← Κύπρος

AKMI METROPOLITAN COLLEGE, ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΤΑΛΥΚΕΙΑΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Α.Ε., εμπορευόμενη υπό τον διακριτικό τίτλο «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ Α.Ε» ν. EUROPEAN UNIVE

AKMI METROPOLITAN COLLEGE, ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΤΑΛΥΚΕΙΑΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Α.Ε., εμπορευόμενη υπό τον διακριτικό τίτλο «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ Α.Ε» ν. EUROPEAN UNIVERSITY-CYPRUS LTD (πρώην A. S. CYPRUS COLLEGE LIMITED), Αρ. Αγωγής: 6585/11, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6585/11 ΜΕΤΑΞΥ: AKMI METROPOLITAN COLLEGE, ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΤΑΛΥΚΕΙΑΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ Α.Ε., εμπορευόμενη υπό τον διακριτικό τίτλο «ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ Α.Ε» Εναγόντων και EUROPEAN UNIVERSITY-CYPRUS LTD (πρώην A. S. CYPRUS COLLEGE LIMITED) Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαρτίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Οι κ.κ. Α. Κωνσταντίνου και Κ. Μ. Μιχαηλίδου, για Μιχαηλίδου & Κωνσταντίνου ΔΕΠΕ (ΔΘ411). Για τους Εναγομένους: Η κ. Α. Αθανασιάδου, για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ (ΔΘ16). ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων πως τούτοι ήσαν καθ' όλους τους κρίσιμους για την αγωγή χρόνους (και εξακολουθούν να είναι), εταιρεία νομοτύπως συσταθείσα στην Ελλάδα, εδρεύουσα στο Μαρούσι Αττικής και δραστηριοποιούμενη στην ιδιωτική εκπαίδευση μεταλυκειακής βαθμίδας και επαγγελματικής κατάρτισης. Οι ενάγοντες, επιθυμούντες να συνεργαστούν με σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Κύπρο, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με τους εναγομένους περί το
  2. Οι εναγόμενοι ανέφεραν στις διαβουλεύσεις προς τους εκπροσώπους των εναγόντων ότι (οι εναγόμενοι) δικαιούνταν να παρέχουν προγράμματα με τη μέθοδο της δικαιοχρησίας (franchise), έχοντας λάβει την προβλεπόμενη άδεια από το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Υπουργείο Παιδείας»). Οι εναγόμενοι προμήθευσαν τους ενάγοντες με βεβαιώσεις πως τα προγράμματα σπουδών που προσέφεραν ήσαν αξιολογημένα/πιστοποιημένα από το Υπουργείο Παιδείας, παρέχοντας διαβεβαιώσεις προς αυτούς ότι τα προγράμματα που θα προσφέρονταν μέσω της δικαιοχρησίας θα ήσαν αναγνωρισμένα τόσο από το Κυπριακό Συμβούλιο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών («ΚΥΣΑΤΣ»), όσο και από το Υπουργείο Παιδείας και ότι τα προκύπτοντα πτυχία (και άλλα παρεμφερή έγγραφα) θα ήσαν πανομοιότυπα με εκείνα που απονέμονταν στους φοιτητές των εναγομένων που σπούδαζαν στην Κύπρο. Οι ενάγοντες, ενεργώντας καλόπιστα, στηρίχθηκαν στις παραστάσεις των εναγομένων και προχώρησαν στη σύναψη μαζί τους συμφωνίας δικαιοχρησίας την 1.6.
  3. Η συμφωνία αφορούσε στο δικαίωμα των εναγόντων να προσφέρουν τρία προγράμματα ακαδημαϊκών σπουδών πτυχιακού επιπέδου στην Ψυχολογία, στην Αγγλική Λογοτεχνία και στις Ευρωπαϊκές Σπουδές. Τα πτυχία που θα λάμβαναν οι απόφοιτοι θα ήσαν πτυχία που θα τους απένειμαν οι εναγόμενοι. Η συμφωνία επεκτάθηκε στις 18.5.06, με την υπογραφή δεύτερου συμφωνητικού εγγράφου που αφορούσε σε πέντε επιπρόσθετα ακαδημαϊκά προγράμματα σπουδών. Εν τοις εφεξής, αμφότερες οι συμφωνίες ημερομηνίας 1.6.05 και 18.05.06 θα αναφέρονται ενιαίως ως «η συμφωνία». Στην εξέλιξη των πραγμάτων και με υπαιτιότητα των εναγομένων - λόγω των ψευδών τους παραστάσεων, του δόλου και της από μέρους τους παράβασης των νομοθετικών και κανονιστικών τους καθηκόντων έναντι των εναγόντων - οι τελευταίοι, έχοντας εξαπατηθεί από τους εναγομένους (σε ό,τι αφορά, λόγου χάριν, στα περί εξασφάλισης άδειας από το Υπουργείο Παιδείας για την προσφορά και αναγνώριση των προγραμμάτων τους και την έγκριση τους από το ΚΥΣΑΤΣ), υπέστησαν ζημιές για τις οποίες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων (σε κλίμακα αγωγής άνω των €2.000.000), ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις, ως και αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό, απώλεια φήμης, πελατείας και μελλοντικών κερδών. Συνιστά δικογραφημένη θέση των εναγομένων ότι ουδέποτε προέβησαν σε διαβεβαιώσεις προς τους ενάγοντες για τα όσα είναι που οι τελευταίοι διατείνονται και πως πουθενά στη συμφωνία περιλαμβάνεται όρος ή αναφορά ότι τα πτυχία που θα απονέμονταν από τους εναγομένους προς τους φοιτητές των εναγόντων θα ήσαν αναγνωρισμένα από το ΚΥΣΑΤΣ ή και το Υπουργείο Παιδείας. Τα πτυχία θα ήσαν (και ήσαν) πανομοιότυπα με εκείνα που απονέμονταν στους φοιτητές που σπούδαζαν στην Κύπρο. Όσα συμφωνήθηκαν ανάμεσα στους διαδίκους, καταγράφονται ρητώς και σαφώς στη συμφωνία, από τους όρους της οποίας ποσώς εξάγονται τα όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες ως διαμορφωτικά και υποστηρικτικά της προβαλλόμενης απαίτησης, η οποία και χρήζει απόρριψης. Για στοιχειοθέτηση της αγωγής, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των Χριστίνας Νικολαΐδου Κοτσώνη (ΜΕ1) και Δημήτρη Διαμαντή (ΜΕ2), ενώ οι εναγόμενοι, τη μαρτυρία του Χριστόφορου Χατζηκυπριανού (ΜΥ1). Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων ως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, μη απαιτούμενης (πλην μιας σύντομης περίληψης για πρακτικούς σκοπούς), της καταγραφής και επανάληψης του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Τα αποσπάσματα που παρατίθενται στο παρόν κείμενο έχουν μεταφερθεί αυτούσια, όπως είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και στη δικογραφία. Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η Χριστίνα Νικολαΐδου Κοτσώνη (ΜΕ1), κατέθεσε ως Διοικητική Λειτουργός στη Διεύθυνση Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, προβαίνοντας σε μνεία ανταλλαγείσας επιστολογραφίας μεταξύ εναγόντων και Υπουργείου Παιδείας ως προς τα επίδικα θέματα (βλ. Τεκμήρια Α1, Α2 και Α3). Ο Δημήτρης Διαμαντής (ΜΕ2), αναφερόμενος στο περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β), έδωσε μαρτυρία ως Διευθυντής των εναγόντων από το 2009 - και ως υπάλληλος (από το 2000), του ομίλου στον οποίο ανήκουν οι ενάγοντες - εν σχέσει με τα επίδικα θέματα, αποσαφηνίζοντας και το περιεχόμενο σειράς τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Ο Χριστόφορος Χατζηκυπριανού (ΜΥ1), με θεμέλιο τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), έδωσε μαρτυρία ως Διευθύνων Σύμβουλος των εναγομένων, διασαφώντας τους λόγους για τους οποίους η αγωγή δεν μπορεί να πετύχει. Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι εξέφρασαν τη γνώμη πως η μαρτυρία (και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε υιοθέτηση των θέσεων τους, τις οποίες και οι δύο αναδίπλωσαν εμπεριστατωμένως και επιμελώς. Ξεψάχνισα την παρουσιασθείσα έγγραφη και προφορική μαρτυρία ως και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ίσως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκκινούν από πλειάδα αιτιών μη κατ' ανάγκην εκπορευομένων από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που αποτελούν γνώμονες προσδίδοντες στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη αναμφιβόλως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Υπογραμμίζω - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις - ότι κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσέγγισα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δεικτική έλλειψης συνέπειας στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, αξιολογώντας προσεκτικά την κάθε τέτοια περίπτωση, αναλόγως και της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Η Χριστίνα Νικολαΐδου Κοτσώνη (ΜΕ1) και ο Χριστόφορος Χατζηκυπριανού (ΜΥ1) - σε αντίθεση με τον Δημήτρη Διαμαντή (ΜΕ2) (όπως θα αιτιολογήσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια κατωτέρω) - μου δημιούργησαν καλή εντύπωση, μια που (συν τοις άλλοις), έδωσαν τη μαρτυρία τους συγκροτημένα, χωρίς εξάρσεις, σημαντικές αντιφάσεις και ανακολουθίες ή προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Διευκρινίζω. Η μαρτυρία της Χριστίνας Νικολαΐδου Κοτσώνη (ΜΕ1), περιορίστηκε σε επεξήγηση κάποιων εκ των κατατεθέντων τεκμηρίων χωρίς να αμφισβητείται ευθέως η αξιοπιστία της εκ μέρους των εναγομένων. Η ερμηνεία που επεδίωξε να δώσει επί νομοθετικών προνοιών (συναφών με τα επίδικα θέματα), αξιολογήθηκε ως επεξηγηματική των χειρισμών που έτυχε η επίδικη διαφορά επί επάλληλων ή και διαφορετικών επιπέδων ανάλυσης από το Υπουργείο Παιδείας και όχι ως δεσμευτική απόφανση από μέρους της μάρτυρος ώστε να ακυρώνει εκ προοιμίου την περί τούτου δικαστική κρίση. Ο Χριστόφορος Χατζηκυπριανού (ΜΥ1), ήταν σταθερός στις τοποθετήσεις του, με τη μαρτυρία του να συνάδει και με το αναντίρρητο περιεχόμενο εγγράφων που κατατέθηκαν και με αυτόν να έχει και πρωτογενή αντίληψη των πραγμάτων ένεκα της συμμετοχής του στις συσκέψεις που οδήγησαν στη συνομολόγηση της συμφωνίας αλλά και στα όσα άλλα επακολούθησαν συναφώς. Αυτή η διακρίβωση - που ισχύει αντιστρόφως (διά ανάλογης αναπροσαρμογής) και στην περίπτωση του Δημήτρη Διαμαντή (ΜΕ2) - δεν αναπτύσσεται εδώ ως γνώμονας που αφορά, αυστηρώς, στην αξιοπιστία του μάρτυρα αλλά ως παράμετρος ενδεικτική του ευρέως φάσματος επί του οποίου αντεξετάστηκε (επισταμένως και ικανώς) από τον κ. Κωνσταντίνου, χωρίς ποτέ (ο μάρτυς) να αποκλίνει ουσιωδώς είτε από την πλατύτερη δικογραφημένη εκδοχή των εναγομένων είτε από τη μαρτυρία του στην κυρίως εξέταση, στην αντεξέταση και στην επανεξέταση. Ο Δημήτρης Διαμαντής (ΜΕ2), δεν μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Επεδείκνυε τάση αποστασιοποίησης από θέσεις, ισχυρισμούς και γεγονότα που θα μπορούσαν δυνητικώς να τον εμπλέξουν (όπως και τους ενάγοντες), στη λογική της εκδοχής των εναγομένων, χωρίς να λέγω, όμως (κάθε άλλο), ότι ο μάρτυς - που στερείτο σε πολύ μεγάλο βαθμό πρωτογενούς γνώσης και αντίληψης περί πλείστων θεμάτων επί των οποίων κατέθεσε - επεχείρησε επίτηδες να ψευσθεί και να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Εξηγώ. Ισχυρίστηκε - ο Δημήτρης Διαμαντής (ΜΕ2) - κατά την κυρίως εξέταση, ότι οι ενάγοντες μόλις το 2011 είναι που κατ' ουσίαν πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά, πως τα πτυχία των αποφοίτων που φοίτησαν στα προγράμματα σπουδών των εναγομένων, πιθανώς να μην αναγνωρίζονταν από το ΚΥΣΑΤΣ, θέση που επανέλαβε και κατά την αντεξέταση. Ωστόσο, αναφύεται από ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων (αρχομένης τούτης την 20.5.09), ότι η μεταβλητή ΚΥΣΑΤΣ αιωρούνταν ως προβληματισμός και ως σημείο αναφοράς από εκείνη τη χρονική περίοδο, με δεδομένο μάλιστα ότι, ως δήλωσε αντεξεταζόμενος ο μάρτυς «. δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει εκ των προτέρων την εξέλιξη της απάντησης του ΚΥΣΑΤΣ». Τούτου δοθέντος, διερωτάται κανείς - και ορθώς υποδείχθηκε η διάθλαση από την κ. Αθανασιάδου κατά την ικανή της αντεξέταση - για ποιο λόγο είναι που η προειρημένη μεταβλητή, δεν αποτέλεσε έρεισμα για τους ενάγοντες στο να αποταθούν προς τους εναγομένους ζητώντας σχετικές εξηγήσεις και τέλος, να επιδιώξουν τουλάχιστον ακύρωση της συμφωνίας, με όλα τα πιθανά παρεπόμενα. Δεν έγινε κάτι τέτοιο. Απεναντίας, περί τον Ιούνιο 2009, οι ενάγοντες εξέφρασαν τη βούληση να ανανεώσουν τη συμφωνία, κάτι που, μετά που διαμηνύθηκε προς τους εναγομένους, οι τελευταίοι δεν συγκατάνευσαν. Όπως ο μάρτυς παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση, οι εναγόμενοι στις 10.11.06 (βλ. Τεκμήριο 30
(7)) - και μετά που έτυχαν γραπτής ενημέρωσης από το Υπουργείο Παιδείας διά επιστολής ημερομηνίας 31.10.06 (βλ. Τεκμήριο 30
(1)-
(6)) - απευθύνθηκαν προς τους ενάγοντες και τους ζήτησαν να σταματήσουν να διαφημίζουν (στην Ελλάδα) την παραπλανητική θέση ότι (οι εναγόμενοι) αποτελούσαν τότε κυπριακό πανεπιστημιακό ίδρυμα και πως τα πτυχία που θα απονέμονταν στους φοιτητές ως εκ της συνεργασίας τους με τους ενάγοντες θα ήσαν ισότιμα με τα πανεπιστημιακά τοιούτα και απολύτως αναγνωρισμένα και πιστοποιημένα από το Υπουργείο Παιδείας. Ως αποτέλεσμα της αντίδρασης των εναγομένων, οι ενάγοντες απέσυραν το αναφερόμενο (παραπλανητικό) διαφημιστικό υλικό. Από όλα αυτά, παράγεται και μια άλλη διάσταση στα πράγματα. Από τα λεχθέντα του μάρτυρα (επί του ζητήματος των παραπλανητικών διαφημίσεων), προκύπτει αβίαστα μία βασική ανακολουθία, αν τούτα αντιπαραβληθούν με άλλη αναφορά του κατά την κυρίως εξέταση (και δη στην παράγραφο 7 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β)), περί ενεργητικής προσπάθειας των εναγομένων να πείσουν τους ενάγοντες ότι τα πτυχία τους αναγνωρίζονταν ως πανεπιστημιακά. Εξού και (σε συνδυασμό με σειρά άλλων επιστολών και πιστοποιητικών (βλ. για παράδειγμα, τα Τεκμήρια 1 και 2)), το περί ου ο λόγος διαφημιστικό υλικό να αποτελεί απόρροια, ακριβώς, των φερόμενων αυτών παραστάσεων από μέρους των εναγομένων. Ο μάρτυς λοιπόν - με αναφορά στο Τεκμήριο 3 (δισέλιδη φωτοτυπία τού Bulletin των εναγομένων για το 2004) - προέταξε κατά την κυρίως εξέταση (στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β)), ότι οι εναγόμενοι έπεισαν τους ενάγοντες, πως «. τα πτυχία τα οποία θα πρόσφεραν θα οδηγούσαν τους φοιτητές στην απόκτηση διαπιστεύσεων για την άσκηση επαγγελμάτων. Ενδεικτικά θα ήθελα να αναφέρω ότι εφοδίασαν την Ενάγουσα με Bulletins του 2004 της Εναγόμενης τα οποία ζητώ να καταθέσω ως Τεκμήριο 3. Αν δείτε στην σελίδα 2 του Bulletin κάτω από το σημείο employment possibilities αναφέρει : «Counselling, teaching and research, human recourses and health services leading to masters degrees in the fields of Psychology , Such as clinical counselling and educational psychology to enable students to become qualified psychologists.» Με άλλα λόγια η Εναγόμενη με σκοπό να πείσει την Ενάγουσα να συμβληθεί μαζί της παρουσίασε ότι τα πτυχία της θα οδηγούσαν σε διαπιστευμένους επαγγελματίες. Η Εναγόμενη κατάφερε να πείσει την Ενάγουσα ότι τα πτυχία της θα οδηγούσαν σε διαπιστευμένους επαγγελματίες». Μολαταύτα, εάν ο μάρτυς συμβουλευόταν την επόμενη σελίδα - ήτοι τη σελίδα 111 τού πλήρους Bulettin 2004 που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 32 στην αντεξέταση του (για περιορισμένο σκοπό), το περιεχόμενο του οποίου θα έπρεπε καλώς εχόντων των πραγμάτων να γνωρίζει γιατί ο ίδιος είναι που το ανέδειξε ως κρίσιμο ή ως άξιον αναφοράς στη μαρτυρία του - θα διαπίστωνε ότι το αναφερόμενο πρόγραμμα σπουδών στον κλάδο της Ψυχολογίας δεν ήταν αναγνωρισμένο (accredited) μέχρι τη στιγμή εκείνη (παρόλο που είχε τροχοδρομηθεί, ως παρουσιάζεται, η αναγνώριση του τον Οκτώβριο 2003). Κατ' ακολουθίαν, εκτός από το γεγονός πως το πραγματικό υπόβαθρο και η λογική που ανέπτυξε ο μάρτυς προς υποστήριξη της υπό συζήτησιν άποψης του, κατέρρευσαν, αναδεικνύεται και το ότι οι ενάγοντες προχώρησαν στη σύναψη της συμφωνίας γνωρίζοντας πως ο κλάδος της Ψυχολογίας δεν ήταν αναγνωρισμένος και ότι, κατά το μάλλον ή ήττον, η φοίτηση στον κλάδο αυτό δεν θα οδηγούσε σε αναγνωρισμένο τίτλο από το ΚΥΣΑΤΣ, έστω και αν ο κλάδος διδασκόταν από τους ενάγοντες στην Κύπρο, πόσω δε μάλλον στην περίπτωση που θα διδασκόταν από τους ενάγοντες στην Ελλάδα. Υπάρχουν και άλλα. Ο μάρτυς είπε κατά την κυρίως εξέταση (στην παράγραφο 56 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β)), ότι οι ενάγοντες επέστρεψαν στην φοιτήτρια Χρυσούλα Ματθαίου ποσό ύψους €13.747,50 «. το οποίο αφορούσε σε επιστροφή διδάκτρων. Καταθέτω ως Τεκμήριο 17 τη βεβαίωση καταβολής του ποσού». Η αναφορά αυτή, ιδωμένη στο σύνολο των υπολοίπων (όμοιων ή παρόμοιων) επισημάνσεων του μάρτυρα για την κατ' ισχυρισμόν παραπλάνηση και εξαπάτηση των εναγόντων (ως και των αντίστοιχων φοιτητών) από τους εναγομένους, τέθηκε από αυτόν κατά τρόπο απόλυτο και πάντως δηλωτικό της σχετικότητας των γεγονότων που εξέφραζε, με τα επίδικα θέματα στην υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, δεν διασαφηνίστηκε αν η αναφορά αυτή του μάρτυρα έγινε, φερ' ειπείν, στη ρύμη της μαρτυρίας και για λόγους αποτμημένους από τα όσα θα μπορούσαν εν προκειμένω να ενδιαφέρουν. Όταν κλήθηκε ο μάρτυς κατά την αντεξέταση να διαφωτίσει περί των αιτίων επιστροφής του ποσού στην φοιτήτρια, ο μάρτυς - με τρόπο ομολογουμένως καθόλου πειστικό (ως είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω διά ζώσης παρακολουθώντας τον στο εδώλιο) - απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί τον λόγο εκείνη τη στιγμή, μεριμνώντας εντούτοις να προσθέσει στα λεγόμενα του, πως τα λεφτά είχαν επιστραφεί στην φοιτήτρια «. προφανώς μετά από εξέταση του θέματος και της αξίωσης της .». Όταν ρωτήθηκε για το κατά πόσο τα λεφτά θα μπορούσαν να είχαν επιστραφεί για λόγο άσχετο με τα όσα παρέθετε τη στιγμή εκείνη, ο μάρτυς ανέφερε πως η επί τούτω ερώτηση τής δικηγόρου παρέπεμπε σε «. αυθαίρετο συμπέρασμα .», επεξηγώντας συνάμα τούτος, ότι «. η συγκεκριμένη παράγραφος αφορά μία περίπτωση, που δείχνει την απαίτηση και την κίνηση των φοιτητών. Αυτό κρατάμε από αυτό» και τονίζοντας πως θα μπορούσε να μάθαινε τους ακριβείς λόγους επιστροφής του ποσού αργότερα και να τους αναφέρει. Δεν επανήλθε. Ούτε και εξήγησε πώς και γιατί είναι που ανέδειξε τη θέση περί αυθαίρετου συμπεράσματος της δικηγόρου που τον αντεξέταζε, τη στιγμή που είχε παραδεχθεί ότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει στη μνήμη, ή δεν γνώριζε, το τι συναπάρτιζε τις περιστάσεις που οδήγησαν στην επιστροφή του ποσού προς την επηρεαζόμενη φοιτήτρια. Προσπάθησε περιπλέον ο μάρτυς - μόλο που δεν ενθυμείτο ή αγνοούσε, κατά τα λεγόμενα του, την πραγματική έκταση του θέματος - να δικαιολογήσει την επιστροφή των χρημάτων, επιμένοντας περί της «αναμφιβόλου» συνάφειας «. της επιστροφής των χρημάτων με την υπόθεση .», με εύλογο το παραμένον ερώτημα (το οποίο ανέλυσε και η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων), πώς είναι που μπορούσε ο μάρτυς να προτάσσει με τόση αποφασιστικότητα την ταύτιση της χρηματικής επιστροφής με τα επίμαχα ζητήματα, τη στιγμή που μήτε κατείχε μηδέ και θυμόταν τι ακριβώς είχε γίνει, χώρια από το ότι δεν ήταν και σε θέση να παραθέσει το ακριβές ιστορικό πίσω από τη συνδιαλλαγή. Υποσημειώνεται, πως ο μάρτυς δεν ενέταξε στο σύνολο της συλλογιστικής του το περιεχόμενο της ανέκκλητης δήλωσης ημερομηνίας 22.7.11 (ό,τι και να εννοούσε ή να σήμαινε τούτη), την οποία φαίνεται να είχε υπογράψει η φοιτήτρια Χρυσούλα Ματθαίου αποδεχόμενη το ποσό των €13.747,50 «. ως πλήρη και τέλεια ικανοποίηση οιασδήποτε απαίτησης μπορεί να έχω έναντι του ATHENS METROPOLITAN COLLEGE και οποιουδήποτε αξιωματούχου ή αντιπροσώπων του και οιονδήποτε συνδεδεμένων του εταιρειών ή οργανισμών, συνεπεία της συμφωνίας φοίτησης μου στο πρόγραμμα της Ψυχολογίας του Cyprus College». Θα έπρεπε. Είπε προσέτι ο μάρτυς κατά την κυρίως εξέταση (στην παράγραφο 57 της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Β)), πως τον Ιούλιο 2013 «. 49 φοιτητές εξουσιοδότησαν τον δικηγόρο Κο Ροβέρτο Βραχίμη να υποβάλει παράπονο προς την Κυπριακή Αστυνομία επί του ότι ξεγελάστηκαν από την εναγομένη και ενώ είχαν βεβαιώσεις ότι θα αποκτούσαν πτυχία ισάξια με αυτά που δίδονται στους αποφοίτους της Κύπρου. Καταθέτω ως Τεκμήριο 18 την εξουσιοδότηση». Όταν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί κατά την αντεξέταση ως προς το αν το ούτω καλούμενο παράπονο είχε υποβληθεί τελικώς προς την Κυπριακή Αστυνομία, ο μάρτυς απέφυγε να απαντήσει απεριφράστως, επιλέγοντας μετατόπιση του τεθέντος ερωτήματος και εισάγοντας στην απάντηση του αναφορές περί προσπαθειών των φοιτητών να επιλύσουν το ζήτημα, με συνδρομή «. από τον κύριο Ροβέρτο τον οποίο προσωπικά δεν γνωρίζω, δεν έχω συζητήσει ποτέ μαζί του να συνυπογράψουν ένα αίτημα τους που κοινός παρονομαστής ήταν ότι είχαν βεβαιώσεις ότι τα πτυχία τους ήταν ισάξια με αυτά που δίδονται στους αποφοίτους της Κύπρου, κάτι το οποίο στην περίπτωση τους δεν ίσχυε». Ο μάρτυς, ως είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω βλέποντας τον τη στιγμή εκείνη, πάσχιζε να παραμείνει μακριά από ό,τι είναι που θα μπορούσε να αναδυθεί αρνητικώς για ό,τι τούτος υποστήριζε από τη θεματική επί της οποίας αντεξεταζόταν, διαλέγοντας να επαναλάβει, δίκην αυτοενίσχυσης, τα όσα αποτυπώνονται στην υπό αναφορά εξουσιοδότηση (Τεκμήριο 18), ως θεμελιωτικά της εκδοχής των εναγόντων. Στο τέλος, ο μάρτυς απάντησε πως δεν ήταν ενήμερος για την κατάληξη τού παραπόνου αλλά ούτε και για ποιο λόγο το εν λόγω έγγραφο δεν ήταν υπογραμμένο από τους υποτιθέμενους παραπονούμενους, εμμένοντας μολοντούτο στη διαφωνία του με τη θέση των εναγομένων (ως προωθείτο από την κ. Αθανασιάδου), πως δεν είχε καταχωριστεί καταγγελία στην Αστυνομία «. αναφορικά με το θέμα που αναφέρεται στο Τεκμήριο 18 .», για να αλλάξει ξανά την απάντηση του υστερότερα υπό την έννοια ότι, ως είπε, δεν μπορούσε να εκφραστεί κατά απόλυτο τρόπο επί του αναδυόμενου διότι δεν είχε παρακολουθήσει την πορεία του παραπόνου, επανερχόμενος κατοπινά για να τονίσει την αντίρρηση του, όχι με ό,τι είναι που υπέβαλλε η αντεξεταστική ερώτηση (δηλαδή τα περί μη καταγγελίας στην Αστυνομία), αλλά με τον ορθολογισμό της πραγμάτευσης που τύγχανε το θέμα από την αντεξετάζουσα, για να απαντήσει (ο μάρτυς) κατά τρόπο γενικόλογο, αόριστο και μη συναφή με την ερώτηση που του υποβλήθηκε, πως οι φοιτητές των εναγόντων «. όταν έχουν φτάσει σε αδιέξοδο έρχονται και σε εμάς, κάνουν και άλλες ενέργειες, ζητάνε από εμάς ό,τι είδους βοήθεια χρειάζονται .» και για να απολήξει ότι δεν ήξερε αν έγινε ή δεν έγινε η καταγγελία προς την Αστυνομία. Απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του Δημήτρη Διαμαντή (ΜΕ2) και δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των Χριστίνας Νικολαΐδου Κοτσώνη (ΜΕ1) και Χριστόφορου Χατζηκυπριανού (ΜΥ1). Προχωρώ στα (επιπρόσθετα) ευρήματα μου, αφού κάποια από αυτά έχουν ήδη καταγραφθεί και σε αυτά εντάσσεται και το περιεχόμενο της σύνοψης τής εκδοχής των εναγομένων, ως έχει παρατεθεί πιο πάνω. Οι εναγόμενοι, ως AS Cyprus College Ltd, ιδρύθηκαν το 1961, με στόχο την παροχή ολοκληρωμένων προγραμμάτων σπουδών που να συνδυάζουν την ακαδημαϊκή και την πρακτική γνώση. Ακολούθως, το 2007, οι εναγόμενοι εξελίχθηκαν (και μετονομάστηκαν) σε European University-Cyprus Ltd. Οι εναγόμενοι αποτελούν ιδιωτική εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και δραστηριοποιούνται πλέον ως σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ο Χριστόφορος Χατζηκυπριανού (ΜΥ1), από το 1990 μέχρι το 2011, εργαζόταν στους εναγομένους ως Διευθυντής Προγραμματισμού και Ανάπτυξης. Το 2011, ανέλαβε χρέη Διευθύνοντα Συμβούλου των εναγομένων. Οι ενάγοντες λειτουργούν στην Ελλάδα στο πεδίο της ιδιωτικής εκπαίδευσης μεταλυκειακής βαθμίδας και καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους δεν ήσαν αναγνωρισμένο πανεπιστημιακό εκπαιδευτικό ίδρυμα (βλ. Τεκμήριο Α1). Την 1.6.05, οι εναγόμενοι συνήψαν με τους ενάγοντες συμφωνία που αφορούσε στη δικαιοχρησία προγραμμάτων σπουδών των εναγομένων (ως δικαιοπάροχων) από τους ενάγοντες (ως δικαιοχρηστών) (βλ. Τεκμήριο 4). Βάσει της συμφωνίας αυτής, οι εναγόμενοι θα παραχωρούσαν προς τους ενάγοντες δικαιοχρησία των προγραμμάτων σπουδών (Bachelor of Arts in Psychology, Bachelor of Arts in English Language and Literature και Bachelor of Arts in European Studies). Πριν από την υπογραφή της συμφωνίας, οι ενάγοντες, μέσω του τότε Διευθυντή τους Κωνσταντίνου Παπά, πλησίασαν τους εναγομένους για συνεργασία δικαιοχρησίας προγραμμάτων σπουδών (των εναγομένων από τους ενάγοντες). Η πρώτη προσέγγιση έγινε στην Κύπρο περί τις αρχές 2005, σε επίσκεψη του Κωνσταντίνου Παπά στην χώρα. Ο Κωνσταντίνος Παπάς ζήτησε και συνάντησε τον Αντρέα Ελευθεριάδη ο οποίος ήταν ο Πρόεδρος των εναγομένων. Παρόντες ήσαν και οι Χριστόφορος Χατζηκυπριανού (ΜΥ1) και Ευριπίδης Πολυκάρπου, ο οποίος ήταν μέλος της διευθυντικής ομάδας των εναγομένων. Στη συνάντηση, ο Κωνσταντίνος Παπάς εξέφρασε την επιθυμία των εναγόντων για συνεργασία με τους εναγομένους στον τομέα της δικαιοχρησίας. Οι ενάγοντες - και έχουν τη δική τους σημασία τα όσα προηγήθηκαν της συμφωνίας ημερομηνίας 1.6.05 (αλλά και της συμφωνίας ημερομηνίας 18.5.06) ως εκ των επίδικων θεμάτων και των αμφισβητούμενων γεγονότων για την πραγματική φύση των συναλλαγών και των όρων που τις συναποτέλεσαν (προσδιοριστικών τούτων τής νομικής σχέσης μεταξύ των συμβαλλομένων), με συνεπόμενο της διαπίστωσης, η σχετική τούτη μαρτυρία να είναι αποδεκτή κατ' εξαίρεσιν του κανόνα που απαγορεύει την εξωγενή μαρτυρία επί εγγράφων, με επιβαλλόμενη πάντοτε (και έγινε αυτό), την προσεκτική στάθμιση της από το Δικαστήριο (βλ. κατ' αναλογίαν, The Aphrodite Matches Co Ltd v Seferis & Ioannides Ltd και Άλλων
(1983)1(Β) CLR 553) - θα παρείχαν διδασκαλία στα μαθήματα κλάδων σπουδών που θα κάλυπτε η προσδοκώμενη συμφωνία, με την καθοδήγηση και τη συνεργασία των εναγομένων στις εγκαταστάσεις των εναγόντων στην Αθήνα. Οι τελευταίοι, θα επέλεγαν το διδακτικό προσωπικό και θα παρέδιδαν την ύλη σπουδών ακολουθώντας τους κανονισμούς, τις οδηγίες και την ακαδημαϊκή καθοδήγηση των εναγομένων έτσι που το επίπεδο σπουδών που θα προσφερόταν από τους ενάγοντες να είναι ισότιμο και αντίστοιχο με εκείνο των εναγομένων. Οι φοιτητές που θα εγγράφονταν σε κάποιο από τους κλάδους σπουδών που θα συμφωνούνταν, θα θεωρούνταν και αυτοί ως ισότιμοι φοιτητές και αντίστοιχοι με αυτούς που θα φοιτούσαν στους εναγομένους. Τούτο σήμαινε πως με την εγγραφή τους στους φοιτητικούς καταλόγους των εναγόντων, οι φοιτητές θα αναγράφονταν και στους φοιτητικούς καταλόγους των εναγομένων στην Κύπρο και ότι με την ικανοποιητική συμπλήρωση του κύκλου σπουδών, θα τους απονεμόταν (από τους εναγομένους) πανομοιότυπο (και όχι αναγκαστικώς αναγνωρισμένο από το ΚΥΣΑΤΣ) πτυχίο ως και οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο χορηγείτο ή απονεμόταν στους φοιτητές που σπούδαζαν στην Κύπρο. Ο Κωνσταντίνος Παπάς ρωτήθηκε κατά τη συνάντηση από τον Αντρέα Ελευθεριάδη (στην παρουσία του Χριστόφορου Χατζηκυπριανού (ΜΥ1)), γιατί είναι που οι ενάγοντες επιθυμούσαν αυτού του είδους τη συνεργασία εφόσον τα πτυχία που θα απονέμονταν με την υπό ανάλυση μέθοδο δεν θα ήσαν αναγνωρισμένα από το ΚΥΣΑΤΣ (αφού οι ενάγοντες δεν ήσαν αναγνωρισμένοι από το ΚΥΣΑΤΣ ως πανεπιστημιακό εκπαιδευτικό ίδρυμα) και ανεξαρτήτως αν η συνεργασία τους θα αφορούσε σε κλάδους σπουδών που είχαν τύχει πιστοποίησης από το Υπουργείο Παιδείας. Ο Κωνσταντίνος Παπάς απάντησε πως τούτη η θεώρηση ήταν γνωστή στους ενάγοντες και ότι δεν ήταν αποθαρρυντική στο να προχωρήσουν με την προτεινόμενη συνεργασία καθότι εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να παράσχουν τη δυνατότητα σε φοιτητές τους να σπουδάσουν σε κλάδους σπουδών που προσέφεραν οι εναγόμενοι, προκειμένου να λάβουν πτυχίο (από ένα αναγνωρισμένο εκπαιδευτικό ίδρυμα όπως οι εναγόμενοι), το οποίο θα τους εφοδίαζε με την ευχέρεια εργοδότησης στον ιδιωτικό τομέα (στην Ελλάδα) και σε αντίστοιχο κλάδο σπουδών. Οι ενάγοντες δεν είχαν ως πρώτο μέλημα την αναγνώριση των πτυχίων που θα απονέμονταν στους φοιτητές μια και ούτως ή άλλως τα διπλώματα που απένειμαν οι ίδιοι στους δικούς τους φοιτητές δεν αναγνωρίζονταν στην Ελλάδα, τοσούτο δε μάλλον σε άλλες χώρες. Ακολούθησαν και άλλες επαφές μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα τη σύνταξη προσχεδίου συμφωνίας το οποίο και αποστάληκε από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους στις 16.2.05, μαζί με συνοδευτική επιστολή, ως το Τεκμήριο
  1. Εν τέλει, η συμφωνία υπογράφθηκε δεόντως την 1.6.05, ως το Τεκμήριο
  2. Στις 18.5.06, οι διάδικοι υπόγραψαν (ως το Τεκμήριο 5) και νέα συμφωνία συνεργασίας (επεκτατική, τρόπον τινά, της προηγούμενης συμφωνίας ημερομηνίας 1.6.05) - και υπενθυμίζεται ότι και οι δύο αυτές συμφωνίες προσδιορίζονται στο κείμενο της παρούσας (αναλόγως της περίπτωσης), ως «η συμφωνία» (και υποδείχθηκε αυτό κατά την παράθεση της εκδοχής των εναγόντων στα αρχικά στάδια του παρόντος σκεπτικού) - που αφορούσε στη δικαιοχρησία πέντε άλλων προγραμμάτων σπουδών των εναγομένων από τους ενάγοντες (Bachelor of Arts in Graphic Design and Advertising, Bachelor of Arts in Pre-primary Education, Bachelor in Business Administration (General), Bachelor of Science in Computer Science και Bachelor of Science in Computer Engineering). Μηδέποτε οι εναγόμενοι επεχείρησαν να πείσουν τους ενάγοντες πως τα πτυχία που θα απονέμονταν με τη συμφωνία θα τύγχαναν αναγνώρισης από το Υπουργείο Παιδείας ή και από το ΚΥΣΑΤΣ, ή έστω και από άλλα πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού. Αντιθέτως, οι ενάγοντες γνώριζαν από την αρχή ότι τα πτυχία αυτά μπορεί και να μην αναγνωρίζονταν από το ΚΥΣΑΤΣ. Έτσι κι αλλιώς, στην απουσία ενδείξεων περί δολιότητας ή αλλότριων κινήτρων των εναγομένων, δεν θα ήταν αντικειμενικώς δυνατόν και λογικό οι εναγόμενοι να δεσμεύονταν πως το ΚΥΣΑΤΣ θα αναγνώριζε οπωσδήποτε τα επίδικα πτυχία επεμβαίνοντας τουτέστιν (οι εναγόμενοι) στη νομοθετικώς παρεχόμενη διακριτική ευχέρεια του θεσμικού αυτού οργάνου κατά τα προβλεπόμενα στον Περί Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών Ανώτερης και Ανώτατης Εκπαίδευσης και Παροχής Σχετικών Πληροφοριών Νόμο 68(Ι)/
  3. Μπορούσαν οι ενάγοντες - πέραν από το να συμπεριλάμβαναν στη συμφωνία αντίστοιχο εναργή όρο - αν ήθελαν και αν πράγματι τόσο πολύ ανησυχούσαν (ως η εκδοχή τους), να αναδείκνυαν τα περί αναγνώρισης του ΚΥΣΑΤΣ, σε ουσιώδη πτυχή της συμβατικής σχέσης και να βεβαιώνονταν εγκαίρως περί του θέματος καταβάλλοντας προς τούτο τη συνήθη και αναμενόμενη επιμέλεια, αποτεινόμενοι, επί παραδείγματι, προς το ΚΥΣΑΤΣ (με παραπομπή στην υπάρχουσα τότε νομοθεσία), ζητώντας πληροφόρηση. Δεν το έπραξαν. Η παράλειψη αυτή των εναγόντων ψέχθηκε και από τον Χριστόφορο Χατζηκυπριανού (ΜΥ1), όταν σε αντεξεταστική ερώτηση που του τέθηκε αναφορικώς με το ότι εξυπακουόταν πως οι φοιτητές θα έπαιρναν πτυχία τα οποία θα αναγνωρίζονταν από το ΚΥΣΑΤΣ (όπως ακριβώς εγένετο και για τους κύπριους φοιτητές των εναγομένων), απάντησε ότι αυτό «. δεν το αναφέρει πουθενά στη συμφωνία, από την πρώτη μέρα ήμαστε ξεκάθαροι στις μεταξύ μας διαπραγματεύσεις, αυτό ήταν ξεκάθαρο στη νομοθεσία του ΚΥΣΑΤΣ και πραγματικά με εκπλήσσει κύριε Πρόεδρε, ένας οργανισμός ο οποίος και δεν έχω λόγο να αμφισβητώ τον οργανισμό, διατείνεται στο διαδίκτυο ότι είναι ο πιο σοβαρός και μεγάλος εκπαιδευτικός οργανισμός στην Ελλάδα ή ένας από τους πιο μεγάλους, υπογράφοντας αυτήν τη συμφωνία, δεν μερίμνησε να ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή της χώρας, δεν ζήτησε από το πανεπιστήμιο μια γραπτή βεβαίωση γι' αυτό το πράγμα και τρίτον, το οποίο έχω πει επανειλημμένα στην κατάθεση μου, είχε την προπαίδεια και την εμπειρία με ένα άλλο κολέγιο, το Frederick Institute, με το οποίο είχε ακριβώς την ίδια συνεργασία. Άρα και γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει και ουδέποτε δόθηκε παράσταση από εμάς και μάλιστα στις αρχικές διαπραγματεύσεις, όταν εμείς διερωτηθήκαμε, καλά τι θα κάνετε τα πτυχία, ίσως να μην πάρουν ποτέ αναγνώριση, είπαν ότι θα χρησιμοποιηθούν αυτά τα πτυχία για παράδειγμα, να εργαστεί κάποιος στον ιδιωτικό τομέα». Καμιά πράξη των εναγομένων (συμφώνως της αξιόπιστης μαρτυρίας), κατατάσσεται ως απατηλή ή ως ψευδής κατά τις αντίστοιχες πρόνοιες των άρθρων 17 και 18 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  4. Ουδέ και καταδείχθηκε οτιδήποτε που θα μπορούσε να σταχυολογήσει τη συμφωνία ως παράνομη ή ως προελθούσα από συναίνεση που παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης (κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 19 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149). Παρεμβάλλεται, ότι κατά τους χρόνους συνομολόγησης της συμφωνίας, δεν υφίστατο νομοθετικό πλαίσιο στην Κυπριακή Δημοκρατία που να απαγορεύει ή να ρυθμίζει την παροχή από εκπαιδευτικό ίδρυμα της χώρας προγραμμάτων σπουδών που θα προσφερόταν για διδασκαλία από άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα του εξωτερικού καθώς και για την απονομή ανάλογων πτυχίων. Άρα, δοσμένου πως απουσίαζε οποιαδήποτε απαγορευτική ρύθμιση των όσων συναποτέλεσαν το αντικείμενο της συμφωνίας, η τελευταία - και η εκεί αντιπαροχή ασφαλώς - ήταν νόμιμη και αμόλυντη από παρανομία ως εκ νομοθετικής απαγόρευσης ή άλλης παρόμοιας καταστρατήγησης, που θα μπορούσε ίσως να οδηγήσει και σε ακυρότητα της δυνάμει του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  5. Οι εναγόμενοι εκπλήρωσαν στο άρτιο όλες τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με βάση τη συμφωνία. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την απαίτηση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.