← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 7061/09, 31/3/2017

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 7061/09, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7061/09 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Εναγομένου ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗΣ Μεταξύ: ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ενάγοντα και

  1. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD
  2. HELLENIC BANK (INVESTMENTS) LTD Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Μαρτίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Η κ. Μ. Κωνσταντίνου, για Μαρκίδης, Μαρκίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ57), Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ (ΔΘ2), Αντώνης Πασχαλίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ71). Για τον εναγόμενο: Ο κ. Δ. Καλλής, για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ (ΔΘ153). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες (περιορίζοντας την αξίωση στο Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα), ζητούν την επιδίκαση εναντίον του εναγομένου, ποσού €565.437,84, συν τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €255.802,93, από 1.3.16, μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει συμφωνίας για συμμετοχή στο σχέδιο Investor Account («το επενδυτικό σχέδιο») των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 ημερομηνίας 14.2.94 («η συμφωνία»), στη βάση της οποίας ανοίχθηκε επ' ονόματι του εναγομένου ο επενδυτικός λογαριασμός 175-01-036601-75 (ή άλλως 121-01-036601-75) («ο επενδυτικός λογαριασμός»). Ζητούν επίσης (μετά από περιορισμό της αρχικής απαίτησης και πάλι), την έκδοση διατάγματος πώλησης 155 (ενεχυριασμένων προς όφελος τους) μετοχών και/ή δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) του εναγομένου στην Bank οf Cyprus Public Co Ltd, καθώς και 239 μετοχών του στην Hellenic Bank Public Co Ltd «. και/ή όλων των αξιών και/ή άλλων οφελημάτων που πιθανόν να προέκυψαν και/ή θα προκύψουν από τις ενεχυριασμένες μετοχές, οποτεδήποτε, σ' οποιονδήποτε και σε οποιαδήποτε τιμή κατά την απόλυτη κρίση των εναγόντων», καθώς και διαταγής «. όπως ο κος Γιώργος Γρουτίδης με αρ. Ταυτότητας 625280 υπογράψει εκ μέρους του Εναγόμενου Χάρη Παπαναστασίου όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή να προβεί σε όλες τις αναγκαίες πράξεις με βάση οποιοδήποτε ισχύοντα Νόμο και/ή με βάση οποιανδήποτε απαίτηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου για σκοπούς πώλησης ή μεταβίβασης των ως άνω αναφερόμενων αξιών και/ή να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την πώληση και/ή μεταβίβαση των εν λόγω αξιών». Ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί γιατί, όχι μόνο δεν αποκαλύπτεται εναντίον του αγώγιμο δικαίωμα, αλλά και διότι οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 προέβησαν σε τέτοιας έκτασης παραβάσεις της συμφωνίας και σε σειρά έτερων αμελών πράξεων και χειρισμών, που δικαιολογούν αποτυχία της αξίωσης και έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
  4. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης (και της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση ως και της ανταξίωσης εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2), οι τελευταίοι - με ενιαίο χειρισμό και δικηγορική αντιπροσώπευση - παρουσίασαν τη μαρτυρία των, Ζωής Γεωργιάδη (ΜΕ1), Γιώργου Γρουτίδη (ΜΕ2), Χρίστου Χαϊλή (ΜΕ3), Σταύρου Νικολάου (ΜΕ4), Χάρη Μιχαηλίδη (ΜΕ5) και Νίκου Ιωάννου (ΜΕ6), ενώ ο εναγόμενος παρέθεσε τη δική του ένορκη μαρτυρία τόσο για την υπεράσπιση του στην αγωγή όσο και για την ανταπαίτηση/ανταξίωση του εναντίον των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
  5. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων, ως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό, μη απαιτούμενης (πλην μιας σύντομης περίληψης για πρακτικούς σκοπούς), της καταγραφής και επανάληψης του συνόλου τού μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων

(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Τα αποσπάσματα που παρατίθενται στο παρόν κείμενο έχουν μεταφερθεί αυτούσια, ως είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά και στη δικογραφία. Συνοψίζω αμέσως τη μαρτυρία των μαρτύρων. Η Ζωή Γεωργιάδη (ΜΕ1), με αναφορά στη γραπτή της κατάθεση (Έγγραφο Α), κατέθεσε ως υπάλληλος των εναγόντων στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών, επεξηγώντας τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 4) και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως το Τεκμήριο 5. Ο Γιώργος Γρουτίδης (ΜΕ2), με παραπομπή στη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Β), έδωσε μαρτυρία ως ο Προϊστάμενος του Τμήματος Χρηματιστηριακών Συναλλαγών των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, ρίχνοντας φως (με αναφορά και στα Τεκμήρια 7-37), στις επίδικες συναλλαγές του εναγομένου. Ο Χρίστος Χαϊλής (ΜΕ3), υπάλληλος σήμερα των εναγόντων και τότε χρηματιστής στην υπηρεσία των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Γ), εξήγησε ζητήματα αφορούντα στον επενδυτικό λογαριασμό. Ο Σταύρος Νικολάου (ΜΕ4), υπάλληλος των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, επεκτείνοντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Δ), μαρτύρησε περί του επενδυτικού λογαριασμού λέγοντας πως δεν κατόρθωσε να εντοπίσει ηχογραφημένες εντολές του εναγομένου. Ο Χάρης Μιχαηλίδης (ΜΕ5), υπάλληλος των εναγόντων, με εφαλτήριο τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Ε), έδωσε μαρτυρία για τη χρέωση τόκων και άλλων τινών στον επενδυτικό λογαριασμό. Ο Νίκος Ιωάννου (ΜΕ6), υπάλληλος στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων, κατέθεσε για τον επενδυτικό λογαριασμό και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 5), ξεκαθαρίζοντας τη γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Στ) και καταθέτοντας συν το χρόνω (μετά των συνοδευτικών αποσαφηνίσεων), νέα αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, ως το Τεκμήριο 46, προς διόρθωση της προηγούμενης αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 5). Ο εναγόμενος Χάρης Παπαναστασίου (ΜΥ1), βασιζόμενος στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Έγγραφο Ζ), εξήγησε την υπερασπιστική και ανταπαιτητική του εκδοχή εναντίον των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, αμφισβητώντας το σύνολο σχεδόν της μαρτυρίας που δόθηκε εναντίον του για λόγους που λεπτομερώς προσπάθησε να εξηγήσει. Στις αγορεύσεις, οι δικηγόροι εξέφρασαν την άποψη ότι η μαρτυρία (και οι ισχύουσες νομικές αρχές), δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων που αναδίπλωσαν. Ξεψάχνισα την παρουσιασθείσα γραπτή και προφορική μαρτυρία ως και την επιχειρηματολογία των συνηγόρων. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη επίγνωση πως η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία αυτή, την πηγή και το κύρος των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν δίνοντας μαρτυρία. Ήμουν εξαιρετικά προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αντιλαμβανόμενος ότι κάτι τέτοιο ίσως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), εφόσον δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που αληθώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να εκπηγάζουν από πλειάδα αιτιών, μη κατ' ανάγκην αφορμώμενα από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana κα Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που αποτελούν γνώμονες προσδίδοντες στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη αναμφιβόλως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Υπογραμμίζω - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις - ότι κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσέγγισα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα (η οποία δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως δεικτική ασυνέπειας στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, αξιολογώντας προσεκτικώς την κάθε τέτοια περίπτωση, αναλόγως και της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Όλοι οι μάρτυρες - εκτός του Χάρη Παπαναστασίου (ΜΥ1), για λόγους που θα αιτιολογήσω περισσότερο αργότερα - μου δημιούργησαν θετική εντύπωση όντας σαφείς, σταθεροί και συγκεκριμένοι στις τοποθετήσεις τους, καταθέτοντας αποστασιοποιημένα και χωρίς σκοπιμότητες ή κίνητρα άλλα από εκείνα που αφορούσαν στην γνήσια παράθεση της αλήθειας. Κάποιες μικροαντιφάσεις που παρατηρήθηκαν κρίνονται επουσιώδεις δίχως να αλλοιώνουν την ουσία της μαρτυρίας τους και τη συνολικώς καλή εικόνα που εξέπεμψαν, με τον δικηγόρο του εναγομένου να μην αμφισβητεί έτσι κι αλλιώς (δίχως αυτό να δεσμεύει βεβαίως το Δικαστήριο), την αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών, παρά μόνο της μαρτυρίας που τούτοι έδωσαν και τούτο μόνο ως προς την αποδεικτική της βαρύτητα. Ο Χάρης Παπαναστασίου (ΜΥ1), δεν μου δημιούργησε καλή εντύπωση. Διακατεχόταν από διάθεση αποστασιοποίησης από καθετί που θα μπορούσε ενδεχομένως να τον εμπλέξει, κατά τη δική του πιθανόν αντίληψη, στη λογική της εκδοχής των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 και να τον απομακρύνει κατ' ακολουθίαν από την εκδοχή που ο ίδιος προέτασσε διά της δικογραφίας και της μαρτυρίας του. Διευκρινίζω. Ο Χάρης Παπαναστασίου (ΜΥ1), ανέφερε πως δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να ανταπεξέλθει στην αύξηση του ορίου του στον επενδυτικό λογαριασμό και το οποίο οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 ανέβαζαν αυθαιρέτως χωρίς να τον ρωτήσουν, να τον προειδοποιήσουν ή να εξετάσουν συναφώς την οικονομική του προς τούτο ικανότητα. Την ίδια όμως στιγμή, ο μάρτυς, με τρόπο ομολογουμένως καθόλου πειστικό κατά την εκφορά του λόγου - αλλά και με τοποθετήσεις που συγκρούονταν με άλλη αναντίρρητη έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη στιγμή εκείνη - εκδήλως είναι που παρουσιαζόταν να απολαμβάνει τα οφέλη των αυξήσεων στο όριο του επενδυτικού λογαριασμού ενεργώντας και λειτουργώντας άνευ δεύτερης σκέψης για τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν σε αυτόν από τη συνειδητή επιλογή του να εκμεταλλευτεί τις παρεχόμενες χρηματικές διευκολύνσεις, ακριβώς, λόγω της υπό συζήτησιν αύξησης του χρηματικού ορίου στον επενδυτικό λογαριασμό. Ως παραδέχθηκε και ο ίδιος κατά την αντεξέταση, απόσυρε από τον επενδυτικό λογαριασμό «. το ποσό των 74.000 λιρών Κύπρου», τονίζοντας όμως πως ουδέποτε αρνήθηκε ότι γνώριζε περί της αύξησης του χρηματικού ορίου στον επενδυτικό λογαριασμό, με την αντίρρηση του να σύγκειται στη διαδικασία που ακολουθούσαν οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 (και επί αυτής της γενικότερης εκδοχής θα ασχοληθώ λίγο πιο κάτω). Δεν διαφεύγει την προσοχή πως άποψη του μάρτυρα ήταν, ευθύς εξαρχής, πως ο επενδυτικός λογαριασμός τύγχανε αποκλειστικής διαχείρισης από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 εν είδει διαχείρισης χρηματιστηριακού χαρτοφυλακίου κατά πλήρη διακριτική ευχέρεια των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 και ότι ο ίδιος δεν είχε επιλογή ή λόγο για την εκάστοτε χρηματιστηριακή αγοραπωλησία βάσει της συμφωνίας. Αυτό το ζήτημα, στην εξειδικευμένη του μορφή, θα αποτελέσει σημείο αναφοράς κατωτέρω. Για ό,τι τώρα ενδιαφέρει, η θέση αυτή του μάρτυρα αποτιμάται ως ενδεικτική των αμφιταλαντεύσεων του ως προς το πώς είναι που εν τέλει αντιλαμβανόταν τα πράγματα ενόσω αυτά εκτυλίσσονταν. Τα αντιλαμβανόταν καλώς. Παρακολουθούσε την κίνηση και διακυμάνσεις του επενδυτικού λογαριασμού από την αρχή και ποτέ δεν εξέφρασε αντίθεση με τα τεκταινόμενα, συνεχίζοντας να εισπράττει και τα οφέλη που εκπορεύονταν από τον επενδυτικό λογαριασμό υπό μορφή άμεσου και απτού χρηματικού κέρδους ή προοπτικής εξασφάλισης πρόσθετου. Δήλωσε περιπλέον ο μάρτυς (για την αύξηση στο όριο του επενδυτικού λογαριασμού), ότι οι ενάγοντες τον διαβεβαίωναν μέσω του χρηματιστή του (Χρίστου Χαϊλή (ΜΕ3)), πως «. η Ενάγουσα Τράπεζα δεν θα κινείτο εναντίον μου και να μην ανησυχώ». Αφήνοντας προς στιγμήν στο περιθώριο (δίχως να την παραβλέπω), τη διαπίστωση πως η θέση αυτή (ως διατυπώθηκε κατά την κυρίως εξέταση του μάρτυρα), δεν υποβλήθηκε ποτέ προς τον Χρίστο Χαϊλή (ΜΕ3) κατά την αντεξέταση του για να δυνηθεί να τοποθετηθεί σχετικώς εάν έτσι επιθυμούσε, δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι η άποψη αυτή του Χάρη Παπαναστασίου (ΜΥ1), περί διαβεβαιώσεων και άλλων σχετικών, δεν συνδυάζεται (έστω και οριακώς), με την άλλη θέση του μάρτυρα που προσχηματικώς θεωρώ πως επαναλάμβανε φορτικώς (και το διαπίστωσα παρακολουθώντας τον ζωντανά όταν κατέθετε), πως αυτό που τον έμελλε δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το ότι οι χρηματικές διευκολύνσεις που του παρασχέθηκαν από τους ενάγοντες /εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 διά της συμφωνίας στον επενδυτικό λογαριασμό, αποτελούσαν παρανομία και πως «. αυτό είναι το παράπονο μου, ότι γενικά η Ελληνική Τράπεζα παρανόμως λειτουργούσε τον λογαριασμό μου. Εις γνώση της και όχι δεν έχω παράπονο αν μου έκανε διευκόλυνση, το παράπονό μου είναι ότι σε αντίθεση με τους σχετικούς Νόμους και κανονισμούς λειτουργούσε τον λογαριασμό μου. Αυτό είναι το οποίο λέω». Άρα, αναδεικνύεται πως, η κατά τα άλλα σημειωτέα ευαισθησία του μάρτυρα για τη νομικώς ορθή τάξη των πραγμάτων, δεν ήταν παρά προσχηματική γιατί, δίχως πολλά (και μόλο που αναγνώριζε την παρανομία των πραγμάτων), προέβη σε έκπτωση των αρχών και απόψεων του περί νομιμότητας και άλλων συναφών, με αντάλλαγμα τις διαβεβαιώσεις των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, πως δεν θα στρέφονταν εναντίον του για ό,τι είναι που θα προέκυπτε πιθανώς από τις περαιτέρω ενέργειες και πράξεις του αναφορικώς με τον επενδυτικό λογαριασμό και για το ούτω καλούμενο αυθαιρέτως εκεί αυξηθέν χρηματικό όριο. Απλούστατα - και τούτο ήταν διακριτό ενώ κατέθετε - ο μάρτυς με την πρώτη ευκαιρία επιχειρούσε να απεμπλακεί από δεδομένα που αναμφισβητήτως τον συνέδεαν με τη χρήση του επενδυτικού λογαριασμού αλλά και με τη νομικώς και συμβατικώς σωστή και θεμιτή εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων, προφασιζόμενος συν τοις άλλοις και θυματοποίηση του από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 και εμπλοκή του, αθέλητη και απροσχεδίαστη, στη λειτουργία ενός παράνομου επενδυτικού λογαριασμού. Ούτε εδώ ο μάρτυς μίλησε όλη την αλήθεια. Μπορούσε, αν ήθελε πραγματικώς, να τερμάτιζε τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού αμέσως μετά την εξακρίβωση πως ο επενδυτικός λογαριασμός λειτουργούσε παρανόμως, ή τουλάχιστον να προσπαθούσε να τον τερματίσει με κάθε νομίμως παρεχόμενο μέσο. Δεν το έπραξε. Αυτό, για τον λόγο ότι, στην πραγματικότητα, μηδέποτε κατά τους κρίσιμους χρόνους τέθηκε ζήτημα παράνομης λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού από οποιονδήποτε. Παρεμβάλλω - και τούτο έχει τη δική του σημασία μια και άπτεται άμεσα του συζητούμενου - ότι ο μάρτυς, τοποθετούμενος επί σχετικής αντεξεταστικής ερώτησης, υπογράμμισε πως είχε παραπονεθεί προφορικώς προς τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2, εκφράζοντας ανησυχίες τού είδους «"γιατί έγινε αυτή η πράξη, γιατί μου αγοράσατε αυτές τις μετοχές;"». Όταν ρωτήθηκε, γιατί δεν είχε παραπονεθεί γραπτώς για όλα αυτά, απέφυγε να απαντήσει ευθέως διαλέγοντας να προτάξει το ότι δεν είχε κατανοήσει σε «. ποιαν Ελληνική; .» (εννοώντας σε ποιον από τους διαδίκους), είναι που θα έπρεπε να υπέβαλλε το παράπονο αυτό, ωσάν να είχε και ιδιαίτερη σημασία, παρενθέτω, ο τελικός αποδέκτης του παραπόνου υπό το όλο φάσμα της μαρτυρίας που είχε ήδη δοθεί. Όταν του υποβλήθηκε έπρεπε να έθετε το παράπονο του προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2, λέγοντας τους, ας πούμε, πως «."δεν αναγνωρίζω την πράξη και παρακαλώ όπως τη διαγράψετε άμεσα. Δεν δέχομαι αυτήν τη χρέωση στον λογαριασμό μου, δεν θέλω αυτές τις μετοχές"» (ως τέθηκε σχετική ερώτηση από την κ. Κωνσταντίνου,), ο μάρτυς, αποφεύγοντας και πάλι να απαντήσει απεριφράστως, επέλεξε ευσχήμως (και κατά κλασική μετατόπιση), να αντιστρέψει το ερώτημα (ρητορικώς αντιλαμβάνομαι), διερωτώμενος εάν κάποιος μάρτυς των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 είχε παρουσιάσει προηγουμένως αποδείξεις πως (ο εναγόμενος) είχε πει προς αυτόν να προβεί στην εκτέλεση χρηματιστηριακών πράξεων («Α. Καλά ο μάρτυρας σας έχει αποδείξεις ότι εγώ του είπα να κάνει την πράξη;»), για να καταλήξει στα πολλά πως πράγματι, δεν είχε υποβάλει γραπτό παράπονο καταφεύγοντας ξανά και στην κατά κόρον επαναλαμβανόμενη θέση του (περί της οποίας έγινε υπόδειξη ανωτέρω), πως «. επαναλαμβάνω ότι εδώ κάνω παράπονο για το ότι η Ελληνική Τράπεζα διαχειριζόταν τον λογαριασμό μου παρανόμως. Δεν έκανα παράπονο για το όριο μου, τη συγκεκριμένη περίπτωση που αναφέρεστε απλώς το έφερα ως παράδειγμα για το πώς κατά παράβαση η Ελληνική Τράπεζα αύξανε το όριο χωρίς έγκριση ενάντια στους κανονισμούς». Δεν δημιούργησε κατά συνέπεια την καλυτέρα των εντυπώσεων ο μάρτυς επί της αναλυόμενης πτυχής. Δεν είναι όμως μόνο αυτά. Ο μάρτυς παρουσίασε έλλειψη σταθερότητας (και αντιφατικότητα υπό μία οπτική), στη θέση ότι οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, διαχειρίζονταν το χαρτοφυλάκιο του κατά τη δική τους κρίση και εμπειρία στη βάση των όρων της συμφωνίας και όχι καθ' υπόδειξιν του. Μολαταύτα, αλλού στη μαρτυρία του, ο μάρτυς είχε αναφέρει πως τις περισσότερες φορές οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, του έδιναν καθημερινώς συμβουλές για το τι πρότειναν σε αυτόν να αγοράσει (εννοώντας χρηματιστηριακές αξίες/μετοχές/χρεόγραφα) και ότι υπήρχαν περιπτώσεις όπου διαφωνούσε με τις συμβουλές αυτές και πως οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, σε «. ορισμένες περιπτώσεις από μόνοι τους αγόραζαν τις μετοχές και μετά ρωτούσαν εμάς αν θέλουμε να τις πάρουμε». Ο μάρτυς δεν εξέφερε την πραγματικότητα που γνώριζε (και τούτο ανεφύη, ως εικόνα, από τον τρόπο που έδωσε τις σχετικές απαντήσεις), όταν κατανόησε μάλλον τις επιπτώσεις της απάντησης που έδωσε στην αντεξέταση για το αν έδινε ο ίδιος οδηγίες για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών που του προτείνονταν και με τις οποίες συμφωνούσε, λέγοντας πως χορηγούσε τέτοιες οδηγίες προς τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2, στις «. πλείστες των περιπτώσεων», επανακαθορίζοντας με αυτό τον τρόπο την κατά τα άλλα απόλυτη θέση που προωθούσε περί διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2. Η αντεξεταστική ερώτηση που επακολούθησε ως προς τη σημασία που θα μπορούσε να αποδοθεί στην εν λόγω μνεία του μάρτυρα, χρωμάτισε ακόμη πιο γλαφυρά την αμηχανία του και την προσπάθεια του να επαναφέρει την κατάσταση πραγμάτων στην προτεραία εκδοχή περί αποκλειστικού χειρισμού του χαρτοφυλακίου του από τους εναγόντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 κατά την αποκλειστική διακριτική ευχέρεια των τελευταίων. Ο μάρτυς, χωρίς ουσιαστικά να απαντά στο ερώτημα, είπε ότι οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, σε «. ορισμένες περιπτώσεις από μόνοι τους αγόραζαν τις μετοχές και μετά ρωτούσαν εμάς αν θέλουμε να τις πάρουμε», τοποθετώντας τουτέστιν χρονικώς τη φερόμενη διαβούλευση με τους αρμόδιους χρηματιστές, μετά τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων και όχι πριν από την εκτέλεση αυτών, με φανερή την ανακολουθία. Όλες αυτές οι παρατηρήσεις επί της μαρτυρίας του εναγομένου - με το Δικαστήριο να είναι πολύ προσεκτικό στο να μην θεωρεί πως η απόρριψη κάποιων εκδοχών του μάρτυρα πρέπει να οδηγεί αδηρίτως και σε εξοβελισμό της μαρτυρίας του (βλ. κατ' αναλογίαν, Αυξεντίου ν Δίγκλη
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1367) - καθίστανται ουσιώδεις και καταλυτικές εν συνόλω για την αξιοπιστία της μαρτυρίας και εκδοχής του Χάρη Παπαναστασίου (ΜΥ1), με υπόψιν και τη φύση των επιδίκως αμφισβητούμενων θεμάτων. Δέχομαι ως τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 (με μια εξαίρεση ως προς την εκδοχή, που θα αναπτυχθεί σε εύθετο χρόνο) και απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγομένου/εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα (εκτός από μία περίπτωση που σχετίζεται με την εξαίρεση που μόλις ανέφερα). Μια διασαφήνιση. Η απόρριψη της μαρτυρίας του εναγομένου και η αποδοχή της μαρτυρίας των εναγόντων, δεν καθιστά απαρεγκλίτως την αξίωση των τελευταίων εναντίον του πρώτου ως αποδειχθείσα, όπως ούτε και απορριπτέα την ανταπαίτηση και ανταξίωση του εναγομένου εναντίον των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, μια που η αξιοπιστία της δοθείσας μαρτυρίας δεν συνυφαίνεται με το βάρος και επίπεδο απόδειξης που επωμίζεται το κάθε διάδικο μέρος αναλόγως των δικογραφικώς επιδιωκόμενων (βλ. κατ' αναλογίαν, Αθανασίου και Άλλος ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614). Προτού προχωρήσω στα τελικά ευρήματα, επιβάλλεται η ενασχόληση με έντεκα θεματικές οι οποίες προβλήθηκαν από τον εναγόμενο (άμεσα ή έμμεσα), κατά τη μαρτυρία του ή και στις αγορεύσεις του δικηγόρου του - ή ως προδικαστικές ενστάσεις στη δικογραφία - και οι οποίες αφορούν σε πτυχές που καθάπτονται εκφάνσεων των επίδικων θεμάτων στο σύνολο τους. Η πρώτη θεματική, αφορά στο ζήτημα της φερόμενης παραγραφής τού αγώγιμου δικαιώματος των εναγόντων γιατί, ως διατείνεται ο εναγόμενος, δυνάμει του άρθρου 26
(1)του Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου 14(Ι)/93, απαιτήσεις που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές παραγράφονται μετά από πάροδο οκτώ ετών από την ημερομηνία καταρτισμού της συναλλαγής. Η θέση αυτή καίτοι προωθήθηκε με ικανότητα από τον κ. Καλλή, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η απαίτηση των εναγόντων δεν απορρέει - όπως ήταν επί παραδείγματι η περίπτωση στην Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities And Financial Services Ltd
(2012), 1(Α) ΑΑΔ 636 - από χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά τα προβλεπόμενα και οριζόμενα στον Περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμο 14(Ι)/93, αλλά σε αξίωση προερχόμενη από νόμιμη συμφωνία παροχής «. δανείων και/ή πιστώσεων οποιασδήποτε μορφής και/ή οποιωνδήποτε άλλων τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων που θα παραχωρηθούν από την Τράπεζα στον Investor σε σχέση με το Σχέδιο .» (με άλλα λόγια τη συμφωνία (Τεκμήριο 6Α)). Η δεύτερη θεματική, αφορά στη θέση του εναγομένου (όπως αναπτύχθηκε στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου του), ότι το πληρεξούσιο που δόθηκε από αυτόν προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 (δηλαδή το Τεκμήριο 7Α), στερείται πρέπουσας αντιπαροχής, με συνέπεια «.το όλο οικοδόμημα επί του οποίου έχουν διεξαχθεί οι πράξεις της Hellenic Bank έχει καταρρεύσει». Προτείνει ο εναγόμενος, ότι το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 7Α), φέρει ημερομηνία προγενέστερη της συμφωνίας, κάτι το ανεπίτρεπτο κατά τις προβλέψεις του άρθρου 2
(2)(δ) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, λόγω του ότι η περί ης ο λόγος αντιπαροχή «. θα δινόταν σε μελλοντικό χρόνο από τρίτο πρόσωπο ήτοι την Hellenic Bank» (ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1) και όχι την «. Hellenic Investments» (εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2). Αποκλίνω από την τοποθέτηση αυτή. Κατ' αρχάς, συμφώνως των προβλεπομένων στο άρθρο 145 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη σύσταση αντιπροσωπείας και κατ' επέκτασιν για τη νόμιμη και δεσμευτική κατάρτιση πληρεξουσίου εγγράφου, δεν απαιτείται αντιπαροχή. Πέραν και ανεξαρτήτως τούτου ωστόσο, οφείλει κανείς να σημειώσει πως το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 7Α) - που υπογράφθηκε εκουσίως από τον εναγόμενο την 10.2.94 (μια μέρα πριν από την υποβολή της αίτησης του για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο (Τεκμήριο 6Α)) - αναφέρει με καθαρότητα ότι ο διορισμός των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 από τον εναγόμενο, ως πληρεξουσίων αντιπροσώπων του, έγινε σε αντάλλαγμα της συμμετοχής του «. στο Σχέδιο Investor Account της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ» (των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1). Το γεγονός πως η αίτηση συμμετοχής (Τεκμήριο 6Α), υπεβλήθη από τον εναγόμενο την επομένη μέρα (11.2.94), δεν καθιστά το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 7Α) ή την αίτηση συμμετοχής (Τεκμήριο 6Α) και τη διαμορφωθείσα συμφωνία, άκυρα ή ακυρώσιμα, για τους λόγους που προβάλλει ο εναγόμενος. Αντιθέτως, έχοντας υπόψιν τους όρους του πληρεξουσίου εγγράφου (Τεκμήριο 7Α) και τους όρους της αίτησης συμμετοχής (και της προκύψασας συμφωνίας, ως το Τεκμήριο 6Α), ως και όλη την έτερη αξιόπιστη μαρτυρία, το πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 7Α), συνιστούσε απαραίτητο συστατικό στοιχείο για υλοποίηση του σκοπού της συζητούμενης τότε συμφωνίας και προϋπόθεση για την πρακτική λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού. Τα ίδια, αφορούν και στα περί της συμφωνίας προμήθειας/δικαιωμάτων διαχείρισης (Τεκμήριο 8), που συμπληρώθηκε στις 10.2.94, μεταξύ των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και του εναγομένου, με σαφή αναφορά εκεί πως οι όροι της θα ρύθμιζαν τη σχέση μεταξύ των δύο διαδίκων με σημείο σταθερής αναφοράς την υποβληθείσα τότε αίτηση συμμετοχής του εναγομένου (μέσω των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2), προς τους ενάγοντες (Ελληνική Τράπεζα Λτδ, ως ονομάζονταν κατ' εκείνο το χρόνο), εν σχέσει με την υποχρέωση του για πληρωμή των εξόδων συμμετοχής στο επενδυτικό σχέδιο, των εξόδων χαρτοσήμανσης, των δικαιωμάτων διαχείρισης, των ετήσιων δικαιωμάτων επί εγκεκριμένου ορίου και των προμηθειών επί των αγοραπωλησιών. Σε τελευταία ανάλυση, τα προειρημένα έγγραφα (Τεκμήρια 6Α, 7Α και 8) - διατηρούντα την ιδιώνυμη νομική σημασία και αυτονομία τους - στόχευαν στην επίτευξη του ίδιου σκοπού, που δεν ήταν άλλος από την τελική διάπλαση και συνομολόγηση της συμφωνίας προκειμένου να μπορούν να εφαρμοστούν οι όροι και στόχοι της από τους συμβαλλομένους (βλ. Chitty On Contracts, Τομ.1, 31η Έκδ. 2012, παρ. 12-067). Άλλη ερμηνεία από αυτή, θα προσέκρουε στην κοινή εμπορική λογική του πράγματος (commercial common sense), κρινόμενης τούτης με αναφορά στον επίδικο χρόνο κατάρτισης της συμφωνίας και των όσων τη συναποτελούν και επικουρούν (βλ. κατ' αναλογίαν, Savills (UK) Limited v Blacker
(2017)EWCA Civ 68, Arnold v Britton and Others
(2015)UKSC 36). Η τρίτη θεματική, σχετίζεται με το εκ μεταφοράς ποσό των £1.200 (€2.050,32), στον επενδυτικό λογαριασμό, το οποίο συνυπολογίστηκε ως σταθερά στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4), αλλά και κατά την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 5 και 46). Ήταν θέση του κ. Καλλή, ότι το ποσό αυτό δεν αποδείχθηκε ώστε να μπορεί να επιδικαστεί στο πλαίσιο της ευρύτερης αξίωσης των εναγόντων εάν και εφόσον αυτή πετύχει. Συμφωνώ, έχοντας σταθμίσει πολύ προσεκτικά και τα όσα περί του αντιθέτου προέταξε η κ. Κωνσταντίνου (και τούτη είναι παρεμπιπτόντως η εξαίρεση περί της οποίας έγινε λόγος προηγουμένως αναφορικώς με τη μη αποδοχή εκδοχής των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 και αποδοχής εκδοχής του εναγομένου σε αντίθεση με τις υπόλοιπες που ξεδίπλωσε). Κανείς μάρτυς των εναγόντων δεν μπόρεσε να τοποθετηθεί με σαφήνεια ως προς την ακριβή φύση και περιεχόμενο του εκ μεταφοράς αυτού ποσού στον επενδυτικό λογαριασμό ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει την προέλευση του και να αποφασίσει περί του νόμιμου της αντίστοιχης χρέωσης ή αν μη τι άλλο τής συμπερίληψης του στον επενδυτικό λογαριασμό. Η αξιοπιστία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 5 και 46), ως και τα καλόπιστα ελατήρια των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 πίσω από την ετοιμασία των καταστάσεων αυτών (περί τούτου θα γίνει εκτενέστερη αναφορά στην τέταρτη θεματική), καθόλου δεν αμβλύνεται υπό το φως της συζητούμενης διαπίστωσης και τούτο γιατί είναι φανερό πως η προσοχή των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, δεν φαίνεται να στράφηκε προς την πορεία αυτή. Πρότεινε η ευπαίδευτη δικηγόρος τους ότι πουθενά στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση (ή στην ανταξίωση του εναγομένου εναντίον των πελατών της), δικογραφείται το παράπονο αυτό, ουδέ και αναφέρεται κάτι το σχετικό στη γραπτή δήλωση του Χάρη Παπαναστασίου (ΜΥ1) (Έγγραφο Ζ). Αποκλίνω. Ο εναγόμενος αμφισβήτησε επαρκώς στη δικογραφία το νόμιμο τού οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου στον επενδυτικό λογαριασμό. Τούτος ο δικογραφικός χειρισμός αρκεί από δικονομικής απόψεως για να καλύψει ό,τι είναι που ενεστώτως αναλύεται. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν καταπιάστηκε εξειδικευμένως με το ζήτημα κατά την κυρίως εξέταση, δεν μέλει. Τούτο, για το λόγο ότι το βάρος απόδειξης βρισκόταν στους ώμους των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι, ως ευστόχως υπέδειξε ο κ. Καλλής, όφειλαν να παρουσιάσουν επαρκή προς τούτο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαρσέλ και Άλλων ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1858, 1868). Δεν το έπραξαν, αν και που το ποσό των £1.200 (€2.050,32), αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση μαρτύρων των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, μετατρεπόμενο έτσι ως επίδικο και υποκείμενο σε απόδειξη, επί τω λόγω ότι η καταχώριση του στον επενδυτικό λογαριασμό δεν θα μπορούσε να αποτελέσει (και δεν αποτελεί), αμάχητη απόδειξη της αλήθειας τού τι είναι που υποτίθεται πως εκφράζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Γρηγορίου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 846, AL Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1(Α) ΑΑΔ 156, Ιορδάνου ν Ζήνωνος
(1998)1(Β) ΑΑΔ 652). Η τέταρτη θεματική - αναπροσαρμοζόμενων των πραγμάτων στη βάση του περιεχομένου και ευρημάτων στην τρίτη θεματική (και αυτό έχει ισχύ σε κάθε παρόμοια περίπτωση που απασχολεί εδώ) - αφορά στις (κατ' ισχυρισμόν του εναγομένου) παράνομες ή και αντισυμβατικές (και κάποτε λανθασμένες), χρεώσεις τόκων και άλλων εξόδων στον επενδυτικό λογαριασμό από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2. Ουδέν τέτοιο επιχείρημα ευσταθεί. Οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, επιδεικνύοντας καλή πίστη και ενεργώντας ορθώς και προς όφελος του εναγομένου - με την πρακτική αυτή να υιοθετείται και από τη νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Λανίτης ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2337, 2354-2356, Ζερβού και Άλλης ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2192, 2203-2204, Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, 1246-1248) - μερίμνησαν μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, να ετοιμάσουν δύο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 5 και 46), με την τελευταία αναδομημένη κατάσταση (Τεκμήριο 46), να αποτελεί και την πραγματική, ακριβή, αληθινή και νόμιμη αντανάκλαση των αντίστοιχων καταχωρίσεων, για να αποκλειστούν (από τις αιτούμενες θεραπείες στην αγωγή), καθορισμένα ποσά, κονδύλια, δικαιώματα (όπως τα management fees), ή χρεώσεις (και υπερχρεώσεις), που εκ των πραγμάτων θα ήταν δύσκολο ή και αδύνατον να τεκμηριωθούν νομικώς και πραγματικώς. Αυτός ο χειρισμός, περιέσωσε πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 46), εξανδραποδίζει τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του εναγομένου και τους καθιστά κενούς αντικειμένου και απορριπτέους. Σε τούτους τους ισχυρισμούς - πέραν εκείνων που αφορούν στη χρέωση προμηθειών/brokerage fees (που ορθώς περιλαμβάνονται στην αξίωση κατά το περιεχόμενο της συμφωνίας προμήθειας/δικαιωμάτων διαχείρισης (Τεκμήριο 8)) και ασχέτως του γεγονότος πως, για κάποιο λόγο, μια τέτοια νόμιμη και προβλεπόμενη προμήθεια δεν ζητήθηκε από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 στη συμβατική σημείωση (contract note) ημερομηνίας 15.9.94 (Τεκμήριο 47) - εντάσσονται και οι θέσεις του εναγομένου περί χρέωσης τόκου στον επενδυτικό λογαριασμό «. με βάση τις 360 μέρες και όχι με βάση τις 365 μέρες .», με έκβαση η παρανομία αυτή να καθιστά τον επενδυτικό λογαριασμό παράνομο στο σύνολο του. Εντούτοις, στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 46) δεν περιλαμβάνεται τοκισμός πέρα από ποσοστό 9%. Έτσι, η κάθε άλλη συζήτηση επί αυτού του θέματος καθίσταται, πλέον, ακαδημαϊκή και εν πάση περιπτώσει σαφώς διαφοροποιούμενη από τα όσα αποφάσισε το Ανώτατο Δικαστήριο επί του ζητήματος (ισχύοντος τότε του Περί Τόκου Νόμου 2/77), στις υποθέσεις Παχατουριάν ν Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 322, 326-327 και Βογαζιανός και Άλλων ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 1)
(2011)1(Α) ΑΑΔ 253, 263-265, οι οποίες, σημειωτέον, δεν συγκρότησαν βάθρο συζήτησης εκ μέρους του εναγομένου κατά τις αγορεύσεις. Καταλήγοντας στο τι έπρεπε να περιληφθεί στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 46), οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, συνυπολόγισαν τις πρόνοιες του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, ούτως ώστε το απαύγασμα του εγχειρήματος να αποβεί υπέρ του εναγομένου. Εκεί όπου το εφαρμοζόμενο επιτόκιο με αναφορά στον Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο 160(Ι)/99, οι δεν θα απέβαινε προς όφελος του εναγομένου, το επιτόκιο παρέμεινε ως ίσχυε κατά τα προβλεπόμενα στις δεόντως δημοσιευθείσες και σχετικές εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (βλ. Τεκμήρια 42-45). Οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, αποφάσισαν να μην περιλάβουν στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 5 και 46), οποιαδήποτε κεφαλαιοποίηση τόκων, τοσούτο δε μάλλον δύο φορές το χρόνο (όπως είχαν την ευχέρεια να πράξουν επιτρεπτώς κατά νομοθετική ρύθμιση), χρεώνοντας αντ' αυτού τον εναγόμενο με το χαμηλότερο επιτόκιο που εφαρμοζόταν τη χρονική στιγμή που ενδιέφερε. Όλες οι χρεώσεις στους αναδομημένους λογαριασμούς (Τεκμήρια 5 και 46) - υπό το πλέγμα και τις αιρέσεις που συζητήθηκαν - είναι εναρμονισμένες με το περιεχόμενο της συμφωνίας και τις διατάξεις του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (βλ. κατ' αναλογίαν, Επίσημος Παραλήπτης και Άλλων ν Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(2005)1(Α) ΑΑΔ 38). Η πέμπτη θεματική, αφορά στη νομιμότητα των πιστοποιητικών που κατατέθηκαν από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 (βλ. μεταξύ άλλων Τεκμήρια 10, 11, 17 και 39) και στην αποδεκτότητα (ως μαρτυρίας), των καταχωρίσεων, θεμάτων και δοσοληψιών που αποτυπώνονται στις εκεί συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού, κατά το άρθρο 22 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9. Ο δικηγόρος του εναγομένου ενέταξε στα υπό ανάλυσιν και τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήρια 4, 5 και 46), που δεν συνοδεύονται από σχετικό πιστοποιητικό συμφώνως του άρθρου 35
(3)του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9. Όπως και να έχουν τα πράγματα, τα πιστοποιητικά αυτά - αλλά και τα όσα συμπεριλαμβάνονται στις υπό αναφορά καταστάσεις λογαριασμού (με ή χωρίς τη συνοδεία τέτοιου πιστοποιητικού, όπως φερ' ειπείν τα Τεκμήρια 6 και 7) - πληρούν (σε αντίθεση με τις τοποθετήσεις του εναγομένου), τις προϋποθέσεις αποδεκτότητας και απόδοσης στο περιεχόμενο τους ύψιστης αποδεικτικής βαρύτητας (σε συνδυασμό με την προφορική μαρτυρία που δόθηκε επί αυτών), προς επίρρωση των φυόμενων αξιώσεων. Οι περί ων ο λόγος καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του τραπεζικού αρχείου των εναγόντων, με το περιεχόμενο τους να επεξηγείται αρκούντως από τους μάρτυρες των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 και να στοιχίζεται και διασυνδέεται απολύτως με τα επίδικα θέματα, όπως εξάλλου συμβαίνει και στην περίπτωση των άλλων καταστάσεων λογαριασμού, χρηματιστηριακών συναλλαγών και εντολών που κατατέθηκαν στη δίκη και έγιναν αποδεκτές ως ορθές και αληθινές (βλ. κατ' αναλογίαν, Κλεάνθους και Άλλου ν Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1344, Μιάρης και Άλλης ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1625, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Coral Foods Ltd και Άλλων
(2008)1(Β) ΑΑΔ 956). Η έκτη θεματική, αφορά στην παραλαβή από τον εναγόμενο επιστολών, καταστάσεων λογαριασμού και άλλων ειδοποιήσεων που του έστελλαν κατά καιρούς οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 περί των επίμαχων τώρα ζητημάτων (βλ. λόγου χάριν, τα Τεκμήρια 20-24 και 38), με κάποιες από αυτές τις επιστολές/ειδοποιήσεις να υπογράφονται νομίμως και κανονικώς από υπαλλήλους των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 (μ' όλο που πηγή προέλευσης των επιστολών/ειδοποιήσεων ήσαν οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1), ή από υπαλλήλους των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 (παρόλο που οι επιστολές/ειδοποιήσεις προέρχονταν από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2). Αυτές οι επιστολές, καταστάσεις λογαριασμού και έγγραφες ειδοποιήσεις, καταλήγω, στάλθηκαν πρεπόντως (και ταχυδρομικώς), από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2 προς τον εναγόμενο χωρίς να επιστραφούν, με συνακόλουθο (και επιτρεπτό) το συμπέρασμα (κατά μη ανατραπέν μαχητό τεκμήριο και επιπλέον των σχετικών παραδοχών του εναγομένου), πως παραλήφθηκαν όλες ως έπρεπε (και εγκαίρως) από αυτόν (βλ. κατ' αναλογίαν, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων
(2009)1(Α) ΑΑΔ 479, Theodorou v The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9). Η έβδομη θεματική, καθάπτεται ισχυρισμού τού εναγομένου ότι οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, υποχρεούνταν να πωλήσουν τις επίδικες ενεχυριασμένες μετοχές και να χρησιμοποιήσουν το προϊόν της πώλησης για εξόφληση των οφειλών του. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει ως εύλογη ερμηνεία από την αξιόπιστη μαρτυρία δοσμένου και του είδους του επενδυτικού λογαριασμού αλλά και των όρων που συναπάρτιζαν ευρύτερα τη συμφωνία. Οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, είχαν δικαίωμα και όχι υποχρέωση να προέβαιναν στον αποδιδόμενο χειρισμό και τούτο εξάγεται εναργώς (και) από το περιεχόμενο του Εγγράφου Ενεχυρίασης Μετοχών (Τεκμήριο 9) (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαρκίδης ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1(Α) ΑΑΔ 324). Δεν ήσαν προσέτι αναγκασμένοι οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2 - παρότι οι χειρισμοί τους ήσαν απολύτως νόμιμοι και συνετοί - να ζύγιαζαν κατά την απόφαση τους τα συμφέροντα του εναγομένου, ο οποίος, όντως, υπέβαλε ένα τέτοιο αίτημα πώλησης των ενεχυριασμένων του μετοχών. Μπορούσαν να ασκήσουν το συζητούμενο δικαίωμα όποτε αυτοί επέλεγαν, με μόνο καθήκον την πώληση των αξιών στην τρέχουσα τιμή αγοράς κατά το χρόνο πώλησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός και Άλλου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1(Α) ΑΑΔ 38, 54). Ποσώς λοιπόν αποδείχθηκε αμέλεια από μέρους των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, ή παράβαση από μέρους τους των συμβατικών και άλλων νομοθετικών τους καθηκόντων έναντι του εναγομένου ή της γενικότερης δικαιϊκής τάξης σε ό,τι αφορά στη μόλις αναλυθείσα πτυχή ή σε ό,τι σχετίζεται με οποιαδήποτε άλλη. Ήταν ο εναγόμενος, που αποφάσισε εθελούσια και χωρίς οποιαδήποτε αθέμιτη παρότρυνση ή πίεση από μέρους των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, να συνομολογήσει (νομίμως) τη συμφωνία με τους τελευταίους (ως το Τεκμήριο 6Α) και να εμπλακεί εν συνεχεία στις επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές χρησιμοποιώντας λεφτά από τον επίδικο δανεισμό, με τις όποιες επενδυτικές του επιλογές, να βαραίνουν αποκλειστικώς τον ίδιον. Η περί ου ο λόγος συμβατική σχέση με τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2, δεν αφορούσε στη διαχείριση του (επέκεινα δημιουργηθέντος) χαρτοφυλακίου του ή στην παροχή προς αυτόν χρηματιστηριακών συμβουλών από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2. Η χρέωση ετήσιου δικαιώματος διαχείρισης στον επενδυτικό λογαριασμό «. της τάξης του: 0,5% πάνω στη συνολική κίνηση του λογαριασμού του ή ετήσιο δικαίωμα 1% του εγκεκριμένου ορίου του, ανάλογα με το ποιο είναι μεγαλύτερο», δεν τεκμηριώνει δίχως άλλο τη διαμόρφωση συμφωνίας διαχείρισης χαρτοφυλακίου/παροχής χρηματιστηριακών συμβουλών κατά τα πρότυπα που εννοεί ο εναγόμενος (βλ. κατ' αναλογίαν, Marketrends Finance Ltd v Πέρδικου και Άλλων
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1042), μηδέ και καταδείχθηκε οτιδήποτε που θα μπορούσε να κατατείνει σε συμπέρασμα (ή υπόνοια) ύπαρξης άλλης όμοιας (ή παρόμοιας) σχέσης μεταξύ των διαδίκων για να δικαιολογείται αντίθετη επί τούτω προσέγγιση και κατάληξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Suriya & Douglas (a firm) v Midland Bank Plc
(1999)1 All ER (Comm) 612, BP Refinery (Westernport) Pty Ltd v The Shire of Hastings
(1977)180 CLR 266 (Australia)). Η όγδοη θεματική, με αναφορά στις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (Τεκμήρια 26-31), συναρμόζεται με τη θέση του εναγομένου ότι οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, λειτουργώντας τον επενδυτικό λογαριασμό, ενήργησαν «. κατά καταφανή παράβαση των σχετικών εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας οι οποίες αφορούσαν την λειτουργία Επενδυτικών Λογαριασμών (Investor Account)». Οι εγκύκλιοι αυτοί (Τεκμήρια 25-31), ως μεταγενέστερες της συμφωνίας, δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και ούτε θα μπορούσαν, υπό οποιαδήποτε οπτική να επιφέρουν, κατά συζήτησιν έστω, αναδρομική ακυρότητα της συμφωνίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Λανίτης ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2337, 2354-2356) και να αποστερήσουν με αυτό τον τρόπο τους ενάγοντες από τη δυνατότητα να επιδιώξουν δικαστική θεραπεία εναντίον του εναγομένου (βλ. κατ' αναλογίαν, Συρίμη ν Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1131, 1143-1145, Καλλικάς ν Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1238, 1251-1252), αφού αυτές υπέχουν χαρακτήρα εσωτερικών και μόνο διοικητικών μέτρων (internum) χωρίς να δύνανται να επιφέρουν τροποποίηση αντίστοιχων συμβατικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός και Άλλου ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1(Α) ΑΑΔ 38, 52-53, Μαρκίδης ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1(Α) ΑΑΔ 324, 336-337, Παπαδόπουλος ν Euroinvestment & Finance Ltd
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2091, 2099). Η ένατη θεματική, αφορά στη θέση του εναγομένου ότι οι ενάγοντες ολιγώρησαν αδικαιολογήτως να στραφούν εναντίον του, με παρεπόμενο η αγωγή να χρήζει απόρριψης ως παραβιαστική του συνταγματικού δικαιώματος για διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου. Η θέση αυτή είναι ανυπόστατη. Οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, επέδειξαν υποδειγματική υπομονή προς τον εναγόμενο παρέχοντας σε αυτόν κάθε δυνατή ευκαιρία να αποπληρώσει τα οφειλόμενα (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαρκίδης ν Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1(Α) ΑΑΔ 324, 340). Ούτε ολιγώρησαν μήτε και με οποιοδήποτε τρόπο απεμπόλησαν ή παραιτήθηκαν από νόμιμα δικαιώματα τους έναντι του εναγομένου και πάντως καθόλου δεν παρέβλεψαν οποιαδήποτε συνταγματικά ή άλλα δικαιώματα του. Απεναντίας, κινήθηκαν εναντίον του, εξαντλώντας πρώτα κάθε περιθώριο εξωδικαστικής επίλυσης της διαφοράς. Στόχος του εναγομένου ήταν η αποφυγή (μετά από κάποιο στάδιο τουλάχιστον), τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων. Ο εναγόμενος ήταν που αποτάθηκε προς τους ενάγοντες για πιστωτικές διευκολύνσεις (οι οποίες του δόθηκαν), με αποτέλεσμα να προχωρήσει και να τις χρησιμοποιήσει με τρόπο που μερικές φορές του απέφεραν και κερδοφορία, ή τη δυνατότητα κερδοφορίας. Όταν όμως, τελικώς, ο επενδυτικός του κύκλος έκλεισε για τον οποιοδήποτε λόγο (και δυσμενώς για αυτόν μια και «. μας έμεινε στο τέλος ένα Portfolio από μετοχές που μηδενίστηκε η αξία τους»), τούτος προφασίστηκε, για ευνόητους λόγους, ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που απολάμβανε για τόσο καιρό ήσαν προϊόν παρανομίας και άλλων τέτοιων, σε ένα εγχείρημα αποφυγής κάθε μορφής υποχρέωσης και καθήκοντος που είχε έναντι εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
  1. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Η δέκατη θεματική, συνδέεται με την αμφισβήτηση του εναγομένου ότι έδινε (ή δεν έδινε) χρηματιστηριακές εντολές προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους
  2. Είναι γεγονός πως οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 και 2, με τη μαρτυρία που παρουσίασαν (κυρίως μέσω των Χρίστου Χαϊλή (ΜΕ3) και Σταύρου Νικολάου (ΜΕ4)), δεν κατόρθωσαν να ταυτίσουν τις επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές (εκεί όπου αυτό υφίστατο), με τηλεφωνικές εντολές του εναγομένου, καθότι οι μάρτυρες αυτοί (και ιδίως ο Σταύρος Νικολάου (ΜΕ4)), δεν κατάφεραν να εντοπίσουν τις τηλεφωνικές αυτές εντολές σε ηχογραφημένη μορφή στο σύστημα καταγραφής συνομιλιών των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων
  3. Η αδυναμία αυτή των μαρτύρων να παρουσιάσουν θετική επί του θέματος μαρτυρία δεν μπορεί παρά να οδηγήσει, περαίνει ο εναγόμενος, σε απόρριψη ανάλογων εκδοχών των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
  4. Δεν με βρίσκει συγκλίνοντα η άποψη αυτή. Η θέση του Σταύρου Νικολάου (ΜΕ4), δεν ήταν πως οι τηλεφωνικές αυτές εντολές δεν είχαν δοθεί από τον εναγόμενο, αλλά ότι, εξαιτίας του μεγάλου όγκου αυτών, δεν είχε πετύχει ο μάρτυς μέχρι τη μέρα που κατέθεσε να τις εντοπίσει. Από τη δήλωση του μάρτυρα δεν συνάγεται πως επειδή τούτος δεν μπόρεσε να βρει καταγεγραμμένες τηλεφωνικές εντολές του εναγομένου τούτες δεν είχαν δοθεί τηλεφωνικώς ή, κυρίως, διά άλλου μέσου, με την αποτίμηση των πραγμάτων να μην παραγνωρίζει και το ότι το υπό αναφορά σύστημα καταγραφής συνομιλιών ενεργοποιήθηκε μόλις τον Οκτώβριο 1999, πεντέμισι τόσα έτη από την απαρχή της επίδικης συμβατικής σχέσης. Από το σύνολο της μαρτυρίας, έγγραφης και προφορικής, αναδύεται καθαρώς πως όλες οι επίδικες χρηματιστηριακές συναλλαγές έγιναν μετά από εντολές του εναγομένου προς τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2, κατά τα προβλεπόμενα στη συμφωνία, με αυτόν να αποδέχεται την καθεμιά αγοραπωλησία χωρίς διαμαρτυρία και να ενεργεί επί αυτών προς εξασφάλιση περισσότερου κέρδους ή προς είσπραξη αντιστοίχως προκυψάντων χρηματικών ωφελημάτων. Η εντεκάτη θεματική, συναρτάται με την επιστολή ημερομηνίας 11.02.03, που αποστάληκε από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 προς τον εναγόμενο σε σχέση, κατά τα φαινόμενα, με τον επενδυτικό λογαριασμό (βλ. Τεκμήριο 38). Η επιστολή αυτή - που κατατέθηκε από τον Γιώργο Γρουτίδη (ΜΕ2) κατά την αντεξέταση του από τον δικηγόρο του εναγομένου - δεν συσχετίστηκε με οποιαδήποτε πτυχή των επίδικων θεμάτων και ως εκ τούτου, παραμένει μετέωρη αποδεικτικής βαρύτητας για ό,τι είναι που θα μπορούσε να αφορά. Υποσημειώνεται, απλώς, πως η εκεί καταγραφή περί προθέσεων της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ να «. προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος για την πώληση» 15.500 μετοχών της L. Atteshlis Shipping Ltd, δεν αφήνει σκιά, ή ανατρέπει (και αξιολογήθηκε τούτο κατά την αποτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και των εκδοχών στον κατάλληλο χρόνο), την απαίτηση των εναγόντων για την έκδοση διατάγματος πώλησης 155 μετοχών της Bank of Cyprus Public Co Ltd, συμφώνως του μη αντικρουσθέντος περιεχομένου των Τεκμηρίων 18 και 19 (μετά ασφαλώς τη σχετική υποδιαίρεση των αρχικώς ενεχυριασθεισών 15.500 μετοχών της Bank of Cyprus Public Co Ltd). Καμιά από τις υπερασπίσεις, αξιώσεις, προδικαστικές ή άλλες ενστάσεις του εναγομένου, επιρρώνεται, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, αλλά και για όσους άλλους λόγους θα καταγραφθούν ύστερα. Προχωρώ στα (επιπρόσθετα) ευρήματα μου - μέρος των οποίων είναι και τα όσα περιγράφουν ως εισαγωγή την αξίωση των εναγόντων στην παρούσα απόφαση - με την επανάληψη κάποιων εξ αυτών να είναι εκ των πραγμάτων αναγκαία δεδομένου πως η πρότερη διατύπωση τους εγένετο υπό διαφορετικό πρίσμα θεώρησης κατά τη συζήτηση υπερασπιστικών και άλλων εκδοχών του εναγομένου ή των διαδίκων εν γένει. Οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία συστάθηκε συμφώνως των νόμων της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 29.5.94 (βλ. Τεκμήριο 1) και διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 3). Πριν από την 6.5.05, η ονομασία των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 ήταν Hellenic Bank Ltd, ενώ από την 6.5.05, μετονομάστηκαν σε Hellenic Bank Public Company Ltd (βλ. Τεκμήριο 2). Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 προσφέρουν και προσέφεραν καθ' όλους τους ουσιώδεις για την υπόθεση χρόνους επενδυτικές υπηρεσίες και ασχολούνταν μεταξύ άλλων με τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και την εισαγωγή εταιρειών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («ΧΑΚ»). Ως η ακολουθητέα πρακτική κατά τους χρόνους που εδώ ενδιαφέρουν, ο εναγόμενος απευθύνθηκε προς τους ενάγοντες υποβάλλοντας σχετικό αίτημα για την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων με σκοπό τη συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο. Η γραπτή του αίτηση υποβλήθηκε στις 11.2.94 (Τεκμήριο 6Α) και έλαβε τελική έγκριση για έναρξη λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού στις 14.2.94 (για όριο ΛΚ10.000 (€17.086,01)), με τους όρους συμμετοχής να βρίσκονται στο πίσω μέρος της υπό αναφορά αίτησης (Τεκμήριο 6Α), η οποία μετά ταύτα μετατράπηκαν σε όρους της συμφωνίας που ήσαν δεσμευτικοί για όλους τους συμβαλλομένους. Για να τεθεί το επενδυτικό σχέδιο σε λειτουργία, ο εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 στις 10.2.94, ως το Τεκμήριο 7Α, συμφωνία προμήθειας/δικαιωμάτων διαχείρισης ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 8) και έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών/δικαιωμάτων στις 13.11.96, ως το Τεκμήριο
  5. Προς πρακτική υλοποίηση της συμφωνίας, ανοίχθηκε στο όνομα του εναγομένου από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 και 2, ο επενδυτικός λογαριασμός με αριθμό 175-01-036601-75 (ή άλλως 121-01-036601-75). Ο επενδυτικός λογαριασμός χρεωνόταν με επιτόκιο συμφώνως εφαρμοζόμενων εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Για την περίοδο από 24.3.94, το επιτόκιο χρέωσης του επενδυτικού λογαριασμού ανερχόταν σε 9%. Ακολούθως, από την 1.9.94, μειώθηκε σε 8.50% και από την 18.7.97, σε 8% (βλ. Τεκμήρια 40 και 41). Οι χορηγήσεις νέων πιστωτικών διευκολύνσεων μετά την 1.1.01 και την εφαρμογή του Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99, χρεώνονταν με βασικό επιτόκιο ως τούτο καθοριζόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με αντίστοιχες ανακοινώσεις να εκδίδονται προς τον ημερήσιο τύπο από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 (όπως για παράδειγμα, διά των Τεκμηρίων 42-45) και ένα επιτόκιο περιθωρίου που καθόριζε η κάθε τράπεζα, μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 1, οι οποίοι το προσδιόρισαν σε ποσοστό 2% από 1.1.01, εκτός και αν τούτο μειωνόταν ή αυξανόταν έπειτα από συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Το βασικό επιτόκιο κατά την 1.1.01, καθορίστηκε σε 7%. Ο επενδυτικός λογαριασμός διατηρείτο σε κατάστημα των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και ενημερωνόταν για τις όποιες συναφείς χρεοπιστώσεις λάμβαναν χώραν. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, διατηρούσαν τον επενδυτικό λογαριασμό για σκοπούς χρηματιστηριακών συναλλαγών του εναγομένου - περιλαμβανομένων και μετοχών εταιρειών πριν από την εισαγωγή τους στο ΧΑΚ που αποκτιούνταν διά της διαδικασίας των Initial Public Openings (IPOs) - που διεκπεραιώνονταν κατά τις εντολές, πάντα, του εναγομένου και δειγματική προς τούτο αναφορά μπορεί να γίνει στα Τεκμήρια 15, 32-37,
  6. Αυτές οι οδηγίες/εντολές διαβιβάζονταν από τον εναγόμενο είτε ηλεκτρονικώς (μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος διαβίβασης εντολών (e-trade)), είτε απευθείας προς την Κεντρική Υπηρεσία Λήψης Εντολών των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2, ή προς τα κατά τόπους Επαρχιακά Γραφεία των τελευταίων και τους εντεταλμένους τους χρηματιστές (οι οποίοι μολονότι υπάλληλοι τους παρέμεναν και υπάλληλοι των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1). Έπειτα, οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, ως μέλη του ΧΑΚ, διαβίβαζαν εκεί τις εντολές, οπόταν, όταν τούτες εκτελούνταν, εκδίδονταν αυτομάτως από το ηλεκτρονικό σύστημα των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και τα ανάλογα contract notes τα οποία διατηρούνταν στα αρχεία τους και με τον εναγόμενο να είναι ελεύθερος να τα ελέγχει και να τα επιθεωρεί όποτε ήθελε. Μετά το έτος 2000, ή προς το τέλος αυτού, τα contract notes αποστέλλονταν προς τον εναγόμενο (βλ. Τεκμήριο 10). Ο ρόλος των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 περιοριζόταν στην καταγραφή των χρεοπιστώσεων στον επενδυτικό λογαριασμό οι οποίες αντιστοιχούσαν στις χρηματιστηριακές πράξεις του εναγομένου. Ο επενδυτικός λογαριασμός δεν λειτουργούσε με διακριτική ευχέρεια των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, αλλά πάντοτε με τις εντολές/οδηγίες του εναγομένου. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, απέστελλαν προς τον εναγόμενο τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού με επισυνημμένες συνοπτικές καταστάσεις λογαριασμού ως και καταστάσεις αλλαγών του χαρτοφυλακίου του εξαιρουμένων των αγοραπωλησιών, όπου αυτό χρειαζόταν. Οι καταστάσεις αυτές εκτυπώνονταν αυτομάτως από το σύστημα που διατηρούσαν οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 (βλ. Τεκμήριο 11). Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος λάμβανε τις μηνιαίες τραπεζικές καταστάσεις των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 για την κίνηση του επενδυτικού λογαριασμού. Πέραν τούτου, ο εναγόμενος ενημερωνόταν και τηλεφωνικώς και ενίοτε μέσω τηλεομοιότυπου (φαξ) για τις συναλλαγές που είχε διατάξει και ήταν σε θέση να αμφισβητήσει πράξεις που είχαν εκτελεστεί εκ μέρους του, χωρίς όμως ποτέ να προβεί σε τέτοια ενέργεια. Το όριο του επενδυτικού λογαριασμού αυξήθηκε κλιμακωτά από £10.000 σε £50.000, μετέπειτα σε £60.000, ύστερα σε £80.000 και τέλος σε £150.000, κατόπιν απαίτησης του εναγομένου, με τις αυξήσεις αυτές να αξιολογούνται και να εγκρίνονται στην κάθε περίπτωση από τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 (βλ. Τεκμήρια 12-14). Ο εναγόμενος προχώρησε σε αναλήψεις μετρητών από τον επενδυτικό λογαριασμό ύψους £253.000,00 (€432.276,16) (βλ. Τεκμήριο 4). Οι αναλήψεις και οι μεταφορές χρημάτων αλλά και οι οδηγίες/εντολές για την αγοραπωλησία αξιών/μετοχών/αξιογράφων, καταδεικνύουν και αυτές τον άμεσο χειρισμό του επενδυτικού λογαριασμού από τον εναγόμενο. Ο επενδυτικός λογαριασμός άρχισε να λειτουργεί με ποσοστό εξασφάλισης 25% (βλ. Τεκμήριο 11). Κατοπινά, το ποσοστό εξασφάλισης αυξήθηκε σε 40% (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1999). Μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 1999, το ποσοστό εξασφάλισης ανήλθε στο 60% (βλ. Τεκμήριο 16) μέχρι και το τέλος Ιανουαρίου 2001, ενώ τον Φεβρουάριο 2001, το ποσοστό εξασφάλισης μειώθηκε στο 40% και παρέμεινε στο επίπεδο αυτό μέχρι και τον τερματισμό της συμφωνίας και του επενδυτικού λογαριασμού στις 31.10.02 (βλ. Τεκμήριο 23). Η αξία του χαρτοφυλακίου τού εναγομένου την 4.1.01, ανερχόταν σε €92.249,10, ενώ μετά από διακυμάνσεις κατέληξε την 31.10.02, σε €31.366,14 (βλ. Τεκμήρια 17(α)-(δ)). Κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας στις 31.10.02, ήσαν ενεχυριασμένες (προς όφελος των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1), 15.500 μετοχές της Bank of Cyprus Public Co Ltd και 11.977 μετοχές της Hellenic Bank Public Company Ltd, οι οποίες (μετά από σχετική υποδιαίρεση, έχουν μετατραπεί κατ' αντιστοιχίαν σε 155 μετοχές της Bank of Cyprus Public Co Ltd και σε 239 μετοχές της Hellenic Bank Public Company Ltd), εξακολουθούν να είναι ενεχυριασμένες προς όφελος των εναγόντων (βλ. Τεκμήρια 18-19). Ο επενδυτικός λογαριασμός άρχισε σταδιακώς να παρουσιάζει προβλήματα. Παρατηρήθηκε υπέρβαση του εγκεκριμένου ορίου και δεν τηρούνταν οι απαραίτητες και προβλεπόμενες εξασφαλίσεις. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2, άρχισαν επαφές με τον εναγόμενο για να αποκατασταθεί η παρατηρηθείσα υπέρβαση στον επενδυτικό λογαριασμό και στο ύψος της προβλεπόμενης εξασφάλισης, με τον εναγόμενο να μην ανταποκρίνεται. Μεταξύ 4.1.01 και 3.9.02, απεστάλη σειρά επιστολών προς τον εναγόμενο από τους ενάγοντες/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 1 καλώντας τον να καλύψει την διαφορά, με αυτόν να μην ανταποκρίνεται (βλ. Τεκμήρια 20-24, 38), εξού και ο νόμιμος τερματισμός της συμφωνίας και του επενδυτικού λογαριασμού στις 31.10.02, (βλ. Τεκμήριο 23). Η υπόθεση στάλθηκε στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων/εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 για τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του εναγομένου, με αυτούς να του αποστέλλουν νέα επιστολή για διευθέτηση της διαφοράς στις 5.10.09 (Τεκμήριο 24). Συμφώνως της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού (Τεκμήριο 46), ο επενδυτικός λογαριασμός παρουσίαζε στις 29.2.16, χρεωστικό υπόλοιπο σε κεφάλαιο εκ €255.802,93 και σε τόκους €309.694,91, με το ολικώς οφειλόμενο ποσό να ανέρχεται κατά την 29.2.16, σε €565.437,84, πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί ποσού €255.802,93, από 1.3.16 μέχρι εξοφλήσεως. Το υπόλοιπο αυτό, νόμιμο και νομιμοποιημένο ως είναι με αναφορά στη συμφωνία, πρέπει να καταβληθεί από τον εναγόμενο προς τους ενάγοντες. Ο εναγόμενος απέτυχε να καταδείξει, στοιχειοθετήσει ή πείσει για οποιεσδήποτε από τις (έτερες) υπερασπίσεις (ή προδικαστικές ενστάσεις) που προώθησε στη δίκη, για όλους τους λόγους που αναλύθηκαν στο σκεπτικό, ή που συνάγονται ευλόγως και ως εκ συμπαθείας από αυτούς. Οι ενάγοντες - εξαιρουμένου του ποσού των €2.050,32 (£1.200), που δεν το στοιχειοθέτησαν στον αναγκαίο βαθμό ως εξηγήθηκε (και που εκ των πραγμάτων θα αφαιρεθεί από το χρωστούμενο κεφάλαιο με ανάλογη αναπροσαρμογή και ως προς τους αντιστοίχως οφειλόμενους τόκους) - απέδειξαν το υπόλοιπο της απαίτησης τους εναντίον του εναγομένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ ο εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων και την αξίωση του κατά των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
  7. Η αγωγή επιτυγχάνει στο βαθμό και έκταση που προαναφέρθηκε. Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για ποσό €563.387,52, πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €253.752,61, από 1/3/16 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται υπέρ των εναγόντων διάταγμα πώλησης 155 (ενεχυριασμένων προς όφελος των εναγόντων) μετοχών και/ή δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants) του εναγομένου στην Bank οf Cyprus Public Co Ltd και άλλων 239 μετοχών στην Hellenic Bank Public Co Ltd. Εκδίδεται διάταγμα υπέρ των εναγόντων όπως ο Γιώργος Γρουτίδης (Α/Τ 625280), υπογράψει εκ μέρους του εναγομένου, όλα τα αναγκαία έγγραφα και/ή προβεί σε όλες τις απαραίτητες πράξεις με βάση οποιονδήποτε ισχύοντα νόμο στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή οποιανδήποτε απαίτηση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου για σκοπούς πώλησης ή και μεταβίβασης των ως άνω αναφερομένων αξιών στην Bank οf Cyprus Public Co Ltd και Hellenic Bank Public Co Ltd και/ή προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την πώληση και/ή μεταβίβαση των εν λόγω αξιών. Τα έξοδα της αγωγής, πλέον ο ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του ποσού της απόφασης. Η Ανταπαίτηση του εναγομένου εναντίον των εναγόντων και η ανταξίωση του εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2, απορρίπτεται, χωρίς όμως διαταγή ως προς τα έξοδα ένεκα του ενιαίου της δικηγορικής αντιπροσώπευσης των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και 2 με τους ενάγοντες και της συνάφειας των ζητημάτων που συζητήθηκαν στην ανταπαίτηση και ανταξίωση με αυτά στην αγωγή. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.