Μ. Ι. Maritime Ltd ν. Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 569/2014, 30/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 569/2014 Μ. Ι. Maritime Ltd Εναγόντων -και-
- Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd κ.ά.
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε.
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 2 Δεκεμβρίου 2016 για Διαγραφή Παραγράφων από την Απάντηση στην Υπεράσπιση 30 Μαρτίου,
- Για την Αιτήτρια-εναγόμενη 3: κ. Οικονόμου μαζί με κα Χλωρακιώτου Για την Καθ΄ ης η Αίτηση-ενάγουσα: κ. Γεωργίου για Χρ. Κληρίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής αποτελεί ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος, Ν.17(Ι)/2013, καθώς και τα σχετικά διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια του Νόμου αυτού με την έγκριση του Υπουργού Οικονομικών, ως αποτέλεσμα των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην Κύπρο, λόγω της συμφωνίας που επιτεύχθηκε από τα Κράτη-Μέλη της Ευρωζώνης για την παραχώρηση οικονομικής βοήθειας στην Κύπρο το
- Στην έκθεση απαιτήσεως καταγράφονται διεξοδικώς τα γεγονότα και το ιστορικό που οδήγησαν στα διάφορα οικονομικά μέτρα τα οποία επιβλήθηκαν, είτε διά Νόμου, είτε διά Κ.Δ.Π. Η ενάγουσα ήταν καταθέτης στην εναγόμενη 1 και δυνάμει των μέτρων που λήφθηκαν μειώθηκαν όλοι οι λογαριασμοί και/ή καταθέσεις και πιστωτικά υπόλοιπα της ενάγουσας άνω των €100.000, που ήταν κατατεθειμένα στην εναγόμενη
- Οι εναγόμενες 2 και 3, αποτελούν τραπεζικά ιδρύματα, στα οποία, δυνάμει των διαφόρων νομοθεσιών και διαταγμάτων, περιήλθαν σε αυτές όλες και/ή εν μέρει οι υποχρεώσεις και/ή δικαιώματα και περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης
- Είναι η θέση της ενάγουσας ότι όλοι οι εναγόμενοι έχουν προβεί σε κατάχρηση εξουσίας και/ή υπερέβησαν τις εξουσίες και αρμοδιότητες που τους παρέχει ο Νόμος, και παράνομα και δολίως, προβάλλοντας λόγους δημοσίου συμφέροντος, προέβηκαν ή πρόκειται να προβούν σε μεταβίβαση ή εξάλειψη, εξυγίανση, απομείωση και/ή επιβάρυνση της ιδιοκτησίας των εναγόντων από τους λογαριασμούς της. Παρατίθενται σωρεία λεπτομερειών των πιο πάνω πράξεων που καταλογίζουν σε όλους τους εναγόμενους. Στη συνέχεια καταλογίζει εγκληματικές παραλείψεις και βαριά αμέλεια στην εναγόμενη 4, αλλά και στις εναγόμενες 1, 2 και 3 ως οργανισμούς στους οποίους μεταβιβάστηκαν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της εναγομένης
- Ομοίως παρόμοιες πράξεις και εγκληματικές παραλείψεις καταλογίζονται και στον εναγόμενο
- Παρατίθενται δε στη συνέχεια σωρεία λεπτομερειών των καταλογιζομένων πράξεων. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, που ιδιαίτερα συνοπτικά καταγράφονται, επιζητά διάφορα διατάγματα, τόσο καθ΄ όσον αφορά το Νόμο, όσο και τις δυνάμει αυτού εκδοθείσες ΚΔΠ, καθώς και αποζημιώσεις για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης 2, ως θεματοφύλακας των καταθέσεων της ενάγουσας, συμποσούμενες στο ποσό που είχε η ενάγουσα στους λογαριασμούς πριν την εφαρμογή των ρηθέντων Νόμων και Κανονισμών. Η εναγόμενη 3 καταχώρησε Υπεράσπιση, προβάλλοντας προδικαστική ένσταση ότι δεν αποκαλύπτονται γεγονότα εναντίον της που να δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα. Επί της ουσίας παραδέχεται τα γεγονότα που έλαβαν χώρα το 2013 και περαιτέρω ότι την 26.3.2013, δυνάμει συμφωνίας απέκτησε περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1 στην Ελλάδα, στα οποία δεν περιλαμβάνονται δανειακές απαιτήσεις και καταθέσεις της ενάγουσας. Αγνοεί και απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας και κυρίως τους ισχυρισμούς περί των καταθέσεων της και/ή την ύπαρξη οποιωνδήποτε πιστωτικών λογαριασμών είτε στην ίδια είτε σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό. Περαιτέρω αναφέρει ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στην απομείωση και εξυγίανση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Το θέμα που προέκυψε και αποτελεί επίδικο θέμα της υπό κρίση Αίτησης, είναι η απάντηση των εναγόντων στην Υπεράσπιση της εναγομένης
- Επιδιώκει η εναγόμενη 3 τη διαγραφή του πλείστου μέρους της παραγράφου 2 της απάντησης και της παραγράφου 3, εξαιρουμένης της πρώτης πρότασης σε κάθε παράγραφο. Και ο λόγος, γιατί οι συγκεκριμένες παράγραφοι είναι σκανδαλώδεις και αχρείαστες και τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής γιατί δεν επιτρέπουν στην εναγόμενη 3 να απαντήσει στους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Η ενάγουσα έφερε ένσταση, προβάλλοντας έντεκα λόγους για τους οποίους η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Για να υπάρχει σαφής εικόνα ως προς τα επιδιωκόμενα να διαγραφούν, στην μεν παράγραφο 2 της απάντησης υπάρχει ισχυρισμός ότι τα εκδοθέντα δυνάμει του Νόμου διατάγματα έγιναν δολίως και παρανόμως και με τη συμμετοχή της εναγομένης 3 με σκοπό την αισχροκέρδεια και προστασία της εναγόμενης 3 και δη των Ελληνικών τραπεζών σε βάρος των καταθέσεων της ενάγουσας στην Κύπρο. Παρατίθενται στη συνέχεια λεπτομέρειες δόλου και παράνομων πράξεων της εναγομένης
- Στην δε παράγραφο 3 αναφέρεται ότι οι αποφάσεις του Μαρτίου του 2013 είναι απόρροια των πράξεων και παραλείψεων της εναγομένης 3, η οποία αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους άλλους εναγόμενους φέρουν ευθύνη για την ζημιά των εναγόντων. Καταγράφονται στην συνέχεια, σε τέσσερις παραγράφους, διάφορες ενέργειες τις οποίες καταλογίζουν στην εναγόμενη 3, οι οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας επέφεραν την ζημιά σε αυτή. Η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.48, θ.1-12, και στη Δ.19, θ.14,
- Προστίθεται ότι δεν υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση που αποτελεί και τον πρώτο λόγο ένστασης, τον οποίο κρίνεται ότι το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά προτεραιότητα. Είναι η θέση του κ. Γεωργίου για την ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση ότι η μεν Δ.19, θ.14, για να μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο θα έπρεπε, σύμφωνα με τη Δ.48, θ.9, να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Σε αντίθεση με την Δ.19, θ.26, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο θεσμό δεν απαιτείται να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Είναι συνεπώς η θέση του ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την Αίτηση μόνο κάτω από τις πρόνοιες της Δ.19, θ.
- Η κα Χλωρακιώτου στην αγόρευσή της, εκ μέρους της εναγομένης 3-Αιτήτριας, αναφέρει ότι εκεί όπου στο δικόγραφο της απάντησης εγείρεται νέα βάση αγωγής, αυτό συνιστά βάση για τη διαγραφή του, δυνάμει της Δ.19, θ.14, και η εξουσία διαγραφής διέρχεται διά της Δ.29, θ.
- Σύμφωνα με τη Δ.48, θ.9, Αίτηση δυνάμει των προνοιών της Δ.19, θ.26, δεν απαιτείται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, και κατά συνέπεια η εισήγηση του κ. Γεωργίου, αναφορικά με τη Δ.19, θ.26 είναι ορθή. Αναφορικά όμως με την Δ.19, Θ.14, η Δ.48, θ.1, προνοεί ότι αίτηση η οποία στηρίζεται σε γεγονότα τα οποία δεν εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης, τότε θα πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Η παρούσα Αίτηση, η οποία στηρίζεται στην δικογραφία, ήτοι στην έκθεση απαίτησης και στην απάντηση, η οποία προκύπτει ευθέως από το φάκελο της υπόθεσης, δεν απαιτείται να υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση. Το γεγονός λοιπόν ότι η αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, δεν αποτελεί δικονομικό κώλυμα για την εξέτασή της, αφού είναι σύμφωνη με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις. Αναφορά επί τούτου θα γίνει και στη συνέχεια. Πέραν των ανωτέρω, οι δύο πλευρές δια των αγορεύσεων τους προωθούν τις θέσεις τους. Ο κ. Γεωργίου αναφέρεται σε νομολογία που αφορά διαγραφή παραγράφων από την Υπεράσπιση, που σχετίζεται κυρίως με το γεγονός ότι δεν είναι αναγκαία ή σκανδαλώδης. Είναι επίσης η θέση του ότι σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους και στην περίπτωση ακόμα που στα δικόγραφα περιέχονται αχρείαστα ζητήματα, το γεγονός αυτό από μόνο του δεν οδηγεί στη διαγραφή τους, εκτός εάν πρόκειται για εντελώς άσχετους ισχυρισμούς. Εκείνο που εξετάζεται εδώ, κατά την εισήγηση, δεν είναι η εγκυρότητα του σχετικού δικογράφου, αλλά η διαγραφή του, η οποία συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικό ή πραγματικό έρεισμα, ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Η πλευρά της Αιτήτριας στην αγόρευσή της αναφέρεται λεπτομερώς στην απάντηση και στο περιεχόμενο των λεπτομερειών που καταγράφονται σε αυτή, και είναι η θέση της ότι δια της απάντησης εγείρεται νέα βάση αγωγής εναντίον της εναγομένης
- Παρεμβάλλεται εδώ ότι το Δικαστήριο έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο των δικογράφων, πέραν της γενικής αναφοράς στην οποία έχει ήδη γίνει καταγραφή, καθώς και των επίμαχων σημείων τα οποία επιδιώκει η πλευρά της εναγομένης 3-Αιτήτριας να διαγράψει από την απάντηση. Το σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 20ή έκδοση, σελ. 228, πραγματεύεται το θέμα της απάντησης στην υπεράσπιση, σύμφωνα με το οποίο, όταν δεν υπάρχει ανταπαίτηση και υπό τον τίτλο "departure" (σελ.231), υποδεικνύεται ότι ο διάδικος δεν μπορεί να εγείρει νέους ισχυρισμούς γεγονότων ή απαιτήσεων αντιφατικούς με το προηγούμενο δικόγραφό του. Αυτό συμβαίνει όταν εγκαταλείπει τους λόγους που στηρίζεται στο δικόγραφό του και εισάγει νέους ή διαφορετικούς με την απάντηση. Πρόκειται για δεύτερους ισχυρισμούς αντιφατικούς με τους αρχικούς και το ορθό είναι να γίνεται τροποποίηση των αρχικών ισχυρισμών ή λόγων. Και τούτο γιατί η απάντηση δεν είναι το κατάλληλο βάθρο επί του οποίου μπορούν να εγερθούν νέοι ισχυρισμοί. Προκύπτει συνεπώς ότι το Δικαστήριο δεν καλείται να διαγράψει δικόγραφο ως ανυπόστατο, ως είναι η θέση του δικηγόρου της Καθ΄ ης η Αίτηση, ή γιατί δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής, αλλά το θέμα που εγείρεται εδώ και είναι επίδικο είναι κατά πόσο μπορεί διά της απάντησης να προβληθεί νέα ή περαιτέρω βάση αγωγής. Στην υπόθεση Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2009, ημερομηνίας 17.10.2014, που παραπέμπει και η κα Χλωρακιώτου, όπου παρουσιάστηκε παρόμοιο θέμα, υπεδείχθησαν τα εξής: «Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης Είναι ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται. Στον Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan
(1972)1 W.L.R. 1128).» Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. Δίδεται το παράδειγμα από την υπόθεση Kingston v. Corker
(1892)29 LR.Ir. 364, ότι: «If the statement of claim alleges a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. The statement of claim must be amended.» Στην υπόθεση Alikhani ν. Προδρόμου
(2012)1 Α.Α.Δ. 657, υπεδείχθη ότι: «Η απάντηση («reply»), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273). Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εντόπισε και δεν ασχολήθηκε με την όντως προβληματική, λόγω των ως άνω, δικογραφία». Προκύπτει συνεπώς από τη νομολογία ότι ο μόνος τρόπος για να εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί ή βάση αγωγής, είναι διά της τροποποιήσεως και όχι διά της απαντήσεως στην υπεράσπιση. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η απάντηση στην υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση, σε συμφωνία με τη δικηγόρο της εναγομένης 3, προβάλλει για πρώτη φορά σειρά νέων ισχυρισμών και γεγονότων, αλλά και λεπτομερειών τέτοιων, που δεν θα μπορούσαν να κριθούν ως απάντηση σε όσα προβάλλει ως υπεράσπιση στην αγωγή εναντίον της η εναγομένη
- Αυταπόδεικτα, εκ της διατυπώσεως των διαφόρων ισχυρισμών, δημιουργείται και καταγράφεται μια νέα βάση αγωγής εναντίον της εναγομένης 3, με παροχή τέτοιων λεπτομερειών που δεν θα μπορούσαν, δικονομικώς, να τεθούν ως απάντηση στην υπεράσπιση της εναγομένης
- Ούτε και το γεγονός ότι η εναγομένη 3 στην υπεράσπιση της προβάλλει ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, αποτελεί δικονομικώς λόγο και ορθό τρόπο να απαντηθεί δια της εισαγωγής, ουσιαστικά νέας βάσης αγωγής εναντίον της. Εκείνο το οποίο η εναγομένη 3 έχει να αντιμετωπίσει με την αγωγή εναντίον της είναι όσα καταγράφονται στην έκθεση απαιτήσεως και όχι στην απάντηση της ενάγουσας στην υπεράσπιση της. Είναι επίσης σαφές εκ της πιο πάνω νομολογίας, ότι το δικαστήριο έχει εξουσία ακόμα και αυτεπάγγελτα να ασχοληθεί με την δικογραφία και την αρχή της μη απόκλισης, γεγονός που υποδηλώνει ότι η προώθηση τέτοιου αιτήματος καθιστά την υποστηρικτική ένορκη δήλωση αχρείαστη. Το δικαστήριο έχοντας συνεπώς υπόψη το σύνολο των επίμαχων παραγράφων από την απάντηση της ενάγουσας που επιδιώκεται η διαγραφή τους, κρίνεται ότι συνιστούν απόκλιση από την αξίωση και ως τέτοια είναι εκτός δικονομικής τάξης. Στην βάση όσων έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί είναι η κρίση και η κατάληξη ότι το αίτημα της εναγομένης 3 δικαιολογείται. Ως εκ τούτου εγκρίνεται ως το (α) της Αίτησης. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας-εναγομένης 3 και εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση ενάγουσας, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι καταβλητέα στο τέλος. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Πρ.Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ