ή διαφωτιστική των περιορισμένων, πιο πάνω ειδικώς προσδιορισθέντων επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής. Αναφορικά τώρα με τους ΜΕ1 και τον εναγόμενο 2, εξ αρχής σημειώνω ότι, αμφότεροι ήταν υπερβολικοί και επέδειξαν ευκολία στο να προωθήσουν αντίθετους, με προηγούμενούς τους, ισχυρισμούς, απλά γιατί τη δεδομένη στιγμή, θεωρούσαν ότι τούτο εξυπηρετούσε την υπόθεση τους. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια και των δύο αυτών μαρτύρων, να αποφύγουν να παραδεχθούν γεγονότα και/ή να προωθήσουν ισχυρισμούς, τους οποίους θεωρούσαν επιβαρυντικούς και/ή εναντίον των συμφερόντων τους. Το γεγονός αυτό, δεν στερεί τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει επί ευρημάτων αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβαν χώρα τα επίδικα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η παρατήρηση, ωστόσο, του Δικαστηρίου περί της προώθησης, και από τους δύο αυτούς μάρτυρες, συγκρουόμενων ισχυρισμών, γίνεται για να επεξηγηθεί το γιατί κάποιοι ισχυρισμοί των δύο αυτών μαρτύρων δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί. Η κοινή, για τους δύο αυτούς μάρτυρες, πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου, έγινε, καθότι, αμφότεροι δημιούργησαν στο Δικαστήριο την κοινή αυτή εικόνα. Θα προχωρήσω στο σημείο αυτό με την καταγραφή της επιχειρηματολογίας μου για κάθε μάρτυρα ξεχωριστά. Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΕ1 ότι, η συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού και το έντυπο εγγύησης ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους, ως μια δέσμη, και ότι, ως τέτοια, δόθηκε τόσο προς τον εναγόμενο 2, όσο και προς το διευθυντή της εναγόμενης 1, κ. Νίκο Παπαδόπουλο. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, το περιεχόμενο των εγγράφων αναγνώστηκε από τους παρευρισκόμενους και ότι έκαστος γνώριζε την ιδιότητα με την οποία θα υπέγραφε επί των εγγράφων, πριν την υπογραφή τους. Ωστόσο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης δεν αναγνώστηκε, με αποτέλεσμα να μην γίνει αντιληπτό, κατ' εκείνη την ημέρα, ότι σ' αυτό αναγραφόταν, ως αντιπαροχή, η ενοικίαση ενός υποστατικού αντί εξοπλισμού. Επί του τελευταίου, και σε σύγκρουση με τη μόλις πιο πάνω θέση του, σημειώνω ότι, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι όλοι οι παρευρισκόμενοι, πρόσεξαν ότι επί του εντύπου εγγύησης αναγράφετο η λέξη «υποστατικού», πλην όμως δεν θεώρησαν ότι η ρηθείσα καταγραφή προκαλούσε οποιοδήποτε πρόβλημα ή σύγχυση μιας και ήταν, κοινώς αποδεκτό, ότι η λέξη «υποστατικού» αφορούσε στο χώρο που θα εγκαθίστατο ο εξοπλισμός που ενοικιάστηκε από την εναγόμενη
- Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να υπενθυμίσω ότι, ο ρηθείς εξοπλισμός θα χρησιμοποιείτο σε δύο παραμυθουπόλεις, στον Δήμο Πάφου και στο Δήμο Έγκωμης, και δη σε χώρους ιδιοκτησίας νομικών προσώπων, που καμία σχέση έχουν με την επίδικη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού, για την οποία και θα διδόταν η επίδικη εγγύηση. Δεν θεωρώ αναγκαίο να σχολιάσω λεπτομερώς το εντελώς παράλογο του τελευταίου αυτού ισχυρισμού του ΜΕ
- Περιορίζομαι στο να παρατηρήσω μόνο ότι τούτος, προβλήθηκε, χρονικά, ακριβώς μετά που ο ΜΕ1, ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης αναγνώστηκε από όλους τους παρευρισκόμενους εκείνη την ημέρα, με αποτέλεσμα, να ήταν αδύνατο πλέον να ισχυρίζεται ότι κανένας δεν πρόσεξε την καταγραφή της λέξης αυτής στο περιεχόμενο του εν λόγω εντύπου. Και τούτο υποδεικνύεται από το Δικαστήριο προς αιτιολόγηση της ήδη εκφρασθείσας κρίσης του ότι, ο ΜΕ1, άλλαζε θέσεις, απλά γιατί, τη δεδομένη στιγμή, θεωρούσε ότι τούτο εξυπηρετεί την υπόθεση του, αλλά και για να αιτιολογηθεί, μερικώς, ο λόγος που δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η θέση του περί ανάγνωσης, από τους παρευρισκόμενους, του περιεχομένου του εντύπου εγγύησης . Κρίνεται επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι, σε πλήρη σύγκρουση με την τελευταία αυτή θέση του ΜΕ1, ο συνήγορος της ενάγουσας, τόσο κατά την αντεξέταση του εναγόμενου 2, όσο και κατά την αγόρευση του, ζήτησε από το Δικαστήριο να θεωρήσει τη συγκεκριμένη καταγραφή ως τυπογραφικό λάθος, (αναγνωρίζοντας τη μη σχετικότητα της (γραμματικά) με τα επίδικα ζητήματα), και ζήτησε όπως το Δικαστήριο ερμηνεύσει το έγγραφο με γνώμονα τις προθέσεις των μερών και όχι τη γραμματική έννοια της λέξης. Επανερχόμενος στον ισχυρισμό του ΜΕ1, περί του ότι η συμφωνία μίσθωσης και το έντυπο εγγύησης ήταν συνδεδεμένα ως δέσμη, η οποία είχε, στην ολότητά της, αναγνωστεί από τους παρευρισκόμενους, σημειώνω τα εξής: Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι, μετά την υπογραφή της συμφωνίας μίσθωσης, ρώτησε ποιος εκ των παρευρισκόμενων θα υπέγραφε ως εγγυητής και ότι, ο εναγόμενος 2, επικαλούμενος το προσωπικό του συμφέρον στη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, ανέφερε ότι θα υπογράψει ο ίδιος ως εγγυητής. Ήταν, πάντα κατά τον ΜΕ1, κατόπιν αυτής της αναφοράς του εναγόμενου 2, που ο ίδιος (ο ΜΕ1), κατέγραψε ολογράφως το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό ταυτότητας του εναγόμενου 2 στους δύο κενούς χώρους στην πρώτη γραμμή του εντύπου εγγύησης και ακολούθως παρέδωσε τούτο στον εναγόμενο 2 προς υπογραφή. Η όλη σχετική περιγραφή του ΜΕ1, αναφορικά με τον τρόπο που αναζητήθηκε το πρόσωπο που θα υπέγραφε ως εγγυητής και τον τρόπο με τον οποίο το εν λόγω έντυπο παραδόθηκε στον εναγόμενο 2 προς υπογραφή, δεν συμβαδίζει με τη έτερη αναφορά του περί του ότι, όλοι οι παρευρισκόμενοι, είχαν την ευκαιρία να αναγνώσουν και ανέγνωσαν, εξ αρχής, το περιεχόμενο όλων των εγγράφων και γνώριζαν, από εκείνο το στάδιο την ιδιότητα που έκαστος θα αναλάμβανε κατά την υπογραφή τους. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός του ΜΕ1, περί συμπλήρωσης των κενών στην πρώτη γραμμή του εντύπου εγγύησης με το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του εναγομένου 2, πριν την υπογραφή του από τον τελευταίο, συγκρούεται και με αναντίλεκτο ισχυρισμό του εναγόμενου 2, που θέλει τούτον, να έχει ετοιμάσει αντίγραφο, τόσο της σύμβασης μίσθωσης εξοπλισμού, όσο και του εντύπου εγγύησης, μετά την υπογραφή τους από τον ίδιο, όπου τα κενά σημεία της πρώτης γραμμής του εντύπου εγγύησης δεν είναι συμπληρωμένα, (βλ. τεκμήριο 3). Το γεγονός αυτό, καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό του ΜΕ1, ανεδαφικό. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, η θέση του εναγόμενου 2 ότι το τεκμήριο 3 αποτελεί αντίγραφο των εγγράφων που υπογράφηκαν εκείνη την ημέρα, το οποίο αντίγραφο ετοίμασε ο ίδιος μετά που έθεσε επ' αυτών, την υπογραφή του, δεν αμφισβητήθηκε. Τουναντίον, το ότι ο εναγόμενος 2 κράτησε το εν λόγω αντίγραφο, χρησιμοποιείται από πλευράς της ενάγουσας, ως επιχείρημα, ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε ως εγγυητής και όχι ως μάρτυρας υπογραφών, προβάλλοντας τη θέση ότι, ένας μάρτυρας υπογραφών δεν θα είχε λόγο να κρατήσει αντίγραφο των εγγράφων που υπεγράφησαν εκείνη την ημέρα. Ως υποδείχθηκε στα πιο πάνω αρχικά ευρήματα του Δικαστηρίου, η καταγραφή του ονοματεπώνυμου του εναγόμενου 2 και του αριθμού ταυτότητας του επί της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, στη δεύτερη σελίδα, στο σημείο που υπέγραψε ως μάρτυρας υπογραφών, συμπληρώθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο
- Τούτο αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών. Και προκύπτει το εξής λογικό ερώτημα: Πως είναι δυνατόν, να είναι προκαθορισμένη, προς όλους τους εκεί παρευρισκόμενους, η ιδιότητα με την οποία έκαστος θα υπέγραφε το κάθε έγγραφο, πριν την υπογραφή τους, και παρά ταύτα, ο εναγόμενος 2 να συμπληρώσει τα στοιχεία του μόνο επί της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, ενώ αναφορικά με το έντυπο εγγύησης, την ενέργεια τούτη να την εκτελεί ο ΜΕ1; Γιατί δεν συμπληρώθηκαν τα σημεία αυτά από ένα πρόσωπο, στα πλαίσια μιας συνεχούς ενέργειας, αν πράγματι ήταν όλα διευκρινισμένα και ξεκαθαρισμένα από την αρχή; Το κατά πόσο το έντυπο εγγύησης ήταν ή όχι συνδεδεμένο με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού κατά το χρόνο της υπογραφής τους, δεν κρίνεται σημαντικό. Εκείνο που ενδιαφέρει, είναι το κατά πόσο αμφότερα τα έντυπα τέθηκαν την ίδια στιγμή, ως δέσμη, (συνδεδεμένα ή μη είναι αδιάφορο), και στα πλαίσια μιας συνεχόμενης εναπόθεσης υπογραφών από τους παρευρισκόμενους, τούτα υπεγράφησαν. Επί τούτου, και δη στο ότι και τα δύο έγγραφα υπεγράφησαν την ίδια στιγμή, ως δέσμη, αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ΜΕ1 μιας, και ως θα διαφανεί κατωτέρω, μια από τις σχετικές θέσεις του εναγομένου 2 (την οποία, για τους λόγους που θα αναφέρω κατωτέρω, αποδέχομαι) συμβαδίζει με αυτό τον ισχυρισμό. Δεν μπορώ όμως, με τα όσα παράθεσα ανωτέρω, να δεχθώ τη θέση του ΜΕ1 ότι, της υπογραφής του εντύπου εγγύησης από τον εναγόμενο 2, προηγήθηκε συζήτηση αναφορικά με το κατά πόσο ο τελευταίος θα υπέγραφε το εν λόγω έντυπο ως εγγυητής ή άλλως πως. Ούτε μπορώ να δεχθώ ότι, κατ' εκείνη την ημέρα, έγινε οποιαδήποτε συζήτηση μεταξύ των παρευρισκόμενων αναφορικά με το ποιος θα υπέγραφε ως εγγυητής επί του εντύπου. Και τούτο λόγω των σχετικών με το θέμα, πιο πάνω αναφερόμενων, αντιφάσεων που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΕ
- Επί του προκειμένου, ο ΜΕ1, έφθασε στο σημείο, στην προσπάθεια του να πείσει ότι γνώριζε ο εναγόμενος 2 και ο συνέταιρος του ότι πέραν της συμφωνίας μίσθωσης θα υπεγράφετο και εγγύηση από τρίτο πρόσωπο, να ισχυριστεί ότι, σε κάποια στιγμή, που στο χώρο κατέφθασε και ο συνέταιρος του εναγόμενου 2, Χριστόδουλος Χριστοδούλου, τούτος (ο Χριστοδούλου) προσφέρθηκε, ιδία βουλήσει, να υπογράψει ως εγγυητής. Ξέχασε προφανώς ο ΜΕ1 ότι, σύμφωνα με τα όσα σχετικά ο ίδιος ισχυρίστηκε προηγουμένως, η άφιξη του Χριστοδούλου στη σκηνή γίνεται σε χρόνο μετά που υπογράφηκαν η συμφωνία μίσθωσης και το έντυπο εγγύησης, και ότι, τα εν λόγω έγγραφα, παρουσιάστηκαν στον εναγόμενο 2 και γενικά στους συμβαλλόμενους, για πρώτη φορά, εκείνη την ημέρα κατά τη ρηθείσα συνάντηση, σε χρόνο πριν την άφιξη του Χριστοδούλου. Πως γνώριζε ο Χριστοδούλου ότι τίθεται θέμα εγγύησης ώστε να προσφερθεί, ιδία βουλήσει, χωρίς να αναφερθεί κάτι σχετικό, να υπογράψει τούτη; Γενικότερα, η μαρτυρία του ΜΕ1, παρουσιάζει διάφορες αδυναμίες. Λόγου χάρη, όταν ερωτάται αναφορικά με το γιατί δεν ζήτησε από τον εναγόμενο 2 να μονογράψει, επί του εντύπου εγγύησης, στα σημεία που ο ίδιος (ΜΕ1) συμπλήρωσε τα στοιχεία του εναγόμενου 2, και τούτο στα πλαίσια της αμφισβήτησης του ισχυρισμού του περί καταγραφής των ρηθέντων στοιχείων στη παρουσία και σε γνώση του εναγομένου 2, ισχυρίστηκε ότι, τούτο δεν έγινε, γιατί δεν υπήρχε στο χώρο δικηγόρος για να τους συμβουλεύσει ότι, επειδή καταγράφηκε κάτι χειρόγραφα, έπρεπε να γίνει μια τέτοια ενέργεια. Διέλαθε, προφανώς, της προσοχής του ΜΕ1, ως τούτο αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, ότι, σε σημείο που προστέθηκε χειρόγραφη σημείωση επί του περιεχομένου της ρηθείσας σύμβασης, έχει τεθεί μονογραφή των συμβαλλομένων, (βλ. στην πρώτη γραμμή της υπ' αριθμόν 1 παραγράφου, στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 1). Όσον τώρα αφορά στον εναγόμενο 2, ως εξ άλλου σημείωσα και ανωτέρω, και αυτού η μαρτυρία παρουσιάζει υπερβολές και αντιφάσεις. Η βασικότερη θέση του, ως τούτη εκφράστηκε στο στάδιο της αντεξέτασης του, ήταν ότι, αρχικά του δόθηκε η δισέλιδη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, με ξεκαθαρισμένο, προς όλους τους παρευρισκόμενους ότι, επί αυτής θα υπογράψει ως μάρτυρας υπογραφών, και αφού υπέγραψε τούτη, έπειτα, σε άλλο χρόνο, του δόθηκε ένα έτερο έγγραφο, επί του οποίου πρόσεξε, στο κάτω μέρος του, να αναγράφεται η λέξη «ΜΑΡΤΥΡΕΣ». Θεωρώντας ότι το ανεξάρτητο αυτό έγγραφο του δόθηκε για να υπογράψει και επ' αυτού ως μάρτυρας υπογραφών, έθεσε την υπογραφή του και το όνομα του, στους δύο προβλεφθέντες επί του εντύπου, κενούς χώρους, πιστεύοντας ότι υπέγραφε υπό την ιδιότητα του μάρτυρα υπογραφών. Κατά τον εναγόμενο 2 (με βάση ένα εκ των σχετικών ισχυρισμών του), ουδέποτε αντιλήφθηκε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο αφορούσε σε έντυπο εγγύησης μιας και ουδέποτε έστρεψε την προσοχή του στο κείμενο και γενικά στο χαρακτήρα του εγγράφου. Και τούτο γιατί, θεώρησε ότι το εν λόγω έγγραφο δεν τον αφορά μιας και στο σημείο που θα έπρεπε να αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του προσώπου στο οποίο αφορά το έντυπο (πρώτη γραμμή του κειμένου), δεν είχαν συμπληρωθεί τα σχετικά στοιχεία. Για όλους αυτούς τους βασικούς ισχυρισμούς του, σε προηγούμενο σημείο της μαρτυρίας του, προώθησε, μετωπικά συγκρουόμενους με αυτούς, ισχυρισμούς. Και εξηγώ: Ως προς το κατά πόσο το έντυπο εγγύησης του δόθηκε ξεχωριστά και σε χρόνο μετά την υπογραφή της συμφωνίας μίσθωσης, στη γραπτή του δήλωση (έγγραφο Γ), της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, ανέφερε τα εξής σχετικά: «προφανώς το υπέγραψα (αναφέρεται στο έντυπο εγγύησης) μηχανικά όταν προσφέρθηκα να υπογράψω ως μάρτυρας της συμφωνίας, και ήταν στη δέσμη εγγράφων που μου έδωσε ο Λάμπρος Αντωνίου. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι έγραψα το όνομα μου, κάτω από τη λέξη ΜΑΡΤΥΡΕΣ, στη θέση του Μ1, όπως δηλαδή έπραξα και στη συμφωνία». Επίσης, στην παράγραφο 17 της δήλωσης του αναφέρει και τα εξής, επίσης, σχετικά: «Είναι σαφές ότι η ενάγουσα και ο Λάμπρος Αντωνίου σκόπιμα πρόσθεσαν στα έγγραφα που θα υπέγραφα ως μάρτυρας, το έγγραφο εγγύησης και παραπλανητικά εξασφάλισαν την υπογραφή μου επί εγγράφου το οποίο σήμερα εμφανίζουν ως έγγραφο εγγύησης». Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου περαιτέρω σχολιασμός αναφορικά με το αντιφατικό της θέσης που προέβαλε μέσω της γραπτής του δήλωσης και αυτής που προέβαλε κατά το στάδιο της αντεξέτασής του. Είναι αναμφίβολο ότι τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος 2 στη γραπτή του δήλωση, θέλουν το έντυπο εγγύησης να αποτελεί μέρος μιας δέσμης εγγράφων που του δόθηκαν για να υπογράψει. Ίδιας σημασίας και εύρους αντίφαση παρατηρείται και σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι δεν αντιλήφθηκε ότι αυτό που υπέγραφε ήταν έντυπο εγγύησης. Και τούτο γιατί, σε προγενέστερο σημείο της μαρτυρίας του (βλ. παράγραφος 16, της δήλωσης του εγγράφου Γ), ισχυρίσθηκε ότι, «. και επίσης όταν είδα το έγγραφο εγγύησης ούτε το όνομά μου ανέφερε ούτε και την ταυτότητά μου, οπόταν θεώρησα ότι η εγγύηση θα αφορούσε το διευθυντή της εναγόμενης 1, εταιρείας που ήταν παρών». Και σ' αυτή την περίπτωση είναι εμφανές το συγκρουόμενο των δύο αυτών θέσεων του εναγόμενου
- Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, τα αληθινά γεγονότα είναι αυτά που περιγράφει στη δήλωσή του και όχι τα όσα προσπάθησε να προωθήσει, σε αντιδιαστολή με αυτά, κατά την αντεξέτασή του. Αν μη τι άλλο, τα όσα κατέγραψε στη γραπτή του δήλωση, ήταν το αποτέλεσμα προφανούς σκέψης, περισυλλογής και επαναφοράς μνήμης χωρίς την πίεση του χρόνου και γενικά τις πιεστικές συνθήκες που περιβάλλουν την αντιπαραθετική διαδικασία της αντεξέτασης, πόσο μάλλον όταν, την δεδομένη στιγμή, βαλλόταν από τον συνήγορο της ενάγουσας λόγω της προώθησης ισχυρισμού που συγκρούετο με άλλο προγενέστερο σχετικό ισχυρισμό του. Σημειώνω, επί του προκειμένου, ότι, οι σχετικοί, στην αντεξέτασή του, ισχυρισμοί, προωθήθηκαν, ακριβώς μετά που αρνήθηκε την υποβολή του συνηγόρου της ενάγουσας ότι όλα τα επίδικα έγγραφα δόθηκαν υπό μορφή δέσμης, και με προφανή σκοπό, να πείσει περί της μη σύνδεσης των εγγράφων, ξεχνώντας, ωστόσο, ότι στη γραπτή του δήλωση, ανέφερε ρητά ότι όλα τα επίδικα έγγραφα του παραδόθηκαν ως δέσμη για υπογραφή. Γενικά ο εναγόμενος 2, με εξαίρεση αυτές τις δύο πιο πάνω ειδικώς προσδιορισθείσες αντιφάσεις, καθώς επίσης και τους γενικούς ισχυρισμούς του (κατά το στάδιο της αντεξέτασής του) περί του ότι, πριν την υπογραφή του εντύπου εγγύησης, συζητήθηκε μεταξύ των παρευρισκομένων ότι, επί του εντύπου εγγύησης, θα υπέγραφε ως μάρτυρας υπογραφών, θεωρώ ότι, κατά τα λοιπά, ανέφερε στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνη την ημέρα και τις πραγματικές αντιλήψεις του ιδίου. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα άλλα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμβαδίζουν και με τη λογική συνέπεια των πραγμάτων, ως τούτα προκύπτουν από την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Σχετικές αναφορές και γενικά επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου για το μη αποδεκτό των σχετικών, αντίθετων θέσεων του ΜΕ1, έγιναν κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Επί του βασικού επίδικου ζητήματος και δη του κατά πόσο συζητήθηκε πριν την υπογραφή του εντύπου εγγύησης ότι εναγόμενος 2 θα υπέγραφε επί του εν λόγω εντύπου ως εγγυητής, δέχομαι τη βασική δική του θέση (όχι τις, εντελώς γενικές, ενδεχομένως συγκρουόμενες, σποραδικές, αναφορές του), και δη ότι ουδέποτε έγινε μια τέτοια συζήτηση. Δέχομαι επίσης, τη βασική του θέση ότι, μοναδική συζήτηση και/ή κοινή αντίληψη όλων των παρευρισκομένων, αφορούσε μόνο στην ιδιότητα με την οποία ο εναγόμενος θα υπέγραφε επί της σύμβασης μίσθωσης εξοπλισμού και ότι, τίποτε σχετικό με το έντυπο εγγύησης δεν αναφέρθηκε. Σχετικό με το υπό συζήτηση θέμα, είναι το περιεχόμενο των παραγράφων 14, 15 και 16 της γραπτής δήλωσης του εναγομένου 2 (έγγραφο Γ), από το οποίο ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί του ότι, ζητήθηκε από τον εναγόμενο 2 να υπογράψει επί του εντύπου εγγύησης ως μάρτυρας υπογραφών. Τουναντίον, αυτό που αβίαστα προκύπτει από το περιεχόμενο των τριών αυτών παραγράφων της γραπτής δήλωσης του, είναι ότι το έντυπο εγγύησης τέθηκε ενώπιον του προς υπογραφή, χωρίς να προηγηθεί οποιαδήποτε συζήτηση, είτε για το περιεχόμενο του, είτε για την ιδιότητα με την οποία θα υπέγραφε επ' αυτού, είτε ακόμα καν για την ύπαρξή του. Δέχομαι επίσης τη θέση του ότι, καθ' ον χρόνο έθετε την υπογραφή του επί του εντύπου εγγύησης, τελούσε υπό την πλάνη ότι υπογράφει ως μάρτυρας υπογραφής άλλου προσώπου που θα υπέγραφε τούτο ως εγγυητής. Ακόμα, δέχομαι και την αναντίλεκτη θέση του, ότι κατά την επίδικη συνάντηση, ήταν η πρώτη φορά που αντίκριζε το ΜΕ1, με τον οποίο, ουδέποτε στο παρελθόν είχε συνεργαστεί για οποιοδήποτε λόγο. Το κατά πόσο κάποιες μέρες πριν την υπογραφή των εγγράφων, και/ή κάποια λεπτά πριν την επίδικη συνάντηση είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ΜΕ1, κρίνεται εντελώς άσχετο και ασήμαντο για την επίλυση των επίδικων ζητημάτων. Σημειώνω ακόμη ότι, με βάση την αποδεχθείσα από το Δικαστήριο θέση του εναγομένου 2, η όλη στάση του ΜΕ1 (αναφορικά με το έντυπο εγγύησης) κατά την ημέρα των υπογραφών, ήταν σιωπηρή. Αυτό υποστηρίζεται και από την αποδεκτή θέση του ΜΕ1, ότι ουδέποτε αναγνώστηκε το περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης, εν αντιθέσει με τη σύμβαση μίσθωσης, η οποία αναγνώστηκε από όλους τους παρευρισκομένους. Κατά τον εναγόμενο 2, του οποίου τη μαρτυρία, επί του προκειμένου, αποδέχομαι, το εν λόγω έντυπο, ήταν μέρος της δέσμης εγγράφων που του δόθηκαν προς υπογραφή, και αυτός, χωρίς να το αναγνώσει, πλην όμως αντιλαμβανόμενος ότι επρόκειτο για έντυπο εγγύησης προς εξασφάλιση της ενάγουσας για τις ευθύνες της εναγομένης 1 σε σχέση με τη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού (βλ. παρ. 16 γραπτής δήλωσης εναγομένου 2), και με γνώμονα τη μη συμπλήρωση των κενών στην πρώτη γραμμή του (οι οποίες συμπληρώσεις θα προσδιόριζαν την ταυτότητα του εγγυητή), και έχοντας προσέξει, στο κάτω μέρος αριστερά του εντύπου, τον τίτλο «ΜΑΡΤΥΡΕΣ», θεώρησε ότι θα υπέγραφε και επ' αυτού ως μάρτυρας υπογραφών, και υπό αυτή την πλάνη, έθεσε την υπογραφή του επί του εντύπου εγγύησης κάτω από τη θέση «εγγυητής» και το ονοματεπώνυμό του, ολογράφως, κάτω από τον τίτλο «ΜΑΡΤΥΡΕΣ». Ως προς το περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης και ειδικότερα της εντός αυτού αναφοράς σε «υποστατικού», δέχομαι τη θέση του εναγομένου 2, ότι κανένας, κατά την ημέρα υπογραφής των εγγράφων, δεν έστρεψε την προσοχή του στο περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης, με αποτέλεσμα να μην γίνει αντιληπτή η ρηθείσα καταγραφή. Υπενθυμίζω, εκ νέου, στο σημείο αυτό ότι, τον ίδιο ισχυρισμό, προώθησε και ο ΜΕ1, προτού τον ανατρέψει με εκ διαμέτρου αντίθετο ισχυρισμό του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, προβαίνω στα εξής, σχετικά με τα επίδικα θέματα, τελικά ευρήματα. Τελικά ευρήματα Πέραν των πιο πάνω, στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης, αρχικών ευρημάτων μου, αποτελούν επιπρόσθετα ευρήματά μου και τα εξής: Κατά την επίδικη συνάντηση στα γραφεία της εταιρείας συμφερόντων του εναγόμενου 2, παραδόθηκε από το ΜΕ1 (πρόσωπο που ο εναγόμενος 2 αντίκρισε για πρώτη φορά εκείνη την ημέρα) δέσμη εγγράφων προς υπογραφή, αρχικά προς το διευθυντή της εναγόμενης 1, και ακολούθως προς τον εναγόμενο
- Η δέσμη αποτελείτο από δύο έγγραφα (σύνολο τρεις σελίδες) και το κατά πόσο τούτα ήταν συνδεδεμένα μεταξύ τους ή μη, παρέμεινε αναπάντητο, πλην όμως, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, τούτο είναι αδιάφορο. Το περιεχόμενο και γενικά ο τύπος της σύμβασης μίσθωσης εξοπλισμού, ήταν ξεκάθαρος και πλήρως προσδιοριστικός, τόσο των συμβαλλομένων, όσο και του χώρου που έπρεπε έκαστος να θέσει την υπογραφή του και τα στοιχεία του. Προσδιοριστικός ήταν και σε σχέση με τα σημεία που έπρεπε να καταγραφούν τα στοιχεία του εγγυητή και η υπογραφή του. Ακόμα προσδιοριζόταν ξεκάθαρα και ο χαρακτήρας του ρηθέντος εγγράφου, αλλά και η συναλλαγή στην οποία αφορούσε. Αφού η δισέλιδη σύμβαση μίσθωσης αναγνώστηκε και/ή εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο της κατέστη γνωστό και στα τρία παρευρισκόμενα φυσικά πρόσωπα, επ' αυτής υπέγραψε, εκ μέρους της ενάγουσας, ο ΜΕ1, και εκ μέρους της εναγόμενης 1, ο διευθυντής της, κύριος Νίκος Παπαδόπουλος. Ακολούθως, όλη η δέσμη εγγράφων, εις διπλούν, τέθηκε ενώπιον του εναγόμενου 2, ο οποίος ακολουθώντας την εικόνα και γενικά τον τύπο της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, κατέγραψε το ονοματεπώνυμο του, τον αριθμό δελτίου ταυτότητάς του και έθεσε και την υπογραφή του στα συγκεκριμένα, ειδικώς προβλεφθέντα για το σκοπό αυτό, σημεία στη δεύτερη σελίδα του εγγράφου. Έπειτα, έστρεψε την προσοχή του στο έτερο έγγραφο της δέσμης, το οποίο επρόκειτο για το έντυπο εγγύησης, και ενώ, προηγουμένως, δεν έγινε καμία συζήτηση για το έντυπο αυτό, έχοντας, ωστόσο, αντιληφθεί ότι πρόκειται για εγγύηση που θα εδίδετο σε σχέση με τις ευθύνες της εναγόμενης 1 έναντι της ενάγουσας ως τούτες πηγάζουν από τους όρους της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, χωρίς να διαβάσει λεπτομερώς το περιεχόμενο του, βλέποντας, όμως, τον τίτλο «ΜΑΡΤΥΡΕΣ», στο κάτω μέρος του, έθεσε την υπογραφή του κάτω από τον τίτλο «Εγγυητής» και κατέγραψε το ονοματεπώνυμο του κάτω από τον τίτλο «ΜΑΡΤΥΡΕΣ». Όταν ενήργησε με τον τρόπο αυτό, οι δύο κενοί χώροι στην πρώτη γραμμή του εντύπου εγγύησης δεν ήταν συμπληρωμένοι. Το ότι, η συμφωνία μίσθωσης και το έντυπο εγγύησης υπογράφηκαν εις διπλούν, είναι εμφανές από τη σύγκριση του περιεχομένου του τεκμηρίου 1 και του τεκμηρίου 3, όπου οι διάφορες υπογραφές, αλλά και τα σημεία στα οποία τέθηκαν οι διάφορες σφραγίδες και/ή μονογραφές, είναι εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό ότι, το ότι το τεκμήριο 3 αποτελεί αντίγραφο μιας εκ των δύο δεσμών που υπογράφηκαν κατά την επίδικη μέρα (θέση που προώθησε ο εναγόμενος 2), δεν αμφισβητήθηκε. Ακολούθως, στο χώρο αφίχθηκε ο συνέταιρος του εναγομένου 2, Χριστόδουλος Χριστοδούλου, και έπειτα, τόσο ο ΜΕ1, όσο και ο Νίκος Παπαδόπουλος εγκατέλειψαν το χώρο. Υπαγωγή των πιο πάνω ευρημάτων στο νομικό πλαίσιο που περιβάλλει την υπό εξέταση αγωγή. Όπως προσδιορίστηκε ανωτέρω, τα ουσιώδη επίδικα νομικά ζητήματα είναι δύο: Πρώτον, το κατά πόσο η αναφορά στο περιεχόμενο του εντύπου εγγύησης σε «υποστατικό», καθιστά το εν λόγω έντυπο άσχετο με τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, και δεύτερον, το κατά πόσο η πλάνη κάτω από την οποία τελούσε ο εναγόμενος 2, καθ' ον χρόνο υπέγραφε το έντυπο εγγύησης, τον νομιμοποιεί να απαιτεί την εφαρμογή του δόγματος του non-est-factum. Ως προς το πρώτο, και παρά τη σαφήνεια που περιβάλλει τον όρο «υποστατικό» και το εντελώς ασυμβίβαστο (γραμματικά) του εν λόγω όρου με την πραγματική αντιπαροχή της σύμβασης μίσθωσης εξοπλισμού, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, στην προκείμενη περίπτωση το εγειρόμενο ζήτημα μπορεί να επιλυθεί δια της ερμηνευτικής οδού και δεν αποτελεί μια εκ των περιπτώσεων που θα έπρεπε να επιχειρηθεί η διόρθωση (rectification) του εγγράφου. Κρίνω ότι, εφαρμογής τυγχάνουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση VODAFONE LTD (ανωτέρω), περί του ότι, αβίαστα προκύπτει ότι κάτι πήγε στραβά κατά τη σύνταξη του εντύπου εγγύησης και ότι, το να δοθεί στον όρο «υποστατικό» η γραμματική του ερμηνεία, αυτό θα αποτελούσε ανοησία («To construe it literally would be a Commercial Nonsense»). Ήταν ξεκάθαρο σε όλους τους παρευρισκόμενους, πριν την υπογραφή των εγγράφων, ότι, η μόνη συμφωνία περί μίσθωσης, αφορούσε τη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 και ότι, το έντυπο εγγύησης, ανεξαρτήτως του τρόπου που τούτο βρέθηκε στο τραπέζι για υπογραφή, αφορούσε σε εξασφάλιση της ενάγουσας για τις ευθύνες της εναγομένης 1 σε σχέση με τη συγκεκριμένη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού. Δεν πρόκειται για την περίπτωση, που με τη διόρθωση του εγγράφου επιζητείται η προσθήκη μη αναγραφόμενου επί του εντύπου εγγύησης όρου, ούτε για την περίπτωση που επιζητείται η αναγνώριση ή δημιουργία πρόσθετης ευθύνης ή δικαιώματος του εξασφαλισμένου πιστωτή, αλλά ούτε για την περίπτωση με την οποία επιζητείται η απάλειψη ευθύνης του εγγυητή. Αυτό, που στην ουσία, αφορά η επιδιωκόμενη διόρθωση, είναι τον ορθό προσδιορισμό της ευθύνης της εναγόμενης 1 έναντι της ενάγουσας, ώστε να καθίσταται ξεκάθαρος, ο σκοπός για τον οποίο εδόθει η εγγύηση. Επομένως, η καταγραφή επί του εντύπου εγγύησης της λέξεις «υποστατικού», δεν καθιστά το εν λόγω έντυπο άσχετο με τη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού, ούτε και απαλλάσσει τον εναγόμενο 2, στην περίπτωση που δεν θα γίνει δεκτή η θέση του περί εφαρμογής του δόγματος non-est-factum από τις ευθύνες του ως εγγυητής. Κατ' ακολουθία, η υπεράσπιση του εναγόμενου 2 που σχετίζεται και/ή εδράζεται επί της αναφοράς στο έντυπο εγγύησης σε «υποστατικό», απορρίπτεται και δε μπορεί να γίνει δεκτή. Ερχόμενος τώρα στην υπεράσπιση του non-est-factum, και με δεδομένα τα όσα ήδη σημειώθηκαν ανωτέρω, αλλά και αυτά που θα επεξηγηθούν ευθύς αμέσως, κρίνω ότι, ούτε αυτή μπορεί να γίνει δεκτή. Ως υπεδείχθη πιο πάνω, οι ισχυρισμοί (έστω και σε σχέση με τη σιωπηρή στάση που τήρησε ο ΜΕ1 κατά την υπογραφή των εγγράφων), περί δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από πλευράς του τελευταίου, δεν προωθήθηκαν από τον εναγόμενο ως ανεξάρτητη αυτοτελής υπεράσπιση, παρά τον διαζευκτικό τρόπο με τον οποίο προβάλλονται στο δικόγραφό του. Τούτοι, προβάλλονται ως επικουρικοί της βασικής υπεράσπισης περί εφαρμογής του δόγματος non-est-factum. Εν πάση περιπτώσει, όμως, η απουσία, από πλευράς του ΜΕ1, οποιασδήποτε αναφοράς και/ή καθοδήγησης (έστω και με τη σιωπηρή του στάση), ως προς τον τρόπο και/ή την ιδιότητα με την οποία ο εναγόμενος 2 θα έπρεπε να υπογράψει επί του εντύπου εγγύησης, οδηγεί μονοδρομικά στο ότι, η σιωπή του, δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να θεωρηθεί ως ψευδής παράσταση, η δε όλη στάση του, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως δόλια. Κρίνεται σημαντικό, για το ζητούμενο, να σημειωθεί επίσης, ότι, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω στα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου, καμία συζήτηση, περί υπογραφής εγγύησης, προηγήθηκε της υπογραφής του επιδίκου εντύπου. Ήταν δε ξεκάθαρο στον εναγόμενο 2, ότι επρόκειτο περί εντελώς ξεχωριστού, από τη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, εγγράφου, χωρίς, ο ΜΕ1, ή οποιοσδήποτε άλλος παρευρισκόμενος, να προωθήσει οποιοδήποτε ισχυρισμό και/ή γενικά παράσταση, είτε ως προς τον χαρακτήρα του εγγράφου, είτε ως προς το σκοπό της υπογραφής του, είτε τέλος ως προς την ιδιότητα με την οποία ζητείτο από τον εναγόμενο 2 να θέσει επ' αυτού την υπογραφή του. Επομένως, με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος 2 πραγματικά πίστευε ότι υπέγραφε το έντυπο εγγύησης υπό εντελώς διαφορετική ιδιότητα από αυτή που το υπέγραψε, αυτό που κρίνεται σημαντικό και σχετικό με το δόγμα του non-est-factum, είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος 2, υπό τις περιστάσεις, υπέδειξε την αναμενόμενη επιμέλεια που πρέπει να επιδεικνύει κάθε πρόσωπο, το οποίο γνωρίζει ότι υπογράφει επί ενός εντύπου συγκεκριμένου τύπου και χαρακτήρα (βλ. τη συμπερασματική παρατήρηση του Πολύβιου Πολυβίου (ανωτέρω)). Είμαι της γνώμης ότι, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις που τυγχάνει εφαρμογής ο ρηθέντος κανόνας όταν το πρόσωπο που τον επικαλείται δεν αντιμετωπίζει περιστασιακή ή μόνιμη ανικανότητα αντίληψης της φύσης του εγγράφου που υπογράφει και/ή της ιδιότητας με την οποία υπογράφει τούτο. Θεωρώ ότι ο εναγόμενος 2, καθ' ον χρόνο έθετε την υπογραφή του επί του εντύπου εγγύησης, δεν επέδειξε την επιμέλεια που αναμένεται να επιδεικνύεται από ένα μέσο συνετό πρόσωπο που υπογράφει επί ενός εντύπου εγγύησης, πόσο μάλλον όταν, το σημείο στο οποίο υπέγραψε, ευρίσκετο ακριβώς κάτω από τον τίτλο «Εγγυητής». Σημασίας υπέχει και το γεγονός ότι, ο ρηθείς τίτλος είναι καταγραμμένος με τονισμένη γραφή και υπογραμμισμένος. Επίσης, σημειώνεται και το γεγονός ότι, το σημείο που προσφερόταν ως χώρος για να υπογράψει κάποιος ως μάρτυρας υπογραφών, επί του εν λόγω εντύπου, διαφέρει κατά πολύ από τον τύπο και τη μορφή του ίδιου σημείου επί της συμφωνίας μίσθωσης εξοπλισμού, που μόλις δευτερόλεπτα προηγουμένως είχε υπογράψει ως μάρτυρας υπογραφών, γεγονός, το οποίο, αν ο εναγόμενος 2 επιδείκνυε την αναμενόμενη επιμέλεια, θα το παρατηρούσε και θα αντιλαμβανόταν ότι θέτει την υπογραφή του κάτω από τον τίτλο «εγγυητής». Εν πάση περιπτώσει, μια απλή ανάγνωση του περιεχομένου του εντύπου εγγύησης και ειδικότερα του σημείου που προσφερόταν για εναπόθεση υπογραφής (πριν το σημείο υπάρχει τυποποιημένη καταγραφή της συντομογραφίας «Υπ.») σε συνδυασμό με τον τονισμό και την υπογράμμιση του τίτλου «εγγυητής», θα οδηγούσε μονοδρομικά και αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, η υπογραφή, στο συγκεκριμένο χώρο, έπρεπε να τεθεί από το πρόσωπο που θα υπέγραφε ως εγγυητής και όχι τον οποιοδήποτε μάρτυρα υπογραφών. Το κενό των σημείων στην πρώτη γραμμή του εγγράφου δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα, μιας και η πράξη που καθορίζει τον εγγυητή, είναι η υπογραφή του εντύπου κάτω από τον τίτλο Εγγυητής και όχι η περιγραφή του προσώπου στο κείμενο, η οποία απλά διαφωτίζει αναφορικά με την ταυτότητα του προσώπου που υπέγραψε ως εγγυητής. Η ενέργεια του ΜΕ1 να καταγράψει το ονοματεπώνυμο και αριθμό δελτίου ταυτότητας του εναγομένου 2 στα δύο κενά σημεία στην πρώτη γραμμή του εντύπου εγγύησης έστω και αν τούτο έγινε μετά την υπογραφή του εντύπου από τον εναγόμενο 2, απλά προσδιόρισε την ταυτότητα του προσώπου που όντως υπέγραψε το έντυπο ως εγγυητής και δη του εναγομένου
- Το ουσιώδες ήταν η υπογραφή του εντύπου από τον εναγόμενο 2 ως εγγυητής και όχι η μετέπειτα, διευκρίνιση της ταυτότητας του, η οποία έγινε με την καταγραφή, από τον ΜΕ1, των στοιχείων του στους κενούς χώρους στην πρώτη γραμμή του εντύπου. Τέλος, αν ο εναγόμενος 2 επεδείκνυε ελάχιστη επιμέλεια, θα έστρεφε την προσοχή του στο επίσης ουσιαστικό γεγονός ότι, εν αντιθέσει με το τι συνέβη στη συμφωνία μίσθωσης εξοπλισμού, όπου κατά την υπογραφή της, ως μάρτυρας υπογραφών, γνώριζε, για ποιων προσώπων τη γνησιότητα της υπογραφής μαρτύρησε (είχαν ήδη υπογράψει επί αυτού ο ΜΕ1 και ο διευθυντής της εναγόμενης 1), κατά την υπογραφή του εντύπου εγγύησης, δεν είχε προηγουμένως υπογράψει το πρόσωπο, του οποίου την υπογραφή θεωρούσε, ο εναγόμενος 2, ότι μαρτυρούσε. Με κάθε συμπάθεια προς τον εναγόμενο 2 και ειδικότερα σε σχέση με την ειλικρινή του αντίληψη ως προς την ιδιότητα με την οποία υπέγραψε το έντυπο εγγύησης, σημειώνω ότι, η κάθε υπόθεση αποφασίζεται με βάση το αποτέλεσμα της εφαρμογής των σχετικών, με αυτή, νομικών αρχών επί των γεγονότων που την περιβάλλουν και όχι των οποιωνδήποτε, λόγω μη επίδειξης λογικής επιμέλειας και προσοχής, λανθασμένων αντιλήψεων των διαδίκων. Με βάση τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι, τον μόνο που ο εναγόμενος 2 έχει να μέμφεται, είναι τον ίδιο του τον εαυτό για τον γενικά αμελή, αφελή και απρόσεκτο τρόπο δράσης του, όταν υπέγραφε το έντυπο εγγύησης. Υπενθυμίζεται, στο σημείο αυτό, ότι, το βάρος απόδειξης για την εφαρμογή του δόγματος non-est- factum, και ειδικότερα του ότι, πριν την υπογραφή του επιδίκου εγγράφου, επεδείχθη η αναμενόμενη επιμέλεια και προσοχή, το φέρει ο διάδικος που επικαλείται την εφαρμογή του. Η υπό εξέταση υπόθεση, διακρίνεται, κατά πολύ, τόσο από την Lewis v. Clay (ανωτέρω), όσο και από την Βeardsley Theobalds (επίσης, ανωτέρω), για πολλούς λόγους. Πρώτον, και στις δύο πιο πάνω υποθέσεις, ο επικαλούμενος την εφαρμογή του δόγματος του non est factum, είχε εξωθηθεί στο να θέσει την υπογραφή του επί του επιδίκου εντύπου, από δόλια συμπεριφορά του προσώπου που το έθεσε ενώπιον του προς υπογραφή. Και στις δύο πιο πάνω υποθέσεις, το πρόσωπο που έθεσε ενώπιον του εναγομένου (σε κάθε έκαστη περίπτωση) το επίδικο έντυπο προς υπογραφή, ήταν γνωστό σε αυτόν, και τους συνέδεε πολυετής σχέση (φιλική στη μια υπόθεση, και εργοδότη/εργοδοτουμένου στην άλλη) και η ρηθείσα σχέση τους περιβάλλετο υπό συνθήκες που δικαιολογούσαν την επίδειξη από πλευράς του εναγομένου εμπιστοσύνης, προς το πρόσωπο αυτό. Επίσης, και στις δύο πιο πάνω υποθέσεις, το πρόσωπο που έθεσε ενώπιον του εκεί εναγομένου το επίδικο έντυπο προς υπογραφή, προέβη σε συγκεκριμένη ενέργεια, ώστε να καταστήσει το ουσιώδες περιεχόμενο του εκεί επιδίκου εγγράφου μη αναγνώσιμο ή τουλάχιστον μη ορατό στον εκεί εναγόμενο, ώστε να μην αντιληφθεί ότι, επ' αυτού θα υπέγραφε υπό την ιδιότητα του εγγυητή. Ως σημειώθηκε ανωτέρω, ο εναγόμενος 2 και ο ΜΕ1 που του έθεσε το έντυπο εγγύησης ενώπιον του προς υπογραφή, δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους, ούτε συνεργάστηκαν ποτέ στο παρελθόν. Το δε επίδικο έντυπο εγγύησης, παρουσιάστηκε ενώπιον του εναγομένου χωρίς να αποκρυφτεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο το συνολικό περιεχόμενο του. Η ιδιότητα του προσώπου που θα υπέγραφε το έγγραφο, προέκυπτε αβίαστα από το περιεχόμενο του. Και τούτο συνεπεία της ύπαρξης του τίτλου «εγγυητής» ακριβώς πάνω από το σημείο που θα τίθετο η υπογραφή του. Τέλος, με βάση τα ευρήματα του παρόντος Δικαστηρίου, δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί δόλια συμπεριφορά στον τρόπο δράσης του ΜΕ
- Τούτα, αιτιολογούν, κατά τη γνώμη μου την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ότι, η υπό εξέταση υπόθεση, διακρίνεται κατά πολύ από τις δύο πιο πάνω αγγλικές υποθέσεις. Συνεπεία των πιο πάνω κρίνω ότι, και οι δύο υπερασπίσεις που προώθησε ο εναγόμενος 2, οι οποίες αποτελούν και τη βάση της Ανταπαίτησής του, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές και ως εκ τούτου τούτες απορρίπτονται. Κατά συνέπεια, απορρίπτεται και η Ανταπαίτησή του. Από την άλλη, η ενάγουσα, κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Εναγομένου 2, επί τω ότι, τούτος, είναι υπεύθυνος, ως εγγυητής της εναγόμενης 1, να καταβάλει την οποιαδήποτε οφειλή της τελευταίας προς την ενάγουσα που σχετίζεται με τη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού. Το ότι η εναγόμενη 1, ως συμβαλλόμενη στη ρηθείσα σύμβαση μίσθωσης, δεν κατέβαλε την τελευταία δόση των €10.000,00 προς την ενάγουσα, αποτελεί αδιαμφισβήτητο ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονός. Επίσης, το ότι το έντυπο εγγύησης, με εξαίρεση την αναφορά του σε «υποστατικού», για το οποίο ζήτημα αποφάνθηκα ανωτέρω, κατά τα λοιπά, αφορούσε σε έγγραφο με το οποίο, το πρόσωπο που υπέγραψε επ' αυτού, ως εγγυητής, αναλάμβανε ευθύνη έναντι της ενάγουσας, για τυχόν οφειλές της εναγομένης 1 σε σχέση με τη σύμβαση μίσθωσης εξοπλισμού, επίσης, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω. Επομένως, ο εναγόμενος 2, ως εγγυητής της εναγόμενης 1, υπέχει ευθύνης καταβολής του εν λόγω ποσού. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 για το ποσό των €10.000,00, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Επειδή η ανταπαίτηση του εναγομένου εκδικάστηκε ταυτόχρονα και σε πλήρη συνάρτηση με την αγωγή δεν θα εκδοθεί ιδιαίτερη διαταγή για τα έξοδα της ανταπαίτησης και ως εκ τούτου, τα έξοδα της αγωγής, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου
- Συνεπεία του γεγονότος ότι εναντίον της εναγομένης 1 έχει ήδη εκδοθεί απόφαση για το συγκεκριμένο ποσό, η παρούσα απόφαση του Δικαστηρίου, ως προς την απαίτηση της ενάγουσας, εναντίον του εναγομένου 2, θα είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την εναγομένη
- Όσον αφορά στα έξοδα της αγωγής, τούτα, να είναι ένα σετ εξόδων, και στο βαθμό που τούτα θα αφορούν το χρονικό διάστημα από την ημέρα καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την ημέρα έκδοσης της απόφασης εναντίον της εναγομένης 1, επιδικάζονται, εναντίον του εναγομένου 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με την εναγομένη
- Αναφορικά με τα λοιπά έξοδα, τούτα επιδικάζονται, αποκλειστικά εναντίον του εναγομένου
- (Υπ.) ............. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Α.Σ. [1] Το κενό, συμπληρώθηκε από τον ΜΕ1 με την καταγραφή του ονοματεπώνυμου του Εναγομένου
- [2] Το κενό, συμπληρώθηκε από τον ΜΕ1 με την καταγραφή του αριθμού Δελτίου Ταυτότητας του Εναγομένου
- [3] Έθεσε την υπογραφή του ο Εναγόμενος
- [4] Ο Εναγόμενος 2, κατέγραψε ολογράφως το ονοματεπώνυμο του.