← Κύπρος

Nguyen Thi Thuy Phuong ν. NRC Holding Ltd, Αρ. Αγωγής: 2875/16, 31/3/2017

Nguyen Thi Thuy Phuong ν. NRC Holding Ltd, Αρ. Αγωγής: 2875/16, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2875/16 Μεταξύ : - Nguyen Thi Thuy Phuong, από το Βιετνάμ Ενάγουσας και NRC Holding Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας για Συνοπτική Απόφαση ημερ.1.7.16 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.3.17 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα -αιτήτρια: κα. Παπουή Για τους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση : κα Μ. Κοζάκου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης, δυνάμει ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος, βασίζεται σε συναλλαγματική και/ή χρεωστικό ομόλογο και/ή γραμμάτιο εις διαταγή για το ποσό των U.S.D.618.000. Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως, τo ποσό θα ήταν πληρωτέο εν όψει (at sight) μετά τις 17.12.09 προς την Interfincon και/ή οποιουδήποτε προσώπου υποδειχθεί από αυτήν και ο δικαιούχος μπορεί να το καταστήσει άμεσα πληρωτέο. Η ενάγουσα είναι εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος του ρηθέντος γραμματίου, το οποίο οι δικηγόροι της ενάγουσας, την 3.6.16 το παρουσίασαν στην εναγομένη προς πληρωμή η οποία δεν το εξόφλησε. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση και ακολούθησε η κρινόμενη αίτηση, προς έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον τους. Η πλευρά της εναγομένης καταχώρισε ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, με τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων, χωρίς να αντεξεταστεί οποιαδήποτε εκ των ομνυόντων. Το δικαστήριο έχει μελετήσει και έχει πλήρως υπόψη του τα εκατέρωθεν επιχειρήματα και στην συνέχεια όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά σε αυτά. Πριν γίνει ειδικότερη αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις κρίνεται σκόπιμο να εκτεθούν οι αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης από το στάδιο αυτό. Το αίτημα στηρίζεται στη Δ.18 καθώς και στην Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία της συνοπτικής απόφασης, οι αρχές είναι αρκούντως γνωστές και παγίως έχουν αποκρυσταλλωθεί από την νομολογία. Στην υπόθεση Sensus Gymansium Ltd κ.ά ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ,

(2013)1 Α.Α.Δ 1795, ανάγλυφα συμπυκνώνονται οι αρχές ως ακολούθως: «Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597 .........) Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ. 18 Θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
  1. Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
  2. Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και
  3. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω).» Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει το παρόν αίτημα έγινε από δικηγόρο, που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την ενάγουσα. Σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3 της ενόρκου δηλώσεως, η ομνύουσα αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση, και ο λόγος που ορκίζεται η ίδια είναι γιατί η ενάγουσα είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δεν είναι ευχερής η προσέλευση της στην Κύπρο για να ορκιστεί. Τα όσα αναφέρει προκύπτουν από ενημέρωση που έλαβε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, αλλά και από προσωπική γνώση. Έχει διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως με την οποία συμφωνεί, το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί και επαναλαμβάνει για σκοπούς της ενόρκου δηλώσεως της. Αναφέρεται στους όρους του γραμματίου, το οποίο και επισυνάπτεται, και στην συνέχεια αναφέρει ότι πήγε στα γραφεία της εναγομένης να παρουσιάσει δυο γραμμάτια που ήταν πληρωτέα εν όψει, για τα οποία απαίτησε την πληρωμή τους. Σχετικές απαιτήσεις πληρωμής επισυνάπτονται. Στην παράγραφο 11 αναφέρει ότι για το άλλο γραμμάτιο που παρουσίασε εκκρεμεί η αγωγή 2877/16 και έχει επίσης καταχωρηθεί αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Προκύπτει επί του συγκεκριμένου, από την αγόρευση του δικηγόρου της εναγομένης, ότι την 28.2.17 η αίτηση προς έκδοση συνοπτικής απόφασης απερρίφθη από το δικαστήριο. Είναι η θέση της ότι ένας εκ των διευθυντών της εναγομένης εταιρείας αρνήθηκε ότι η υπογραφή επί του γραμματίου είναι του πελάτη τους Alexander Levedev, γεγονός που σύμφωνα με την θέση της δεν έχει σχέση με την παρούσα υπόθεση. Μετ' επιτάσεως, ως αναφέρει, ο οπισθογράφος Alexander Levedev δεν διαφαίνεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με το πρόσωπο για το οποίο ο διευθυντής της εναγομένης ανέφερε. Προφανώς πρόκειται για συνωνυμία μεταξύ του οπισθογράφου και του πελάτη τους και τίποτε άλλο. Προσθέτει τέλος ότι το περιεχόμενο του γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναγράφονται σε αυτό και ως εκ τούτου η εναγομένη εταιρεία στερείται υπεράσπισης. Ένας εκ των λόγων ένστασης που προβάλλεται από την καθ' ης η αίτηση - λόγος Δ και Ε - είναι ότι η ομνύουσα δεν έχει προσωπική γνώση και/ή θετική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά που καταθέτει και ότι δεν αποδεικνύει επαρκώς ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Οι λόγοι αυτοί προωθούνται με την ένορκη δήλωση μιας εκ των διευθυντών της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση, κυρίως στις παραγράφους 5 -13 και αναλόγως προωθείται με την γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της. Εγείρεται συνεπώς θέμα επάρκειας και πληρότητας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει το αίτημα και ως τέτοιο θα πρέπει να εξεταστεί πρώτο. Η μη ικανοποίηση ενός εκ των τεθέντων κριτηρίων στερεί το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση, αφού η πληρότητα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει το αίτημα για συνοπτική απόφαση, είναι θέμα που άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το θέμα έχει επεξηγηθεί στην υπόθεση Les Fils Dreyfous Et Cie Societe Anonyme v. Clark
(1958)1 All E.R. 459. Σχετική ακόμα επί του θέματος είναι η Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130. Δες επίσης και την υπόθεση Symon & Co v. Palme's Stores
(1903)Ltd
(1912)1 K.B. 259, 266-267). Στον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό που αφορά την αίτηση για συνοπτική απόφαση, την Ο.14 r.1, σύμφωνα με το Annual Practice του 1958, στην σελίδα 247 και κάτω από τον τίτλο Verifying the Cause of action, αναφέρεται το εξής απόσπασμα: «The verification may be by reference to the particulars as indorsed on the writ, thus, the defendants are justly and duly indebted to the plaintiff in the sum of £ .... for ...... And where so indebted at the commencement of the action. The particulars of the said claim appear by the indorsement of the writ of summons in this action». Είναι ορθό ότι η σύγχρονη τάση, όπως αυτή προβάλλεται από την νομολογία, σχετική για παράδειγμα είναι η υπόθεση Marketrends Financial Services Ltd v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1 Α.Α.Δ 223, έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «να ορκιστεί θετικά» ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Υπεδείχθη ότι : « Σε υπόθεση που ορκίστηκε υπάλληλος εταιρείας εκ μέρους της, αποφασίστηκε ότι είναι αναγκαίο σε περιπτώσεις εταιρειών να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα». Στην υπόθεση Σπηταλιώτης κ.ά ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1113, υπεδείχθη ότι σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών, η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Υποδεικνύεται στο Annual Practice ανωτέρω, σελ.247, ότι: « The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts, and the affidavit must show that». Υποδεικνύεται περαιτέρω ότι η θετική γνώση πρέπει να είναι επί των «material facts». Σχετική επίσης είναι και η υπόθεση Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818, στην οποία το θέμα τέθηκε ως εξής: γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση Προκύπτει συνεπώς από την νομολογία ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση, εκεί που δεν ορκίζεται ο ίδιος ο ενάγων, δεν είναι μια απλή τυπική διαδικασία και μια φραστική ή λεκτική επιβεβαίωση της βάσης της αγωγής, ή και υιοθέτηση της εκθέσεως απαιτήσεως, αλλά είναι ζήτημα ουσίας, αφού σύμφωνα με την Νομολογία η διαδικασία και ο μηχανισμός της συνοπτικής απόφασης είναι εξαιρετική διαδικασία στην οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη (Symon ανωτέρω). Πρόκειται για ένα εξαιρετικό μέτρο, που αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα, εν' όψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει ως προς τα δικαιώματα που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 Α.Α.Δ 782, υπεδείχθη ότι το κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της εννοίας της Δ.18, Θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο, ως υπεδείχθη, διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Τέλος, ως ιδιαίτερα σημαντική για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται ότι είναι η υπόθεση Lagos v. Grunwaldt (1908-1910) All.E.R 939. Ο ενόρκως δηλών, επί αίτησης για συνοπτική απόφαση, ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τον ενάγοντα. Το δικαστήριο επισήμανε τα πιο κάτω: «It is obviously nothing more than a statement made on his information and belief, that information being derived from his own client, the plaintiff, who tells him this due. ................... It is perfectly obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. If we turn to Ord.36, r.3, which regulates the contents of affidavits, we find affidavits are to be "confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, except on interlocutory motions". . But when you contrast the words in Ord.45, r.1, with the very special word in Ord.14, r.1 "swear positively to the facts" and considering the nature of summary proceedings Αντιπαραβάλλοντας την O.38, r.3, που αντιστοιχεί με την Δ.39, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία σε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνεται αναφορά σε πληροφορίες, νοουμένου ότι αποκαλύπτεται η πηγή των πληροφοριών, υπεδείχθη ότι: « But when you contrast the words in Ord.45, r.1, with the very special word in Ord.14, r.1 "swear positively to the facts" and considering the nature of summary proceedings which are founded upon Ord.14 it seems to me that it is most important that the practice under Ord.14 r.1 should not be founded on the notion that it is enough in all cases for the solicitor to make the affidavit, and that his affidavit is sufficient in the absence of personal knowledge.. but the mere fact that he is a plaintiff's solicitor cannot make his information and belief any better than that of any other person. To say that the solicitor can take his client's instructions and then swear that they are true seems to me extravagant proposition». Στα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης, από όσα έχουν παρατεθεί εκ της ενόρκου δηλώσεως της δικηγόρου που υποστηρίζει την αίτηση, είναι προφανές ότι δεν έχει καμιά γνώση, ούτε και βεβαίως τέτοια γνώση των λεπτομερειών (material facts) της υπόθεσης, που να την καθιστούν κατάλληλο μάρτυρα στον απαιτούμενο εκείνο βαθμό, που απαιτεί η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης, λόγω ακριβώς και της φύσης της όπως έχει ήδη εξηγηθεί, ώστε να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το γεγονός ότι επισυνάπτει στην ένορκη της δήλωση το επίδικο γραμμάτιο, δεν ισοδυναμεί ότι την καθιστά ικανό ή κατάλληλο μάρτυρα ως προς την ουσία των γεγονότων, άλλωστε ούτε και η ίδια ισχυρίζεται κάτι τέτοιο στην ένορκη της δήλωση. Ούτε και το γεγονός ότι διάβασε την έκθεση απαιτήσεως και συμφωνεί με αυτήν, προσθέτει οτιδήποτε ουσιαστικό, αφού πρόκειται για μια φραστική και τυπική διατύπωση χωρίς να συνοδεύεται με ουσιαστική γνώση των πραγματικών γεγονότων των λεπτομερειών που καταγράφονται σε αυτήν. Άλλωστε η σχετική διαταγή εκείνο που απαιτεί είναι την επιβεβαίωση της αιτίας της αγωγής (verifying the cause of action) και όχι την υιοθέτηση της εκθέσεως απαιτήσεως, γεγονός που εξυπακούει γνώση των πραγματικών δεδομένων και περιστατικών. Προκύπτει ότι η γνώση της προέρχεται από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους της ενάγουσας, προσθέτει βέβαια και από προσωπική γνώση, η οποία είναι προφανές ότι είναι κενή περιεχομένου. Η παρούσα περίπτωση, της διαδικασίας της συνοπτικής απόφασης, διαφέρει από άλλες περιπτώσεις όπου υπό κάποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ένορκη δήλωση από δικηγόρο, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Alexander v. Alexander
(2013)1 Α.Α.Δ. 1093, που υπεδείχθη ότι: «Ο ενόρκως δηλών την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί, για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου...» Σχετική είναι και η υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82. Η ουσία έγκειται όχι μόνο στην ιδιότητα του δικηγόρου, αλλά στην οποιαδήποτε ιδιότητα εκείνου που ορκίζεται εν σχέση με την πραγματική γνώση των γεγονότων, ώστε να μπορεί να ορκιστεί θετικά και να επιβεβαιώσει την απαίτηση. Κατά συνέπεια ένα εκ των βασικών προαπαιτούμενων για την ενεργοποίηση του μηχανισμού της συνοπτικής απόφασης δεν ικανοποιείται και ως εκ τούτου η αίτηση κρίνεται απορριπτέα. Αν όμως ήθελε κριθεί εσφαλμένη η πιο πάνω προσέγγιση, χάριν πληρότητας της απόφασης, το δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο η εναγόμενη προβάλλει τέτοιας δυναμικής υπεράσπιση ώστε να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Η υπεράσπιση των εναγομένων, όπως αυτή διεξοδικώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση μίας εκ των διευθυντών εταιρείας, που είναι διευθύντρια στην Καθ΄ ης η Αίτηση, περιλαμβάνει πέραν των επτά-οκτώ σελίδων, που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να καταγραφούν τα ισχυριζόμενα γεγονότα σε όλη τους την έκταση που συνθέτουν τελικά, την προβαλλόμενη υπεράσπιση της εναγομένης. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει ολόκληρη την ένορκη δήλωση και έχει πλήρως υπόψη του το περιεχόμενο αυτής. Θα γίνει μια προσπάθεια σύνοψης των κύριων σημείων, ώστε να διαφανεί η ουσία της προβαλλόμενης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη θέση της ομνύουσας, το επίδικο γραμμάτιο αποτελεί μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας εξαπάτησης και μεθοδευόμενης προσπάθειας απόσπασης κεφαλαίων από την εναγομένη και ειδικότερα από κάποιο κύριο Anatoly Danilitskiy (στο εφεξής Α.D.), σε συνεργασία με συνεργάτες του. Ο ρηθείς Α.D. κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της CIS Interfincom AG, η οποία έλεγχε και την εναγομένη εταιρεία, οι οποίες εταιρείες ανήκαν στον ίδιο Όμιλο εταιρειών του Alexander Lebedev. Με βάση στοιχεία και μαρτυρία ότι ο ρηθείς A.D. απέσπασε παράνομα κεφάλαια από την εναγόμενη και άλλες εταιρείες του Ομίλου, καταχωρήθηκαν αγωγές εναντίον του τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο. Προκύπτει ακόμα ότι ο Lebedev την περίοδο 2004-2008 εξελέγη Βουλευτής στη Ρωσική Βουλή και επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να ασκεί τα καθήκοντά του στις εταιρείες του, έδωσε κίνητρα και ισχυρή θέση στον A.D. ώστε να διαχειρίζεται εκ μέρους του και προς όφελος του τις εταιρείες του. Πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ως Βουλευτής, ο Lebedev έκαμε μαζική αναδιοργάνωση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας NRC Moscow, της οποίας είναι ιδρυτής και δικαιούχος, η οποία κατείχε πέραν των 135 θυγατρικών εταιρειών ανά το παγκόσμιο. Στη συνέχεια αναφέρεται στο πλέγμα της διασύνδεσης των διαφόρων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης, και ότι, ο A.D. διορίστηκε ως First Deputy Chairman της National Reserve Bank και ως Chairman της CIS Interfincom AG στη Ζυρίχη, που κατείχετο εξ ολοκλήρου (θυγατρική) από την NRC Moscow. Οι εντολές του A.D. προς τους δικηγόρους της εναγομένης, που παρείχαν υπηρεσίες στις εταιρείες του Lebedev, ήταν για το άνοιγμα λογαριασμών, αλλά ως διεφάνη στη συνέχεια όλες οι αποφάσεις του A.D. λαμβάνονταν με μακροπρόθεσμο στόχο τον πλουτισμό του ιδίου και σε βάρος των συμφερόντων του Lebedev και του Ομίλου των εταιρειών του. Μία εκ των πολλών συναλλαγών που έδωσε εντολή ο Α.D. να γίνουν, ήταν και η έκδοση του επιδίκου γραμματίου από την εναγομένη προς όφελος της εταιρείας CIS Interfincom. Η εναγόμενη δεν είχε καμία γνώση ότι οφείλετο οποιοδήποτε ποσό στην ρηθείσα CIS και προς τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι πριν ακόμα ο Lebedev συνειδητοποιήσει τις σκευωρίες του A.D. συμφωνήθηκε μεταξύ τους να τερματίσουν τη συνεργασία τους και προχώρησαν σε διευθετήσεις τέτοιες ώστε να μην υπάρχουν υποχρεώσεις μεταξύ των εταιρειών τους. Στη συνέχεια αναφέρεται στο ιστορικό της οπισθογράφησης του γραμματίου, το οποίο ήταν στην κατοχή του A.D και στην ανυπαρξία αντιπαροχής μεταξύ της CIS και της εναγομένης, καθώς επίσης και στο γεγονός ότι η μεταβίβαση του γραμματίου σε κάποια άλλη εταιρεία έγινε χωρίς αντάλλαγμα και απλώς έγινε για να μεταφερθεί το χρέος από εταιρεία του ομίλου της εναγομένης σε εταιρεία του ελέγχου του A.D. Επίσης η διευθύντρια της εταιρείας Bourg, που οπισθογραφεί το γραμμάτιο την 5.3.2009, υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν ήταν διευθύντρια την εν λόγω ημερομηνία. Στη συνέχεια το επίδικο γραμμάτιο μεταβιβάστηκε στην εταιρεία United Finance Limited, η οποία ανήκει στον A.D. Στα πλαίσια των συμφωνιών μεταξύ A.D. και Lebedev συμφωνήθηκε, όπως λέχθηκε, να διευθετηθούν οι εκατέρωθεν οφειλές των εταιρειών, χωρίς όμως τότε, το 2009, ο Lebedev να γνωρίζει τις απατηλές ενέργειες του A.D. Μάλιστα ορισμένα γραμμάτια της United Finance, ιδιοκτησίας του A.D η οποία φαίνεται να μια εκ των οπισθογράφων του επιδίκου γραμματίου, επέστρεψε σε μια εταιρεία που ανήκει στην εναγομένη διάφορα γραμμάτια, όχι όμως και το επίδικο. Γίνεται στη συνέχεια αναφορά σε μια συμφωνία ημερ.12.5.09 μεταξύ του A.D και του Lebedev (shareholders Agreement for NRC Holding) στην οποία φαίνεται ότι η United ήταν ιδιοκτησίας του A.D. Το επίδικο γραμμάτιο οπισθογραφήθηκε στις 30.3.09 προς όφελος του Lebedev από τον A.D ως διευθυντή της United, ενώ δεν ήταν διευθυντής την ημερομηνία εκείνη. Μετά από επτά χρόνια παρουσιάζεται ότι το γραμμάτιο μεταβιβάστηκε προς όφελος της ενάγουσας από κάποιον ονόματι Alexander Lebedev, με αριθμό διαβατηρίου και διεύθυνση που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για άλλο πρόσωπο από τον ρηθέντα Lebedev, ο οποίος ουδέποτε μεταβίβασε το γραμμάτιο προς την ενάγουσα, την οποία ούτε καν γνωρίζει. Μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, από έρευνα του Lebedev προέκυψε ότι πρόκειται για άλλο Alexander Lebedev, με το ίδιο όνομα, επίθετο και πατρώνυμο, ο οποίος όμως ουδεμία σχέση έχει με τον συγκεκριμένο, που είναι ο ιδιοκτήτης της εναγόμενης εταιρείας. Αντιπαραβολή των στοιχείων του Lebedev επί του γραμματίου, ήτοι ημερομηνία γέννησης και αριθμό διαβατηρίου, αναδεικνύει, κατά την ομνύουσα, του λόγου το αληθές. Σύμφωνα με τη θέση της, το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του το γραμμάτιο εντόπισε άλλο πρόσωπο με το ίδιο όνομα και επτά χρόνια μετά από την τελευταία οπισθογράφηση προσπάθησε να δημιουργήσει την ψευδή εικόνα ότι το γραμμάτιο οπισθογραφήθηκε δεόντως προς όφελος της ενάγουσας. Με αυτό τον τρόπο ο A.D. επιχείρησε να διαγράψει την όποια οφειλή του έναντι του Lebedev ως αντίδραση λόγω της καταχώρησης των πιο πάνω αγωγών εναντίον του. Είναι επίσης η θέση της ότι και η ενάγουσα είχε γνώση της ελαττωματικότητας του τίτλου που απέκτησε. Περαιτέρω επέκταση στους διάφορους ισχυρισμούς που προβάλλονται κρίνεται αχρείαστη. Όσα έχουν παρατεθεί κρίνονται αρκετά για σκοπούς καταγραφής στην παρούσα ενδιάμεση απόφαση του κύριου κορμού, αλλά και της ουσίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης εκ μέρους της εναγομένης. Στην υπόθεση Ch. Arestis Estates Ltd κ.ά ν. LOUCAS KYPRIANOU & CO ENTERPRISES LTD, Πολ. Έφεση 68/11 ημερ.21.10.16, αναφορικά με την υπεράσπιση επί συνοπτικής απόφασης υπεδείχθησαν τα εξής: «Σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές ένας εναγόμενος θα πρέπει να δώσει επαρκείς λεπτομέρειες για να λάβει άδεια προς υπεράσπιση, έχοντας βεβαίως πάντοτε υπόψη ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να χρησιμοποιεί την ταχεία διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18, πρέπει να ασκείται με φειδώ όπου τα όσα προτείνονται από την ένσταση δεν αφήνουν περιθώρια νόμιμης υπεράσπισης (Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adamko Constructions Ltd
(2005)1 A.Α.Δ. 376). Είναι αναγκαία η παράθεση λεπτομερειών σε λογική έκταση ώστε να μην εξασφαλίζεται άδεια υπεράσπισης με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912, Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408 και Κυριάκου ν. Αναστασίου
(2013)1 Α.Α.Δ. 148)». Στην N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) A.Α.Δ. 1912, που μνημονεύεται ανωτέρω, υπεδείχθη ότι το κριτήριο ικανοποιείται με την παροχή λεπτομερειών από τον εναγόμενο σε λογική έκταση, γιατί αν με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς εξασφαλίζεται άδεια για υπεράσπιση, το αποτέλεσμα είναι το μέτρο να αχρηστεύεται. Οι πιο πάνω αρχές ουσιαστικά επαναλαμβάνουν την προγενέστερη επί τούτου νομολογία, εναποθέτουσα το βάρος απόδειξης στους ώμους του καθ΄ ου η αίτηση να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Στην υπόθεση CY.E.M.S Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co. Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, 950 αναφέρεται το εξής: «Thus the burden is on the defendant to satisfy the court that he had a bona fide defence in the sense that there is a triable issue to be argued before a competent court». Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdoul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, 243-244 απαντάται το ερώτημα ως προς το τι συνιστά καλόπιστη υπεράσπιση. Το θέμα τίθεται ως εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα για υπεράσπιση τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννης Μακεδόνας
(1991)1 Α.Α.Δ 817, υπεδείχθη ότι: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Τέλος, στην υπόθεση Kypros Kyprianides v. Symeon Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, υποδεικνύεται πως η ένορκη δήλωση του εναγομένου: ²Must condescend upon particulars and should ... deal specifically with the plaintiff's claim and affidavit and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied upon as supporting it. ² Προκύπτει, από όσα η πλευρά της εναγομένης προβάλλει ως υπεράσπιση, ότι όχι μόνο δεν είναι κενή περιεχομένου, βασιζόμενη σε κενούς και αόριστους ισχυρισμούς, αντίθετα παρατίθενται εξαντλητικά, πλήρεις και επαρκείς λεπτομέρειες, με παραπομπή σε έγγραφα και άλλα τεκμήρια που επισυνάπτονται, που αναδεικνύουν, τουλάχιστον για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας, ότι υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση, με την έννοια της καλόπιστης υπεράσπισης που μόνο κατά το στάδιο της εκδίκασης της ουσίας της διαφοράς θα μπορούσε να εκδικαστεί. Είναι συνεπώς η κρίση του δικαστηρίου, και αυτή είναι η κατάληξη, ότι οι πιο πάνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της εναγομένης δεν είναι ούτε γενικοί, ούτε και αόριστοι. Αντίθετα, είναι τέτοιας υφής και δημιουργούν τέτοια δυναμική, ώστε εύλογα δημιουργούν διαφορά ή θέμα προς εκδίκαση, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους, ώστε να δικαιολογούν την παροχή του δικαιώματος σε αυτή να προβάλει υπεράσπιση. Ως αποτέλεσμα και για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται προς όφελος της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και σε βάρος της ενάγουσας - αιτήτριας. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης με την πλήρη αποπεράτωση της ακρόασης της αγωγής. Υπεράσπιση να καταχωρηθεί σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Πρ. ΠΕ.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.