SHIREEN MARITIME LTD κ.α. ν. WJ HOLDING LIMITED κ.α., Αρ. Αίτησης: 479/16, 30/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 479/16 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/1987, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, Άρθρο 9 και Αναφορικά με τη Διεθνή Διαιτησία που πρόκειται να καταχωρηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο (LCIA) από τη SHIREEN MARITIME LTD και τη MAZLIN TRADING CORP εναντίον της WJ HOLDING LIMITED και της STUBRICK LIMITED Μεταξύ:
- SHIREEN MARITIME LTD, από τη Λιβερία
- MAZLIN TRADING CORP, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Αιτητριών - και -
- WJ HOLDING LIMITED
- STUBRICK LIMITED Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση Δια Κλήσεως ημερ. 14.11.2016 Ημερομηνία: 30 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτήτριες: κ. Α. Ερωτοκρίτου για A.G. EROTOCRITOU LLC (κα Ελ. Σταύρου για να ακούσει απόφαση). Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Σ. Παύλου για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κ. Χρ. Ιωάννου για να ακούσει απόφαση). Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ο κ. Alexander Spiegel και ο κ. Yuri Drukker υπήρξαν οι καλύτεροι φίλοι από τον καιρό που φοιτούσαν σε νηπιαγωγείο. Σήμερα, σε κάπως προχωρημένη ηλικία και οι δύο, ο ένας αποκαλεί τον άλλο ψεύτη, ανέντιμο, ασυνεπή κλπ. Δεν θα πω πολλά για τη φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των δύο ανδρών. Θα παραθέσω αυτολεξεί τα όσα καταγράφονται στις παραγράφους 24-32 από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση Αίτηση: «
- Ο κ. Spiegel γεννήθηκε στην πόλη Mukachevo, Transkarpetiya - Ουκρανία, μία μικρή πόλη περίπου 45,000 - 50,000 κατοίκων. Ο κ. Spiegel και ο κ. Drukker υπήρξαν καλύτεροι φίλοι από το 1952, ενώ πήγαιναν στο ίδιο νηπιαγωγείο. Οι γονείς τους γεννήθηκαν στην ίδια μικρή πόλη και ήταν φίλοι πριν, κατά τη διάρκεια και μετά που επέζησαν από το Άουσβιτς.
- Περί το 1972, ο κ. Spiegel μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου δημιούργησε μία επιτυχημένη επιχείρηση κατασκευής κοσμημάτων. Ο κ. Drukker τον ακολούθησε στις Ηνωμένες Πολιτείες 13 χρόνια αργότερα, το
- Ο κ. Spiegel βοήθησε τον κ. Drukker να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες και παρείχε οικονομική χρηματοδότηση στις επιχειρήσεις του κ. Drukker από το
- Ως μέλος της κοινότητας Carpetian, ο κ. Spiegel το θεώρησε ως καθήκον του να υποστηρίξει, με οποιοδήποτε τρόπο μπορούσε, άλλα μέλη της κοινότητας του, όπως ο κ. Drukker.
- Ο νεότερος υιός του κ. Spiegel, ο Matthew, είναι μόνο 10 ημέρες μεγαλύτερος από τον υιό του κ. Drukker, Boris. Η οικογένεια του κ. Spiegel καλείτο πάντοτε στα γενέθλια του Boris και η οικογένεια του κ. Drukker καλείτο πάντοτε στα γενέθλια του Matthew. Οι δύο οικογένειες πήγαιναν συχνά διακοπές μαζί.
- Ο κ. Spiegel βοήθησε στην οργάνωση των εορτασμών για τα 60στά γενέθλια του κ. Drukker στη Βουδαπέστη τον Οκτώβριο του
- Τόσο στενή ήταν η σχέση ανάμεσα στους δυο άντρες που όταν ο κ. Spiegel αγόρασε το διαμέρισμα του στο Μαϊάμι το 2009, το αγόρασε δίπλα από το διαμέρισμα του κ. Drukker έτσι ώστε να μπορούν να περνούν χρόνο μαζί όταν βρίσκονταν σε αυτή την πόλη.
- Το 2012, ο κ. Spiegel πρόσθεσε τον κ. Drukker στη διαθήκη του ως δεύτερο καταπιστευματοδόχο και διαχειριστή της περιουσίας του.
- Για περίοδο 60 ετών υπήρξε πολύ στενή σχέση και εμπιστοσύνη ανάμεσα στον κ. Spiegel και τον κ. Drukker.
- Με τη χρηματοδότηση του κ. Spiegel, οι εταιρείες του κ. Drukker αναπτύχθηκαν ραγδαία ενώ η Καθ' ης η Αίτηση 1 έγινε γρήγορα ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς προϊόντων ελαιούχων σπόρων σιτηρών (grain oil seed products) στον κόσμο. Από το 1990, ο κ. Spiegel παρείχε περίπου 20 δάνεια στις εταιρείες του κ. Drukker, το ποσό των οποίων κυμαινόταν από USD 1 εκατομμύριο έως USD 10 εκατομμύρια ενώ ανέρχεται συνολικά στα USD 18 εκατομμύρια.» Με την υπό εκδίκαση Αίτηση, οι Αιτήτριες αξιώνουν τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 από του:
- να μεταφέρουν εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας οποιαδήποτε από τα περιουσιακά τους στοιχεία βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αξίας μέχρι USD 11,429,776 και
- με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν, διαχειριστούν (deal with) ή μειώσουν την αξία οποιωνδήποτε περιουσιακών τους στοιχείων είτε αυτά βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας είτε όχι, μέχρι της πιο πάνω αξίας. Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α): i. Τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση, ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ' ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (solely or jointly owned), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον των Καθ' ων η Αίτηση επί αυτών είναι επ' ονόματι τους, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (legally, beneficially or otherwise). Τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία επί των οποίων οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν άμεση ή έμμεση εξουσία να διαθέσουν ή να διαχειριστούν ως να ήταν δικά τους. Οι Καθ' ων η Αίτηση θεωρούνται ότι έχουν τέτοια εξουσία και/ή δυνατότητα επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου το οποίο κατέχεται και/ή ελέγχεται από οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, στη βάση των άμεσων ή έμμεσων οδηγιών των Καθ' ων η Αίτηση. ii. Τα απαγορευτικά διατάγματα καλύπτουν, μεταξύ άλλων:
- Τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση 1:
(1)Τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 201100140829, υπ' αριθμό IBAN CY43 0180 0001 0000 2011 0014 0829 και με κωδικό SWIFT EFGBCY2N στη Eurobank Cyprus Ltd. 1. Τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση 2:
(1)Ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Βουδαπέστη, Ουγγαρία, με διεύθυνση 1143 Budapest XIV, Ilka utca 28, Ουγγαρία, Αρ. Τίτλου 32620 και κατέχεται μέσω της BVDH Real Estate Utilization Limited BVDH Ltd, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ουγγαρία, με τοπογραφικό αριθμό ακινήτου 01-09-681183 και αριθμό φορολογικού μητρώου 11837633-2-42.
(2)Ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Βουδαπέστη, Ουγγαρία, με διεύθυνση 1143 Budapest XIV, Stefania ut 77, Ουγγαρία, Αρ. Τίτλου 32626 και κατέχεται μέσω της BVDH Real Estate Utilization Limited BVDH Ltd, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ουγγαρία, με τοπογραφικό αριθμό ακινήτου 01-09-681183 και αριθμό φορολογικού μητρώου 11837633-2-42.
(3)Τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 201100092370, υπ' αριθμό IBAN CY03 0180 0001 0000 0009 2370 και με κωδικό SWIFT EFGBCY2N στη Eurobank Cyprus Ltd.
(4)Τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμό 629806149, υπ' αριθμό IBAN LV86 RTMB 0000 6298 0614 9 και με κωδικό SWIFT RTMBLV2X στην JSC RIETUMU BANK Ρίγας. και
(5)Τις μετοχές και/ή το μετοχικό κεφάλαιο που κατέχει η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην εταιρεία BVDH Real Estate Utilization Limited BVDH Ltd, εγγεγραμμένη στην Ουγγαρία, με αριθμό εγγραφής 01-09-681183, αριθμό φορολογικού μητρώου 11837633-2-42 και διεύθυνση 1143 Budapest, Stefania ut
- iii. Εάν η συνολική καθαρή αξία, εξαιρουμένων υποθηκών και επιβαρύνσεων, των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας («Ελεύθερα Περιουσιακά Στοιχεία») υπερβαίνει τα USD 11,429,776, αυτοί δύνανται να μεταφέρουν οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή δύνανται να τα διαθέσουν ή να τα διαχειριστούν, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αξία των Ελεύθερων Περιουσιακών Στοιχείων τους εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας θα υπερβαίνει την προαναφερόμενη αξία. iν. Εάν η συνολική καθαρή αξία των Ελεύθερων Περιουσιακών Στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση που βρίσκονται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν υπερβαίνει τα USD 11,429,776, αυτοί δεν δικαιούνται να μεταφέρουν οποιοδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν δύνανται να διαθέσουν ή να διαχειριστούν οποιοδήποτε από αυτά. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου (ν) κατωτέρω, εάν οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, αυτοί δύνανται να διαθέσουν ή να διαχειριστούν τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία νοουμένου ότι η συνολική αξία των Ελεύθερων Περιουσιακών Στοιχείων, είτε εντός είτε εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραμένει υπέρ των USD 11,429,
- ν. Προτού διαθέσουν περιουσιακά στοιχεία ως προβλέπει η παράγραφος (iν) ανωτέρω, οι Καθ' ων η Αίτηση πρέπει να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις αποκάλυψης όλων των περιουσιακών στοιχειών τους, ως η παράγραφος Γ κατωτέρω. vi. Το παρόν Διάταγμα υπόκειται στους περιορισμούς που σημειώνονται στο Παράρτημα Α του Διατάγματος. vii. Το παρόν Διάταγμα ερμηνεύεται σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις που σημειώνονται στο Παράρτημα Β του Διατάγματος. B. Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει κάθε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο θα επιδοθεί και/ή το οποίο θα λάβει γνώση του Διατάγματος, εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του Διατάγματος, όπως πληροφορήσει τους Αιτητές και/ή τους δικηγόρους των Αιτητών κατά πόσο έχει δεσμευτεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικός λογαριασμός δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Α ανωτέρω και να δώσει στους Αιτητές και/ή στους δικηγόρους των Αιτητών τα στοιχεία των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων και/ή τους αριθμούς των δεσμευμένων τραπεζικών λογαριασμών καθώς και τα ονόματα των προσώπων επ' ονόματι των οποίων διατηρούνται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και οι εν λόγω λογαριασμοί. Νοείται ότι σε περίπτωση που τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει δεσμεύσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και/ή τραπεζικό λογαριασμό δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου Α ανωτέρω, δεν έχει υποχρέωση να πληροφορήσει τους Αιτητές και/ή τους δικηγόρους αυτών. Νοείται επίσης ότι οι Αιτητές θα υποχρεούνται να καταβάλουν οποιαδήποτε εύλογα έξοδα που οποιαδήποτε τράπεζα ή άλλο πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί για σκοπούς της συμμόρφωσης του με τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου ως αυτά θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Υποβοηθητικό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τους Καθ' ων η Αίτηση, μέσω των διευθυντών τους, όπως εντός 7 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης και/ή λήψης γνώσης του παρόντος Διατάγματος, ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών, ένορκη δήλωση με την οποία να παραθέτουν τις πληροφορίες που αυτοί οφείλουν να αποκαλύψουν δυνάμει του παρόντος Διατάγματος, και που θα επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα και αρχεία που υποστηρίζουν τις πληροφορίες που αυτοί θα αποκαλύψουν:
- Οι Καθ' ων η Αίτηση πρέπει να αποκαλύψουν όλα τους τα περιουσιακά στοιχεία ανά το παγκόσμιο η αξία των οποίων υπερβαίνει τα ΕΥΡΩ 5.000 ή το ισόποσο σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, είτε αυτά είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι τους είτε όχι και είτε κατέχονται εξ' ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους (solely or jointly owned) είτε το συμφέρον των Καθ' ων η Αίτηση επί αυτών είναι επ' ονόματι τους, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (legally, beneficially or otherwise) συμπεριλαμβανομένου υπό την ιδιότητα τους ως δικαιούχους κάτω από διακριτικό εμπίστευμα (discretionary trust) ή ιδιωτικό ίδρυμα (private foundation), αποκαλύπτοντας την αξία, την τοποθεσία και τις λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου της ταυτότητας οποιουδήποτε προσώπου ή οργανισμού που τα κατέχει και τα κρατεί εκ μέρους και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση.
- Οι Καθ' ων η Αίτηση πρέπει να αποκαλύψουν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που έχουν είτε εξ' ολοκλήρου επ' ονόματι τους ή από κοινού με άλλους (solely or in joint names) και/ή επί των οποίων οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν δικαίωμα να υπογράφουν (signatories) και/ή κατέχονται από αντιπρόσωπο εκ μέρους και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και/ή επί των οποίων αυτοί με άλλο τρόπο έχουν εξουσία να ελέγχουν μεταφορές από και προς τον λογαριασμό, αποκαλύπτοντας όλες τις λεπτομέρειες συμπεριλαμβανομένων του αριθμού λογαριασμού, του ονόματος του κατόχου του λογαριασμού (account holder), το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο βρίσκεται ο λογαριασμός και το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την ημερομηνία επίδοσης. Νοείται ότι αν οι πιο πάνω πληροφορίες ενδεχομένως να αυτοενοχοποιήσουν τους Καθ' ων η Αίτηση, αυτοί δύνανται να αρνηθούν να παράσχουν τις πληροφορίες, αλλά συνιστάται όπως αυτοί λάβουν νομική συμβουλή πριν αρνηθούν να παράσχουν τις πληροφορίες. Νοείται επίσης ότι αδικαιολόγητη άρνηση να παράσχουν τις πληροφορίες αποτελεί καταφρόνηση Δικαστηρίου και δύναται να οδηγήσει στην επιβολή φυλάκισης, προστίμου ή σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχείων. Δ. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει ορθή και δίκαια το Σεβαστό Δικαστήριο. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ.» Φύση αιτούμενων Θεραπειών Πρόκειται για θεραπείες που δεν αφορούν στην ουσία της διαφοράς, η οποία θα εκδικαστεί στο Λονδίνο σύμφωνα με τους Κανόνες του LCIA (London Court of International Arbitration). Η διαφορά είναι εμπορικής φύσεως και στην όλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου εμπλέκεται και ο Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Νόμος αρ. 101/87) και ιδιαίτερα το άρθρο 9 του Νόμου, το οποίο προνοεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την λήψη συντηρητικών μέτρων οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά την διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Σημειώνεται ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό εκδίκαση Αίτησης, η διαδικασία Διαιτησίας δεν είχε ακόμη αρχίσει. Η Νομική βάση της Αίτησης παρατίθεται αυτολεξεί: «Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 7, 8, 9 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/87, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 1 μέχρι 6 της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης της 10ης Ιουνίου 1958 ως αυτή κυρώθηκε με τον νόμο Ν.84/79, στα άρθρα 3, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 5, Δ. 5Α, Δ. 6, Δ. 39, Δ.48 θθ. 1-8, 11-13, Δ. 59, Δ. 64, στο Κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας, στις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva, στη νομολογία ως και στις συμφυείς εξουσίες, στη διακριτική εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Ιωάννας Μιχαήλ, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τις Αιτήτριες για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησής τους «για την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων προς υποβοήθηση διαδικασίας που θα ξεκινήσει μεταξύ των διαδίκων». Ως ελέχθη, πρόκειται περί διαιτητικής διαδικασίας εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση κατ΄ επίκληση συγκεκριμένου όρου σε κατ΄ ισχυρισμόν Συμφωνίες Δανείου που φέρονται να έχουν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων. Όπως αναφέρεται στις παραγράφους 17-19 της ένορκης δήλωσης: «
- O όρος 9 αμφότερων των Συμφωνιών Δανείου αναφέρει ότι: "Any dispute arising out of or in connection with the definitive agreements shall be referred to and finally resolved by arbitration under the LCIA Rules. The number of arbitrators shall be three. The seat, or legal place, of arbitration shall be London, the United Kingdom. The language to be used in the arbitral proceedings shall be English. The parties hereby agree that any restriction in the LCIA Rules upon the nomination or appointment of an arbitrator by reason of nationality shall not apply to any arbitration commenced pursuant to this clause." Και σε μετάφραση: "Οποιαδήποτε διαφορά προκύπτει από ή σε σχέση με τις οριστικές συμφωνίες θα παραπέμπεται σε και θα επιλύεται οριστικά με διαιτησία σύμφωνα με τους Κανόνες του LCIA. Ο αριθμός των διαιτητών θα είναι τρεις. Η έδρα, ή η νομική τοποθεσία της διαιτησίας θα είναι το Λονδίνο, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η γλώσσα που θα χρησιμοποιείται στη διαιτητική διαδικασία θα είναι η Αγγλική. Τα μέρη συμφωνούν με την παρούσα ότι οποιοσδήποτε περιορισμός στους Κανόνες του LCIA ως προς την υπόδειξη ή διορισμό διαιτητή λόγω εθνικότητας δεν θα εφαρμόζεται σε καμία διαιτησία που ξεκινά δυνάμει του όρου αυτού». (βλέπε τεκμήρια 2α και 2β)
- Οι Αιτήτριες προτίθενται να ξεκινήσουν άμεσα διαιτητικές διαδικασίες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση, δυνάμει του ως άνω όρου. Η Αίτηση για Διαιτησία (Request for Arbitration), η οποία έχει ετοιμαστεί και είναι προς το παρόν σε πρόχειρη μορφή, επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο
- Αναμένεται ότι αυτή θα καταχωρηθεί και θα επιδοθεί στο πολύ εγγύς μέλλον. Δεν έχει διοριστεί ακόμα διαιτητικό δικαστήριο και ως εκ τούτου είναι απαραίτητο για τις Αιτήτριες να απευθυνθούν στο Δικαστήριο για την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων προς υποβοήθηση της επικείμενης διαιτησίας.
- Οι διαιτητικές διαδικασίες τις οποίες προτίθενται να εκκινήσουν οι Αιτήτριες εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση ως ανωτέρω, θα καλούνται εν τοις εφεξής ως η «Διαιτησία».» Στις παραγράφους 12-16, τις οποίες παραθέτω, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το περιεχόμενο των Συμφωνιών Δανείου: «
- Στις 10 Αυγούστου 2012 η Αιτήτρια 1 συνήψε ανανεούμενη συμφωνία δανείου (revolving loan agreement) με τις Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης ποσού ύψους USD 4.000.000 (εν τοις εφεξής καλούμενης ως η «Πρώτη Συμφωνία Δανείου»). Αντίγραφο της Πρώτης Συμφωνίας Δανείου επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2Α.
- Στις 10 Αυγούστου 2012 η Αιτήτρια 2 συνήψε ανανεούμενη συμφωνία δανείου (revolving loan agreement) με τις Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνση ποσού ύψους USD 13.000.000 (εν τοις εφεξής καλούμενης ως η «Δεύτερη Συμφωνία Δανείου»). Αντίγραφο της Δεύτερης Συμφωνίας Δανείου επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 2Β.
- Η Πρώτη Συμφωνία Δανείου και η Δεύτερη Συμφωνία Δανείου θα αναφέρονται εν τοις εφεξής συλλογικά ως οι «Συμφωνίες Δανείου».
- Δυνάμει των Συμφωνιών Δανείου, μεταξύ Νοεμβρίου 2012 και Ιανουαρίου 2013 οι Αιτήτριες μετέφεραν στις Καθ' ων η Αίτηση μέσω τραπεζικού εμβάσματος το συνολικό ποσό των USD 8,683,473 (εν τοις εφεξής καλουμένου ως το «Ποσό των Δανείων»), ως ακολούθως: ..........................................
- Η απαίτηση των Αιτητριών εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση είναι απαίτηση για χρήματα που οφείλονται στο πλαίσιο των Συμφωνιών Δανείου. Οι Αιτήτριες επιδιώκουν να ανακτήσουν το Ποσό των Δανείων, που ανέρχεται συνολικά στα USD $8,683,473, πλέον τόκους προς 6% δυνάμει του όρου 1.3 των Συμφωνιών Δανείου. Το εν λόγω ποσό κατέστη πληρωτέο στις 30 Σεπτεμβρίου 2015, δυνάμει του όρου 2 των Συμφωνιών Δανείου. Λόγω της παράλειψης των Καθ' ων η Αίτηση να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2015, οι Αιτήτριες δικαιούνται τόκους υπερημερίας σε ποσοστό 10% επί του εν λόγω ποσού δυνάμει του όρου 1.10 των Συμφωνιών Δανείου.» Σε άλλο περιεχόμενο της εν λόγω ένορκης δήλωσης, η οποία καταλαμβάνει 22 σελίδες, θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Στις 16.12.16 οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση, η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Η υπό κρίση Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και/ή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία αφού είναι λανθασμένη και/ή ανυπόστατη και/ή δεν καταχωρήθηκε στο πλαίσιο αναγνωρισμένου δικονομικού διαβήματος και/ή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή δικονομικό υπόβαθρο.
- Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται εξουσίας και/ή δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και/ή τα αιτούμενα διατάγματα είναι τέτοιας έκτασης και/ή εύρους και/ή φύσεως που δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.
- Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και ειδικότερα αλλά όχι περιοριστικά: (α) Η Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο δεν αποτελεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και/ή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και/ή δεν στοιχειοθετείται και/ή ούτε αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και/ή είναι αβάσιμη και/ή θα πρέπει να απορριφθεί ως αντικανονική. (β) Δεν αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή δεν στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης στην Αίτηση των Αιτητών και/ή δεν υπάρχει και/ή δεν τίθεται ικανοποιητικό και/ή επαρκές πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. (γ) Δεν καταδεικνύεται και/ή αποδεικνύεται από τους Αιτητές ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου επαρκή ή οποιαδήποτε στοιχεία και/ή η απαραίτητη και/ή η οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι εκτός αν εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί Δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (δ) Η έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων προκαλεί ανεπανόρθωτες και/ή δύσκολα αποτιμήσιμες ζημιές στους Καθ' ων η Αίτηση, τις οποίες οι Αιτητές δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν. (ε) Το ισοζύγιο της ευχέρειας, γέρνει σαφώς υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού η έκδοση τους προκαλεί σοβαρότατη και ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση και/ή στερεί τους Καθ' ων η Αίτηση από την άσκηση των νομίμων και/ή των καθηκόντων τους ως εταιρείες που διεξάγουν επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Κύπρο, ενώ αντίθετα η μη έκδοση τους, δεν θα επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των Αιτητών. (στ) Δεν συντρέχει και/ή πάντως δεν καταδείχθηκε από τους Αιτητές ο οποιοσδήποτε πραγματικός και/ή άμεσος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση και/ή ανάγκη διαφύλαξης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων λόγω επαπειλούμενης αποξένωσης τους και/ή οι Αιτητές δεν έχουν και/ή δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο που να αποδεικνύει την αποξένωση και/ή τις προθέσεις των Καθ' ων η Αίτηση αναφορικά με την αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων, που να επιβάλλει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των Αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή δεν καταδεικνύεται, ούτε προκύπτει ότι τα αιτούμενα διατάγματα εξυπηρετούν οποιοδήποτε ουσιαστικό σκοπό και/ή ότι εκτός αν εκδίδονταν θα υπήρχε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού δεν προέβηκαν σε πλήρη ή ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) όλων των ουσιώδη γεγονότων και/ή εγγράφων που αφορούν στην παρούσα διαδικασία αποκρύπτοντας από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα και/ή έγγραφα που δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση των διαταγμάτων και παραπλανώντας το Δικαστήριο με αναληθείς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς.
- Οι Αιτητές καταχώρησαν και προωθούν την παρούσα Αίτηση με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο καταχρηστικά και/ή κακόβουλα και/ή για αλλότριους σκοπούς και/ή η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο καθώς αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the Court's process) και/ή καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων, καθότι απώτερος και/ή ο πραγματικός σκοπός και επιδίωξη των Αιτητών είναι η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση βάσει εικονικών και/ή μη πραγματικών συμφωνιών και/ή άσκηση αδικαιολόγητης οικονομικής πίεσης στους Καθ' ων η Αίτηση.
- Τα αιτούμενα με την παρούσα Αίτηση Διατάγματα είναι καταπιεστικά και/ή άδικα προς τις Καθ' ων η Αίτηση, λόγω της έκτασης και/ή γενικότητας τους.
- Με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται ευθέως η προσβολή των νόμιμων δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση και/ή τρίτων προσώπων που δεν έχουν συμπεριληφθεί ως διάδικοι στην παρούσα διαδικασία και/ή επιτυγχάνεται η ανατροπή, παρά η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo) και/ή συντηρείται μια άνιση και/ή άδικη κατάσταση πραγμάτων κατά παράβαση των αρχών της νομολογίας επί του θέματος.
- Με την παρούσα Αίτηση ζητείται έκδοση διαταγμάτων που αφορούν και/ή δεσμεύουν τρίτα πρόσωπα και/ή την περιουσία ή επιχείρηση τους χωρίς να εκπληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου και/ή της σχετικής επί του θέματος νομολογίας.
- Με την παρούσα Αίτηση ζητείται έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης προς υποβοήθηση διαταγμάτων τύπου Mareva εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και/ή τρίτων προσώπων χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις η σχετική νομολογία για τον σκοπό αυτό.» Η Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Γεωργίας Σιοπαχά, η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη από τους Καθ΄ ων η Αίτηση για να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους. Και αυτής η ένορκη δήλωση καταλαμβάνει 22 σελίδες, στο περιεχόμενο της οποίας θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Η κα Σιοπαχά στις παραγράφους 47-49 αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Όπως φαίνεται από τα ανωτέρω, οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει στο Δικαστήριο οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς τους ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση 2, που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Αντιθέτως, οι Αιτητές παρουσιάζουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα της πραγματικότητας σε μια απόπειρα να δημιουργήσουν ψευδείς εντυπώσεις ως προς τα διαβήματα των Καθ' ων η Αίτηση και να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση.
- Όπως με συμβουλεύουν οι εκπρόσωποι των Καθ' ων η Αίτηση, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν λάβει οποιαδήποτε μέτρα που να καταδεικνύουν την οποιαδήποτε πρόθεση τους για αποξένωση περιουσιακών στοιχείων με σκοπό να αποφύγουν να ικανοποιήσουν απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον τους. Αντιθέτως, εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, αυτό θα επηρεάσει δυσμενώς τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των Καθ' ων η Αίτηση και πιθανόν να τους φέρει σε θέση αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων τους προς τρίτους. Διατάγματα Αποκάλυψης
- Σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης που αιτούνται οι Αιτητές με την Αίτηση τους θέλω να αναφέρω ότι στη βάση των ανωτέρω, οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να λάβουν γνώση τέτοιων ευαίσθητων πληροφοριών. Δεν είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί στους Αιτητές λάβουν γνώση πληροφοριών που δεν δικαιούνται από πρόσωπα και που αφορούν πρόσωπα που δεν είναι χρεώστες τους. Περαιτέρω, θα ήθελα να επισημάνω πως οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να λάβουν πληροφορίες σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία άμεσης ή έμμεσης ιδιοκτησίας των Καθ' ων η Αίτηση, τα οποία δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση της Διαιτητικής Απόφασης για όλους τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω.» Αναφέρω από τώρα πως ουδείς μάρτυρας αντεξετάστηκε. Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών τους. Έχω θέσει ενώπιον μου τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθώ σε αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το ίδιο ισχύει και για την Νομολογία στην οποία παρέπεμψαν το Δικαστήριο. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι «Δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται» (Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ξεκινώ από τον λόγο Ένστασης που αφορά στο ότι η υπό εκδίκαση Αίτηση «είναι λανθασμένη και/ή ανυπόστατη και/ή δεν καταχωρήθηκε στο πλαίσιο αναγνωρισμένου δικονομικού διαβήματος». Στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου Αναφορικά με την Γενική Αίτηση 4/2012 των Burger King Europe GMBH κ.ά από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο τότε Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Τεύκρος Οικονόμου, στην απόφαση που εξέδωσε στις 29.6.12 ανέφερε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα τόσο σε σχέση με τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθείται για την εξασφάλιση διαταγμάτων προσωρινού χαρακτήρα, όσο και σε σχέση με τους σκοπούς του άρθρου 31 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 (που εδώ βεβαίως δεν ενδιαφέρει): «To πρόβλημα που αναφύεται σε περιπτώσεις όπως η παρούσα είναι καινοφανές στο βαθμό που σχετίζεται με τον τρόπο εφαρμογής ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Όμως, οι αποφάσεις που επέλυσαν ανάλογα προβλήματα είναι βοηθητικές. Στην υπόθεση Udruzena το γεγονός ότι οι αιτητές χρησιμοποίησαν μονομερή αίτηση για την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου, όχι μόνο δεν κρίθηκε κατ' έφεση παράτυπη, αλλά, αφού σημειώθηκε ότι μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν και άλλες διαδικασίες, η διαδικασία εκείνη χαρακτηρίστηκε ως η πλέον πρόσφορη (Βλ. και Heatron Co Ltd ν. Β. Μ. Rising Engineering Works Ltd
(1999)1 A Α.Α.Δ. 711, Σωτήρης Ν. Ψάλτης v. Κώστα Χ"Λοή
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 1454). Εκείνο που είχε σημασία, όπως προκύπτει, απ' όσα ο Νικολάου, Δ. αναφέρει στην Udruzena (σελ. 132), είναι ότι εκεί όπου δεν υπάρχουν ειδικοί κανονισμοί για την εφαρμογή μιας Σύμβασης, ή όπως εν προκειμένω του Κανονισμού, «δεν σημαίνει ότι καθίστανται ανενεργά τα δικαιώματα τα οποία παρέχει. Σημαίνει μόνο ότι για πρόσβαση στο Δικαστήριο χρησιμοποιούνται οι γνωστές στο δίκαιο διαδικασίες, φτάνει να κατοχυρώνονται τα δικαιώματα όλων των μερών.» Σκοπός των προνοιών του Άρθρου 31 είναι η διατήρηση της πραγματικής ή νομικής κατάστασης μέχρι να αποφασίσει επί της ουσίας το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης. Πρόκειται για μέτρα προσωρινού χαρακτήρα με περιορισμένη χρονική ισχύ, τα οποία εντάσσονται στην κύρια διαδικασία (main proceedings) που διενεργείται σε άλλη χώρα. (Van Uden Maritime BV v. Kommanditgesellschaft in Firma Deco-Line and Another [1998] ECR 1-07091) Ο Κανονισμός δεν προβλέπει για τη διαδικασία, αφήνοντας τη ρύθμιση στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών. Δεν παύει, όμως, μια αίτηση του Άρθρου 31 στην Κύπρο να αποτελεί ενδιάμεση αίτηση της αγωγής στην Αγγλία. Πρόκειται για ένα τρόπο επιμέρους υλοποίησης της όλης ιδέας του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου, που αποτελεί και τον πυρήνα του Κανονισμού 44/2001.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Εναρκτήρια Αίτηση προς υποστήριξη Διεθνούς διαιτησίας χρησιμοποιήθηκε και στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.ά ν. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε6/2014, απόφαση ημερ. 27.2.15. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.ά (Αρ.1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271, χρησιμοποιήθηκε πρωτογενής Αίτηση για την εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων σε σχέση με διαιτησία που επρόκειτο να καταχωριστεί στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Απόφαση: «Στην παρούσα περίπτωση η ουσία της διαφοράς που έχει προκύψει μεταξύ των διαδίκων στο Επαρχιακό Δικαστήριο είναι εμπορικής φύσεως και εμπλέκεται στην όλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987, (Νόμος αρ. 101/87), και ιδιαίτερα το Αρθρο 9 αυτού, το οποίο προνοεί ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει τη λήψη συντηρητικών μέτρων οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Με την εμβέλεια του Αρθρου 9 και του Νόμου αρ. 101/87, το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί στην Ιωάννου v. Παρασκευαΐδης Λτδ, Γενική Αίτηση Αρ. 94/98, ημερ. 10.4.1998, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, καθώς και στην υπόθεση Eurodrip S.A. v. Andrip N.V. κ.ά., Γενική Αίτηση Αρ. 422/97, ημερ. 31.3.1998 και πάλι του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.» Είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι: «. η οποιαδήποτε αίτηση για θεραπεία κάτω από το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (101/1987) πρέπει να γίνεται είτε με αγωγή όπως στις περιπτώσεις διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, είτε υπό μορφή εναρκτήριας κλήσης στα πρότυπα της Διαταγής 55 χρησιμοποιώντας τους τύπους 50 ή
- Η Αίτηση, παρά το ότι φέρει στον τίτλο αυτής την αναφορά «ΠΡΩΤΟΓΕΝΗΣ ΑΙΤΗΣΗ», δεν πληροί τις προδιαγραφές, ως αυτές καθορίζονται από τη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μιας πρωτογενούς - εναρκτήριας αίτησης. Συγκεκριμένα, η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι για την «πρωτογενή αίτηση» πρέπει να χρησιμοποιείται ο Τύπος 50 και
- Είναι σαφές λοιπόν από την Δ.55 θ.1 πιο πάνω, ότι μία πρωτογενής αίτηση πρέπει να έχει τον τύπο και τη μορφή που καθορίζεται από τη Δ. 55, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και, κατ' επέκταση, από τον Τύπο 50 αυτών. Σύμφωνα με τον Τύπο 50 μια πρωτογενής αίτηση πρέπει να συμπεριλαμβάνει στο λεκτικό της, μεταξύ άλλων, ρητή αναφορά του δικαιώματος του εναγομένου - καθ' ου η αίτηση για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εντός 7 ημερών από τη μέρα της επίδοσης της αίτησης ως επίσης και να συμπεριλαμβάνει στο τέλος την υποσημείωση ως αυτή αναγράφεται στον Τύπο 50 με την οποία, μεταξύ άλλων, ο εναγόμενος - καθ' ου η αίτηση ενημερώνεται ότι σε περίπτωση που δεν καταχωρήσει εμφάνισης εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα αυτό θεωρεί δίκαιο και πρόσφορο.» Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Το γεγονός ότι δεν χρησιμοποιήθηκε Αγωγή ή Αίτηση στην οποία να υπάρχει ρητή πρόνοια για το δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης και για άλλα συναφή, ουδόλως επηρέασε τα δικαιώματά τους. Στους τελευταίους γνωστοποιήθηκε μια Αίτηση στην οποία υπήρχε συγκεκριμένη ημερομηνία εμφάνισης. Αφού εμφανίστηκαν, καταχώρισαν Ένσταση στην οποία έχουν προβάλει όλες τις θέσεις τους. Περαιτέρω, οι αξιούμενες θεραπείες είναι αυτονόητο, αφού η Αίτηση βασίζεται στο άρθρο 9 του Ν.101/1987 και στο Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, ότι αφορούν σε συντηρητικά μέτρα και σε ενδιάμεσες θεραπείες σε σχέση με διαδικασία Διαιτησίας. Τέλος, οι Αποφάσεις που έχει παραθέσει ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση σε σχέση με την ακροαματική διαδικασία εναρκτήριας αίτησης, ουδόλως εφαρμόζονται στα γεγονότα της παρούσας Αίτησης, η οποία ως ελέχθη, στοχεύει στην εξασφάλιση συντηρητικών μέτρων και σε τίποτε περισσότερο. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι η Απόφαση ημερ. 12.4.11, του τότε Π.Ε.Δ. κ. Μ. Χριστοδούλου, στην Αίτηση αρ. 1340/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μεταξύ OAO BALTIYSKIY BANK v. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO, εξεδόθη στα πλαίσια Αίτησης για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής Απόφασης (τελικές θεραπείες) και όχι στα πλαίσια Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και/ή προσωρινών θεραπειών. Τα πιο κάτω από την αγόρευση του κ. Ερωτοκρίτου με βρίσκουν σύμφωνο, και τα παραθέτω χωρίς να χρειάζεται να προσθέσω ο,τιδήποτε άλλο: «
- Το γεγονός ότι δεν υπάρχει καθορισμένο δικονομικό πλαίσιο για έναρξη διαδικασίας όπως την παρούσα, δηλαδή αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων προς υποβοήθηση διαιτησίας στο εξωτερικό και ότι τέτοια διαδικασία δύναται να αρχίσει με εναρκτήρια αίτηση, αναγνωρίστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Helington Commodities Ltd
(2009)1Β AAΔ
- Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτημα για έκδοση Writ of Certiorari, εναντίον απόφασης του επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων προς υποβοήθηση διεθνούς διαιτητικής διαδικασίας στο εξωτερικό, στη βάση εναρκτήριας αίτησης.
- Στην εν λόγω υπόθεση, οι δικηγόροι των εκεί αιτητών (οι οποίοι είναι οι ίδιοι δικηγόροι με τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση), προώθησαν χωρίς επιτυχία τις ίδιες θέσεις με τις θέσεις που προωθούν στην παρούσα. Ότι δηλαδή Γενική Αίτηση που καταχωρήθηκε για την έναρξη της διαδικασίας, δεν αποτελεί εναρκτήρια αίτηση ή αγωγή και ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι γνωστή στο κυπριακό νομικό σύστημα.
- Ο Δικαστής Ηλιάδης απέρριψε τις θέσεις των εκεί αιτητών με αναφορά στην υπόθεση Udruzena Beogradska Banka (ανωτέρω), σημειώνοντας: «Οι αιτήτριες κυπριακές εταιρείες 1-4 ισχυρίζονται ότι η Γενική Αίτηση 56/2009, που καταχωρήθηκε από την Ολλανδική τράπεζα Amsterdam Trade Bank N.V., δεν αποτελεί εναρκτήρια αίτηση ή αγωγή και ότι το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εκδόθηκε κατά παράβαση των προνοιών των Άρθρων 2, 22 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60). Είναι η θέση των αιτητριών κυπριακών εταιρειών 1-4 ότι στην παρούσα περίπτωση η Ολλανδική αιτήτρια τράπεζα στη Γενική Αίτηση Αρ. 56/2009 Amsterdam Trade Bank N.V., καταχώρισε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια μιας "κύριας ενδιάμεσης αίτησης" που δεν είναι γνωστή στο κυπριακό νομικό σύστημα. Αντίθετα, η Ολλανδική τράπεζα Amsterdam Trade Bank N.V., ισχυρίζεται ότι η δια κλήσεως Γενική Αίτηση Αρ. 56/2009 μέσα στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, συνιστά εναρκτήρια διαδικασία όπως και η αγωγή. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της στην Κύπρο δεν υπάρχουν κανονισμοί οι οποίοι ρυθμίζουν τη διαδικασία που αρχίζει με την καταχώριση μιας Γενικής Αίτησης (originating summons), που χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, σε αιτήσεις πτώχευσης και σε αιτήσεις για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών αποφάσεων. Στην παρούσα περίπτωση το Άρθρο 9 του Νόμου 101/87 προνοεί ρητά ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να εκδίδουν συντηρητικά διατάγματα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας όταν κάποιο από τα μέλη της υποβάλλει σχετική αίτηση. Η μη ύπαρξη κανονισμών δεν καθιστά τις νομοθετικές πρόνοιες ανενεργείς. Είναι η θέση της Ολλανδικής τράπεζας Amsterdam Trade Bank N.V. ότι στην κυπριακή υπόθεση Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124, στην οποία εξετάστηκε κατά πόσο η αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης που είχε εκδοθεί από το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο της Γενεύης, υιοθετήθηκε η αρχή ότι όπου δεν υπάρχουν ειδικοί διαδικαστικοί κανόνες επιτρέπεται η καταχώριση εναρκτήριας αίτησης. Έχει επίσης υποβληθεί εκ μέρους της Ολλανδικής τράπεζας Amsterdam Trade Bank N.V. ότι δεν αποκλείεται η επιδίωξη ενδιάμεσων θεραπειών οι οποίες είναι όμοιες με αυτές που αξιώνονται με τη Γενική Αίτηση, εφόσον τα γεγονότα το επιτρέπουν, σύμφωνα με την απόφαση Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015.»» Εν κατακλείδι, βρίσκω πως ο σχετικός με το πιο πάνω θέμα λόγος Ένστασης είναι αβάσιμος και απορρίπτεται. Ισχυρισμός για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Οι Καθ΄ ων η Αίτηση με συγκεκριμένο λόγο Ένστασης αναφέρουν ότι οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή εγγράφων. Πρόκειται περί αβάσιμου λόγου Ένστασης. Κατ' αρχάς, όπως θα λεχθεί και στη συνέχεια, δεν είναι σε αυτό το στάδιο που αποφασίζεται ποιος διάδικος ψεύδεται. Το ουσιώδες όμως εδώ είναι ότι το Δικαστήριο δεν έχει εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα στα πλαίσια Μονομερούς Αίτησης. Σημειώνεται πως η Μονομερής Αίτηση που είχε καταχωριστεί αποσύρθηκε. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Μιχαήλ (Αρ. 3)
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1943, η οποία αφορούσε σε Αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari. Κρίθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι η υποχρέωση ενός Αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων υφίσταται μόνο στην περίπτωση Μονομερούς Αίτησης. Στην υπόθεση Rybolovlev κ.ά v. Rybolovleva (πιο πάνω), διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 95: «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας.» Στην Adeona (πιο πάνω), επαναλαμβάνεται για άλλη μια φορά η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Στην OAO BALTIYSKIY BANK v. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO (πιο πάνω), Απόφαση ημερ. 2.12.10, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάσει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά, το διάταγμα που εκδόθηκε στην απουσία του αντιδίκου παραμερίζεται άνευ ετέρου (βλ. Hardardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 801 η οποία κάμνει εκτενή αναφορά στην πάγια νομολογία επί του θέματος). Ουσιώδες δε σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος (βλ. Μαυρομμάτης ν. Μιχαήλ
(2001)1 Α.Α.Δ. 467).» Χρόνια πριν, στην Αγωγή αρ. 1542/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, μεταξύ THE OLD BULL "N" BUSH PUB LIMITED v. Χάρη Κρασσά κ.α., Απόφαση ημερ. 29.5.2003, εξετάστηκε παρόμοιο θέμα από τον τότε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κ. Μ. Φωτίου. Στη σελίδα 8 της Απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ενόψει του ότι στη δική μας περίπτωση η αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, ούτως ώστε ουσιαστικά μετατράπηκε σε αίτηση με κλήση, αυτή έπαψε να θεωρείται μονομερής και επομένως δεν εγείρεται (κι ούτε ηγέρθη) θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Έτσι, δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω σχετικά με την εν λόγω υποχρέωση ενός αιτητή όταν αποτείνεται μονομερώς για προσωρινό διάταγμα.» Και αυτός ο λόγος Ένστασης απορρίπτεται. Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, επί του οποίου ορθά βασίζεται η Αίτηση, παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται οιοσδήποτε περιορισμός, (βλ. Α.Β.P. Holdings Ltd ν. Α. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα ίδια λέχθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Seamark Consult. Services Ltd κ.ά ν. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162, στην οποία, για άλλη μια φορά λέχθηκε πως το άρθρο 32 παρέχει ευρύτατες εξουσίες στα Δικαστήρια, που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα. Μάλιστα στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε, πως σήμερα μπορεί πλέον να γίνονται δοσοληψίες σε όλα τα μέρη της γης μέσα σε λίγα λεπτά μέσω του συστήματος τηλεμηνυμάτων. Χρήματα μπορεί να μεταφερθούν από ένα λογαριασμό σε άλλον και από μια χώρα σε άλλη, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 177 της απόφασης: «Η απαίτηση των σύγχρονων ρυθμών ζωής οδήγησαν τα Δικαστήρια στη σκέψη πως θα έπρεπε να αναδιαπλάσουν το πλαίσιο της εξουσίας τους για να παρέχεται σ΄ αυτά η δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται αποτελεσματικά μέχρι τη λήξη της διαφοράς». Το ίδιο και στην υπόθεση Penderhill Holdings Ltd κ.ά ν. Ιωάννη Κλούκινα, Πολιτικές Εφέσεις 319/11 και 320/11, απόφαση ημερ. 13.1.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «. Ευρύτατη λοιπόν εξουσία παρέχεται, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, στο Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία να εκδώσει παρεμπίπτοντα διατάγματα τα οποία να καθίστανται αποτελεσματικά. Εκείνο που κρίνεται πάντοτε κάτω από το άρθρο 32 είναι αν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις, κανένας άλλος περιορισμός δεν τίθεται.» Ως γνωστό, οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων είναι οι ακόλουθες. α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση β) Να υπάρχει ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται σε θεραπεία στη βασική διαδικασία και γ) Εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πάρα πολλές αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 C.L.R.
- Βεβαίως, η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η πρόνοια του άρθρου αυτού ότι είναι πιθανόν ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του, αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά ισοδυναμεί με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, θα πρέπει στο τέλος να εξετάσει και να σταθμίσει όλα τα γεγονότα για να αποφασίσει αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα (βλ. τις πιο πάνω υποθέσεις Οδυσσέως και Π.Χ"Βασίλη). Στην παρούσα υπόθεση, οι Αιτήτριες είναι αυτές που πρέπει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσης τους. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία των Αιτητριών όσο και τις θέσεις και τη μαρτυρία των Καθ΄ ων η Αίτηση, και με βάση τα πιο πάνω εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, θα εκδώσει τα διατάγματα, αν όχι, θα απορρίψει την Αίτηση. Συμφωνίες Δανείου Οι Αιτήτριες επικαλούνται Συμφωνίες Δανείου (Τεκμήρια 2Α και 2Β στην ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Μιχαήλ που υποστηρίζει την Αίτηση). Οι Συμφωνίες έχουν ως οφειλέτες και τις δύο Καθ΄ ων η Αίτηση, Κυπριακές Εταιρείες. Υπογράφονται εκ μέρους τους από τον κ. Yuri Drukker, ο οποίος τυγχάνει να είναι ο Διευθυντής και των δύο Εταιρειών. Στη βάση αυτών των Συμφωνιών, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει χρήματα στις Καθ΄ ων η Αίτηση, τα οποία αξιώνουν με τη Διαιτητική διαδικασία. Η καταβολή των χρημάτων φέρεται να έλαβε χώραν μετά τη σύναψη των Συμφωνιών και υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 3(Α), (Β), (Γ). Οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραδέχονται ότι ο κ. Spiegel παρείχε κατά καιρούς μικρά καλυπτικά δάνεια (bridge loans) στον Όμιλο Εταιρειών WJ Group του κ. Drukker. Αρνούνται ότι οι συγκεκριμένες Συμφωνίες είναι γνήσιες και ισχυρίζονται ότι αυτές είναι εικονικές για συγκεκριμένους λόγους. Όπως ορθά ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση με την αγόρευσή του «υπάρχουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές γεγονότων από πλευράς των Αιτητών και των Καθ΄ ων η Αίτηση». Ήταν η θέση του ότι: «Οι Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση Μιχαήλ η οποία συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς γεγονότων, τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση αμφισβητούν σχεδόν στην ολότητα τους. Οι Αιτητές, δεν προέβηκαν σε απόδειξη των ισχυρισμών τους με την προσαγωγή οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας, ενώ όπως αναλύουμε πιο πάνω, η προσαγωγή μαρτυρίας είναι απαραίτητη προς απόδειξη των προβαλλομένων αμφισβητούμενων ισχυρισμών σε τέτοιες διαδικασίες.» Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου ότι οι Αιτήτριες είχαν το βάρος να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους επειδή αυτοί αμφισβητούνται. Θα επαναλάβω το αυτονόητο, ότι σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, έργο του Δικαστηρίου είναι μόνο η διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των προϋποθέσεων για έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο προσεγγίζει την προσαχθείσα μαρτυρία μόνο για τους σκοπούς αυτούς. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα από την υπόθεση Jonitexo Ltd (πιο πάνω), όπου στη σελ. 267 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clearly interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο.) To ίδιο και στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1B A.A.Δ. 788, όπου στη σελ.797 τονίστηκε ότι, «Δεν πρέπει, επίσης να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» (Bλέπε επίσης τις υποθέσεις Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio MΑ.SΤ. Ltd
(1996)1Β Α.Α.Δ. 799.) Εάν το Δικαστήριο αποφάσιζε σε αυτό το στάδιο ότι οι Συμφωνίες, που είναι παραδεκτό ότι έχουν υπογραφεί από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, είναι εικονικές, αυτό θα ισοδυναμούσε με Απόφαση επί της ουσίας της διαφοράς, κάτι που είναι απαράδεκτο. Ούτε βεβαίως το στάδιο αυτό προσφέρεται για να αποφασιστεί ποιος διάδικος ψεύδεται σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έχουν υπογραφεί τα σχετικά έγγραφα. Τέλος, ούτε η μη καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των Αιτητριών συνηγορεί από μόνη της υπέρ της θέσης των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι «έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία από πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση που δείχνει ότι οι Συμφωνίες Δανείων ήταν εικονικές». Όπως αναφέρθηκε και στην Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumachenko Alisa κ.ά, Πολιτική Έφεση Ε71/13, απόφαση ημερ. 30.9.14: «Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο παράπονο των εφεσειουσών - ότι δηλαδή τα εμβάσματα στους λογαριασμούς τους δεν τεκμηριώνουν αφ΄ εαυτών εκ πρώτης όψεως και εμπλοκή τους στην κατ΄ ισχυρισμό απάτη καθότι τα εμβάσματα αυτά έγιναν για εξόφληση τιμολογίων που είχαν εκδοθεί προηγουμένως - είναι αρκετό να επισημάνουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθώς δεν έδωσε βαρύτητα στη θέση αυτή αφού άπτεται της ουσίας και όπως τονίσαμε και σε πρόσφατη μας απόφαση - στην Μilton Investment Co Ltd κ.α. ν. Dryden Group Ltd, Πολ. Εφ. 424/11 ημερ. 27.3.14 - στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε με τον ορθό τρόπο το υλικό που τέθηκε ενώπιον του και ορθώς κατέληξε ότι πληρούνταν οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Πρώτη και Δεύτερη Προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 Όσον αφορά στην πρώτη προϋπόθεση διαπιστώνω ότι αυτή ικανοποιείται αφού υπάρχει αξίωση που αφορά σε οφειλόμενα ποσά που φέρονται να έχουν καταβληθεί από τις Αιτήτριες στους Καθ΄ων η Αίτηση δυνάμει κατ΄ ισχυρισμόν Συμφωνιών Δανείου. Και ουσιαστικά είναι προς υποβοήθηση αυτής της αξίωσης που αξιώνονται οι αιτούμενες θεραπείες. Σε σχέση με την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, έχω κατά νου ότι η προοπτική επιτυχίας εξετάζεται σε συνάρτηση και με την αντίθετη εκδοχή. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 22, διαβάζουμε τα ακόλουθα από τη σελίδα 237: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο έδωσε, πάλιν εσφαλμένα, ρητή αρνητική απάντηση στην εισήγηση, αντί να μετρήσει και αξιολογήσει και το στοιχείο τούτο, για τους σκοπούς μόνο της έκδοσης ή μη του διατάγματος». Παρόμοια θέματα εξετάστηκαν και στην πρόσφατη Απόφαση Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, Απόφαση ημερ. 23.3.
- Συνεπώς, αναφέρω από τώρα ότι έχω θέσει ενώπιον μου και τις θέσεις της άλλης πλευράς πριν αποφασίσω κατά πόσο ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση. Ειδικότερα, έχω θέσει ενώπιον μου τις θέσεις της άλλης πλευράς σε σχέση με τις εν λόγω Συμφωνίες. Ως ελέχθη, οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραδέχονται ότι συνήψαν-υπέγραψαν τις εν λόγω Συμφωνίες το
- Ισχυρίζονται όμως ότι αυτές «δεν αποτελούν γνήσιες εμπορικές συναλλαγές αλλά αντίθετα εικονικές συμφωνίες, οι οποίες συνάφθηκαν στο πλαίσιο και αποτελούν μέρος ενός περίτεχνου σχεδίου προκειμένου να τεκμηριωθεί η μετοχική επένδυση του κ. Spiegel στην OJSC Bender.». Με άλλα λόγια, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραδέχονται ότι συμμετείχαν με την ελεύθερη βούλησή τους σε ένα περίτεχνο σχέδιο και στα πλαίσια αυτού του σχεδίου υπέγραψαν τις εν λόγω Συμφωνίες με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, στις οποίες Συμφωνίες, υπάρχουν λεπτομέρειες σε σχέση με το Δίκαιο που θα διέπει αυτές, τον χρόνο αποπληρωμής των καταβληθέντων χρημάτων και για άλλα πολλά. Περαιτέρω, οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται πως αν οι Συμφωνίες Δανείου ήταν γνήσιες, οι Αιτήτριες δεν θα επέτρεπαν την μεταφορά χρημάτων στις Καθ΄ ων η Αίτηση χωρίς να έχουν προηγουμένως εξασφαλίσει «δεόντως εκτελεσμένα αντίγραφα των προσωπικών εγγυήσεων» για τις οποίες γίνεται αναφορά στο μαρτυρικό υλικό. Αυτό, κατά τους Καθ΄ ων η Αίτηση «δείχνει πράγματι ότι οι Συμφωνίες Δανείων ήταν ουσιαστικά εικονικές και δεν συνιστούσαν γνήσιες εμπορικές συναλλαγές.». Από την άλλη, οι Αιτήτριες ισχυρίζονται ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ο κ. Drukker τις εξαπάτησε και κατ΄ επέκταση δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν υπογεγραμμένα έντυπα των εν λόγω εγγυήσεων. Προς τούτο παραπέμπω στην παράγραφο 42 από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση: «Κατά ή περί τις 23 Οκτωβρίου 2012 και μετά την εκτέλεση των Συμφωνιών Δανείου, ο κ. Spiegel συνάντησε τον κ. Drukker σε ένα εστιατόριο μέσα στο κτίριο του διαμερίσματος του κ. Drukker στο Μαϊάμι και ο κ. Drukker υπέγραψε ενώπιον του κ. Spiegel οκτώ αντίγραφα των Προσωπικών Εγγυήσεων. Οι Προσωπικές Εγγυήσεις υπεγράφησαν σε οκτώ πρωτότυπα καθώς υπήρχε ένα διπλό σετ που θα επιστρέφετο στον κ. Spiegel μόλις συνυπογράφονταν από τη σύζυγο του κ. Drukker, την κα. Marina Drukker (εν τοις εφεξής καλούμενης ως η «κα. Drukker») και πιστοποιούνταν από τον κ. Schneider, αμφότεροι οι οποίοι βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη. Ο κ. Spiegel με πληροφορεί ότι είχε εκτυπώσει όλα τα αντίγραφα των συμφωνιών στον εκτυπωτή στο διαμέρισμα του, τα πήρε μαζί του και πήρε ακόμα και ένα στυλό, καθώς πάντα έπρεπε να ζητήσει ένα από κάποιο σερβιτόρο. Με πληροφορεί περαιτέρω ότι ο κ. Spiegel και ο κ. Drukker σερβιρίστηκαν την ημέρα εκείνη από μία Ουγγαρέζα σερβιτόρα το θυμάται αυτό, καθώς η Ουγγρική γλώσσα είναι μία από τις πέντε γλώσσες που μιλάει. Μετά την υπογραφή των Προσωπικών Εγγυήσεων, ο κ. Drukker πήρε όλα τα αντίγραφα που εκτελέστηκαν στη Νέα Υόρκη, έτσι ώστε η σύζυγος του, η κα Drukker να μπορέσει να τις υπογράψει και ο κ. Schneider να τις πιστοποιήσει.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνω ακόμη ότι η θέση των Αιτητριών ότι υπήρξαν τέτοια έγγραφα εγγυήσεων υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο 9 που έχουν επισυνάψει. Πρόκειται για έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον γαμβρό του κ. Drukker και το οποίο απέστειλε στον κ. Spiegel με το ακόλουθο περιεχόμενο: «Dear Sirs: Attached please find the form of the guaranty. I have drafted this as a mere accommodation for WJ Holding, and do not represent any parties tο the loan and guaranty agreements (neither Lenders nor Borrowers nor Marina Drukker nor Yuri Drukker). I strongly recommend that you all review these documents with the counsel of your choice. Separately, I also believe that translation likely needs significant improvement. Regards, Bill» Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εν λόγω Τεκμηρίου, το προσχέδιο των εγγυήσεων είχε συνταχθεί από τον γαμβρό του κ. Drukker χωρίς να εκπροσωπεί ούτε τους δανειστές ούτε τους οφειλέτες ούτε την Marina Drukker ούτε τον Υuri Drukker (εγγυητές). Τέλος, ο κ. Drukker φέρεται να παραδέχεται, εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση, το οφειλόμενο ποσό και να υπόσχεται ότι θα το αποπληρώσει αναμένοντας αποζημιώσεις από Δικαστικές διαδικασίες που είχε κινήσει εναντίον των Αρχών στο Pridnestrovie (παράγραφος 52 από την ένορκη δήλωση της κας Μιχαήλ). Έχοντας ενώπιον μου τα πιο πάνω και χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο, επαναλαμβάνω, προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινών θεραπειών-συντηρητικών μέτρων, βρίσκω ότι οι Αιτήτριες έχουν ικανοποιήσει και την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αφού από την προσαχθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι έχουν προσκομίσει μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Όλοι οι ισχυρισμοί που έχουν προβάλει οι Καθ΄ ων η Αίτηση και ειδικότερα οι ισχυρισμοί που περιέχονται τις παραγράφους 13-19 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, δεν βρίσκω ότι εξασθενίζουν την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης των Αιτητριών σε βαθμό που οι Αιτήτριες να μην έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στα πλαίσια εκδίκασης της Διαιτητικής Διαδικασίας (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co Ltd κ.ά
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Η τελευταία αυτή Απόφαση παραπέμπει και στην υπόθεση T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, όπου στη σελίδα 1809 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Ως προς το τρίτο ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσο προσήχθη μαρτυρία για συμμετοχή των Η.Π.Α. στις Συμβάσεις τις οποίες η εφεσίβλητη επικαλείται και από τις οποίες θα μπορούσε να αρύεται δικαιώματα στην Κύπρο, θεωρούμε επιτρεπτή την πρωτόδικη άποψη ότι το περιεχόμενο εξειδικευμένων στο θέμα περιοδικών, διεθνούς εμβέλειας - παρουσιάστηκαν φωτοαντίγραφα με ένορκο δήλωση - αποτελούσε αρκετό εκ πρώτης όψεως υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας ασχέτως αν δεν θα γινόταν δεκτό για σκοπούς της δίκης. Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Καθυστέρηση Παρόλο που δεν υπάρχει συγκεκριμένος λόγος Ένστασης που να αναφέρεται σε καθυστέρηση, θα εξετάσω τον παράγοντα αυτόν αφού ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση με την αγόρευσή του ανέφερε πως αν ένας Αιτητής «καθυστέρησε να προωθήσει την Αγωγή και κατ΄ επέκταση την αίτησή του, είτε αδικαιολόγητα είτε σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην δικαιούται τις αιτούμενες με την Αίτηση του θεραπείες», είναι παράγων που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, όταν εξετάζει κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί ένα ενδιάμεσο διάταγμα. Αυτό είναι ορθό. Στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρόλο που βρήκε ότι υφίσταντο και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος, απέρριψε την Αίτηση λόγω καθυστέρησης στην καταχώριση της. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη Απόφαση ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα στη σελ. 798: «Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας, μετά την διαπίστωση της παραβίασης, προσφέρει επαρκή δικαιολογία για την πορεία που έχει υιοθετήσει το πρωτόδικο δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο.» Στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/10, απόφαση ημερ. 19.3.14, το Εφετείο βρήκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε λανθασμένα τη διακριτική του ευχέρεια: «. κρίνοντας το ζήτημα μόνο στη βάση της καθυστέρησης και όπως την συνυπολόγισε με αφετηρία την ημερομηνία καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν τέτοιες που δικαιολογούσαν με πολλή λεπτομέρεια την αρχική απραξία και τις μετέπειτα ενέργειες της εναγομένης-εφεσείουσας για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα. Η εφεσείουσα κινήθηκε, μετά τις πληροφορίες που είχαν πάρει, μέσω του Κτηματολογικού Γραφείου, ώστε να έχει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και με τις εκτιμήσεις που είχε πλέον στα χέρια της, αποτάθηκε στο Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση του διατάγματος προς εξασφάλιση του λαβείν της (Χριστοδούλου, ανωτέρω). Από τη στιγμή που η εφεσείουσα έδωσε εξηγήσεις που δεν αμφισβητήθηκαν, το Δικαστήριο όφειλε να εντάξει το χρόνο που παρήλθε άπρακτος από εκείνη την ημερομηνία και μετέπειτα για να κρίνει το ζητούμενο. Ο χρόνος που διέρρευσε μετά τη λήψη των σχετικών πληροφοριών από την εφεσείουσα και την ολοκλήρωση των απαιτούμενων ενεργειών, όπως τις περιγράψαμε ανωτέρω, που ολοκληρώθηκαν στις 6.5.2009 μέχρι τις 24.6.2009, ήταν εκείνος που έπρεπε πλέον να προσμετρήσει για να κριθεί η καθυστέρηση. Επρόκειτο για ιδιαίτερα μεγάλο ποσό το οποίο μάλιστα σημειώνουμε ότι με την ένορκη δήλωση που καταχωρίστηκε και συνοδεύει την ένσταση δεν αμφισβητήθηκε. Η περιουσία που δεσμεύθηκε ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της εφεσίβλητης που η αξία του κάλυπτε την ανταπαίτηση της εφεσείουσας. Με δεδομένο το εύρημα του Δικαστηρίου ότι υπήρχε πιθανότητα σε θεραπεία για ποσό που υπεξαιρέθηκε και οικειοποιήθηκε η εφεσίβλητη και ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνταν, το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει και το ισοζύγιο της ευχέρειας, πράγμα που ορθώς παραπονείται η εφεσείουσα ότι παρέλειψε να το πράξει. Σημειώνουμε ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν τίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή ισχυρισμοί ότι η έκδοση ή η οριστικοποίηση του διατάγματος θα προκαλούσε αδικία στην εφεσίβλητη ή ότι η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος και η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων έφεραν την εφεσίβλητη σε δυσμενέστερη θέση. Το θέμα εγείρεται μόνο με το περίγραμμα αγόρευσης της εφεσίβλητης, η οποία σημειώνουμε ότι δεν ήσκησε αντέφεση, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί.» Κατ΄ επέκταση, οριστικοποίησε το αρχικά εκδοθέν προσωρινό διάταγμα το οποίο το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ακυρώσει. Σε σχέση με το χρόνο καταχώρισης της υπό εκδίκαση Αίτησης, οι Αιτήτριες στις παραγράφους 9, 10 και 11 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτησή τους αναφέρουν τα ακόλουθα: «
- Πολύ πρόσφατα, προς το τέλος Οκτωβρίου 2016, ο κ. Spiegel έλαβε πληροφορίες ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 επιχειρεί να πωλήσει ένα από τα πιο πολύτιμα περιουσιακά της στοιχεία, ήτοι ακίνητη περιουσία στη Βουδαπέστη, πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από την Ούγγρο δικηγόρο του και από άλλο πρόσωπο, το οποίο κατέχει ακίνητο γειτονικό της εν λόγω περιουσίας στη Βουδαπέστη.
- Ενώ οι Αιτήτριες πιστεύουν ότι ο ιδιοκτήτης των Καθ' ων η Αίτηση συντονίζει τη αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων με σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων των Καθ' ων η Αίτηση έναντι των Αιτητριών, ανεξαρτήτως της πρόθεσης τους, η αποξένωση της προαναφερθείσας ακίνητης περιουσίας στη Βουδαπέστη καθιστά πιο δύσκολη ή και αδύνατη για τις Αιτήτριες την ανάκτηση των χρημάτων που δάνεισαν στις Καθ' ων η Αίτηση ή την εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που τυχόν να εκδοθεί υπέρ τους στο μέλλον. Αντίγραφο επιστολής της Ουγγαρέζας δικηγόρου του κ. Spiegel, Δρ. Viktoria Hervay, ημερομηνίας 02/11/16, που επιβεβαιώνει ότι η εν λόγω ακίνητη περιουσία στη Βουδαπέστη διαφημίζεται για πώληση, επισυνάπτεται στην παρούσα και σημειώνεται ως Τεκμήριο 1Α, και αντίγραφο επιστολής του κ. Sandor Halpert, προσώπου που κατέχει ακίνητο γειτονικό της εν λόγω περιουσίας, που επιβεβαιώνει επίσης ότι η τελευταία διαφημίζεται για πώληση στη συνολική τιμή των ΕΥΡΩ 5.200.000, επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 1Β. Επισύρω την προσοχή του δικαστηρίου στο γεγονός ότι αμφότεροι η Δρ. Hervay και ο κ. Halpert σημειώνουν στις επιστολές τους ότι επιβεβαίωσαν ανεξάρτητα και για δικούς τους σκοπούς ο καθένας ότι η περιουσία είναι προς πώληση, επικοινωνώντας με τον αντιπρόσωπο της πώλησης (sale agent). Επιπρόσθετα, επισυνάπτω στην παρούσα αντίγραφο της πραγματικής διαφήμισης για την πώληση της εν λόγω ακίνητης περιουσίας στη Βουδαπέστη, στην Ουγγρική γλώσσα και το σημειώνω ως Τεκμήριο 1Γ.
- Εν όψει των πιο πάνω, οι Αιτήτριες έχουν απευθυνθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης, που να απαγορεύουν στις Καθ' ων η Αίτηση να αποξενώσουν ή διαθέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, και συγκεκριμένα την προαναφερθείσα ακίνητη περιουσία στη Βουδαπέστη, εκκρεμούσης της ολοκλήρωσης της διαιτησίας που θα ξεκινήσει μεταξύ των διαδίκων, και της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης που θα εκδοθεί.» Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. ν. Benfleet Enterp. Ltd κ.ά.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 280, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπ΄ όψιν το μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των γεγονότων που συνιστούσαν «την αιτία αγωγής των εναγόντων και την καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα». Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την πιο πάνω θέση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 287: «. Παραβλέπουν ακόμα ένα σημαντικότατο παράγοντα ότι η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερο, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε I.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ.223). Στην παρούσα υπόθεση καταλήγουμε ότι δεν υπήρξε μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, ενώ δεν υποστηρίκτηκε καν από τους εφεσείοντες ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια από την καθυστέρηση. Εξ άλλου, αν δεχόμαστε το επιχείρημα των εφεσειόντων, θα καταλήγαμε στη λανθασμένη θέση ότι εκτός αν η αγωγή εγείρεται αμέσως μετά τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος, ο ενάγων δεν δικαιούται της προστασίας συντηρητικού διατάγματος. Ούτε η καθυστέρηση μεταξύ αγωγής και αίτησης για συντηρητικό διάταγμα λειτουργεί αρνητικά εναντίον του αιτητή, εκτός αν από την καθυστέρηση επηρεάζονται τα δικαιώματα του αντιδίκου του.» Στην Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029, εξετάστηκαν παρόμοιοι ισχυρισμοί. Στις σελ. 2040, 2041 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία». Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι επεδίωξαν την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους εντός περιόδου μικρότερης των 4 μηνών από την ημερομηνία της ειδοποίησης των δικηγόρων των εφεσιβλήτων - 2.1.2000 - προς τον εφεσείοντα. Ισχυρίστηκαν ότι παρά την επίσχεση ήταν δυνατή η πώληση των μετοχών κατ' εφαρμογή του συστήματος της αποϋλοποίησης και ότι «είναι κατεπείγον όπως δοθεί το διάταγμα καθ' ότι ο εναγόμενος θα μπορεί να πωλήσει, μεταβιβάσει και αποξενώσει τις μετοχές». Έχουμε λάβει υπόψη τα σχετικά γεγονότα. Με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατή την πιθανότητα επιτυχίας θεωρούμε ότι η προστασία των δικαιωμάτων των εφεσειόντων καθίστατο επείγον ζήτημα. Επομένως το επίδικο διάταγμα μπορούσε να χορηγηθεί μετά από μονομερή αίτηση. Περαιτέρω θεωρούμε ότι η καθυστέρηση - μικρότερη των 4 μηνών - εξεταζόμενη σε συνάρτηση με τους πιο πάνω δύο παράγοντες - την ουσία της υπόθεσης και τον επηρεασμό των δικαιωμάτων του εφεσείοντα - δεν ήταν τέτοια που να δικαιολογεί την άρνηση χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας. Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί.» Σημειώνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση οι θεραπείες είχαν δοθεί με Μονομερή Αίτηση. Στην Πλακίδη ν. Nomisko Developers Ltd,
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 577, η εφεσείουσα θεωρούσε κάποιες συναλλαγές σε σχέση με ακίνητα που έλαβαν χώρα το 2003, παράνομες. Ενώ αυτές ήρθαν σε κάποιο μη καθυστερημένο στάδιο σε γνώση της, δεν καταχώρισε αγωγή. Το 2006 ακολούθησε άλλη παράνομη μεταβίβαση και μόλις η εφεσείουσα πληροφορήθηκε αυτή, καταχώρισε αγωγή και αίτηση χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση. Κρίθηκε ότι αυτή η καθυστέρηση δεν της επέτρεπε να εξασφαλίσει προσωρινή θεραπεία σε σχέση με τις συναλλαγές που έγιναν το 2003 αλλά της επέτρεπε σε σχέση με τη συναλλαγή του
- Στην εν λόγω υπόθεση λέχθηκαν και τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ' ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ' ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Έχω θέσει ενώπιον μου τους λόγους για τους οποίους η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση εισηγείται ότι οι Αιτήτριες έχουν καθυστερήσει υπερβολικά και αδικαιολόγητα να προωθήσουν τόσο τη Διαιτητική διαδικασία όσο και την παρούσα Αίτηση. Κατ΄ αρχάς η υπό εκδίκαση Αίτηση καταχωρίστηκε πριν από την καταχώριση της διαδικασίας Διαιτησίας και συνεπώς δεν τίθεται θέμα καθυστέρησης στην καταχώρηση της Αίτησης εκκρεμούσης της διαδικασίας Διαιτησίας. Επαναλαμβάνω ότι σε διαδικασίες έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, η όποια καθυστέρηση, σε περίπτωση που αυτή υφίσταται, δεν εξετάζεται γενικά και αφηρημένα, αλλά εντάσσεται στα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης ενώ δεν αγνοείται κατά πόσο από αυτήν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία στην άλλη πλευρά. Στο τέλος, το Δικαστήριο αφού σταθμίσει όλα τα γεγονότα, θα εξετάσει αν η όποια καθυστέρηση είναι τέτοια που δικαιολογεί την άρνηση των αιτούμενων ενδιάμεσων θεραπειών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση επικαλούμενος την υπόθεση Bacardi (πιο πάνω), ανέφερε ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί όπως συνέβηκε και στην εν λόγω υπόθεση. Η πιο πάνω θέση του δεν με βρίσκει σύμφωνο αφού ουδεμία ομοιότητα έχουν τα γεγονότα της υπόθεσης Bacardi (πιο πάνω) με τα γεγονότα της παρούσας. Εκεί οι Ενάγοντες ενώ γνώριζαν για την παράνομη συμπεριφορά των Εναγομένων, καθυστέρησαν δύο έτη και τέσσερις μήνες να προβούν σε έναρξη δικαστικής διαδικασίας εναντίον τους. Μάλιστα, μέσα σε αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα οι Εναγόμενοι αφέθηκαν να συνεχίζουν τις κατ΄ ισχυρισμόν παράνομες δραστηριότητες. Εδώ, οι Αιτήτριες, σύμφωνα πάντα με την προσαχθείσα μαρτυρία, ουδέποτε έπαυσαν να διεκδικούν τα όποια δικαιώματά τους σε σχέση με τις εν λόγω Συμφωνίες Δανείου. Περαιτέρω, δίδουν συγκεκριμένους λόγους για την μη έναρξη διαιτητικής διαδικασίας ενωρίτερα. Συγκεκριμένα, στις παραγράφους 50 και 51 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα: «
- Δεδομένων των προηγούμενων δοσοληψιών και της προσωπικής σχέσης μεταξύ των μερών, ο κ. Spiegel προσπάθησε να αποφύγει την έγερση νομικών διαδικασιών και κατά τη διάρκεια των δύο ετών που ακολούθησαν (από τον Ιανουάριο του 2013 έως τον Ιανουάριο του 2015) ο κ. Spiegel και ο κ. Drukker διαπραγματεύθηκαν άλλους τρόπους για την αποπληρωμή του Ποσού των Δανείων.
- Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, ο κ. Drukker προέβη σε αριθμό προσφορών προς τον κ. Spiegel για την αποπληρωμή του Ποσού των Δανείων, οι οποίες, μεταξύ άλλων, περιλάμβαναν: α. Τη μερική μεταφορά του Εργοστασίου Εξόρυξης Πετρελαίου Bendersky (Bendersky Oil Extraction Plant), το οποίο ανήκε σε μία εταιρεία που ονομαζόταν Delta Agro Holding LLC, στην AMM Bender Holdings LLC, εταιρεία που ελεγχόταν από τον κ. Spiegel. β. Τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας εγγεγραμμένης από το Ουγγρικό Κτηματολόγιο στην Περιφέρεια 14, που αποτελείτο από δύο γειτονικά οικόπεδα ως ακολούθως: i. Κτίριο στη διεύθυνση 1143 Budapest XIV, Stefania ut 77, Βουδαπέστη, Ουγγαρία, Τοπογραφικός Αριθμός Ακινήτου 32626; και ii. Γη στη διεύθυνση Budapest XIV, Ilka utca 28, Βουδαπέστη, Ουγγαρία, Τοπογραφικός Αριθμός Ακινήτου 32620 (εν τοις εφεξής καλουμένων ως η «Περιουσία στη Βουδαπέστη»).» Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1(B) Α.Α.Δ. 1377, λέχθηκε στη σελ. 1393 ότι: «Έχει αναγνωρισθεί από τη νομολογία ότι είναι θεμιτό για ένα διάδικο να αναμένει την τελεσφόρηση εξώδικης διευθέτησης ή και την αποπληρωμή ενός χρέους προτού εγείρει την αγωγή. (Δέστε Χ"Γαβριήλ κ.ά. ν. Επενδυτικού Συγκροτήματος Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνοικο Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 606 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280).» Όπως και στην υπόθεση Τσιαντής, πιο πάνω, με δεδομένη την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας, βρίσκω ότι η όποια καθυστέρηση (η οποία εδώ δικαιολογείται) στην έναρξη διαδικασίας διαιτησίας (η οποία δεν επέτρεψε στις Αιτήτριες όπως άλλη Αίτησή τους εξεταστεί στην απουσία των Καθ΄ ων η Αίτηση), δεν είναι τέτοια που να δικαιολογεί την απόρριψη της Αίτησης όταν μάλιστα από αυτήν την καθυστέρηση κανένα δικαίωμα των Καθ΄ ων η Αίτηση έχει παραβλαφθεί. Όπως εύστοχα αναφέρθηκε από την τότε Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου κα Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού 4935/13, μεταξύ Ροδόλφου Οντόνι ν. Nomato Investments Limited κ.ά, Απόφαση ημερ. 11.3.14: «Η καθυστέρηση στη διεκδίκηση έχει πάντα τη σημασία της και σίγουρα έχει άλλη ισχυρότερη σαφώς δυναμική όταν επιδιώκεται θεραπεία με ex parte αίτηση.» Όσον αφορά στην τρίτη προϋπόθεση, θα αναφέρω απλώς ότι έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η δυσκολία ή η αδυναμία για πλήρη απονομή δικαιοσύνης περιλαμβάνει και άλλα κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «... Σ΄ ότι δε αφορά την τρίτη προϋπόθεση - ότι δηλαδή χωρίς την παγοποίηση των επίδικων τραπεζικών λογαριασμών θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - παρατηρούμε ότι και αυτό το ζήτημα προσεγγίστηκε από τον ευπαίδευτο Πρόεδρο με υποδειγματικό τρόπο. Συναφώς αφού υπενθύμισε τη σχετική νομολογία (Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen The)
(1983)1 W.L.R. 1412, C. Phasarias (Auto Centre) Ltd v. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785, Μ & Ch. Mitsingas Trading v. Timberland
(1997)2 (Γ) A.A.Δ. 1794 και Κυρισάββας κ.α. ν. Κίζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245) έκρινε πως «. η οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης είναι απολύτως απαραίτητη και αναγκαία εφόσον, σε περίπτωση που δεν καταστεί απόλυτο το διάταγμα παγοποίησης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποξένωσης των ποσών καθώς και απενεργοποίησης των εν λόγω λογαριασμών και συνεπώς βάσιμος κίνδυνος ότι δικαστική απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των Αιτητριών θα παραμείνει ανικανοποίητη». Θεωρούμε απολύτως ορθό το υπό αναφορά σκεπτικό, το οποίο και υιοθετούμε. Σ΄ ότι δε αφορά το «παράπονο» των εφεσειουσών ότι δεν πληρούται η τρίτη προϋπόθεση καθότι η παγοποιηθείσα περιουσία είναι πολύ μικρή σε σχέση με την απαίτηση των εφεσιβλήτων και επομένως δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της προϋπόθεσης αυτής, περιοριζόμαστε απλώς να παρατηρήσουμε ότι η θέση αυτή δεν συνοδεύεται από την αναμενόμενη σοβαρότητα. Και αυτό καθότι υιοθέτηση της θα οδηγούσε στην παραλογία ότι επειδή οι εφεσίβλητες δεν κατόρθωσαν να παγοποιήσουν τους επίδικους λογαριασμούς έγκαιρα απώλεσαν και τη δυνατότητα παγοποίησης τους με το αιτιολογικό ότι τα ποσά που υπήρχαν σ΄ αυτούς δεν ήταν ικανοποιητικά για την πλήρη ικανοποίηση μιας ενδεχόμενης απόφασης προς όφελός τους.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ισχυρισμός εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι δεν υπάρχει πρόθεση ή κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών τους στοιχείων Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει επανειλημμένα αναγνωριστεί από τη Νομολογία μας (Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd κ.ά
(2001)1(B) A.A.Δ. 1301, 1317). Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, Τσιολάκη κ.ά ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782). Και εδώ βρίσκω πως αυτός υπάρχει. Στην υπόθεση Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400, 1405, λέχθηκε ότι η ύπαρξη άλλης περιουσίας ή ακόμη και καταθέσεων που θα ήταν αδέσμευτες και θα υπόκειντο σε κάθε είδους διάθεση ή χειρισμό ανάλογα με τη βούληση των εναγομένων, δεν παρείχε αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδίδετο εναντίον τους. Να σημειωθεί εδώ ότι η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου (πιο πάνω): «Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι η αίτηση στηριζόταν και στο άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6, πρόνοια με την οποία το Δικαστήριο καθόλου δεν ασχολήθηκε. Δυνάμει του άρθρου 5 κάθε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να αποξενώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αγωγής. (Ευριπίδης Ζεμενίδης ν. Α. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Σκοπεί το άρθρο 5, έκριναν οι αποφάσεις ανωτέρω, στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος ή ο ενάγων δυνάμει ανταπαίτησης, να πωλήσει ή μεταβιβάσει την ιδιοκτησία του σε τρίτο πρόσωπο με αποτέλεσμα ο εναγόμενος να εμποδιστεί να ικανοποιηθεί στην απόφαση που είναι δυνατόν να εκδοθεί υπέρ του. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι αποδεικνύεται το επείγον ή ότι υπάρχουν άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις ώστε να το εκδώσει μονομερώς και χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Σχετική επίσης με το ζήτημα είναι η Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520. Δεν είναι όμως απαραίτητο, Phasarias (ανωτέρω), να καταδειχθεί πρόθεση αποξένωσης. Το διάταγμα εκδίδεται ώστε να αποφευχθεί η αποξένωση και να μην υψωθεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην ικανοποίηση της απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον του ενάγοντος. » (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Στην Πρωτόδικη Απόφαση Joseph P. Lasala κ.ά ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., Αγωγή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 5581/05, Απόφαση ημερ. 20.2.06, του κ. Στέλιου Ναθαναήλ, Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου ως ήταν τότε, διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση: «Διαφαίνεται από όλα τα πιο πάνω, ότι ο κίνδυνος αποξένωσης και πιθανής μη ικανοποίησης τελικώς ενός ενάγοντα, συνάγεται από όλα τα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου και στο τέλος της ημέρας αποτελεί ουσιαστικά θέμα διακριτικής ευχέρειας, δεδομένης της όλης μαρτυρίας, αν ο κίνδυνος αντικειμενικά μπορεί να κριθεί ως υπαρκτός. Εδώ, υπό το φως αφενός του περίπλοκου των γεγονότων και αφετέρου, υπό το φως του καταλογιζομένου περίτεχνου δόλου στους εναγόμενους, με τον οποίο, κατ' ισχυρισμό πάντοτε σ' αυτό το στάδιο, εξαπατήθηκαν τόσο οι αρχές των Η.Π.Α. όσο και οι μέτοχοι της εταιρείας, αλλά και η ίδια η εταιρεία, είναι φανερό ότι οι εναγόμενοι πολύ πιθανόν να εξανέμιζαν ή να αποξένωναν τα οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία έχουν εντός ή εκτός Κύπρου, ώστε να τα απομακρύνουν από τη νομική εμβέλεια των εναγόντων.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σημειώνεται ότι η πρωτόδικη Απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (SEAMARK COUNSULTANCY SERVICES LIMITED v. JOSEPH P. LASALA κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Πάνω στην ίδια βάση κινήθηκε και η Απόφαση του τότε Π.Ε.Δ. κ. Μ. Χριστοδούλου, στην Απόφαση ημερ. 2.12.10, OAO BALTIYSKIY BANK (πιο πάνω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που μετρά στην έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα Λεωνίκ
(2001)1 Α.Α.Δ. 275) και η έννοια της (απονομής πλήρους) δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου θεραπεία (M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. Timberland Co.
(1997)1 A.A.Δ.1791).» Οι Αιτήτριες σε σχέση με τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσίας αναφέρουν τα ακόλουθα: «
- Ο κ. Spiegel υποστηρίζει ότι μετά την παραλαβή του Ποσού των Δανείων, ο κ. Drukker έλαβε ενεργά μέτρα για να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία και τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τις Καθ' ων η Αίτηση, με σκοπό την αποφυγή των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι Συμφωνίες Δανείου και οι Προσωπικές Εγγυήσεις, όπως περιγράφεται ανωτέρω.
- Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, ως αποτέλεσμα της μη συνεργάσιμης συμπεριφοράς του κ. Drukker, ο κ. Spiegel πήρε την πρωτοβουλία να προβεί σε έρευνες αναφορικά με τις υποθέσεις του κ. Drukker και των Καθ' ων η Αίτηση, έτσι ώστε να αξιολογήσει την κατάσταση και την ανάγκη να ληφθούν νομικά μέτρα για την ανάκτηση του Ποσού των Δανείων.
- Τα ευρήματα του, τα οποία έγιναν με βάση τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον κ. Drukker κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων και πληροφορίες που λήφθηκαν μέσω ιδιωτικών ερευνών, αποκάλυψαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: α. Όλα τα κύρια περιουσιακά στοιχεία και οι εργασίες της Καθ' ης η Αίτηση 1, μεταφέρθηκαν σε μια άλλη Κυπριακή εταιρεία, ήτοι την WJ Ventures Limited (ΗΕ193794), η οποία είναι εταιρεία που ανήκει και ελέγχεται από τον κ. Drukker. Η WJ Ventures Limited σχηματίστηκε με την αλλαγή του ονόματος μίας υφιστάμενης εταιρείας, της Contraten Limited. Στην πραγματικότητα, ο κ. Drukker χρησιμοποιούσε την Καθ 'ης η Αίτηση 1, ήτοι τη WJ Holdings Limited και τη WJ Ventures Limited χωρίς διαχωρισμό για πολλά χρόνια. Επισυνάπτω εν προκειμένω και σημειώνω ως Τεκμήριο 12, μία εγγύηση που εκτελέστηκε ανάμεσα στην Καθ' ης η Αίτηση 1 και τη Holborn, η οποία εκτελέστηκε και σφραγίστηκε από την WJ Ventures Limited προς όφελος της Καθ' ης η Αίτηση
- Επισύρω την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι παρόλο που η σφραγίδα αναγράφει το όνομα της WJ Ventures Limited, εντούτοις σε αυτή σημειωνόταν ο αριθμός εγγραφής της Καθ' ης η Αίτηση 1 που είναι HE
- β. Η Καθ' ης η Αίτηση 2 σταμάτησε ή τουλάχιστον έχει μειώσει τις εργασίες της και βρίσκεται στη διαδικασία διάθεσης των περιουσιακών της στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της Περιουσίας στη Βουδαπέστη, η οποία κατέχεται μέσω μιας θυγατρικής της Καθ' ης η Αίτηση 2, η οποία ανήκει εξολοκλήρου στην τελευταία. γ. Μετά την παραλαβή του Ποσού των Δανείων και την εκτέλεση των Προσωπικών Εγγυήσεων από τον κ. Drukker, ο κ. Drukker μεταβίβασε περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου USD 4 εκατομμυρίων στα μέλη της οικογένειας του.
- Σε σχέση με τη διάθεση της Περιουσίας στη Βουδαπέστη, σημειώνω ότι περιήλθε πρόσφατα στην προσοχή του κ. Spiegel ότι η Περιουσία στη Βουδαπέστη διαφημίζεται προς πώληση στην Ουγγαρία (βλέπε Τεκμήρια 1Α, 1Β και 1Γ). Σύμφωνα με τον κ. Spiegel η αξία της Περιουσίας στη Βουδαπέστη είναι στην καλύτερη περίπτωση περίπου USD 5 εκατομμύρια. Σημειώνεται ότι η διαφήμιση για την πώληση του ακινήτου, έχει ως ζητούμενη τιμή για την πώληση, ΕΥΡΩ 5.2 εκατομμύρια (βλέπε τεκμήριο 1). Ο κ. Spiegel ισχυρίζεται ότι είχε πληροφορηθεί από τον κ. Drukker ότι η Περιουσία στη Βουδαπέστη είναι το μόνο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο που κατέχει η Καθ' ης η Αίτηση 2 σήμερα. Η Περιουσία στη Βουδαπέστη ήταν ένα από τα περιουσιακά στοιχεία που προσέφερε ο κ. Drukker στον κ. Spiegel για τη διευθέτηση του χρέους.
- Ο κ. Spiegel πιστεύει ότι οι ως άνω ενέργειες του κ. Drukker έγιναν με σκοπό τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων όλων των μερών που ήταν υπόλογα στη βάση των Συμφωνιών Δανείου και των Προσωπικών Εγγυήσεων, με σκοπό να αποφευχθεί η αποπληρωμή του Ποσού των Δανείων. Ειδικότερα, και οι δυο Καθ' ων η Αίτηση, που είναι οι κύριοι οφειλέτες στο πλαίσιο των Συμφωνιών Δανείου, έχουν διαθέσει ή πρόκειται να διαθέσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, ενώ ο κ. Drukker ο οποίος έχει υπογράψει τις Προσωπικές Εγγυήσεις, έχει επίσης διαθέσει περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατείχε επ' ονόματι του.
- Δεδομένης της παράλειψης του κ. Drukker να παράσχει τις Προσωπικές Εγγυήσεις (παρά το γεγονός ότι αυτό αποτελεί ρητό όρο των Συμφωνιών Δανείου) και της συνεπακόλουθης άρνησης του ιδίου ότι τις υπέγραψε. ακόμη και εάν ο κ. Drukker δεν έχει καμία ανέντιμη πρόθεση πίσω από την αποξένωση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων, η αποξένωση τους και ιδίως η αποξένωση της Περιουσίας στη Βουδαπέστη, καθιστούν πιο δύσκολη ή και αδύνατη την εκτέλεση οποιασδήποτε απόφασης εκδοθεί στη Διαιτησία ή την ανάκτηση του Ποσού των Δανείων, καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση θα απογυμνωθούν από όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία.
- Επισύρω εν προκειμένω την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι ο κ. Spiegel έχει πληροφορηθεί από τον κ. Drukker ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν έχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία αξίας εκτός από την Περιουσία στη Βουδαπέστη, και ότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν πρόθεση και βρίσκονται ήδη στη διαδικασία αποξένωσης της περιουσίας αυτής (βλέπε τεκμήρια 1Α, 1Β και 1Γ).
- Δεδομένης της παράλειψης των Καθ' ων η Αίτηση και του κ. Drukker να παράσχουν αντίγραφα των εκτελεσμένων Προσωπικών Εγγυήσεων, εάν επιτραπεί στις Καθ' ων η Αίτηση να συνεχίσουν να διαθέτουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, και ειδικότερα εάν επιτραπεί στην Καθ' ης η Αίτηση 2 να διαθέσει την Περιουσία στη Βουδαπέστη, οι Καθ' ων η Αίτηση θα μείνουν χωρίς περιουσιακά στοιχεία αξίας με αποτέλεσμα οι Αιτήτριες να μην μπορούν να εκτελέσουν εναντίον τους την απόφαση που θα εκδοθεί στη Διαιτησία.
- Δεδομένων των ως άνω αναφερθέντων ενεργειών των Καθ' ων η Αίτηση και του κ. Drukker, ο κ. Spiegel και οι Αιτήτριες έχουν αποφασίσει να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματα τους για την ανάκτηση του Ποσού των Δανείων μέσω της Διαιτησίας. Δεδομένων των άμεσων κινδύνων που συνεπάγεται η διάθεση των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση και ειδικότερα της Περιουσίας στη Βουδαπέστη, οι Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο την έκδοση ασφαλιστικών μέτρων που να απαγορεύουν οποιαδήποτε περαιτέρω αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η Αίτηση, εκκρεμούσης της διαδικασίας της Διαιτησίας και της εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί στη Διαιτησία.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση με την αγόρευση του ανέφερε και τα ακόλουθα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα: «Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι οι εικονικές Συμφωνίες Δανείων ήταν πράγματι γνήσιες συναλλαγές, όπως ισχυρίζονται οι Αιτητές, τα πιο πάνω δείχνουν ότι οι Αιτητές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν το γεγονός ότι η πλειοψηφία των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση 1 πωλήθηκε στον όμιλο Yug Russi πριν την εκτέλεση και μεταβίβαση των κεφαλαίων που αναφέρονται στις Συμφωνίες Δανείων. Όπως αναφέρεται στην Ε/Δ Σιοπαχά ο κ. Spiegel γνώριζε για τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων στον όμιλο Yug Russi αφού και ο ίδιος είχε μεταβιβάσει στον όμιλο Yug Russi τις μετοχές που κατείχε στην εταιρεία με την επωνυμία Kherson ΚΗΡ, η οποία ανήκε κατά πλειοψηφία στην WJ Ventures Limited. Η Ventures Limited είχε μεταφέρει την πλειοψηφία των μετοχών στον όμιλο Yug Russi ως μέρος της πιο πάνω αναφερόμενης συναλλαγής και στη συνέχεια ο κ. Spiegel διευθέτησε τη μεταβίβαση του υπόλοιπου μειοψηφικού ποσοστού μετοχών στον ίδιο όμιλο (βλ Τεκμήριο 13 Ε/Δ Σιοπαχά). Στη βάση των πιο πάνω επαναλαμβάνουμε τη θέση μας που είναι ότι ο υπαινιγμός ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 μεταβίβασε τα πολύτιμα περιουσιακά της στοιχεία ένα χρόνο πριν την εκτέλεση των εικονικών Συμφωνιών Δανείων προκειμένου να αποφύγει αποπληρωμή αυτών είναι τουλάχιστον αστείος, ενώ αποδεικνύει ουσιαστικά ότι οι Αιτητές δεν κατέχουν οποιαδήποτε στοιχεία που να στοιχειοθετούν τον ισχυριζόμενο κίνδυνο αποξένωσης ή έστω να καταδεικνύουν προσπάθειες αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση 1 . Τέλος, είναι η θέση μας ότι οι ενέργειες και συμπεριφορά των ίδιων των Αιτητών αποδεικνύουν περίτρανα ότι όχι μόνο δεν συντρέχει οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης αλλά ότι ουδέποτε πίστεψαν και οι ίδιοι ότι έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια αποξένωσης της περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση
- Ας θεωρήσουμε ότι τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην παράγραφο 62 (α) της Ε/Δ Μιχαήλ ισχύουν και ότι η μεταφορά των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στην WJ Ventures Limited και ακολούθως στην LLC "Yug AgroLeasing το 2011 αποτελούν ενέργειες που αποσκοπούσαν στην αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση
- Οι Αιτητές αναφέρουν στην Ε/Δ Μιχαήλ ότι για 2 χρόνια, ήτοι από τον Ιανουάριο του 2013 μέχρι τον Ιανουάριο του 2015 βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με τον κ. Drukker με σκοπό την διευθέτηση των οφειλών των Καθ' ων η Αίτηση 1 και
- Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί γιατί εφόσον ο κ. Spiegel αντιλήφθηκε ότι οι ενέργειες της η Καθ' ης η Αίτηση από το 2011 αποσκοπούσαν στην αποξένωση των περιουσιακών της στοιχείων με σκοπό την αποφυγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της στη βάση των συμφωνιών δανείων του 2012, εντούτοις για περίοδο 2 χρόνων βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον κ. Drukker. Είναι φανερό ότι ουδέποτε υπήρχε οποιοσδήποτε άμεσος και γενικά οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της Καθ' ης η Αίτηση 1 και σε κάθε περίπτωση οι Αιτητές, που όπως λεπτομερώς εξηγούμε πιο πάνω, δεν κατάφεραν να αποδείξουν κάτι τέτοιο.» Κατ΄ αρχάς δεν τίθεται θέμα απόδειξης του κινδύνου. Όπως λέχθηκε και στην πρωτόδικη Απόφαση Lasala (πιο πάνω), εκείνο που εξετάζεται είναι «αν ο κίνδυνος αντικειμενικά μπορεί να κριθεί ως υπαρκτός». Εκεί βεβαίως που αποδεικνύεται πρόθεση αποξένωσης ή αποξένωση περιουσιακών στοιχείων προς αποφυγή υποχρεώσεων, αυτό συνιστά άλλον έναν παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα και με την πιο πάνω Νομολογία, εκείνο που λαμβάνεται υπόψη, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της διαιτητικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Βρίσκω, (όπως και στην υπόθεση Lasala, πιο πάνω) αφού έθεσα ενώπιον μου τα ιδιαίτερα γεγονότα (μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και εργασιών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 σε άλλη Εταιρεία που φέρεται να ανήκει και να ελέγχεται από τον κ. Drukker, η Καθ΄ ης η Αίτηση 2 φέρεται να βρίσκεται σε διαδικασία διάθεσης των περιουσιακών της στοιχείων, και τον τρόπο που οι Καθ΄ ων η Αίτηση φέρονται να έχουν συμπεριφερθεί για να μην τιμήσουν κατ΄ ισχυρισμόν συμβατικές τους υποχρεώσεις (συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών για τις προσωπικές εγγυήσεις-παράγραφος 42 από την ένορκη δήλωση της κας Μιχαήλ), πως υπάρχει κίνδυνος οι Καθ΄ ων η Αίτηση να προβούν σε αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων, οπότε σε τέτοια περίπτωση θα είναι δυνατό να μην ικανοποιηθεί η όποια διαιτητική Απόφαση ήθελε εκδοθεί προς όφελος των Αιτητριών. Με άλλα λόγια, βρίσκω ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς τα αιτούμενα διατάγματα. Όσον αφορά στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Βουδαπέστη, σημειώνω απλώς πως οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραδέχονται με την παράγραφο 45 της ένορκης τους δήλωσης ότι «το επίδικο ακίνητο διαφημίζεται προς πώλησης σε τοπικά μεσιτικά γραφεία για πάνω από δύο χρόνια, παρόλα αυτά τη δεδομένη στιγμή δεν γίνονται διαπραγματεύσεις για πώληση του ακινήτου». Περαιτέρω, δεν αποφασίζεται στο στάδιο αυτό ποιος είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας. Για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αναφέρω πως έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι αυτή η ακίνητη ιδιοκτησία στην ουσία ανήκει και ελέγχεται από την Καθ΄ ης η Αίτηση
- Έχει επίσης προσκομιστεί μαρτυρία σύμφωνα με την οποία, αυτή την ακίνητη ιδιοκτησία ο κ. Drukker προσέφερε στις Αιτήτριες για την εξόφληση των ποσών που φέρονται να έχουν καταβληθεί δυνάμει των συμφωνιών δανείου. Σχετικές με το θέμα αυτό είναι οι παράγραφοι 50-51 και 62(β) από την ένορκη δήλωση της κας Ιωάννας Μιχαήλ που υποστηρίζει την Αίτηση. Η υπόθεση Impregilo SpA v. Πλοίου «Marwa M»
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1493, στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση, κρίθηκε με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα της αφού εκεί υπήρχαν αρκετά πρόσωπα που διεκδικούσαν την κυριότητα φορτίου σιδήρου επί πλοίου. Με άλλα λόγια μετά που ακούστηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, κρίθηκε ότι υπήρχε μια ασάφεια με αποτέλεσμα αυτή η ασάφεια να ενέχει τον κίνδυνο πρόκλησης αδικίας σε τρίτους. Εν κατακλείδι βρίσκω πως όλοι οι λόγοι Ένστασης των Καθ΄ ων η Αίτηση (τους οποίους έχω θέσει ενώπιον μου) είναι αβάσιμοι, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και ότι ενδείκνυται η έκδοση του αιτούμενου υπό «Α» διατάγματος. Πριν καταλήξω στην πιο πάνω απόφαση μου, έκρινα, πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι η έκδοση του αιτούμενου υπό «Α» διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη. Για το θέμα αυτό παραπέμπω και στο Σύγγραμμα των κ.κ. Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη «Διατάγματα», Έκδ. 2016, όπου στις στη σελ. 145 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αποφασίζοντας κατά πόσον είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδοθεί ένα διάταγμα, το δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους σχετικούς παράγοντες και να αποδώσει σ' αυτούς την πρέπουσα βαρύτητα. Η βαρύτητα κάθε παράγοντα δεν είναι πάντα η ίδια και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Γι' αυτό και η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου έχει τόση μεγάλη, και πολλές φορές καθοριστική, σημασία. Ως γενική αρχή το δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, λαμβάνει πρωτίστως υπόψη (
- i)τις ανάγκες της δικαιοσύνης σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα γεγονότα της υπόθεσης και (
- ii)κατά πόσο θα πρέπει να διατηρηθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν ο εναγόμενος αρχίσει τη δραστηριότητα του (status quo ante). Πέραν τούτου, δεν είναι δυνατή η εκ των προτέρων απαρίθμηση των παραγόντων οι οποίοι ενδεχομένως θα έχουν επίδραση στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ορισμένοι παράγοντες μπορεί να αποδειχθεί ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία από άλλους. Μπορεί ένας παράγοντας να αποδειχθεί ο πιο σημαντικός από όλους. Γι' αυτό και κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοείται ή να υποτιμάται» Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.14: «Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [1987] 1 W.L.R. 670).» Στην υπόθεση Χ" Βασίλη (πιο πάνω), τα γεγονότα ήταν πολύ απλά. Το διάταγμα ακυρώθηκε από το Εφετείο αφού με αυτό απλώς αναστέλλετο η πληρωμή προστίμου που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα κατόπιν πειθαρχικής καταδίκης του από την Εναγόμενη Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου. Κρίθηκε πως αν ο Ενάγων κατέβαλλε το πρόστιμο ύψους Λ.Κ.5.000 που του είχε επιβληθεί από την Εναγομένη, δεν θα προκαλείτο σε αυτόν ανεπανόρθωτη ζημιά. Με άλλα λόγια, κρίθηκε ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων δεν ήταν προς όφελός του. Οι Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες «θα επηρεαστούν δυσμενώς και πιθανόν να τους φέρει σε θέση αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων τους προς τρίτους.». Πρόκειται περί γενικού και αόριστου ισχυρισμού. Πώς θα επηρεαστούν δυσμενώς οι Καθ΄ ων η Αίτηση και ποιες συμβατικές υποχρεώσεις τους είναι δυνατόν να μην εκπληρωθούν με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν διευκρινίζεται. Εδώ, βρίσκω ότι ο ισοζυγισμός των επιπτώσεων είναι έκδηλα προς όφελος των Αιτητριών, αφού η μη έκδοση του αιτούμενου υπό «Α» διατάγματος είναι δυνατό να επηρεάσει αρνητικά τα όποια δικαιώματα των Αιτητριών σε σχέση με τις επίδικες Συμφωνίες (αντικείμενο της Διαιτησίας). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρεία. Προς τούτο παραπέμπω και στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd.,
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 1237, όπου στη σελίδα 1244 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Προτού ασχοληθούμε με τους λόγους έφεσης, σημειώνουμε ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί. Ακολουθεί ότι το Εφετείο δεν επεμβαίνει, παρά μόνο εάν διαπιστώσει ότι η διακριτική αυτή ευχέρεια ασκήθηκε έξω από κάθε πλαίσιο αρχών, που η νομολογία αναγνωρίζει. Τα όσα αναφέρονται στις αποφάσεις, στις οποίες οι συνήγοροι μας παρέπεμψαν, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα στο σύνολο των δικών τους γεγονότων και περιστατικών.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Λόγοι Ένστασης ότι δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα υπό «Β» - «Γ» Σε σχέση με τα διατάγματα αποκάλυψης θα πω μόνο πως αυτά εκδίδονται κυρίως για να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότητα ουσιαστικών διαταγμάτων. Για το θέμα αυτό παραπέμπω και πάλι στην πρωτόδικη Απόφαση Joseph P. Lasala κ.ά ν. Λυκούργου Κυπριανού κ.ά. (πιο πάνω), όπου διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με τα εν λόγω διατάγματα: «Μετέπειτα, οι παρεπόμενες αυτές Θεραπείες («ancillary relief»), είναι ενίοτε αναγκαίες για την τελεσφόρο ικανοποίηση των ουσιαστικών διαταγμάτων. Είναι γνωστό, ιδιαίτερα σε Θέματα τύπου mareva, και ιδιαίτερα σε υποθέσεις όπου εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, αλλά και μεσάζοντες για τη διοχέτευση και αποξένωση περιουσιακών στοιχείων, εξ ου και η θεραπεία του εντοπισμού («tracing»), ότι η ανεύρεση λεπτομερειών και στοιχείων δεν είναι καθόλου εύκολη και αν δεν αναγκαστεί ο εναγόμενος να δώσει ο ίδιος λεπτομέρειες λογαριασμών, τρόπου απόκτησης περιουσίας, κλπ, δεν είναι δυνατόν, έστω και αν ενάγων κερδίσει την υπόθεση του, να επιτευχθεί ουσιαστική δικαιοσύνη στο τέλος της ημέρας. Τα στοιχεία που καλείται ο εναγόμενος να αποκαλύψει είναι στα πλαίσια της βοήθειας που οφείλει να δώσει προς τη δικαιοσύνη ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, έστω και αν δυνατόν να θεωρηθεί ιδιαίτερα δυσχερές να το πράξει.» Δεν βρίσκω ότι το αιτούμενο υπό «Γ» διάταγμα είναι γενικό και/ή καταπιεστικό με αποτέλεσμα η έκδοση του να συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και/ή να προκαλεί αδικία, ως οι Καθ΄ ων η Αίτηση ισχυρίζονται. Ούτε τίθεται θέμα αλίευσης μαρτυρίας αφού με αυτό ουσιαστικά αξιώνεται αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η Αίτηση για να είναι αποτελεσματική η εφαρμογή του εκδοθέντος υπό «Α» διατάγματος. Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Οντόνι (πιο πάνω): «Η επικαλούμενη βλάβη των Εναγομένων από την άλλη προβάλλεται αόριστα ως ενδεχόμενη βλάβη των παροχέων υπηρεσιών γενικά. Δεν μου έχει τεθεί ο,τιδήποτε από την άλλη πλευρά που να ανατρέπει την δυναμική των θέσεων του Αιτητή (βλ. τις παρατηρήσεις στην υπόθεση British Steel Corporation Respondends v. Cranado Tev. Ltd
(1980)3 W.L.R.). Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, ως άνω, αλλά και τις ειδικές παρατηρήσεις που γίνονται επί παρόμοιου τύπου θέσεις στην υπόθεση Penderhill ν. Κλουκινά, ανωτέρω.» Ως ελέχθη, το Δικαστήριο έχει ήδη βρει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου υπό (Α) διατάγματος. Περαιτέρω, βρίσκω ότι οι Αιτήτριες χρειάζονται το αιτούμενο υπό (Γ) διάταγμα για να μπορέσουν να εντοπίσουν τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ ων η Αίτηση και για να είναι έτσι αποτελεσματικό το εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα. Πριν αποφασίσω κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί το διάταγμα υπό (Γ), βρίσκω με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, ότι οι Αιτήτριες έχουν ικανοποιήσει τις γνωστές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, αφού έχουν καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση που αφορά σε κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση και/ή σε αθέτηση συμφωνιών δανείου, (β) ότι έχουν ορατή πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπείες, δηλαδή σε έκδοση διαιτητικής απόφασης προς όφελος τους για το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό δυνάμει συμφωνιών δανείου και (γ) ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι σε θέση ή ενδεχομένως να είναι σε θέση να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες για να καταστεί έτσι αποτελεσματικό το εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα. Περαιτέρω βρίσκω πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο υπό (Γ) διάταγμα οι Αιτήτριες δεν θα μπορούν ή θα δυσκολευτούν να εκτελέσουν το εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα, ενώ η έκδοσή του δεν φαίνεται να προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη στους Καθ΄ ων η Αίτηση. Με άλλα λόγια, βρίσκω πως η έκδοση του αιτούμενου υπό (Γ) διατάγματος είναι και δίκαιη και πρόσφορη και ότι ενέχει λιγότερους κινδύνους αδικίας από τη μη έκδοσή του. Όσον αφορά στο αιτούμενο υπό (Β) «Υποβοηθητικό Διάταγμα», έχοντας κατά νου την γενικότητα με την οποία είναι διατυπωμένο και αφού έχει ήδη εκδοθεί υποβοηθητικό διάταγμα εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση ως το «Γ», θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης και αυτού του διατάγματος. Εκδίδονται διατάγματα εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση ως οι παράγραφοι (Α) και (Γ) της Αίτησης. Στο εκδοθέν υπό (Α) διάταγμα δεν θεωρώ σκόπιμο να συμπεριληφθεί τώρα, και δεν συμπεριλαμβάνεται, πρόνοια ότι το εν λόγω διάταγμα «ερμηνεύεται σύμφωνα με συγκεκριμένες διατάξεις» ως το Παράρτημα Β του διατάγματος. Ο χρόνος των 7 ημερών για τον οποίο γίνεται αναφορά στο διάταγμα υπό (Γ) καθορίζεται σε 20 ημέρες. Νοείται ότι τα διατάγματα θα ισχύουν μέχρι πλήρους εκδίκασης της διαιτητικής διαδικασίας ή μέχρι να εκδοθεί άλλη διαταγή του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα στα πλαίσια της Μονομερούς Αίτησης που είχε καταχωριστεί και η οποία στη συνέχεια απεσύρθη. Τα διατάγματα έχουν εκδοθεί στα πλαίσια Αίτησης Δια Κλήσεως, οπότε σε τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εφαρμόσει τις πρόνοιες του Άρθρου 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην πρόσφατη απόφαση μεταξύ Δέσπως Στυλιανού ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 354/13, απόφαση ημερ. 4.12.
- Όμως, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω Απόφαση: «Άλλο είναι βέβαια το ζήτημα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θέσει, στα ευρεία πλαίσια που εν προκειμένω το δίκαιο και οι αρχές της επιείκειας του παρέχουν, όρους που θεωρεί εύλογους και δίκαιους, κατά την εκτίμηση των κινδύνων που συνεπάγεται η παροχή μιας ενδιάμεσης θεραπείας. Σ΄ αυτά τα πλαίσια, δεν παραβλέπουμε ότι στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδη
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, το Ανώτατο Δικαστήριο έψεξε το γεγονός ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέβαλε εγγύηση στους εφεσίβλητους, υπέρ των οποίων είχαν δοθεί ενδιάμεσα διατάγματα σε υπόθεση οχληρίας, για τυχόν ζημίες που μπορεί να είχαν προκληθεί εξαιτίας της τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης απ΄ αυτούς των διαταγμάτων.» Εδώ, αφού έλαβα υπόψη μου το περιεχόμενο των εκδοθέντων διαταγμάτων, το οποίο είναι μεν δραστικό αλλά αναγκαίο, και αφού συνεκτίμησα τους κινδύνους που συνεπάγεται η έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, τα οποία συνιστούν ενδιάμεσες θεραπείες, αποφάσισα να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια και να επιβάλω όρο όπως οι Αιτήτριες πριν από τη σύνταξη των διαταγμάτων καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή τραπεζική εγγύηση ύψους €150.000 εκάστη για κάλυψη τυχόν ζημιών σε περίπτωση που αυτές ήθελον προκληθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση συνεπεία τυχόν λανθασμένης εξασφάλισης των διαταγμάτων. Νοείται ότι οι Αιτήτριες δύνανται να χρησιμοποιήσουν τις όποιες πληροφορίες θα τους δοθούν δυνάμει των εκδοθέντων διαταγμάτων μόνο για σκοπούς της επίδικης διαδικασίας (Άντρη Αθανασίου κ.ά ν. Ροδόλφου Οντόνι, Πολ. Έφεση Αρ. Ε103/14, Απόφαση ημερ. 2.12.14). Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταδικάζονται στα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δικαιούνται στα έξοδα στα οποία θα υποστούν από τη συμμόρφωση με το διάταγμα υπό «Γ» που έχει εκδοθεί εναντίον τους (παρόμοια πρόνοια υπήρξε και στην πρωτόδικη Απόφαση Ροδόλφου Οντόνι, στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, όπου εκεί το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση «θα δικαιούνται εύλογα έξοδα για συμμόρφωση επί των διαταγμάτων εάν τα ζητήσουν»). Σε περίπτωση που τα έξοδα αυτά δεν συμφωνηθούν μεταξύ των μερών, οι Καθ΄ ων η Αίτηση μπορούν να καταθέσουν σχετικό κατάλογο εξόδων στον Πρωτοκολλητή για να τα υπολογίσει και στη συνέχεια αυτός να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για έγκριση. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΓ