← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α. ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 717/10, 31/3/2017

ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α. ν. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 717/10, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 717/10 Μεταξύ:

  1. ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ Εναγόντων και ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενου Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες 1 και 2 : κα Θέα Ανδρέου, για Θεοφάνη Ανδρέου & Συνεργάτες. Για Εναγόμενο: κ. Παπαμιχαήλ, για Αριστοτέλη Βρυωνίδη. --------------------------------------------------------- Τελική Απόφαση Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιούν εναντίον του εναγόμενου ειδικές, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις στη βάση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης, συνεπεία της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με αρ. 30705/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την οποία συνέταξε και καταχώρησε ο εναγόμενος ως παραπονούμενος και η οποία κατέληξε στις 27/04/2007 στην αθώωση και απαλλαγή των εναγόντων - συγκατηγορουμένων, καθ' ότι ο παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις 11/11/2013 η αγωγή απεσύρθη από τον ενάγοντα 3 και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση μόνο καθ' όσον αφορά στην απαίτηση των εναγόντων 1 και 2, εξ ου και η αναφορά σε ενάγοντες στη συνέχεια της απόφασης, θα αφορά τους ενάγοντες 1 και
  4. Α. Τα δικόγραφα Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην έκθεση απαίτησης τους, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο η ενάγουσα 1 ήταν σύζυγος του ενάγοντα 2, ηλικίας περίπου 50 ετών, κάτοικος Παλαιχωρίου, μητέρα 3 παιδιών ηλικίας 24, 22 και 19 ετών και εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα για 30 συναπτά έτη. Ήταν δε, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, πρόσωπο που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από το κοινωνικό και εργασιακό της περιβάλλον και ήταν γνωστή για την εντιμότητα και ηθική της. Επίσης όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, η ενάγουσα 1 ήταν, για όλους τους ουσιώδεις χρόνους για την παρούσα αγωγή, ιδιοκτήτρια του υποστατικού στη λεωφόρο Ελευθερίας αρ. 5 στο Παλαιχώρι. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο ενάγων 2 κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας περίπου 52 ετών, κάτοικος Παλαιχωρίου, σύζυγος της ενάγουσας 1 και εργαζόταν ως υπάλληλος στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στην Επαρχία Λευκωσίας και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από το κοινωνικό και εργασιακό του περιβάλλον και ήταν γνωστός για την εντιμότητα και ηθική του. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ο εναγόμενος ήταν ένας εκ των διευθυντών και ο γραμματέας της Εμπορικής Εταιρείας Παλαιχωρίου Λτδ (στο εξής «Ε.Ε.Π.») η οποία διατηρούσε μπακάλικο στο Παλαιχώρι. Όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται, κατά ή περί τα τέλη του 2005 ο εναγόμενος καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ως παραπονούμενος εναντίον και των τριών αναφερόμενων εναγόντων και συγκεκριμένα την υπόθεση με αριθμό 30705/
  5. Στο εν λόγω κατηγορητήριο σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, αναφέρονται τρεις κατηγορίες εναντίον των εναγόντων και συγκεκριμένα ότι κατά ή περί τις 24/01/2001 προέβησαν σε διάρρηξη και εισήλθαν στο κατάστημα του εναγόμενου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή, στις 24/01/2001 εισήλθαν στο κατάστημα και έκλεψαν μια ταμειακή μηχανή με άγνωστο αριθμό χρημάτων και άλλων αντικειμένων η συνολική αξία των οποίων ξεπερνά τις Λ.Κ.25.000.- (2η κατηγορία), και ότι κατά την ίδια ημερομηνία κατέχουν μια ταμειακή μηχανή με άγνωστο αριθμό χρημάτων και σωρεία αντικειμένων και/ή εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι είναι κλοπιμαία (3η κατηγορία). Όπως οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται κατά ή περί τις 28/02/2006 εμφανίστηκαν κανονικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το οποίο επιλήφθηκε της αναφερόμενης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, όπου τους απαγγέλθηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες από τον ίδιο τον εναγόμενο ως παραπονούμενο και οι ενάγοντες δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες. Σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες, η αναφερόμενη ιδιωτική ποινική υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και ορίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 19/07/2006, 19/12/2006, 27/02/2007, 1/03/2007, 23/03/2007, 27/03/2007 και 4/04/2007, ημερομηνίες κατά τις οποίες οι ενάγοντες παρουσιάζονταν υποχρεωτικά ανελλιπώς. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων ότι η ποινική τους δίωξη άρχισε και συνέχισε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αποκλειστική ευθύνη και ενέργειες του εναγόμενου, ο οποίος συνέταξε και καταχώρησε το ως άνω αναφερόμενο κατηγορητήριο, παρουσιαζόμενος μάλιστα ο ίδιος ως ο παραπονούμενος και η κατηγορούσα αρχή. Είναι επίσης ισχυρισμός των εναγόντων ότι η ποινική δίωξη τους ήταν κακόβουλη και χωρίς οποιαδήποτε εύλογη και πιθανή αιτία. Παραθέτουν δε σχετικές λεπτομέρειες κακόβουλης πρόθεσης και έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας για την καταχώρηση της εν λόγω υπόθεσης. Ως οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται η ποινική δίωξη τους και ειδικότερα η ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 30705/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είχε ανεπιτυχή κατάληξη από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως και συγκεκριμένα ισχυρίζονται ότι με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27/04/2007 όλοι ενάγοντες (και οι τρεις) αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Είναι επίσης ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ως αποτέλεσμα της ως άνω αναφερθείσας κακόβουλης δίωξης, οι ίδιοι υπέστησαν τεράστια ταλαιπωρία από την εκδίκαση της αναφερόμενης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης καθώς και ανυπολόγιστη βλάβη στο όνομα, στη φήμη, στην αξιοπρέπεια, στην υπόληψη, στην εργασία τους και στην κοινωνία γενικότερα. Γενικά, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την αναφερόμενη ποινική δίωξη επλήγησαν ανεπανόρθωτα τα συναισθήματα τους, η υπόληψη τους και/ή η αξιοπρέπεια τους. Επίσης, είναι ο ισχυρισμός τους ότι ως αποτέλεσμα της κακόβουλης δίωξης τους υπέστησαν σημαντικές ζημιές και/ή έξοδα και συγκεκριμένα δικηγορικά έξοδα υπεράσπισης τους στην ποινική υπόθεση με αρ. 30705/2005 ύψους €3,045.58, εξ ου και αιτούνται το ποσό αυτό πλέον γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση με την οποία εκ των ισχυρισμών των εναγόντων παραδέχεται μόνο ότι η ενάγουσα 1 είναι σύζυγος του ενάγοντα 2 και διαμένει στο χωριό Παλαιχώρι και ότι ο ενάγοντας 2 είναι σύζυγος της ενάγουσας 1 και κάτοικος Παλαιχωρίου. Περαιτέρω παραδέχεται ότι το 2005 προέβη στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον και των τριών εναγόντων, η οποία αφορούσε κατηγορίες κλοπής, διάρρηξης και εισόδου σε κατάστημα και παράνομης κατοχής περιουσίας. Απορρίπτει όμως κατηγορηματικά τις λεπτομέρειες κακόβουλης πρόθεσης και έλλειψης εύλογης και πιθανής αιτίας που επικαλούνται οι ενάγοντες. Ειδικότερα ο εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι προέβη στην καταχώρηση της ρηθείσας ποινικής υπόθεσης κακόβουλα και/ή εκδικητικά διότι είχε προηγούμενες διαφορές με τους ενάγοντες. Λέγει δε ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι παντελώς αναληθείς και θέτει τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη τους. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ουδέποτε είχε οποιεσδήποτε προηγούμενες διαφορές με τους ενάγοντες, αλλά αντίθετα οι σχέσεις τους ήταν πάρα πολύ καλές, ειδικότερα με τους ενάγοντες 1 και 2, από τους οποίους, για σειρά ετών, εταιρεία στην οποία ήταν μέτοχος ο ίδιος ενοικίαζε κατάστημα στο Παλαιχώρι. Ως ισχυρίζεται το μοναδικό πρόβλημα το οποίο είχε προκύψει στις σχέσεις των εναγόντων με τον εναγόμενο, αφορά ένα συγκεκριμένο επεισόδιο το οποίο επεσυνέβη στις 24/1/
  6. Συγκεκριμένα κατά την πιο πάνω ημερομηνία, οι ενάγοντες παράνομα και αυθαίρετα εισήλθαν εντός καταστήματος το οποίο εκμίσθωνε εταιρεία του εναγομένου από την ενάγουσα 1, με αποτέλεσμα να αποστερήσουν από τον εναγόμενο προσωπικά περιουσιακά στοιχεία, πέραν των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Ως ισχυρίζεται είναι γι' αυτά τα προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία, που ο ίδιος αποφάσισε να προβεί στη λήψη μέτρων εναντίων των εναγόντων με την καταχώρηση της αναφερθείσας ποινικής υπόθεσης. Είναι επίσης η θέση του ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι δήθεν όλα τα αντικείμενα και/ή περιουσιακά στοιχεία τα οποία οι ίδιοι παράνομα οικειοποιήθηκαν, ήταν ιδιοκτησία της εταιρείας που εκμίσθωνε το κατάστημα, είναι έκδηλα αναληθείς και στερούνται σοβαρότητας. Είναι, όπως ισχυρίζεται, χαρακτηριστικό ότι από την ημέρα που επεσυνέβη το ρηθέν περιστατικό ο εναγόμενος ήγειρε θέμα προσωπικών αντικειμένων και/ή εγγράφων όπως διαβατήριο, αριθμό χρημάτων, μίας ταμειακής μηχανής, προσωπικής αλληλογραφίας, το ρολόι του, αριθμό πινάκων κ. λ. π. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι μετά την αποπεράτωση της ρηθείσας ποινικής υπόθεσης οι αστυνομικές αρχές Παλαιχωρίου παρέδωσαν στον εναγόμενο τον προσωπικό του χαρτοφύλακα, εντός του οποίου υπήρχαν το διαβατήριο του, μέρος της προσωπικής του αλληλογραφίας, το ρολόι του και μικρός αριθμός χρημάτων, ενώ τα υπόλοιπα προσωπικά του αντικείμενα κατακρατούνται μέχρι σήμερα από τους ενάγοντες. Όπως επίσης ισχυρίζεται, προτού προβεί στη λήψη ποινικών μέτρων εναντίον των εναγόντων, αποτάθηκε σε πάμπολλες αρμόδιες αρχές (Αστυνομία, Εισαγγελία, Επίτροπο Διοικήσεως κλπ) με σκοπό να διεκδικήσει το δίκαιο του, πλην όμως όλοι τον προέτρεπαν να προβεί ο ίδιος στη λήψη μέτρων εναντίον των εναγόντων. Είναι δε ο ισχυρισμός του ότι από τα πιο πάνω είναι έκδηλο ότι καμία κακοβουλία υπήρχε εκ μέρους του για τη λήψη ποινικών μέτρων εναντίον των εναγόντων, αφού ο ίδιος πίστευε στο δίκαιο της υπόθεσης του. Όπως επίσης ισχυρίζεται όταν καταχωρήθηκε η ρηθείσα αγωγή ευρίσκετο σε εξέλιξη και η αγωγή 10474/2001 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (με ενάγουσα την εταιρεία του εναγομένου που εκμίσθωνε το ρηθέν κατάστημα και εναγομένη την ενάγουσα 1 στην παρούσα αγωγή) στα πλαίσια της οποίας στις 30/4/2010 εξεδόθη απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι παραβιάστηκαν βάναυσα τα δικαιώματα της ενοικιάστριας εταιρείας από την ενάγουσα 1, δικαιώνοντας πανηγυρικά τις θέσεις και απόψεις που εξέφρασε για σειρά ετών ο εναγόμενος. Περαιτέρω ο εναγόμενος παραδέχεται ότι η αναφερθείσα ποινική υπόθεση απερρίφθη από το Δικαστήριο, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ουδεμία κακόβουλη δίωξη έγινε εναντίον των εναγόντων και ουδέποτε επλήγη η υπόληψη και αξιοπρέπεια τους. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός του εναγομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε τρία και πλέον χρόνια μετά την αποπεράτωση της ρηθείσας ποινικής υπόθεσης, με μοναδικό σκοπό να εξυπηρετηθούν αλλότριοι σκοποί. Συγκεκριμένα είναι ο ισχυρισμός του, ότι τον Φεβρουάριο του 2010 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή ευρίσκετο σε εξέλιξη και εκδικάζετο η αγωγή 10474/2001, εναντίον της ενάγουσας 1 και γινόταν έντονη προσπάθεια να πεισθεί ο εναγόμενος (ως διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας) να αποσύρει την εν λόγω αγωγή. Εν τέλει ο εναγόμενος απορρίπτει τις αξιώσεις των εναγόντων για ειδικές, γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις ως αβάσιμες, και αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος τους. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία εμμένουν στους ισχυρισμούς τους ως αυτοί προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης τους. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι αποτάθηκε στην Αστυνομία, Γενικό Εισαγγελέα, Επίτροπο Διοικήσεως κλπ εκφράζοντας το παράπονο του, ισχυρίζονται ότι αυτό αποτελεί επιβεβαίωση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι ενάγοντες, ότι δηλαδή από τα παράπονα που υπέβαλε ο ενάγων δεν προέκυψε καμία ποινική υπόθεση εναντίον των εναγόντων και αμφισβητούν κατηγορηματικά ότι οι αναφερόμενες αρχές προέτρεψαν τον εναγόμενο να καταχωρήσει ιδιωτική ποινική υπόθεση, καθ' ότι εάν προέκυπτε οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα θα προχωρούσε ανάλογα η ίδια η Αστυνομία και ο Γενικός Εισαγγελέας με την καταχώρηση ποινικής υπόθεσης εναντίον των εναγόντων, πράγμα το οποίο δεν έγινε διότι προφανώς δεν υπήρχε καμία μαρτυρία και ούτε εύλογη βάση ότι οι ενάγοντες ήταν πιθανόν ένοχοι οποιωνδήποτε ποινικών αδικημάτων. Έτσι ο εναγόμενος αποφάσισε να προχωρήσει από μόνος του, χωρίς να υπάρχει καμία πραγματική εύλογη αιτία ή γνήσια πεποίθηση ότι οι ενάγοντες ήταν πιθανώς ένοχοι των ισχυριζόμενων αδικημάτων. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος ότι στα πλαίσια της αγωγής 10474/01 δικαιώθηκε πανηγυρικά, αυτοί απορρίπτονται από τους ενάγοντες, οι οποίοι παράλληλα ισχυρίζονται ότι γίνεται προσπάθεια από την πλευρά της υπεράσπισης να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αφού ως ισχυρίζονται από το πλήρες περιεχόμενο της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο έκρινε πλήρως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του εναγόμενου. Περαιτέρω οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με σκοπό να εξυπηρετηθούν αλλότριοι σκοποί και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες αρ. 2 και 3 στην παρούσα αγωγή δεν ήταν εναγόμενοι στην αγωγή με αριθμό 10474/2001 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και είναι η θέση τους ότι το ίδιο ισχύει και για τον εναγόμενο στην παρούσα αγωγή, αφού ενάγουσα στην αγωγή με αριθμό 10474/2001 ήταν η Ε.Ε.Π.. Επίσης οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι ο ισχυρισμός του εναγόμενου είναι κατά νόμο αβάσιμος, αφού με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες άσκησαν τα νόμιμα και συνταγματικά τους δικαιώματα για διασαφήνιση των αστικών τους δικαιωμάτων. Β. Η διαδικασία Eκ μέρους των εναγόντων κατέθεσε ο ενάγων 2, ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος. Σύνοψη της μαρτυρίας ακολουθεί. Γ. Η μαρτυρία Ο ενάγων 2, Αναστάσιος Στυλιανού (ΜΕ), καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Α, στην οποία, ως υποστήριξε, αναφέρει όλα τα γεγονότα που γνωρίζει και αφορούν την παρούσα υπόθεση τόσο εκ μέρους του ίδιου όσο και εκ μέρους της ενάγουσας 1, από την οποία έχει νομίμως και δεόντως εξουσιοδοτηθεί. Ο εν λόγω μάρτυρας στην ουσία επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 1 το κατηγορητήριο της ποινικής υπόθεσης του Ε.Δ. Λευκωσίας με αρ. 30705/05, ως Τεκμήριο 2 την απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας στην αγωγή 10474/2001 ημερ. 28/7/2005, ως Τεκμήριο 3 την αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση 30705/05, και ως Τεκμήριο 4 τιμολόγιο με αριθμό 14/07 το οποίο εξέδωσε, ως ανέφερε, ο δικηγόρος τους και αφορούσε στα δικηγορικά έξοδα και των τριών εναγόντων για την ποινική υπόθεση 30705/05 στην οποία οι εν λόγω 3 ενάγοντες ήταν κατηγορούμενοι. Αντεξετασθείς ο ΜΕ αναφέρθηκε στις διαφορές που προέκυψαν με τον εναγόμενο το 2001 όπου και ανέφερε ότι ο εναγόμενος ως γενικός διευθυντής της Ε.Ε.Π, του είχε δώσει γραπτή προειδοποίηση 2 μηνών ότι θα εγκαταλείψει το υποστατικό (προφανώς εννοεί το υποστατικό της συζύγου του το οποίο ενοικίαζε η εταιρεία του εναγόμενου) και ενώ πέρασαν οι δύο μήνες δεν εγκατέλειπε το υποστατικό παρά το ότι είχε μεταφέρει τα εμπορεύματα του σε νέο κατάστημα με εξαίρεση κάποια ευτελή προϊόντα. Οι ίδιοι δε είχαν προχωρήσει και το ενοικίασαν σε τράπεζα. Εκ των υστέρων ως ανέφερε αρνιόταν να τα παραλάβει, ενώ εξασφάλισε και διάταγμα στα πλαίσια αγωγής το 2001 για να εισέλθει στο υποστατικό και παρά ταύτα δεν τα παρέλαβε διότι, όπως ο ΜΕ υποστήριξε, ήταν άχρηστα αντικείμενα. Ακολούθως ως ανέφερε το διάταγμα απεσύρθη και πιο μετά ο εναγόμενος κατέθεσε εκδικητικά το 2005 την ποινική υπόθεση, όχι ως διευθυντής της πιο πάνω εταιρείας αλλά προσωπικά, ενώ γνώριζε ότι ο ίδιος προσωπικά δεν είχε καμία προσωπική περιουσία στα πράγματα που άφησε στο ενοικιαζόμενο κατάστημα. Εξ ου και, όπως υποστήριξε, όταν κατέθεσε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης δεν ανέφερε οτιδήποτε. Σε σχέση με το ζήτημα της ύπαρξης ή όχι προσωπικής περιουσίας του εναγόμενου στο υποστατικό και πότε αυτή του παρεδόθη ο ΜΕ προέβη σε διάφορες αναφορές κατά τη μαρτυρία του, αναφορά στις οποίες θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας. Σε υποβολή ότι η ποινική υπόθεση αφορούσε αυτά τα προσωπικά αντικείμενα και όχι τα προϊόντα της εταιρείας διαφώνησε και ανέφερε ότι κλήθηκε ο εναγόμενος στο Δικαστήριο να καταθέσει και απέτυχε πράγμα που αποφάσισε το Δικαστήριο, εφόσον δεν μπορούσε να παρουσιάσει οτιδήποτε διότι ψεύδεται. Σε υποβολή ότι και οι δύο αποφάσεις που εκδόθηκαν στην αγωγή 10474/01 τόσο η πρώτη όσο και αυτή που εκδόθηκε μετά από επανεκδίκαση, δικαιώνουν την Ε.Ε.Π. στην οποία επιδικάζουν αποζημιώσεις, ανέφερε ότι η υπόθεση της Ε.Ε.Π. είναι διαφορετικό πράγμα διότι ο ίδιος βρίσκεται στο Δικαστήριο τώρα, διότι με την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης ταλαιπωρήθηκε από τον εναγόμενο προσωπικά, τόσο ο ίδιος όσο και οι άλλοι ενάγοντες. Σε υποβολή ότι η ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε αφότου αναγνωρίστηκε από το πολιτικό Δικαστήριο ότι ο ίδιος είχε παράνομα εισέλθει στο υποστατικό, δέχθηκε εν τέλει ότι το Δικαστήριο είχε πει ότι μόνο με Δικαστική απόφαση θα μπορούσε να εισέλθει, αλλά ανέφερε ότι είχε προηγουμένως λάβει νομική συμβουλή ότι εφόσον είχε τερματιστεί το συμβόλαιο θα μπορούσε να λάβει την κατοχή. Σε υποβολή ότι έντιμα με βάση το Τεκμήριο 2, ο εναγόμενος είχε την πεποίθηση ότι δικαιούτο να καταχωρήσει εκείνη την ποινική υπόθεση εναντίον τους, ανέφερε ότι αυτό είναι η δική του άποψη και τόνισε πως η υπόθεση δικάστηκε και ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει ότι του πήραν προσωπικά αντικείμενα. Επίσης ο ΜΕ προώθησε έντονα τη θέση σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του ότι ο εναγόμενος είχε πολλές ευκαιρίες, στις οποίες αναφέρθηκε συγκεκριμένα, για να πάρει ό,τι αντικείμενα είχε στο επίδικο υποστατικό και παρά ταύτα παρέλειψε να το πράξει. Στη βάση αυτή απέρριψε και την υποβολή ότι ο εναγόμενος ζητούσε απελπισμένα τα προσωπικά του αντικείμενα και γι' αυτό καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το τιμολόγιο του δικηγόρου του Τεκμήριο 4 όπου και ανέφερε ότι κατέβαλε το ποσό του εν λόγω τιμολογίου, ερωτηθείς δε που είναι η απόδειξη ανέφερε ότι μπορεί να τη φέρει. Σε υποβολή ότι δεν κατέβαλε το ποσό εκείνο ανέφερε ότι αυτό είναι η άποψη του συνηγόρου του εναγόμενου. Ο εναγόμενος καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Β στα πλαίσια της οποίας ανέφερε ότι στις 31/5/1992 δυνάμει γραπτής συμφωνίας η Ε.Ε.Π., στην οποία ήταν μέτοχος και γραμματέας, ενοικίασε από την ενάγουσα 1 ένα ακίνητο εντός του οποίου άρχισε να διεξάγει τις εργασίες της. Συγκεκριμένα, το εν λόγω ακίνητο μετατράπηκε σε υπεραγορά. Περί τον Νοέμβριο του 2000 ειδοποίησε την ενάγουσα 1 ότι η Ε.Ε.Π. είχε πρόθεση να τερματίσει την ενοικίαση του εν λόγω υποστατικού και ότι θα παρέδιδε την κατοχή στην ίδια το αργότερο μέχρι την 31/12/
  7. Όπως επίσης ανέφερε πάρα το γεγονός ότι η Ε.Ε.Π. είχε ενοικιάσει νέο υποστατικό, εντούτοις δυστυχώς δεν έγινε κατορθωτό να μεταφερθούν όλα τα προϊόντα ιδιοκτησίας της στο νέο κατάστημα της μέχρι την 31/12/
  8. Στις 24/1/2000 διαπίστωσε ότι η ενάγουσα 1 μαζί με τον σύζυγο της, ενάγοντα 2, και τον τότε κοινοτάρχη του χωριού, ενάγοντα 3 παράνομα εισήλθαν στο υποστατικό που ενοικίαζε η Ε.Ε.Π. και μετακίνησαν διάφορα αντικείμενα και προϊόντα τόσο της εταιρείας όσο και προσωπικά του αντικείμενα. Μόλις πληροφορήθηκε τα πιο πάνω αποτάθηκε σε δικηγόρο και καταχωρήθηκε, εκ μέρους της Ε.Ε.Π. η αγωγή υπ' αριθμό 1145/
  9. Στην εν λόγω αγωγή μάλιστα εκδόθηκε, όπως ανέφερε, και προσωρινό διάταγμα με το οποίο οι ενάγοντες 1 και 2 διατάχθηκαν να παραδώσουν στην εταιρεία την κατοχή του εν λόγω υποστατικού. Πράγματι περί τις 6/2/2001 παραδόθηκαν στον ίδιο τα κλειδιά του εν λόγω καταστήματος. Μετέβη στο κατάστημα και διαπίστωσε ότι πέραν των αντικειμένων και προϊόντων της Ε.Ε.Π. τα οποία είχαν μετακινηθεί και/ή έλειπαν από το κατάστημα, απουσίαζαν και προσωπικά του αντικείμενα. Συγκεκριμένα είχε χαθεί ένας χαρτοφύλακας εντός του οποίου βρισκόταν το διαβατήριο του, το ρολόι του, διάφορα έγγραφα προσωπικής αλληλογραφίας και κάποια χρήματα. Στις 20/2/2001, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η αγωγή 1145/01 συναντήθηκε με τους ενάγοντες 1 και 2 στο Δικαστήριο και μαζί με τους δικηγόρους τους κατέληξαν σε συμβιβασμό, με τον οποίο ο ίδιος θα αποδεχόταν την ακύρωση του εν λόγω διατάγματος και οι ενάγοντες θα του παραχωρούσαν χρόνο για να μεταφέρει τα προϊόντα της Ε.Ε.Π. στο νέο της κατάστημα και θα του επέστρεφαν και τα προσωπικά του αντικείμενα. Πράγματι ως ανέφερε έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να αποσύρει την εν λόγω αίτηση και να ακυρωθεί το διάταγμα που είχε εκδοθεί προς όφελος της Ε.Ε.Π.. Ήταν όμως η θέση του ότι δυστυχώς και παρά το γεγονός ότι τήρησε τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει, οι ενάγοντες δεν του επέτρεψαν να εισέλθει στο κατάστημα για να παραλάβει τα αντικείμενα και προϊόντα της Ε.Ε.Π., αλλά ούτε και του επέστρεψαν τα προσωπικά του αντικείμενα. Προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία τόσο αναφορικά με τα προϊόντα της Ε.Ε.Π. όσο και για τα προσωπικά του αντικείμενα. Πέραν της καταγγελίας στην Αστυνομία έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του και καταχωρήθηκε η αγωγή υπ' αριθμό 10474/01 εκ μέρους της Ε.Ε.Π. εναντίον της ενάγουσας
  10. Η εν λόγω αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση και στις 28/7/2005 εκδόθηκε απόφαση με την οποία το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η ενάγουσα επενέβη παράνομα στο εν λόγω κατάστημα και της επιδικάστηκαν ονομαστικές αποζημιώσεις. Η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εφεσιβλήθηκε από την Ε.Ε.Π. και κατά τη διαδικασία της Έφεσης διατάχθηκε η επανεκδίκαση της. Η εν λόγω υπόθεση επανεκδικάστηκε τελικά και στις 30/4/2010 εκδόθηκε απόφαση (βλ. Τεκμήριο 5) με την οποία και πάλι το Δικαστήριο αναγνώρισε την παράνομη επέμβαση εκ μέρους της ενάγουσας και επεδίκασε και πάλι ονομαστικές αποζημιώσεις προς όφελος της Ε.Ε.Π.. Από τις 24/1/2001 ημερομηνία κατά την οποία οι ενάγοντες επενέβησαν παράνομα στο υποστατικό της Ε.Ε.Π. και αφαίρεσαν τον προσωπικό του χαρτοφύλακα, εντός του οποίου όπως ανέφερε βρίσκονταν διάφορα προσωπικά του αντικείμενα, προσπαθούσε είτε μέσω της Αστυνομίας είτε μέσω ακόμα και του Υπουργείου Δικαιοσύνης να του επιστραφούν χωρίς όμως να βρίσκει ανταπόκριση. Μέτα λοιπόν την έκδοση της απόφασης ημερ. 28/7/2005 (βλ. Τεκμήριο 2) και αφού πλέον το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι οι ενάγοντες παράνομα εισήλθαν εντός του καταστήματος της Ε.Ε.Π. καταχώρησε εναντίον τους την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 30705/
  11. Ως υποστήριξε η πιο πάνω υπόθεση καταχωρήθηκε αφού οι ενάγοντες όπως αναγνωρίστηκε και με την απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 10474/01 παράνομα εισήλθαν εντός του καταστήματος της Ε.Ε.Π. και αφαίρεσαν τα προσωπικά του αντικείμενα. Ήταν η θέση του ότι το γεγονός της αφαίρεσης και της κατακράτησης του εν λόγω χαρτοφύλακα παραδέχθηκε και ο εναγόμενος 2 κατά την μαρτυρία του στην παρούσα διαδικασία. Περαιτέρω ανέφερε ότι την πιο πάνω υπόθεση τη χειρίστηκε προσωπικά και πράγματι στις 27/4/2007 το Δικαστήριο αθώωσε τους κατηγορούμενους. Ως ανέφερε επειδή είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τη μαρτυρία του ενάγοντα 2 στο Δικαστήριο, θα ήθελε να αναφέρει ότι την εν λόγω ποινική υπόθεση δεν την καταχώρησε εκδικητικά, αλλά για να αποδοθεί δικαιοσύνη αφού όπως φαίνεται και από τις αποφάσεις Τεκμήρια 2 και 5, οι ενάγοντες παράνομα εισήλθαν εντός του καταστήματος της Ε.Ε.Π.. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω ανέφερε ότι παρόλο που η ποινική υπόθεση εναντίον των ενάγοντων ολοκληρώθηκε με την απόφαση ημερ. 27/4/2007 η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σχεδόν τρία χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 2/2/2010 και πρόσθεσε πως είναι η θέση του ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες για να ασκηθούν πιέσεις προς το πρόσωπο του, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο εκκρεμούσε εναντίον τους η επανεκδίκαση της υπόθεσης 10474/
  12. Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας προς αποφυγή επαναλείψεων. Δ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στην αξιολόγηση προβαίνω έχοντας υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας

(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω επίσης πως κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψη σειρά από παράγοντες οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η αμεσότητα και η συνοχή των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη αντιφάσεων ή υπερβολών σε αυτές, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η ειλικρίνεια τους, η μνήμη τους και εν γένει η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου είχα και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212 [1]) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψη και την αρχή ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, αλλά όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, εξετάζεται συνολικά υπό το φως όλης της δοθείσας μαρτυρίας. Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγούν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Aντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική. Τουναντίον τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν. Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψη και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Αρχίζοντας από τον ΜΕ πρέπει να πω ότι προσεγγίζω τη μαρτυρία του με ιδιαίτερη προσοχή έχοντας κατά νου το άμεσο σύμφέρον του ίδιου και της συζύγου του (ενάγουσας 1) από την έκβαση της παρούσας, αλλά και λόγω του ιστορικού που φαίνεται να έχουν οι διάδικοι και τη φυσιολογική πικρία που υπάρχει ανάμεσα τους. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του πρέπει κατ' αρχάς να σημειώσω ότι πολλές εκ των θέσεων του δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του, με αποτέλεσμα να κρίνονται αποδεκτές και να αποτελούν συνάμα και ευρήματα του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκαν οι θέσεις του περί του ότι η ενάγουσα 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύζυγος του, ηλικίας περίπου 50 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτοικος Παλαιχωρίου, μητέρα 3 παιδιών ηλικίας 24, 22 και 19 ετών και ότι εργαζόταν ως τραπεζικός υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα για 30 συναπτά έτη. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι ήταν πρόσωπο που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από το κοινωνικό και εργασιακό της περιβάλλον και ήταν γνωστή για την εντιμότητα και ηθική της. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι ο ίδιος ο ΜΕ κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ηλικίας περίπου 52 ετών, κάτοικος Παλαιχωρίου, σύζυγος της ενάγουσας 1 και εργαζόταν ως υπάλληλος στο Τμήμα Δημοσίων Έργων στην Επαρχία Λευκωσίας και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από το κοινωνικό και εργασιακό του περιβάλλον και ήταν γνωστός για την εντιμότητα και ηθική του. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι ο εναγόμενος ήταν ένας εκ των διευθυντών και ο γραμματέας της Ε.Ε.Π., η οποία διατηρούσε μπακάλικο στο Παλαιχώρι και ότι η ενάγουσα 1 ήταν ιδιοκτήτρια του υποστατικού στη Λεωφόρο Ελευθερίας αρ. 5 στο Παλαιχώρι, το οποίο ενοικίαζε στην πιο πάνω εταιρεία για τους σκοπούς των εργασιών της. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε (αντίθετα επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον εναγόμενο με τη μαρτυρία του) ότι ο εναγόμενος ως διευθυντής της Ε.Ε.Π τους είχε δώσει προειδοποίηση περί το Νοέμβριο του 2000 ότι θα εγκατέλειπε το πιο πάνω υποστατικό μέχρι 31/12/2000 και ενώ η εν λόγω προθεσμία παρήλθε δεν εγκατέλειπε το υποστατικό, η δε ενάγουσα 1 το είχε ενοικιάσει σε τρίτο πρόσωπο και οι ενάγοντες επιχείρησαν μετά τη λήξη των δύο μηνών, να λάβουν και έλαβαν την κατοχή του εν λόγω υποστατικού περί τις 24/1/2001. Επίσης κοινό τόπο αποτέλεσε και το γεγονός ότι ακολούθως η Ε.Ε.Π. ήγειρε την αγωγή 1145/2001 στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο η Ε.Ε.Π. δια του εναγόμενου διευθυντή της, έλαβε στην κατοχή της το επίμαχο κατάστημα για την περίοδο από 6/2/2001 μέχρι 20/2/2001. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι η Ε.Ε.Π. μετέπειτα ήγειρε την αγωγή 10474/2001 (η οποία ως φαίνεται για κάποια περίοδο συνυπήρχε με την 1145/01) στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 28/7/2005 (βλ. Τεκμήριο 2). Επίσης μη αμφισβητούμενο είναι και το γεγονός ότι η απόφαση στην αγωγή 10474/01 ημερ. 28/7/2005 (Τεκμήριο 2) ανετράπη κατ' έφεση στις 26/3/2008 με την έφεση Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ v. Γεωργία Στυλιανού
(2008)1Α ΑΑΔ 349 (η οποία αποτελεί δικαστική γνώση) και διατάχθηκε η επανεκδίκαση της από το Επαρχιακό Δικαστήριο με άλλη σύνθεση οπόταν και στις 30/4/2010 εκδόθηκε τελική απόφαση στην εν λόγω υπόθεση (βλ. Τεκμήριο 5). Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ούτε και η θέση του ότι μετά από την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 28/7/2005 και αφού ο εναγόμενος είχε αποταθεί στην Αστυνομία χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε μέτρο εναντίον των εναγόντων, ο εναγόμενος προσωπικά κατά ή περί τα τέλη του 2005 καταχώρησε ιδιωτική ποινική υπόθεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ως παραπονούμενος εναντίον και των τριών εναγόντων στην παρούσα αγωγή και συγκεκριμένα την υπόθεση με αριθμό 30705/2005 (βλ. σχετικό κατηγορητήριο - Τεκμήριο 1), με την οποία οι τρεις ενάγοντες κατηγορούντο ότι κατά ή περί τις 24/01/2001 προέβηκαν σε διάρρηξη και εισήλθαν στο κατάστημα του εναγόμενου με σκοπό την διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία), ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή, στις 24/01/2001 εισήλθαν στο κατάστημα και έκλεψαν μια ταμειακή μηχανή με άγνωστο αριθμό χρημάτων και άλλων αντικειμένων η συνολική αξία των οποίων ξεπερνά τις Λ.Κ.25.000.- (2η κατηγορία), και ότι κατά την ίδια ημερομηνία κατέχουν μια ταμειακή μηχανή με άγνωστο αριθμό χρημάτων και σωρεία αντικειμένων και/ή εμπορευμάτων για τα οποία υπάρχουν εύλογες υποψίες ότι είναι κλοπιμαία (3η κατηγορία). Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι οι ενάγοντες κατά ή περί τις 28/02/2006 εμφανίστηκαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το οποίο επιλήφθηκε της αναφερόμενης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης, όπου τους απαγγέλθηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες από τον ίδιο τον εναγόμενο ως παραπονούμενο και οι ενάγοντες δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες. Επίσης αδιαμφισβήτη παρέμεινε η θέση του ότι, η αναφερόμενη ιδιωτική ποινική υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση και ορίστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 19/07/2006, 19/12/2006, 27/02/2007, 1/03/2007, 23/03/2007, 27/03/2007 και 4/04/2007, ημερομηνίες κατά τις οποίες οι ενάγοντες παρουσιάζονταν υποχρεωτικά ανελλιπώς. Επίσης ουδόλως αμφισβητήθηκε η θέση του ότι η ποινική τους δίωξη άρχισε και συνέχισε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με αποκλειστική ευθύνη και ενέργειες του εναγόμενου, ο οποίος συνέταξε και καταχώρησε το ως άνω αναφερόμενο κατηγορητήριο, παρουσιαζόμενος ο ίδιος ως ο παραπονούμενος και η κατηγορούσα αρχή. Επίσης ήταν αποδεκτό ότι η ποινική δίωξη των εναγόντων και ειδικότερα η ιδιωτική ποινική υπόθεση με αρ. 30705/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας είχε ανεπιτυχή κατάληξη από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, αφού με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 27/04/2007 (βλ. Τεκμήριο 3) όλοι οι ενάγοντες (και οι τρεις) αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Επίσης η θέση του ΜΕ1 ότι εισήλθε στο υποστατικό κατά τον κρίσιμο χρόνο με μόνο σκοπό να λάβει την κατοχή του, δεν αμφισβητήθηκε στην ουσία, αφού σε κανένα στάδιο δεν του υπεβλήθη ότι ο σκοπός του όταν εισήλθε στο επίδικο υποστατικό στις 24/1/2001 ήταν για να διαπράξει κακούργημα. Η δε μαρτυρία του ήταν σαφής και συνεπής αφού ο μάρτυρας υποστήριξε με συνέπεια ότι ο ίδιος αποτάθηκε και έλαβε νομική συμβουλή, (ασχέτως αν αυτή ήταν ορθή ή εσφαλμένη), ότι θα μπορούσε με την πάροδο της δοθείσας προθεσμίας να εισέλθει και να λάβει την κατοχή του επίδικου υποστατικού. Εξ άλλου φαίνεται ότι και από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του παραπονούμενου στην ποινική δίκη (που ήταν και η μόνη πλευρά που παρουσίασε μαρτυρία, αφού η υπόθεση απερρίφθη στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως) καταδείχθηκε ακριβώς ότι η είσοδος των κατηγορουμένων την 24/1/2001 αποσκοπούσε στην ανάκτηση κατοχής του επίδικου καταστήματος από την ιδιοκτήτρια, μετά που ο εναγόμενος εκπροσωπώντας την Ε.Π.Π. με επιστολή του ημερ. 2/11/2000 τερμάτισε τη σύμβαση μίσθωσης που υπήρχε μεταξύ τους (βλ. σελίδα 8 του Τεκμηρίου 3). Πέραν των πιο πάνω η ίδια η υπεράσπιση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, τόσο δια της αντεξέτασης του ΜΕ όσο και με τη μαρτυρία του εναγόμενου προώθησε τη θέση ότι ο εναγόμενος όταν καταχωρούσε την επίμαχη ποινική υπόθεση είχε κατά νου τα αποφασισθέντα στην τελική απόφαση ημερ. 28/7/2005 (βλ. Τεκμήριο 2) η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της αγωγής 10474/
  1. Παρά το ότι η εν λόγω απόφαση παραμερίστηκε από το Εφετείο στις 26/3/2008 (μετά δηλαδή από την περάτωση της επίδικης ποινικής υπόθεσης), η εν λόγω απόφαση έχει τη σημασία της αφού ως έχω ήδη αναφέρει ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε κατά νου τα εκεί αποφασισθέντα όταν καταχωρούσε και προωθούσε την επίμαχη ποινική υπόθεση η οποία αποπερατώθηκε στις 27/4/
  2. Στην εν λόγω απόφαση δε (ημερ. 28/7/2005 - Τεκμήριο 2), το Δικαστήριο παρά το ότι αποφάσισε ότι η ενέργεια των (εδώ) εναγόντων να λάβουν την κατοχή του επίδικου ακινήτου αυτόβουλα ήταν παράνομη, αφού έπρεπε να προηγηθεί δικαστικό διάταγμα προς τούτο, σαφέστατα κατέληξε ότι ο λόγος για τον οποίο εισήλθαν οι ενάγοντες στο υποστατικό κατά την 24/1/2001 ήταν για να λάβουν την κατοχή του[2] και όχι για να διαπράξουν κακούργημα ή για να κλέψουν, αφού στην ίδια απόφαση διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε καμία παράνομη κατακράτηση περιουσίας από τους ενάγοντες, εφόσον η Ε.Ε.Π. δια μέσου του διευθυντή της (εναγόμενου) είχε πολλές ευκαιρίες για να πάρει ό,τι είχε απομείνει στο εν λόγω υποστατικό και παρά ταύτα παρέλειψε να το πράξει για δικούς της λόγους. Το μόνο σημείο από τη μαρτυρία του ΜΕ το οποίο αμφισβητήθηκε στην ουσία, ήταν η θέση του ότι δεν υπήρχε κάποια βάση η οποία δικαιολογούσε την καταχώρηση της υπόθεσης αυτής και το κατά πόσον η δίωξη αυτή έγινε κακόβουλα και εκδικητικά. Στα πλαίσια τέθηκε στον ΜΕ ότι ο εναγόμενος είχε προσωπικά αντικείμενα στο επίδικο υποστατικό τα οποία του κατακρατούσαν και πως τα αναζητούσε απελπισμένα και πως είναι για αυτά τα προσωπικά αντικείμενα που καταχώρησε εναντίον τους την επίμαχη ποινική υπόθεση, μετά που εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 10474/2001 ημερ. 28/7/2005 με την οποία αναγνωρίστηκε ότι παράνομα εισήλθαν στο υποστατικό. Επί τούτου ο μάρτυρας ήταν σαφής και σταθερός στη θέση του την οποία προέβαλε επανειλημμένα ενώπιον μου, ότι η δίωξη τους από τον εναγόμενο για κλοπή καθώς και για τα λοιπά αδικήματα του Τεκμηρίου 1, ήταν έξω από κάθε λογική δεδομένου ότι ο εναγόμενος είχε πάμπολλες ευκαιρίες για να πάρει ό,τι υπήρχε εντός του επίδικου υποστατικού, αφού αφενός είχε στην κατοχή του το επίδικο υποστατικό από 6/2/2001 μέχρι 20/2/2001 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1145/2001 και αφετέρου και ο ίδιος τον κάλεσε επανειλημμένα να πάρει τα πράγματα του χωρίς αυτός να έχει ανταποκριθεί. Η μαρτυρία του ΜΕ σε σχέση με το ζήτημα των ευκαιριών που είχε ο εναγόμενος για να λάβει τα αντικείμενα του, κρίνεται αποδεκτή για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ. Κατ' αρχάς δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ΜΕ ότι ο εναγόμενος είχε το υποστατικό στην κατοχή του δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου μεταξύ 6/2/2001 και 20/2/
  3. Περαιτέρω και ο ίδιος ο εναγόμενος, ο οποίος ας σημειωθεί ότι προέβαλε διάφορες και αντιφατικές εκδοχές ενώπιον μου επί του εάν του επέτρεψαν ή όχι οι ενάγοντες να έχει πρόσβαση στο υποστατικό μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος της αγωγής 1145/01 (βλ. αξιολόγηση της μαρτυρίας του ίδιου κατωτέρω), δεν αμφισβήτησε εν τέλει κατά την αντεξέταση του πως έλαβε, (μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος) τη διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 21/2/2001 με την οποία οι ενάγοντες τον καλούσαν να πάει και να λάβει τα όποια αντικείμενα είχε στο επίδικο υποστατικό, χωρίς να καταφέρει να προβάλει κάποια βάσιμη εξήγηση ως προς γιατί δεν πήρε αυτά που ήθελε από το επίδικο υποστατικό στις τόσες ευκαιρίες που του φαίνεται ότι του δόθηκαν. Φαίνεται εξ άλλου και μέσα από την παράθεση της εκδοχής του εναγόμενου στην αθωωτική απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου στην υπόθεση 30705/05 (βλ. Τεκμήριο 3 - σελ.6) ότι ο εναγόμενος είχε παραδεχθεί και εκεί πως μετά την ακύρωση του διατάγματος έλαβε επιστολές από τους ενάγοντες και συγκεκριμένα την ενάγουσα 1 με τις οποίες καλείτο επανειλημμένα ο εναγόμενος και η Ε.Ε.Π. να πάρουν τα πράγματα που άφησαν στο επίδικο υποστατικό. Αυτός ήταν μάλιστα και ο λόγος που το Δικαστήριο έκρινε εν τέλει πως δεν αποδείχθηκε η πρόθεση των κατηγορουμένων να αποστερήσουν τον παραπονούμενο μόνιμα από οποιαδήποτε αντικείμενα (βλ. σελ. 9 της απόφασης στην ποινική υπόθεση 30705/05, Τεκμήριο 3). Τέλος και στην απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 10474/01 ημερ. 28/7/2005 (βλ. Τεκμήριο 2) την οποία η ίδια η υπεράσπιση επικαλέστηκε, ισχυριζόμενη ότι την είχε κατά νου ο εναγόμενος όταν καταχωρούσε την επίμαχη ποινική υπόθεση, διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι δεν υπήρξε καμία παράνομη κατακράτηση περιουσίας από τους ενάγοντες, εφόσον η Ε.Ε.Π. δια μέσου του διευθυντή της (εναγόμενου) είχε πολλές ευκαιρίες για να πάρει ό,τι είχε απομείνει στο εν λόγω υποστατικό και παρά ταύτα παρέλειψε να το πράξει για δικούς της λόγους. Έχοντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω υπόψιν κρίνω πως, το γεγονός ότι ο ΜΕ δεν ήταν, ένεκα προφανώς και της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από το 2001 που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, απόλυτα σαφής ως προς το εάν είχε ή όχι ο εναγόμενος και προσωπικά αντικείμενα στο υποστατικό αναμεμειγμένα με αυτά της εταιρείας, δεν ενέχει τόση σημασία, όπως δεν ενέχει σημασία και η παραδοχή του ΜΕ ότι μέσα στα πράγματα που έμειναν στο υποστατικό είχε παραμείνει πράγματι και ένας χαρτοφύλακας με ένα ληγμένο διαβατήριο και 5-6 γερμανικά μάρκα, αφού η ουσία παραμένει ότι, όπως και πιο πάνω ανέφερα, στον εναγόμενο δόθηκαν αποδεδειγμένα και παραδεκτά ευκαιρίες για να παραλάβει τα όποια αντικείμενα είχαν παραμείνει στο υποστατικό, ακόμα και μετά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 1145/01, χωρίς όμως αυτός να το πράξει και χωρίς να έχει προβάλει σε οποιαδήποτε διαδικασία, συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας (βλ. και κατωτέρω στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγόμενου), οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία προς τούτο. Πέραν δε τούτου η θέση που τέθηκε στο ΜΕ ότι ο εναγόμενος προώθησε την επιμαχη ποινική υπόθεση για να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα καταρρέει, αφού στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης ούτε καν περιέλαβε στο κατηγορητήριο τέτοια αντικείμενα όπως το διαβατήριο, χαρτοφύλακα, ρολόι, σημειωματάρια, αλλά αντίθετα περιέλαβε αντικείμενα όπως την ταμειακή μηχανή, η οποία όμως όπως πολύ καλά και ο ίδιος γνώριζε, (αφού το ανέφερε και στα πλαίσια της μαρτυρίας του στην παρούσα), δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στην Ε.Ε.Π.. Επομένως και με εξαίρεση το σημείο που ανέφερα αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Ως προς το εάν βέβαια με τη μαρτυρία του απέδειξε επαρκώς τις ειδικές ζημιές που αξιώνει, σημειώνω ότι σχετική αναφορά θα γίνει πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης και συγκεκριμένα του ζητήματος της απόδειξης ζημιάς από το υπό εξέταση αδίκημα. Έρχομαι τώρα και στον εναγόμενο ο οποίος πραγματικά δεν άφησε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Σύγχυση, αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής και συνάφειας με τη λογική ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της μαρτυρίας του. Κατ' αρχάς η θέση την οποία προώθησε με πολλή έμφαση ότι δηλαδή το διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 1145/2001 δυνάμει του οποίου έλαβε την κατοχή από 6/2/2001 μέχρι 20/2/2001 ακυρώθηκε εκ συμφώνου, επειδή συμφωνήθηκε να του επιτρέψουν να πάρει τα εναπομείναντα πράγματα της Ε.Ε.Π. και τα προσωπικά του αντικείμενα, υπόσχεση που αθέτησαν, εξ ου και αναγκάστηκε να καταχωρήσει την ποινική υπόθεση ως το Τεκμήριο 1, δεν δικογραφείται και δεν τέθηκε στον ΜΕ όταν κατέθετε για να τοποθετηθεί, χωρίς προς τούτο να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Εν πάση περιπτώσει ως έχει ήδη λεχθεί στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ, η όλη συλλογιστική του εναγόμενου ακόμα και σε αυτή τη βάση είναι προβληματική επί των δικών της όρων. Κατ΄ αρχάς ενώ η θέση του ως αναφέρεται στην γραπτή του δήλωση (βλ. παρ. 12 ) είναι ότι μετά την ακύρωση του διατάγματος δεν του επέτρεψαν να εισέλθει στο κατάστημα, κατά την αντεξέταση του και παρ' όλο που δεν δέχθηκε αρχικά ότι του απέστειλαν επιστολή οι ενάγοντες για να πάει να παραλάβει τα αντικείμενα του, εντούτοις δέχθηκε ότι του έδωσαν τα κλειδιά για να εισέλθει. Προέβαλε δε τη θέση ότι μετά από κάποι χρόνο άλλαξαν την κλειδωνιά και δεν μπορούσε πλέον να εισέλθει. Εν τέλει βέβαια θα πρέπει να σημειωθεί πως ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε ότι ακόμα και μετά την ακύρωση του ως άνω αναφερθέντος διατάγματος, οι ενάγοντες τον κάλεσαν με διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 21/2/2001 να παραλάβει τα όποια αντικείμενα επιθυμούσε χωρίς να καταφέρει να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν το έπραξε[3]. Περαιτέρω επαναλαμβάνω αυτό που ανέφερα και πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης του ΜΕ, ότι δηλαδή φαίνεται ότι ο εναγόμενος και στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης είχε αποδεχθεί ότι έλαβε 3 επιστολές με τις οποίες τον καλούσαν να παραλάβει τα αντικείμενα που υπήρχαν εντός του επίδικου καταστήματος (βλ. Τεκμήριο 3, σελ. 6). Ως προς τη θέση που επιχείρησε να προβάλει σε κάποια σημεία ότι δήθεν δεν προλάβαινε να πάρει τα αντικείμενα του, ούτε αυτή μπορεί να γίνει πιστευτή και πιο κάτω επεξηγώ το λόγο. Ενώ ισχυρίζεται ότι τα προσωπικά του αντικείμενα για τα οποία δήθεν κίνησε την ιδιωτική ποινική υπόθεση ήταν τόσο σημαντικά, και ενώ είχε με διάταγμα Δικαστηρίου στην κατοχή του το υποστατικό για 15 μέρες, δεν έσπευσε να τα πάρει αυτά πρώτα, παρόλο που ως εκ της περιγραφής τους (χαρτοφύλακας, ρολόι χρήματα, διαβατήριο, σημειωματάρια) ήταν πολύ εύκολο να μετακινηθούν. Η δε θέση που πρόβαλε ερωτηθείς σχετικά γιατί δεν πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα αφού είχε στην κατοχή του το επίδικο υποστατικό με διάταγμα Δικαστηρίου όπου ανέφερε «Δεν πρόλαβα ήταν τόσα πολλά μέσα που έπρεπε να τα πιάσω όλα που έπιασα τζιείνα τα οποία χρειαζόμουν διότι είχα ενοικιάσει άλλο κατάστημα για να μπορέσω σε κάποιο χρόνο να συνεχίσω την εργασία μου», δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Σημειώνω δε ότι παρόλο που στη δήλωση που κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του είχε προβάλει τη θέση ότι ο χαρτοφύλακας και τα άλλα του αντικείμενα είχαν χαθεί, όπως προκύπτει από την πιο πάνω απάντηση του την οποία παρέθεσα αυτούσια ο εναγόμενος, εν τέλει δεν ισχυρίστηκε ότι τα εν λόγω αντικείμενα δεν ήταν εκεί, αλλά η θέση που πρόβαλε ήταν ότι ο ίδιος δήθεν δεν πρόλαβε να τα πάρει. Θεωρώ δε αδιανόητο να είχε στην κατοχή του το υποστατικό για 15 ολόκληρες μέρες, να γνώριζε ότι είχε χρήματα ή άλλα προσωπικά και απαραίτητα αντικείμενα και να μην έσπευσε να τα πάρει αυτά πρώτα. Καμία δε λογική εξήγηση δόθηκε ως προς το γιατί δεν μπορούσε να τα πάρει με ευκολία όταν, ως είναι παραδεκτό, τον καλούσαν μετά με επιστολές να το πράξει. Σε υποβολή δε ότι είχε πάμπολλες φορές την ευκαιρία να πάει και να παράλαβει τα εμπορεύματα του και ο ίδιος επέλεξε να μην πάει διότι προφανώς δεν τον ενδιέφεραν, ανέφερε ότι δεν θυμάται τις ημερομηνίες και πως σε 10 ή 20 ημέρες έκλεισαν την αποθήκη άλλαξαν τα κλειδιά και δεν του επέτρεπαν να μπει μέσα. Ακόμα όμως και έτσι να ήταν τα πράγματα, και πάλιν δεν είναι αντιληπτό γιατί αυτό το διάστημα που ανέφερε δεν ήταν επαρκές διάστημα για να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα που ήταν εκεί, τα οποία ως εκ της περιγραφής τους (χαρτοφύλακας, ρολόι, διαβατήριο, σημειωματάριο) θα ήταν πολύ εύκολο να μετακινηθούν μέσα σε λίγα λεπτά. Περαιτέρω και λαμβανομένων υπόψιν όλων των ανωτέρω δεν γίνεται αντιληπτό πώς ο εναγόμενος κατέληξε και μάλιστα μετά από 4 περίπου χρόνια ότι οι ενάγοντες είχαν πρόθεση να κλέψουν οποιαδήποτε αντικείμενα από τον ίδιο προσωπικά. Η δε θέση του ότι για την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης στηρίχθηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 10474/01 ημερ. 28/7/2005 (Τεκμήριο 2) με την οποία αναγνωρίστηκε ότι οι ενάγοντες παράνομα εισήλθαν εντός του υποστατικού και αφαίρεσαν τα προσωπικά του αντικείμενα, κατέρρευσε όταν ερωτηθείς που αναφέρεται κάτι τέτοιο στην απόφαση απέφευγε να απαντήσει και εν τέλει δεν κατάφερε να δείξει που αναφέρεται ότι οι ενάγοντες του αφαίρεσαν τα προσωπικά του αντικείμενα, καθιστώντας έτσι την προβαλλόμενη από αυτόν θέση εντελώς αυθαίρετη. Ανάγνωση δε της σχετικής απόφασης εύκολα καταδεικνύει ότι πουθενά δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Τουναντίον αναφέρεται ότι δεν έχει αποδειχθεί παράνομη κατακράτηση περιουσίας εξ ου η πτυχή εκείνη της αξίωσης απερρίφθη. Η δε απάντηση του εναγόμενου σε σχετική ερώτηση ήταν όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις εντελώς ασυνάρτητη. Πέραν τούτου η εξίσου έντονη θέση που προώθησε ότι δηλαδή καταχώρησε την ποινική υπόθεση γνήσια επειδή ήθελε να βρει το δίκαιο του και επειδή ήθελε πολύ τα προσωπικά του αντικείμενα (χαρτοφύλακα, διαβατήριο, ρολόι, σημειωματάριο) και ειδικά το διαβατήριο του, δεν μπορεί επ' ουδενί λόγο να γίνει πιστευτή, αφού είναι προφανέστατα ψευδής. Όχι μόνο διότι δεν συνάδει με το γεγονός ότι κίνησε τη διαδικασία με υπέρμετρη καθυστέρηση, (ακόμα και αν ληφθεί υπόψιν ότι είχε αποταθεί στις αρμόδιες αρχές ως ισχυρίστηκε), ήτοι περί τα 4 έτη μετά που κατ' ισχυρισμό τα απώλεσε, αλλά κυρίως διότι στην ποινική διαδικασία που δήθεν κίνησε για αυτά τα προσωπικά του αντικείμενα δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτά, αλλά αντίθετα κάνει αναφορά μεταξύ άλλων σε ταμειακή μηχανή (βλ. κατηγορία 2 - Τεκμήριο 1) που ως ο ίδιος παραδέχθηκε ενώπιον μου ανήκε στην Ε.Ε.Π. και όχι τον ίδιο καθώς και σε εμπορεύματα (βλ. τρίτη κατηγορία Τεκμήριο 1). Για τα δε χρήματα που αναφέρει, δεν ήταν σίγουρος ούτε καν στο στάδιο που κατέθετε ενώπιον μου αν υπήρχαν και αν ανήκαν στον ίδιο ή στην εταιρεία του και παρά ταύτα κίνησε την ποινική διαδικασία προσωπικά, κατηγορώντας τους ενάγοντες ότι του απέσπασαν χρήματα, χωρίς στην ουσία ο ίδιος να είναι βέβαιος ακόμα και σήμερα αν υπήρχαν χρήματα και πόσα, και πόσα ανήκαν στον ίδιο και πόσα στην Ε.Ε.Π. Χαρακτηριστική ήταν η απάντηση του ερωτηθείς ποια ήταν τα προσωπικά αντικείμενα που διεκδικούσε όπου ανέφερε, «Τον χαρτοφύλακα μου υπ' αριθμό 1, χρήματα τα οποία πρέπει να είχα ή κάπου πρέπει να είχα ή δικα μου ή της εμπορικής, ή τους μετόχους, όλα τα σχετικά με τις μετοχές με ούλλα τα οποία έμειναν μέσα τζιαί δεν μπορούσα να πιάσω τίποτε, ούτε τα σημειωματάρια μου, τα προσωπικά μου αντικείμενα, τα ημερολόγια μου»[4]. Από το σύνολο δε της μαρτυρίας του ήταν προφανέστατο ότι ο ίδιος ακόμα και σήμερα δεν ξέρει τι είναι αυτό ακριβώς που ισχυρίζεται ότι υπήρχε μέσα στο κατάστημα του. Σχετική είναι η πιο κάτω αναφορά του «. Ενώ αθωώθηκα δύο φορές ότι παράνομα εισήλθαν στο υποστατικό μου τζιαί αυτό πραγματικότητα που μου είπαν όχι τόσο τα της εμπορικής που διέλυσε η εμπορική αλλά τα προσωπικά μου αντικείμενα τζιαί περισσότερο δεν γνωρίζω ακριβώς τι είχαν μέσα στο κατάστημα δικά μου». Τούτου δοθέντος παραμένει άγνωστο πώς κατέληξε ότι τα κατ' ισχυρισμόν κλαπέντα ήταν αξίας πέραν των Λ.Κ.25.000, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν ότι ο ίδιος ισχυρίστηκε καταχώρησε την ποινική υπόθεση για να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα τα οποία προσδιόρισε ως χαρτοφύλακα, διαβατήριο, ρολόι, αλληλογραφία, σημειωματάρια και έγγραφα μετόχων της εταιρείας. Περαιτέρω ήταν σαφές από τη μαρτυρία του και άλλωστε το ισχυρίζεται και ο ίδιος στη δήλωση του και το παραδέχθηκε και κατά την αντεξέταση του, ότι το κατάστημα το ενοικίαζε η Ε.Ε.Π. επομένως δεν είναι αντιληπτό επί ποιας βάσης ο ίδιος ισχυρίστηκε στο κατηγορητήριο οτι οι ενάγοντες «εισήλθαν στο κατάστημα του παραπονούμενου», δηλαδή του ίδιου. Ερωτηθείς δε γιατί καταχώρησε την ποινική υπόθεση με προσωπική ιδιότητα αφού το κατάστημα το ενοικίαζε η εταιρεία, ανέφερε «Το έκαμα γιατί στην πραγματικότητα αθέτησαν την υπόσχεση τους να με αφήσουν με το διάταγμα να πιάσω τα πράγματα μου», απάντηση η οποία πέραν του ότι καταδεικνύει την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων για την προώθηση της ποινικής διαδικασίας, στερείται εν πάση περιπτώσει και ερείσματος αφού όπως και πιο πάνω αναφέρεται εν τέλει δεν αμφισβητήθηκε ότι τόσο με το διάταγμα όσο και μετά οι ενάγοντες είχαν επιτρέψει στον εναγόμενο να πάει και να πάρει ό,τι ήθελε από το εν λόγω υποστατικό. Σε πολλά άλλα δε σημεία η μαρτυρία του ήταν εντελώς αντιφατική, και δυσνόητη ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που απέφευγε να απαντήσει στο ερώτημα που του τίθετο. Για παράδειγμα ενώ προώθησε τη θέση ότι αποτάθηκαν σε διάφορες αρχές έκανε καταγγελίες και «είχε άρνηση» και από την Αστυνομία και από τους βουλευτές και από όλους, ερωτηθείς στη συνέχεια αν αρνούνταν να τον βοήθησουν ανέφερε ότι δεν ήταν άρνηση, «αλλά τον παρέπεμπαν σε άλλες διαδικασίες και σε μιαν υπομονή». Αντιφατικές και δυσνόητες ήταν και οι απαντήσεις του, κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τις θέσεις που πρόβαλε ότι η παρούσα καταχωρήθηκε για να του ασκηθούν πιέσεις από τους ενάγοντες, θέσεις οι οποίες λόγω και της γενικότερης του αναξιοπιστίας δεν μπορούν να κριθούν βάσιμες και απορρίπτονται. Σε άλλο σημείο και σε υπόδειξη ότι αποφάνθηκαν δύο δικαστήρια ότι δεν απέδειξε ότι είχε εντός του καταστήματος εμπορεύματα και ότι τα αφαίρεσαν οι ενάγοντες, ανέφερε ότι περίμενε να πάρει τα προσωπικά του αντικειμενα μέσω των αγωγών. Ερωτηθείς γιατί τότε στις αγωγές δεν είναι και αυτός προσωπικά ενάγοντας, η απάντηση του ήταν και πάλιν δυσνόητη. Η εντύπωση που άφησε εν γένει ο εναγόμενος ήταν φτωχή και σίγουρα δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του για να εξαγάγω οποιαδήποτε ευρήματα επί ζητημάτων αμφισβητούμενων. Ε. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης και πέραν της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας του ΜΕ1 η οποία παρατίθεται πιο πάνω στα πλαίσια αξιολόγησης του εν λόγω μάρτυρα, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα:
  4. Ότι οι ενάγοντες κατά την 24/1/2001 εισήλθαν στο επίδικο υποστατικό έχοντας ως σκοπό τους την ανάκτηση της κατοχής αυτού, αφότου ο εναγόμενος ως διευθυντής της Ε.Ε.Π. είχε αποστείλει επιστολή με την οποία τερμάτιζε την ενοικίαση και τους ενημέρωνε ότι θα παρέδιδε την κατοχή μέχρι 31/12/2000, πράγμα όμως που παρέλειψε να πράξει, και μέχρι τις 24/1/2001 δεν είχε παραδώσει την κατοχή του εν λόγω ακινήτου.
  5. Ο εναγόμενος έλαβε την κατοχή του επίδικου ακινήτου από 6/2/2001 μέχρι 20/2/2001 με διάταγμα Δικαστηρίου στην αγωγή 1145/
  6. Ότι ο ενάγων 2 κάλεσε τον εναγόμενο να παραλάβει τα όποια αντικείμενα είχε αφήσει στο επίδικο υποστατικό και η ενάγουσα 1 απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 21/2/2001 την οποία ο εναγόμενος παρέλαβε, με την οποία τον καλούσε να παραλάβει τα όποια αντικείμενα είχε αφήσει στο επίδικο υποστατικό, χωρίς όμως αυτός να το πράξει.
  7. Ότι κατά το χρόνο καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης 30705/05 είχε ήδη εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή 10474/01 ημερ. 28/7/2005, η οποία ανατράπηκε κατ' έφεση μετά την περάτωση της πιο πάνω αναφερθείσας ποινικής υπόθεσης ήτοι στις 26/3/
  8. Ότι το επίδικο υποστατικό δεν ενοικιάζετο από τον εναγόμενο προσωπικά αλλά από την Ε.Ε.Π., εταιρεία στην οποία ο εναγόμενος ήταν μέτοχος, ότι η ταμειακή μηχανή που αναφέρεται στο κατηγορητήριο (Τεκμήριο 1) δεν ανήκε στον εναγόμενο, αλλά στην Ε.Ε.Π. καθώς και ότι ο εναγόμενος δεν ήταν βέβαιος ως προς το εάν υπήρχαν χρήματα στο επίδικο υποστατικό, και αν υπήρχαν πόσα ήταν ούτε σε ποιον ανήκαν (στον ίδιο ή την Ε.Ε.Π.). Εν τέλει δεν ήταν βέβαιος τι αντικείμενα υπήρχαν στο επίδικο υποστατικό κατά τον ουσιώδη χρόνο. ΣΤ. Νομική Πτυχή Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 «Κακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξη ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή - (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Νοείται ότι καμία αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία.» Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου «Κεφάλαιο 148 ΑΣΤΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1, σελ. 105: «Το αδίκημα της κακόβουλης δίωξης (malicious prosecution) αποτελεί την πιο συνηθισμένη μορφή αδικήματος κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με σκοπό πρόκληση ζημιάς σε άλλο.» Στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ 268 τέθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως εξής:
  1. Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα.
  2. Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα.
  3. Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας.
  4. Κακοβουλία.
  5. Ζημιά στον ενάγοντα συνεπεία της δίωξης. (Βλέπε επίσης και Αριστοδήμου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)1(Α) Α.Α.Δ.728, Κλεάνθους ν. Μιλτιάδους
(2006)1(Β) Α.Α.Δ.1111). Στην Αγγλική απόφαση της βουλής των Λόρδων Martin v. Watson
(1995)All E.R.559, 652, εκτίθενται οι πιο πάνω αρχές στο ακόλουθο απόσπασμα: «It is common ground that the ingredients of the tort of malicious prosecution are correctly stated in Clerk and Lindsell on Torts (16th edn, 1989) p1042 para 19-05: 'In an action of malicious prosecution the plaintiff must show first that he was prosecuted by the defendant, that is to say, that the law was set in motion against him on a criminal charge; secondly, that the prosecution was determined in his favour; thirdly, that it was without reasonable and probable cause; fourthly, that it was malicious. The onus of proving every one of these is on the plaintiff.'» Πιο κάτω θα προχωρήσω στην ανάλυση του καθενός εκ των συστατικών στοιχείων και θα εξετάσω κατά πόσον έχει ικανοποιηθεί υπό το φως της μαρτυρίας που έχει δοθεί και αξιολογηθεί καθώς και των ευρημάτων του Δικαστηρίου: 1. Έναρξη ποινικής διαδικασίας Όσον αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο και την έννοια του όρου «ποινική δίωξη» σχετική είναι η απόφαση Paikos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, όπου λέχθηκε ότι δυνάμει του κοινοδικαίου μπορεί να εγερθεί αγωγή για κακόβουλη δίωξη έστω και αν η πράξη του ενάγοντα δεν συνιστά ποινική δίωξη με την αυστηρή έννοια του όρου. Διαδικασίες που ενέχουν την πιθανότητα στέρησης της ελευθερίας του ατόμου, μπορούν να ενταχθούν στην έννοια της κακόβουλης δίωξης που προβλέπει το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Ως προς το ποιος θα πρέπει να είναι ο κατήγορος, σχετική είναι η υπόθεση Martin v. Watson (ανωτέρω), όπου αποφασίστηκε ότι ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος ενήργησε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να είναι ο άμεσα (directly) υπεύθυνος για την έναρξη της διαδικασίας. Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση η ευθύνη πρέπει να είναι δική του και όχι το αποτέλεσμα μιας πραγματικά ανεξάρτητης κρίσης να προωθήσει τη δίωξη η αστυνομία ή τρίτο πρόσωπο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος προσωπικά κίνησε τη διαδικασία του νόμου καταχωρώντας προσωπικά ως κατήγορος την ποινική υπόθεση με αρ. 30705/2005 εναντίον των εναγόντων, ως το κατηγορητήριο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 και το οποίο φέρει την υπογραφή του εναγόμενου ως παραπονούμενου. Επομένως θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση το εν λόγω συστατικό στοιχείο πληρούται.
  1. Λήξη της δίωξης υπέρ του ενάγοντα Όσον αφορά το δεύτερο συστατικό στοιχείο που επιβάλλει την απόδειξη ότι η ποινική δίωξη αποφασίστηκε υπέρ του ενάγοντα, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά, αφού το εν λόγω συστατικό στοιχείο μιλά αφ' εαυτού και αφορά ένα στην ουσία πραγματικό ζήτημα που σχετίζεται με το αποτέλεσμα της δίωξης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι η πιο πάνω αναφερθείσα ποινική δίωξη έληξε με την αθώωση όλων των εκεί κατηγορουμένων, εδώ εναγόντων (και των τριών) στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, ως η απόφαση ημερ. 27/4/2007 (βλ. Τεκμήριο 3).
  2. Μη ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας Η προϋπόθεση αυτή κρίνεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως επεξηγείται στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts 20th Edition para. 16-30 σελ. 1083, ο ενάγων πρέπει κατ' αρχάς να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία τείνει να καταδείξει την απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας για τη δίωξη, η οποία να υπήρχε στο μυαλό του εναγόμενου. Στα πλαίσια αυτά, όπως επεξηγείται, το ζητούμενο δεν είναι εάν με βάση τα πραγματικά γεγονότα δεν στοιχειοθετείτο ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου, εκτός εάν αποδειχθεί ότι τα γεγονότα αυτά ήταν γνωστά στον εναγόμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Εάν δε τα πραγματικά γεγονότα δεν ήταν εις γνώση του θα πρέπει να υποδειχθεί ποια ήταν τα γεγονότα που είχε υπόψιν του, προϋπόθεση η οποία πολλές φορές ικανοποιείται με την παρουσίαση των καταθέσεων που τέθηκαν ενώπιον του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Θα πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι ιδιαίτερα σε σχέση με ιδιώτες κατηγόρους η προϋπόθεση αυτή μπορεί να ικανοποιηθεί ανεξαρτήτως των γεγονότων, αν καταδειχθεί ότι ο εναγόμενος δεν πίστευε στη δίωξη που καταχώρησε, εφόσον εάν κάτι τέτοιο ισχύει εξυπακούει ότι για τον εναγόμενο δεν υπήρχε εύλογη και πιθανή αιτία στην προώθηση της δίωξης. Στην Herniman v. Smith [1938] A.C. 305 λέχθηκε ότι «An honest belief in the guilt of the accused based upon a full conviction, founded upon reasonable grounds, of the existence of a state of circumstances which, assuming them to be true, would reasonably lead any ordinary prudent and cautious man, placed in the position of the accuser, to the conclusion that the person charged was probably guilty of the crime imputed.». Όπως όμως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, (ανωτέρω) para. 16-49 σελ. 1095, ακόμα και εάν ένας εναγόμενος ειλικρινά πιστεύει ότι η δίωξη είναι δικαιολογημένη, ο ενάγων εξακολουθεί να μπορεί να καταδείξει απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας, με το να αποδείξει ότι δεν υπήρχε εύλογη βάση για την πίστη του εναγόμενου. Επίσης, μαρτυρία η οποία αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας. Δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας που να διασφαλίζει την καταδίκη αλλά ούτε και η πλήρης αξιολόγηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και η κρίση της αξιοπιστίας της (βλ. Dawson v. Vansandau
(1863)11 W.R. 516, Coudrat v. Revenue and Customs Commisioners [2005] EWCA Civ 616 και Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-39 και 16-
  1. Από την άλλη απλή ύπαρξη υποψίας δεν δικαιολογεί την καταχώρηση δίωξης (βλ. Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-41). Επίσης δεν θεωρείται μια δίωξη εύλογη όταν ο κατήγορος έχει γνώση γεγονότων τα οποία δίδουν μια καλή απάντηση στην κατηγορία. Και τούτο διότι ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παρ. 16-42 του ίδιου συγγράμματος, ένας κατήγορος δεν έχει δικαίωμα να διαλέγει μέσα από τη διαθέσιμη μαρτυρία και να ενεργεί μόνο με όσο μέρος αυτής καταδεικνύει ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη δίωξη. Παρά ταύτα όμως δεν αναμένεται να έχει διευρενήσει κάθε σχετικό γεγονός πριν την καταχώρηση της αγωγής ούτε και να εκλαμβάνει ως βάσιμη κάθε εκδοχή που προβάλλει η υπεράσπιση. Η λήψη νομικής συμβουλής θεωρείται ως ένας παράγοντας ο οποίος μπορεί να ληφθεί υπόψιν αλλά δεν θα πρέπει να θεωρείται ως αποφασιστικός παράγοντας. Αδιαμφισβήτητα εάν ο κατήγορος πιστεύει στα γεγονότα της υπόθεσης και έχει λάβει νομική συμβουλή από αρμόδιο νομικό στον οποίο έχει παραθέσει με δίκαιο τρόπο τα γεγονότα θα είναι δύσκολο να καταδειχθεί απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας (βλ. Clerk and Lindsell on Torts ανωτέρω, παρα. 16-45). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών θα προσεγγίσω το ζήτημα στην παρούσα. Στην προκειμένη περίπτωση κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αφού οι ενάγοντες αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και χωρίς ποτέ να κληθούν σε απολογία. Περαιτέρω από την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης ως τα έχω διαπιστώσει και πιο πάνω, στο μέρος όπου παρατίθενται τα «Ευρήματα», ήταν εις γνώση του εναγόμενου και από αυτά δεν προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε εύλογη και πιθανή αιτία για την καταχώρηση και προώθηση της επίμαχης δίωξης. Και εξηγώ:
  2. Ήταν εις γνώση του ότι το συγκεκριμένο υποστατικό ανήκε στην ενάγουσα 1 και ενοικιάζετο από την Ε.Ε.Π. καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο, αφού ο ίδιος ήταν διευθυντής της εν λόγω εταιρείας και χειριζόταν τις δοσοληψίες της με την ενάγουσα 1 η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και ήταν αυτός που απέστειλε την επιστολή τερματισμού της ενοικίασης (βλ. παρ. 3 της γραπτής του δήλωσης Εγγραφο Β). Είναι δε σαφές από το σύνολο της μαρτυρίας του ότι ο ίδιος αντιλαμβάνετο πλήρως το γεγονός ότι η εταιρεία αποτελεί διαφορετική οντότητα από τον ίδιο. Παρά ταύτα ήγειρε προσωπικά την ιδιωτική ποινική υπόθεση με την οποία ισχυρίζετο ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε διάρρηξη και εισήλθαν στο κατάστημα του ίδιου προσωπικά.
  3. Ήταν εις γνώση του η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 10474/2001 (ημερομηνίας 28/7/2005 - Τεκμήριο 2) την οποία μάλιστα επικαλέστηκε και ο ίδιος ως τη βάση για την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης. Στην εν λόγω απόφαση όμως το Δικαστήριο αφενός είχε αναγνωρίσει ότι ο σκοπός της εισόδου στο υποστατικό από τους ενάγοντες ήταν για ανάκτηση κατοχής του υποστατικού, αφότου ο ίδιος ο εναγόμενος ως διευθυντής της Ε.Ε.Π. είχε τερματίσει την ενοικίαση και όχι για τη διάπραξη κάποιου κακουργήματος και αφετέρου και εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε ότι υπήρξε κατακράτηση οποιασδήποτε περιουσίας, αφού όπως μεταξύ άλλων αναγνώρισε το Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη, η Ε.Ε.Π. είχε το υποστατικό στην κατοχή της για περίοδο από 6/2/2001 μέχρι 20/2/2001 και δεν έδωσε καμία δικαιολογία γιατί δεν παρέλαβε τα πράγματα για τα οποία παραπονείτο. Παρά ταύτα ο εναγόμενος καταχώρησε την επίδικη ποινική υπόθεση και ισχυρίζετο ότι οι ενάγοντες διέρρηκαν και εισήλθαν στο υποστατικό με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Περαιτέρω το ότι ο εναγόμενος δεν είχε στην κατοχή του, κατά τον χρόνο καταχώρησης της ποινικής υπόθεσης, οποιαδήποτε μαρτυρία που έτεινε καθ' οιονδήποτε τρόπο να καταδείξει ότι η είσοδος των κατηγορουμένων έγινε με σκοπό τη διάπραξη κάποιου κακουργήματος, φαίνεται από την κατάληξη του Δικαστηρίου στην ποινική υπόθεση 30705/05 η οποία κατάληξη στηρίχθηκε ουσιαστικά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά εναγόμενου/παραπονούμενου (αφού η υπόθεση απερρίφθη στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως). Συγκεκριμένα το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η μαρτυρία κατέδειξε ότι η είσοδος των κατηγορουμένων την 24/12/2001 αποσκοπούσε στην ανάκτηση κατοχής του επίδικου καταστήματος από την ιδιοκτήτρια του καταστήματος κατηγορούμενη 1 μετά που ο παραπονούμενος εκπροσωπώντας την Εμπορική Εταιρεία Παλαιχωρίου Λτδ με επιστολή του [Τεκμήριο 4] ημερ. 2/11/2000 τερμάτισε την σύμβαση μίσθωσης που υπήρχε μεταξύ τους [Τεκμήριο 1] τέλος του Δεκεμβρίου του 2000.»
  4. Καταχώρησε και προώθησε ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων για κλοπή και για κατοχή περιουσίας για την οποία υπάρχουν υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, ενώ γνώριζε πολύ καλά ότι είχε στη διάθεση του χρόνο από τις 6/2/2001 μέχρι 20/2/2001 δυνάμει του διατάγματος του Δικαστηρίου στην αγωγή 1145/01, για να λάβει τα όποια πράγματα είχε στο εν λόγω υποστατικό, ενώ και στη συνέχεια μετά την ακρύωση του εν λόγω διατάγματος δεν αρνήθηκε ότι τον κάλεσαν οι ενάγοντες με επιστολή 21/2/2001 να παραλάβει τα όσα είχαν μείνει χωρίς να το πράξει και χωρίς να δώσει οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία. Εξ άλλου το ότι γνώριζε κατά τον ουσιώδη χρόνο ότι οι ενάγοντες τον είχαν καλέσει να παραλάβει όποια αντικείμενα είχαν απομείνει στο επίδικο υποστατικό φαίνεται και από την ίδια απόφαση στην ποινική υπόθεση 30705/05 (Τεκμήριο 3) στη σελίδα 6, όπου παρατίθεται η εκδοχή του εναγόμενου, από την οποία προκύπτει ότι ο ίδιος δέχθηκε ότι παρέλαβε τις επιστολές Τεκμήρια 13, 14 και 15 με τις οποίες η ενάγουσα 1 (εκεί κατηγορούμενη 1) τον καλούσε σε διάφορες ημερομηνίες να παραλάβει τα αντικείμενα που άφησε στο επίδικο κατάστημα, στοιχείο στο οποίο το Δικαστήριο βασίστηκε για να καταλήξει αργότερα ότι «Τέλος δεν αποδείχθηκε πρόθεση των κατηγορουμένων να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από οποιαδήποτε αντικείμενα έχοντας υπόψη τις επιστολές της κατηγορούμενης 1 που καλούσε επανειλημμένα την εταιρεία και τον παραπονούμενο να πάρουν τα αντικείμενα που άφησαν στο επίδικο κατάστημα [αφού αυτά μεταφέρθηκαν και κλειδώθηκαν σε αποθήκη] [βλ. Τεκμήρια 13,14, 15]].»
  5. Ο εναγόμενος προέβαλε ως λόγο για την καταχώρηση ένα χαρτοφύλακα, διαβατήριο, ρολόι, διάφορα έγγραφα προσωπικής αλληλογραφίας, σημειωματάρια, έγγραφα μετόχων της Ε.Ε.Π., πλην όμως τίποτε από αυτά δεν εμφανίζεται στο κατηγορητήριο. Αντίθετα μάλιστα στο κατηγορητήριο εμφανίζεται ως αντικείμενο κλοπής μια ταμειακή μηχανή (βλ. κατηγορία 2 - Τεκμήριο 1), η οποία όπως και ο εναγόμενος παραδέχθηκε γνώριζε πολύ καλά ότι ήταν ιδιοκτησία της Ε.Ε.Π. η οποία όμως δεν ήταν παραπονούμενη στην υπόθεση και επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε οποιαδήποτε εύλογη και πιθανή αιτία για την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης ως το Τεκμήριο
  6. Πέραν τούτου και εφόσον ως ήδη λέχθηκε από τη μαρτυρία του ενώπιον μου διαφάνηκε ότι δεν γνώριζε καν τι αντικείμενα ακριβώς είχαν μείνει στο επίδικο υποστατικό και εφόσον δεν γνώριζε αν υπήρχαν χρήματα και πόσα και σε ποιον ανήκαν, δεν γίνεται αντιληπτό επί ποίας βάσης προέβη στην αναφορά ότι τα αντικείμενα που κλάπηκαν ήταν αξίας πέραν των Λ.Κ.25.000 ή ποια ήταν η εύλογη βάση που είχε για να προβάλει μια τέτοια κατηγορία, ιδιαίτερα αν τούτο συναρτηθεί προς το ότι ο ίδιος με την ποινική υπόθεση διεκδικούσε τα προσωπικά του αντικείμενα τα οποία προσδιόρισε ως χαρτοφύλακα, διαβατήριο, ρολόι, σημειωματάρια, έγγραφα αλληλογραφίας και έγγραφα μετόχων. Εν ολίγοις δηλαδή από όλα τα πιο πάνω προκύπτει ξεκάθαρα κατά την κρίση μου ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο που προέβη στην καταχώρηση της επίδικης ποινικής υπόθεσης, δεν είχε στη κατοχή του οποιαδήποτε στοιχεία που να δημιουργούν την πεποίθηση ότι η δίωξη των εναγόντων για τα αδικήματα του Τεκμηρίου 1 στηρίζετο σε εύλογη και πιθανή αιτία, αφού δεν είχε καμία απολύτως εύλογη βάση για να καταχωρήσει και μάλιστα προσωπικά την ποινική υπόθεση Τεκμήριο 1 εναντίον των εναγόντων. Αντίθετα μάλιστα από γεγονότα που ήταν στην προσωπική του γνώση ως άμεσα εμπλεκόμενου με το υποστατικό και τους ενάγοντες, προέκυπτε σαφέστατα ότι δεν υπήρχε καμία βάση για την καταχώρηση της υπό αναφορά ποινικής υπόθεσης. Ακόμα όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι ο εναγόμενος πίστευε στην ενοχή των εναγόντων[5], παρόλο που ως έχω αναφέρει τον έχω κρίνει παντελώς αναξιόπιστο, θεωρώ ότι υπό το φως των πιο πάνω δεν είχε καμία εύλογη βάση για την πίστη αυτή και επομένως και πάλι θα θεωρούσα ότι αποδεικνύεται αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Νομική δε συμβουλή δεν υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία ότι έλαβε, ενώ με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του ως αναξιόπιστη δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι οποιοσδήποτε και δη η Αστυνομία ή άλλη αρχή τον προέτρεψε να καταχωρήσει την επίμαχη ποινική υπόθεση. Ως προς τη θέση που πρόβαλε σε υποβολή ότι έχασε την υπόθεση στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως επειδή δεν κατάφερε να αποδείξει κανένα συστατικό στοιχείο, όπου ανέφερε ότι δεν ήταν δικηγόρος και δεν κατάφερε να αποδείξει «νομικότατα» αυτά που συνέβησαν και πως την ποινική υπόθεση την καταχώρησε στην απόγνωση του για να πάρει πίσω τα προσωπικά του αντικείμενα, σημειώνω τα εξής. Στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην πιθανότητα επίκλησης από πλευράς κατηγόρου σφάλματος όσον αφορά το νόμο. Συγκεκριμένα στην παρα. 16-44, αναφέρεται ότι εάν για παράδειγμα ο Α έπαιρνε αγαθά του Β υπό περιστάσεις όπου ξεκάθαρα φαίνεται απουσία πρόθεσης κλοπής, και ο Β ενώ γνωρίζει όλα τα γεγονότα τον διώκει για κλοπή, δεν μπορεί να ισχυριστεί σε αγωγή για κακόβουλη δίωξη ότι θεωρούσε ότι οποιαδήποτε ενέργεια με την οποία παίρνεις κάποια αντικείμενα θεωρείται νομικά κλοπή. Το ζήτημα βέβαια όπως επεπξηγείται, αλλάζει και δεν θεωρείται μαρτυρία που καταδεικνύει απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας, ένα λάθος που έγινε σε ένα δύσκολο και αμφίβολο νομικό σημείο. Στην προκειμένη περίπτωση και με δεδομένο το ότι ως έχει ήδη αναφερθεί ήταν εις γνώση του εναγόμενου γεγονότα τα οποία σαφώς καταδείκνυαν απουσία πρόθεσης από πλευράς των εναγόντων να προβούν σε κλοπή, έννοια απλή, και δεδομένου περαιτέρω του ότι ο ίδιος φάνηκε να αντιλαμβάνεται πλήρως το γεγονός ότι η εταιρεία είναι κάτι το ξεχωριστό από τον ίδιο, θεωρώ ότι οποιοδήποτε επιχείρημα στη βάση αυτού που πρόβαλε ο εναγόμενος, είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Εν ολίγοις δηλαδή θεωρώ ότι, αφενός τα πραγματικά γεγονότα στην προκειμένη περίπτωση ως τα έχω διαπιστώσει ανωτέρω ήταν εις γνώση του εναγόμενου και με βάση αυτά δεν υπήρχε καμία εύλογη βάση για την καταχώρηση της επίμαχης ποινικής υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα που φαίνεται μέσα από την απόφαση στην ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 3) ότι ήταν εις γνώση του και παρουσίασε στο Δικαστήριο τότε, δεν δικαιολογούσαν από καμιά σκοπιά την καταχώρηση τέτοιας υπόθεσης και μάλιστα από τον ίδιο προσωπικά ως παραπονούμενο, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψιν ότι μέσα από την εν λόγω απόφαση διαφαίνεται ότι κατά το χρόνο που ο εναγόμενος καταχώρησε την ποινική υπόθεση ήδη γνώριζε ότι είχε λάβει επιστολές από την ενάγουσα 1 με τις οποίες η τελευταία τον καλούσε επανειλημμένα να πάρει οποιαδήποτε αντικείμενα είχαν παραμείνει στο επίδικο υποστατικό, γεγονός το οποίο εκβαραθρώνει το όποιο επιχείρημα ότι ενάγοντες είχαν σκοπό να κλέψουν την περιουσία του ίδιου του εναγόμενου ή της Ε.Ε.Π (βλ. Τεκμήριο 3 σελ. 6 και 9). Επομένως θεωρώ πως και αυτό το συστατικό στοιχείο ικανοποιείται.
  7. Κακοβουλία Το συστατικό στοιχείο αυτό έχει σημασία μόνο εφόσον αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει εύλογη και πιθανή αιτία στη δίωξη. Και τούτο διότι όπως λέχθηκε από τον Λορδο Denning στην Tempest v. Snowden
(1952)1 K.B. 130, 140 "Even though a prosecutor is actuated by the most express malice, nevertheless he is not liable so long as there was reasonable and probable cause for the prosecution". Όσον αφορά λοιπόν το τέταρτο συστατικό στοιχείο που αφορά την κακοβουλία σημειώνω ότι στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος (ανωτέρω) λέχθηκε ότι : Κακόβουλη ποινική δίωξη είναι αυτή που γίνεται πρώτιστα για εξυπηρέτηση σκοπού άλλου από την προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη ενάγοντα, όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Η κακοβουλία υπάρχει όταν αποδειχθεί ότι η κύρια επιθυμία κατήγορου δεν είναι η προσαγωγή παραβάτη ενώπιον της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρεται δε στο σύγγραμμα Clerk and Lindsell on Torts para. 16-52 σελ. 1096, «Malice in this context has the special meaning common to other torts and covers not only spite or ill-will but also improper motive. The proper motive for prosecution, is of course a desire to secure the ends of justice. If a claimant satisfies a jury, either negatively that this was not the true or predominant motive of the defendant or affirmatively that something else was, he proves his case on the point.» Ως τον τρόπο που μπορεί στην πράξη να επιτύχει η απόδειξη αυτού του συστατικού στοιχείου, στο ίδιο σύγγραμμα αναφέρεται ότι η απουσία γνήσιου κινήτρου μπορεί να αποδεικνύεται και από την απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας (βλ. Gibbs v. Rea
(1998)AC 786), προσέγγιση η οποία όμως δεν αποτελεί κανόνα καθολικής εφαρμογής αλλά θα πρέπει να εφαρμόζεται ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Α v. State of New South Wales
(2007)HCA 10 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "In particular, attempts to reduce that relationship to an aphorism - like, absence of reasonable and probable cause is evidence of malice, but malice is never evidence of want of reasonable cause - may very well mislead. Proof of particular facts may supply evidence on both elements. For example, if the plaintiff demonstrates that a prosecution was launched on obviously insufficient material, the insufficiency of the material may support an inference of malice as well as demonstrate the absence of reasonable and probable cause. No universal rule relating proof of the separate elements can or should be stated." (η έμφαση δική μου) Πέραν των περιπτώσεων όπου η απουσία εύλογης και πιθανής αιτίας μπορεί να οδηγήσει και σε συμπέρασμα κακοβουλίας, η απουσία πίστης στο μυαλό του εναγόμενου ως προς τις πιθανότητες επιτυχίας της δίωξης αποτελεί και αυτή δυνατή μαρτυρία για την απόδειξη κακοβουλίας, όπως και η έλλειψη καλής πίστης στη δίωξη που προωθεί ή η ένδειξη επιθυμίας να αλλοιώσει μαρτυρία ή να εξασφαλίσει καταδίκη πάση θυσία και με οποιοδήποτε κόστος. Περαιτέρω κάποιες φορές ο ενάγων μπορεί να αποδείξει το ακριβές κίνητρο του εναγόμενου αποδεικνύοντας εκφράσεις μίσους, έχθρας ή κακίας ή κακής πρόθεσης από πλευράς εναγόμενου προς το πρόσωπο του ή την ύπαρξη κάποιου επι μέρους σκοπού που επεδίωκε να επιτύχει με τη δίωξη. Στην Haddrick v. Heslop
(1848)12 Q.B. 267, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο εναγόμενος είπε ότι κατηγορώντας τον ενάγοντα θα του έκλεινε το στόμα σε άλλη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε, κρίθηκε ως καλή μαρτυρία απόδειξης της κακοβουλίας του. Επίσης, στην Α v. State of New South Wales [2007] HCA 10;
(2007)81 A.L..J.R. 763 o αστυνομικός που κατηγόρησε τον ενάγοντα για σεξουαλική παρενόχληση δύο νεαρών παιδιών είπε ότι αν εξαρτάτο από αυτόν δεν θα προέβαινε στην κατηγορία του, αλλά το έκανε κατόπιν πιέσεων από τους ανωτέρους του οι οποίοι του είπαν ότι αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση να κατηγορήσει τον ενάγοντα διότι αυτός ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας της Αστυνομίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας αποφάσισε ότι αυτή η «πίεση» αποτελούσε μαρτυρία για την ύπαρξη αλλότριου κινήτρου και κατ' επέκταση κακοβουλίας στην βάση του ότι ο κύριος σκοπός του αστυνομικού δεν ήταν να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο στη δικαιοσύνη, αλλά να αποφύγει την κριτική ή ίσως να εξασφαλίσει την εύνοια των ανωτέρων του. Όπως δε αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα (Clerk and Lindsell ανωτέρω) είναι επιτρεπτό στην πλευρά του εναγόμενου να παρουσιάσει ως μαρτυρία όλα τα γεγονότα και περιστάσεις που είχε στο μυαλό του κατά το χρόνο που άρχισε τη διαδικασία με σκοπό να αντικρούσει τον ισχυρισμό περί κακοβουλίας (βλ. Thomas v. Russell
(1854)9 Ex 764). Εν ολίγοις δηλαδή η προϋπόθεση αυτή πληρούται σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν είχε σκοπό να παρουσιάσει τον ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου έχοντας ως μέλημα του να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και κίνητρα ή έχοντας μόνο στόχο την επιδίωξη της καταδίκης του έναντι οποιουδήποτε τιμήματος. Πρέπει δηλαδή, ο εναγόμενος να διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα και να ενεργεί όχι καλόπιστα αλλά εκδικητικά έναντι του ενάγοντα για να εξυπηρετήσει άλλους δικούς του σκοπούς. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος ερωτηθείς γιατί εφόσον αντιλαμβάνετο ότι η ταμειακή μηχανή ανήκε στην Ε.Ε.Π. και το κατάστημα ενοικιάζετο από αυτήν καταχώρησε την ποινική προσωπικά στο όνομα του, ανέφερε «Το έκαμα γιατί στην πραγματικότητα αθέτησαν την υπόσχεση τους να με αφήσουν με το διάταγμα να πιάσω τα πράγματα μου». Η θέση αυτή πέραν του ότι καταδεικνύει ότι δεν καταχώρησε την ποινική υπόθεση έχοντας το ορθό κίνητρο κατά νου, δηλαδή να προσαγάγει τους παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης για να τιμωρηθούν για τη συμπεριφορά τους, καταδεικνύει ότι στην ουσία το κίνητρο του ήταν άλλο και μάλιστα εκδικητικό και πήγαζε από τη δήθεν αθέτηση της υπόσχεσης των εναγόντων στα πλαίσια άλλης υπόθεσης, ήτοι της 10474/01 (στην οποία ειρήσθω εν παρόδω οι διάδικοι ήταν διαφορετικοί), να τον αφήσουν με το διάταγμα να πιάσει τα πράγματα του· ισχυρισμός ο οποίος όμως ούτως ή άλλως δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στα γεγονότα. Και τούτο διότι ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε τόσο στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης όσο και ενώπιον μου, ότι αφενός κατά τη διάρκεια ισχύος του προσωρινού διατάγματος είχε το υποστατικό στην κατοχή του και αφετέρου διότι ακόμα και μετά την ακύρωση του δέχθηκε ότι οι ενάγοντες του απέστειλαν επιστολές καλώντας τον να παραλάβει όποια αντικείμενα είχε στο εν λόγω υποστατικό. Πέραν τούτου στην προκειμένη περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε προσωπικά από τον εναγόμενο ως παραπονούμενο ο οποίος γνώριζε αποκλειστικά και προσωπικά τα γεγονότα. Η θέση του ίδιου όπως την επανέλαβε πολλάκις ενώπιον μου, ήταν ότι καταχώρησε την ποινική υπόθεση για να πάρει τα προσωπικά του αντικείμενα δηλαδή το διαβατήριο του, το χαρτοφύλακα, το ρολόι του, σημειωματάρια, έγγραφα μετοχών και χρήματα, πλην όμως το κατηγορητήριο που ο ίδιος καταχώρησε δεν περιέχει καμία αναφορά σε διαβατήριο, χαρτοφύλακα, ρολόι, έγγραφα ή σημειωματάρια, αλλά περιέχει μια αναφορά σε ταμειακή μηχανή η οποία ως και ο ίδιος ο εναγόμενος παραδέχθηκε ανήκε στην Ε.Ε.Π και όχι στον ίδιο, καθώς και σε χρήματα για τα οποία ως προέκυψε από τη μαρτυρία του δεν ήταν βέβαιος αν υπήρχαν και αν ανήκαν στον ίδιο ή στην Ε.Ε.Π. και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να προσδιορίσει πόσα ήταν. Παρά δε ταύτα προέβη και σε αναφορά στο κατηγορητήριο ότι η αξία των κλαπέντων ξεπερνούσε τις Λ.Κ.25 000, αναφορά η οποία αφενός καθιστά τις σχετικές κατηγορίες σοβαρές, αφετέρου δε είναι πρόδηλα αυθαίρετη και χωρίς κανένα λογικό υπόβαθρο, δεδομένου του τι είχε υπόψιν του ο εναγόμενος. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν αναπόφευκτα στο ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε καλόπιστα. Εν ολίγοις δηλαδή δεν μπορεί να πιστωθεί με καλοπιστία, τη στιγμή που ενώ δήθεν επιζητεί ένα ρολόι ένα διαβατήριο ένα χαρτοφύλακα, σημειωματάρια, έγγραφα μετοχών, καταχωρεί προσωπικά ο ίδιος κατηγορητήριο ως παραπονούμενος όπου δεν κάνει καμία αναφορά σε αυτά, αλλά αναφέρεται σε ταμειακή μηχανή με άγνωστο αριθμό χρημάτων που γνωρίζει ότι δεν του ανήκει προσωπικά. Ούτε και μπορεί να πιστωθεί με καλοπιστία τη στιγμή κατά την οποία διαφαίνεται ότι δεν γνώριζε «τι ακριβώς είχε μέσα στο κατάστημα δικά του», ούτε και πόσα ήταν τα χρήματα ούτε και αν ανήκαν σε αυτόν ή την εταιρεία του και παρά ταύτα ισχυρίζεται στο κατηγορητήριο το οποίο επαναλαμβάνω και τονίζω ότι ο ίδιος καταχώρησε προσωπικά, ότι το σύνολο των κλαπέντων ξεπερνά τις Λ.Κ. 25.000, χωρίς πουθενά να προκύπτει η βάση για ένα τόσο σοβαρό ισχυρισμό. Όλα τα πιο πάνω συναρτώμενα και προς την έκδηλα ανεπαρκέστατη μαρτυρία που είχε στην κατοχή του για να στηρίξει τους σοβαρότατους ισχυρισμούς που προέβαλε για κλοπή, αφού τα γεγονότα που ήταν σαφέστατα σε γνώση του οδηγούσαν στο μόνο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε πρόθεση να κλέψουν οτιδήποτε από τον ίδιο αφού τον κάλεσαν επανειλημμένα να πάρει ό,τι υπήρχε στο επίδικο υποστατικό, και εν γένει η παντελής απουσία οποιουδήποτε ίχνους εύλογης και πιθανής αιτίας για την προώθηση μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης με βάση δεδομένα που ήταν αποκλειστικά στη γνώση του ίδιου, δεν αφήνει καμία αμφιβολία στο μυαλό μου περί του ότι τα κίνητρα του εναγόμενου δεν ήταν τα ορθά, αλλά αντίθετα ο εναγόμενος διαπνέετο από αλλότρια και εκδικητικά κίνητρα λόγω προφανώς των προηγούμενων διαφορών του με τους ενάγοντες τα οποία και τον οδήγησαν να ενεργήσει έξω από κάθε λογική για να εξυπηρετήσει δικούς του σκοπούς. Στην υπόθεση Μόδεστος Πίτσιλλος (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η κακοβουλία περιέχει το στοιχείο του ελατηρίου για ποινική δίωξη όταν δεν υπάρχει έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας. Όσα πιο πάνω παρατεθηκαν κατά την κρίση μου οδηγούν ακριβώς στο ότι ο εναγόμενος παρά τις περί του αντιθέτου αναφορές του οι οποίες δεν έγιναν αποδεκτές δεδομένου του ότι κρίθηκε παντελώς αναξιόπιστος, δεν είχε και δεν μπορούσε να είχε καμία έντιμη και εύλογη πίστη στην ύπαρξη πιθανής αιτίας στη δίωξη που καταχώρησε ως το Τεκμήριο 1, υπό τις περιστάσεις. Συνεπώς καταλήγω ότι η δίωξη των εναγόντων από τον εναγόμενο ήταν εντελώς κακόπιστη και κακόβουλη και συνακόλουθα κρίνω πως και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. 5. Ζημιά Όσον αφορά τη ζημιά που θα πρέπει να αποδειχθεί ότι υπέστησαν οι ενάγοντες συνέπεια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον τους, σημειώνεται ότι τέτοια ζημιά μπορεί να είναι η βλάβη στη φήμη τους, στα αισθήματα τους από τον εξευτελισμό και το πλήγμα που δέχεται η αξιοπρέπεια τους από το γεγονός της δίωξης (βλ. McGregor on Damages 19th edition, para 42-004 σελ. 1685). Στα ιδια πλαίσια κινείται και η δική μας νομολογία (βλ. Φυλακτή Αριστοδήμου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω)), σύμφωνα με την οποία το αποτέλεσμα κακόβουλης δίωξης, στην οποία μπορεί να στηριχθεί η αγωγή, περιλαμβάνει και ζημιά ή βλάβη στη φήμη ατόμου, κίνδυνο στη ζωή ή σωματική του ακεραιότητα, την προσωπική του ελευθερία καθώς και ζημιά σε περιουσία. Όπως εξηγείται και από τον Roch L.J. στην Thomson v. Commissioner of the Police of the Metropolis [1998] Q.B. 498: "Compensation for malicious prosecution has three aspects. First, there is the damage to a person's reputation. The extent of that damage will depend upon the claimant's actual reputation and upon the gravity of the offence for which he has been maliciously prosecuted. The second aspect is the damage suffered by being put in danger of losing one's liberty or of losing property. Compensation is recoverable in respect of the risk of conviction. McGregor on Damages 16th Edition paragraph 1862 considers that an award under this head is basically for injury to feelings, unless there has been a conviction followed by imprisonment. The third aspect is pecuniary loss caused by the cost of defending the charge." Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες ισχυρίζονται κατ' αρχάς ότι υπέστησαν ζημιά ύψους €3.045,58 που συνίσταται στα δικηγορικά έξοδα που αναγκάστηκαν να πληρώσουν για την υπεράσπιση τους στην ως άνω ποινική υπόθεση. Η ζημιά που αξιώνεται ως ανωτέρω αποτελεί ειδική ζημιά ζημιά. Είναι δε εμπεδωμένη νομική αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να εξειδικεύονται στην απαίτηση και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία. Στον McGregor on Damages, 15η Έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15, αναφέρεται:- "Special damages, on the other hand, are such as the law will not infer from the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly.". Ο ενάγων βαρύνεται με την υποχρέωση να αποδείξει με καθαρή μαρτυρία τα κονδύλια που διεκδικεί ως ειδικές αποζημιώσεις (Βλ. Παναγιώτου ν. Φραγκίσκου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 687, Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, Λοΐζου ν. Μουρτζή
(1999)1 Α.Α.Δ. 883, Μαΐττα ν. Γεωργίου κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1, Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Emmanuel v. A. Nicolaou
(1977)1 C.L.R. 15, Zachariou v. Lioness
(1983)1 CLR.415). Η αυστηρότητα με την οποία αναμένεται η απόδειξη των ειδικών ζημιών φαίνεται ξεκάθαρα από την προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 73/11 Αθανασίου v. Ορφανίδου ημερ. 16/12/
  1. Στην εν λόγω υπόθεση προβλήθηκε η θέση ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε την εφεσίβλητη ως αξιόπιστη, δεν εμποδιζόταν να αποδεχτεί ως αληθή και πραγματικά τα ποσά των €85 για αστυνομική έκθεση, €51.25 για φάρμακα και €171.00 για μεταφορικά, παρόλο που για τα ποσά αυτά δεν προσκομίστηκαν πέραν της προφορικής μαρτυρίας οποιεσδήποτε αποδείξεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση αυτή αναφέροντας τα εξής: «Δεν συμφωνούμε με το συνήγορο της εφεσίβλητης. Ο απλός ισχυρισμός από κάποιο διάδικο ότι κατέβαλε συγκεκριμένα κονδύλια, τα οποία αξιώνει υπό τη μορφή ειδικών αποζημιώσεων, δεν ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή που απαιτεί την απόδειξη τους με θετικό τρόπο. Έπεται ότι και ο τρίτος λόγος έφεσης ευσταθεί και δικαιολογείται επέμβαση του Εφετείου και επ΄ αυτού του ζητήματος». Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων 2 παρότι κατέθεσε σχετικό τιμολόγιο (βλ. Τεκμήριο 4), που ως η θέση του εκδόθηκε από το δικηγόρο τους και το οποίο ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε αναφορικά με τα έξοδα εκπροσώπησης των εναγόντων 1, 2 και 3, στην ποινική υπόθεση 30705/05 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε απόδειξη, ότι τούτο πράγματι εξοφλήθηκε και τούτο παρά το γεγονός ότι ρητώς αμφισβητήθηκε από την πλευρά του εναγόμενου η πληρωμή του ποσού αυτού. Παρέμεινε δε άγνωστο για ποιο λόγο δεν παρουσίασε τη σχετική απόδειξη ακόμη και όταν ρητώς αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι πλήρωσε αυτό το ποσό από το συνήγορο του εναγόμενου. Επομένως και υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας θεωρώ ότι δεν απεδείχθη η συγκεκριμένη ζημιά με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Πέραν όμως της ειδικής ζημιάς οι ενάγοντες επικαλούνται και ζημιά στη φήμη και υπόληψη τους καθώς και ταλαιπωρία και άγχος που τους προκλήθηκε από την καταχώρηση και προώθηση της επίδικης ποινικής υπόθεσης. Για τους σκοπούς κατάληξης ως προς το κατά πόσον αποδεικνύεται τέτοια ζημιά έτσι ώστε να ικανοποιείται η τελευταία προϋπόθεση λαμβάνω υπόψιν τις προσωπικές περιστάσεις των εναγόντων καθώς και την καλή τους φήμη με την έννοια που ο ΜΕ1 την επεξήγησε και δεν αμφισβητήθηκε, επίσης λαμβάνω υπόψιν ότι οι ενάγοντες εμφανίστηκαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε όλες τις ημερομηνίες που αναφέρθηκαν πιο πάνω στα πλαίσια παράθεσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου για να αντιμετωπίσουν τις κατηγορίες του Τεκμηρίου 1 και οι οποίες αφόρουσαν τη διάρρηξη υποστατικού με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, κλοπή αντικειμένων αξίας πέραν των Λ.Κ.25000 καθώς και κατοχή περιουσίας της πιο πάνω αξίας για την οποία υπάρχει εύλογη υποψία ότι είναι κλοπιμαία. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψιν ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα τα οποία σε περίπτωση καταδίκης τους πιθανόν να οδηγούσαν στην επιβολή ποινής η οποία να είχε αντίκτυπο στην προσωπική τους ελευθερία. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψιν ότι τα αδικήματα αυτά πλήττουν ως εκ της φύσεως τους τη φήμη και την υπόληψη του ατόμου, αφού στοιχειοθετούνται με την απόδειξη ανέντιμης συμπεριφοράς καθώς και το γεγονός ότι οι ενάγοντες αντιμετώπισαν τον κίνδυνο καταδίκης τους συνέπεια της εν λόγω ποινικής δίωξης κατόπιν δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας με το συναφές άγχος, ταλαιπωρία και αγωνία που τούτο επιφέρει, και με αντίκτυπο στην φήμη και υπόληψη τους, ιδιαίτερα αφού ως ο ΜΕ1 ανέφερε οι ενάγοντες είναι μέλη μιας σχετικά μικρότερης κοινότητας αυτής του Παλαιχωρίου, στην οποία μάλιστα σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του ΜΕ1 η οποία δεν αμφισβητήθηκε, ο εναγόμενος διέδιδε την ύπαρξη και προώθηση της σχετικής ποινικής υπόθεσης. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η προϋπόθεση αυτή του αδικήματος της κακόβουλης δίωξης θεωρώ ότι ικανοποιείται.
  2. Αποζημιώσεις Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί αναπόφευκτα στο ότι θα πρέπει να αποδοθεί στους ενάγοντες και η ανάλογη αποζημίωση υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, αφού συνυπολογιστούν όλοι οι πιο πάνω σχετικοί παράμετροι. Όμως οι ενάγοντες αξιώνουν επιπλέον τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Παραδειγματικές αποζημιώσεις επιδικάζονται σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μόνο όπου η διαγωγή του εναγομένου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να του αρμόζει η επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή θεωρείται εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κινήτρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος (Adrian Holdings ν. Δημοκρατία
(1988)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1836, Παπακοκκίνου κ.α. ν. Δήμου Πάφου Αρ. 1
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 634, Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, Kennedy Hotels Ltd. v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου
(1997)1 Α.Α.Δ. 1800, Τρυάδης ν. Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881, Λάρκου ν. Κλεάνθους
(1999)1 Α.Α.Δ. 1792 και Κωνσταντίνου ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1952). Στην υπόθεση Στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd,(ανωτέρω στη σελ. 1846), ο Αρτέμης Δ. διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Στο δίκαιο που διέπει το θέμα παραδειγματικών αποζημιώσεων, εξέχουσα θέση κατέχει η αγγλική απόφαση στην υπόθεση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, όπου τέθηκαν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Στην Papakokkinouand others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65, το Εφετείο, χωρίς να αποφανθεί τελικά αν οι αρχές της Rookes v. Barnard τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο, προτίμησε την ευρύτερη αρχή που επιτρέπει επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου, ιδιαίτερα όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Περαιτέρω, στην Papakokkinou v. Kanther (ανωτέρω) με αναφορά στην αγγλική υπόθεση Cassell & Co Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801 επιδοκιμάστηκε η θέση ότι είναι λάθος να διαχωρίζονται οι γενικές αποζημιώσεις από τις παραδειγματικές αφού όπως υποδεικνύεται θα πρέπει να δίδεται ένα ποσό βασισμένο στη σφαιρική αντίληψη των γεγονότων της υπόθεσης. Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Μαρία Ξενοφώντος v. Taker Sayed Rajab, Πολ. Έφεση 169/2010 ημερ. 26/11/2014. (βλ. επίσης και Αρτέμιος Χρυσοστόμου v. Kώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι, Πολ. Έφεση 118/2010 ημερ. 16/12/2015[6]). Ως προς την απόδοση παραδειγματικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις κακόβουλης δίωξης, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 19th edition
(2014)παράγραφος 42-015 - 42-016 (σελίδες 1691-1692), όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Thompson v. Commissioner of Police of the Metropolis
(1998)Q.B. 498, στην οποία επιδικάστηκαν παραδειγματικές αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη εναντίον της Αστυνομίας για καταπιεστική (oppressive) συμπεριφορά. Από την εν λόγω απόφαση προκύπτει (βλ. σελ. 516 Η), ότι τέτοιες αποζημιώσεις δεν επιδικάζονται συνήθως, αλλά κατ' εξαίρεση και υπό περιστάσεις όπου επιδεικνύεται συμπεριφορά, συμπεριλαμβανομένης καταπιεστικής ή αυθαίρετης, η οποία αξίζει την εξαιρετική θεραπεία των παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση παρόλη τη βλάβη και ταλαιπωρία που προκλήθηκε στους ενάγοντες και η οποία αναγνωρίζεται και θα αποζημιωθεί με τις γενικές αποζημιώσεις που θα επιδικαστούν, δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί ο,τιδήποτε το οποίο να καθιστά την παρούσα περίπτωση εξαιρετική έτσι που να δικαιολογείται η κατ' εξαίρεση παροχή της θεραπείας των παραδειγματικών αποζημιώσεων. Φρονώ δε ότι ένα ποσό γενικών αποζημιώσεων το οποίο θα λαμβάνει υπόψιν όλες τις παραμέτρους που έχω προδιαγράψει είναι απόλυτα επαρκές για να αποζημιώσει τους ενάγοντες για την αδιαμφισβήτητη βλάβη που τους προκάλεσε το αστικό αδίκημα που διέπραξε ο εναγόμενος. Συναφώς και λαμβανομένων υπόψιν όλων των περιστάσεων όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, της κοινωνικής θέσης και φήμης των εναγόντων, της ταλαιπωρίας που υπέστησαν και τον κίνδυνο που διέτρεξαν για καταδίκη μαζί με το συνεπακόλουθο άγχος και αγωνία που τους προκάλεσε, καθώς επίσης και τη βλάβη στη φήμη τους και την μείωση της αξιοπρέπειας τους συνέπεια της σοβαρής δίωξης στην οποία υπεβλήθησαν σύμφωνα με τα ανωτέρω, καταλήγω ότι το ποσό των €3500 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για έκαστο εκ των εναγόντων 1 και
  1. Ζ. Κατάληξη Συνεπώς η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ έκαστου εκ των εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €
  2. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του εναγόμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ........... Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Στη σελίδα 216 αναφέρονται τα εξής:"A witness may either be believed or disbelieved wholly or in part according to the view taken of his credibility". [2] (αφότου η ενοικιάστρια εταιρεία, Ε.Ε.Π., είχε τερματίσει τη σύμβαση και ειδοποίησε ότι θα παρέδιδε το επίδικο υποστατικό μέχρι τις 31/12/2000, πράγμα που παρέλειψε να πράξει) [3] Συγκεκριμένα σε υποβολή ότι με επιστολή ημερ. 21/2/2001 η οποία καταχωρήθηκε και στα πλαίσια της αγωγής 10474/01 κλήθηκε από τους ενάγοντες να πάει να παραλάβει τα εμπορεύματα του και ουδέποτε πήγε, ανέφερε «Αφού είχα πιάσει τζιαί ορισμένα σ' αυτό το διάστημα αλλά ήταν τόσα πολλά που δεν μπορούσε ούτε σε 10 ούτε 15 μέρες να τα μεταφέρω διότι τα εγκλώβισαν μέσα σε υπόγειο τζιαί έπρεπε ένα - ένα αντικείμενο να βγαίνουν πάνω που τον κύριο δρόμο.» [4] Άλλες σχετικές αναφορές του ήταν «Τα λεφτά ήταν δικά μου μέσα στον χαρτοφύλακα μου ή ξεχωριστά, δεν ήταν η ταμειακή μηχανή οι ταμειακές μηχανές ήταν του καταστήματος.» Και σε άλλο σημείο «Ναι υπήρχαν τζιαι λεφτά της εταιρείας τζιαί μέσα στις ταμειακές μηχανές υπήρχαν πραγματικά ξεχωριστά μέσα στον χαρτοφύλακα μου ή οπουδήποτε αλλού που μπορούσε πραγματικότητα, που ήταν πραγματικά δικά μου». [5] Δεδομένων των πολλαπλών αναφορών του ότι πίστευε στο δίκαιο της υπόθεσης του, ότι ήλπιζε στην επιτυχία της υπόθεσης και πως δεν θα την καταχωρούσε αν δεν είχε ελπίδα, και πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία κλπ. [6] Όπου λέχθηκαν τα εξής: «. αυτές έχουν την έννοια της τιμωρίας του αδικοπραγούντος όταν η συμπεριφορά του καταδεικνύει αφενός έντονη αδιαφορία για τα δικαιώματα των άλλων και αφετέρου την επίτευξη κέρδους στον ίδιο. Οι σχετικές αρχές επεξηγήθηκαν στις Παπακόκκινου ν. Κάνθερ
(1982)1 Α.Α.Δ. 65 και Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400, στην οποία λέχθηκε ότι οι αποζημιώσεις αυτές δεν είναι αναγκαίο να δικογραφούνται για να αποδοθούν, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τα δικογραφημένα γεγονότα είναι τέτοια που δικαιολογούν τη θεραπεία. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι οι παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις αποζημιώσεις δίδονται εκεί όπου το δικαστήριο φρονεί ότι οι συνήθεις αποζημιώσεις δεν επαρκούν, αλλά δεν στοχεύουν στην αποκατάσταση του θύματος, όπως είναι οι συνήθεις αποζημιώσεις, ενώ μπορούν να αποδοθούν και αυξημένες αποζημιώσεις που δυνατόν να είναι αρκετές να καλύψουν ιδιαίτερη βλάβη στον ενάγοντα, (Rookes v. Barnard
(1964)1 All E.R. 367 και Νικολάου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339).»

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.